Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014


Το σωτήριο έτος 1999, η Άννα άλλαξε. Από άνθρωπος μεταμορφώθηκε σε γοργόνα. Αυτό έγινε, γιατί την προηγούμενη νύχτα είχε ευχηθεί με όλη την δύναμη της ψυχής της πως επειδή κουράστηκε να ζει με τους ανθρώπους θα ήθελε να γίνει ψάρι. ////////////// Όπως και έγινε. Ερωτευμένη με τα ναυάγια και τα κουφάρια των πλοίων κολυμπούσε ανάμεσα τους. Φύκια και σκουριά. Και ανεπαίσθητο τρίξιμο από την δύναμη των κυμάτων στον γέρικο σκελετό του καραβιού. Ψάρια πολύχρωμα άνοιγαν το στόμα τους και της έδιναν χαρά. /////////////// Είχε βαρεθεί τα τραγούδια των ανθρώπων, αυτό ειδικά που έλεγε στους στίχους του πως ήταν η γοργόνα η αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου. Δεν είχε ερωτευτεί ποτέ της. Αλλά αγαπούσε εύκολα. ////////////// Μια νύχτα που το ασημένιο φεγγάρι φώτιζε τον βυθό, η Άννα- γοργόνα βρήκε ένα καινούργιο ναυάγιο. Κολύμπησε για ώρα μέσα του. Χτύπησε την ουρά της καθώς στριμώχθηκε για να χωρέσει στην πόρτα μιας καμπίνας. Καθώς κουνούσε την ουρά της δεξιά αριστερά για να διώξει τον πόνο, εντελώς ξαφνικά τον είδε. ///////////// Ένα λευκό αντρικό άγαλμα την κοίταζε κατάματα. ήταν υπέροχος. Τα μάτια του μπλε και το σώμα του σμιλεμένο με την πιο υψηλή τέχνη. Πόδια δυνατά και μακριά. Στόμα γεμάτο, πληθωρικό και μαλλιά με μικρές μπούκλες. Τον πλησίασε. Αυτός τρεμόπαιξε τα μάτια του. ΤΗς χαμογέλασε. Η Άννα έλιωσε. Κι εκείνος. (Πάρε με από εδώ, πάρε με μαζί σου), της είπε με παράπονο. /////////// Η Άννα υπομονετικά, τον κουβάλησε στην πλάτη της. Κι αυτός άρχισε να κοιτάζει όλα αυτά που δεν μπορούσε να δει για χρόνια κλεισμένος μέσα σε εκείνη την καμπίνα Κολυμπούσε αργά για να του δώσει χρόνο να προσαρμόσει τα μάτια του. Ένιωθε την ευτυχία του κάτω από το δέρμα της. Ερωτεύτηκαν με την ίδια δύναμη ο ένας τον άλλο. Κι ας μην μπορούσαν να κάνουν έρωτα παρά μόνο κάθε πανσέληνο, μόνο τότε τους δόθηκε η χάρη να γίνονται ξανά άνθρωποι αφού το ευχήθηκαν δυνατά... ////////////// Ήταν μια μικρή πικρή ειρωνεία της τύχης. Είχαν βλέπεις τόσο πληγωθεί από τους ανθρώπους που είχαν κάνει αυτήν την ευχή. Εκείνη να γίνει ψάρι κι αυτός άγαλμα. Όμως δεν είχαν ερωτευτεί ως τότε. /////////// Ας είναι. Αν ποτέ δεις καθώς κολυμπάς, μια γοργόνα και επάνω στην πλάτη της ένα άγαλμα , μην ξαφνιαστείς. Η γοργόνα δεν ήταν ποτέ αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου. Μια γυναίκα που ερωτεύτηκε αργά ήταν και είναι πάντα. (Ένα παραμυθάκι για τους ανθρώπους- ψάρια)

Ο φαλλός του Πρίαπου και ο Εωσφόρος Στο πικρό μου σαλόνι, κάθισαν ο Χριστός, ο Βούδας και ο Εωσφόρος. Στην μέση της παρέας τους βρέθηκε ο τελευταίος. Στον Χριστό έδωσα να πιει αίμα αντί για κρασί, στον Βούδα νούφαρα λιωμένα σε βροχόνερο και στον Εωσφόρο θειούχο σκεύασμα καυτής λάβας. Αφού κεράστηκαν, ζήτησα να τους αγγίξω μα χωρίς αποτέλεσμα. Δεν ήθελαν. Κανείς τους δεν στάθηκε στο γεγονός πως ήμουν ο Πρίαπος. Μόνο σαν ήρθε η ώρα, κατάλαβαν. Την ώρα που μου έφεραν μια μικρή μελαχρινή κοπέλα από την Ανδαλουσία. Ήταν η μόνη που μπορούσε να δεχτεί τον πριαπισμό μου χωρίς να φωνάζει. Δεν είχα πρόβλημα να την πάρω μπροστά τους, επάνω στο χαλί. Αυτή μούγκριζε γοερά. Σαν τέλειωσα της έδωσα ένα σκαμπίλι στα μεριά και την οδήγησαν οι σκλάβοι μου στην έξοδο. Η πρωτεύουσα της Χώρας, δεν υπήρχε όπως πριν χρόνια. Δεν υπήρχε πρωτεύουσα, υπήρχε μια επαρχία της μεγαλοαστικής Ευρώπης. Οι κυβερνητικοί ήταν κλεισμένοι σε ένα κάστρο στο κέντρο της πόλης. Καίγαμε τους αντιδραστικούς στην άκρη των τελευταίων προαστίων. Όσους βέβαια ήταν πολύ άρρωστοι από την ανέχεια, γιατί τους υγιείς τους χρησιμοποιούσαμε σαν δούλους. Κυκλοφορούσαμε στα ίδια στέκια και παίρναμε τα ίδια αεροπλάνα. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν πως πλέον χρησιμοποιούσαμε άλογα λόγω της αφόρητης μόλυνσης. Η πτωμαίνη ερχόταν από τα μακρινά προάστια και πολλές φορές έμπαινε με την κατεύθυνση του αέρα στα σπίτια μας από τα ανοιχτά παράθυρα. Επιπλέον οι αντιδραστικοί, από την έλλειψη πετρελαίου, τις νύχτες, έκαιγαν στους δρόμους μέσα σε σάπια βαρέλια τους ίδιους τους τους νεκρούς για να ζεσταθούν. Γι αυτό φέραμε καθαρόαιμα ΄΄αλογα και δίπλα στις κατοικίες μας χτίσαμε σταύλους. Τίποτε δεν ήταν όπως πριν δέκα χρόνια. Στην αρχή ανακαλύψαμε το μυστικό της οικονομικής κρίσης. Έπειτα κόψαμε την ιατροφαρμακευτική περίθλαψη και αναγκαστικά επιβίωσαν οι δυνατότεροι. Αυτοί ήταν κάτω από την κυριαρχία μας. Το σπουδαιότερο ήταν πως συνήθισαν πολύ γρήγορα την σκλαβιά τους. Σαν να ήταν στο d.n.a τους. Αυτοί που αντιδρούσαν το έσκαγαν και παρασιτούσαν κλέβοντας τις νύχτες. Έμεναν στην άκρη της πόλης. Εγώ δεν είχα πρόβλημα από την αρχή της λεγόμενης κρίσης. Είχα κλέψει όλο το κράτος σχεδόν βοηθούμενος από άτομα της παγκόσμιας πια κυβέρνησης. Τους δικούς μας τους λέγαμε κυβερνητικούς έτσι , για την τιμή των όπλων. Από αλλού έρχονταν οι εντολές. Ήμουν καλά λοιπόν και με τους έξω και με τους μέσα. Δεν τιμωρήθηκα ποτέ όπως κι όλοι οι φίλοι μου. Περνούσαμε υπέροχα. Μόνο τα τελευταία δυο χρόνια άρχισα να πλήττω θανάσιμα. Καταρχάς ο πριαπισμός μου ήταν η αιτία που μπορούσα να έχω μόνο μια κοπέλα. Αυτήν από την Ανδαλουσία. Καμμία άλλη δεν με δεχόταν. Όλες ούρλιαζαν από την τάξη μου. Κι εγώ δεν μπορούσα να ευχαριστηθώ με αυτόν τον τρόπο.. Το άλλο θέμα που είχε να κάνει με την ανία μου ήταν οι συνεχείς επαφές μου με τα ίδια πρόσωπα. ίδια στέκια, ίδιοι άνθρωποι, ίδιες συζητήσεις. Τα είχα εξαντλήσει όλα. Η πολυτέλεια που μοιράζεται με τα ίδια πρόσωπα δεν φέρνει καμία χαρά. Μα πάνω από όλα ο έρωτας. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο ώστε να τακτοποιηθεί κάπως το θέμα της αντρικής μου φύσης. Δεν μπορούσα να κρατώ το μισό πέος μου έξω από τον γυναικείο κόλπο για να μην την πονέσω. Βρήκα λοιπόν από έναν φίλο μου που πολύ τα έψαχνε τα θέματα με τον μυστικισμό, ήταν μέλος μιας από τις πρώτες στοές στον κόσμο όταν ακόμη όλα ήταν αλλιώς, βρήκα λοιπόν ένα αρχαίο βιβλίο όπου διαβάζοντας κάποιες προσευχές επικλήσεις μπορούσες να καλέσεις όλες τις δυνάμεις του άλλου κόσμου και υποσχόμενος κάτι μικρό όπως ας πούμε ένα κέρασμα να τους ζητήσεις αυτό που ποθείς. Έκανα όλα τα απαραίτητα σχηματίζοντας έναν κόκκινο κύκλο αίματος από μια μικρή σκλάβα επτά χρονών, μπήκα μέσα και άρχισα την τελετή. Η αλήθεια είναι πως τα χρειάστηκα σαν είδα και τους τρεις να κάθονται στο σαλόνι. Εγώ είχα καλέσει μόνο τον Εωσφόρο. Ευτυχώς που είχα όλα αυτά που χρειάστηκαν και για τους άλλους. Πρώτος μίλησε ο Εωσφόρος. (Οφείλουμε να σε ευχαριστήσουμε για το κέρασμα, ασφαλώς θα ζητάς κάτι για να σπάσεις την αιώνια σιωπή μας, θα ζητάς κάτι ως αντάλλαγμα. Η τελευταία φορά που βρέθηκα με έναν κοινό θνητό ήταν όταν ζήτησε αιώνια δόξα και ζωντάνια ένας τραγουδιστής σας, της Ροκ, ο ΜΙκ Τζάγκερ. Συνάψαμε συμβόλαιο και ευχαριστηθήκαμε κι οι δυό...) Παραξενεμένος αρκετά άρχισα να παρουσιάζω το πρόβλημα μου. (Ξέρετε, υποφέρω από μια αφόρητη και τεράστια στύση, καμία γυναίκα εκτός μιας σκλάβας δεν μπορεί να ευχαριστηθεί μαζί μου κι εγώ έχω βαρεθεί αρκετά. Εκτός των ίδιων καταστάσεων και προσώπων είναι φρικτό να υποφέρω και στο ζητημα του έρωτα από αφόρητη πλήξη. Έπειτα και να ήθελα να την παντρευτώ , πράγμα πληκτικό επίσης διότι είναι αμόρφωτη και αστοιχείωτη, αυτό απαγορεύεται. Καταλαβαίνετε λοιπόν την δυσκολία της ζωής μου. ήθελα λοιπόν να μειωθεί το μέγεθος του πέους μου ώστε να συνάψω ερωτικούς δεσμούς με άλλες κυρίες της τάξης μου). Με κοίταξαν προσεκτικά και μετά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Έλαβε τον λόγο ο Χριστός. (Αγαπητέ μου καταλαβαίνω τον λόγο που μας φωνάξατε εδώ αλλά δεν κατάλαβα όλα τα άλλα. Ποια ήταν ακριβώς η δύναμη που σας επέβαλε να πάρετε μπροστά μας την μικρή σκλάβα και να έχετε μετατρέψει σε σφαγείο όλον τον Αρχαίο κόσμο; αυτό είναι πολύ σοβαρό για να μπορεί να μείνει ατιμώρητο..) (Μα δεν φταίω εγώ, έτσι τα βρήκα), ψέλλισα αντιλαμβανόμενος πως μάλλον είχα μπλέξει και χρειαζόμουν χρόνο ώστε να βρω έναν τρόπο να τους διώξω.Πως όμως, αφού αυτοί κάθονταν στο σαλόνι μου κι ήταν έξω από τον κύκλο ενώ εγώ μετά την συνουσία με την Ανδαλουσιανή σκύλα μπήκα χωρίς να καταλάβω μόνος μου μέσα στον κύκλο); Ψέλλισα φοβισμένα (Αν επιτρέπετε, πως κι ήρθατε όλοι μαζί; Εγώ μόνο τον Εωσφόρο ζητησα) Τότε μίλησε ο Βούδας. (Είναι απλό, μετά τον χωρισμό και τον διωγμό του ανθρώπου από τον ίδιο τον άνθρωπο αποφασίσαμε να παρουσιαζόμαστε μαζί. Παρουσία κοινή, γιατί κατά τα άλλα άλλους βόλευε να μας χωρίζουν, εμείς είμαστε πάντα ενωμένοι. Ειδικά όμως, μετά το τέλος της Ευρώπης, η κοινή μας απόφαση ήταν πως θα είμαστε βαθιά ενωμένοι)... Ξαναμίλησε ο Εωσφόρος. (Ας είναι όμως αγαπητέ μου φίλε, η ώρα της κρίσης που θα έρθει από την μητέρα γη δεν ήρθε. Δεν θα κρίνουμε ούτε θα αποφασίσουμε εμείς για την κατάσταση σας. Θα κάνουμε λοιπόν αυτό που ζήτησες και μετά θα φύγουμε. Βγες από τον κύκλο και κλείσε τα μάτια σου, Θα περάσουμε όλοι από μπροστά σου και με ένα μας άγγιγμα θα σε επαναφέρουμε σε ένα φυσιολογικό μέγεθος). Μόλις το είπε όλοι σηκώθηκαν και χτύπησαν τα πόδια τους στην γη. Βγήκα από τον κύκλο και ξάπλωσα κλείνοντας τα μάτια μου.. Ένιωθα το μικρό τους χτύπημα των χεριών, το αεράκι από την κίνηση των δαχτύλων επάνω μου, και μια μικρή ηδονή με πλημμύρισε στην σκέψη πως θα μπορούσα πια να αλλάζω παρτενέρ στο κρεβάτι και να κάνω έρωτα χωρίς να δέχομαι αντιδράσεις υστερίας.. Μια ηδονή που κόπηκε απότομα σαν άνοιξα τα μάτια μου κει είδα το πέος μου σαν ένα τεράστιο φίδι να φτάνει στους αστραγάλους μου... Κόντεψα να πάθω συγκοπή και με έλουσε κρύος ιδρώτας. ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ Ούρλιαξα με όλες μου τις δυνάμεις. Αυτοί ήταν όρθιοι και έτοιμοι να φύγουν, ο κύκλος είχε σβήσει από μόνος του κι εγώ σηκώθηκα με κόπο όρθιος κρατώντας το τρομακτικό μου πέος για να μην το πατήσω. ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ, ΚΑΠΟΙΟ ΛΑΘΟΣ ΘΑ ΕΓΙΝΕ, ΜΗΝ ΦΕΥΓΕΤΕ, είπα κλαίγοντας. Και ο Εωσφόρος γύρισε στο μέρος μου μιλώντας αργά και σταθερά. (Αυτή είναι η αντίληψη σου φίλε μου για τον κόσμο, στην ουσία αυτή είναι, ένας τεράστιος φαλλός, μάθε λοιπόν να ζεις με αυτόν, μάθε να ζεις μόνος σου). Και με έναν καπνό κόκκινο και μοβ εξαφανίστηκαν όλοι... Κι έμεινα μόνος να κοιτώ τον εκτρωματικό φαλλό μου. Έκανα εμετό. Μου την είχαν φέρει...

Πολλές φορές, κοιτάζω κατά πρόσωπο την ελεγεία των εγκαυμάτων μου/ Με αγαπούν και μου το δείχνουν/ Θέλει στοργή κι ελευθερία να αγαπάς τις πληγές σου, κι αυτούς που στις έκαναν να μην θυμάσαι/ Και να παραμένεις ανυποψίαστος και δοτικός στον άλλο/

Φιλί σε απρόμαυρο (Αφιερωμένο) Μπήκε μέσα στο μπαρ και τίναξε την βροχή από επάνω της. Την αγαπούσε την βροχή, την λάτρευε, την άφηνε να την μουσκεύει και να την μουλιάζει. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος είναι ηδονή σκέφτηκε, μπλεκόταν αυτή η μυρωδιά με του δέρματος της και του αρώματος μέσα από τα ρούχα της. Αυτός είδε μια γυναίκα να μπαίνει μέσα και ένας λεπτός μαγνήτης του έσκισε την σάρκα. Παρακάλεσε τις άγνωστες δυνάμεις να καθίσει δίπλα του όπως κι έγινε... Την έβλεπε στον καθρέφτη απέναντι του, μέσα στο ημίφως, η αύρα της λουζόταν από μια άγνωστη σε αυτόν τρυφεράδα.. Την μύρισε. Την είδε να ψάχνει για τον αναπτήρα της, της άναψε και χαμογέλασε καθώς του γουργούρισε σχεδόν<< ευχαριστώ>>. Το μπαρ έπαιζε θανατηφόρα τζαζ κάπου σε έναν λόφο κυκλωμένο από νεραντζιές. Το θαμπό φως του μαγαζιού τρεμόπαιζε σαν πεταλούδα. Η Billie άρχισε να ρίχνει γροθιές από βελούδο. Αυτός ένιωσε πως η άγνωστη αγαπούσε την πληγωμένη μοναξιά της φωνής της, πως την λάτρευε. Άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να συντονιστεί μαζί της, να την ψάξει σαν ανιχνευτής ναρκών. Την άκουγε, την έβλεπε, την ένιωθε. Δεν την ανέλυε τόσο ώστε να την χάσει.. Και ξαφνικά του ήρθε η παρόρμηση να της μιλήσει, έσκυψε λίγο κοντά της ώσπου η μυρωδιά των μαλλιών της τον κύκλωσε σαν φωτιά. <<Δεν θέλω να σε αναλύσω τόσο, ώστε να σε χάσω, είναι γνωστό πως ότι αναλύεται πολύ στο τέλος εξαφανίζεται>>, της είπε άφοβα. Τα μάτια του γυάλιζαν σαν μιας τίγρης που όμως ήταν φιλική, το ίδιο και τα δικά της όταν γύρισε και τα κάρφωσε επάνω του. <<Κάπου σε ξέρω>> του είπε και κατέβασε βαθιά τον καπνό. <<Κι εγώ, είναι περίεργο αλλά σε ξέρω χωρίς να σε ξέρω, θέλω να πω>>... <<Σςςςς>>, του έκανε εκείνη. Είπες πως δεν χρειάζεται ανάλυση. Αρκεί που έχουμε την ίδια αίσθηση.. <<Θα με πεις τρελό αλλά θέλω να σε φιλήσω κι ας είσαι ονειροπαγίδα. Ήθελα να το κάνω μόλις μπήκες μέσα>>. Η γυναίκα κόλλησε κοντά του μετακινώντας το σκαμπό της με απαλές κινήσεις. Κι έκανε ότι αυτός στην αρχή χωρίς να το ξέρει.. Άφησε τον εαυτό της ελεύθερο να συντονιστεί μαζί του, να τον ψάξει σαν ανιχνεύτρια ναρκών... Τον άκουγε, τον έβλεπε, τον ένιωθε. Κι ενώ σχημάτιζε μια πρώτη εικόνα των ανθρώπων μέσα από την εμπειρία και το ένστικτο της τώρα δεν σχημάτιζε κανένα ανάγλυφο και καμιά πεποίθηση. Ίσως συμφωνούν τα ζώα μέσα μας, αυτά που θέλουν να αγαπηθούν, σκέφτηκε. Και γιατί να συμφωνούν; Αναρωτήθηκε. Χρόνια τώρα έψαχνε τον εαυτό της μέσα στους άλλους. Εραστές εναλασσόμενοι , εραστές ανίσχυροι και εραστές υπαρκτοί ως διαβαθμίσεις του πέους. Στύσεις αργές και δυνατές. Στύσεις γρήγορες και αμφίβολες. Πίσω από τις στύσεις ο μύθος του άλλου μισού. Ένας μύθος που τον έπλαθε αργά αργά στο σακούλι της καρδιάς της.. Όπως έκανε κι ο άντρας δίπλα της, το ήξερε χωρίς να το ξέρει συνειδητά. Ήξερε πως οι άλλοι σαν ζόμπι τρέφονταν με το πάθος τους... Κι όταν οι ίδιοι εξαντλούσαν το πάθος τους από την ανία της ψυχής τους οι εραστές κι οι ερωμένες το έβαζαν στα πόδια. Δεν άντεχαν και πολύ... Έσκυψε κοντά του. Πρώτη φορά ενεργούσε τόσο γρήγορα, πρώτη φορά κάποιος άλλος την οδηγούσε σαν αυτόματος πιλότος... Κοιτάχτηκαν βαθιά ενώ η Billie συνέχισε σαν σαύρα να περιφέρεται επάνω στην μπάρα μπροστά τους. Η σαύρα ήταν κόκκινη και η γλώσσα της παλλόταν. τους έσπρωχνε με μια αλλόκοτη δύναμη να κολλήσουν. Χάιδεψε τα γόνατα της. Μια ζεστασιά οικειότητας την τύλιξε παντού. Κι ο πόθος με τα μετάξια του ξιφολογχούσε με την λογική και την αντίσταση. Πήρε το πρόσωπο της στα χέρια του, χάιδεψε τον αυχένα της, μετά φίλησε το χέρι της, έπιασε να γλείφει τα δάχτυλα της παίρνοντας μια γεύση αρμύρας και γλύκας. Το ίδιο έκανε κι αυτή. Ένιωσε το πρώτο κύμα του πόθου να την τινάζει μακριά. Ο μπάρμαν ήταν απασχολημένος.. Τον φίλησε. Μαζί με την γλώσσα εκείνης της κόκκινης σαύρας άπλωσε μέσα στο στόμα του κρατήρες. Οι κρατήρες άνοιγαν.. Μαβιά και κόκκινα λουλούδια άνοιγαν μαγικά τους κάλυκες τους κάτω από την ηφαιστειακή μάζα. Ακατανίκητος πόθος. Εναλλαγές φιλιών και ανάσας. Εναλλαγές στην επιτάχυνση που ζητά ο λαγόνας να ξοδιάσει ενέργεια και να πάρει. Ακατανίκητος πόθος. Τα φιλιά άνοιγαν και προεκτείνονταν μέσα τους. Το σώμα από μέσα άρχισε να πονάει. Ζητούσε να κουμπώσει το ένα μέσα στο άλλο. Μέσα, όχι επάνω το ένα στο άλλο... Τα φιλιά έγιναν ένα. Το ένα δέσποζε στην αόρατη αρένα της σελήνης. Κόμποι και κλωστές άνοιγαν με ταχύτητα. Κόμποι. Κλωστές. <<Άνοιξε με, κάνε με ανίσχυρη και δυνατή>>. του ψιθύρισε μόλις ένιωσε πως το φιλί τώρα ήταν ασπρόμαυρο. Το φιλί ήταν ισχυρό και διέλυε κάστρα απόρθητα. <<Θα σε ανοίξω, θέλω να αγαπηθούμε>> , της είπε. Τώρα έτρεμαν κι οι δυο τους. Δεν είναι εύκολο δυο άνθρωποι να λένε και να εννοούν το ίδιο πράγμα. Πλήρωσε τα ποτά τους και την έβγαλε έξω αγκαλιάζοντας την με την στοργή ενός φτερωτού πλάσματος.. Μύριζε βροχή και νεραντζιές. Μύριζε η μυρωδιά τους..... Ο δρόμος πάσχιζε να τους φωτίσει με το μουντό ηλεκτρικό φως τους. Μα αυτοί έλαμπαν από μέσα τους..

Καμιά φορά, με τον πρίγκιπα μου παίρνουμε το φτυάρι του νεκροθάφτη και ξεθάβουμε τα πτώματα της λύπης μας. Τα κοιτάμε επιδοκιμαστικά. Έτσι κι αλλιώς χρειάζεται γενναιότητα να δεις τα πτώματα κατάματα. Έτσι κι αλλιώς χρειάζεται να αγαπάς πραγματικά τον εαυτό σου και τους άλλους για να επιτρέψεις να εισχωρήσει η αδιαπραγμάτευτη αλήθεια σε όλες τις κρυφές κοιλάδες σου. Λέω στο αντρικό μου alter ego, οι άνθρωποι συνηθίζουν να εμφανίζουν μόνο τα <<σκληρά τους μέρη>>, τα μαλακά τα αφήνουν σε μια κρύπτη για να μην τα δουν οι άλλοι και τους <<φάνε >>ζωντανούς -ναι, ξέρω καμιά φορά δεν χρειάζονται εισαγωγικά-.. Και τότε ο Πρίγκιπας μου εξιστορεί ιστορίες που μοιάζουν με τις δικές μου και τις δικές σου.. Πως κάθε άνθρωπος έχει μια προτίμηση σε κάτι από εμάς. Άλλος προτιμά τα μάτια, άλλος τα πόδια, άλλος τα χέρια, άλλος πάλι μόνο το φύλο μας. Έτσι, όλη η πόλη αγαπημένε μου, έχει γεμίσει πτώματα ζωντανά. Παρατηρείς να κρατούν στην αγκαλιά τους ένα πόδι, ένα μάτι, ένα μουνί, ένα πέος, ένα γόνατο και να προχωρούν βιαστικοί και χαρούμενοι. Χαρούμενοι που επιτεύχθηκε η απόλυτη απομόνωση του ανθρώπινου είδους...δια της εξαφάνισης των μαλακών μερών... Χτες, έλεγα στον πρίγκιπα μου πως στην εφηβεία με σημάδεψε ο Νικολαίδης, και σε απόλυτο φρικιαστικό βαθμό, η ταινία του (γλυκιά συμμορία). Στην γλυκιά συμμορία αγαπημένε μου, τέσσερις φίλοι που βρίσκονται εκτός του συστήματος που σου προανέφερα (αγαπώ το πόδι σου , αγαπώ μονάχα το φύλο σου κλπ) βρίσκονται μαζί, ενώνονται, αγαπιούνται και τελικά για να μην γίνουν μια σαπιοκοιλιά μέσα στον φάρυγγα της επωαστικής μηχανής των τεράτων σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. Χρόνια πολλά ταξίδεψα στις ενδοχώρες των ανθρώπων παλεύοντας να βρω αυτήν την γλυκιά συμμορία. Πέραν των γνωστών, αίμα, σκατά και σπέρμα τα πράγματα είναι δύσκολα. Πάντα έθαβα προσεκτικά τα πτώματα, τα έπλενα με κρασί και τους διάβαζα κάτι στίχους. Μετά από χρόνια αυτά ξαναγύριζαν πίσω. Αλλά ήταν πια αργά. Είμαι αρκετά ακραίος τύπος, είμαι μια γάτα ή ένας σκύλος αλλά ξέρω να γίνομαι λύκος. Τις αγέλες τις γνωρίζω καλά κι έχω πρόβλημα με τα αρχηγηλίκια. Τώρα που ξεπέρασα τα μισά της ζωής μου βρήκα μέλη της γλυκιάς συμμορίας μου, είναι ο πρίγκιπας και τρία κορίτσια. Αυτό με ξεπερνά φυσικά καθώς και πως σιγά σιγά υπάρχει στον ορίζοντα υπόσχεση για πολύ περισσότερα. Και πάντα θα απορώ, πως αυτό δεν συνέβη στα χρόνια της νεότητας.. Λέγαμε λοιπόν χτες, βρισκόμενοι σε ένα μπαρ με όλες τις ντίβες και τους μοιραίους ηθοποιούς που μπήκαν στα όνειρα μας χωρίς ιδιαίτερες προσκλήσεις κολλημένους στους τοίχους και θανατηφόρα τζαζ -κοίτα πες σε κάποιους που δεν γνωρίζουν πως στην άθλια πόλη μας ακόμη υπάρχουν μαγαζιά που παίζουν τρομπέτες και σαξόφωνα-, λέγαμε λοιπόν πως η ζωή μας χρωστάει. Και οι δυο πληρώσαμε αρκετά, είναι θέμα ισορροπίας στο κάτω κάτω να γυρίσει η σκηνή που παίζουμε τις ζωές μας ανάποδα. Ανάψαμε μια φωτιά στο μυαλό μας πίνοντας και μιλώντας και ρίχναμε μέσα τα πτώματα. Κανένας ήρωας από εδώ και μπρος δεν θέλω να μυρίζει πτωμαίνη , κανένας να μην υπόσχεται τα πέραν της δύναμης του. Και να πει δυνατά και καθαρά εγώ γουστάρω το πόδι σου, εγώ το μάτι σου , όχι εσένα αλλά κάτι από εσένα. Δεν είναι εύκολο αγαπημένε μου να εκτίθεσαι με τα μαλακά σου μέρη... Ας υπάρξουν επιτέλους εκτιμητές και ικανοί να πηδάνε πάνω από φωτιές. Εξάλλου η μοναχικότητα κανέναν δεν έβλαψε, αυτό που βλάπτει είναι το άδειασμα από τις ταράτσες. Είναι τα φράγκα αλλά είναι και πως αυτοί που πέφτουν από ψηλά, πριν,,έχουν ήδη συνθλιβεί, γιατί εξέθεσαν τα μαλακά τους μέρη και δεν άντεξαν την μη αποδοχή και την αγάπη των άλλων.. Έχεις νιώσει να πέφτεις στο κενό ουρλιάζοντας και αλυχτώντας σαν λύκος που δέχτηκε σφαίρα; Έχεις νιώσει να πιάνεις πάτο στο πηγάδι και οι άλλοι να περνούν από επάνω σου κι όχι μόνο να σε φτύνουν αλλά και να σφυρίζουν αδιάφορα πως κανείς δεν αντιλήφθηκε τον φόνο; Ω! Απίστευτος ίλιγγος! Ηδονή μέγιστη. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει ακριβώς αν δεν έχει αναμετρηθεί με το χάος.. Κι η μεγαλύτερη ηδονή είναι, όταν έχεις αντέξει , κι όχι μόνο άντεξες γινόμενος χαμαιλέοντας αρκετές φορές, αλλά και σαν έγινες ένας γλυκός αλήτης που έχει μυρίσει από πριν πως πίσω από την καλτσοδέτα κρύβεται ένα αυτόματο στιλέτο.. Μα εσύ μονάχα προφυλάχτηκες, δεν μαχαίρωσες πισώπλατα όπως άπειρες φορές διδάχτηκες πως γίνεται αυτό στην δική σου πλάτη... Θα ξεχωρίσει κάποτε η ήρα από το σιτάρι. Μέχρι τότε θα κάνουμε γλυκιές συμμορίες που δεν θα χρειαστεί να σκοτωθούμε ούτε να σκοτώσουμε... Αυτά είναι τα αντάρτικα πόλεων κι όχι το άδειασμα ενός πιστολιού. Αυτά λέγαμε χτές. ύστερα πετάξαμε πάνω από τον εαυτό μας και τον κόσμο και κοιμηθήκαμε. Είχα έναν ύπνο ανάλαφρο και χωρίς εφιάλτες... (Του πρίγκιπα) Στον αδελφό μου. Αυτόν που έχουμε το ίδιο αίμα από διαφορετικούς γονείς..

Γυναίκες-νησιά, απλώνουν τα μακριά μαλλιά στους στην βροχή/ Μοιάζουν σαν ουρές νυφικών/ Κι ενώ περπατούν αγέρωχες, διαφαίνεται μια ύπουλη λαγνεία, στις φλέβες του λαιμού/ Κι ενώ το στόμα τους ,μισάνοιχτο την βροχή πίνει/ Σειρές πουλιών τις ακολουθούν άτακτα/ Ξεμακραίνουν από τον ουρανό και με γρήγορους ρυθμούς τις ακολουθούν/ Οι γυναίκες-νησιά απλώνουν τα μακριά μαλλιά τους στην θάλασσα/ Από τα νησιά, ήρθε στην πόλη, η θάλασσα, και χορεύει στα πόδια τους/ Ανεξάντλητη η ομορφιά, όταν μέσα σου την γυρεύεις συνεχώς, όπως το βρέφος το βυζί/ (Εικόνες στην βροχή)

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014


Τα μάτια του, είναι λίμνες που φωλιάζει η φωτιά, ήρεμες, μα σαν κινούμενη άμμος περιμένουν να ρουφήξουν το γλυκό φως της γαλήνης. Είναι τα μάτια ενός μονομάχου, που κινείται στα ατέλειωτα ενυδρεία των πόλεων. Τα μάτια του είναι μάτια ενός Σούφι κι ενός φλεγόμενου άντρα. Αντιφάσκουν. Μάχονται αντίρροπες δυνάμεις, μέσα τους, κραυγαλέα. Μάχονται σαν ερημίτες και πολεμιστές για ειρήνη. Παίζει μαζί τους με την σοφία ενός μάγου. Μα η ειρήνη δεν θα ρθει παρά μόνο σαν ρθει το τέλος της σάρκας. Τα μάτια του είναι παγίδες και σπονδές σε άγνωστες δυνάμεις. Αυτές που υπάρχουν μέσα του και όσες βρίσκονται μακριά του. Μάτια από νερό και φωτιά. Μάτια γεννημένα στις τρεις του Μάρτη. Μάτια ενός παιδιού άντρα. Τον Μάρτη, χρειάζομαι τα μέταλλα και τα υλικά ενός αλχημιστή. Για να τον μελετήσω, για να επεκτείνω τον εαυτό μου μέσα τους. Για να δείξω πόσο σαθρές είναι οι ακτίνες του θριάμβου μιας οχλαγωγίας της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Γιατί ο Μάρτιος δεν τρέφεται με ματαιότητες και ναρκισσιστικά πλέγματα. Διαχέεται μαγεία, διαδέχεται από μαγεία. Η μαγεία τρέφει τα παιδιά της με ύδωρ και μέλι. Αυτός ξαποσταίνει στην θάλασσα, ψάχνει την μητέρα του. Να της φιλήσει τα μαλλιά της και να γλυκοκοιμηθεί στην αγκαλιά της. Τα μάτια του είναι μια συμπυκνωμένη διαύγεια, μα εκεί που πιστεύεις πως τα διάβασες εκεί και θα τα χάσεις. Ξέρουν να ξεφεύγουν, σαν τα τρένα στις τροχιές. Τα μάτια του είναι ενός αγνώστου. Μα κάπου ανατριχιαστικά γνώριμου με εμένα. Γελούν από μέσα τους με ένα απαλό τρέμουλο. Το τρέμουλο έρχεται σε εμένα χωρίς ιαχές. Χωρίς επιδείξεις περιττού πνεύματος, χωρίς επιδείξεις αντρισμού. Αδιαπραγμάτευτα. Ο άντρας ψάρι- μονομάχος, τώρα πετάει στα σύννεφα μέσα σε ένα αεροπλάνο. Αν κάποιος μου φέρει έναν χάρτη, κλείνοντας τα μάτια μου θα δείξω με το δάχτυλο μου σαν αυτόματος πιλότος σε ποιο σημείο βρίσκεται. Οι άνθρωποι αποτελούνται από σπασμένα κομμάτια μαγείας. Κι όλοι κατά βάθος ψάχνουν τα άλλα μισά τους ψάχνοντας στα μάτια τους. Ότι είναι γνήσιο θα ζήσει. Και θα μεγαλουργήσει αργά και με μια πικρή σταθερότητα.. (Η προσωπογραφία ενός βλέμματος) Αφιερωμένο

Πολλές φορές, κοιτάζω κατά πρόσωπο την ελεγεία των εγκαυμάτων μου/ Με αγαπούν και μου το δείχνουν/ Θέλει στοργή κι ελευθερία να αγαπάς τις πληγές σου, κι αυτούς που στις έκαναν να μην θυμάσαι/ Και να παραμένεις ανυποψίαστος και δοτικός στον άλλο/

Ρακένδυτος και μόνος, ήταν ο γέρος, στην γωνία της Ακαδημίας/ Άργησα να καταλάβω πως ήταν πεθαμένος/ Από τη τσέπη του παλτού του εξείχε ένα χαρτάκι , έγραφε, -κανείς δεν υπάρχει για σένα, αν δεν έχεις φράγκα- Σκέφτηκα, άραγε κανείς δεν τον αγάπησε; Και τότε πρόσεξα τις γυμνές του πατούσες, λευκές, σαν ορχιδέες πληγωμένες/ Ή θα μπορούσες να πεις και σαν μωρού/ Γιατί ο γέρος πριν πεθάνει ξανά βρέφος γίνεται/ Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και κοιτούσαν τον ουρανό/ Οι πεζοί έτρεχαν να προλάβουν τις εκπτώσεις, ένα τετράγωνο πίσω από τον γέρο ένα πολυκατάστημα γεμάτο/ Όταν ήρθε το ασθενοφόρο είχα προλάβει να διώξω από επάνω μου την ακαμψία μου μπροστά στον θάνατο/ Του είχα κλείσει τα μάτια για να μην ενοχοποιείται ο ουρανός/ Πρόλαβα να του πάρω το χαρτάκι και να το χώσω στην τσέπη μου/ Και καθώς χάθηκα στο πλήθος, χάιδευα τις λέξεις με τα χέρια μου, σαν να ήξερα το σύστημα των τυφλών/ Τυφλή κι εγώ αφού ζω ανάμεσα στους τυφλούς/ Μόνο το χαρτάκι θα θυμίζει τον θάνατο του/ Κι εκείνες οι λευκές πατούσες που μου θάμπωσαν τα μάτια.. Λευκές κι αθώες ήταν αγάπη μου, σαν ορχιδέες.. Ο γέρος

Η λύπη, είναι ένας κόμπος στον λαιμό, ένα κάστρο στην άκρη ενός γκρεμού που δέρνεται από μια άγρια θάλασσα, το κλειστό παράθυρο μιας φυλακής, αλλά είναι και εκείνο το ανεπαίσθητο χάδι στον θάνατο που τόσο χρειάζεσαι για να λατρεύεις την ζωή.

Πλαστές προσωπογραφίες, στον καθρέφτη σε κοιτούν, ματωμένες οι κόρες του χάους κι ατρύγητες από πάθος, από έρωτα, ντύνονται πένθος, δεήσεις κάνουν στους θεούς, να ξεχάσουν ζητούν, πόσο εκτεθειμένοι στο χάος είμαστε, και στην άβυσσο του ανθρώπου..

Ο τρομερός έρωτας της κυρίας Χ. για έναν σκοτεινό άντρα, δεν συγκινούσε κανέναν. Ο χλομός τρόπος της κίνησης των ποδιών της,στο πεζοδρόμιο, δεν έκανε κανένα βλέμμα να σκιρτήσει. Μόνο εκείνη έσκαβε μέσα της σαν γάτα για να μπορέσει να τον θάψει μακριά από το μυαλό της. Τρεμάμενες ημέρες γεμάτες απόγνωση, σκιές φλούδες του ήλιου πέφτουν στα μαλλιά της και την φωτίζουν. Υπάρχουν ψυχρές, και υπάρχουν μήτρες θερμές. Ο τρομερός έρωτας της κυρίας Χ. για έναν σκοτεινό άντρα, συγκινούσε μονάχα έναν φτωχό ποιητή που έμενε στο δώμα μιας γερασμένης πολυκατοικίας. Μόνο αυτός καταλάβαινε το πάθος της και έγραφε σελίδες πυκνογραμμένες, με ποιήματα, που έμοιαζαν με μαύρα άλογα. Ο ποιητής την ζητούσε όλη την μέρα, την ήθελε σαν δεύτερο δέρμα, την ήθελε κατάστηθα. Δάγκωνε τα σεντόνια του τις άγιες νύχτες, όπως έκανε ακριβώς κι αυτή. Αν ταυτόχρονα τους τραβούσαμε με μια κάμερα θα βλέπαμε να κάνουν ακριβώς τις ίδιες κινήσεις και τις ίδιες ώρες. Μια μέρα η κυρία Χ. θέλησε να βάλει ένα τέλος . Περπάτησε στην άκρη του μπαλκονιού και στάθηκε επάνω στα κεραμίδια. Το φεγγάρι άπλωνε κι έχυνε ασημιά μετάξια και ένας γάτος τσακωνόταν με έναν άλλο. Η γειτονιά βογκούσε από σιωπή. Ο ποιητής την είδε από απέναντι. Της φώναξε και έκανε κι αυτός το ίδιο, στάθηκε αιωρούμενος στην άκρη της ταράτσας. Αναμετρήθηκαν με το βλέμμα, όσο μπορούσε να καλύψει η απόσταση. Μάτια από αίμα και φωτιές. Φωτιές. Χυμένα μέλια στα πόδια τους. Τα αστέρια τρεμόσβηναν και κάποιο από αυτά εμφανιζόταν στην χρονοτρύπα και άναβε τον δικό του θάνατο. Η κυρία Χ. έκανε πίσω, το ίδιο έκανε κι ο ποιητής. Χαιρέτησαν ο ένας τον άλλο με ένα νεύμα. Η γυναίκα μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της και στάθηκε γυμνή μπροστά στον καθρέφτη. Άρχισε να ερωτεύεται την εικόνα της. Για πρώτη φορά κοιμήθηκε σαν πούπουλο. Γιατί επιτέλους ο τρομερός έρωτας της κυρίας Χ. είχε συγκινήσει κάποιον σπάζοντας την μονοτονία της μοναξιάς της.. (ο τρομερός έρωτας της κυρίας Χ.)

Θα προσέχω, χωρίς να προσέχω. Μιλούν δυνατά γύρω μας σάπια κρέατα, φορούν την στολή του λύκου και ουρλιάζουν. Μα μια μουσούδα και τα μουστάκια ενός ποντικού αχνοφαίνονται από κάτω της. Επιδείξεις ισχύος και δίπλα χαφιέδες να κοιτούν και να σφυρίζουν ανύποπτα. Και να ραίνουν λουλούδια στους χαμένους. Θα προσέχω, χωρίς να προσέχω. Σκύλοι κουρασμένοι, φυλάνε τα πρόβατα, στο μαντρί, στο τροχόσπιτο, στο μπαρ της γειτονιάς το σκουριασμένο. Ενθάδε κείται η ράχη της μπουρζουαζίας. Της αλητείας το βέλασμα, επωάζεται. Ενθάδε κείται η σπασμένη λεκάνη της αστικής λαγνείας. Θα προσέχω, χωρίς να προσέχω. Αυτός που με απειλεί με το μαστίγιο, επάνω του θα το στρέψω, γιατί το άδικο πονάει πολύ. Μα πιο πολύ πονάει πως το μαστίγιο το έχει ντυμένο και καλυμένο πίσω από γλώσσα μελιστάλακτη και ψεύτρα. Θα προσέχω, χωρίς να προσέχω. Έχω μάθει από παιδί τα σκατά να ξεχωρίζω ,εδώ σκατά κι εκεί αληθινοί άνθρωποι... Και καπου ανάμεσα η ζωή χαροπαλεύει ή να ζήσει προσπαθεί όπως της αξίζει.. ( Απειλή )

Ο πρίγκιπας μου είναι ένας μικρός θίασος, καταπίνει φωτιές και στήνει σκοινιά ανάμεσα στις πολυκατοικίες , επάνω τους να ακροβατήσει, να γλυκάνει τα αστέρια και την διάθεση αυτών που ασχημονούν στο όνομα της αγάπης. Ρίχνουμε τράπουλες στο τραπέζι από μαόνι, και εξηγούμε όλες τις αντρικές φιγούρες. Κάθε αντρική φιγούρα έχει μια πληγή, όπως ακριβώς έχει και μια γυναικεία φιγούρα. Όλες οι πληγές ήρθαν επάνω μας, μας ρούφηξαν αίμα αλλά και κάτι μας έδωσαν. Και κάτι μας πήραν πέραν των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Ο πρίγκιπας μου όταν με βάζει πίσω στο αυτοκίνητο της επιστροφής με κοιτάει, εγώ δεν κοιτάζω ποτέ πίσω για να μην πετρώσω. Στην άρρωστη εποχή του τρόμου με ομορφαίνει η σκέψη των πλούσιων αισθημάτων, αισθήματα που δεν πάνε κι έρχονται. Με έχει στοιχειώσει , από παιδί μια σκέψη, ο ένας για τον άλλον. Κι όλοι για όλους. Δεν το αντέχουν όλοι, καμώνονται πως τάχα έχουν αληθινό ενδιαφέρον. Καθένας την δουλίτσα του, λένε, και βάζουν το κεφάλι τους κάτω από την ομπρέλα απομακρυσμένοι από την πηγή της αλήθειας. Ο πρίγκιπας μου είναι ένας μικρός θίασος, κουβαλάει κύκνους μαύρους και μπλε νούφαρα στα χέρια, μιλάει για πολιτείες μακρινές, φτιαγμένες από αγάπη και αλήθεια, εκεί οι ήττες δεν έχουν χρώμα , ούτε νόημα. Κάθε φορά που βρέχει, φορώ μεταξωτό φουστάνι, κάθε σταγόνα νερού επάνω μου λάμπει σαν σελήνη. Και πάντα μας ακολουθεί ένα κουτάβι. Μέχρι την στιγμή που θα έρθουν κι άλλοι στην παρέα μας, θα λέμε ο ένας για τον άλλον. Και θα είμαστε ένας μικρός θίασος. Κάπου εκεί αγγελόσκονη θα πέφτει στις πλάτες κι ένας Νοτιάς θα φέρνει στα πόδια μας καίκια.. Πες μου, αγάπησες ποτέ σου στα αλήθεια; Εσύ μικρή χάρτινη φιγούρα, που με κοιτάς , φορώντας τις δικές σου τις πληγές.. Ανάπαυση χρειαζόμαστε από το τόσο αίμα. Ένας υάκινθος με φιλά στο στόμα, όλα μυρίζουν την Άνοιξη που είναι να έρθει... (Ρίζες και μπουμπούκια)

Ημέρες υπό ματαίωση, ενώ δεν θέλαμε τίποτε άλλο παρά να αγαπηθούμε, κάπου σταματήσαμε θορυβημένοι. Ήταν ο κρότος από τα αστέρια που ήρθε επάνω μου, όταν την καλοκαιρινή νύχτα σε αναμετρούσα με τα θέλω μου. Μα τα έβαλα κάτω και τα έπνιξα σαν την Μήδεια για να μην τρομάξεις. Αλλά τελικά εσύ τρόμαξες, κάπου από την ένταση του πάθους μου, κάπου από μια αβεβαιότητα που σε τύφλωνε. Ύστερα τραβήξαμε δρόμο μακρύ γεμάτο αλάτι και πέτρα. Δεν ξέρω τι αγάπησες επάνω μου, εγώ αγάπησα πως ποτέ μου δεν σε βαρέθηκα. Ημέρες υπό ματαίωση. Αρκετές φορές πήγα μόνη μου εκεί στο μέρος της θάλασας που μιλούσαμε, θυμάσαι; ήταν μεσημέρι και ένιωθα να τρεκλίζω από την φωνή σου στα σύννεφα. Από τότε μετράω τους τρόπους που έχουν οι άνθρωποι για να αγαπηθούν. Η αλήθεια είναι πως γεμίζω ανία. Πως γίνεται να αγαπούν ανά τρεις μήνες, ανά τρεις μέρες. Πικρά μνημόσυνα στην αγάπη τους τους κάνω με μυστικό τρόπο. Μην πεις δεν βαριέσαι, έτσι είναι οι άνθρωποι... Εμείς ματαιώσαμε τους εαυτούς μας αλλά βαθιά αγαπηθήκαμε.. (Ημέρες υπό ματαίωση) Αφιερωμένο

Ημέρες υπό ματαίωση, ενώ δεν θέλαμε τίποτε άλλο παρά να αγαπηθούμε, κάπου σταματήσαμε θορυβημένοι. Ήταν ο κρότος από τα αστέρια που ήρθε επάνω μου, όταν την καλοκαιρινή νύχτα σε αναμετρούσα με τα θέλω μου. Μα τα έβαλα κάτω και τα έπνιξα σαν την Μήδεια για να μην τρομάξεις. Αλλά τελικά εσύ τρόμαξες, κάπου από την ένταση του πάθους μου, κάπου από μια αβεβαιότητα που σε τύφλωνε. Ύστερα τραβήξαμε δρόμο μακρύ γεμάτο αλάτι και πέτρα. Δεν ξέρω τι αγάπησες επάνω μου, εγώ αγάπησα πως ποτέ μου δεν σε βαρέθηκα. Ημέρες υπό ματαίωση. Αρκετές φορές πήγα μόνη μου εκεί στο μέρος της θάλασας που μιλούσαμε, θυμάσαι; ήταν μεσημέρι και ένιωθα να τρεκλίζω από την φωνή σου στα σύννεφα. Από τότε μετράω τους τρόπους που έχουν οι άνθρωποι για να αγαπηθούν. Η αλήθεια είναι πως γεμίζω ανία. Πως γίνεται να αγαπούν ανά τρεις μήνες, ανά τρεις μέρες. Πικρά μνημόσυνα στην αγάπη τους τους κάνω με μυστικό τρόπο. Μην πεις δεν βαριέσαι, έτσι είναι οι άνθρωποι... Εμείς ματαιώσαμε τους εαυτούς μας αλλά βαθιά αγαπηθήκαμε.. (Ημέρες υπό ματαίωση) Αφιερωμένο

Αυτή που ξεχειλώνει τον χρόνο, σκορπώντας τον ανάμεσα στο πουθενά και στο πάντα, αυτή λοιπόν η άγνωστη γυναίκα κάποτε μου είπε, κυρία να σας πω; η αγάπη είναι ένας σκύλος χωρίς αφεντικό. Μάλιστα, της είπα. Και δεν είπα κάτι άλλο.. Συγκέντρωσα τις δυνάμεις μου για να μπορέσω να αντιμετωπίσω τις λύπες μου. Είναι κάτι ημέρες που είσαι τόσο λυπημένος που καμιά κυνικότητα στην σκέψη δεν μπορεί να αλαφρώσει το βάρος σου... Κι αυτό που μένει , είναι αυτή η αβάσταχτη ώρες ώρες αλήθεια της λύπης σου.. 4.46 μ.μ

Ελεύθεροι σκοπευτές, επάνω στις στέγες, απειλούν την ύπαρξη μας. Έτσι κι αλλιώς είμαστε ταπεινωμένοι από τους βάρβαρους καιρούς. Όταν ήμουν μικρή μου άρεσαν τα όπλα και η εξουσία. Εξαιτίας μιας ανάγκης μου να βρίσκομαι στο περιθώριο κι όχι για να εξαντλήσω μια ηλίθια δύναμη στους αδυνάτους. Γρήγορα το κατανόησα καθώς και την ευαρέσκεια και την ανάγκη μου να βρίσκομαι στην άκρη ή πίσω πίσω από ένα μεθυσμένο πλήθος. Είμαστε ο όχλος που φτιάχτηκε με άπειρη υπομονή που διαθέτει μια αράχνη. Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν είναι για κανέναν. Ο ΩΧΑΔΕΛΦΙΣΜΟΣ και η παραίτηση από τα ανθρώπινα έχει μετατρέψει τις κοινωνίες σε αποικίες και εξουσιαστές. Σύγχρονα σκλαβοπάζαρα. Πέτυχαν πολύ σε κάτι οι σύγχρονοι Μεφίστοι. Σε ένα παγκόσμιο συμβόλαιο θανάτου κατάφεραν τούτο. Καθένας για την πάρτη του. Μην κοιμάσαι, κανείς ελεύθερος σκοπευτής δεν κυκλοφορεί στις στέγες για να σπάσει αυτό το παγκόσμιο συμβόλαιο υποταγής. Όλα υπάρχουν σαν ονειροπαγίδες... Ξέρουν αυτοί καλά με χειρουργική εξάσκηση να δουλεύουν τον ιστό τους. Αυτοί μια τεράστια αράχνη κι εμείς πιασμένα καλά στην κλωστή της μικρά έντομα. Μεθυσμένα από τον τρόμο και τον φόβο. Δεν υπάρχουν μανιφέστα όσο υπάρχει ο παρτάκιας.. θέλει χρόνια για να εκδιωχτεί αυτή η συμφορά της δικής μας ράτσας.. Ο ραγιάς ντύθηκε στα βελούδα και έσυρε τον χορό της νύφης. Μην ομιλείτε. Μην κρίνετε για να φοβάστε να μην κριθείτε.. Μην κοιτάτε, τα παρατεταμένα βλέμματα θα τιμωρούνται. Ο ανυπάκουος πρώτος να πετάξει την πέτρα ,ύστερα θα αναγκαστεί να την πετάξει στον εαυτό του. Μην συμπεριφέρεστε με τρόπους,εκτός της αγέλης. Και που είσαι; Αυτός που ευεργετήθηκε από εσένα είναι ο εχθρός σου. Και λοιπόν; Τι θες να κάνω; Προσπαθώ να ελευθερωθώ χρόνια από χίλιους δυο δαιμόνους.. Η αυτονομία μου θα είναι η αυτοκρατορία των αισθήσεων του ανθρώπου. Αυτό είμαι εκεί στο βάθος κάτω από την μάσκα του κτήνους.. Θέλω να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Ναι, Ασταμάτητα. Πιάσε μου το χέρι. Υπάρχουν πολλοί εκεί έξω ΠΟΥ ΘΈΛΟΥΝ ΤΟ ΊΔΙΟ. Κάποτε οφείλουμε να ζήσουμε ως άνθρωποι. ότι έκανε ο Τειρεσίας έκανε. ότι συνέβη στον Προμηθέα συνέβη. Να πάρει ο διάολος, η ιστορία επαναλαμβάνει τα βήματα της σπειροειδώς... Ας επαναληφθεί η ανάγκη του ανθρώπου. Όχι της μάσκας που οι άλλοι του φόρεσαν.. 23-1-2014

το χάος


Το τηλεγράφημα. Οι κολώνες της ΔΕΗ. Ένα παιδί χωρίς γονείς. Μια αυλή υπογείου διαμερίσματος παλαιάς κατοικίας. Ένας σκύλος μόνος, που φωνάζει τα μεσημέρια. Το ανικανοποίητο. Το παιδί ενηλικιώθηκε. Γράφει επιστολές σε άγνωστους παραλήπτες, τα αφήνει συστηματικά σε κάποια γωνιά του Ταχυδρομείου. Τις βρίσκει ένας απελπισμένος, στα πρόθυρα αυτοκτονίας. Διαβάζοντας τις, ξαναβρίσκει την αγάπη για ζωή. Ψάχνει απελπισμένα, κάθε ημέρα, τον άγνωστο ευεργέτη-συγγραφέα του, χωρίς αποτέλεσμα. Ο άγνωστος συγγραφέας έθεσε τέλος στην ζωή του. Ποτέ δεν ξεπέρασε την μνήμη ενός τηλεγραφήματος που διάβασε παιδί, πως ο πατέρας του έπεσε εν ώρα εργασίας σκαρφαλωμένος στις κολώνες της ΔΕΗ. Λίγο καιρό αργότερα πέθανε κι η μητέρα του από την καρδιά της. Μετά από μήνες σταματά ο παρ ολίγον νεκρός από αυτοκτονία να τον ψάχνει. Είναι καλά πια. Μια Κυριακή πηγαίνει σε μια κηδεία, χωρίς να ξέρει το γιατί, την προσοχή του, τραβά ένας τάφος λίγο πιο εκεί. Αφήνει ένα λουλούδι με συγκίνηση. Ποτέ δεν θα μάθει πως είναι ο άγνωστος ευεργέτης -συγγραφέας.

το μικρό ζώο της καρδιάς μου


Τυλίγω προσεκτικά, και με κινήσεις τελετουργικές, το ζώο της καρδιάς μου/ Να το χαρίσω θέλω, εκεί όπου ο Μάκβεθ θα συμφωνούσε/ Εκεί, που ο Μπωντλαίρ, θα χαμογελούσε/ Τα ζόμπι έχουν καταλύσει στο σαλόνι μου, διαβάζουμε μαζί και γελάμε/ Ύστερα παίζουμε, φτου ξεελευθερία, ύστερα παίζουμε, είμαστε φίλοι;/ Ύστερα μου μιλούν τις νύχτες για τα ερωτικά φαντάσματα που στοίχειωναν τις ώρες τους/ Στο σαλόνι τότε πέφτουνε κεράσια από το ταβάνι που ανοίγει/ Τρέχουν αστέρια και γαργαλούν τα άκρα μας/ Μια ερωτική ζάλη τριγυρνά ατέλειωτα, μούδιασμα τρυφερό στις απολήξεις των αγγείων μας/ Σε τούτες τις συνευρέσεις μας, θέση δεν έχουν αυτοί που ζουν την εποχή τους με δανεικά επιγράμματα, θέση δεν έχουν οι θεματοφύλακες της σκέψης χωρίς γνώση/ Τυλίγω προσεκτικά το ζώο της καρδιάς μου/ Ζητά να βρει ένα μικρό καταφύγιο/ Κλαίει σαν βρέφος σαν δεν το νιώσουν/ Φωνάζει δυνατά, σαν το ατιμώσουν με υποκριτικές ικανότητες / Η ζεύξις των ίππων κάτω από το παράθυρο μου το καθηλώνει/ Κι εκείνα τα ζόμπι που σου έλεγα πριν/ Φεύγει η ζωή μου μα και γεμίζει/ Από την ύπαρξη των ζόμπι και των αλόγων που με γοητεύουν φρενιασμένα/ Μην με σταματήσεις αν παραληρώ από ευχαρίστηση που κόβει τα γόνατα μου/ Βλέπω τον θάνατο στον πορφυρό του θρόνο/ Τον ξεγελάει αυτό το μικρό ζώο της καρδιάς μου και σε εμένα ξεχνά να έρχεται..