Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Η ζαριά

Η Κυβέλη ήταν μια γυναίκα του άλλου κόσμου/
του επάνω/
αυτού που τα μάτια θρόιζαν σαν πέταλα στα σύννεφα/
τρυφερά σκιρτήματα στα χέρια των ανθρώπων/
σαν χάδι σε βυζί γυναίκας αστρόφωτης/
Είχε δυό μανίες που η μιά ήταν πάθος/
Επισκέψεις στις εκκλησίες όλες τις μέρες της εβδομάδας και παίξιμο πόκερ/
Την μεγάλη της περιουσία, την σκόρπισε σε αυτά τα δυό/
... Οι συγγενείς κι οι φίλοι οι άσπονδοι την τιμώρησαν γι αυτό αποχωρώντας για πάντα από την ζωή της/
Ήξερε καλά τον απόπατο, η Κυβέλη ,των ανθρώπων, από μικρή,
γι αυτό καμμία έκπληξη δεν ένιωσε όταν όλοι μακριά της έφυγαν/
Η στάμνα της δεν είχε άλλα να αρμέξουν/
Τις νύχτες της τις έβγαζε στο πόδι/
Έτρεχε στις ταβέρνες και σε υπόγεια που ζάρια έριχνε αισιόδοξα/
Πως κάποτε η ζαριά θα άλλαζε/
Συνηθισμένες ιστορίες στην Ελλάδα/
Την μέρα που θα γιόρταζε τα 80 της χρόνια πήγε στην συνηθισμένη την ταβέρνα/
Κι όλοι οι γνωρίζοντες θαμώνες ,την κερνούσαν, ήπιε, ώσπου στα
πόδια της ένιωσε βαρίδια σαν αυτά που έσερνε ο ήρωας του Ουγκώ/
Κι αντί για δώρα, όλοι την χαρτζηλίκωσαν κι αντί για τις τύψεις τους, της έβαλαν στα χέρια της λεφτά, βλέπεις πολλές φορές έμπηγαν τα γέλια βλέποντας μια γριά να πίνει και να τραγουδάει παλιά ρεμπέτικα/
Στο διπλανό υπόγειο κατέληξε περιμένοντας να αλλάξει η ζαριά/
Συνηθισμένη ιστορία στην Ελλάδα/
Τα παιξε όλα κι όταν τα διπλοκέρδισε τράβηξε κι άλλο έναν γύρο περιμένοντας/
Και η ζαριά ήταν η τελευταία ήττα της ζωής της,
πάνω στην τσόχα έγειρε κι έφυγε/
Κι επειδή η Κυβέλη ήταν μια γυναίκα του πάνω κόσμου έφυγε αδιάβαστη και βέβαια άκλαφτη/
Μόνο κάποιοι, από τους τελευταίους μάγκες, την πήγαν παίζοντας νότες σε κάτι θλιμμένα και παμπάλαια μπουζούκια/
ήταν η συννεφιασμένη Κυριακή του Τσιτσάνη/
μα επειδή τα χαν πιεί όλα κι ήταν αλάνια έπιαναν να τσακώνονται αν οι στίχοι τελικά ήταν του Βασίλη ή της Ευτυχίας/
και γρήγορα έφυγαν διωγμένοι σουρωμένοι από τον ιερέα που ζητούσε λίγη ανάπαυση των νεκρών/
Όχι για την κυβέλη, αλλά για τους άλλους νεκρούς/
Όπως σου προείπα, αυτή η γυναίκα ήταν του άλλου κόσμου, του επάνω..
Κι εδώ, δεν θα σου πω πως αυτό είναι συνηθισμένη ιστορία στην μικρή Ελλάδα...

( από την σειρά -πορτρέτα-)

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Η ορθογραφία και η φήμη

Το πλήρες βιογραφικό της κυρίας Βικτώριας δεν το γνώριζα, ούτε με ενδιέφερε
Εκείνο που με έκανε να την εκτιμήσω ήταν πως γέλαγε με τα μάτια της,
πράγμα αρκετά σπάνιο
Όταν πέθανε, ο θυρωρός της πολυκατοικίας ( έμενε σε μια μεγαλοαστική συνοικία της Αθήνας),
διέδωσε πως ήταν σπαγκορραμένη και απομωνομένη στον κόσμο της
Το τελευταίο, δεν το βρήκα κακό και του το είπα
Και τότε αυτός, απάντησε πως η <<μαντάμ>>, δεχόταν επισκέψεις από νεαρούς επιβήτορες
Που τους προωθούσε κατόπιν στα κατάλληλα γραφεία που δεν άγγιξε η κρίση
( Αυτό ήταν όλο κι όλο που έχεις να πεις για έναν θάνατο); Ρώτησα και κοίταξα κάτω από τα γυαλιά του τα μάτια ενός γύπα
(Αυτό), απάντησε και σήκωσε τους ώμους αδιάφορα
Μέρες  μετά έμαθα πως η θανούσα είχε συλλογές βιβλίων σπάνιων
Και μέσα στην νύχτα, οι αρουραίοι συλλέκτες τα σήκωσαν στους ώμους πληρώνοντας μεγάλο φιλοδώρημα στον θυρωρό, είχε την <<καλοσύνη>>, να τους ανοίξει με το κλειδί που κρατούσε στα συρτάρια του για ώρα ανάγκης
Κι ένα απόγευμα είδα στα σκαλιά έναν νέο άντρα να κλαίει, όταν τον ρώτησα αν ήθελε κάποια βοήθεια μου απάντησε όχι
Αργότερα πολύ, έμαθα πως η <<μαντάμ>> Βικτώρια πλήρωνε συντροφιές νέων αντρών να της διαβάζουν σελίδες από εκείνα τα παλιά βιβλία γιατί δεν είχε πια όραση
Και την κακή της φήμη την όφειλε γιατί επέλεγε άντρες κι όχι γυναίκες
Αυτό που μένει από έναν θάνατο είναι η φήμη κι όχι η υπόσταση
Η κακή φήμη ταξιδεύει με τάχύτητα φωτός
Ενώ, η καλή, ζητιάνα γίνεται στα σκαλοπάτια των σπιτιών
έπειτα περπάτησα στην Ομόνοια και κοίταξα τα σύννεφα
Είχε πολύ κρύο και οι άστεγοι έτρεμαν και πείναγαν
Αν τα βιβλία αυτά τα έπαιρνα να τα ανάψω  κάνοντας μια μεγάλη φωτιά να ζεσταθούν οι άστεγοι, τα βιβλία σίγουρα θα αντιδρούσαν και δεν θα καίγονταν
Δεν κοιτάζω τα λεξικά προσεκτικά για ορθογραφία κι αυτό είναι λάθος
Μα ακόμη κι αν τα κοίταζα δεν θα θυμόμουν γιατί γρήγορα δεν αποστηθίζω
Όμως την ορθογραφία των ανθρώπινων πράξεων πάντα θυμάμαι
Και την φήμη μετά των θανάτων τους
Αν ήταν, στο χέρι μου μονάχα, θα άρπαζα τις ανορθογραφίες και θα τις έκαιγα στα δάχτυλα τους
έΤΣΙ για να θυμούνται την ευκολία που χρειάζεται για τέτοια λάθη
Όμως δικαστής φυσικά δεν είμαι
Γι αυτό φροντίζω να ακούω τις λέξεις των πουλιών, προηγούνται αυτές στο εσωτερικό τοπίο μου
κι όχι οι λέξεις
Πάντα θα υπάρχει κάποιος που γράφει καλύτερα και πιό σωστά από κάποιον άλλο...
 

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Ο επίλογος είναι και πρόλογος

Σε έναν τόπο που πάντα βρέχει, ένα χωριό ραντισμένο πέτρες και ανθρώπους άγρυπνους.
Η υγρασία παντού σαν δεύτερο ρούχο.
Την έψαχνε.
Τον έψαχνε.
Δεν έψαχναν ένα θαύμα, δεν έψαχναν σκιές, χωρίς να το ξέρουν έψαχναν ο ένας τον άλλο.
Ήξεραν την ψυχή, το πνεύμα, το σώμα το είχαν χορτάσει με ηδονές και απολαύσεις που δεν ήταν ψεύτικες.
Τα χρειάζονταν όλα αυτά για να προχωρήσουν πιό πέρα.
Κινούνταν στον ίδιο φυσικό χώρο. Αυτό το χωριό που οι λύκοι φώναζαν σε συμφωνίες νυχτερινές.
Που η κουκουβάγια σαν φώναζε οι άλλοι έκαναν τον σταυρό τους.
Που η ομίχλη πότιζε την ατμόσφαιρα με τα πέπλα της.
Κι όμως, αυτό που συνέβαινε ήταν πως οι συμπτώσεις δεν τους είχαν αφήσει να δουν ο ένας τον άλλο.
Ώσπου μια ημέρα, μια νυσταλέα Τρίτη, στην πλατεία, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, πρώτος αυτός την είδε.
Της μίλησε. Τον είδε.
Δεν έχει ακριβώς σημασία να περιγραφεί εδώ το φυσικό τους σώμα. Το πρόσωπο και το σώμα τους.
Η ηλικία τους δεν μας απασχολεί.
Αυτό που θα άξιζε να περιγραφεί ήταν αυτό που τους ανάγκασε στιγμιαία να νιώσουν ένα ρίγος υποβλητικό.
Μια πείνα και ένα θάμπωμα στα μάτια.
ΚΙ ο μεγάλος θαυμασμός.
Και μια άβυσσος που άνοιξε κάτω από τα πόδια τους.
Δεν χρειάστηκαν οι λέξεις.
Δεν υπήρξαν σκέψεις.
Κανένας υποβολέας σκέψεων.
Γιατί ήξεραν πάντα.
Αυτό που μόλις συνέβαινε το ήξεραν.
Συνέβη να αποκτήσουν την ίδια στιγμή την συνειδητότητα της στιγμής.
όχι οριακά.
Υπάρχουν απόλυτα μεγέθη στα απόλυτα αφοπλισμένα πλάσματα.
Και στο φως που έτρεχε γρήγορα στην ράχη τους σαν μαστίγωμα φωτιάς.
Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατες στην αντίληψη.
Μπορούσαν να δουν ξεκάθαρα τον ουρανό και τον τόπο που πατούσαν επάνω.
Έπειτα, καθώς πια εξερευνούσαν ο ένας τον άλλο είδαν ξεκάθαρα την τυφλότητα του πριν.
Πως αυτά που είχαν μαζέψει σαν εμπειρίες ήταν μεν απαραίτητα αλλά διόλου πια χρήσιμα.
Μοιάζει σχεδόν παραμύθι πως σε μια στιγμή συνάντησης , δυό πλάσματα,μπορούσαν να είναι ένα και πως ο φυσικός θάνατος πλέον δεν είχε σημασία καμμιά.
Μα μεγαλύτερο παραμύθι είναι αυτό που μεγαλώνουν και ζουν οι άνθρωποι, πως αυτό δεν μπορεί να συμβεί.
Τρώνε, πίνουν, αποκτούν υλικά αγαθά και ζουν περιπλεγμένα ανάμεσα στην λογική και στο παράλογο.
Ο άνθρωπος γι αυτό ήρθε ως εδώ.
Για να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Με πλήρη συνειδητότητα.
Με ακαριαίες απαντήσεις στα ερωτήματα ποιός είμαι και που πάω. Και τι θέλω.
Δεν θα σταθώ στα πρόσωπα.
Εδώ θα σταθώ.
Είμαστε αυτά που παρατηρούμε.
 Πιό μετά, αυτά που θέλουμε.

Καθένας ας πορευτεί με αυτά που είναι φτιαγμένος.
Δεν είναι όλα ίδια τα υλικά.
Αλίμονο αν ήταν.
Τότε ακόμη θα κατοικούσαμε στα δέντρα.
Ή στο κτήνος που κατοικοεδρεύει και καιροφυλακτεί με απληστία στην καρδιά μας.
Μα αν το αγαπούσαμε θα ήταν πάντα κτήνος;

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Τα βασικά

Κολλάμε στα βασικά,
εσύ ονειρεύεσαι μια γυναίκα ωραία και έξυπνη και πάντα πρόθυμη στις περιπτύξεις, να στάζει μέλι κι από το στόμα κι από τα πόδια της,
μόνο να μην δείχνει πολύ την εξυπνάδα της ούτε την προθυμία την ερωτική στους άλλους.
Ο πατέρας σου ,το έλεγε με άλλη φράση μαζί με τους άλλους στις Κυριακάτικες γιορτές στο σπίτι σας, η μάνα σου χαμογέλαγε λιγάκι νευρικά..
( Τέτοιες στ...ιγμές ζηλεύω την δυνατότητα των σαλιγκαριών καθώς γλυστρούν χαριτωμένα)...

Η άλλη πάλι ζητά τον άντρα αρσενικό, να μην σηκώνει το χέρι του αλλά ε, κάτι να υπόσχεται σε δύναμη.
Αν βάζει πλυντήρια και φτιάχνει και κανένα φαγητό μια χαρά είναι.
Αλλά να είναι άντρας, όχι φλώρος.
Να είναι ευγενικός με τις φίλες της, να μην είναι τσιφούτης.
Να την αντιμετωπίζει σαν ένα είδος που δεν έχει ξαναδεί.
Οι αντρικές παρέες κομμένες ή αποδεκτές από την ίδια πρώτα.
Να είναι λιγάκι άγριος μα και να είναι τρυφερός.
Όταν οι άλλες γυναίκες τον κοιτούν προκλητικά ή τον θυαμάζουν ως άντρα να έχει τον τρόπο να τους κόβει τον αέρα.
Κι η πίστη , η πίστη πάντα το πρώτο στην κορυφή της σκάλας.
( Τέτοιες στιγμές ζηλεύω τα σαλιγκάρια)...

Η αλήθεια είναι πως αλήθεια δεν υπάρχει σαν μία, υπάρχουν πολλές.
Κολλάμε στο σάλιο των σαλιγκαριών.
Άλλο αυτό που φαίνεται κι άλλο αυτό που είναι...
Σωστό.
Μα αν τα ψάχνεις και πολύ ο ψυχολόγος θα σου πει,
<<κάποτε πρέπει να σπάσεις το αβγό και να το φας, εσύ μετράς συνέχεια τα λεπτά που έβρασε και το κοιτάς>>
Αχ κι εγώ που ξέρω ψυχολόγους έτοιμους για την στέγαση σε ιδρύματα και κάτι αβγά που ποτέ δεν είναι έτοιμα...

Εδώ που τα λέμε μια μέρα θα ήθελα αυτό,
να μπορέσω να πετάξω χιλιάδες αβγά και να τρέχουν τα κροκάδια τους σε όλη την πόλη,
η αλήθεια είναι πως βαρέθηκα να είμαι ενήλικας,
θέλω να κάνω μια μέρα μια μεγάλη ζαβολιά , ίσως να θυμηθώ τα χρόνια μου τα 17,
εκεί ούτε κολλούσα ούτε άκουγα και πολλά κουλά
Θέα στο νερό

Από τότε που έπαψα να ταίζω τον Νάρκισσο φραγκοστάφυλλα έμεινα εγώ με τον εαυτό μου/
κάπου σε ένα ψηλό βουνό που ανάσαιναν ελεύθεροι αετοί μαζί μου/
μαζί και κήποι από λίθιο και λεβάντα/
εκαψα την λεβάντα και πότισα στο λίθιο την θάλασσα/
ουσιαστικά, για τους άλλους, ο άνθρωπος που αγαπά την μοναχικότητα είναι βαρύς/
μα αυτό μου φαίνεται πως αποτελεί ένα παζλ δεισιδαιμονίας/
Για μένα..., ο άνθρωπος αυτός κάνει αποστάγματα φωτιάς στο πέρασμα του χρόνου/
έχει πίκρα αρκετή αλλά και ύψος και πλάτος απέρριτα/
Και κάπου μια Μαγδαληνή να φωτίζει τις προθέσεις ξεπλένοντας με νερό τις μορφές που πλέουν στο σκοτάδι/
Βαριέμαι το σκοτάδι, το ξεπλένω με φως που αχόρταγο μοιάζει/
Βρίσκω σε ένα παλιό δωμάτιο με λαδομπογιές στους τοίχους έναν γέροντα/
μάλλον αγίασε και εξαυλώθηκε/
μου μιλάει στο δωμάτιο αυτό και στο βουνό που το ξεπλένει μια γλυκιά πηγή/
Συνομιλούμε γλυκά, μιλούμε για τις Βαλκυρίες και τον πόλεμο που βράζει πάνω στην γη/
( αχ γέροντα, αγαπώ τα μάτια σου που είναι κρυστάλλινα κι έχουν νερό, το στόμα σου που μου μεταφέρει αγάπη και ειρήνη, με βασανίζουν τελευταία φοβίες κι ανασφάλειες και σε έχω ανάγκη),
του λέω κι αυτός ανάβει θυμιάματα από έναν ναό στον πάτο της θάλασσας/
( Ήρθε απλά η ώρα της μεταμόρφωσης), μιλά απαλά κι ήρεμα και με κοιτά σαν ένας νέος που μόλις ενηλικιώθηκε/
Και τότε καταλαβαίνω την διάθεση αυτή μου, της μοναχικότητας/
Είναι που να συγχωρέσω θέλω μα και ταυτόχρονα το γιατί/
Σαν ξαποσταίνω όμως, ,σε κείνη την απάνεμη κορυφή ξέρω,
να ακούσω θέλω, αυτόν τον δεύτερο νου μου/
πόσα χρόνια άραγε προσποιόμουν πως δεν ήξερα την ύπαρξη του/
πόσος καιρός θα χρειαστεί για να υπάρξουμε μαζί τόσο ειρηνικά χωρίς να λαβώσω το συναίσθημα;
Αναρωτιέμαι και χωρίς να τρέμω κοιτάζω τον πανεμορφο γέροντα/
ζει σε μια τρυφερή καλύβα δίπλα στην θάλασσα,
είμαι μια ταραγμένη ψυχή που ζει ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους/
αχ/
πόσο δύσκολο μοιάζει κάτι ώρες παράξενες/
σαν οι Βαλκυρίες ,μου μιλούν, για νίκες και μάχες/
χωρίς να μιλούν ουσιαστικά για τον πόλεμο...
Δεν μιλάμε, μόνο οι λέξεις κάθισαν στα χέρια μας/
σαν ικέτιδες αναζητούν υγρό πυρ/
ανάβοντας τα τσιγάρα μας έγιναν στάχτες/
ήπιαμε και χορτάσαμε ως αργά το απόγευμα/
έπειτα για να ξεχαστούμε κινήσαμε για αλλού/
σε κάτι ξεχασμένα πλακόστρωτα καλντερίμια υψώσαμε λίγο το ανάστημα/
και ναι, τι θρίαμβος!
Για ότι δεν μιλήσαμε, πρόλαβαν άλλοι/
αντικαταστάθηκαν οι μορφές μας από άλλες, στεγνές και ψεύτικε...ς/
σαν γέλιο νεκρικό η σιγή μας κι η προσοχή μας στα πράγματα σαν νεκροφάνεια/
Καθώς απομακρυνόμουν από ένα αρχαίο κουτούκι ο Βαμβακάρης παιάνιζε στίχους στο μπουζούκι/
για παλιούς άντρες και γυναίκες/
ήταν όμορφοι τότε οι άνθρωποι κι απλοί μέσα στην ζωντανή την φύση τους, ήξεραν να μιλάνε/
ας ήταν φτωχοί και ντυμένοι με φθαρμένα ρούχα με τρύπιες τσέπες/
η αλήθεια είναι, πως ενώ δεν ήταν, αυτοί ζούσαν σαν λεύτεροι/
τούτος ο τόπος δόξασε την ελευθερία γιατί λίγες στιγμές ήταν ελεύθερος/
τώρα τυπικές περσόνες μπουρζουαζίας μιλάνε συνέχεια κι ενώ οι άλλοι τυπικά τους ακούνε/
κανένας δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς λένε/
τσιτάτα και κόπιες, αντιγραφές των παλαιών ανθρώπων.
Αν ζούσε ο Βαμβακάρης θα τους έστελνε όλους στον απόπατο...
Κι εμένα φυσικά που παρακολουθώ και σωπαίνω..
Μυστηριώδης μα όχι στρυφνός, γοητευτικός ,ο άντρας μιας ακραίας νύχτας/
γυναίκα αυτή που την έτρεμε κι η Λίλιθ στα στοιχεία τα θηλυκά/
βρέθηκαν στον τόπο τον πιό ερωτικό μέσα στην πόλη, τον σταθμό του τρένου,
με γρήγορες κινήσεις, μα όχι κοφτές, ξεγύμνωσαν την φύση τους/
κι ενώ οι σκιές τους ,σπαρταρούσαν σαν φίδια ,κατά την ένωση/
κατορθώθηκε το δύσκολο/
από το θέαμα τους,ο ίδιος
ο έρωτας ξεγυμνώθηκε/
'ετσι αχόρταγα κι αήττητα φάνηκαν τα ανθρώπινα τα θηρία...

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Ο ταξιδιώτης του Όσκαρ

Ο ταξιδιώτης, στέκεται στο κατάστρωμα ενός μεγάλου πλοίου/
φυσά βοριάς πλαγίως/
μόλις διάβασε, το αηδόνι και το τριαντάφυλλο του Όσκαρ/
γι αυτό ,έχει ένα τρέμουλο, καθώς χάνεται στο τέλος του ορίζοντα, η ματιά του/
γι αυτό η καρδιά του ανασκίρτησε και πάει/
ακολουθεί τον αφανισμό των κυμάτων, φαντάζεται, λευκά σαν το γάλα βρέφη να πνίγονται/
να παλεύουν ανάμεσα στην επιβίωση και στην αληθινή ζωή/
την αδικία, την κτηνωδία, την πάλη ανάμεσα στο <<καλό και στο κακό>>/
Η αγάπη φόρεσε το φόρεμα μιας ισπανίδας, ήρθε και τον βρήκε στο κατάστρωμα/
τον κοίταξε με τα κατάμαυρα μάτια της  και σάλιωσε τα κατακόκκινα χείλια/
του υποσχέθηκε φωτιά και έκσταση/
κόλλησε τα στήθια της στην πλάτη του και του ψιθύρισε λόγια χαράς υποσχόμενης/
λαγνεία της υπογάστριας μοίρας και της υπόφυσης/
ανακούφιση γλυκιά στην σπονδυλική στήλη/
άτομα και μόρια σε σύνθεση αφηρημένη μα μέσα στις προυποθέσεις της φύσης/
Κι ο ταξιδιώτης ξέχασε τον θάνατο του αηδονιού, την θυσία του για το κόκκινο τριαντάφυλλο/
την θυσία του για την αγάπη/
και καθώς άρχισε να πέφτει ο ήλιος στην σπηλιά του θυμήθηκε το έθιμο της ταυρομαχίας/
πήρε την μορφή του ταύρου κι η γυναίκα άρχισε να παίζει μαζί του γυμνή σε μια κουκέτα/
καθώς ο άντρας έμπαινε μέσα της, ο βοριάς δυνάμωσε/
κι ένα γυάλινο δοχείο με την τέφρα της μητέρας του κύλησε κι έσπασε/
καθώς τελείωνε την αγωνία της ηδονής του, τότε το είδε/
σαν να του έλεγε η νεκρή μητέρα του, το ταξίδι να συνεχίσει/
καμμιά γυναίκα να γινόταν γι αυτόν λιμάνι/
ταξιδιώτης για λίγο καιρό/
τόσο, όσο να βρεί τον εαυτό του που είχε χάσει βουλιαγμένος σε μια ατέλειωτη λύπη/
κοίταξε την ισπανίδα και τότε θυμήθηκε χωρίς κάποιον λόγο την θυσία του αηδονιού για την αγάπη/
και το τέλος το θλιβερό του τριαντάφυλλου όταν έγινε ξανά κόκκινο...
Ροζ

Κοιτάζει την φωτογραφία σαν να κοιτάζει πίσω από την κλειδαρότρυπα/
χυμένα μαλλιά της γυναίκας στην πολυθρόνα/
μάτια σε λαγνεία χωρίς πτώση/
όπως αυτό το άλογο που φουσκώνει τώρα στο παντελόνι του/
καθώς σχεδόν αγγίζει τα μισάνοιχτα χείλια της/
τα στήθια της οροσειρές σφιχτής λευκής σάρκας/
κι ενώ ετοιμάζεται αυτό το ωραίο άλογο να ιππεύσει/
το τηλέφωνο χτυπά ,θυμίζοντας του μια βραδινή υποχρ...έωση/
πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα και πέφτει πάνω στην γυναίκα του/
με την κόψη ενός μαχαιριού/
με μανία ανοίγει το σώμα της και οι τοίχοι γεμίζουν αίμα...
Ίαση

Οι ηδονές τρέφονται παίζοντας, σπάζοντας το αιώνιο τους κέλυφος/
στην πέρα όχθη του ποταμιού που διχάζει την πόλη/
ακροπατώντας στα αρχαία ερείπια της αμοιβάδας/
η αφή γεύεται μάτια σώματος/
οι ενοράσεις σκύβουν μπροστά στην κυρίαρχη/
λάμψεις στο δέρμα σου έρχονται κρατώντας αύθραστο γυαλί/
να καθρεπτίζονται γλυκά οι μέδουσες/
ποικιλόμορφες κι απίστευτης μαλακότητας/
... ζητούν χάδι κι ανάγνωση ιερή/
υψηλή η συγκέντρωση στο ψηλάφισμα/
τόξα φωτιάς, αδαμάντινη η φωτιά σκίζει, χαράζει/
αναπτερώνει το θυμικό, το ανάβει/
θυμάσαι, θυμάσαι τώρα την ιερότητα την ερωτική/
μην ψάχνεις, μην σαλεύεις καθώς ουράνιες ανοίγονται, οι αίθουσες/
μπροστά στην μνήμη που ξεχνά να παύσει/
να μην παύσει ζητά ο κόκκινος ο χείμαρος/
από τα πόδια, την κοιλιά σου/
τρυφεροί επιβήτορες οι ηδονές και πάνε,
από το δικό σου ποτάμι που τρέχει στο δικό μου/
κι ύστερα με την 'εκρηξη των κυττάρων τραβάνε για την θάλασσα/
την αιώνια μάνα του είδους των ανθρώπων/
κι ύστερα τα σπίτια μοιάζουνε παιδιά/
μουρμουράνε τραγούδια παιδικά/
σε μια γωνιά τότε που δειλά ανακάλυπτες το φύλο σου που δίψαγε/
για ηδονή
για αγάπη
για συντροφικότητα αργότερα/
για παιχνίδια αποπλανήσεων πολύ μετά/

οταν το κέλυφος σπάει, ξεσπά αχόρταγη η ηδονή/
η ηδονή βρίσκεται παντού και πάντα/
όταν καταλαγιάσει η ορμή της ψάχνει να βρεί το συναίσθημα/
δίχως τους, ο άνθρωπος, όσα άστρα κι αν πατήσει/
όσα κρυφά υπάρχουν στο σύμπαν γνωρίσει/
εκεί θα περιφέρεται, στο άγνωστο, ως αμοιβάδα..
Αγάπη από βινύλιο

Μάζεψες τα μαλλιά σου πίσω, στον λαιμό σου αφημένο ένα μάτι φυλακτό να σε προσέχει/
ήσουν ένας μικρός τίγρης, κι ας μην έβλεπες τα κίτρινα μάτια της ζήλειας, τα μετάφραζες σαν κλαδιά πικρόγλυκα της ελιάς/
Ξόδευες τον καιρό σου γλείφοντας με τα δάχτυλα έναν κορμό κιθάρας/
οι νύχτες περνούσαν σαν δαντέλλα χειροποίητη του 60/
Κοπέλες έλουζαν τα μαλλιά τους στο Πήλιο κι έμπλεκαν με ...ξωτικά φερμένα από το Αιγαίο/
εκεί στην μπλε έρημο της θάλασσας ξάπλωνες ανάποδα/
εκεί σε βάπτισα αγάπη πρώτη/
Με τα χρόνια βυθιζόσουνα κρατώντας πάντα ένα σταθμό-βινύλιο/
τα ακούγαμε σαν μύστες χωρίς δυνάμεις προφητείας/
μόνο πότε πότε σαν τραγούδαγε η
Joni Mitchell κάτι μου έλεγε πως εσύ θα αποχωρούσες από νωρίς/
Κι όταν για πάντα έφυγες, άρχισα να αναρωτιέμαι σχετικά με το πάντα και το ποτέ/
να όμως που κράτησα το πάντα μου, θα υπάρχει αυτό όσο θα ζω/
έπειτα, σαν φύγω κι εγώ, θα υπάρχει μόνη της αυτή η αγάπη/
την είπαμε θυμάμαι αγάπη από βινύλιο/
εσένα σε έλεγαν Πάνο κι είχες μέσα σου δεκάδες δαίμονες/
χάθηκαν μαζί σου , μα θυμούνται να με επισκέπτονται πότε πότε εδώ κι εμένα...

( Στον Πάνο Δ.)

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Άγχος

Η αυπνία
Η σιωπή ενώ η ταχυπαλμία δυναμώνει
Μια άσχημη σκέψη ( η καρδιά είναι το κέντρο του σύμπαντος άρα θα σταματήσει)
Πανικός στις κυλιόμενες σκάλες ενώ στριμώχνεσαι με άλλους
Είμαι ο μοναχικός περιφερόμενος του κόσμου
Είμαι ο λαθρεπιβάτης του εαυτού μου
Η αυστηρή κρίση σε εσένα ήταν η αγαπημένη ασχολία της μητέρας σου πάνω σου
Ο θάνατος
... Το τέλος κι η αρχή
Εδώ είναι όλα
Φτάνει να πεις καθαρά πως όλα είναι ένα παιχνίδι
Δες αυτό,
άγχος είναι ο φόβος του φόβου...
Αυπνίες σε πρώτο πληθυντικό
Με κούρασαν οι σκέψεις, οι παρατηρήσεις σε πρώτο πληθυντικό /
γι αυτό, επάνω μου, ασελγούν με τρυφερότητα κάθε νύχτα, οι αυπνίες/
με δονούν με κρύα στόματα οι σκέψεις/
είναι αυτές, ένας διάδρομος με ολένα μεγαλύτερες στροφές/
δυό τρεις λαβύρινθοι πεισματωμένοι/
ο Μινώταυρος πρώτος το μήλο μου δίνει/
πως να δαγκώσω με κλειστό στόμα/ σφαλισμένο μάτι σαν να ναι κουρτίνα σ...τον χρόνο/
αγωνίες σαν νευρώσεις, ποτήρια ξέχειλα από θλίψη/
πολλές μαζί, θλίψεις ,χτίζουν την μία/
αυτή/
αν θα κοιμηθώ επιτέλους μια ημέρα χωρίς να ξυπνήσω στις πέντε π.μ/
νευρώσεις, ψυχώσεις, αλλάζουν ρούχα και με κυνηγάνε/
άλλοτε είναι η μητέρα μου αγριεμένη, άλλοτε πάλι η γιαγιά μου πικραμένη/
αυτός ο πρώτος πληθυντικός πολύ με κούρασε/
έρχεται όμως, το νιώθω, η μέρα/
που την αγωνία αυτή θα την διαγράψω/
σαν άγγελος, ξανά θα κοιμάμαι, σε ήχο ωραίο κι 'οχι μονότονο/
πρός το παρόν, για να επιβιώσω, κάθε μου μαύρη σκέψη/
την φαντάζομαι σαν πουλί να φεύγει/
με τον εαυτό μας δεν μπορούμε να πολεμάμε/
τα αφήνουμε στο σύμπαν ξέροντας/
το σύμπαν διαστέλλεται με ταχύτητα/
μια μέρα θα γεννιόμαστε γέροι και θα πεθαίνουμε παιδιά/
άφαντοι κομήτες στα πόδια μας σαν σκόνη/
μα πάνω από την σκόνη ο έρωτας/
αυτός οπλίζει, αυτός αφοπλίζει στις οπλές του, μυριάδες κόκκινα σύννεφα/
είναι από όλες, τις ιδιότητες του ανθρώπου, η πιό γνήσια/
αυπνίες μεγάλες μου, την μια εξοντώστε/
αυτή, πως σαν κοιμηθώ ο θάνατος θα με ρίξει στα άσπρα χέρια του...
Θαυμάζω

Θαυμάζω, θα πει με άλλα λόγια <<αγαπώ>>
Θαυμάζω τους ποιητές που έγραφαν στίχους στα πακέτα των τσιγάρων/
Με τα τραπεζογραφεία τους γεμάτα χαρτιά που μοσχοβολούσαν οι λέξεις/
Κι όχι!
Δεν ήταν μεγαλοστόμηδες, μεγάλη καρδιά είχαν να κρατούν τον ουρανό για να χαρίζουν στους άλλους απλόχερα/
Θαυμάζω πάντα, την γριά γυναίκα που χτυπά το στήθος της καθώς χαιρετά το παιδί της στο χώμα/
το επισκέ...πτεται εκεί που κοιμήθηκε ώσπου να πεθάνει/
πουλιά την φιλούν στα μάγουλα και δάκρυα στεγνά/
Τους εραστές θαυμάζω που δεν μείνανε εραστές/
την θέση τους παραχώρησαν γι αυτόν που ευτυχισμένο θα έκανε αυτόν που πολύ αγάπησαν/
τους εραστές θαυμάζω που μεγαλούργησαν την αγάπη τους/
δεν την έκαναν προσάναμμα για άλλες φωτιές /
Θαυμάζω τα παιδιά που μεγάλωσαν στα υπόγεια κι όταν ψηλα ανέβηκαν ποτέ τους δεν ξέχασαν από ποιό σημείο ξεκίνησαν/
Θαυμάζω εκείνους που μαγεύτηκαν από τα πάθη τους μα ποτέ
τους δεν κύλησαν χαμηλά/
βάλε ποτό, αυτό σημαίνει, ποτέ τους δεν έχασαν την αξιοπρέπεια/
Θαυμάζω τους γιατρούς του κόσμου/
τους ωραίους επιστήμονες που δεν άφησαν στην άκρη την τέχνη/
Θαυμάζω όσους δίνουν και δίνονται χωρίς όρια/
αυτό θα πει υπάρχει η ανιδιοτέλεια ακόμη στην φύση του ανθρώπου/
Θαυμάζω αυτόν που είπε << η τύχη του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος>>
Θαυμάζω αυτόν που ζει χωρίς να κλέβει την ζωή του άλλου/
Αυτό θα πει, ο ήλιος είναι για όλους /
Να θαυμάζω, θέλω/
αυτό/
να αγαπώ θέλω/
Δεν υπάρχουν ξερονήσια, υπάρχουν ξεροί άνθρωποι/
όπου κι ότι βρίσκουν το σαρώνουν στο διάβα τους/
Αφήστε τον ήλιο λεύτερο να υπάρχει στα παιδιά σας/
χρειαζόμαστε ελπίδα για να μπορούμε να θαυμάζουμε τα υπάρχοντα τα αόρατα, του κόσμου/
κι όσο θα αγαπάς και θα ζητάς τον θεό χωρίς το αγχωμένο ρούχο του παπά ή όποιου θρησκομανή ταριχευτή/
έχεις ελπίδες να θαυμάζεις,
να αγαπάς να είσαι λεύτερος/
αυτά,θαυμάζω,
και τότε δεν είμαι ευάλωτη/
αισθάνομαι σαν να είμαι μια μικρογραφία του σύμπαντος/
κι αυτό είναι αρκετό να αντέχω τούτον τον κόσμο...
Αυτός που γράφει σαν μαριονέτα σχεδόν πάντα αντιλαμβάνεται αυτόν που γράφει με την καρδιά/
μοιάζουν σαν αντίπαλοι παίκτες στο σκάκι/
η διαφορά είναι, πως εδώ δεν υπάρχει βασίλισσα/
μόνο ένας ιεροφάντης που εμφανίζεται κάποιες φορές σαν ερημίτης..
Κάθε πρωί οι κουρούνες στο μπαλκόνι μου μαζεύονται/
μιλούν συμβολικά, ενώ η κυρία απέναντι, απλώνει ρούχα στα σκοινιά/
σκέπτομαι, κάθε σπίτι γεύεται λίγη από την ιστορία των ανθρώπων/
κάθε πρωινό που αρχίζει ζητά κάτι νέο από όλους μας/
θα στοιχημάτιζα απλά πως τα πουλιά περισσότερο αυτό το γνωρίζουν/
κι από την συνομιλία τους ο άνθρωπος απλά δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει τους ήχους τους/
είναι η... αιώνια ακινησία του να μένει μονάχα στις λέξεις/
και φυσικά, καμμιά σημασία δεν δίνει αν τις λέξεις δεν ακολουθούν οι πράξεις/
αυτή η ανυπέρβλητη τελικά αδυναμία του ανθρώπου να συντονιστεί με το ζωικό βασίλειο/
αυτή, του στερεί κάτι από την δυνατότητα να καταλάβει πρώτα ο ίδιος τον εαυτό του/
όλα τα άλλα ζώα καταλαβαίνουν το ένα το άλλο με μια φυσική, υπέροχη απλότητα...

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Λύπες,
απέναντι

Στέκονται και με κοιτούνε σοβαρές/
αχ οι λύπες/
είναι που με ορμηνεύουνε, πως δεν με έμαθαν οι άλλοι, από μικρή τον θάνατο,
την σάρκα, μου έδειξαν, κι ας μην πολυπρόσεξα την πραμάτεια της/
βιαστική και λιγωμένη οσμιζόμουνα τα θαύματα/
ποιά θαύματα μητέρα, πατέρα/
ποιά μοίρα τύλιξα γύρω μου σαν αλυσίδα/
... ο καλός άνθρωπος, πηδιέται από όλους, μου είπαν στα πέντε μου χρόνια και είχαν δίκιο αλλά ποτέ έτσι,δεν το σκέφτηκα/
τώρα νιώθω την μεταμόρφωση, θες το πλησίασμα στην άλλη άκρη/
η όχθη εκεί του Αχέροντα, πιό συνειδητή από ποτέ/
φτερουγίσματα ανοιξιάτικα ,μιλούν για μένα με λόγια μασημένα/
ω, τα μασημένα τα μίσησα/
κάποιος που μιλούσα προχτές και ανέλυε τα λόγια μου/
είπε, ( είμαστε αυτό που κρύβουμε κάτω από τα αναχώματα)
δεν μπορούσα, παρά να συμφωνήσω κατάβαθα/
ένα ανάχωμα τώρα γκρεμίζω από μπροστά μου/
να σου πω/
πολύ σε αγάπησα/
κάπως παράξενα, κάπως φευγαλέα, γύριζες κι έφευγες στο μυαλό μου σαν νερό/
τους σωματικούς πόνους μου τους θεράπευσα μαθαίνοντας εσένα/
κι έπειτα έφτιαξα νέες πληγές και τις βάπτισα ψυχή που πηδά μέσα σε ίλιγγο/
τα δόντια από φόβο κροταλίζω, όμως μπορώ να ρίξω τα φρούρια από άμμο/
στην μεγάλη τους πτώση, από πίσω, φαίνεσαι εσύ/
'ομορφος και γενναίος σαν τα πλάσματα που δεν κατοικούν εδώ
Αν πεινάς και διψάς τον κόσμο/
άμε τότε και σύρε να κάνεις της κεφαλής σου/
κι αν φοβηθείς, κι αν τρεμουλιάσεις/
την γριά, που ναι κοντά στην φωτιά, τράβα να αγκαλιάσεις...

( το λέω, θέλω νησί χειμωνιάτικα)..
Υπέρηχος

Το υπέρηχο γράφημα σου, μου άνοιξε τρόπους και σκοπούς στο περπάτημα.
Φορώ την στολή του λιονταριού, να μην με πειράζουν οι άλλοι γιατί τελευταία έχω γίνει ευαίσθητη/
υπερευαίσθητη θα έλεγα με ακρίβεια εν/ος σνομπ πιγκουίνου/
αγαπώ τα δέντρα γιατί ξέρουν να περιμένουν χωρίς να επιμένουν/
και το δάσος αγαπώ ΄γιατί γίνεται ακουαρέλα συναισθημάτων πρασινοκίτρινων/
το υπέρηχο γράφημα σου, με... ξεδίψασε/ ίσως και να με άδειασε σε μια έκταση από άμμο, με αλλοπρόσαλες ιδέες και ήχους σαν βυθός.
Εσύ δεν μοιάζεις με τους άλλους/
στο ποτό, στους τρόπους, στην θλίψη, στην βόλτα, στην συντροφιά/
σε αναβρασμό σκοτώνεις το παγωμένο αίμα/
τώρα διαβάζω ξανά το υπέρηχο γράφημα σου και έβγαλα την στολή μου/
εκείνη που θυμίζει λιοντάρι/
κάτι από τα λόγια σου με έκανε να σκεφτώ να περπατώ με άοπλη γύμνια/
εσύ δεν μοιάζεις με τους άλλους/
ποτέ δεν θα σου το πω, όμως/
κάθε τι που είναι υπέρηχο, αυτός που το έφτιαξε ξέρει,
αναγνωρίζει αμέσως ότι του μοιάζει...

Αυπνίες σε πρώτο πληθυντικό

Με κούρασαν οι σκέψεις, οι παρατηρήσεις σε πρώτο πληθυντικό /
γι αυτό, επάνω μου, ασελγούν με τρυφερότητα κάθε νύχτα, οι αυπνίες/
με δονούν με κρύα στόματα οι σκέψεις/
είναι αυτές, ένας διάδρομος με ολένα μεγαλύτερες στροφές/
δυό τρεις λαβύρινθοι πεισματωμένοι/
ο Μινώταυρος πρώτος το μήλο μου δίνει/
πως να δαγκώσω με κλειστό στόμα/ σφαλισμένο μάτι σαν να ναι κουρτίνα στον χρόνο/
αγωνίες σαν νευρώσεις, ποτήρια ξέχειλα από θλίψη/
πολλές μαζί, θλίψεις ,χτίζουν την μία/
αυτή/
αν θα κοιμηθώ επιτέλους μια ημέρα χωρίς να ξυπνήσω στις πέντε π.μ/
νευρώσεις, ψυχώσεις, αλλάζουν ρούχα και με κυνηγάνε/
άλλοτε είναι η μητέρα μου αγριεμένη, άλλοτε πάλι η γιαγιά μου πικραμένη/
αυτός ο πρώτος πληθυντικός πολύ με κούρασε/
έρχεται όμως, το νιώθω, η μέρα/
που την αγωνία αυτή θα την διαγράψω/
σαν άγγελος, ξανά θα κοιμάμαι, σε ήχο ωραίο κι 'οχι μονότονο/
πρός το παρόν, για να επιβιώσω, κάθε μου μαύρη σκέψη/
την φαντάζομαι σαν πουλί να φεύγει/
με τον εαυτό μας δεν μπορούμε να πολεμάμε/
τα αφήνουμε στο σύμπαν ξέροντας/
το σύμπαν διαστέλλεται με ταχύτητα/
μια μέρα θα γεννιόμαστε γέροι και θα πεθαίνουμε παιδιά/
άφαντοι κομήτες στα πόδια μας σαν σκόνη/
μα πάνω από την σκόνη ο έρωτας/
αυτός οπλίζει, αυτός αφοπλίζει στις οπλές του, μυριάδες κόκκινα σύννεφα/
είναι από όλες, τις ιδιότητες του ανθρώπου, η  πιό γνήσια/
αυπνίες μεγάλες μου, την μια εξοντώστε/
αυτή, πως σαν κοιμηθώ ο θάνατος θα με ρίξει στα άσπρα χέρια του...