Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014


Η λύπη, είναι ένας κόμπος στον λαιμό, ένα κάστρο στην άκρη ενός γκρεμού που δέρνεται από μια άγρια θάλασσα, το κλειστό παράθυρο μιας φυλακής, αλλά είναι και εκείνο το ανεπαίσθητο χάδι στον θάνατο που τόσο χρειάζεσαι για να λατρεύεις την ζωή.

Πλαστές προσωπογραφίες, στον καθρέφτη σε κοιτούν, ματωμένες οι κόρες του χάους κι ατρύγητες από πάθος, από έρωτα, ντύνονται πένθος, δεήσεις κάνουν στους θεούς, να ξεχάσουν ζητούν, πόσο εκτεθειμένοι στο χάος είμαστε, και στην άβυσσο του ανθρώπου..

Ο τρομερός έρωτας της κυρίας Χ. για έναν σκοτεινό άντρα, δεν συγκινούσε κανέναν. Ο χλομός τρόπος της κίνησης των ποδιών της,στο πεζοδρόμιο, δεν έκανε κανένα βλέμμα να σκιρτήσει. Μόνο εκείνη έσκαβε μέσα της σαν γάτα για να μπορέσει να τον θάψει μακριά από το μυαλό της. Τρεμάμενες ημέρες γεμάτες απόγνωση, σκιές φλούδες του ήλιου πέφτουν στα μαλλιά της και την φωτίζουν. Υπάρχουν ψυχρές, και υπάρχουν μήτρες θερμές. Ο τρομερός έρωτας της κυρίας Χ. για έναν σκοτεινό άντρα, συγκινούσε μονάχα έναν φτωχό ποιητή που έμενε στο δώμα μιας γερασμένης πολυκατοικίας. Μόνο αυτός καταλάβαινε το πάθος της και έγραφε σελίδες πυκνογραμμένες, με ποιήματα, που έμοιαζαν με μαύρα άλογα. Ο ποιητής την ζητούσε όλη την μέρα, την ήθελε σαν δεύτερο δέρμα, την ήθελε κατάστηθα. Δάγκωνε τα σεντόνια του τις άγιες νύχτες, όπως έκανε ακριβώς κι αυτή. Αν ταυτόχρονα τους τραβούσαμε με μια κάμερα θα βλέπαμε να κάνουν ακριβώς τις ίδιες κινήσεις και τις ίδιες ώρες. Μια μέρα η κυρία Χ. θέλησε να βάλει ένα τέλος . Περπάτησε στην άκρη του μπαλκονιού και στάθηκε επάνω στα κεραμίδια. Το φεγγάρι άπλωνε κι έχυνε ασημιά μετάξια και ένας γάτος τσακωνόταν με έναν άλλο. Η γειτονιά βογκούσε από σιωπή. Ο ποιητής την είδε από απέναντι. Της φώναξε και έκανε κι αυτός το ίδιο, στάθηκε αιωρούμενος στην άκρη της ταράτσας. Αναμετρήθηκαν με το βλέμμα, όσο μπορούσε να καλύψει η απόσταση. Μάτια από αίμα και φωτιές. Φωτιές. Χυμένα μέλια στα πόδια τους. Τα αστέρια τρεμόσβηναν και κάποιο από αυτά εμφανιζόταν στην χρονοτρύπα και άναβε τον δικό του θάνατο. Η κυρία Χ. έκανε πίσω, το ίδιο έκανε κι ο ποιητής. Χαιρέτησαν ο ένας τον άλλο με ένα νεύμα. Η γυναίκα μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της και στάθηκε γυμνή μπροστά στον καθρέφτη. Άρχισε να ερωτεύεται την εικόνα της. Για πρώτη φορά κοιμήθηκε σαν πούπουλο. Γιατί επιτέλους ο τρομερός έρωτας της κυρίας Χ. είχε συγκινήσει κάποιον σπάζοντας την μονοτονία της μοναξιάς της.. (ο τρομερός έρωτας της κυρίας Χ.)

Θα προσέχω, χωρίς να προσέχω. Μιλούν δυνατά γύρω μας σάπια κρέατα, φορούν την στολή του λύκου και ουρλιάζουν. Μα μια μουσούδα και τα μουστάκια ενός ποντικού αχνοφαίνονται από κάτω της. Επιδείξεις ισχύος και δίπλα χαφιέδες να κοιτούν και να σφυρίζουν ανύποπτα. Και να ραίνουν λουλούδια στους χαμένους. Θα προσέχω, χωρίς να προσέχω. Σκύλοι κουρασμένοι, φυλάνε τα πρόβατα, στο μαντρί, στο τροχόσπιτο, στο μπαρ της γειτονιάς το σκουριασμένο. Ενθάδε κείται η ράχη της μπουρζουαζίας. Της αλητείας το βέλασμα, επωάζεται. Ενθάδε κείται η σπασμένη λεκάνη της αστικής λαγνείας. Θα προσέχω, χωρίς να προσέχω. Αυτός που με απειλεί με το μαστίγιο, επάνω του θα το στρέψω, γιατί το άδικο πονάει πολύ. Μα πιο πολύ πονάει πως το μαστίγιο το έχει ντυμένο και καλυμένο πίσω από γλώσσα μελιστάλακτη και ψεύτρα. Θα προσέχω, χωρίς να προσέχω. Έχω μάθει από παιδί τα σκατά να ξεχωρίζω ,εδώ σκατά κι εκεί αληθινοί άνθρωποι... Και καπου ανάμεσα η ζωή χαροπαλεύει ή να ζήσει προσπαθεί όπως της αξίζει.. ( Απειλή )

Ο πρίγκιπας μου είναι ένας μικρός θίασος, καταπίνει φωτιές και στήνει σκοινιά ανάμεσα στις πολυκατοικίες , επάνω τους να ακροβατήσει, να γλυκάνει τα αστέρια και την διάθεση αυτών που ασχημονούν στο όνομα της αγάπης. Ρίχνουμε τράπουλες στο τραπέζι από μαόνι, και εξηγούμε όλες τις αντρικές φιγούρες. Κάθε αντρική φιγούρα έχει μια πληγή, όπως ακριβώς έχει και μια γυναικεία φιγούρα. Όλες οι πληγές ήρθαν επάνω μας, μας ρούφηξαν αίμα αλλά και κάτι μας έδωσαν. Και κάτι μας πήραν πέραν των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Ο πρίγκιπας μου όταν με βάζει πίσω στο αυτοκίνητο της επιστροφής με κοιτάει, εγώ δεν κοιτάζω ποτέ πίσω για να μην πετρώσω. Στην άρρωστη εποχή του τρόμου με ομορφαίνει η σκέψη των πλούσιων αισθημάτων, αισθήματα που δεν πάνε κι έρχονται. Με έχει στοιχειώσει , από παιδί μια σκέψη, ο ένας για τον άλλον. Κι όλοι για όλους. Δεν το αντέχουν όλοι, καμώνονται πως τάχα έχουν αληθινό ενδιαφέρον. Καθένας την δουλίτσα του, λένε, και βάζουν το κεφάλι τους κάτω από την ομπρέλα απομακρυσμένοι από την πηγή της αλήθειας. Ο πρίγκιπας μου είναι ένας μικρός θίασος, κουβαλάει κύκνους μαύρους και μπλε νούφαρα στα χέρια, μιλάει για πολιτείες μακρινές, φτιαγμένες από αγάπη και αλήθεια, εκεί οι ήττες δεν έχουν χρώμα , ούτε νόημα. Κάθε φορά που βρέχει, φορώ μεταξωτό φουστάνι, κάθε σταγόνα νερού επάνω μου λάμπει σαν σελήνη. Και πάντα μας ακολουθεί ένα κουτάβι. Μέχρι την στιγμή που θα έρθουν κι άλλοι στην παρέα μας, θα λέμε ο ένας για τον άλλον. Και θα είμαστε ένας μικρός θίασος. Κάπου εκεί αγγελόσκονη θα πέφτει στις πλάτες κι ένας Νοτιάς θα φέρνει στα πόδια μας καίκια.. Πες μου, αγάπησες ποτέ σου στα αλήθεια; Εσύ μικρή χάρτινη φιγούρα, που με κοιτάς , φορώντας τις δικές σου τις πληγές.. Ανάπαυση χρειαζόμαστε από το τόσο αίμα. Ένας υάκινθος με φιλά στο στόμα, όλα μυρίζουν την Άνοιξη που είναι να έρθει... (Ρίζες και μπουμπούκια)

Ημέρες υπό ματαίωση, ενώ δεν θέλαμε τίποτε άλλο παρά να αγαπηθούμε, κάπου σταματήσαμε θορυβημένοι. Ήταν ο κρότος από τα αστέρια που ήρθε επάνω μου, όταν την καλοκαιρινή νύχτα σε αναμετρούσα με τα θέλω μου. Μα τα έβαλα κάτω και τα έπνιξα σαν την Μήδεια για να μην τρομάξεις. Αλλά τελικά εσύ τρόμαξες, κάπου από την ένταση του πάθους μου, κάπου από μια αβεβαιότητα που σε τύφλωνε. Ύστερα τραβήξαμε δρόμο μακρύ γεμάτο αλάτι και πέτρα. Δεν ξέρω τι αγάπησες επάνω μου, εγώ αγάπησα πως ποτέ μου δεν σε βαρέθηκα. Ημέρες υπό ματαίωση. Αρκετές φορές πήγα μόνη μου εκεί στο μέρος της θάλασας που μιλούσαμε, θυμάσαι; ήταν μεσημέρι και ένιωθα να τρεκλίζω από την φωνή σου στα σύννεφα. Από τότε μετράω τους τρόπους που έχουν οι άνθρωποι για να αγαπηθούν. Η αλήθεια είναι πως γεμίζω ανία. Πως γίνεται να αγαπούν ανά τρεις μήνες, ανά τρεις μέρες. Πικρά μνημόσυνα στην αγάπη τους τους κάνω με μυστικό τρόπο. Μην πεις δεν βαριέσαι, έτσι είναι οι άνθρωποι... Εμείς ματαιώσαμε τους εαυτούς μας αλλά βαθιά αγαπηθήκαμε.. (Ημέρες υπό ματαίωση) Αφιερωμένο

Ημέρες υπό ματαίωση, ενώ δεν θέλαμε τίποτε άλλο παρά να αγαπηθούμε, κάπου σταματήσαμε θορυβημένοι. Ήταν ο κρότος από τα αστέρια που ήρθε επάνω μου, όταν την καλοκαιρινή νύχτα σε αναμετρούσα με τα θέλω μου. Μα τα έβαλα κάτω και τα έπνιξα σαν την Μήδεια για να μην τρομάξεις. Αλλά τελικά εσύ τρόμαξες, κάπου από την ένταση του πάθους μου, κάπου από μια αβεβαιότητα που σε τύφλωνε. Ύστερα τραβήξαμε δρόμο μακρύ γεμάτο αλάτι και πέτρα. Δεν ξέρω τι αγάπησες επάνω μου, εγώ αγάπησα πως ποτέ μου δεν σε βαρέθηκα. Ημέρες υπό ματαίωση. Αρκετές φορές πήγα μόνη μου εκεί στο μέρος της θάλασας που μιλούσαμε, θυμάσαι; ήταν μεσημέρι και ένιωθα να τρεκλίζω από την φωνή σου στα σύννεφα. Από τότε μετράω τους τρόπους που έχουν οι άνθρωποι για να αγαπηθούν. Η αλήθεια είναι πως γεμίζω ανία. Πως γίνεται να αγαπούν ανά τρεις μήνες, ανά τρεις μέρες. Πικρά μνημόσυνα στην αγάπη τους τους κάνω με μυστικό τρόπο. Μην πεις δεν βαριέσαι, έτσι είναι οι άνθρωποι... Εμείς ματαιώσαμε τους εαυτούς μας αλλά βαθιά αγαπηθήκαμε.. (Ημέρες υπό ματαίωση) Αφιερωμένο

Αυτή που ξεχειλώνει τον χρόνο, σκορπώντας τον ανάμεσα στο πουθενά και στο πάντα, αυτή λοιπόν η άγνωστη γυναίκα κάποτε μου είπε, κυρία να σας πω; η αγάπη είναι ένας σκύλος χωρίς αφεντικό. Μάλιστα, της είπα. Και δεν είπα κάτι άλλο.. Συγκέντρωσα τις δυνάμεις μου για να μπορέσω να αντιμετωπίσω τις λύπες μου. Είναι κάτι ημέρες που είσαι τόσο λυπημένος που καμιά κυνικότητα στην σκέψη δεν μπορεί να αλαφρώσει το βάρος σου... Κι αυτό που μένει , είναι αυτή η αβάσταχτη ώρες ώρες αλήθεια της λύπης σου.. 4.46 μ.μ

Ελεύθεροι σκοπευτές, επάνω στις στέγες, απειλούν την ύπαρξη μας. Έτσι κι αλλιώς είμαστε ταπεινωμένοι από τους βάρβαρους καιρούς. Όταν ήμουν μικρή μου άρεσαν τα όπλα και η εξουσία. Εξαιτίας μιας ανάγκης μου να βρίσκομαι στο περιθώριο κι όχι για να εξαντλήσω μια ηλίθια δύναμη στους αδυνάτους. Γρήγορα το κατανόησα καθώς και την ευαρέσκεια και την ανάγκη μου να βρίσκομαι στην άκρη ή πίσω πίσω από ένα μεθυσμένο πλήθος. Είμαστε ο όχλος που φτιάχτηκε με άπειρη υπομονή που διαθέτει μια αράχνη. Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν είναι για κανέναν. Ο ΩΧΑΔΕΛΦΙΣΜΟΣ και η παραίτηση από τα ανθρώπινα έχει μετατρέψει τις κοινωνίες σε αποικίες και εξουσιαστές. Σύγχρονα σκλαβοπάζαρα. Πέτυχαν πολύ σε κάτι οι σύγχρονοι Μεφίστοι. Σε ένα παγκόσμιο συμβόλαιο θανάτου κατάφεραν τούτο. Καθένας για την πάρτη του. Μην κοιμάσαι, κανείς ελεύθερος σκοπευτής δεν κυκλοφορεί στις στέγες για να σπάσει αυτό το παγκόσμιο συμβόλαιο υποταγής. Όλα υπάρχουν σαν ονειροπαγίδες... Ξέρουν αυτοί καλά με χειρουργική εξάσκηση να δουλεύουν τον ιστό τους. Αυτοί μια τεράστια αράχνη κι εμείς πιασμένα καλά στην κλωστή της μικρά έντομα. Μεθυσμένα από τον τρόμο και τον φόβο. Δεν υπάρχουν μανιφέστα όσο υπάρχει ο παρτάκιας.. θέλει χρόνια για να εκδιωχτεί αυτή η συμφορά της δικής μας ράτσας.. Ο ραγιάς ντύθηκε στα βελούδα και έσυρε τον χορό της νύφης. Μην ομιλείτε. Μην κρίνετε για να φοβάστε να μην κριθείτε.. Μην κοιτάτε, τα παρατεταμένα βλέμματα θα τιμωρούνται. Ο ανυπάκουος πρώτος να πετάξει την πέτρα ,ύστερα θα αναγκαστεί να την πετάξει στον εαυτό του. Μην συμπεριφέρεστε με τρόπους,εκτός της αγέλης. Και που είσαι; Αυτός που ευεργετήθηκε από εσένα είναι ο εχθρός σου. Και λοιπόν; Τι θες να κάνω; Προσπαθώ να ελευθερωθώ χρόνια από χίλιους δυο δαιμόνους.. Η αυτονομία μου θα είναι η αυτοκρατορία των αισθήσεων του ανθρώπου. Αυτό είμαι εκεί στο βάθος κάτω από την μάσκα του κτήνους.. Θέλω να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Ναι, Ασταμάτητα. Πιάσε μου το χέρι. Υπάρχουν πολλοί εκεί έξω ΠΟΥ ΘΈΛΟΥΝ ΤΟ ΊΔΙΟ. Κάποτε οφείλουμε να ζήσουμε ως άνθρωποι. ότι έκανε ο Τειρεσίας έκανε. ότι συνέβη στον Προμηθέα συνέβη. Να πάρει ο διάολος, η ιστορία επαναλαμβάνει τα βήματα της σπειροειδώς... Ας επαναληφθεί η ανάγκη του ανθρώπου. Όχι της μάσκας που οι άλλοι του φόρεσαν.. 23-1-2014

το χάος


Το τηλεγράφημα. Οι κολώνες της ΔΕΗ. Ένα παιδί χωρίς γονείς. Μια αυλή υπογείου διαμερίσματος παλαιάς κατοικίας. Ένας σκύλος μόνος, που φωνάζει τα μεσημέρια. Το ανικανοποίητο. Το παιδί ενηλικιώθηκε. Γράφει επιστολές σε άγνωστους παραλήπτες, τα αφήνει συστηματικά σε κάποια γωνιά του Ταχυδρομείου. Τις βρίσκει ένας απελπισμένος, στα πρόθυρα αυτοκτονίας. Διαβάζοντας τις, ξαναβρίσκει την αγάπη για ζωή. Ψάχνει απελπισμένα, κάθε ημέρα, τον άγνωστο ευεργέτη-συγγραφέα του, χωρίς αποτέλεσμα. Ο άγνωστος συγγραφέας έθεσε τέλος στην ζωή του. Ποτέ δεν ξεπέρασε την μνήμη ενός τηλεγραφήματος που διάβασε παιδί, πως ο πατέρας του έπεσε εν ώρα εργασίας σκαρφαλωμένος στις κολώνες της ΔΕΗ. Λίγο καιρό αργότερα πέθανε κι η μητέρα του από την καρδιά της. Μετά από μήνες σταματά ο παρ ολίγον νεκρός από αυτοκτονία να τον ψάχνει. Είναι καλά πια. Μια Κυριακή πηγαίνει σε μια κηδεία, χωρίς να ξέρει το γιατί, την προσοχή του, τραβά ένας τάφος λίγο πιο εκεί. Αφήνει ένα λουλούδι με συγκίνηση. Ποτέ δεν θα μάθει πως είναι ο άγνωστος ευεργέτης -συγγραφέας.

το μικρό ζώο της καρδιάς μου


Τυλίγω προσεκτικά, και με κινήσεις τελετουργικές, το ζώο της καρδιάς μου/ Να το χαρίσω θέλω, εκεί όπου ο Μάκβεθ θα συμφωνούσε/ Εκεί, που ο Μπωντλαίρ, θα χαμογελούσε/ Τα ζόμπι έχουν καταλύσει στο σαλόνι μου, διαβάζουμε μαζί και γελάμε/ Ύστερα παίζουμε, φτου ξεελευθερία, ύστερα παίζουμε, είμαστε φίλοι;/ Ύστερα μου μιλούν τις νύχτες για τα ερωτικά φαντάσματα που στοίχειωναν τις ώρες τους/ Στο σαλόνι τότε πέφτουνε κεράσια από το ταβάνι που ανοίγει/ Τρέχουν αστέρια και γαργαλούν τα άκρα μας/ Μια ερωτική ζάλη τριγυρνά ατέλειωτα, μούδιασμα τρυφερό στις απολήξεις των αγγείων μας/ Σε τούτες τις συνευρέσεις μας, θέση δεν έχουν αυτοί που ζουν την εποχή τους με δανεικά επιγράμματα, θέση δεν έχουν οι θεματοφύλακες της σκέψης χωρίς γνώση/ Τυλίγω προσεκτικά το ζώο της καρδιάς μου/ Ζητά να βρει ένα μικρό καταφύγιο/ Κλαίει σαν βρέφος σαν δεν το νιώσουν/ Φωνάζει δυνατά, σαν το ατιμώσουν με υποκριτικές ικανότητες / Η ζεύξις των ίππων κάτω από το παράθυρο μου το καθηλώνει/ Κι εκείνα τα ζόμπι που σου έλεγα πριν/ Φεύγει η ζωή μου μα και γεμίζει/ Από την ύπαρξη των ζόμπι και των αλόγων που με γοητεύουν φρενιασμένα/ Μην με σταματήσεις αν παραληρώ από ευχαρίστηση που κόβει τα γόνατα μου/ Βλέπω τον θάνατο στον πορφυρό του θρόνο/ Τον ξεγελάει αυτό το μικρό ζώο της καρδιάς μου και σε εμένα ξεχνά να έρχεται..

Οι δημόσιες σχέσεις είναι πόρνες, δίνουν και παίρνουν το αντίτιμο. Εξάλλου,οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αυστηρά ιδιωτικές. Δεν είναι το αμοιβαίο της δημόσιας έκθεσης, είναι η μη τήρηση των ιδιωτικών χαρακτήρων μιας αληθινής σχέσης..

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014


Εχτές ήμουν με έναν πρίγκιπα, χορεύαμε τραγούδια του ρεμπέτη. Καθώς γυρνοβόλαγα στην πίστα, σε σκεφτόμουν. Κάθε που σε σκέφτομαι, ένα καυτό κύμα μου αλλάζει προσανατολισμό. Όλα αλλάζουν σαν τριπάρεις την αρρώστια του έρωτα. Όταν αρρωσταίνεις έτσι, τα ποιήματα δεν σου μιλούν, τα πουλιά δεν ακούγονται στα δέντρα. Είσαι μακριά μα και τόσο κοντά. Καθίσαμε με τον πρίγκιπα σε ένα παγκάκι σε μια λυπημένη πλατεία. Αυτός ο πρίγκιπας είναι το αρσενικό μου alter ego, έχει μυαλό ξυράφι και μια καρδιά που την ακούνε οι σπουργίτες και μεθούν. Φυσικά με ξεπερνάει σε όλα αυτά και μ αγαπάει βαθιά όπως εγώ αυτόν. Σε σκεφτόμουν που λες και ήθελα να κεράσω όλον τον κόσμο αψέντι, να μεθύσει όπως μεθάω εγώ σιγά σιγά από εσένα. Σε αισθάνομαι. Σε μαθαίνω εκτός των αποτυχημένων γενικεύσεων. Σε ερωτεύομαι εκτός των γελοίων ερωτικών ανακάμψεων. Ζητώ ένα βαθύ λοξοδρόμισμα μαζί σου κάπου που θα ακούμε μια κουκουβάγια να μιλάει. Σε καταλαβαίνω εκτός των χειραψιών με τους εφιάλτες με την ήττα. Χόρεψα για σένα χτες. Σαν να σουν εκεί και με κοίταζες. Πόσταρα το βλέμμα σου απέναντι μου και έπιασα να χορεύω τα ποιήματα του ρεμπέτη. Και καθώς το αλκοόλ έπιασε να ανεβάζει ταχύτητα, ενώθηκε με την δικιά σου μέθη, αυτήν της σκέψης σου. Πως γίνεται να σκέφτεσαι κάποιον και να πίνεις αψέντι; Να ζεσταίνεσαι από έναν αόριστο ήλιο, μα είναι αόριστος ο ήλιος; Σε νιώθω. Αυτό. Με κρατώ για σένα. Με σκορπώ για σένα στα αστεροφαντάσματα της νυχτιάς. Είσαι εσύ αυτός, τώρα δεν ξεγελιέμαι. Με βεβαίωσε κι ο πρίγκιπας μου που δεν έχει βασίλειο εκτός από την δύναμη που έχει να αγαπάει. Θέλει αρχίδια να μπορείς να αγαπάς.. Εσύ το ξέρεις... (Διαίσθηση)

Το γραμμόφωνο βαρούσε το 45άρι, ο Διονυσίου έσβηνε το καντήλι του και το έσβηνε μαζί του κι ο Μιχάλης, πιωμένος όπως πάντα , το κεφάλι κάτω, το σαγόνι να αγγίζει στην αρχή του στήθους του και τα δάκρυα να πέφτουν ποτάμι. Έλεγε στην μικρή Έλλη, την κόρη του, λίγο πριν νιώσει πως τελείωνε το τραγούδι, ( Έλλη, βάλε παιδί μου πάλι από την αρχή το τραγούδι, ο μπαμπάς θέλει να το ακούσει ξανά). ΚΙ η Έλλη άρχισε να διαγράφει μέσα της το σχήμα της λύπης και του πόνου καθώς άκουγε τα λόγια και έβλεπε τον πατέρα της να κλαίει. Μισούσε το σχολείο και την δασκάλα, πρόλαβε να τα μισήσει στην Πρώτη Δημοτικού, είχε πετάξει την σάκα και έβλεπε τον πατέρα της να γίνεται ποτάμι. Ήξερε. Ήξερε γιατί το τραγούδι αυτό μίλαγε μέσα του, ήξερε και πως κάθε που έπινε ο πατέρας, δηλαδή κάθε ημέρα, γινόταν άλλος. Δεν ήταν πως φώναζε, ήταν πως γινόταν σαν ένα κουτάβι με λυπημένα μάτια. Τον έτρωγε ένα σαράκι. Αυτό το σαράκι ζήταγε κρασί, έπαιρνε την Έλλη στην ταβέρνα και της μάθαινε να ακούει Τσιτσάνη και Μάρκο, εκεί της μίλαγε για την ζωή μόλις το αλκοόλ κατέβαινε στο αίμα του. Η Έλλη δεν ήθελε να πονάει ο πατέρας της, δεν ήθελε να πονάει κανείς. Αλλά τώρα σε εκείνο το υπόγειο ήξερε πως η μητέρα της τον έδιωχνε, του είχε πει να μαζέψει τα πράγματα του σε μια καταραμένη καφέ βαλίτσα. Η ψυχή, η ψυχή σαν χελιδόνι φεύγει απ τα χείλη μου, ούτε αδελφός αγόρι μου δεν νοιάστηκε για σένα, άκουγε η Έλλη τα λόγια και τον έβλεπε να τα τραγουδάει και να σπαράζει σαν το ψάρι.. Και ξανά ο δίσκος να στροφάρει. (Πιο δυνατά παιδί μου), της είπε και σηκώθηκε κι άρχισε να χορεύει. Τον έβλεπε να φεύγει, τον ένιωθε να πονάει και ήθελε να τον ακολουθήσει με εκείνη την καφέ βαλίτσα... Η μητέρα της είχε δίκιο αλλά εκείνη δεν το καταλάβαινε αυτό, δεν την ένοιαζε αν έπινε ο πατέρας, την ένοιαζε που ο πόνος της φυγής του την χάραζε με ξυράφια. Η μητέρα της ήταν από ένα ορεινό χωριό γεμάτο πέτρες, φτώχεια και έναν πατέρα που έστειλε τα παιδιά του στα δέκα τους χρόνια στην Αθήνα να δουλέψουν , εκεί η Έλλη κάποτε, πολύ μετά άκουσε την φράση -μην πιστεύεις πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ευτυχισμένος, αυτό είναι ψέμα-. Είχαν ερωτευτεί παράφορα οι γονείς της στην Αθήνα, κάπου στην Πλάκα ήταν σαν γνωρίστηκαν κι εκεί και παντρεύτηκαν.. Η ψυχή, η ψυχή σαν χελιδόνι, τραγούδαγε ο Μιχάλης και χόρευε παραπατώντας.. Η μικρή χτυπούσε παλαμάκια όπως είχε δει να κάνουν τόσες φορές οι φίλοι του Μιχάλη στην ταβέρνα όταν σηκωνόταν να χορέψει.. Ξεσήκωνε κάθε του κίνηση και μετά τις έβαζε να τις κάνουν οι κούκλες της.. Ξαφνικά μπήκε η μητέρα της, τα μάτια της πετούσαν φωτιές, το υπόγειο έμοιαζε να είναι έτοιμο να σηκωθεί να φύγει πετώντας.. (Δεν ντρέπεσαι να πίνεις και να βάζεις το παιδί να σου χτυπάει παλαμάκια ενώ πρέπει να διαβάσει;) Του είπε και αμέσως τράβηξε τον δίσκο από το γραμμόφωνο, το γραμμόφωνο στρίγκλισε. Στρίγκλισε κι η Έλλη, αφηνίασε κι έπεσε επάνω στην μάνα της. (Δεν θέλω να διαβάσω, μισώ το σχολείο και την δασκάλα, εγώ θέλω τον μπαμπά μου), είπε και έπεσε επάνω στην μάνα της τραβώντας την από το φουστάνι. (Σςςςς, θα μας ακούσουν οι γείτονες, σκάσε, ίδια ο πατέρας σου θα γίνεις, άχρηστη). Ο Μιχάλης δεν μίλησε άλλο. Τρεκλίζοντας, μάζεψε τα πράγματα του και τα έβαλε στην βαλίτσα. Η μικρή φώναζε. Η ψυχή σαν χελιδόνι έφευγε από το σπίτι. Η ψυχή της έφευγε μακριά γιατί ο πα΄τέρας της ήταν η ψυχή της... Η ζωή που την μάθαινε, οι ιστορίες της Τρούμπας, τα ρεμπέτικα και το νησί, ο Μάρκος κι ο Τσιτσάνης κι η συννεφιασμένη Κυριακή. Κυριακή ήταν σαν έφυγε ο πατέρας από το σπίτι. όλη την νύχτα στο μαξιλάρι άφηνε σύννεφα από δάκρυα. Έμαθε με τον πιο άγριο τρόπο να θρηνεί βουβά. Από πείσμα για την μάνα της, από άμυνα για να μην γίνει πόνος όπως αυτός που είχε δει να πνίγει τον Μιχάλη εκείνη την Κυριακή.. Όταν την χτύπαγε με τον χάρακα η δασκάλα της δάγκωνε τα δόντια της, για να μην δει την ικανοποίηση στο βλέμμα της, να μην ακούσει το γέλιο της κοροιδίας των άλλων παιδιών.. Γιατί η Έλλη ήταν ήδη αλλού, ταξίδευε μέσα στην τάξη όπου ζήταγε η καρδιά της... Μα ποτέ ότι κι αν συνέβη δεν είπε μέσα της, εγώ μια μέρα θα σαν γαμήσω όλους, όπως της έλεγε ένας φίλος της που έκλεβε μηχανάκια. Και σαν ισορρόπησαν οι ζωές των γονιών της , πήγαινε όλο το Καλοκαίρι στο νησί κι έμενε με τον πατέρα, τον παππού και την γιαγιά της. Κι εκεί έβρισκε ξανά την ψυχή της.. Και τον πατέρα , που την μάθαινε τι σημαίνει αξιοπρέπεια και αγάπη, και τον παππού που όλο διάβαζε και μιλούσε με παραβολές. Από τον πατέρα της δεν έφαγε ποτέ ένα χαστουκι, αρκούσε ένα βλέμμα του για να της δείξει την διαφωνία του... Πολύ αργότερα ο Μιχάλης πέθανε. Αλλά η Έλλη ποτέ δεν ξεχνάει εκείνη την Κυριακή που της πήραν την ψυχή της...κι όποτε ακούει την συννεφιασμένη Κυριακή και το βρέχει φωτιά στην στράτα μου σηκώνεται και το χορεύει. Κάποτε ένας φλώρος με γραβάτα, κοιλιά τερατώδη και πούρο, της είπε πως οι γυναίκες δεν κάνει να χορεύουν ζειμπέκικα. Τον κοίταξε άγρια και του είπε πως αυτό θα έπρεπε να ισχύει για τα λαμόγια και τους φλώρους σαν και του λόγου του.. Η Έλλη συνέχισε να χορεύει κι ο χοντρός έβαλε στο ποτήρι του ουίσκι. Τις μισούσε κάτι τέτοιες γυναίκες.. Αυτός ήξερε πως όλες του την έπεφταν, είχε πολλά φράγκα και η φάτσα του μόστραρε στις κοσμικές σελίδες...

Ο πόλεμος είναι σε πλήρη εξέλιξη. Μία από τις συνέπειες του είναι να διστάζεις, εννοώ να διστάζεις να αρπάξεις από τα μαλλιά τούτο το κουφάρι που λέγεται ζωή. Κάποτε πήγα να δω μια τελετή , έτσι πίστευα πως θα είναι, να ξεθάβεις κάποιον, μετά από τρία χρόνια, μια τελετή. Στην πραγματικότητα αυτό που ξέθαψε ο νεκροθάφτης ήταν ένα κουστούμι με ακέραιη την πλάτη και το στέρνο, το φόρτωσε σε ένα καρότσι και τράβηξε να το θάψει για αλλού, καμία τελετή δεν συνέβη , μόνο τα κελαιδίσματα των πουλιών με επανέφεραν στην φρικτή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα η δική μου ήταν πως έβλεπα να ξεθαύουν ένα κοτόπουλο. Ο θάνατος ήταν ένα κοτόπουλο. Ξαναπήγα στο Α κοιμητήριο για να ξαναδώ τους αγαπημένους μου. Ηθοποιούς και άλλους, μα και την ωραία κοιμωμένη, αυτήν που αγάπησε με φρικτό τρόπο ο Χαλεπάς και την έκανε αυτό το ολάνθιστο αριστούργημα. Επικαλέστηκα μια πρόφαση και της φίλησα το χέρι, το παγωμένο μάρμαρο με επανέφερε στην πραγματικότητα. Μετά πήγα να δω τον εγκαταλειμμένο τάφο του λατρεμένου μου συγγραφέα, αυτού που έζησε και έγραψε με πάθος. Εκεί ακριβώς θάφτηκε και ο πατέρας μου, ποιός θα το φανταζόταν; ένας φτωχός νησιώτης μαραγκός να θαφτεί στο Α νεκροταφείο ε; Μα αυτό συνέβη, γιατί ένας γνωστός που έφτιαχνε τα μάρμαρα στους τάφους, μας βρήκε μέσον για να θαφτεί εκεί, βλέπεις ο πατέρας θα έπρεπε να περιμένει μια εβδομάδα περίπου στον νεκροθάλαμο γιατί όλα τα άλλα ήταν γεμάτα... Έτσι ο ο Αντώνης ο Σερέτης κοιμήθηκε εκεί. ΜΕτά πήγα αυτό που έμεινε μέσα σε ένα κασελάκι στο νησί.. Στα λέω αυτά γιατί με επηρεάζει ο καιρός αυτός κι ο πόλεμος των ανθρώπων και σκέφτομαι λυπημένα, επίσης θυμάμαι το μούχρωμα των δακρύων... Χτες σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια μιλούσα με έναν φίλο που είχα να τον δω χρόνια. Τον είχαμε γνωρίσει στο νησί. Γνώρισε τον πατέρα , την γιαγιά και τον παππού μου. Αυτός ο αξιαγάπητος λοιπόν άνθρωπος μ]έχει μνήμη καταπληκτική, μου θύμισε σκηνικά που τα είχα χώσει σε μια Στέπα αγνώστου προέλευσης.. Έπινα το τελευταίο μου ποτό όταν πιάσαμε να μιλάμε για τον πολιτισμό. Γύρισε και μου είπε με την ηρεμία ενός Βούδα, (εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε πως επικοινωνία και πολιτισμός ξεκινούν από την γλώσσα. Γι αυτό έχουμε ξεχάσει τα αρχέγονα μας ένστικτα. Έχουμε κι άλλους τρόπους να επικοινωνήσουμε, δεν είναι μόνο ο λόγος). Σαφώς δεν είπε κάτι καινούργιο το παιδί αλλά μίλησε πολύ σωστά. Σήμερα με το κασκόλ στον λαιμό και τα χέρια στις τσέπες προχωρούσα στην Ακαδημίας και σκεφτόμουν... Μυριζόμαστε, γευόμαστε ο ένας τον άλλο; Ακούμε την συμπάθεια ή την αμοιβαία αντιπάθεια; Αυτό το αρχαίο ένστικτο σε ποια κρυμμένη πηγή βρίσκεται; ή μήπως δεν παρουσιάζεται για να μην μας φανερώσει πόσο αλήθεια ευάλωτοι είμαστε; Είμαστε το παν και το τίποτε σαν να στρίβεις το νόμισμα. Ανάμεσα στο χάος... Και στην τύχη.. Άκου με αγάπη μου, αυτός ο πόλεμος μοιάζει σαν εκείνο το κοτόπουλο που φαντάστηκα μπροστά στον τάφο.. Και η ζωή μοιάζει σαν το κουφάρι... Από εσένα θα ξεκινήσω μια μικρή κατάργηση του λόγου, από εσένα περιμένω τα περισσότερα για να ξεχάσω τα χαλάσματα και τους νεκρούς και τους χαμένους.. Εμείς ακόμη ζούμε...

Φθαρμένες οι μακέτες της πόλης μου/ Περπατώ στους δρόμους της, σαν εξόριστη/ Ταίζω τον κόσμο, χαμόγελα/ Κάποια από αυτά, επιστρέφουν σε εμένα ακόμη πιο πλούσια/ Γυρίζω τον διαβήτη, στα βήματα σου, χαρτογραφώντας/ Απροσπέλαστος είσαι, μα εύθραστος, αυτό υπογραμμίζω/ Στην κούτα που θα βάλω όλα αυτά που είναι για φύλαξη, θα γράψω , -προσοχή εύθραστον-. Τίποτε δεν πωλείται από τα φυλασσόμενα, μόνο η χώρα μου ξεπουλιέται/ Και σαν την σφίγγα τσιμπώ τους περαστικούς διαβάτες/ Μήπως ο ύπνος της πειθαρχίας ,αυτοβούλως, θανατωθεί/ Αλλά μπα, όλα είναι ρουτίνα σαν εμβατήριο προσκόπων/ Μόνο οι ερωτευμένοι θα επιζήσουν , να θυμάσαι.. (πρωινό )

ο γέρος


Ρακένδυτος και μόνος, ήταν ο γέρος, στην γωνία της Ακαδημίας/ Άργησα να καταλάβω πως ήταν πεθαμένος/ Από τη τσέπη του παλτού του εξείχε ένα χαρτάκι , έγραφε, -κανείς δεν υπάρχει για σένα, αν δεν έχεις φράγκα- Σκέφτηκα, άραγε κανείς δεν τον αγάπησε; Και τότε πρόσεξα τις γυμνές του πατούσες, λευκές, σαν ορχιδέες πληγωμένες/ Ή θα μπορούσες να πεις και σαν μωρού/ Γιατί ο γέρος πριν πεθάνει ξανά βρέφος γίνεται/ Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και κοιτούσαν τον ουρανό/ Οι πεζοί έτρεχαν να προλάβουν τις εκπτώσεις, ένα τετράγωνο πίσω από τον γέρο ένα πολυκατάστημα γεμάτο/ Όταν ήρθε το ασθενοφόρο είχα προλάβει να διώξω από επάνω μου την ακαμψία μου μπροστά στον θάνατο/ Του είχα κλείσει τα μάτια για να μην ενοχοποιείται ο ουρανός/ Πρόλαβα να του πάρω το χαρτάκι και να το χώσω στην τσέπη μου/ Και καθώς χάθηκα στο πλήθος, χάιδευα τις λέξεις με τα χέρια μου, σαν να ήξερα το σύστημα των τυφλών/ Τυφλή κι εγώ αφού ζω ανάμεσα στους τυφλούς/ Μόνο το χαρτάκι θα θυμίζει τον θάνατο του/ Κι εκείνες οι λευκές πατούσες που μου θάμπωσαν τα μάτια.. Λευκές κι αθώες ήταν αγάπη μου, σαν ορχιδέες.. Ο γέρος

Η λύπη, είναι ένας κόμπος στον λαιμό, ένα κάστρο στην άκρη ενός γκρεμού που δέρνεται από μια άγρια θάλασσα, το κλειστό παράθυρο μιας φυλακής, αλλά είναι και εκείνο το ανεπαίσθητο χάδι στον θάνατο που τόσο χρειάζεσαι για να λατρεύεις την ζωή..

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014


ια τίγρη ήρεμη, είμαι, όταν σε σκέπτομαι/ εσένα που δεν ξέρω τίποτε άλλο εκτός από το πρόσωπο σου/ Κι όμως, καλά μέσα μου, γνωρίζω όλες σου τις σκιές/ Και την δεντροστοιχία της καρδιάς σου/ Κι ενώ είμαι σαρκοφάγος , μόνο αυτήν δεν θα αγγίξω με τα δόντια μου/ Μόνο εσένα θα απολαύσω τρώγοντας/ Εσένα, που μου υποσχέθηκες, ένα παραμύθι θα μου πεις για γάτες/ Κι εγώ γάτα ήμουν, μα μέσα από την αναμονή σου γίνηκα τίγρη/ Πιο ήρεμη, από μια λίμνη σε νηνεμία γίνομαι, για να μην σε ταράξω/ Μην σε ταράξω με το πάθος μου/ Μα κι εσύ έτσι είσαι/ Ξέρω, ωκεανός από φωτιές είσαι και έρωτας/ Από αυτούς που σαν περνούν τραβούν τα χρυσόξανθα στάχια από την ρίζα τους/ Και τον συμβιβασμό δεν γνωρίζουν ούτε στο ελάχιστο/ Εσένα που δεν ξέρω τίποτε άλλο εκτός από το πρόσωπο σου βαθιά σε γνωρίζω/ Εκρίζωσε με πριν να χαράξω... ( Ερωτικό)

Γράφω γρήγορα, μιλώ αρκετά αργά ,εκτός κι αν έχει αρχίσει λίγο οινόπνευμα να ζεσταίνει τις φλέβες μου. Οι φλέβες στα χέρια μου είναι πράσινες, όχι μπλε, έτσι δείχνουν. Αυτόν τον χρόνο θέλω να με κάψω. Τούτο σημαίνει κάνω ένδοξους τους άλλους και συγχρόνως τον εαυτό μου. Φυσικά και φοβάμαι. Αλλά θα πάρω τις ευθύνες μου. Δεν χρειάζομαι πανοπλία ούτε πολλά πολλά. Τις αλήθειες μου και τα πάθη μου μόνο σε ένα δισάκι. Όποιος κατάλαβε κατάλαβε. Από το δισάκι μου θα τα βγάζω ένα ένα και θα ανάβω φωτιές σε κύκλους μεγάλους. Μέσα στον κύκλο θα υπάρχει μια πεταλούδα, ένας σπουργίτης και ένα ερπετό. Μαζί τους θα είμαι κι εγώ. Πρέπει να ζήσω. Όσα έζησα δεν ήταν τίποτε. Θέλω να φτιάξω έναν κύκλο φωτιάς. Χωρίς στάχτες, χωρίς χρόνο. Είμαι άλλη. Ναι. Αποφάσισα να είμαι οι φόβοι μου... Από αυτούς θα ξεκινήσω την μεγάλη φωτιά. Όποιος με αγάπησε κι όποιον αγάπησα καλώς έχει. Μα τώρα, χρειάζεται να αγαπήσεις την φωτιά μου, τους φόβους μου. Ήδη ξεκίνησα το νέο μου ταξίδι, η Περσεφόνη περιμένει. Μα δεν έχει δει το δισάκι μου, αυτό που έχω κρατήσει από τον Αμοργίνο παππού μου. 3-1-2014