Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014


Γράφω γρήγορα, μιλώ αρκετά αργά ,εκτός κι αν έχει αρχίσει λίγο οινόπνευμα να ζεσταίνει τις φλέβες μου. Οι φλέβες στα χέρια μου είναι πράσινες, όχι μπλε, έτσι δείχνουν. Αυτόν τον χρόνο θέλω να με κάψω. Τούτο σημαίνει κάνω ένδοξους τους άλλους και συγχρόνως τον εαυτό μου. Φυσικά και φοβάμαι. Αλλά θα πάρω τις ευθύνες μου. Δεν χρειάζομαι πανοπλία ούτε πολλά πολλά. Τις αλήθειες μου και τα πάθη μου μόνο σε ένα δισάκι. Όποιος κατάλαβε κατάλαβε. Από το δισάκι μου θα τα βγάζω ένα ένα και θα ανάβω φωτιές σε κύκλους μεγάλους. Μέσα στον κύκλο θα υπάρχει μια πεταλούδα, ένας σπουργίτης και ένα ερπετό. Μαζί τους θα είμαι κι εγώ. Πρέπει να ζήσω. Όσα έζησα δεν ήταν τίποτε. Θέλω να φτιάξω έναν κύκλο φωτιάς. Χωρίς στάχτες, χωρίς χρόνο. Είμαι άλλη. Ναι. Αποφάσισα να είμαι οι φόβοι μου... Από αυτούς θα ξεκινήσω την μεγάλη φωτιά. Όποιος με αγάπησε κι όποιον αγάπησα καλώς έχει. Μα τώρα, χρειάζεται να αγαπήσεις την φωτιά μου, τους φόβους μου. Ήδη ξεκίνησα το νέο μου ταξίδι, η Περσεφόνη περιμένει. Μα δεν έχει δει το δισάκι μου, αυτό που έχω κρατήσει από τον Αμοργίνο παππού μου. 3-1-2014

ερωτικό


Διέσχισε το πεζοδρόμιο και ένας πικρός βοριάς την χτυπούσε στο πρόσωπο. Προσπαθούσε να <<φανταστεί>> τα βήματα του Καρούζου και του Καραγάτση στην ίδια περιοχή, το μέτωπο τους, τα χέρια τους μέσα στις τσέπες και την ταραχή που έχουν, όσοι ταγμένοι είναι, να παρατηρούν. ΒΡήκε το νεοκλασικό διώροφο με το νούμερο 41, γκρίζο και πνιγμένο από μνήμες. Οι μνήμες ήταν κόρες με πολύχρωμα ρούχα. Από ένα ανοιχτό παράθυρο με ξεφλουδισμένα τα χρώματα τον άκουσε να παίζει πιάνο, ήταν η σονάτα, η σονάτα λυπημένη και διεγερμένη από την έκσταση ενός άγνωστου πένθους. Έπαιζε πολύ όμορφα. Τα κεραμίδια έσταζαν μια γλυκόπικρη αισθαντικότητα και τα περιστέρια φλέρταραν ασίγαστα. Πάτησε το κουμπί του κουδουνιού και η καρδιά της άρχιζε να βηματίζει νευρικά πίσω από το στήθος της. Τον είχε βρει μια φορά σε ένα μπαράκι, από τα λίγα στην πόλη που έπαιζαν θανατηφόρα τζαζ. Μόνο μια φορά είχαν βρεθεί, είχαν μυρίσει ο ένας τον άλλο, είχαν ακουμπήσει ελαφρά τους ώμους τους, είχαν κοιτάξει τα μάτια τους, είχαν αρχίσει να φαντάζονται το ανάγλυφο του έρωτα. Αλλά η έντονη επιθυμία ζητά σκληρά το αντίτιμο της για να αφεθεί. Μικροί φόβοι τους κύκλωσαν καθώς διαπίστωναν πόσο πολύ ίδια είχαν παίξει με την ζωή και τον έρωτα. Τους έρωτες.... Τυφλά ραντεβού χωρίς στύση , χωρίς τέλος και αρχή, τυφλά ραντεβού με λάβα που εξαντλείται εύκολα. Στις τουαλέτες στα όρθια, στα υπόγεια των καταγωγίων που σύχναζαν κι οι δυο χωρίς να ξέρουν, στα καφέ με την πικρή σοκολάτα, στο ποτό με την φλούδα από λεμόνι, στον κινηματογράφο με την ανάσα του διπλανού να βρωμάει όξινα και να χαλάει την μαγεία, όλα τα είχαν κάνει. Η επιθυμία άρχισε να βγάζει από το αόρατο καπέλο της τους φόβους και τα όχι και τα αν και τα γιατί, κι αν όμως; Κι αν ναι τότε πως θα ; Και όλα αυτά τα λάφυρα της απραξίας και της ατολμίας. Πέρασαν έξι μήνες όταν της έστειλε μήνυμα. Το διάβασε με τρεμάμενα δάχτυλα. Θα πήγαινε να τον συναντήσει, ναι, θα πήγαινε, χωρίς άρμα, χωρίς φόβο, χωρίς χρειάζεται, χωρίς κρυφά οπλοστάσια. Της άνοιξε από επάνω αγγίζοντας κι αυτός ένα κουμπί. Η σονάτα Τα μάτια του ήταν από μέλι και το χαμόγελο του επίσης. Είχε ένα παιδικό μειδίαμα στις άκρες των χειλιών του. Η Έλλη έλαμπε ολόκληρη που τον έβλεπε. Κι αυτός μαλάκωσε λίγο την έκφραση στο πρόσωπο του. Πλησίασαν ο ένας τον άλλο. Αγκαλιάστηκαν. (ξέρεις εγώ)...άρχισε να του λέει. Αυτός της άγγιξε τα χείλη κάνοντας ένα παραταεταμένο ςςςςςςςςςςςςς, (μην λες τίποτε)... Φιλήθηκαν. Οι γλώσσες έκαιγαν καθώς έκαναν απαλούς κύκλους μέσα στο στόμα. Οι γλώσσες, ήταν πουλιά εκπαιδευμένα να μεταφέρουν μηνύματα. Τα μηνύματα έμπαιναν στο σώμα τους και γλύκαιναν την οργή τους, απάλυναν την λύπη για όλα, κρυπτογραφούσαν κωδικούς για ερμηνεία, άρχιζαν να μπαίνουν στις αρτηρίες και να μετακινούν έντονα το αίμα. Τα φιλιά ήταν αψέντι, το αψέντι έσπρωχνε τις κόρες της ηδονής να μετακινηθούν από την λήθη. Τα σώματα ταίριαζαν. Γδύθηκαν. Αγγίγματα από μετάξι και πυρωμένο σίδερο. Το αψέντι βολόδερνε λυσσασμένο. Τα στήθια της τον κοίταζαν σαν μάτια χυμένης βελουδένιας σάρκας. Τα φίλησε. Τα έγλειψε. Τα όπλισε. Κι αυτά άρχισαν να πυροβολούν. Έκαναν την Έλλη να βογκάει σαν γάτα. Κι αυτόν να ανασαίνει σαν να πέθαινε. Ο χρόνος εξαντλήθηκε, δεν υπήρχε, έσκασε σε ένα πυροτέχνημα. Υπήρχε η αφή, η γεύση, η οσμή, η όραση, η ακοή. Εμβοές ηδονικά χαιρέτησαν το σύμπαν, το σύμπαν ήταν ελεύθερο να τους δεχτεί. Καθώς μπήκε μέσα της βογκώντας, ψέλλισε, (ποια είσαι; Τι είσαι;) (ότι κι εσύ), μουρμούρισε αυτή και έπιασε ξανά τον ερωτικό θρήνο της γυναίκας που δίνεται ολότελα στον εραστή της... Την χτυπούσε με το παλλόμενο όργανο του και φανταζόταν να μπαίνει με αυτό στα μάτια της που τον ικέτευαν να μην σταματήσει, ήθελε να τα κάνει να χυθούν, τέτοια ήταν η ερωτική μανία του, κι αυτή ήθελε να κόψει το σώμα του στα δυο καθώς τον έσπρωχνε με τις πατούσες της γύρω από την μέση του. Δάγκωναν με την λύσσα ενός κτήνους ερχόμενου από την θάλασσα, ο ένας τον άλλο. Μέδουσες ρουφούσαν γλυκά το μεδούλι από τα οστά τους, γλυκές ανυπόφορες μέδουσες... Μυρμηγκιάσματα και τρέμουλο ερχόμενο από το μυστικότερο πέρασμα. Τα σώματα ταίριαζαν.. Αλλά ταίριαζαν και οι επιθυμίες τους. Η ηδονή ασυγκράτητη έφτασε στο ταβάνι. Στιλέτο και μετάξι. Αίμα. Λάβα και οπιούχα απόληξη. Χύθηκαν ο ένας μέσα στον άλλο. Η τελευταία μικρή ηδονή χάθηκε στην αγκαλιά τους. Και ξαναξύπνησε η οδύνη του θανάτου. Γι αυτό άρχισαν ξανά να γεύονται τον ίλιγγο του έρωτα. Του πιο βρόμικου και πιο καθαρού ένστικτου της ζωής. Της λύτρωσης και της γύμνιας. Μόνο, που εδώ, δεν συνοδευόταν από αυταπάτες... Κάπου σε μια άλλη χρονοδιάσταση είχαν πατήσει κάτω από αυτό το σπίτι ο Καρούζος και ο Καραγάτσης.. Το σπίτι το ήξερε γιατί είχε μνήμες, οι μνήμες ήταν κόρες με πολύχρωμα ρούχα... Το νούμερο 41 με το πιάνο και την σονάτα που έπαιζε αυτός που αρεσκόταν να μαζεύει τα μαλλιά του πίσω με ένα μικρό λαστιχάκι. Τα πιο απαλά μαλλιά που είχε χαιδέψει η Έλλη. Και το πιο βελούδινο δέρμα που είχε αγγίξει αυτός σε γυναίκα..

πέτρες


Η σύλληψη μου, από όσα μου είπαν οι γονείς μου κάποτε ,συνέβη σε ένα πέτρινο, ερειπωμένο χωριό σε ένα νησί των Κυκλάδων/ Το ίδιο ακριβώς συνέβη παλαιότερα και στον πατέρα μου/ Δεν είναι παράξενο λοιπόν που νιώθω μια απίστευτη οικειότητα και τρυφερότητα για τις πέτρες και τους βράχους καθώς και όλα τα ερείπια/ Μα αυτό που πιο πολύ αγάπησα, ήταν η ομορφιά που κράτησαν και κρατούν οι άνθρωποι που έγιναν ερείπια/ Που έζησαν στα ερείπια/ Αφόρητη αυτή η ομορφιά, στα μάτια μου διπλώνει και σαν ίριδα κατοικεί... Πέτρες

Διαίσθηση


Εχτές ήμουν με έναν πρίγκιπα, χορεύαμε τραγούδια του ρεμπέτη. Καθώς γυρνοβόλαγα στην πίστα, σε σκεφτόμουν. Κάθε που σε σκέφτομαι, ένα καυτό κύμα μου αλλάζει προσανατολισμό. Όλα αλλάζουν σαν τριπάρεις την αρρώστια του έρωτα. Όταν αρρωσταίνεις έτσι, τα ποιήματα δεν σου μιλούν, τα πουλιά δεν ακούγονται στα δέντρα. Είσαι μακριά μα και τόσο κοντά. Καθίσαμε με τον πρίγκιπα σε ένα παγκάκι σε μια λυπημένη πλατεία. Αυτός ο πρίγκιπας είναι το αρσενικό μου alter ego, έχει μυαλό ξυράφι και μια καρδιά που την ακούνε οι σπουργίτες και μεθούν. Φυσικά με ξεπερνάει σε όλα αυτά και μ αγαπάει βαθιά όπως εγώ αυτόν. Σε σκεφτόμουν που λες και ήθελα να κεράσω όλον τον κόσμο αψέντι, να μεθύσει όπως μεθάω εγώ σιγά σιγά από εσένα. Σε αισθάνομαι. Σε μαθαίνω εκτός των αποτυχημένων γενικεύσεων. Σε ερωτεύομαι εκτός των γελοίων ερωτικών ανακάμψεων. Ζητώ ένα βαθύ λοξοδρόμισμα μαζί σου κάπου που θα ακούμε μια κουκουβάγια να μιλάει. Σε καταλαβαίνω εκτός των χειραψιών με τους εφιάλτες με την ήττα. Χόρεψα για σένα χτες. Σαν να σουν εκεί και με κοίταζες. Πόσταρα το βλέμμα σου απέναντι μου και έπιασα να χορεύω τα ποιήματα του ρεμπέτη. Και καθώς το αλκοόλ έπιασε να ανεβάζει ταχύτητα, ενώθηκε με την δικιά σου μέθη, αυτήν της σκέψης σου. Πως γίνεται να σκέφτεσαι κάποιον και να πίνεις αψέντι; Να ζεσταίνεσαι από έναν αόριστο ήλιο, μα είναι αόριστος ο ήλιος; Σε νιώθω. Αυτό. Με κρατώ για σένα. Με σκορπώ για σένα στα αστεροφαντάσματα της νυχτιάς. Είσαι εσύ αυτός, τώρα δεν ξεγελιέμαι. Με βεβαίωσε κι ο πρίγκιπας μου που δεν έχει βασίλειο εκτός από την δύναμη που έχει να αγαπάει. Θέλει αρχίδια να μπορείς να αγαπάς.. Εσύ το ξέρεις... (Διαίσθηση)

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

ο έρωτας και τα ανεπίσημα μπλουζ


Τα μπλουζ σέρνονται στο πάτωμα, μυρίζουν την αγιοσύνη αυτών που καψαλίστηκαν για τα καλά στην κόλαση. Δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο εκτός από την σωτηρία ενός παιδιού και το σπάνιο είδος των πουλιών που γελούν μακρόσυρτα. .......... Βαριέμαι αυτούς που θέλουν με όλη τους την δύναμη να αποδείξουν το οτιδήποτε. Βαριέμαι τα καλά΄παιδιά. Τα καλά κορίτσια που ερωτεύονται τους αλήτες μόνο και μόνο για να δανειστούν την αλήτικη καρδιά τους. Τα ηλίθια αγόρια που κυνηγούν δεξιά αριστερά την επιμήκυνση του μαραμένου πέους τους. ............ Ξεχειλισμένοι καβάλοι παντού. Και εσώρουχα με σπέρμα ηλιθίων που ιππεύουν στα φαντασιωτικά τους,λεσβιακά συμπλέγματα. ............ Μια ζάλη με γεμίζει, ο παλιός ο ίλιγγος με ξυπνά. Ανεβαίνω στην καρέκλα, με κοιτάς, φοράω ένα λευκό φουστάνι αντί για θάνατο, απαγγέλω, με ακούς, ένα μπλουζ σέρνεται ως τα πόδια μας, ανεβαίνει επάνω μας, με κρατάς, ο ίλιγγος ξεχύνεται, με παίρνει μαζί του, πάμε, πάμε σου λέω να φύγουμε μακριά, μονόφθαλμοι αυτοί μέσα σε πόρνες, αρσενικές ή θηλυκές, καμιά σημασία, ανάγκη να σώσουμε το χαμόγελο των παιδιών, και τον έρωτα εκείνον που ξαγρυπνά στο πλευρό μας κι εμείς δεν τον βλέπουμε, εμείς δεν ακούμε, μα εκεί είναι αυτός, ξαγρυπνάει για να κοιμηθούμε όμορφα. ............. Η παλιά πόλη έπεσε, όσα ήταν να θυσιαστούν θυσιάστηκαν σαν δαμάλια, με το αίμα τους πλύνανε τα χέρια τους σύγχρονοι Πιλάτοι, τους πέταξα ένα μαχαίρι μα αστόχησα, μόνο αυτοί ξέρουν, ως επαγγελματίες δολοφόνοι, μα δεν με νοιάζει αγάπη μου, ούτε φοβάμαι, κράτα με τώρα επάνω σου, σε ανασαίνω, και τους γενναίους και τους δειλούς λυπάμαι, τις θυσίες και τις αυτοχειρίες που ολοένα αυξάνονται, κράτα με εσύ, ακούς; Κράτα με. Όταν ενώνομαι, με το μέσα σου, παύω να μυρίζω τον θάνατο... (Ο έρωτας και τα ανεπίσημα μπλουζ)

Η καφέ αρκούδα


Προχωρούσαμε με την κόρη μου στο βουνό , και ο ήλιος, μας ζέσταινε την πλάτη, η μικρή με ακολουθούσε, και εγώ έψαχνα για φαγητό. Τα πουλιά και τα αγριογούρουνα μας είχαν ειδοποιήσει για αυτά τα πλάσματα που λέγονται άνθρωποι. Πρόσεχα πάντα που γυρνούσα.Τώρα περισσότερο που είχα παιδί. Γλείφαμε τις γούνες μας και γυάλιζαν στον ήλιο. Ξαπλώναμε ανάποδα και την είχα επάνω μου, μετά μας άρεσε να κατρακυλάμε και να φτάνουμε εκεί που υπήρχε μέλι. Βυθίζαμε το στόμα μας μέσα και νιώθαμε μια ατέλειωτη ευδαιμονία να μας γεμίζει. Ύστερα τρέχαμε στο ποτάμι και άρχισα να της μαθαίνω να πιάνει ψάρια. Της άρεσαν τα τραγούδια των πουλιών. Κάτω από τα δέντρα ξαπλώναμε και ακούγαμε με βαθιά συγκίνηση το ζευγάρωμα τους και τα τραγούδια τους. .......... Αλλά ας επανέλθω στους ανθρώπους. Έμαθα γι αυτούς από μια αδελφή μου που τους ξέφυγε , την είχαν φυλακίσει περνώντας της αλυσίδες και την χτύπαγαν ενώ με τον ήχο ενός ταμπούρλου την ανάγκαζαν να χορεύει όρθια στα πόδια της... Μου τους περιέγραψε με τα πιο άσχημα λόγια κι εγώ από τότε φοβήθηκα. Όμως μετά από κάποιον καιρό κάποιοι άνθρωποι που τους έλεγαν Αρκτούρο ή ανήκαν στην ομάδα αυτή με έκαναν να αλλάξω γνώμη. Δεν είναι όλοι ίδιοι. Αυτοί μας πρόσεχαν, πρόσεχαν και έλεγαν πως πρέπει να προστατευτούμε σαν εξαφανιζόμενο είδος , έλεγαν πως η καφέ αρκούδα χρειάζεται προστασία και μας αγαπούσαν. Κάποιοι πολύ τολμηροί αδελφοί μας έτρωγαν από τα χέρια τους. Και εμείς είχαμε τόλμη και αυτοί που δεν φοβόντουσαν μην τους φάμε τα χέρια. Εκεί λοιπόν κάπου μπερδεύτηκα αλλά αποφάσισα απλώς πως δεν είναι όλοι ίδιοι και ξεμπέρδεψα με τις σκέψεις μου αυτές... .......... Η κόρη μου άρχισε να τρέχει για την φωλιά μας. Κάποια στιγμή σκόνταψε και άρχισε να κλαίει καθώς πόνεσε στα πόδια της. Την κράτησα αγκαλιά κι άρχισα να την γλείφω, σταμάτησε μετά από λίγο. Περπατούσα με το παιδί στην αγκαλιά μου και ήθελα λίγο ακόμη για να βρεθώ στην φωλιά μας. Πρώτα άκουσα ένα σούρσιμο στους θάμνους. Θάμνοι και φύλλα που τα πατούσαν πόδια ανθρώπου κι όχι κάποιου δικού μας. (Τι καλά, σκέφτηκα, θα είναι κάποιος από τον Αρκτούρο και θα μας δώσει φαγητό). Αλλά πολύ γρήγορα άκουσα και κάποιον άλλο θόρυβο. Ένας κρότος έσκισε τον αέρα κι ο αντίλαλος του ακουγόταν από το φαράγγι που ήταν απέναντι. Τα πουλιά πέταξαν μακριά τρομαγμένα. Μια μεταλλική λάμψη έφτασε στα μάτια μου, κράτησα την κόρη μου σφιχτά και άρχισα να τρέχω. (ΔΕν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι), θυμήθηκα. Έτρεχα και τους άκουγα να τρέχουν, πρέπει να ήταν δυο. Έσκιζα τους θάμνους με το βάρος μου. Η ανάσα μου κοβόταν. Το παιδί μου έκλαιγε, δεν μπορούσα να το ησυχάσω. Είδα την λάμψη των κυαλιών τους, την λάμψη της καραμπίνας τους. (Έχω παιδίιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι), τους φώναζα, (αφήστε με ,έχω παιδιιιιιιιιιιιιί). Λίγο ακόμη να φτάσω στην φωλιά μας. Αχ, να βαστήξω ακόμη, λίγο ακόμη, λίγο ακόμη. Έβλεπα πια την φωλιά από μακριά όταν ο κρότος έσκισε τον αέρα και ξανά τα πουλιά πέταξαν τρομαγμένα μακριά. Τότε ακριβώς αίμα άρχισε να τρέχει πάνω μου, το μονάκριβο παιδί μου έπαψε να κλαίει κι έγειρε άψυχο το κεφάλι του πίσω. Η γούνα του από καφέ έγινε κόκκινη, δεν πρόλαβα να το φιλήσω, δεν πρόλαβα να το δω να κυνηγάει τις πεταλούδες, δεν πρόλαβα καν να το εκπαιδεύσω στο κυνήγι της τροφής, δεν πρόλαβα να του δείξω πόσο απέραντη ήταν η αγάπη μου... (Σκοτώστε μεεεεεεεεεεεεεεεεεεε), τους φώναξα και στάθηκα ορθια στα δυο μου πόδια, κρατούσα το άψυχο κορμάκι της και ούρλιαζα . Όλα τα ζώα του δάσους με άκουσαν και κάλεσαν το ένα το άλλο σε συναγερμό. Με βρήκε η σφαίρα κατάστηθα, πέφτοντας κάτω δεν άφησα το παιδί μου από πάνω μου. Καθώς πέθαινα ζαλισμένη από το πόνο είδα τα σύννεφα να φτιάχνουν τα τελευταία σχήματα για εμένα. Μου φάνηκε σαν να είδα δάκρυα στον ουράνιο θόλο. Έπειτα το κάψιμο της πληγής μου σταμάτησε απότομα. Τους είδα να στέκονται από επάνω μου. Δεν ήταν από τον Αρκτούρο, 'ηταν αυτοί που λέγονται κυνηγοί. (Δεν είναι όλοι ίδιοι), σκέφτηκα και έκλεισα τα μάτια μου χωρίς να αφήσω από επάνω μου την μονάκριβη κόρη μου... Η καφέ αρκούδα ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΚΟΥΔΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΕΙΔΗ ΚΤΗΝΗ, ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑ. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ ΒΡΗΚΑΝ ΤΗΝ ΚΑΦΕ ΑΡΚΟΥΔΑ ΝΕΚΡΗ ΑΠΟ ΣΦΑΙΡΑ . ΣΦΑΙΡΑ ΕΠΙΣΗΣ ΕΙΧΕ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ. Είναι γνωστό, ο άνθρωπος περιφέρει την άθλια ύπαρξη του δείχνοντας με θράσος πως ο φόβος, του φόβου του θανάτου, αντί να τον ημερέψει, τον κάνει πιο άγριο και επικίνδυνο για όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου και φυσικά και για τον ίδιο τον εαυτό του...

Ερωτική επιστολή


Αγαπημένε μου Ζυλ, κάθομαι στην όχθη μιας λίμνης με νούφαρα και σε σκέπτομαι. Βασικά, κάθε ημέρα σε σκέπτομαι. Θυμάμαι την Μονμάρτη, ανέβαινα τα δρομάκια με τις μυρωδιές της, περνούσα πολύ τακτικά μπροστά από το σπίτι που έμενε κάποτε το <<σπουργιτάκι>>, έπαιρνα το μετρό και επισκεπτόμουν στην άκρη σχεδόν της πόλης τον τάφο του Μόρρισον και του άφηνα ένα λουλούδι. Τις νύχτες έπινα κόκκινο κρασί και την επόμενη ημέρα τα χείλια μου ήταν σαν βαμμένα. Δεν θυμάμαι ιδιαίτερα τους εραστές μου, θυμάμαι μόνο εσένα που δεν υπήρξες ποτέ εραστής μου. Η θέληση δεν αρκεί για να διώξω την σκέψη σου. Η μνήμη μου για σένα είναι ένας κόκκινος κρύσταλλος. Εκπέμπει φως και λάμψη σπάζοντας τα μάτια μου μέσα από τις χιλιάδες έδρες του. Αν αφεθώ στην σκέψη σου πονάω. Ο πόνος έρχεται επιτακτικά και σκίζει τις αντιστάσεις μου. Ο λαιμός σου προβάλλει από το μισάνοιχτο πουκάμισο και μου θολώνει τα μάτια. Είναι γιατί πιστεύουν πως δεν έχουν δει κάτι πιό ωραίο, δεν μπορώ να τα πείσω για το αντίθετο, μοιάζει εξουθενωτικό. Μαζί σου όλα ήταν αντίθετα από αυτό που είχε κάποια στιγμή ο Άλντους Χάξλευ, -είμαστε αλχημιστές από την ανάποδ稨Αγγίζουμε το χρυσάφι και το κάνουμε μολύβι.Αγγίζουμε τον καθαρό λυρισμό της εμπειρίας και τον καταντούμε λεκτικά ανάλογο με εντόσθια και βρομιές- Η σύντομη συνεύρεση μαζί σου, ήταν όλα αυτά, αντίθετα. Έγινα μαζί σου αλχημιστής, έγινα χρυσάφι, έγινες το πιο λυρικό ποίημα στο μαυρόασπρο τετράδιο μου. Μιλούσαμε με κωδικούς, ξέρω πως σε εκείνη την αίθουσα στην μέση του Παρισιού, σε εκείνη την αίθουσα που δίδασκαν την τέχνη της γλυπτικής, σε εκείνη την αίθουσα καταφέραμε χωρίς να μας καταλάβει κανένας, μιλούσαμε με κωδικούς. Εγώ έφτιαχνα έναν κύκνο κι εσύ διάβαζες ένα ποίημα που αφορούσε έναν κύκνο στο μπαρ που βρισκόμασταν όλοι τις νύχτες. Αυτό ήταν ότι πιο λυρικό θα μπορούσε να μου συμβεί στο μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου. Τα μάτια σου ήταν μαύρες λίμνες που κολυμπούσα μέσα τους πότε σαν έμβρυο και πότε σαν γυναίκα με μακριά μαλλιά που μπλέκονταν στα φύκια και βυθιζόμουνα απαλά στον βυθό τους. Ορκίζομαι πως είδα τον βυθό σου, εσύ δεν με πίστεψες, ποτέ δεν με πίστεψες... Απότομα απομακρύνθηκες από εμένα και οι κωδικοί σου μιλούσαν συνεχώς πως αυτό το λυρικό κομμάτι έκστασης και πόνου απλά το φαντάστηκα εγώ και μόνον. Κι όμως, ξέρεις καθαρά, πως οι εμπειρίες μου είναι τέτοιες, που δεν αφήνουν περιθώρια για φαντασίες που ανήκουν σε κάποιον αδαή από τις υποθέσεις των αισθημάτων. Ακόμη ξέρεις πως είμαι ευάλωτη σε ζητήματα ειλικρίνειας . Πέρασε καιρός πολύς, η πληγή δεν αιμορραγεί πια, αλλά η θύμηση σου με πληγώνει, είναι που ματαιώνεται με την ανυπαρξία σου η ομορφιά. Θρήνησα έναν χωρισμό που ποτέ δεν συνέβη κι όμως υπήρξε. Θέλω να πω ,πως αφού δεν υπήρξαμε εραστές δεν μπορεί να υπα΄ρξει χωρισμός. Κι όμως, εγώ θρήνησα με σπαραγμό την απώλεια της ύπαρξης σου από την ζωή μου. Το πάθος ματαιώνει την αναγκαιότητα της λογικής και το ξέρεις. Υπήρξες πάθος και έγινες μια κόκκινη λίμνη. Κι άλλοτε φωτιά που έκαψε ολόκληρο δάσος, άκουγα τα δέντρα να καίγονται και να κλαίνε, είδα τους τελευταίους σπινθήρες τους να χορεύουν σαν γλώσσες μικρών ερπετών. Προσευχήθηκα για εσένα στο σύμπαν, μεταμορφώθηκα σε θηλυκό άλογο της Ανδαλουσίας με λευκή χαίτη, έτρεξα ατέλειωτες εκτάσεις και είδα τις σημύδες και τα πεύκα να γελούνε στο ξέφρενο τρεχαλητό μου. Καθώς ετοιμαζόταν να με πάρει ο ύπνος δάγκωνα την λέξη αγάπη μου ανάμεσα στα δόντια μου, την έλεγα σε πλάσματα φανταστικά μήπως καταφέρω και στην μεταφέρουνε. Η Μονμάρτη βούλιαξε από τα βήματα μου. Οι εραστές μου ζητούσαν μια θέση στην ζωή μου κι εγώ δεν ζητούσα τίποτε. Αγαπημένε μου Ζυλ, Τώρα κοιτάζω τα νούφαρα που πλέουν, υπάρχει μια ανάσα του παγωμένου Βοριά γύρω μου και αρκετά παιδιά που παίζουν με πολύχρωμα μπαλόνια. Ξαπλώνω στο γρασίδι του πάρκου, ξεχωρίζω από όλα ένα κόκκινο μπαλόνι, αυτό θα ήθελα να είμαι για να πετάξω έξω από το παράθυρο του γραφείου σου και να σε δω . Να δω αυτόν τον υπέροχο λαιμό σου και τις κατάμαυρες λίμνες των ματιών σου, να βεβαιωθώ πως υπάρχει ακόμη η ομορφιά... Αυτό υπήρξες για εμένα, ο λυρισμός της ομορφιάς.. Δική σου, Ρουθ Δ.. (Μια ερωτική επιστολή)

μεσάνυχτα και κάτι


Στέκομαι στον σταθμό του τρένου με ένα φουστάνι που στάζει αίμα/ Έπρεπε να κάνω τόσους φόνους για να απαλλαγώ από την φριχτή όψη μου/ Έπρεπε να μην κοιτάξω πίσω μου/ Όχι από ένα βίτσιο, αλλά από μια βαθιά ανάγκη/ Με βλέπεις τώρα; Καπνίζω κοιτώντας το τρένο να φεύγει, το έχω φορτώσει με τόσα πτώματα/ Μα και στα πλοία που μπαίνω κρατώντας την αρχαία μου κόκκινη βαλίτσα, εκεί μέσα της κουβαλάω πάντα κάτι από τα αγαπημένα πτώματα/ Ένα μάτι με δάκρυ, ένα στόμα μισάνοιχτο, ένα χέρι με δαχτυλίδι ασημένιο/ Τώρα περιμένω κάποιον να σκοτώσει εμένα/ Εμένα και όλα τα πτώματα που αφάνισα/ Μα οι νεκροί γυρίζουν πάντα εκεί που τους άφησες/ Όπως ακριβώς κάνει και ο δολοφόνος τους/ Έχω σκουριά στην γεύση του φιλιού μου, μην με φιλήσεις/ Είναι και το φουστάνι μου που στάζει συνέχεια αίμα/ Κανένα μοιραίο πρόσωπο δεν πένθησε για καιρό/ Τόσες εξομολογήσεις δέχτηκα από τους νεκρούς μου/ Μην ξεχνάς, κάποτε έζησαν με την ένταση μιας πεταλούδας/ Μόνο τέτοιοι είναι οι νεκροί μου/ Η ψυχή δεν ταριχεύεται/ (Μεσάνυχτα και κάτι

ευχές


Από παιδί με γοήτευε ο έρωτας, οι πληγωμένες ιστορίες των <<σογιών>> και οι ήρωες των βιβλίων. Έπιανα τις κούκλες και τις έβαζα κάτω το πάτωμα και τους έβαζα ρόλους. Άνοιγε ένας άλλος κόσμος με χρώματα και αισθήματα που μεγάλωναν, άπλωναν, βάθαιναν το μέσα μου.. Από παιδί βασανιζόμουν από την ιδιαίτερη ευαισθησία μου, το Πάσχα σπάραζα με τον Χριστό που σταυρωνόταν στην τηλεόραση και τα Χριστούγεννα έκλαιγα που με έπαιρνε ο ύπνος και δεν προλάβαινα τον Άγιο Βασίλη , ήθελα να του πω ευχαριστώ για τα δώρα που έφερνε στα παιδιά. Παράλληλα όμως εκεί, στην Τρίτη Δημοτικού άρχισα να προφυλάσσω αυτήν την ευαισθησία μου , έβλεπα δηλαδή πως δεν μου έβγαινε σε καλό, δεν μπορούσα να την διώξω αλλά μπορούσα να την διαφυλάξω, έτσι έκανα παρέα με όλα τα πληγωμένα αγρίμια των άλλων τάξεων. Και φυσικά ερωτευόμουν συνέχεια, από το Νηπιαγωγείο ερωτευόμουν. Την ιστορία που υφαίνεται από μόνη της σαν ιστός ανάμεσα σε μια γυναίκα και έναν άντρα την ανακάλυψα από πολύ νωρίς.. Αυτό οφειλόταν στο ένστικτο μου και στην παρατηρητικότητα, έπειτα υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός στα σόγια ικανών ανθρώπων, ήταν πολύ ικανοί στα ερωτικά δράματα και στις καρβουνιασμένες ιστορίες... Ακόμη θυμάμαι την αρρωστημένη ζήλια ενός θείου μου, που πήγε να βάλει φωτιά στο σπίτι του αρχίζοντας από τις κουρτίνες... Κι ενώ αυτό με φόβισε σαν παιδί άρχισε να πυροδοτεί την παρατηρικότητα μου και την αναζήτηση αυτών των μεγάλων αισθημάτων.. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα χλιαρά πράγματα, οι χλιαρές φιλίες και οι έρωτες.. Με γοήτευαν πάντα τα ζητήματα που αφορούσαν τα άκρα. Ο κινηματογράφος και το θέατρο που η μητέρα μου με πήγαινε από μικρή με τροφοδοτούσαν με σκέψεις και αισθήματα μεγάλα. Τα βιβλία ήταν ο δικός μου ναός και όχι αυτός των Κυριακάτικων επισκέψεων στις εκκλησίες φορώντας στενά παπούτσια όπου μόνο χασμουριόμουν... Αλλά και το παιδί μέσα μου ζητούσε τροφή, όπως αγάπη επικοινωνία, χαρά, δεν μπορώ να σου πω πως τα πήρα σε μεγάλες δόσεις, τότε ένα διαζύγιο των γονιών ισοδυναμούσε με μια μεγάλη σοβαρότητα και εγκράτεια από μέρους μου, και στην Αθήνα με την μητέρα, και στην Αμοργό τα καλοκαίρια με τον πατέρα μου.. Όμως έμαθα να παίρνω τις δόσεις ευτυχίας που 'ηθελα με τον δικό μου τρόπο... Τα δυστυχισμένα μου Χριστούγεννα ήταν όταν πλημμύρισε το υπόγειο που μέναμε και καταστράφηκε ο αρκούδος μου ο Νίνος, ακόμη κλαίω σαν σκέφτομαι την λούτρινη ομορφιά του κατεστραμμένη... Μπορείς να αντιληφθείς πόσες ιστορίες λέγαμε με τον Νίνο τις νύχτες σαν ψάχναμε για αγάπη και τρυφερότητα. Πόσες εκμυστηρεύσεις λιωμένης τρυφεράδας... Μισούσα το υπόγειο και τον βόθρο του.. Αυτό με στιγμάτισε σαν παιδί, ο χαμός του Νίνου και κάποιο άλλο γεγονός που το κρατώ για εμένα αν μου επιτρέπεις... Έπειτα διαβάζοντας το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι και τον παίκτη ξέχασα το γεγονός και άρχισα να χτίζω άλλα γεγονότα που εξυπηρετούσαν την φαντασία μου και την δημιουργικότητα μου.... Σιγά σιγά κατάλαβα πως η ζωή η ίδια είναι τέχνη κι ίσως η πιο δύσκολη από όλες... Ευχές σε όλους και όλες σας, με αγάπη Πόπη

Κάποτε με μετάξι, κάποτε με στιλέτο, προχωράμε μέσα στα τείχη των ανθρώπων, κάποτε πέρα από την συγνώμη χρειάζεται η βαθιά γνώση για να κατανοήσεις την φαρσοκωμωδία της ζωής. Αλλά τίποτε δεν θα καταφέρεις χωρίς αγάπη, χωρίς αλάτι, αίμα και σπέρμα, χωρίς την απέραντη διάθεση να χυθείς στο ποτάμι των αισθήσεων. Και κανένα δανεικό κουστούμι δεν θα σε βοηθήσει να υπάρξεις χωρίς να είσαι μια ακόμη περσόνα . Παρατηρείστε τις περσόνες, κάτω από τους ρόλους τους, υπάρχουν φωτιές που τους καίνε σιγά σιγά, σιγά σιγά και με πλήρη σταθερότητα... Κάποτε θα μαζέψουμε σε ένα δοχείο τις στάχτες τους... (τελευταίες ημέρες του απαίσιου 13

καζαμίας 2014


Τα τετράδια της μαγείας Η αθωότητα ενός διεστραμμένου Η πληρότητα ενός ανθρώπου σε γαλήνη Τα φετίχ στην καθημερινότητα Η ανάπαυλα μετά την μάχη στο βασίλειο των ηλιθίων Η έπαρση είναι κουτσή γριά και ξεδοντιάρα Η γυναίκα που παριστάνει το θύμα ενώ είναι πανέτοιμη να γίνει ο δεσμώτης ενός άντρα Ο ίλιγγος της αναμέτρησης μεταξύ δυο θηρίων που παίζουν τον ρόλο του ανθρώπου Το κιτς των υπερφίαλων Το χρήμα που όλα τα ντιλάρει και όλα τα προσαρμόζει επάνω του Η κακογουστιά των χυδαίων υπάρξεων Ο έρωτας που φωνάζει απελπισμένα στο αόρατο δάσος των αισθήσεων Η οργή της αδικίας μπορεί να γίνει το μεγαλύτερο άδικο Οι φτηνές δικαιολογίες Τα φιλιά που τρέχουν στις κρύες αίθουσες κάνοντας δημόσιες σχέσεις Οι δημόσιες σχέσεις είναι πόρνες γιατί οι σχέσεις είναι ιδιωτικές Η κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας με κομψότητα είναι ντροπή και αίσχος αλλά και απέραντη ηλιθιότητα Οι άντρες χωρίς λίμπιντο που πασχίζουν να την βρουν φλερτάροντας ταυτόχρονα με πολλές γυναίκες Η αξιοπρέπεια που έγινε μια φτωχή κοπέλα Η γλώσσα που σε πείθει όπως ο χορός ενός φιδιού επάνω στην μουσική ενός φλάουτου Να ακούς τις λέξεις, αλλά μην τις πιστεύεις από τα στόματα που τις μεταχειρίζονται με ευκολία σε ένα μεγάλο πλήθος Οι φίλοι χάνονται Έρχονται όμως άλλοι, ακόμη πιο ωραίοι και μοιραίοι Η ζωή πεθαίνει κάθε ημέρα αν δεν την ποθείς Ο πόθος να είναι βίωμα Και το πάθος να μεγαλώνει την διάρκεια της νύχτας Αν δεν πατήσεις πολλά σκατά δεν θα μάθεις να περπατάς με ψηλά το κεφάλι Δεν υπάρχει πολύς χρόνος Γι αυτό διώξε μακριά όποιον περισσεύει, αυτόν που δεν κολλάει με την αισθητική σου και τα πιστεύω σου Μην πιστεύεις αυτούς που υποστηρίζουν πως δεν υπάρχουν αξίες Είναι που θέλουν να βγάλουμε ο ένας το μάτι του άλλου Κύκλωπες να περπατάμε ανάμεσα σε κύκνους Να ρίχνεις ροχάλες εκεί που πρέπει αλλά και να λες σε αυτόν που το αξίζει πόση ομορφιά κουβαλά μέσα του Τα αληθινά όμορφα έργα υπάρχουν ακόμη Η καλοσύνη δεν υπάρχει στις θρησκείες και στους πολέμιους τους που ευαγγελίζονται την αποκλειστικότητα της Γεννιέσαι με αυτήν , δεν φυτρώνει ξαφνικά σαν μανιτάρι Είναι η αντίληψη που έχει κάποιος για τον κόσμο Ο κόσμος δεν είναι ο ένας, κόσμος είναι όλοι (Ο δικός μου καζαμίας για το 2014) Υγ Ναι, η ελπίδα σε σκοτώνει αλλά και χωρίς αυτήν φίλε είσαι ήδη νεκρός..

ερωτικ'ο


Μια τίγρη ήρεμη, είμαι, όταν σε σκέπτομαι/ εσένα που δεν ξέρω τίποτε άλλο εκτός από το πρόσωπο σου/ Κι όμως, καλά μέσα μου, γνωρίζω όλες σου τις σκιές/ Και την δεντροστοιχία της καρδιάς σου/ Κι ενώ είμαι σαρκοφάγος , μόνο αυτήν δεν θα αγγίξω με τα δόντια μου/ Μόνο εσένα θα απολαύσω τρώγοντας/ Εσένα, που μου υποσχέθηκες, ένα παραμύθι θα μου πεις για γάτες/ Κι εγώ γάτα ήμουν, μα μέσα από την αναμονή σου γίνηκα τίγρη/ Πιο ήρεμη, από μια λίμνη σε νηνεμία γίνομαι, για να μην σε ταράξω/ Μην σε ταράξω με το πάθος μου/ Μα κι εσύ έτσι είσαι/ Ξέρω, ωκεανός από φωτιές είσαι και έρωτας/ Από αυτούς που σαν περνούν τραβούν τα χρυσόξανθα στάχια από την ρίζα τους/ Και τον συμβιβασμό δεν γνωρίζουν ούτε στο ελάχιστο/ Εσένα που δεν ξέρω τίποτε άλλο εκτός από το πρόσωπο σου βαθιά σε γνωρίζω/ Εκρίζωσε με πριν να χαράξω... ( Ερωτικό)

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Παλεύω να αποθαρρύνω εκείνον τον πικρόγλυκο εαυτό μου, παλεύω να τον πείσω να μην μπαίνει ανάμεσα μας, να θυμάται πόσο λαμπερή μπορεί να είναι η ζωή, ενίοτε συμβαίνει και να είναι και σκιώδης, να κρατά χίλια φίδια στον κόρφο της και να σε δαγκώνει ύπουλα με το στόμα τους, συμβαίνει η θεά τύχη να αγνοεί την ύπαρξη σου, μα να, χιλιάδες πουλιά κρυμμένα στα δέντρα φωνάζουν γλυκά τα βράδια, η βροχή χρωματίζει το χώμα, η καρδιά μου ανοίγει, μιμείται μια βεντάλια χρωμάτων του ουράνιου τόξου, βλέπει την δική σου, παίζουν ένα ιδιαίτερα ωραίο παιχνίδι, ναι, μελαγχολώ κάθε ημέρα, ναι, παίρνω τον πόνο των άλλων εύκολα μαζί μου, ναι, πληγώνομαι εύκολα, αυτό, αυτό δεν θα αλλάξει, όμως αυτό το μικρό θαύμα, να κοιμάσαι την νύχτα κάνοντας μια πρόβα θανάτου-ο ύπνος πρόβα του θανάτου είναι- και την επόμενη καθώς ξυπνάς διαπιστώνεις πως ακόμα ζεις, όπως τότε, που δεν θυμάσαι, πως να θυμάσαι πως από όλα τα σπερματοζωάρια επικράτησες εσύ, μετά μπήκες σε ένα μικρό γαλάζιο σπίτι από ζελατίνα, που να θυμάσαι, όμως θυμάσαι τους έρωτες που σε μαχαίρωσαν, κι εσύ μαχαίρωσες γιατί πάντα έτσι γίνεται, θυμάσαι τα παιδικά καλοκαίρια που κυνήγαγες τον τζίτζικα
γιατί ήθελες να δεις πως τραγουδάει, θυμάσαι και αγαπάς, να, αυτό μου συμβαίνει, γεμίζω ολόκληρη ευγνωμοσύνη γιατί υπάρχω, κρεμιέμαι με συνέπεια από μια κλωστή αιωρούμενη στο σύμπαν, κινώ τα δάχτυλα μου και γράφω, σαν δεν βαριέμαι μιλάω, μα να, αυτό μου συμβαίνει, έρχεται εκείνος ο άλλος εαυτός ο απέραντα εγωιστής που βρίσκει ηδονή στην λύπη, στον πόνο, φωλιάζει μέσα σε ένα κουκούλι από αίμα, και μου λέει, μου λέει πως τίποτε δεν αξίζει, όλα είναι γνωστά και προκαθορισμένα, πως δεν έχει ελπίδα το ζώο άνθρωπος, συμφωνώ παίρνοντας όλες τις τραγικές εκδοχές υπόψη μου, μα γεμίζω σκοτάδι, με ακινητοποιεί, με κάνει σκλαβάκι του, ίσως και να διασκεδάζει, παλεύω και του ξεφεύγω, θέλω να ρθω να σε αγκαλιάσω, θέλω φορές φορές να αγκαλιάσω κι όλον τον κόσμο, όχι δεν είναι κάτι γλυκερό, είναι κάτι που έχει μέσα του απέραντο φως, σαν στάχυα στα χωράφια, σαν θάλασσα από χρυσάφι στο μυαλό μου, μια αίσθηση πως απλώνομαι παντού, πως προεκτείνομαι, πως ενώνομαι με όλους, πως χωράμε όλοι χωρίς ιδιοτέλειες, ναρκισσιστικές υποτέλειες, του ξεφεύγω και έρχομαι και σε βρίσκω τα βράδια και τα ήσυχα μεσημέρια , την ώρα που μια γάτα στην απέναντι ταράτσα τεντώνεται, την νιώθω, είναι ο ήλιος που την ζεσταίνει, να ένα ακόμη στοιχείο που μας ενώνει, ανθρώπους ζώα, χαιδεύω τα μαλλιά σου και καταπίνω μια γεύση αγάπης, ε΄χει γεύση η αγάπη, έχει την πιο δυνατή γεύση και αφή, και αυτός ο εαυτός τότε με ξεχνάει, τον ξεχνάω κι εγώ, τι ωραία αυτή η άπνοια μνήμης, περπατώ με τα χέρια στις τσέπες σαν χαμίνι κι άλλοτε προβάρω ρόλους μιας παλιάς ντίβας μέσα μου, περπατώ στον δρόμο με το βήμα της, διασκεδάζω με τα βλέμματα των άλλων, τι άλλαξε και ξαφνικά με κοιτάξαν περπατούσα σαν χαμίνι, λίγο σκυφτή, έχει πλάκα, έχει ενδιαφέρον, μόνο αυτός ο εαυτός με φοβίζει, αλλά πάλι για σκέψου, ίσως να πρέπει να υπάρχει κι αυτός,ίσως να πρέπει να υπάρχει , ίσως μια ισορροπία όμως μεταξύ μας, μα υπάρχει κι ο άλλος ο εαυτός, εκείνος που με κοιτάει όλες τις ώρες, παρατηρεί επικρίνει κατακρίνει, αυτός ο αυτολογοκριτής, με κουράζει, ναι, πιο πολύ αυτός με συναρπάζει, αυτός ο εαυτός που ξέρει πως κάθε ύπνος είναι πρόβα θανάτου και ευγνωμονεί που ζει ακόμη, αυτός που έχει έρωτα και αγάπη και τεράστιο ενδιαφέρον για όσα είναι αθώα και περιέχουν ομορφιά, αυτή είναι η λάμψη της ζωής, η ομορφιά....

Αγαπώντας και χαρίζοντας
Έφυγες βιαστικά τον Ιούλιο, τώρα σιγουρεύτηκα πως δεν υπάρχει κάτι πέρα από την στάχτη του θανάτου. Είχες υποσχεθεί, θα μου φανερωνόσουν αν πέθαινες πρώτη.
Αν ζούσες ,θα γιόρταζες σήμερα. Θα μιλούσαμε στο τηλέφωνο και κάπου παρακάτω θα βρισκόμασταν.
Θα μελετούσαμε ξανά εκείνη την εποχή.
Δεκάδες βραχιόλια σαν της Τζάνις και ινδικές φούστες, θυμάσαι;
Στικ ινδικά να καίγονται στο δωμάτιο και τα βινύλια να βγάζουν φωτιές σαν εκείνους τους μάγους από το στόμα.
Δεν σε θρηνώ, όχι, απλά αν υπήρχες θα μιλούσαμε για τόσα. Θα μιλούσαμε για την εποχή των υποκριτών, αυτήν που διανύουμε με τόση περηφάνια, θα μιλούσαμε για τα μάτια μας που ήταν αθώα, να, αυτό μου λείπει, μαζί μοιραστήκαμε αυτήν την αθωότητα, δεν ήμασταν για τίποτε υποψιασμένοι..
Και να σου πω κάτι μικρό μου; Τώρα με υποψιάζει η πολλή καλοσύνη, πρώτη ήττα, το συνειδητοποίησα πολύ τελευταία, πρώτη ήττα.
Παρατηρώ και περιμένω την αντίθετη πλευρά του χαμόγελου, εντάξει, όχι πως δεν πιστεύω, αλλά να, μαζεύτηκαν τόσα..
Μουλιάσαμε μαζί στην λίμνη των υποκριτών...
Χόρευες στα Στύρα με ένα μεθυσμένο φεγγάρι, χορεύαμε μαζί και η ενέργεια μας ενωνόταν, μπορούσε να διαχέεται και να γίνεται φως.
Πρώτος έφυγε ο Πάνος πριν δεκαπέντε χρόνια, φέτος εσύ.
Άνοιξα την πόρτα μου σήμερα, βγήκα έξω και μίλησα λίγο με τον ουρανό.
Έβγαλε κάτι γκρίζα βαμβάκια που μου μπούκωσαν την διάθεση.
Θα γιόρταζες σήμερα.
Όταν είπα την κόρη μου ΚΑΤΕΡΊΝΑ ήταν γιατί αγαπούσα το όνομα σου μέσα από εσένα.
Ποτέ δεν υποκρίθηκες για να αποφύγεις..
Ποτέ δεν έγινες λιπόψυχη.
Ποτέ δεν υπήρξες νευρωτική.
Μασουλάω κάτι λέξεις που τις βγάλαμε μαζί σαν κωδικούς μυστικούς επικοινωνίας.
Χάι Σάπαραλ, γατόνι, ψζουνινίνιον...
Το να έχεις μπέσα είναι χαρακτηριστικό βαρύ σαν ιστορία..Και φυσικά δεν έχει φύλο.
Αλήθεια, θυμάσαι το <<χαμένο>>, ναι αυτό το γοητευτικό πλάσμα που έμοιαζε στον Lou Reed, δούλευε στο νεκροτομείο για να κάνουν οι φοιτητές της ιατρικής μελέτες, θυμάσαι; Ήταν μέσα στην ηρωίνη πιο βαθιά κι από τυφλοπόντικα.
Τον είδα μια μέρα, είναι μια χαρά κι έχει δυο παιδιά. Φεύγοντας είπαμε θα τα πούμε, σιγά μην τα λέγαμε..
Δεν έχει σημασία, σημασία έχει πως γλύτωσε...
Λοιπόν Κατερίνα δεν υπάρχει τίποτε μετά τον θάνατο ε; Ο Επίκουρος είχε δίκιο λοιπόν, μόνο εκείνος ο πατέρας μου κι ο παππούς μου με έχουν μπερδέψει αφού όσα μου είπαν στο όνειρο μου συνέβησαν, έχω και μάρτυρες...
Λοιπόν; Τίποτε δεν υπάρχει εκεί που είσαι τώρα; ή περνάς τόσο καλά που όλα εδώ κάτω σου φαίνονται απίστευτα ανιαρά και ανούσια;
Ίσως και να είναι αυτό.
Άκου, εδώ κάτω ζούμε σε ένα απίστευτο κομφούζιο. Η έπαρση , η υποκρισία, οι σωτήρες, η βλακεία έχουν θριαμβεύσει. Ναι, και όσο πάμε λιγοστεύουμε....
Αλλά άκου, εγώ θα σου βάλω το αγαπημένο μας τραγουδάκι και θα στο χαρίσω δίχως αναφιλητά.
Αν τον βρεις τον Lou εκεί πες του πως πάντα θα τον αγαπάμε, εντάξει;
Μου λείπεις Rocky, κάνε ένα τζόιντ πάνω από τα σύννεφα..
Οι αληθινοί φίλοι σαν φεύγουν πονάει πολύ......
Αυτό δεν συνηθίζεται...
Με λένε Πόπη και είμαι καλά -έχω καθαρίσει τα τελευταία 6 χρόνια από τις φιλοδοξίες- η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να διατηρηθώ σε αυτά τα επίπεδα κρατώντας σε ισόποσες δόσεις την αξιοπρέπεια και πιο πολύ από όλα την δυνατότητα να αγαπώ και να αγαπιέμαι.
Σε τούτη την βαρβάτη-βάρβαρη εποχή της κρίσης όλους αυτούς που κοιτούν τους ανθρώπους με την έπαρση ενός κοκορόμυαλου τους γράφω κανονικά στις σόλες των μποτών μου- μαύρες παρακαλώ- γιατί δεν ξέρουν πως πραγματικά κανείς στην πραγματικότητα δεν θα τους θυμάται κανείς μόλις στρίψουν την γωνία του δρόμου.
Είμαστε αστραπές , αυτό είμαστε στην χοάνη του χρόνου,
το ζήτημα είναι να υπάρχουμε αγαπώντας...
Με αγάπη Πόπη..

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Εποχή της ευτυχίας

Αγαπημένε μου,
δεν ζω από θαύμα, είναι φορές που ζω μέσα στο θαύμα, μπορώ να αγγίξω τα χείλη της αβύσσου χωρίς να χαθώ, ο θάνατος δεν είναι ένας αόρατος κίνδυνος ούτε μια μακρινή αγωνία, είναι η φυσική κατάληξη των πραγμάτων.
Αγαπημένε μου,
όταν θα μπω την γη εκεί κάτω, τότε θα σηκωθούν στο αέρα χιλιάδες πουλιά και θα τραγουδούν πολύχρωμα.
Παραιτήθηκα από την αρρώστια της μνήμης. Δεν με νοιάζει κάτι άλλο εκτός από το τώρα. Αυτό να ζήσω, αυτό να στραγγίξω μέσα μου.
Είναι καιρός που η κάμπια έγινε πεταλούδα, την έβλεπα να απομακρύνεται από το κουκούλι της και πέταξε μπροστά μου.
Αγαπημένε μου,
λάμπω από αγάπη. Λάμπω από την επιθυμία της ζωής. Λάμπω από την εξέγερση μου στην ατονία και στην νωθρότητα.
Θέλω να αγαπώ και να αγαπιέμαι.
Αγαπημένε μου,
δεν ζω από θαύμα, ζω το θαύμα.
Κρατώ βαριά την θλίψη για ότι δεν είναι ευτυχισμένο, για όποιον δεν μοιράστηκε το φως, τον άνεμο επάνω στην βουνοκορφή, στο ποτάμι δίπλα, για όποιον δεν μύρισε τα κίτρινα φύλλα και δεν έκλαψε για τον χαμό τους από την μητέρα δέντρο.
Αγαπημένε μου,
οι λευκές νεκρές κόρες της Ρέας ξύπνησαν μετά από έναν αιώνα ύπνου.
Είναι πανέμορφες, χορεύουν στα ακροδάχτυλα, ριγώ από συγκίνηση καθώς τις βλέπω, τις ακούω, τις μυρίζω.
Αγαπημένε μου,
αγαπώ αυτούς που δεν μπόρεσαν να με αγαπήσουν γιατί με έκαναν δυνατότερη μα και πιό εύθραστη. Μπορώ να κυλιέμαι στο χώμα σαν το καύκαλο της χελώνας μα μπορώ και να πετάω.
Είμαι ότι σκέφτομαι.
Είμαι ότι νιώθω.
Ότι δίνω κι ότι παίρνω.
Αγαπημένε μου,
ας προστατέψουμε την ζωή μας, είναι το μόνο που χρωστάμε.

Ημέρες παράξενες

όλα τα θέλησα, και τα ρόδα και τα αγκάθια τους, την σκουριά των πλοίων την χάιδεψα δοξαστικά και πένθιμα, δεν χειραγώγησα συναισθήματα, ορφάνεψα πολλές φορές από αγάπη, λάτρεψα τα σχήματα των χειλιών, των ματιών, των σύννεφων, του ίχνους ενός φιλού ζωγράφισα στο τζάμι και κάλεσα ένα αλήτικο σπουργίτι να το γευτεί, ράμφος με στόμα του είπα, κατάλαβες, είμαι από αίμα, είμαι χώμα, κάποτε γονάτισα σε μια κιθάρα, την χάιδεψα, μιλήσαμε καταλαβαίνεις, μην με ρωτήσεις πως γίνεται, μα αυτό έγινε, έγινα νότα, κατάπινα νότες, όλα τα θέλησα, και μίσησα τα κόμματα και τις τελείες, γιατί να υπάρχουν οι τελείες, γιατί να υπάρχουν τα κόμματα, λαχτάρισα πολλά και μου δόθηκαν, κάποτε με κόπο, κάποτε αβίαστα, μα πιό πολύ πληγώθηκα από αυτό που αμφισβήτησε την ιδιότητα μου σαν άνθρωπο, να αγαπώ και τα ρόδα και τα αγκάθια, μετά τράβηξα δρόμους μοναχικούς, μετά τράβηξα δρόμους προς την θάλασσα, με πότισε αλμύρα και νερό, κλάψαμε από χαρά και λύπη, ζήσαμε καταλαβαίνεις; Ζήσαμε, εγώ κι όλοι οι εαυτοί μου απλωμένοι σε ένα σεντόνι που μάζευε ελιές, οι εαυτοί μου και εγώ, και ξέρεις; Πολλές ήταν οι φορές που σιωπούσαμε από ντροπή και δεν μας έβλεπαν οι άλλοι, μόνο που μύριζαν το πάθος μας και μας πλησίαζαν, φεύγαμε, τώρα δεν φεύγω, κάθομαι ανάμεσα στους ανθρώπους και με όλους αυτούς τους εαυτούς και χαιρόμαστε, χαίρομαι, λάτρεψα, μας λάτρεψαν, ίσως όχι όλους μα δεν υπάρχει δα τέτοια απαίτηση, μόνο να, ένα παράπονο, που δεν αγαπούν όλοι και τα αγκάθια , μόνο τα ρόδα αγαπούν, κι αυτά όποτε ξεχαστούν και νιώσουν λίγο τον κήπο των ανθρώπων...

μπλε βροχή

Ο χρόνος είναι στάχτη. Πέφτει επάνω μας και γύρω μας.
Σε βρήκα μια νύχτα της βροχής, φορούσες ένα παλτό γκρίζο. Με τύλιξες στα χέρια σου και μπήκα μέσα στο βλέμμα σου.
Επίμονα με πήρε το μπλε τους .
Ο δρόμος λεγόταν οδός αγγέλων.
Πεύκα παντού κι ένας σκύλος μεγαλόσωμος ήταν πίσω από μια μεγάλη πόρτα.
Περπατούσαμε, περπατούσαμε και η βροχή περνούσε μέχρι τα κόκαλα μας.
(Ενθουσιάζομαι και απογοητεύομαι με μεγάλη ευκολία από τους ανθρώπους), σου είπα κι εσύ πέρασες το χέρι σου γύρω από την μέση μου.
Μου άρεσε πως δεν είπες τίποτε, με έσφιξες δυνατά.
Η βροχή ψαχούλευε τα πρόσωπα μας.
Τα μάτια μου άρχισαν να ξεβάφουν λίγο μαύρο ανακατεμένο με βροχή.
Έπιασες με τα δάχτυλα σου και το πήρες τρυφερά κι έπειτα το έφερες στο στόμα σου.
(Γεύομαι τα μάτια σου), μου είπες.
Δεν μου είχαν ξαναπεί κάτι τέτοιο, καταγοητεύτηκα. Σχεδόν θορυβήθηκα.
Τα βήματα μας έμπλεξαν με τους ήχους της βροχής.
Είχα μεγάλη ανάγκη να σε πω αγάπη μου αλλά δεν το έκανα.
Αν το έκανα τόσο γρήγορα τόσο γρήγορα θα την σκότωνα την λέξη.
Κι εσένα .
Τα πουλιά ήταν βουβά και καλά κρυμμένα στα δέντρα.
Φτάσαμε δίπλα στην γραμμή του τρένου.
(Φωνάζουμε όπως στην ταινία); μου είπες γελώντας.
Αρχίσαμε να ουρλιάζουμε σαν παιδιά.
Κι εκείνη την στιγμή κατάλαβα πως δεν είχε σημασία να πω την λέξη αγάπη μου.
Αλλά να αγαπώ την κάθε μου στιγμή σαν να ήταν τελευταία.
Ήμουν τυχερή,
δεν είσαι από αυτούς που το βάζουν στα πόδια. Και ξέρεις να ζεις θριαμβικά...
Έπειτα γεύτηκα το μπλε στα μάτια σου.
Δεν είχα ξαναγευτεί μπλε,
μόνο εκείνο της θάλασσας και του ουρανού.
Μόλις το δοκίμασα μπήκε σαν θύελλα μέσα μου η ελευθερία.
Ένιωσα απεριόριστα ελεύθερη....

οι άγιοι καταραμένοι των λιμανιών

Οι λέξεις έπεφταν ζαλισμένες πάνω στο βρεγμένο δάπεδο, η βροχή την περασμένη νύχτα είχε ξεπλύνει όσα μπορούσε.
Υπάρχουν κι εκείνα που δεν πλένονται.
Επαναλαμβανόμενα μοτίβα, εισαγωγή, εξαγωγή ανθρώπων σαν να ήταν φρονιμίτες επάνω στην καρέκλα ενός γιατρού κουρασμένου από την βρομιά των ανοιχτών στομάτων.
Έχω μυρίσει τέτοιες βρόμες που έχουν έρθει από εσωτερικά στόματα.
Δεν με αποστείρωσα και δεν με φύλαξα όσο θα έπρεπε.
Και λοιπόν; Αμόλυντη βγήκα, μόνο στην αρχή λίγη κούραση κι έπειτα ένα πρωινό ξεκίνησα πάλι για το λιμάνι.
Στο λιμάνι, παίζουν μουσικοί μαύροι, τρομπέτες και σαξόφωνα .
Πίνουμε και καπνίζουμε. Ένα γυάλινο μάτι πάντα μας κοιτάζει σαν γάτος που αυτοτραυματίστηκε. Είναι του Μπάμπη. Γύρω στα εξήντα, έχει ξεχάσει τον αριθμό των γυναικών που πήγε. Και τι παράξενο, είναι από αυτούς που αγαπούν την γυναίκα. (Η γνήσια γυναίκα είναι σαν την καλή λογοτεχνία, ποτέ δεν την ξεχνάς, σε έχει σημαδέψει χωρίς κόπο), αυτά λέει κι εγώ ξαναπίνω με τους άλλους.
Είμαι πάντα νηφάλια. Μόνο μια νύχτα δεν ήμουν, τότε που μου είπαν πως πέθανες από την βελόνα. Οι λέξεις έπεφταν πάνω μου σαν τίγρεις, μου ξέσκιζαν την καρδιά και έκαναν την χολή μου λάσπη.
Ο Μπάμπης είχε πέσει πάνω μου και φώναζε, ( μην κάνεις έτσι κούκλα μου).
Τράβηξα το πένθος πάνω μου σαν μαγνήτης, πάντα το τραβούσα, είχα μια σαφή τάση στο δράμα από παιδί. Βασικά πενθούσα μέσα μου, ένα μαύρο σεντόνι είχε καλύψει τα πάντα. Δεν έβλεπα, δεν αισθανόμουν, μόνο άκουγα τους μαύρους μουσικούς να παίζουν και έβλεπα μπροστά μου φυτείες και σκλάβους. Και κάτι από μέσα μου έπιανε να ελαφραίνει.
Μετά κατάπινα βιβλία, είχα κολλήσει με τους καταραμένους, τους ξενύχταγα και τους έβαζα να πιούν. Ο Μπωντλαίρ ζητούσε όπιο και εγώ του χάιδευα μάτια. ( Κλάψε μαζί μου για όλα, εγώ για σένα κι εσύ για μένα), αυτά του έλεγα και ξαπλώναμε σε ένα ντιβάνι σαν αδέλφια.
Μια αλαφιασμένη νύχτα με έβαλε να πιω λίγο από το αίμα του.
Έτσι γίναμε αδέλφια. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάποιες φορές συμβαίνει να υπάρχουν άνθρωποι που από παιδιά τραβούν τον πόνο σαν το μητρικό γάλα.
Μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια σε είδα στον ύπνο μου.
Ταραγμένο βλέμμα όπως πάντα κι όμορφος σαν διάφανος. ( Την Φέντερ την κράτησε αυτός ο γέρο τράγος ο ενεχυροδανειστής), μου είπες και μου χάιδεψες τα μαλλιά.
(Έχεις ανάγκη συνεχώς από αγάπη, θέλω να σε προσέχεις), αυτό είπες κι εγώ ράγισα.
Έχω, σκέφτηκα σαν ξύπνησα αλλά τώρα ξέρω.
Δεν χρειάζεται δα τόση προσπάθεια να την αποκτήσω, χρειάζεται προσπάθεια να την διατηρήσω..
Σαν ήρθε η νύχτα έβαλα στο στόμα μου το βυσσινί κραγιόν και τράβηξα στα μάτια μου μαύρο μολύβι.
Πήγαινα στο λιμάνι, στους γνωστούς αγαπημένους μουσικούς.
Χάρηκα τόσο που σε είδα στον ύπνο μου, είσαι πάντα η πρώτη μου αγάπη.
Μπήκα στο μαγαζί και με χαιρέτησε ο Μπάμπης. (Ωραίο κραγιόν), μου είπε γελώντας.
(Άθλιε, όλα τα προσέχεις), απάντησα και κάθισα δίπλα του.
Κανείς δεν μπορούσε να δει την λύπη μου, γελούσα και μιλούσα με όλους.
Δεν έκανα κάποιο ρόλο, όχι, απλά από παιδί έμαθα να κρύβω τον πόνο μου από τα μάτια τα αδηφάγα.
Στο λέω να το ξέρεις, στον πόνο των άλλων οι άνθρωποι έχουν μάτια αδηφάγα.
ίσως και λίγη ηδονή να πετά την φωτιά της σαν το σπίρτο στο οινόπνευμα...

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Μια απροσδόκητη συνάντηση

Το σώμα έχει μνήμη όταν το αν'αγλυφο  του ενώνεται με κάποιου άλλου.
Όχι μια τυχαία συνεύρεση, όχι θωπείες δίχως εγκράτεια στο ημίφως κι άδειασμα των γεννητικών οργάνων στην χοάνη.
Μιλώ για το στόμα που ανοίγει την πόρτα, μπαίνεις μέσα σε αίθουσες χωρίς φρουρούς.
Στόμα με στόμα.
Σώμα μέσα στο σώμα.
Μάτια μέσα στα μάτια.
Οργανωμένες πτήσεις από το υποσυνείδητο, σύμπλεγμα σωμάτων στο ακίνητο τοπίο του χρόνου.
Ναι, τέτοιες στιγμές ο χρόνος αδειάζει μέσα σε μια απέραντη κοιλάδα.
Με τρυφερότητα.
Με πάθος που κανείς άλλος δεν κατοίκησε με τέτοιον τρόπο. Με μοναδικό τρόπο.
Δεν μπορεί κανείς παρά ελάχιστα να περιγράψει εκείνα τα συνταιριάσματα φωτός.
Κανείς δεν μπορεί να μεταφέρει το μελωμένο άδειασμα των αρτηριών, κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια το τι συμβαίνει όταν επτά χρόνια δεν κουράστηκαν δυό σώματα το ένα το άλλο.
Και κανείς δεν μπορεί παρά ελάχιστα να καταλάβει γιατί έφυγε εκείνη από κοντά του.
Την είχε κουράσει η <<συνθήκη>>  τους, η αμοιβαία τους εξορία σε μια άλλη ζωή που προσποιόταν την αληθινή ζωή.
Μόνο όταν βρισκόντουσαν υπήρχε λόγος της αληθινής ύπαρξης.
Σαν βρύσες άδειαζαν ο ένας μέσα στον άλλο κόκκινο πυρ.
Σαν έβγαιναν στον δρόμο τα μέλη τους ήταν κομμένα στα δύο.
Μεταμορφωμένες πεταλούδες που έπαιζαν στο στενό του ξενοδοχείου.
Και μετά αλλού ο ένας, αλλού ο άλλος.
ΑΥτή δεν ήταν τόσο ψύχραιμη όπως εκείνος.
Όταν τον ζητούσε το σώμα της είχε πια πληγές.
Είχε δεσμευτεί από την ύπαρξη του και δεν κοιτούσε άλλα μάτια από τα δικά του.
Κι ήρθε η μέρα που δεν μπορούσε να αντέξει άλλο αυτήν την κατάκτηση.
Είχε σκεφτεί, ή μαζί ή χώρια..
Και βρήκε ένα υποκατάστατο και το ονόμασε το άλλο της μισό.
ΛΕς και υπάρχουν μισά από εδώ κι από εκεί, λες και κάθε ημέρα μπορεί να δει κάποιος τον ήλιο μέσα σε άλλα μάτια...
Ομύθος του άλλου μισού γρήγορα ξεπλύθηκε κι έφυγε σαν χάρτινη βαρκούλα.
Γιατί ποτέ το σώμα του δεν  πέταξε με το δικό της.
Είχε φύγει πολύ άκομψα, του είχε πετάξει κάτι ηλίθιες δικαιολογίες.
Ουσιαστικά πίστευε πως το πάθος υπήρχε στην γωνία.
Σαν εκείνο, των επτά χρόνων...
Που κοιτάζονταν και τα μάτια τους γίνονταν κόκκινες και διάφανες λίμνες..
Που χύνονταν στην θάλασσα.
Μπλε περιστροφή.
Κόκκινη.
Άδειασμα.
'ΟΛων των στοιχείων που απαρτίζουν την μνήμη.
Τα σώματα τους είχαν ενωθεί σε μία ίδια μνήμη.
Το πάθος...
Μην ακούς αυτούς που το κακίζουν, έχουν πέσει και δεν θεραπεύτηκαν ποτέ, σαν φοβισμένα ποντίκια τρέχουν στις παγίδες τους και μιλούν για την αγάπη, ενοχοποιούν το πάθος πως κάποτε τελειώνει...
Αστειότητες...
Μικρά γκρίζα ποντίκια...
Αλλά εκείνη έφυγε κι από το υποκατάστατο χωρίς να ξέρει πως το είχε βαπτίσει υποκατάστατο.
Δοκίμασε την ζωή της.
ΣχΈΣΕΙς.
Τρίμηνες, τετράμηνες, εξάμηνες, σαν τις δόσεις των δανείων.
Πόρτες και παράθυρα που ανοίγουν και κλείνουν με θόρυβο...
Το όνομα του θύμιζε ήλιο, αυτόν τον ήλιο που της είχε φορέσει στο κεφάλι της κι αυτή του το γύρισε με σκοτάδι...
Πέρασαν ΄΄εξι ολόκληρα χρόνια.
Τον σκεφτόταν συχνά.
Γιατί καμμιά αγκαλιά δεν ήταν η δική του.
Γιατί κανένα άλλο σώμα δεν είχε κοινή μνήμη με του δικού της..
Δάκρυα στα πάρκα.
Στα σφαγεία.
Στην θάλασσα.
Τ δάκρυα την 'επνιγαν.
Δεν είχε κατάθλιψη, είχε λύπη.
Μια βαριά απίστευτη λύπη..
Αν γυρίζαμε το πλάνο σε εκείνον θα βλέπαμε ακριβώς την ίδια λύπη, το ίδιο κενό.
Μόνο που αυτός δεν κυνήγησε άλλα σώματα.
Σαν να ήξερε πάντα πως δεν υπήρχε λόγος...
Το έριξε στην δουλειά.
Αυτή έγραφε και φωτογράφιζε.
Έκανε μια μικρή έκθεση και προχώρησε στην έκδοση δυό βιβλίων...
Και ζούσε στην <<συνθήκη>> της.
Αυτός ασχολιόταν με την γη. Καλλιεργούσε και πουλούσε μόνος του.
.................................................................................................
Πέρασαν έξι ολόκληρα χρόνια.
Όλη την ημέρα είχε μια προαίσθηση περίεργη.
Πως ενώ αργόσβηνε η ζωή της κάτι θα συνέβαινε σήμερα και θα ξανααισθανόταν τον ήλιο.
Περπάτησε τον ίδιο δρόμο που κάποτε μαζί είχαν περπατήσει.
Άδεια, σαν καταραμένη σκιά περπατούσε χωρίς να αισθάνεται.
Ήξερε πως ήταν καταραμένη, να μην ευτυχήσει ποτέ της.
Κι έγραφε για να ξεχνά τον θάνατο.
Κι ενώ περπατούσε τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του.
Ήταν εκεί, μπήκε στα μελένια τους χρώματα.
Χύθηκε σαν αγρίμι μέσα τους..
-Αλίκη; Δεν μου μιλάς; Αυτό της είπε και στάθηκε μπροστά της .
Ψηλός και περήφανος πάντα.
Με υπόγεια κύματα από τα πόδια του μιας θερμότητας να τρέχουν στα δικά της.
Φιλήθηκαν στο μάγουλο.
Ο κόσμος έπαψε.
Ο χρόνος ξαναχύθηκε στην σιωπή.
-Με πλήγωσες αλλά δεν σε μίσησα ποτέ μου, πως θα μπορούσα άλλωστε;
Τον άκουγε και η πληγή άρχιζε να ανοίγει...
-Συγνώμη, ψέλλισε.
Κι έπειτα αυτός την ρώτησε γιατί ενώ ήταν τόσο όμορφη και γλυκιά όπως τότε είχε αυτήν την λύπη.
-Που την βλέπεις την λύπη; Του είπε και μπήκε στο αυτοκίνητο του για να την πάει όπου πήγαινε.
-Πίσω από τα μάτια σου, της είπε.
Όταν κάθισε δίπλα του της πήρε το χέρι και το φίλησε.
Τα μάτια του ήταν κάστανα με διαλυμμένο πράσινο, υγρά και έντονα.
Την έκαιγαν όπως τότε.
Άρχισε να την ρωτάει πως είναι.
Εκείνη απαντούσε αλλά τότε ακριβώς σκεφτόταν την πρωινή διαίσθηση της πως κάτι θα συνέβαινε.
Κι όταν άρχισε να περπατά στην αρχή του δρόμου πως κόμπιαζε σαν παιδί..
Κι είδε μπροστά της πως ήταν αυτός ο μόνος που την είχε στα αλήθεια αγαπήσει.
Οι άλλοι την ήθελαν γιατί ήταν πολύ ερωτική.
Κι ας μην είχαν κοινή μνήμη μαζί της...
Βούρκωσε.
Ένα δάκρυ σκούντηξε το μάγουλο της.
Έκλαιγε κι αυτός.Όταν της σκούπισε το δάκρυ το χέρι του έτρεμε..
................................................................................................
Ζούσαν στην <<συνθήκη>> τους όπως πάντα.
Αλλά τα επτά χρόνια ήταν πολύς καιρός.
Και τα έξι που άνοιξαν απότομα το στόμα τους κι άρχισαν να πεινάνε.
Τα φύλαξαν για λίγο...
-Μερικά πράγματα είναι καρμικά, της είπε κι οδηγούσε μαλακά.
ΘΥμήθηκε από πόσους γελοίους εραστές της είχε ακούσει αυτήν την φράση.
Και σκέφτηκε πως ετούτος ο άντρας που ζούσε στην γη και ζούσε από αυτήν είχε το μεγαλύτερο δικαίωμα να το πει αυτό από κάποιον που ζει σε ένα γραφείο.
Γιατί αυτός ήταν πιό κοντά στα αερικά των σύννεφων και του νερού από οποιονδήποτε άλλον.
Κι ίσως σκέφτεται πιό καθαρά από αυτόν που σκονίζει τις αισθήσεις του μέσα στα χαρτιά.
Γιατί συνήθως αυτά που διαβάζει τα καταπ'ινει και δεν ακούει τις αισθήσεις του μέσα στις γνώσεις..
..........................................................................................................
Ήταν μια παροσδόκητη συνάντηση.
Ήταν καρμική ίσως ίσως και να ήταν θέμα τύχης και μόνον...
Αλλά το σατόρι εκείνη την στιγμή, "της άνοιξε την ψυχή της.
Δεν έχουν όλα τα σώματα την ίδια μνήμη...


΄Σατόρι (βουδιστικός όρος για την φώτιση στο Ζεν.Είναι η κατανόηση. Μια βαθιά κατάσταση φώτισης...