Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014


Αρνούμαι να κολυμπήσω με το ρεύμα, λόγια να πω που δεν πιστεύω, φίλους να ονομάσω, όσους η καρδιά μου δεν γνωρίζει, έτσι απλά ,για να πω πως έχω φίλους στο σαλόνι μου, αρνήθηκα μια καρέκλα να καθίσω, την αγκαλιά του κράτους να θωπεύσω, να εναγκαλιστώ με δόντια αρουραίων , Τετάρτη Δημοτικού, όταν ήμουν,κατάλαβα πόσο σκληρός είναι ο κόσμος και δεν μπόρεσα να μην το φωνάξω δείχνοντας με το δάχτυλο τον χάρακα του δάσκαλου στους άλλους, κι ας έμεινα μόνη μου κάνοντας παρέα με παιδιά που ξεχώριζαν με την διαφορετικότητα τους, αναζήτησα με πάθος την ομορφιά, αυτή μου χαρίστηκε πίσω από μια έκτη αίσθηση, είδα θαύματα και αδικίες , όλα έγιναν γιατί ο άνθρωπος ψάχνει να βρει τον θεό χωρίς να ξέρει ο ίδιος τον εαυτό του.. Γνώρισα παράδεισους και αυλές με τσουκνίδες που μάτωσαν τα πόδια μου, μα περπάτησα, με την ψυχή μου περπατώ και με αίμα, μα στην ζωή καταφύγιο ένα είχα πάντα, το νησί μου, Αμοργό την είπαν,

Εξόχως παρασιτικοί ήταν οι καλεσμένοι ενός επαγγελματία κοσμοπολίτη, ανακατευόμουν ανάμεσα τους, κρατώντας ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί, μιλούσαν με μια γλώσσα επιτηδευμένη σε σημείο γέλωτος, κρατούσα θυμάμαι τα χέρια μου ακίνητα ώστε να μην φανερώσουν τον εκνευρισμό μου, σκεφτόμουν πόσες άδειες ώρες γέμισαν καταβροχθίζοντας λεξικά που η μόνη χρήση τους ήταν στο να τους βοηθούν να κάνουν μια δήθεν ενδοσκόπηση της ανθρωπότητας. Μιλούσαν με τον στόμφο ενός δικηγόρου ή ενός βουλευτή σε παραλήρημα, κυλούσα δίπλα τους τραβώντας τα βλέμματα τους, άκουγα το σάλιο τους να μένει στην άκρη των χειλιών τους και μέσα μου έλεγα έλεος, έλεος, ποιος θα μας απαλλάξει από αυτήν την κακορφομισμένη πνευματική μούχλα, ύστερα βγήκα στην βεράντα, κοίταξα τα κρεμασμένα αστέρια και η ψυχή μου άρχισε να γαληνεύει. Ένα αντρικό χέρι ακούμπησε στον ώμο μου κι ένα βαρύ άρωμα πεύκου γέμισε την μύτη μου, (Δεν περνάτε καλά, μήπως θα θέλατε να είστε κάπου αλλού); Ρώτησε και διέκρινα στο ζωντανό του πορτρέτο έναν γνήσιο αναζητητή των απολαύσεων. Τα μάτια του ήταν ζωντανά, θα έλεγες πως έκαιγαν, το στόμα του πλούσιο σαρκώδες, τυπικό δείγμα της Μεσογείου. (Θα ήθελα να ήμουν σε ένα χωριό ερειπωμένο, μόλις πέντε σπίτια ξαναχτίστηκαν σε αυτό, από την αρχή). Του είπα και ξαναγύρισα στον ουρανό το βλέμμα μου. (Που είναι αυτό το χωριό); Ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον. (Στην Αμοργό, είναι το χωριό που γεννήθηκε ο πατέρας μου και το μέρος που όλα δείχνουν πως έγινε η σύλληψη μου), του απάντησα και τον άφησα να μου ανάψει το τσιγάρο που μόλις είχα βγάλει από το πακέτο μου. (Αύριο κιόλας, πείτε μου την μέρα που θέλετε να πάμε, θα μου επιτρέψετε να θέλω να πάμε μαζί).. Κοίταξα αυτόν τον μελαχρινό άντρα, αισθάνθηκα σαν να ήταν ο πιο λυπημένος άντρας στον κόσμο κι ας μην έδειχνε η ομορφιά του την αιτία αυτής της λύπης... Το βλέμμα του έδειχνε πως είχε κάποιο μεγάλο ταλέντο χωρίς την συνοδεία της έπαρσης. Αυτό με γοήτευε φοβερά.. (Με τι ασχολείστε αν επιτρέπετε; Και λυπάμαι για την τόσο κοινότοπη ερώτηση αλλά δεν είναι θέμα ερμηνείας σας , πάρτε το σαν γνήσιο ενδιαφέρον)..Ρώτησα και καρφώθηκα στα χείλια του. (Συγγραφέας, είμαι ένας ερασιτέχνης αλιεύς μαργαριταριών ). (Και τι ζητάτε εδώ πέρα); (ότι κι εσείς,,παρατηρώ τους ηλιθίους, ξέρετε ο κόσμος κρέμεται από μια κλωστή, δυστυχώς το ψαλίδι το κρατούν οι ηλίθιοι κι όχι οι λαοί, αυτοί πάλι έχουν καθυποταχτεί σε αυτούς χωρίς να ξέρουν το γιατί).. (Πάρτε με αύριο στο τηλέφωνο να κανονίσουμε πότε θα μπούμε στο καράβι), είπα κι έγραψα σε ένα χαρτάκι τον αριθμό μου. Του έδωσα το χέρι με το χαρτάκι, αυτός το κράτησε δυνατά και μου είπε. (έχω ξαναπάει στην Αμοργό κι έχω επισκεφτεί τον Στρούμπο, ίσως μαζί να δούμε λίγο διαφορετικά το τοπίο). (Δεν μου αρέσουν οι σίγουροι άνθρωποι), απάντησα και πρόλαβα να τον δω να χαμογελάει. (Ούτε εμένα, εγώ τρελαίνομαι για τους ανασφαλείς όπως εσείς), φώναξε πίσω από την πλάτη μου. Σκέφτηκα πως ήταν ένας αληθινά γοητευτικός και ευφυής άνθρωπος, χαιρέτησα όλους ,άνοιξα την πόρτα κι έφυγα. Πίσω μου τα παράσιτα και τα ψώνια ,΄έμοιαζαν σαν ένας όχλος από κατσαρίδες... (Αθήνα-Στρούμπος 2014
Οι γυναίκες που κρύβονταν μέσα μου κάθε ημέρα δραπετεύουν, ο προορισμός τους πιθανολογώ πως είναι προς το νερό. Συνέχεια διψούσαν εξάλλου, συνέχεια είχαν το στόμα τους κρυμμένο με το στόμα. Γράφοντας για την ζωή τους εξευγενίζω το ζώο μέσα μου και δυναμώνω το δικό τους. Μια από αυτές όμως γύρισε σήμερα,( άσε με να ζήσω) , είπε,( άσε με ελεύθερη). (Ποτέ δεν θέλησα να φυλακίσω κανέναν), είπα. (Τότε κάποιος από τους δυο μας κάνει λάθος), επέμεινε. (εσύ ποια είσαι από όλες); Την ρώτησα, στο μεταξύ ένας αέρας χτυπούσε δυνατά τις τέντες έξω στην βεράντα. (Είμαι αυτή που σε επιβλέπω, εγώ παρακολουθώ τις κινήσεις σου μέρα νύχτα, σου επισημαίνω τα λάθη σου και τα χαρίσματα σου). (Κακώς κάνεις, από σήμερα αποχωριζόμαστε οι δυο μας), της σφύριξα στο αυτί. (Και τι θα κάνεις μόνη σου από εδώ και πέρα); Ξαναείπε με το στόμα σουφρωμένο. (Θα ξαναβρώ το χρώμα της οδύνης), της είπα και άνοιξα την βεράντα. Ότι ήταν παλιό το πέταξα σήμερα, ότι ήταν σάπιο το βούλιαξα σαν βάρκα.. Από σήμερα καινούργιες γυναίκες θα ρθουν να με συντροφέψουν.. Και καμιά δεν θα αφήσω να μιλήσει για τα λάθη μου, όχι από περιφρόνηση στην γνώμη τους αλλά γιατί διψάω κι εγώ, για λάθη, πάθη, για ζωή αληθινή που θα συγκρούεται με το μέλλον, το μέλλον είναι το τώρα.. Οι μεγαλόκαρδοι τις περισσότερες φορές εξαπατούνται, σκέφτηκα, και καθώς ο αέρας κούναγε δαιμονισμένα τις γλάστρες, συνειδητοποίησα πόσο πολύ τιμωρούσα την μεγαλόκαρδη κόρη μέσα μου που είχε εξαπατηθεί πολλές φορές... -Ξεκλείδωμα
Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκέφτονται αυτοί που χτενίζουν τα μαλλιά τους αιώνια με τον ίδιο τρόπο αλλά πολλές φορές αναλογιζόμουν, αν ήταν ο ίδιος τρόπος που χρησιμοποιούν το στόμα τους για να φιλήσουν, αν ήταν ίδιος ο τρόπος που προσέγγιζαν το ταίρι τους, αν ήταν μια ρουτίνα όλη τους η ζωή.Αυτό το πράγμα είναι σχεδόν θνησιμότητα... Είναι άσχημο να περνάς τις μέρες και τις ώρες σου μέσα σε μια ίδια καθημερινότητα, να σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόσουν πριν χρόνια.. Με άδολη αγάπη προσέγγιζα αντρικά πορτρέτα, έγραφα γι αυτά όταν φάνηκε εκείνος, ήταν ψηλός, με μια φράντζα μελαχρινή να πέφτει στο δεξί του μάτι, έσταζε θάλασσα και κάθισε απέναντι μου , σε ένα νησιώτικο ουζερί. Οι γλάροι μιλούσαν φευγαλέα μεταξύ τους και τα ποτήρια τα τσούγκριζαν τουρίστες φερμένοι από τον Βορρά. Μετά αρχίσαμε να κάνουμε τις ίδιες κινήσεις. Μόλις άναψα τσιγάρο εγώ αμέσως άναψε κι εκείνος, έπινα ούζο εγώ, έπινε κι εκείνος, παρήγγειλα εγώ , παράγγειλε τα ίδια κι εκείνος. Ήταν όμορφη αυτή η τελετουργία, έκλεισα το τετράδιο και ξέχασα το πορτρέτο αυτού που χτενιζόταν με τον ίδιο αιώνια τρόπο.. Σηκώσαμε τα ποτήρια εις υγείαν ψελλίζοντας απλώς τις λέξεις, υπόγεια ρεύματα θερμών συναισθημάτων άρχισαν να μας σαρώνουν. Τα μάτια του κάρφωναν τα δικά μου σαν το καρφί στον σταυρό. Τόση ήταν η ένταση.. Και τότε κατάλαβα πως δοκιμάζαμε ακούσια τις δυνάμεις μας , πως δοκιμάζαμε συντονισμένα αόρατες συμφωνίες μη χαλιναγώγησης συναισθημάτων. Παραφέρομαι, σκέφτηκα ζεστή από το ποτό κι εκείνον απέναντι μου. Κύλησαν οι ώρες ακούραστα.. Έφτασε το σούρουπο όταν ήρθε κοντά μου. Μυρίζαμε ούζο και τσιγάρα και κάτι άγριο και ιερό που υπήρχε εκεί για εμάς.. Έβγαλε από την τσέπη του ένα γιατσέντο και μου το έδωσε να το μυρίσω. (έχω μια βάρκα κάπου πιο κάτω, θα ανεβείς μαζί μου, σήμερα έχει το πιο μεγάλο φεγγάρι του χρόνου), είπε. Τον ακολούθησα περπατώντας στην ζεστή ακόμη άμμο. Κάπου παρακάτω πέταξα σε έναν κάδο το τετράδιο που έγραφα για κάποια αντρικά πορτρέτα. Δεν ήθελα να μπω στον πειρασμό να γράψω γι αυτόν, σίγουρα αυτό θα έκανα αν το κρατούσα επάνω μου.. Καθώς φτάναμε στην βάρκα ένας σκύλος πετάχτηκε από μέσα της κι ήρθε κοντά μας.. (Καλώς την μπέμπα), της είπε και την χάιδεψε τρυφερά. (Είναι προστατευμένη από τον άγιο των ζώων), μου είπε και παραξενεύτηκα. (Υπάρχει τέτοιος άγιος); Ρώτησα απορημένη. (Υπάρχει , τον λένε άγιο Μάμα), απάντησε , με βοήθησε να ανέβω στην βάρκα και έβαλε μπροστά την μηχανή. (Πως σε λένε); Ρώτησα. (Σήμερα δεν θα έχουμε ονόματα, απλά θα είμαστε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μας βγαίνει, μπορούμε να λέμε ο ένας τον άλλο Αύγουστο). Έβαλα τα πόδια μου στην θάλασσα, η βάρκα κυλούσε απαλά σαν χαρτί στο νερό, η θάλασσα έσταζε ένα ασημένιο φεγγάρι κι από το ασήμι τρώγαμε κι εμείς με τα μάτια μας ανοιχτά σαν να περιπολούσαμε τον ουρανό. Ξέχασα ποια είμαι και πως με λένε και δεν ήξερα που ακριβώς πήγαινα. Από εκείνη την ημέρα όλα μέσα μου άλλαξαν, σαν να με καθόριζε μια αόρατη πυξίδα.. Ήταν Αύγουστος.. -Αύγουστος

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014


Γύρισα στο σπίτι και τακτοποίησα τις πλάνες μου μέσα σε ένα κουτί. Μετά ανακάλυψα κάτι ξεχασμένες αγγελίες που ζητούσαν αγγέλους. Φυλλομέτρησα βιβλία με σφραγίδες από χρυσό και άνοιξα στο κρεβάτι πάπυρους με ιερογλυφικά. Στο τηλέφωνο μίλησα με έναν παλιό γόη για ώρα παρηγορώντας τον. (Τι τα θες , κατέληξα, περασμένα, αλλά όχι ξεχασμένα μεγαλεία). (Δεν είναι περασμένα, ακόμη περνάει η μπογιά μου), είπε ο καημένος αφήνοντας την φράση στον αέρα με απορία. (Καληνύχτα γόη), του είπα κι έκλεισα το τηλέφωνο. Με μερικούς ανθρώπους έχεις την αίσθηση πως μιλάς μόνος σου... Τάισα τον σκύλο μου και έδωσα με το δάχτυλο μου μέλι στον παπαγάλο μου, η αλήθεια είναι πως ξετρελαίνεται γι αυτό. Σε λίγο θα είχα την επίσκεψη ενός νεαρού ηθοποιού. Ήθελε την γνώμη μου για τον γνωστό ρόλο του Σαίξπηρ, δεν ήξερα μετά από λίγο αν ήθελα να ζήσω ή όχι ακούγοντας και βλέποντας τον. Αν ήμουν ψώνιο θα έλεγα στον νεαρό, είσαι τραγωδία, αλλά τι κρίμα ήμουν άνθρωπος, αρκετά ώστε να μην του κόψω τις ελπίδες, απλά τον κέντησα με υπομονή και του έδειξα άλλο δρόμο στην περσόνα του. Σαράντα χρόνια στο θέατρο τα είχα δει όλα ή σχεδόν όλα μια και δεν προλαβαίνεις να τα δεις όλα . Έβαλα σαν έμεινα μόνη μου εκείνο το παλιό κονιάκ του Ραμόν. Τι να έγινε αλήθεια ο Ραμόν, σκέφτηκα, τελευταία φορά είχε μπλέξει με ένα θηλυκό αρκετά φτηνό και χυδαίο. Θυμόμουν πως όσο περισσότερο του το έλεγα τόσο εκείνος την υπερασπιζόταν με θέρμη, μετά μιλούσε γι αυτήν με τόση ηδονή χυμένη στο πρόσωπο που δεν μπορούσα να του την χαλάσω. Κι εγώ υπήρξα εξάλλου χρόνια ερωτευμένη με κάποιον που ήταν σαν κουασιμόδος αλλά εγώ τον έβλεπα σαν έναν αρρενωπό δανδή, κι όσο μου το έλεγε ο Ραμόν τόσο σκύλιαζα κι έβρισκα χίλιους λόγους για να τον αναδείξω σε άκρως γοητευτικό. Χαμήλωσα κιόλας τήν ένταση στον ρόλο μου για να αναδειχτεί αυτός σαν πρωταγωνιστής κι όχι εγώ, ήταν η αλήθεια τόσο το ταλέντο μου αλλά κι η δύναμη του έρωτα μου που έπεισα το κοινό γι αυτό. Χρίστηκε από όλους αυτός πρωταγωνιστής , μόνο δυο κριτικοί στις στήλες των εφημερίδων δεν πειστηκαν για τούτο. (Μα είσαι τρελή); μου είπε ο φτωχός μου ο Ραμόν, (τι κάνεις; γιατί σκοτώνεις τον ρόλο σου); (Γιατί οι ρόλοι κι η δόξα είναι εφήμερα Ραμόν, μόνο ο έρωτας δεν είναι). Χα χα , τελικά αποδείχτηκε στην ειδική αυτή περίπτωση πόσο εφήμερος είναι και πόσο υπολογιστικός ο έρωτας, μετά από σύντομο διάστημα τα έφτιαξε με μια μικρή που έπαιζε ένα μικρό ρολάκι, φρόντιζε να την αγκαλιάζει και να την φιλάει μπροστά στο καμαρίνι μου. Πονούσα αλλά δεν μπορούσα , δεν ήθελα να γυρίσω τον ρόλο, δεν ήθελα να καταστρέψω τον δικό του πρωταγωνιστικό ρόλο. Ήταν τόσο πρωτοποριακό εξάλλου σκεφτόμουν να αναδεικνύουμε μέσα από την παράσταση μας έναν δεύτερο σε πρώτο ρόλο. Όσο για την εκδίκηση μου φαινόταν πολύ ωμό και γελοίο πράγμα, δεν υπήρξε ποτέ στις προθέσεις μου. Θα περνούσε κι αυτός ο πόνος όπως όλοι. Θηρίο έγινα στα χρόνια. Άντεξα. Άντεξα. Και δεν άλλαξα την ματιά μου στον κόσμο. Τώρα με την μνήμη να με αφήνει σιγά σιγά παρακολουθούσα τον χρόνο να φεύγει. Στα 80 μου και σκηνοθετώ ακόμη, σκέφτηκα. Ήπια κι άλλο κονιάκ. Με κατέλαβε η δυσθυμία, ερχόταν χωρίς υποκρισία και με πίεζε. Άρχισα να τρέμω. Γιατί να θυμάμαι μόνο τις ασχήμιες, γιατί να θυμάμαι μόνο τις λύπες; Εγώ που βλέποντας και διαβάζοντας εφημερίδες κρατημένες σαν αρχείο, βλέποντας φωτογραφίες με υπέροχους άντρες, τρελούς έρωτες, τώρα θυμόμουν μόνο τις ασχήμιες. Κι αυτό γινόταν μια μαύρη κουρτίνα που πίεζε τον χρόνο μου. Οι ρυτίδες στον καθρέφτη μου, οι αναμνήσεις με τις ήττες με καλούσαν σε αυτήν την τραγική δυσθυμία. Έβαλα στο πλατό την Μαρία να τραγουδήσει. ω, πόσο τραγικό το τέλος της. Ο σκύλος μου ήρθε στα πόδια μου σαν να κατάλαβε αυτο το χτυκιό της λύπης που με έτρωγε σιγά σιγά. Αύριο κιόλας θα παραιτηθώ έχουν χρόνο να βρουν άλλον σκηνοθέτη, σκέφτηκα. Μετά ξαναθυμήθηκα τον κουασιμόδο και τον Ραμόν. Και τις σταρλετίτσες. Ναι, παραδέχτηκα μεγαλειωδώς οι καριόλες γυναίκες τελικά μπορεί να είναι πολύ πιο έξυπνες, ακολουθούν τους στοχασμούς της αράχνης, τυλίγουν τον ιστό τους σιγά σιγά και παγιδεύουν το θύμα τους. Μετά, σαν πύθωνες το καταπίνουν... Μα αυτό δεν κάνει ο έρωτας; Σε καταπίνει μανιωδώς αργά αργά. Το θέμα μου ήταν πως οι ίδιες δεν είχαν ερωτευτεί ποτέ τα θύματα τους, μόνο τα θύματα τους τις είχαν ερωτευτεί ολοκληρωτικά. Μα τότε και πάλι οφείλω να δω την δύναμη τους, πως μπορούσαν να κάνουν τους άλλους να τις ερωτευτούν χωρίς οι ίδιες να χουν ερωτευτεί ποτέ. Τα θύματα τους θα πρεπε να τις ευγνωμονούν. Μετά καθώς έκανα αυτές τις σκέψεις κι ακούγοντας την Μαρία είδα πως όλα αυτά ήταν μόνο η μια πλευρά της ιστορίας, μισές ήταν οι ιστορίες. Αν δεν έχεις ερωτευτεί πολύ τόσο ώστε να κυλίσεις στην άβυσσο, αν δεν έχεις καεί για έναν έρωτα , αν δεν έχεις γίνει φωτιά και φλόγες τότε μάλλον τίποτε δεν έχεις ζήσει. Στο είπα παραπάνω, όλα τα άλλα είναι εφήμερα. Έκλεισα τα μάτια κι άκουσα την Μαρία. όσο έμπαινε μέσα στην καρδιά μου τόσο αισθανόμουν τον έρωτα της. Καταστράφηκε. Αλλά ερωτεύτηκε... -Μέρες του θεάτρου

Έλεγα, σου έλεγα, ας καούμε από ζωή. Και το εννοούσα, πως αλλιώς θα μπορούσα να κατεβάσω, ένα γλυκό βράδυ στο νησί , το φεγγάρι, να μπορέσεις να δεις μέσα στις ασημόμαυρες σπηλιές του , να κοιτάξεις το εμφανώς όμορφο πρόσωπο μιας ηλικιωμένης με λευκό μαντήλι να σου αφηγείται τρυφερά τις ιστορίες της ζωής της που περιλάμβαναν τον έρωτα; ΠΩς θα μπορούσες να ξεχάσεις όλα εκείνα που σου έμαθαν για τα ζώα, είδες καθαρά πως και τα ζώα χαμογελούν όπως εμείς, πως αν συγκεντρωθείς πάνω τους θα μάθεις να επικοινωνείς με την δική τους γλώσσα. 'Ελεγα, σου έλεγα, ας καούμε από ζωή. Το υποστήριζα από μικρό παιδί. Είδα τον πατέρα και την μητέρα μου να καίγονται. Είδα τον πατέρα μου να καίγεται πολύ πριν την σύλληψη μου. Κι όταν γεννήθηκα και μεγάλωσα, περπάτησα επίτηδες ξυπόλητη στον Στρούμπο, αυτό το εγκαταλειμμένο χωριό από τον σεισμό, και καθώς περπατούσα ένιωσα πως εκεί συνέβη η σύλληψη μου. Ανάμεσα στα γκρεμισμένα σπίτια, ανάμεσα στον απόηχο των τζιτζικιών. Ανάμεσα στις φραγκοσυκιές. Γύρω μου ελιές και φραγκόσυκα κι εγώ ζητούσα νούφαρα για να περπατήσουμε ανάμεσα τους, να φτιάξω έναν μικρό δρόμο να αφήσεις τα ίχνη των πελμάτων σου Σε καίει η ζωή όταν ζητάς φωτιά. Μα δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ζήσεις, όλα τα άλλα είναι ημίμετρα. Φτηνές συνταγές επιτυχίας με βοηθήματα τύπου μάθε πως θα σε σέβονται. Φτηνοί άνθρωποι που γαζώνουν τον κόσμο με σφαίρες.. Με χυδαιότητα, χωρίς αξιοπρέπεια περιφέρουν τα κρανία τους που είναι γυμνά. Τους βλέπω, με βλέπουν. Καμία συνθηκολόγηση με τα πτώματα. Έλεγα, σου έλεγα , εμείς που μεγαλώσαμε με Βαμβακάρη και Rock και γυαλισμένα Blues, μας είναι αδύνατον να μην έχουμε ελπίδες. Μεγαλώσαμε όμως. Και κάπου μέσα μας ξέρουμε πως η ελπίδα κάποιες φορές είναι μεγάλη απάτη. Μόνο ο θυμός κι η απόγνωση ξυπνούν κοιμισμένες συνειδήσεις. Μεγαλώσαμε. Εμείς χωρίς πολλές φροντίδες γιατί έτσι ήταν οι συνθήκες.. Αλλά έτσι μάθαμε να μετράμε τι σημαίνει αγάπη και τρυφερότητα. Ναι, να καιγόμαστε. Όπως τα καντηλάκια που καίγονται στα κοιμητήρια για να κρατούν συντροφιά στους νεκρούς. Όπως ο ήλιος που ζεματάει την πέτρα στα κυκλαδονήσια. Δεν αρκεί η ποίηση αν δεν έχεις φωτιά. Αν δεν είσαι άνθρωπος.. Αν περιφέρεσαι χωρίς φύλο. Σου λέω, αγαπώ και δεν περιμένω τίποτε πια. Η ελπίδα δεν είναι μόνιμη παρέα μου. Αλλά η φωτιά παραμένει... - Τα προσχέδια της φωτιάς- Υγ. αφιερωμένο με βαθιά αγάπη στην Τ. εκείνη ξέρει
΄Πολλοί μπερδεύουνε την κάβλα με τον έρωτα ,ίσως γιατί ζούμε μέσα σε αριθμημένα κουτάκια, χαραγμένα με λέξεις κι όχι μονάχα με αριθμούς. Ίσως γιατί η μοναξιά κι η επιφυλακτικότητα είναι πιο έντονα από ποτέ. Κι ενώ η κάβλα είναι θέμα ορμονών και μιας τυχαίας διάθεσης βαπτίζεται μέσα από την στριμωγμένη ανθρωπότητα έρωτας κι αργότερα αγάπη. Ενώ τα κουτάκια συνεχίζουν την ετοιμοπόλεμη παρέλαση.. Κουτάκι νούμερο ένα χρέος, αξιοπρέπεια, κουτάκι νούμερο δύο μυθοποίηση και πάει λέγοντας. Ξέρω πολλούς έρωτες που ναυάγησαν σε ένα βράχο που είχε σχήμα πικρό, έρωτες που άξιζαν, αλλά θυσιάστηκαν για κάτι άλλο που δεν ήταν τόσο δυνατό, όμως ο θύτης μεγαλώνοντας έκλαψε πικρά καταλαβαίνοντας πως μέσα σε μια σύμβαση θυσίασε όχι τον άλλον αλλά την ίδια την ζωή του. Ξέρω πως ο άνθρωπος που δεν έχει κάβλα γενικά για τα πράγματα, για την ζωή, για τους άλλους ζει σε μια καλύβα με άχυρα. Η ζωή κυλάει χωρίς να καταλαβαίνει τίποτε γιατί με τίποτε , δεν συγχρονίστηκε, εκτός ίσως από ένα πρόγραμμα που ονόμασε ο ίδιος ζωή.. Η κάβλα είναι συχρονισμός με κάτι, είναι ροή που σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα που είναι κατά κάποιον τρόπο αόρατα. Και να βρείς τις αρχέγονες δυνάμεις σου. Και πολλοί ,όπως δεν καταλαβαίνουν την διαφορά της καλής με την κακή λογοτεχνία, έτσι μπερδεύουν την κάβλα με ένα χρησιμοποιημένο προφυλακτικό.. Αλλά δεν είναι έτσι, δεν χύνουμε υγρά φωνάζοντας, συγχρονιζόμαστε με τον άλλο επιτρέποντας στον εαυτό μας να μπει μέσα στον άλλον.. Χωρίς κουτάκια, χρεος, πίστη, επανάληψη... Και ναι, σαφώς η κάβλα έχει διαφορά στην ποιότητα. Αν ο άνθρωπος δεν διαθέτει αγάπη για την ζωή, την περιπέτεια που λέγεται ζωή, δεν έχει κάβλα για την δουλειά του ή για τους φίλους του, τους έρωτες που πέρασαν από την ζωή του δεν τους πέρασε σαν σκουπίδια στην ανακύκλωση, αν ο άνθρωπος δεν ζει με όλες τις δυνατότητες και την ανάγκη να νιώσει την αρχή και ποιο είναι το τέλος του κόσμου, τότε το να βρεθεί κάποιος στο κρεβάτι μαζί του δεν θα είναι παρά ένα ξεχαρμάνιασμα ορμονών. Είμαστε ορμόνες αλλά είμαστε και συναισθήματα κι αισθήσεις που χύνονται στο σύμπαν και ξαναγυρνούν πίσω σε εμάς σαν αποτέλεσμα της σκέψης μας και της πράξης μας. Δείτε την φωτογραφία, άνθρωποι στριμωγμένοι είμαστε, καθισμένοι πάνω σε έναν ύφαλο, ο ένας σπρώχνει τον άλλον για να πέσει, η ζήλια κι ο φθόνος είναι σκουλήκια που τρυπούν το κεφάλι και πληγιάζουν την καρδιά μας. Σε ακούω να λες, θα σε πηδήξω μια μέρα, θα πάρω ότι έχεις, μα δεν ακούς την ζωή να τσουλάει έξω από σένα, είσαι ένα τίποτε, ένα μικρό τίποτε. Μην μπερδεύουμε μέσα σε αυτό το άγριο πράγμα της επιβίωσης την φιλία με τις δημόσιες σχέσεις, τις κλίκες των ίδιων συμφερόντων με την <<λέσχη της αλληλεγγύης>>, μην μπερδεύουμε την μοναξιά μας με την κάβλα και τον έρωτα. Ο έρωτας έχει μια συνέχεια, κι εκτός από έναν συγχρονισμό έχει την ανάγκη για τον άλλον... Και τέλος, όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται ας θυμηθούμε πως είναι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος δεν θανατώνει ζώα για να ηδονιστεί μέσα από την αγωνία των ματιών τους, δεν σκοτώνει έτσι, για να σκοτώσει τον άλλον.. Ο άνθρωπος είναι κομμάτι από το απέραντο σύμπαν, αν συγχρονιστεί μαζί του έξω από τα κουτάκια του τότε θα φανεί αυτό που πραγματικά είναι... -Σκέψεις-

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Της μιλούσε με βροχόλογα Τα έριχνε στην πλάτη της αυτός,να αντέχει τον καιρό Μα αυτά μόλις άγγιζαν την πλάτη της δραπέτευαν και γίνονταν ποιήματα Έτσι, ποτέ της δεν κατάλαβε, πόσο πολύ, μια μέρα την αγάπησε Μόνο έτσι αφηρημένα και σχεδόν παθητικά ένιωθε η ίδια μέρος της βροχής Κι έτσι του δίνονταν τις νύχτες, σαν βροχή που έμπαινε αδιάκριτα επάνω στο λευκό κρεβάτι τους.. _-Ανατολή--_

Η μεθοδική κανονικότητα την εξαντλούσε, τα περιθώρια ενός βλέμματος επάνω στο τζάμι του παραθύρου την έκαναν να αντέχει τον ρυθμό αυτής της κανονικότητας. Οι ήρωες απεβίωσαν και πως αλλιώς , δεν ήταν εποχή για ήρωες, μα δεν χρειαζόμαστε ήρωες, χρειαζόμαστε ανθρώπους που ζητούν δράση, έλεγε συνεχώς στην Β. Η Β., ήταν κολλημένη με έναν ηθοποιό που δεν είχε παίξει ποτέ στην τηλεόραση, αυτό, ήταν ακόμη ένα χαρακτηριστικό του που την βοηθούσε να φτιάξει στο μυαλό της ολόκληρη μυθοπλασία για αυτόν. Η Άννα της αποδείκνυε συνεχώς πως ότι έκανε κι έλεγε ο τύπος ήταν για συντηρήσει ακριβώς αυτόν τον μύθο, κατά τα ΄΄αλλα ήταν κι αυτός μέρος της εθνικής μεγάλης καταπιόνας. Η καταπιόνα, έλεγε στην Β. είναι ένα μέρος που συντηρεί αυτήν την εθνική παρακμή. Όλα τα τρώει, κι όλα τα αλέθει. Συντηρεί φτηνά και ξεπερασμένα ιδεολογήματα και τρέφει το <<κοινό της, τον λαό της>> με σκατά. Η Άννα είχε κουραστεί από καιρό να βλέπει και να προβλέπει. Ήταν όλο αυτό ένα μέρος της κανονικότητας, και της δικής της και των άλλων. Όλο αυτό το εθνικό δράμα, χώριζε κατά πως βόλευε, στα δυο, την κοινωνία, που είχε λουφάξει σαν σκύλος που ταίστηκε φόλα. Μια μέρα κάτω από το μπαλκόνι της εκεί, στα Εξάρχεια είδε στον δρόμο τα ΜAT να επιτίθονται στους φοιτητές , τους χτυπούσαν στο ψαχνό, <<γαμιόληδες>> άρχισε να φωνάζει. Τους έριξε με το λάστιχο νερό. Για λίγο έπεσε ξύλο και ύστερα επικράτησε ησυχία. Σιωπή. ΖΩ ΜΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ ΚΙ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ, σκέφτηκε δυνατά, μιλούσε μόνη της κάνοντας βόλτες στο διαμέρισμα. Αυτή η σιωπή έσπαγε στο κεφάλι της, ήθελε να αρχίσει να ξερνάει αίμα και να φτύσει κάτω στους δρόμους τους ανθρώπους. Ψεύτικο χρυσάφι , σκέφτηκε, ψεύτικο χρυσάφι ταίζουν τις κοιλιές των θυρίδων τους. Μια μέρα ο καταπιόνας θα σκάσει από τον λιθοβολισμό και την εξορία που θα υποστεί από τους πολίτες, από την δύναμη του λαού. Μα για να γίνει αυτό, θα πρέπει να πάψουν να νιώθουν και να λειτουργούν μέσα στην κανονικότητα. Τώρα έχουν πειστεί πως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα της ζωής τους, πως αυτό είναι κανονικό , αυτή η σιωπή κι αυτός ο συμβιβασμός με το παράλογο. Στο κάτω κάτω όλοι οι λαοί έτσι αντιδρούν, ζώντας μέσα στην σιωπή. Το μάτι του θεού είναι αόρατο. Το ίδιο κι ο πόλεμος αυτός.. <<Γαμημένα κτήνη>> άρχισε να φωνάζει έξω στο μπαλκόνι. <<Καριόληδες που μας πείσατε πως έτσι είναι το κανονικό>>. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται κάτω από το μπαλκόνι της πολυκατοικίας της. ΠΡοσπαθούσαν να καταλάβουν τι είναι ο καταπιόνας και τι ήθελε να πει όταν έλεγε ουρλιάζοντας πως αυτή δεν είναι κανονική.. Κι όταν ήρθαν και την πήραν με ένα ασθενοφόρο αποφάνθηκαν πως η Άννα ήταν τρελή.. Όλα συνέχισαν να ακολουθούν την κανονικότητα της ζωής τους.. Κι οι γείτονες που την ήξεραν έμαθαν πως μετά από μήνες η Άννα τρύπησε τα μάτια της με ένα μαχαίρι γιατί δεν ήθελε να βλέπει άλλο. Κι ο κόσμος συνέχισε να τραγουδάει σαν χαλασμένο γραμμόφωνο τραγούδια της Ευρώπης.. Κι ο κόσμος συνέχιζε να μοιράζεται στα δυο και ο καταπιόνας έδινε την διαταγή. Εμπρός μαρς, εμπρός μαρς, ο θίασος της τρέλας δίνει έξτρα παραστάσεις σε όλα τα μέσα μαζικής εξημέρωσης. Γαμημένα κτήνη...Γαμημένα αδέλφια.. -Ο καταπιόνας της κανονικότητας...-

Κι ύστερα, ο δράκος της λύπης διέσχισε το δωμάτιο, οι φωτιές από το στόμα του, περνούσαν κάτω από το δέρμα τους, τότε οι δυο εραστές αφέθηκαν σε ένα τρυφερό παραλήρημα, διαδήλωναν με τα μάτια τους σε μια αόρατη λεωφόρο πόση λύπη κρύβει ο έρωτας, 'ισως με τόση, όση η μήτρα που αποχωρίζεται το έμβρυο...

Λάμψε Νοέμβρη , λάμψε ,και άφησε όλα τα ναυάγια στην άκρη, εκείνα που καμιά γοητεία δεν κρατούν από το παλιό κουφάρι τους. Χόρεψε με μια τσιγγάνα, ακούγοντας τραγούδια που μιλούν για χαρουπιές και έρωτες με κίτρινα φύλλα. Το πιάνο βγάλε στην έρημη ακρογιαλιά να πάρει λίγο ήλιο. Μάτωσε το στόμα σου με μια αρχαία έκπληξη. Δώσε μου να πιώ κι εγώ να κοκκινήσω για χάρη σου. Ανελέητη η νιότη σε γυρνά ανάσκελα και μιλά γλυκά, τόσο γλυκά, που λίβας ξεκινά από το στήθος, που κρύβεται η καρδιά σου. Σε βρήκα κάποτε και σε έχασα μα τώρα σε ξαναβρίσκω, ανεβασμένο στης Αφροδίτης το χαμένο χέρι, το βρήκες εσύ και της το ξανάσμιξες με την μασχάλη. Λάμψε Νοέμβρη, λάμψε κι όλες τις αξιοθρήνητες ιστορίες θα πετάξουμε. Και μεθυσμένους θα μας βρει ,το χάραμα, με μια φυσαρμόνικα, να ξεσηκώσουμε όλα τα ιδρύματα στο πόδι, φυλακές, νοσοκομεία, ιδρύματα ανθρώπων σε μάζωξη, σαν τα σκατά αυτού του εκτρώματος που ονόμασαν πολιτισμό. Λάμψε Νοέμβρη, λάμψε, βύζαξε τα μάτια μιας παιδούλας, μιας γυναίκας , ενός άντρα, που ο χρόνος γέρνει επάνω τους σαν τρελός μα κανείς τους,δεν τον φοβάται.. -Του Νοέμβρη
Καθώς η Ηλέκτρα, αναδύεται μέσα από τον Ωκεανό των ανέραστων και φοβισμένων εραστών της, πενθεί ξανά τον Έρωτα. Διατηρεί φαινομενικά την εσωτερική της ισορροπία ενώ ετοιμάζεται να διατηρήσει την σιωπή της. Πνιγμένη μέσα στο πάθος της, συναντά την Μήδεια, της εξιστορεί τις άθλιες ιστορίες ενός κόσμου όπου κινείτο σαν λόχος όπου αφοπλίζεται το στόμα της αλήθειας και για τις δυο τους. Η αλήθεια μοιάζει με την σφίγγα, σφίγγει γερά τον σφυγμό της καρδιάς τους. Η Ηλέκτρα κι η Μήδεια παραπατώντας σαν μεθυσμένες γονατίζουν στον βωμό της θυσίας. Τον εαυτό τους θα θυσιάσουν , όχι τον Έρωτα.. Φοβηθείτε τις για το μεγαλείο της πράξης τους ,ή ,αποφασίσετε να τις λατρέψετε εσείς, παιδιά της αμφιβολίας Παιδιά των σχεδιασμένων αφορμών.. -Δικαίωμα

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014


Είμαστε αυτά που ζήσαμε κι όσα θελήσαμε να ζήσουμε και δεν μπορέσαμε. Είμαστε ο απόηχος ενός όπλου στο μυαλό μας, ιδέες, αισθήματα και αισθήσεις. Μικρές, τρεμάμενες φλόγες στο απέραντο σύμπαν. Κυνηγούμε χίμαιρες κι άλλοι κυνηγούν ένα συρτάρι να τακτοποιήσουν σκέψεις και πράξεις σαν να ήταν λογαριασμοί. Και αυτή η άδικη μεταχείριση των ανθρώπων από άλλους, μετατοπίζει συνειδήσεις και χύνει λάβα και θειάφι. Δώρα χωρίς να περιμένουν αντίδωρα στέκονται στις κλειστές μας πόρτες .Κι εμείς τα κοιτάμε δύσπιστα, τα προσπερνάμε, τα πατάμε.. Μας εκτόπισε ο αιώνας, μένει μέσα στην χρονοσκόνη η φράση του Άμλετ <<καταστρέφεις την νύχτα>>. Ο Οιδίποδας τυφλός είναι απέναντι στον ολοφώτεινο Απόλλωνα, ώσπου τυφλός αρχίζει να ακούει τις λέξεις και να βλέπει. Η γνώση αφαιρεί την τύφλωση . Ο Ζιντ όμως ,είπε, με τις ιδέες δεν γράφονται τα βιβλία. Είμαστε αυτό που είμαστε, αυτό που έμεινε μέσα στην μάχη με τον χρόνο. Μπορούμε να φορέσουμε ένα ρούχο λαμπερό που θα έχει σιωπή και να τυφλώνουμε τους άλλους με το χρυσοκέντημα του.. Η Ελλάδα έχει έναν περίεργο λαό. Τούτη την στιγμή που είμαστε μέσα στο μάτι του κυκλώνα και ζούμε την τραγωδία όπως την έφτιαξαν αιώνες πριν καρδιές αετών, τούτη την στιγμή ακριβώς ούτε δρούμε, ούτε ακούμε. Ούτε καν θίασος, ούτε χορός είμαστε .Γιατί δεν είμαστε μαζί.Ο Καθένας είναι στον κόσμο του. Πάντως διψάμε για αλήθεια και αγάπη. Και κάτι χρειάζεται να κάνουμε για αυτό. -Ύπνος-;

Καθώς η Ηλέκτρα, αναδύεται μέσα από τον Ωκεανό των ανέραστων και φοβισμένων εραστών της, πενθεί ξανά τον Έρωτα. Διατηρεί φαινομενικά την εσωτερική της ισορροπία ενώ ετοιμάζεται να διατηρήσει την σιωπή της. Πνιγμένη μέσα στο πάθος της, συναντά την Μήδεια, της εξιστορεί τις άθλιες ιστορίες ενός κόσμου όπου κινείτο σαν λόχος όπου αφοπλίζεται το στόμα της αλήθειας και για τις δυο τους. Η αλήθεια μοιάζει με την σφίγγα, σφίγγει γερά τον σφυγμό της καρδιάς τους. Η Ηλέκτρα κι η Μήδεια παραπατώντας σαν μεθυσμένες γονατίζουν στον βωμό της θυσίας. Τον εαυτό τους θα θυσιάσουν , όχι τον Έρωτα.. Φοβηθείτε τις για το μεγαλείο της πράξης τους ,ή ,αποφασίσετε να τις λατρέψετε εσείς, παιδιά της αμφιβολίας Παιδιά των σχεδιασμένων αφορμών.. -Δικαίωμα

Το να ζω με τις χίμαιρες μου είναι ζωτικό. Δεν μπορώ τα τακτοποιημένα πράγματα, τα αποστειρωμένα. Στην ζωή μου θέλω αλήθειες που ανοίγουν πληγές ή άπειρα ψέματα, ειπωμένα με μαγεία. Πιστεύω πως για ένα δημιουργικό έργο χρειάζεται ο δημιουργός να διαθέτει την αγωνία και τον ενθουσιασμό του εφήβου, να υπάρχει δηλαδή μια <<χύμα>> κατάσταση, να μην υπάρχει αγωνία για το αποτέλεσμα και την κρίση των τρίτων. Από την στιγμή που θα μπει στο πλάνο η αγωνία για το αποτέλεσμα η εκρηκτική δημιουργία έχει τελειώσει. Ο δημιουργός θα είναι κλειδωμένος σε κάποιο ντουλάπι. Ο έρωτας είναι η καταλυτική μορφή τέχνης. Το να ζεις ερωτικά όλη σου την ζωή είναι η υψηλότερη μορφή τέχνης. Για να διατηρήσεις ακέραια την γενναιότητα και το πάθος σου χρειάζεται να αποφεύγεις τους μεγαλόστομους, τους ματαιόδοξους τα ψώνια και γενικά αυτούς που δεν έχουν καύλα για ζωή αλλά έννοια για μια απλή επιβίωση. Ερωτικοί άνθρωποι δεν γίνονται, γεννιούνται.. -εκ του μικρού μου παρατηρητηρίου - υγ σκέψεις που ήρθαν μετά από μια συζήτηση με αγαπημένο μου πρόσωπο

Σήμερα, θα σου μιλήσω για ένα γεγονός που συνέβη όταν ήμουν κάπου στην τρίτη γυμνασίου άγνωστε φίλε μου. Τότε που ο Νικολαΐδης κατέκλυσε την ζωή μου με τις ταινίες του κι άρχισα να αντιλαμβάνομαι λίγο τι είναι η γλυκιά συμμορία. Πολλά χρόνια πριν, η Ροκ είχε εισβάλει στο πρώτο μου στερεοφωνικό και έτρεχα σε όλες τις περιοχές της Αττικής για να μου μεταφράζουν στίχους φίλοι , πολλές φορές είχα απογοητευτεί με κάτι στροφές του στυλ <<μωρό μου ήρθα, είμαι κατάκοπος γιατί δούλευα όλη μέρα και θέλω να σου κάνω έρωτα>> ναι, κάτι μπλουζ ήταν, αλλά όλες τις φορές έπεφτα σε έκσταση από τον Μόρρισον και τους Φλόυντ , τον Ντύλαν και τόσους άλλους που δεν θα τελειώνουμε να ονοματίζουμε. Η γλυκιά συμμορία λοιπόν, περιλάμβανε για μένα τους φίλους μου και τον πρώτο μεγάλο μου έρωτα με έναν άντρα-ψάρι που έπαιζε εκπληκτική ηλεκτρική κιθάρα αλλά δεν πίστευε στον εαυτό του. Ας μην γελιόμαστε, ούτε εγώ πίστευα κι ίσως και τώρα δεν πιστεύω. Σημασία για μένα έχει σημασία να αρπάζεις την ζωή και να ρίχνεσαι στην φωτιά ή στο παγωμένο νερό με όλη την δυναμική της καρδιάς σου .Γι αυτό δεν χρειάζεται να πιστεύω σε τίποτε παραπάνω από αυτό, <<θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα>>, ακριβώς αυτή η ανάγκη μου για ζωή με έφερε σε έναν κόσμο γεμάτο περιπέτειες που δεν μετάνιωσα παρά για απολύτως ελάχιστες και πάντως όχι αυτές που αφορούν εκείνο το χρωματιστό μου ρον εντ ρολλ ένδοξο παρελθόν.. Έχω σε σημειώσεις και στην μνήμη μου έναν γεμάτο μαγεία κόσμο, τα εγkόνια μου δεν θα προλάβουν να βαρεθούν να ακούνε και οι φίλοι μου επίσης.. Στην δική μου γλυκιά συμμορία λοιπόν ανήκε η Β. ο Π. η Κ. η Τ. κι ο Α.. Φυσικά το εννοούσα και το εννοώ πως θα μπορούσα να δώσω την ζωή μου για αυτούς. Μέσα στην τάξη λοιπόν, τα δυο πιο αντιδραστικά κορίτσια ήταν η Κ. κι εγώ. Η Κ. φορούσε αμέτρητα βραχιόλια σαν την Τζόπλιν, είχε ακριβώς τα μαλλιά της και θα λεγα πως ξοδευόταν με γελοίους έρωτες, ερχόταν στο σχολείο με μαύρους κύκλους από τα ξενύχτια στα αγαπημένα μας << ροκ υπόγεια>> και φορούσε καστόρινα σακάκια πάνω από την γελοία ποδιά την οποία σαφώς βγάζαμε καθώς περνούσαμε την πόρτα του σχολείου-φυλακής με τα ψηλα κάγκελα και χυνόμασταν στο Π. όπου χανόμαστε σε συζητήσεις με μπητ ποιητές, πιο πολύ εγώ, η Κ. βαριόταν, μιλούσαμε για μουσική και ταινίες και φυσικά για τα στέκια. Σε πολλούς όφειλα κάποιες γνώσεις που πήρα παραπάνω από αυτά που άκουγαν και διάβαζαν.. Με την Κ. είχαμε ξεκαθαρίσει την θέση μας με τους όλους, δεν ανήκαμε ούτε γουστάραμε να ανήκουμε στους όλους. Τότε, ή μάλλον δυό χρόνια πριν κατακλύσουν στο Rebember στην Πλάκα οι κονκάρδες εγώ είχα ήδη φτιάξει την δικιά μου με τον Μόρρισον, αυτοσχέδια κονκάρδα που έχασα μαζί με άλλα σε μια μετακόμιση. Η Κ. <<έλεγε>> απλά στους καθηγητές το μάθημα της κι όποτε της έλεγαν μπράβο γιατί εκείνη δεν διάβαζε, τα έπαιρνε από την διδασκαλία , τους έλεγε γιατί πράγμα μπράβο; Συμπαθούσε τον Π. τον αγαπημένο μου που έμοιαζε πάρα πολύ με τον Γκάλλαχερ και γενικά ήταν η πιο αγαπημένη μου όλων. Ήταν γνήσια, ήταν άνθρωπος που μπορούσες να πιστέψεις και να στηριχτείς.. Μια μέρα λοιπόν ανακαλύψαμε τα λευκώματα, αυτά τα τετράδια που σε ρωτούσαν τι είναι φιλία, τι είναι έρωτας και απαντούσαν με ψευδώνυμα, εμείς ήδη είχαμε τα δικά μας σαν παρατσούκλια,πολύ πριν, κάνοντας τις νυχτερινές ροκ διαδρομές μας. Γράφαμε λοιπόν και πέφταμε κάτω από κάτι απαντήσεις που μας θύμιζαν παιδαριώδεις καταστάσεις.. Κάποια στιγμή ένιωσα την Κ. μου να πέφτει σε μεγάλη μελαγχολία και να κάνει συνέχεια κοπάνες από το σχολείο. Τα μάτια της έμοιαζαν άδεια και το γεμάτο σάρκα στόμα της δεν άνοιγε σε χαμόγελα. Μην νομίζεις κι εγώ έτσι ήμουν, από παιδί κωλοχαρακτήρας ήμουν, υπερευαίσθηστη και σαν να ήμουν συνέχεια αλλού, και κουβαλούσα συνέχεια λύπη.. Αλλά η Κ. δεν ήταν έτσι. Μιλώντας λοιπόν μαζί της στο Πρόμπλεμ κι αφού είχαμε χορέψει Στόουνς αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον και κάνοντας κύκλο στην πίστα, εκείνο ακριβώς το βράδυ που είδα στην τουαλέτα να σουτάρει ο Πρίγκιπας και τα έπαιξα, μου είπε πως τελευταία είχε αρχίσει να παίρνει χάπια, Μαντράξ, Αρνταν και δεν θυμάμαι τι άλλο. Δεν τα πήγαινα καλά με τις ουσίες, δεν ήθελα να φτιαχτώ έτσι, είχα την μουσική τα βιβλία και τις ταινίες για να φτιάχνομαι και να <<φεύγω>>. Επίσης αυτό το φεύγω- έρχομαι με τον έρωτα μου τον Π. με έφτιαχνε, δεν στο κρύβω ,πολύ. Η Κ. λοιπόν άρχισε να κυλάει. Να φεύγει.. Και τότε, ένα ηλιόλουστο μεσημέρι που καμπουριασμένη πίσω πίσω , τελευταίο θρανίο,διάβαζα Ποπ και Ροκ (αχ Νταλούκα και Πετρίδη), τότε ακριβώς που έβλεπα ξανά άδεια την θέση της μου στειλαν ξανά να γράψω σε ένα γελοίο λεύκωμα χέρι με χέρι. Και τότε, η γλυκιά συμμορία μου έδωσε μια υπέροχη έμπνευση Θα χρησιμοποιούσα τον μοναδικό λόγο που με αγαπούσαν οι καθηγητές μου, το μάθημα της έκθεσης , ναι, θα έγραφα σαν άντρας και θα υπέγραφα σαν Τζόνυ. Θα έκανα κάποιο σχόλιο στα λεγόμενα της και θα της έλεγα πως είναι ένας πανέμορφος τύπος αρκετά ιδιόρυθμος, πως τον ξέρω αλλά είναι απλησίαστος και συχνάζει όπου πάμε κι εμείς. Έγραψα κάτι καυστικό κάτω από την απάντηση της και πήγα σπίτι της. Τα άδεια μάτια της λίγο έλαμψαν, της είχα παρακινήσει την περιέργεια της. Της μίλησα έντονα για τα χάπια, της μίλησα για την μουσική, πήγαμε στο σαλόνι και βάλαμε Σούπερτραμπ, με ρώτησε για τον Τζόνι, της παρουσίασα ότι είχα στο κεφάλι μου . Απάντησε στο σχόλιο του, σχόλιο μου. Την άλλη ημέρα ήρθε σχολείο. Πιο ζωηρή , πιο ευχάριστη, πιο αντιδραστική. Πήρα το λεύκωμα, υποτίθεται το πήγα στον φίλο μου Τζόνυ, της απάντησε. Η Κ. συνέχισε να έρχεται σχολείο, όλη η Φωκίωνος έπαιρνε χάπια, το σχολείο χαπακωνόταν. Και ξαφνικά έπρεπε να γίνω άντρας. Άντρας που θα έπειθε την Κ. να σταματήσει τα χάπια γιατί το φτιάξιμο αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά στον έρωτα και την μουσική. Πήρα καρδιά, συκώτια, πνευμόνια, τα έβαλα στο χαρτί και έγινα άντρας. Η αγάπη μου γι αυτήν και η ευκολία να γράψω ερωτικά ,μας οδήγησε σε μια αλληλογραφία που ο ταχυδρόμος ήμουν εγώ. Το βράδυ την ερωτευόμουνα, την παρατηρούσα, άκουγα τις σκέψεις της, ξυπνούσα τις αισθήσεις της, της μιλούσα για έναν άλλο κόσμο όπου εκείνη δέσποζε με το πορτρέτο της. Το πορτρέτο της με μάτωνε, η σχέση αυτή με μάτωνε, με μάτωνε που οι λέξεις είχαν τόση δύναμη επάνω της, οι δικές του λέξεις,οι λέξεις ενός άγνωστου κι όχι οι δικές μου, της φίλης της, του μέλους της γλυκιάς συμμορίας μας.. Αυτό κράτησε γύρω στους επτά μήνες, μια μέρα ήρθε και μου είπε πως πολύ πιθανόν έτσι όπως τον περιέγραφα να τον είδε την προηγούμενη νύχτα στο Πρόμπλεμ. Ήταν λέει καθισμένος απέναντι της , είχε πράσινα μάτια και ξανθές μπούκλες και την κοιτούσε όλο το βράδυ. Ναι, την βεβαίωσε ο Τζόνυ την επομενη μέρα, εγώ ήμουν και σε έβλεπα. Η Κ. πετούσε, ήταν ξανά το δραστήριο λαμπερό μου πλάσμα, μέλος της καρδιάς μου, μέλος της αγάπης και κομμάτι της. Ξεπέρασα την ανόητη ζήλια μου για τις λέξεις. Απολάμβανα την ευεργετική τους δύναμη επάνω της αλλά και ευγνωμονούσα την μαγεία τους καθώς με μεταμόρφωναν σε κάτι άλλο. Εξερεύνησα για πρώτη φορά την αντρική φύση και την γυναικεία μαζί γράφοντας της.. Και κάποια στιγμή ερωτεύτηκε στα αλήθεια όταν<< φυγάδευσα>> τον Τζόνυ στο εξωτερικό για σπουδές. Αυτό που έμεινε ήταν σελίδες που μύριζαν πατσουλί.. Μεγαλώσαμε. Μετά παντρευτήκαμε και χαθήκαμε. Και πολύ πολύ μετά, βρεθήκαμε στο σπίτι της. Και καθώς πίναμε ποτάκια με ρώτησε( αλήθεια, είχες νέα από τον Τζόνι); (Ο Τζόνυ είναι καλά κι είναι μπροστά σου), της είπα γελώντας. Και γύρισα πίσω σε κείνες τις μέρες και της διηγήθηκα τα πάντα. Σκέψεις, συναισθήματα, ρέανε μαζί με μουσική, μαζί με αγάπη, αγάπη, αγάπη, άγνωστε φίλε μου. Η Κ. πέθανε, ο Π. πέθανε, οι άλλοι έφυγαν σιγά σιγά. Από τότε ψάχνω την γλυκιά μου συμμορία. Κάτι φανερώνεται και υπάρχει. Και ζω. Χωρίς να πιστεύω σε μένα. Στις συμμορίες πιστεύω. Να πάνε να γαμηθούν όλα τα άλλα. Μερικά πράγματα υπαγορεύουν την ύπαρξη μου, την ύπαρξη σας. Βρείτε τα, μόνο μην φοβάστε να ζήσετε όπως είστε, τρωτοί, λεκιασμένοι, μοιραίοι αλλά υπέροχα ωραίοι. -Μια εξομολόγηση μου αυστηρά προσωπική, η δικιά μου γλυκιά συμμορία- Υγ η φωτο μου, ανήκει σε εκείνη την εποχή, την εποχή της τρυφερότητας...

Ο Φθινόπωρος , μελίρρυτος, απαλός σαν τον αέρα που μπαίνει στο δωμάτιο από τις μισάνοιχτες κουρτίνες. Νομίζεις πως τα έχεις δει όλα. Αλλά δεν είδες αυτόν. Που κινείται επάνω σε κίτρινα, μοβ, κόκκινα φύλλα, μυρίζει σαν υάκινθος , δεν αγαπά τις εκκλησίες παρά μόνο για την μεσημεριάτικη ησυχία τους , όπως εγώ. Κουλουριάζεται σαν το έμβρυο τις νύχτες και το χέρι του είναι κάτω από το μαξιλάρι του. Έχει τρυφερές αδυναμίες, έχει μελαγχολικές μεταπτώσεις και κάποτε νιώθει σαν να ναι γέρος, σαν πεύκος που έζησε έναν αιώνα. Πες μου, έχεις παρακολουθήσει τον αγώνα που κάνει ένας άνθρωπος για να μένει άνθρωπος; Πόσες φωτιές έζησε, πόσα ποτάμια κολύμπησε, πόσες πόρνες ανακάλυψε κάτω από μελό παραστάσεις, πες μου ξέρεις; Ξέρεις πως ποτέ δεν βιάστηκε να ξεπουλήσει; Όταν συναντήσω τον Φθινόπωρο θα καθίσω δίπλα του και δεν θα μιλώ. Αυτά που αξίζει να ειπωθούν έχουν ήδη συμβεί και τα προβάλλει η σιωπή μας.. Αμέτρητα πουλιά πετούν στην καρδιά μου. Η τρυφερότητα βλαστίζει. Γιατί στο κάδρο του κόσμου δεν είσαι μόνος σου.. -Φθινόπωρος

Κινείται ανάμεσα στα κενά κτίρια χωρίς βιασύνη ,τα χέρια του είναι στις τσέπες,έχει μια ματιά που αρμόζει σε αυτόν που κινείται με μια λεπτή γνώση επάνω σε τεντωμένο σχοινί. Ξέρει τον κίνδυνο και συνήθως τον αποφεύγει, ανάλογα την περίσταση σαφώς, γιατί αν ο κίνδυνος έχει ερωτικό κλειδί τότε θα γίνει ο ίδιος η πόρτα κι η κλειδαριά. Τα μάτια του έχουν μια πληγωμένη φλόγα, μια φιληδονία κρατά τους τόνους της σε ψηλό επίπεδο, έχει ανάγκη τον έρωτα, θέλει να ερωτευτεί αλλά ψάχνει βαθιά, μπαίνει σε βυθούς από κόκκινο και τυρκουάζ και ψάχνει μια γυναίκα που θα κινείται σαν αυτόν. Πολύ τελευταία τον έχει εντοπίσει μια γυναίκα καλά εκπαιδευμένη στην λύπη και στην χαρά. Ο έρωτας γι αυτήν είναι σαν την αναπνοή, χρειάζεται πνεύμονα και αίμα για να αφεθεί να σαρωθεί. Πιστεύει πως κατά βάθος την φοβάται αλλά και κάτι την σπρώχνει να πιστεύει το αντίθετο. Επίσης κάτι την σπρώχνει να τον κοιτάζει, πέραν του πόθου νιώθει σαν να τους συνδέει μια κοινή κλωστή, όχι δεν ανήκει σε αυτούς που χρειάζονται κάποιον που τους μοιάζει , όμως κάτι μέσα της της λέει πως ίσως έχουν κοινές ιστορίες. Πλαγιομετωπικές κροταφικές απολήξεις. Πληγές. Αγάπη. Έρωτα. Τώρα κοιτάζει τα μαλλιά του, θα ήθελε να χώσει τα δάχτυλα της ανάμεσα στα μαλλιά του. Θέλει να του πει να πάνε στο λούνα παρκ και να μπουν μέσα στα συγκρουόμενα αυτοκίνητα. Θέλει να τον γητέψει και να γητευτεί κι αυτή. Θέλει να του αποδείξει πως είναι το ίδιο φετιχιστές, κι αυτή συγκρατεί μυρωδιές και αφές. Θέλει να του πει πως τα μάτια του αποτελούν ένα λαμπρό φετίχ στην καρδιά της, στην σάρκα της. Πως όταν τον σκέφτεται γράφει σημειώσεις που γίνονται κόκκινες και μπλε. Σημειώνει λέξεις του παλιού κόσμου, αυτές οι σημειώσεις ανήκουν στον παλιό κόσμο. Κι αυτός ο άντρας μοιάζει να είναι κομμάτι αυτού του παλιού κόσμου. Το παζλ των σημειώσεων απλώνει. Κι ύστερα η γυναίκα, βουλιάζει στην θάλασσα, μαζί του. Και κολυμπάει δίπλα του.. -Σημειώσεις-

Οι πέντε αισθήσεις Στα πέντε μου όταν έτρωγα ζεστό ψωμί στον φούρνο στο Μπραχάμι Στα πέντε όταν είδα εκείνο το αγόρι στο νηπιαγωγείο και ερωτεύτηκα για πρώτη φορά Όταν μύριζα το άρωμα της πρώτης μου αγάπης (όταν μυρίζω ακόμη αυτό το άρωμα στον δρόμο, γυρίζω και κοιτάζω χωρίς να το θέλω τον άντρα που το <<φορά>> Στα δεκαπέντε, όταν ήμουν ξαπλωμένη στην κόκκινη φλοκάτη και άκουγα την θεική φωνή του Robert Plant Στα έξι μου όταν άγγιξα γάτα
Θα σου χαρίσει κάτι από το δέρμα της, κρούστες του αρώματος της θα σε τυλίξουν σαν χάδι, δεν θα υπάρχει κάτι άλλο κάτω από τις υποσχέσεις της. Έμαθες πια πως μερικοί άνθρωποι δεν φταίνε αλλά είναι η φτιαξιά τους έτσι, μοιάζουν ολόκληροι σαν υποσχέσεις, σαν μαγικές υποσχέσεις. Θα σου χαιδέψει τον λαιμό με χέρια κύκνου, τα μάτια της μοιάζουν σαν αστραπές κεντημένες με αστέρια, θα ρθει πίσω σου, εκεί που είσαι καθισμένος και ο ήλιος θα την φωτίζει από το ανοιχτό παράθυρο, λαμπρές στιβάδες φωτός θα τρυπούν το κεχριμπάρι της επιδερμίδας της. Θα σου δοθεί άνευ όρων αν έτσι έχει αποφασίσει. Θα σε δοξάσει και θα σε κάνει να γίνεις κομμάτι των χαμένων Ωκεανών. Το αίμα σου θα γυρίζει μέσα στο σώμα σαν μεθυσμένο, σαν ζαλισμένο γλυκά από μια θύελλα που έρχεται υπόγεια, άπειρες φορές θα σου κλείσει το στόμα με φιλιά που θα έχουν κάτι από τους αδέσποτους σκύλους για να μην πεις <<σε αγαπώ>>. Να μην πεις αυτήν την λέξη που αιώνες τώρα δοκιμάζεται σαν χώρα που πολιορκείται. Έχει την δύναμη που διαθέτει ένα μυθικό ζώο, ένα λευκό άγριο άλογο που χύνεται λεύτερο σε κοιλάδες ανθισμένες με πασχαλιές. Θα σε κοιμίσει με τα πόδια της γύρω από την μέση σου τραγουδώντας σου λέξεις του Νότου. Δεν είναι απλά μια ερωμένη. Είναι η γυναίκα. Θέλει να την ζήσεις και να σε ζήσει. Αλλά εσύ ,ενώ έξω από το σπίτι σου θα πέφτει μια άγρια βροχή , ενώ θα ακούς ένα μοβ και κόκκινο μπλουζ, εσύ θα αποφασίσεις να το βάλεις στα πόδια. Δεν θα συνεχίσεις να μαθαίνεις τι υπάρχει μέσα στο πλάσμα που λέγεται έρωτας. Γιατί ο έρωτας είναι ένα πλάσμα εδώ που τα λέμε που τσαλακώνει. Δεν σηκώνει βερμπαλισμούς υποκρισίας, χρειάζεται να βγάλεις τα ρούχα σου και να βγεις γυμνός έξω στον δρόμο. Αλλά εσύ φοβάσαι, χρόνια τώρα φοβάσαι. Γι αυτό ,όταν τον βρίσκεις τον ματώνεις με την άρνηση σου,πριν προλάβει να σε ματώσει, ζεις με το κατά συνθήκη ψεύδος σου. Φύγε ξανά, θα δει την σκιά σου στον τοίχο και θα καταλάβει. Απλά θα σε καταλάβει. Και θα σε συγχωρέσει. Είναι γυναίκα, δεν είναι απλά μια ερωμένη... -Άτιτλος