Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015


Το μαραγκούδικο, τις Κυριακές, έλαμπε από την παστάδα της καρδιάς σου Βάζαμε λαικά και χορεύαμε επάνω στο τσιμέντο, πίσω, στο βάθος, το πριονίδι γελούσε 'Εβγαζες το αχ και το έπιανα μέσα μου και σου χτυπούσα παλαμάκια καθώς μου έδειχνες ένα ζειμπέκικο Από πόνο ήσουν φτιαγμένος αλλά το ανάμεσα σου στον κόσμο ήταν αεράκι και φωτιά που σιγόκαιγε Χορεύαμε μαζί και στέναζαν τα ξύλα, ενώ το στενό πίσω από την κλειστή μας πόρτα αναρωτιόταν, που βρίσκαμε τόσο πόνο και χορεύαμε για να τον ξοδέψουμε... {Του πατέρα } υγ. αφιερωμένο στην Χαρίτα που με την σημερινή της εκπομπή με ταξίδεψε χρόνια πίσω....

Το τελευταίο μας γεύμα, ήταν γεμάτο ευγενικές αντιφάσεις, ασυγκράτητη σαρκική όρεξη και μικρές νευρικές παρατηρήσεις του ματιού , καθώς ανοιγόκλεινε, για να σαρώσει την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Το κρεβάτι γυμνό, κι ο σουμιές έτριζε, σαν ένα όνειρο, που έσβηνε στο στήθος της Αφροδίτης. Στο βάθος της πόλης, ένα περιστέρι μπερδεύτηκε σε μια ρόδα αυτοκινήτου κι ένας επιχειρηματίας τίναζε με ένα ρεβόλβερ τα μυαλά του στον τοίχο. Αλλά εμείς βυθισμένοι στο να τρώει ο ένας τον άλλον τίποτε από τα κοσμικά δεν αφήναμε να μας αγγίξει. Μια αχαλιναγώγητη επιθυμία κεντούσε τις ορμές. Και καθώς γευόμαστε ο ένας τον άλλον, ξέραμε με ακρίβεια πως ήταν το τελευταίο μας γεύμα.. Κι ήταν αυτό το συναρπαστικότερο, μύστες κι εραστές καθώς είμασταν ,ο έρωτας μας δεν θα πέρναγε στην λήθη και στο πένθος.. Μια τρυφερή κλωστή θα ήταν από αιωνιότητα {Το τελευταίο μας γεύμα

Η παλιά σκάλα έτριζε, καθώς η γυναίκα των λουλουδιών κατέβαινε, αφήνοντας πίσω της ένα αρωματισμένο θρόισμα. Την είχα γνωρίσει γύρω στην δεκαετία του 70, μέναμε σε ένα παλιό σπίτι στην Πλάκα, ένας ξενώνας μπορείς να πεις, που νοίκιαζε τα δωμάτια μια γυναίκα κάπως μεγάλη και με κουλτούρα Ευρώπης, της τότε Ευρώπης να εξηγούμαστε.. ************. Την γυναίκα των λουλουδιών την έλεγαν Βέρα, κάπνιζε στριφτά τσιγάρα και έπινε βότκα, σε ποσότητα όση ,μπορούσε να αντέχει το στομάχι ενός άντρα. Ήταν απόλαυση να την βλέπεις, τις Κυριακές έπαιζε πιάνο μαζί με την κυρία Μαργαρίτα, την ιδιοκτήτρια του σπιτιού, έβλεπα τα μάτια της να ανοίγουν και πολύχρωμες πεταλούδες κατάπιναν τα μαύρα πουλιά που με έπνιγαν. Ήταν γεμάτη από έναν μαγνητισμό που ξεχείλιζε, ήταν γεμάτη από μια σεξουαλικότητα που συνόδευε επάξια ένα πορτρέτο αριστοκρατορικό. ************ Την ημέρα που ανταμώσαμε στο κρεβάτι του δωματίου της, ένας δεινόσαυρος κατέφθασε κι έσβησε από την μνήμη μου όλα τα παλιά σώματα. Τα στήθη, τα φιλιά, τα λαγώνια, τις οσμές, τις αφές, όλα κατέληξαν να γίνουν στάχτη στην φωτιά της Βέρας. ************ Ο έρωτας που ένιωσα για την Βέρα ήταν ένας δεινόσαυρος που ΄συντομα με μεταμόρφωσε από εραστή του ποδόγυρου σε αφοσιωμένο εραστή της Βέρας. Εκείνη το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή, στην αρχή αυτό της αρκούσε αλλά μετά θέλησε να με δοκιμάσει στέλνοντας μου να δοκιμάσω την σάρκα των φιλενάδων της, αυτές έπιναν μαζί μου , καπνίζαμε και μετά τις έστελνα διακριτικά στο σπίτι τους. ************ Σιγά σιγά, διαπίστωσα πως το σώμα της Βέρας ήταν το εκτόπισμα ενός άλλου κόσμου, δεν θα μπορούσα ξανά να δω τον κόσμο με άλλο μάτι, ούτε να νιώσω εκείνους τους μαγικούς θησαυρούς που αναδύονταν καθώς κυλούσα μέσα της, τίποτε πια δεν ήταν ίδιο και τίποτε πια δεν μου αρκούσε εκτός από αυτήν. Εκείνη το κατάλαβε, το κατάλαβε κι έχανε αργά αργά το ερωτικό της ενδιαφέρον. ************ Ήταν Κυριακή όταν βρήκα μια επιστολή επάνω στο κρεβάτι μου όπου μου έλεγε καθαρά πως με είχε βαρεθεί, έφευγε για κάπου όπου όλα της ήταν άγνωστα. Ναι, η Βέρα ήταν από αυτούς που πάντα έφευγαν κι εγώ ανήκα στο είδος όπου έμενα σχεδόν για πάντα όταν ερωτευόμουν. Με είχε ερωτευτεί αλλά δεν μπορούσε να το κρατήσει για πολύ.. Μου άρεσε η ελευθερία της αυτοδιάθεσης της, σχεδόν με καύλωνε αυτό.. Έτσι κατέληξα με ένα περίστροφο στο στόμα μια άλλη Κυριακή, άκουγα την κυρία Μαργαρίτα να παίζει πιάνο και θυμήθηκα ξανά τα δάχτυλα της, σχεδόν άκουσα το θρόισμα της και τα βήματα της στην παλιά σκάλα.. Καθώς ένιωσα μετά τον κρότο του περίστροφου τα μυαλά μου να τινάζονται στον τοίχο μαζί με αίματα και ζουμιά την είδα να μπαίνει στο δωμάτιο. Μετά πέθανα σκεφτόμενος πως ήταν στα αλήθεια ο μοιραίος μου έρωτας και αποσύρθηκα. Πρόλαβα να την ακούσω να φωνάζει ένα Γιατίιιιιιιιιιιιιιιιιιιι;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; -Η Βέρα, ο μοιραίος έρωτας σε μια περιγραφική σμίκρυνση

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015


Τελευταία ,μιλώ με έναν από τους πεσόντες θεούς, έπεσε μια νύχτα στην ταράτσα μου, μαζί με κάποιους αστερισμούς που πέθαναν εκατομμύρια χρόνια πριν. Οι αστερισμοί έγιναν μια λαμπερή σκόνη μα εκείνος έμεινε στην ταράτσα. Είναι πολύχρωμος κι η φωνή του είναι αδύναμη. <<Γιατί φοβάστε να λέτε πως αγαπάτε επηρεασμένοι από το τέρας του εγωισμού>>; Μου είπε ένα βράδυ, που του ανέβασα μερικά φρέσκα φρούτα και λευκό κρασί, δεν μπορούσα να δω το πρόσωπο του κι ούτε μπόρεσα , μόνο τα χρώματα του έβλεπα και βλέπω. <<Τι να σου πω, αν σκεφτείς πως έτσι μάθαμε αιώνες τώρα. ή σκεφτείς. πως αυτό, κάποιοι πολύ ικανοί στον χειρισμό της μάζας το συνδύασαν με την θρησκεία , αγάπη ίσον θρησκευτικό σύμβολο πίστης και άλλα δεινά, ε, έτσι μπορείς να καταλάβεις πόσο πληγωμένοι ή ενοχικοί γίναμε στην διάρκεια των αιώνων>>, του είπα και σέρβιρα κρασί. <<Πόσος χαμένος χρόνος, επίσης πόσος χαμένος χρόνος στην υποταγή σας στους καλούς τρόπους, όσο χαμένος χρόνος είναι στην μη κατάθεση της αγάπης άλλο τόσο είναι στο να μην μπορείς να πεις πόσο αντιπαθείς ή μισείς τον άλλον για τους δικούς σου λόγους>>, είπε και δεν έκανα καμιά προσπάθεια να δω το πρόσωπο του γιατί άρχισα να σκέφτομαι ενώ γευόμουν τους καρπούς ενός πλούσιου αμπελιού. <<Και σκέψου πόσο ευεργετημένοι είμαστε ,που σε αυτήν την τρύπα της γης που βρισκόμαστε, έχουμε τόσο ήλιο, είμαστε λουσμένοι στο φως κι όμως συμπεριφερόμαστε σαν να ζούμε σε σκοτάδια>., του είπα και άκουσα κάπου μακριά τον θόρυβο μιας μηχανής με πειραγμένη εξάτμιση. Συνέχισα να του μιλάω ενώ κοίταζα τον ουρανό με ξεφτισμένα αστέρια, στο νησί θα ξαναδώ το πλανητάριο, σκέφτηκα χαμογελώντας. <<Μου είπες, πως είσαι ένας πεσμένος θεός, την πρώτη νύχτα που σε είδα, όμως εδώ και μέρες, ενώ συνομιλούμε, καταλαβαίνεις πως δεν πιστεύω στους θεούς, μα τέλος πάντων τι είσαι, πως γίνεται να λες πως είσαι θεός αφού ούτε εσύ πιστεύεις στην θεωρία αυτή>>; <<Είμαι το υποσυνείδητο, αυτό είμαι, έχω χιλιάδες κόσμους να σου δείξω και να σε κάνω να ελευθερωθείς από τα τυφλά δεσμά σου, μπορώ να σε απαλλάξω από εκατομμύρια σχοινιά που σε δεσμεύουν με φόβους και σύμβολα χειραγώγησης, υπό αυτό το πρίσμα ,είμαι ένας θεός αν δεχτείς πως θεός είναι αγάπη, ευγνωμοσύνη, ελευθερία και αυτάρκεια>>. <<Μάλιστα, αυτό είναι υπέροχο που λες , αλλά για πες μου γιατί πεσόντας>.; <<Μα γιατί κανείς δεν ασχολείται με εμένα πια, ο χειρισμός από τα αόρατα τέρατα που σας ελέγχουν, για την πλήρη υποδούλωση σας, αγωνιζόμενοι για την ύλη και την κατάκτηση της δεν σας αφήνει να με δείτε και να ασχοληθείτε με αυτά που κουβαλώ σαν γνώση και σαν κουμπί στο να κατανοήσετε εαυτούς και τους άλλους>>, είπε και σώπασε για ώρα. <<Θες να λευτερωθείς από όλα αυτά που σε απομακρύνουν από εσένα, τον αληθινό σου εαυτό, και δεν σε αφήνουν να βγεις στο φως αυτόνομη κι ελεύθερη>>; <<Το ρωτάς>.; είπα σχεδόν λαχανιασμένη από την έξαψη. <<Τότε, να έρχεσαι εδώ επάνω στην ταράτσα, τις νύχτες ,με αυτό το γευστικότατο κρασί, θα πίνουμε λίγο και θα βυθιζόμαστε μαζί στα σκοτάδια, θα δούμε μαζί όλους τους <<μπαμπούλες >> και τους ψεύτικους προφήτες καθώς και τους άρρωστους ψυχικά καταγραφείς της ιστοριας της ανθρωπότητας, καθένας από εσάς είναι κι ένα απειροελάχιστο κομμάτι της αλλά δεν παύει να αποτελεί κομμάτι , μαζί θα δούμε τι πραγματικά υπάρχει μέσα σου, χωρίς τις ενοχές και τις παρωδίες της ατέλειωτης αυτής αλυσίδας σάπιων προθέσεων και πράξεων που πληρώνεις σαν θύμα πριν γεννηθείς>> <<Λένε πως αυτός που δεν φοβάται τίποτε, μπορεί να γίνει τέρας>>, του είπα. <<Έτσι τους βολεύει αιώνες τώρα, στο κάτω κάτω, εξαρτάται πόσο φως θέλει να δώσει , αυτό που παίρνεις να το ξαναδίνεις, αυτό είναι ο νόμος της φύσης. Έλα τώρα, ας πιούμε στην υγεία όσων θέλουν να ζήσουν κι όσων αγάπησαν και μίσησαν, οι άλλοι ας κοιμηθούν όρθιοι, εμείς θα καταβυθιστούμε και ύστερα θα ανέβουμε στην επιφάνεια, έτσι δεν θα είμαι κι εγώ ένας πεσόντας αλλά κάποιος που καθώς σε λευτέρωσε λευτερώθηκε κι αυτός στον ουρανό>>.. Έτσι είπε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια, ποτέ δεν είναι αργά για τίποτε όταν το θέλεις με όλη την καρδιά σου, σκέφτηκα.. {Διάλογοι με έναν πεσόντα θεό}

Τα κορίτσια με τις καμέλιες, έγιναν γυναίκες στην επόμενη ζωή, που κεντούσαν στα κάδρα τους, αίμα. Κεντούν στον αιώνα που διανύουμε, ένα πένθος που δεν μπορούν να μοιραστούν, με τα πουλιά και τους ανθρώπους. ////// Γιατί είναι ένα πένθος αλλοπρόσαλλο, δεν έχει τα στοιχεία του μύθου ούτε του τραγικού, δεν στέκεται αλώβητο στον χρόνο. ////// Μικρές λεπτές ξυραφιές που διασχίζουν το χάος χωρίς το ελάχιστο αντίκρισμα.. ///// Η αναλγησία της εποχής, φθείρει ζώντες και νεκρούς. ///// Κι αυτές, για να αντέξουν τον πόνο αυτού που δεν μπορεί να μοιραστεί ,ζουν σαν νεκροζώντανοι οργανισμοί ανάμεσα στον κήπο της λήθης και της γνώσης. ///// Φωνάζουν, αλλά κανείς δεν ακούει πραγματικά, το συνοθύλευμα της ανθρωπότητας δεν επιτρέπει στις αισθήσεις να ανοίξουν τις πόρτες μιας αντίληψης οριστικής. //// Εξηγώ στην Λ., λείπει η οξύτητα στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα ,διχασμένοι ανάμεσα στην σκόνη του χρόνου. ///// Η αναλγησία των πράξεων είναι διχαστική, παραμένει σαν δηλητήριο κι όχι το οξύ που μεταφέρει η αλήθεια αλλάζοντας την ροή. Η διανοητική αγνωσία μαζί με την ανάλγητη συμπεριφορά δεν επιτρέπει στα κορίτσια με τις καμέλιες να θρηνήσουν ούτε τους άντρες να κατανοήσουν. ///// Στα ήσυχα κοιμητήρια αν δεις κορίτσια με λευκές καμέλιες μάθε πως προσπαθούν να πενθήσουν, για να ξαναγεννηθούν ωραίες και μοιραίες στον χρόνο, όπως αρμόζει στις γυναίκες που ξέρουν πως ήρθαν στον κόσμο ως γυναίκες.. -Η λήθη έχει μεγαλύτερο σπαραγμό ή το πένθος ? >> ΥΓ. τα κόμιστρα μιας άλλης εποχής..

όσο γράφεις, ο δράκος της λύπης ταξιδεύει με μια γόνδολα, άλλοι τόποι περιμένουν τον ταξιδευτή, βροχή ατέλειωτη σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι, δάχτυλα που δακρύζουν επάνω στα πλήκτρα σε ένα πιάνο, δάχτυλα που βογκούν, καθώς ο δράκος παίρνει αυτό που έγραψες, το κάνει σίδερο και μέλι, τα κοιτάς με έναν μικρό θρίαμβο καθώς το τοξικό περιβάλλον φεύγει απρόβλεπτα, μόνος σου γεννιέσαι και μόνος σου πεθαίνεις, μέσα στην κοσμική ατμόσφαιρα

Ο ποταμός που χύνεται στην θάλασσα, επιτρέπει να διακρίνουμε το σμίξιμο των φυσικών στοιχείων, η αγκαλιά που δεν είναι σφιχτή, επιτρέπει να αισθανθούμε, ότι δεν είναι απαραίτητα απλόχωρη για εμάς, οι πόλεις, που επιθυμούν τα νησιά ,χύνουν δάκρυα κάθε φορά που βρέχει, κι εγώ , μια μέρα, μάζεψα όλα τα αδέσποτα και μίλησα μαζί τους, μου επέτρεψαν να ακούσω τις περιγραφές τους για όσα αφορούσαν τις συμπεριφορές των ανθρώπων και τις διασκεδαστικές τους νύχτες, κι εσύ, με έβλεπες να καπνίζω το τελευταίο μου τσιγάρο βυθισμένος σε μια αόριστη έκσταση, κι ανεβαίναμε τα σκαλιά του λόφου αμίλητοι και πνιγμένοι μέσα σε μια όμορφη σιωπή.. {Ο μονόλογος των προσμονών}

Οι παρυφές της καρδιάς, βρίσκονται μέσα στις ίριδες των ματιών, ανεμπόδιστες και γνήσιες κόρες της Αφροδίτης και του Δία, είπε η Ελισάβετ στον άντρα που στεκόταν πλάι της. Ο άντρας που ξοδεύει το μίσος του για μια γυναίκα ,ενοχλώντας την χρόνια ,και εξαντλώντας τις λέξεις σε δειλία ενάντια της, προβάλλοντας την άρρωστη μανία του σε ηδονοβλεψίες της κίτρινης επικεφαλίδας, αυτό το είδος του άντρα θα έπρεπε να είναι τροφή για όλα τα σαρκοφάγα ψάρια, είπε η Ελισάβετ στον άντρα που στεκόταν πλάι της. Κι η γυναίκα που χάνει τον καιρό της, σκεπτόμενη αυτό το είδος, είναι σαν ένας παίχτης που παίζει σκάκι ενώ δεν ξέρει, η ζωή είναι ρόδα κι αγκάθια, και πολλά άλλα είναι, και πολλά άλλα που πιστεύεις πως τα ξέρεις ενώ δεν ξέρεις τίποτε, είπε ο άντρας και χάιδεψε τα μαλλιά της. Τα δάχτυλα του ήταν σαν μετάξια χυμένα σε κόκαλα. Θα σε διηγηθώ με την αφή, της είπε. Κύλησε τα δάχτυλα στα μαλλιά της σκαλώνοντας πότε πότε σε κάποια τούφα κι ύστερα κύλησε στον αυχένα της. Στάθηκε για πολύ ώρα εκεί χαιδεύοντας την επιδερμίδα της που σιγά σιγά ράγιζε. Άνοιγε. Θα σε μάθω με την αφή, της είπε. Θα ήθελα να με μυρίσεις, η μυρωδιά υπερβαίνει της αφής στην επανάληψη των χρόνων, του απάντησε. Τότε εκείνος κόλλησε επάνω της, κόλλησε ώσπου λεπτές σταγόνες ιδρώτα χαράχτηκαν στο μέτωπο τους. Την μύρισε, αρώματα του κέδρου αντάμωναν με πατσουλί και σάνταλο επάνω σε ρόδα. Κανείς δεν μπορεί να εξαντλήσει τον άλλο μόνος του, εννοώ κανείς δεν μπορεί να συλλέξει όλη την ουσία του άλλου, μονάχα δύο μπορούν να επιδοθούν σε αυτήν την εξάντληση, μονάχα ο έρωτας φυλάει στις απαρχές του το μαχαίρι και το βελούδο που χρειάζεται για να πεις πως έζησες τον έρωτα, αυτό της είπε και έπειτα προχώρησε στην αρχή της πλάτης της. Πόσα σχήματα είμαστε; τον ρώτησε λυγισμένη από το χάδι του. Πολλά, όσα μπορεί η φαντασία να υφάνει, κι άλλα τόσα σχήματα που φτιάχνει η ψυχή με το τρομακτικό , παρατηρητικό της μάτι, της είπε. Ύστερα μια πεταλούδα μπήκε μέσα στο δωμάτιο από το ανοιχτό παράθυρο. Καθώς η Ελισάβετ την κοιτούσε, σκέφτηκε πως αλλιώς κολυμπάς με τις αισθήσεις, αλλιώς με την σκέψη μέσα σε έναν άνθρωπο. Και πως το μίσος είναι κλειστοφοβικό, επίσης κλειστοφοβική είναι η καχυποψία.. Εκείνη είχε μονάχα ενδιαφέρον και ανάγκη να ζήσει, αλλά είχε και έρωτα κι αγάπη, ίσως αυτό ένιωθε εκείνος καθώς την χάιδευε και γι αυτό αναστέναζε λες και λευτέρωνε κομμάτια ουρανού από το στήθος του... [ Η καλοσύνη στην ύψιστη υπερδιέγερση, ποτέ δεν λανθάνει] υγ1 γράφουμε ,για να αποφύγουμε τις στενώσεις της καρδιάς, άριστο όμως για την καρδιά είναι ,ο γράφων ,να ακολουθεί στην ζωή του όσα η καρδιά του, του υπαγορεύει σε λέξεις... υγ,2 αφιερωμένο στην Μαρία Πετρίτση

Καίμε την ύλη μας, επάνω στις πέτρες των αρχαίων, τόσο παλιοί κι εμείς, όσο η λέξη αμαρτία, η λέξη πρέπει, η σαύρα που περιμένει μέσα στην ανήλιαγη σχισμή, μας κοιτάζει ένα καυτό μεσημέρι, ο κόσμος φλέγεται, ο κόσμος φλέγεται κάτω από το δέρμα μας, επιρρεπείς και ωραίοι στο ανέφικτο, στην χίμαιρα που προσδίδει γοητεία στην ζωή που περνάμε , κάτω από τα βαμβάκια της ψυχής μας ,που άλλοι μας αναγκάζουν να τα κάνουμε σίδερα, ωραίες στιγμές, που πεινάνε για ένα μας βλέμμα, μια αφή, μια οσμή, κι εμείς λυγισμένοι από τις ηδονές να ανεβαίνουμε ολοένα προς τα επάνω, εκεί που ο ίλιγγος διψασμένος μας ορμάει με δόντια γερά, εκεί που κάτω από μια μουριά δυο παιδιά πρωτοδιαβάζουν τι μπορεί να είναι έρωτας και τι σημαίνει ψέμα, καίμε την ύλη μας επάνω στις πέτρες των αρχαίων, κι όσο καιγόμαστε ευλογημένοι νιώθουμε γιατί τίποτε από εμάς δεν θα μείνει, κανείς δεν θα μπορέσει να θυμιατίσει λείψανα, μόνο μια εύπορη κοιλάδα θα κυλάει μέσα στις φλέβες, ώσπου να ξεκουμπώσει για πάντα εκείνο το φως, εκείνο το φως που κολυμπάει στα σκοτάδια...... { Στοχασμοί της αφής }

Με κοιτούσες με μάτια αλύγιστα, μετρούσες τους παλμούς της ανίερης ησυχίας Ήταν η ησυχία που σε αναγκάζει να ξημερώσεις μαζί με το πρώτο φως Γύρω μας ο παλιός κόσμος βυθιζόταν στο ηφαίστειο της Σαντορίνης Γύρω μας ο ήλιος ξερνούσε χολή Μετά τράβηξα για την Αμοργό μόνη, είχα έναν παπαγάλο για να μιλάει στους άλλους αντί για εμένα, του είχα μάθει όλες τις λέξεις που μιλούν οι μεθυσμένοι.. σε αγαπώ για πάντα, μου αρέσεις, είσαι μοναδικός... Πήρα το πρώτο δρομάκι και γύρισα κατά την Δύση, ύστερα κοίταξα προς την Ανατολή Δεν είχα οράματα, δεν είχα παρά συμπόνοια για ότι παίρνει μαζί του ο μέγας Αφέντης, αυτός με το δρεπάνι, μα εκεί στην Αμοργό , μια νύχτα γαλήνης, ήρθε η Αποσπερίτισσα η Αφροδίτη, είχε χιλιάδες αστέρια στα μαλλιά και τα μάτια της έσταζαν βύσσινα, με δίδαξε, χωρίς να με χαλιναγωγήσει, μέρες ατέλειωτες και νύχτες, μου είπε πως οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι, ώσπου να πεθάνουν, μου είπε πως η νεα ημέρα παίρνει το χρώμα που της δίνεις, έτσι, σιγά σιγά ,ημέρεψα χωρίς να γίνω χώμα, άρχισα να σκέφτομαι και να αισθάνομαι όπως στην πρώτη μου νιότη, τότε που οι αγέρηδες των νησιών κατοικούσαν στο λευκό μου ρούχο, και σε ξέχασα, σε ξέχασα, μάρτυς μου ο Αυγερινός πως σε ξέχασα, και σε συγχώρησα , ο παλιός κόσμος έφυγε μαζί σου αλλά αυτά που έμειναν τα κουβαλώ εδώ, εδώ, για μένα... { Εναρμονιση )

Η ζωή μας ,είναι ένα επεισόδιο σε κάποιο κοσμικό σήριαλ που ξέρει να γίνεται απόκοσμο Δεν με ενδιαφέρει η ίντριγκα Η λιτανεία των λυπημένων κορασίδων που αναβράζουν κομψές ιστορίες κάτω από τα παρθενικά σεντόνια τους ,δεν με γοητεύει Οι τυχοδιώκτες που γυρεύουν έρωτα για να ξεχάσουν την μίζερη ύπαρξη τους, την φαντασία μου δεν θα τροχίσουν με μαχαίρι Αυτοί που ψάχνουν τον θεό σκοτώνοντας ανθρώπους, για εμένα, καρικατούρες είναι, μιας αυστηρότητας και μιας εκμηδένισης της ύπαρξης Οι γυναίκες που σαν θηρία κυνηγούν φαλλούς να στολίσουν μέσα από το εσώρουχο τους δεν με ενδιαφέρουν, σκληρή είμαι και με αυτές που πληρώνουν για να λένε πως έχουν μια αγάπη.. Οι εραστές οι παράνομοι ,που μένουν πιστοί μεταξύ τους βρίζοντας τους συζύγους τους, μου μοιάζουν αξιολύπητοι. Αυτοί που βιάζουν παιδιά ή τους αφαιρούν την ζωή δεν μοιάζουν στον Λεβιάθαν, στην άλλη όχθη βρίσκονται ,όπου μισάνθρωποι παριστάνουν ανθρώπους.. Μοιάζει παρακινδυνευμένο να πω, κουράστηκα από όσα ξέρω, κι όμως μια φρενήρης χαρά εντοπίζεται στην μεριά που στο στήθος μου μιλά ένα αδέσποτο σπουργίτι, του τραγουδώ πόσο της μόδας έγινε η λέξη αδέσποτος, έρωτας, αγάπη, κι όμως μια υπόγεια οπτασία καθοδηγεί τα βήματα μου, και μου λέει, περίμενε, περίμενε, στο τέλος του δρόμου κάτι υπάρχει από την περίφημη συστοιχία των αγγέλων, των πεσμένων, των γκρεμισμένων, των πεσόντων, των άγρια ειρηνικών. Κι ενώ περιμένω, κρεμάω το χαμόγελο σου στην ταράτσα, το χαμογελο σου, είναι όλοι οι αλήτες που άξιζαν να αγαπηθούν πέρα από τον χρόνο.. Δεν παραιτούμαι, όσο ξέρω πως υπάρχουν αυτά τα χαμόγελα, λίγο σκάρτα και λίγο παιχνιδιάρικα σαν σκάκι που παίζεται στον ουρανό με τα άστρα. Ένα επεισόδιο είναι η ζωή μας και το σύμπαν ανεξερεύνητο κι εμπύρετο, κάτι από αυτόν τον πυρετό είχα δει μέσα στα μάτια σου.. {Ονειροπαγίδες χωρίς καταστολή}

Μιλούσες πολύ, οι λέξεις σου, κομμάτια με μελάνι κόκκινο , χάραζαν έναν κύκλο στο πάτωμα, πράγμα απογοητευτικό, γιατί τον ήξερα καλά, ήξερα την διαδρομή και την κατάληξη του. Μιλούσα πολύ, ήταν που ήθελα να κρύψω το πεινασμένο ζώο που φωλιάζει μέσα μου, σου έγνεφε κι εσύ δεν το έβλεπες. Σκέφτηκα πως μας χώριζαν οι λέξεις και η όραση, όταν σκέφτηκα πως υπάρχουν εκείνα που μας ενώνουν, αισθάνθηκα κουρασμένη να τα ψάξω. Δεν υπήρχε λόγος, η ζούγκλα της πόλης μοιάζει ανίκητη, ανίκητη κι η θέληση μου να τρέξω επάνω της και να χυθώ στην λάβα της. Όταν έφυγα από κοντά σου, θυμήθηκα γιατί εκείνους τους ποιητές τους είπαν καταραμένους, από κάτι υπέφεραν που ζητά την πλήρη εξύψωση μετά από αιματώδεις διαδρομές υπόγειες.. Κι αναθάρρησα.. {Απόσταση}

Η ευτυχία ,μοιάζει με έναν αδέξιο χειρισμό της ΄τύχης, ΄μοιάζει με κάτι που χωρά μέσα στα μάτια μου, μα δεν έχει διάρκεια στην καρδιά μου. Ότι την μιμείται , το φυγαδεύω, Έτσι σε φυγάδευσα κι εσένα, γιατί τόλμησες να ακουμπήσεις τα αισθητικά, αισθηματικά, ανθρώπινα όρια ,αυτού του λεπτού μαγνήτη της αδεξιότητας της τύχης, σε φυγάδευσα, για να μην σε σκοτώσω, αρκούν οι τόσοι εν δυνάμει φονιάδες που κυκλοφορούν ανάμεσα μας, αυτό τηρώ αιώνες τώρα, φυγαδεύω, για να μην σκοτώσω. Μοιάζει παραλογισμός, πόσοι άνθρωποι σκοτώνουν τις μέρες τους και τις μέρες μας για να μιμηθούν την ευτυχία. Κάθε τέτοιου είδους μίμηση ,είναι η φτώχια της πραγματικότητας, αυτή που λέει πως ο άνθρωπος είναι πρώτα ζώο. Για να γίνει ευτυχισμένο, χρειάζεται να γλείψει τις πληγές του κι ύστερα του άλλου. Αλλά όλα αυτά μοιάζουν σαν πτήσεις εκτός ορίων. Κι εσύ ήσουν ακριβώς μέσα σε τεντωμένες γωνίες και διατάσεις που δήθεν σφύριζαν ανέμελα. Κι αυτό το δήθεν, δεν μπορούσε να γίνει τιμονιέρης μέσα στις θύελλες. Η ευτυχία ,είναι στην τελική ένα κουκούτσι που είσαι τυχερός αν δεν σου καθίσει στον λαιμό... {Σκέψεις για εκείνο το κουκούτσι της ευτυχίας}

Τρίτη 5 Μαΐου 2015


. Όταν ξύπνησα, οι νεραντζιές ήδη είχαν κάνει κομιστή την όσφρηση μου, τα ασπρόρουχα στις ταράτσες έλαμπαν καθαριότητα, οι γάτες ξάπλωναν στα καπό των αυτοκινήτων κι εγώ είχα ξυπνήσει για τα καλά. Τόσο, ώστε να καταλάβω με όλες μου τις αισθήσεις πως είχα ξεκολλήσει από τον πλακούντα μου και μετανάστευα για άλλους κόσμους, άλλους κήπους κρεμαστούς, άλλους υπόγειους δρόμους που το αίμα ενώνεται με το σπέρμα, άλλους πλανήτες και ήδη είχα συναντήσει κι άλλους οδοιπόρους, πολλούς θα έλεγα ατρόμητα.. Μα πιο ατρόμητο είναι να ζητώ απεγνωσμένα να γνωρίσω κι άλλους, τώρα που έχω ξυπνήσει για τα καλά και φόρεσα το μπορντό βελούδινο φόρεμα μου, αυτό, πάνω από τα γόνατα, τώρα που φόρεσα τα σανδάλια μου με τα πολλά ασημένια τρουκς, τώρα ακριβώς που μια λίμνη με νούφαρα έρχεται στο στόμα μου και το βάφει διάχυτα με χρώμα, τώρα ακριβώς φωνάζω πως ήρθε η Άνοιξη. ΚΙ εσύ ,που είσαι τόσο μακριά έρχεσαι κοντά μου , με σηκώνεις στα χέρια και χαμογελαστός με βάζεις επάνω σε ένα νούφαρο, με σπρώχνεις μαλακά και ξέρω πως είσαι έρωτας, εκεί ακριβώς, θυμάμαι πως ζητώ κι άλλους οδοιπόρους, κι εκεί ακριβώς σου λέω, θέλω να ζήσω όπως τις στιγμές που ο έρωτας τρυπάει τα πνευμόνια, την καρδιά, όπως την στιγμή που χιλιάδες Χριστοί φίλησαν τους Ιούδες, όλα τα θέλω, μα πάνω από όλα θέλα να αγαπώ και να αγαπιέμαι.. -Τρυπάει η Άνοιξη τα μάτια- υγ. αφιερωμένο, στην αγαπημένη Μαρία Πετρίτση και το βιβλίο της {Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση]. Είναι τόσο όμορφο να γνωρίζεις ωραίους ανθρώπους

Όταν γεννήθηκε ο Mick Jagger, η παγκόσμια λογοτεχνία ,βρήκε τον ήρωα της να ζει έξω από τις σελίδες του πυκνογραμμένου μυθιστορήματος του Όσκαρ Ουάιλντ, η εργατική συνοικία της Αγγλίας γέννησε τον Ντόριαν Γκρέυ κι οι νεολαίες του κόσμου τον ερωτεύτηκαν. Δεν ήταν μόνο τα πλούσια σε σάρκα χείλια του, η ζωντάνια, η εκρηκτική του σεξουαλικότητα που έκανε τις κοπέλες να ματώνουν από πόθο και τα αγόρια να ξεπατικώνουν τον χορό του, ήταν αυτό που μόνο όσοι λάτρευαν την λογοτεχνία είδαν καθαρά, είδαν δηλαδή να κάνει το νέο του συμβόλαιο ο Ντόριαν- Μικ με τον Μεφίστο και το Ροκ Εντ Ρολλ να απογειώνεται... Κι είδαν το αρσενικό μαργαριτάρι να βγαίνει μέσα από μια κόκκινη θάλασσα και να επωάζει τις αρχέγονες δυνάμεις του με το χάος, γι αυτό η τόση του αυτοπεποίθηση έκανε να σκιρτούν βασιλιάδες και βασίλισσες, δεν ήταν μια απλή αυτοπεποίθηση, ήταν οι ενωμένες δυνάμεις του Ποσειδώνα με τον Άρη και την Αφροδίτη.. Όταν γεννήθηκε ο Μικ στέναξε οδύνη και ηδονή εκείνο το στενό δρομάκι της Αγγλίας. Ο Νάρκισσος βούλιαξε με τα πόδια του δεμένα με πέτρες στον αιώνιο ποταμό όταν είδε πόσο γελοίος ήταν μπροστά του και μικρός σαν ένα πετραδάκι στον πάτο μιας λίμνης. Όταν η μουσική ενώθηκε με την σεξουαλικότητα οι φτέρνες δεν ακουμπούσαν στην γη, τα αρχαία κτήνη ενώθηκαν με τα ανθρώπινα όντα ίσα ίσα για να αποστάξουν τις δυνάμεις τους στους χορούς που έκανε τραγουδώντας και κανοντας τα πλήθη να στάζουν ηδονή και πόθο.. Η μουσική αναπαριστά όπως κι η λογοτεχνία, είναι οι πλέον αναπαραστατικές μορφές τέχνης.. Η δημοσιότητα ήταν πια η σκιά του, η ζωή του χίλες ζωές μέσα κι έξω από τον καθρέφτη. Ποιος δεν μπορεί να τον φανταστεί σε ένα όμορφο σύμπλεγμα με τον David και να κοιτιέται στον καθρέφτη; Δεν υπήρξε ποτέ ανούσιος κι η ζωή του αποτελεί την οργιώδη μυθοπλασία του Ντόριαν.. ΜΈσα κι έξω από τον καθρέφτη.. Όμως τώρα που πρόλαβε και έδωσε συναυλία στο τοίχος του Ισραήλ, τώρα που έζησε με τερατώδη χρηματικά ποσά κι έκανε έρωτα σαν γυναίκα και σαν άντρας, πάει να πει πως άγγιξε την θεότητα, τώρα είναι η στιγμή που θα ήθελα διακαώς να μιλήσω για λίγο μαζί του. Να του γράψω σε μικρά ποστ και να τα κολλήσω στο ψυγείο του πως το ροκ εντ ρολλ δεν συμβιβάζεται για τα φράγκα και την δόξα, να του πω πως εξακολουθώ να ανατριχιάζω όταν βλέπω τις συναυλίες του, πως καθόρισε την τρυφερή μου ηλικία, αλλά τώρα που ο Μεφίστο πήρε αυτό που ήθελε πίσω, πόσο μόνος άραγε να νιώθει, πόσο δυνατός να αγγίξει την άβυσσο που φωνάζει από κάτω του με έναν δυνατό ίλιγγο, αυτός που κοίταξε την άβυσσο νέος, χωρίς τρόμο, αλλά με θράσος, τι γνώμη έχει γι αυτόν τον κόσμο κι αν κατάλαβε τελικά πως ο ίδιος αποτέλεσε ένα μέρος του παλιού όμορφου κόσμου... Κι αν κατάλαβε πως ήταν ο ίδιος μέρος εκείνου του όμορφου κόσμου γιατί έδωσε εκείνη την γαμημένη συναυλία αφού αυτό αποτελεί μέρος αυτού του νεου, ανήθικου, άθλιου άδικου κόσμου, να μου πει αν ακούει τις νύχτες τον Μεφίστο να του φωνάζει, ε Μικκκκκκκκκκκκκκκκκκ ε Μικκκκκκκκκκκκκκκκκκκ και να νιώθει τόσο ανυπεράσπιστος και μόνος.. Ανάβω τσιγάρο κύριε Μικ, κάπνισε με.. -De Profundis, Mr Mick Jagger-

Η θάλασσα πνίγεται από την αρχαία σκουριά του αίματος , ο θεός παίζει σκάκι με τον Χριστό, τον Μωάμεθ, τον Αλλάχ , ενώ ξερνάει θειάφι και λιβάνι, ενώ ξερνάει φωτιά, ενώ ο θεός του πρόσφυγα πεθαίνει, ενώ η γυναίκα από την Συρία γεννάει ένα νεκρό βρέφος, ενώ ο θεός την βομβάρδισε λίγο πριν, κι όλοι οι θεοί ξενυχτούσαν για να λύσουν το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης, για να βρουν ένα άλλο, για να λύσουν το θέμα του πρόσφυγα μιας και ο θεός που τον προστάτευε μετανάστευσε κι αυτός για άγνωστες πατρίδες, κι ενώ είναι αδύνατον να αγαπηθούν ένας άντρας και μια γυναίκα γιατί ξέχασαν πως γίνεται αυτό, ενώ ο θεός διαβάζει εφημερίδα, ενώ η αρχαία σκουριά του αίματος κατεβαίνει στην θάλασσα με το σχήμα του φιδιού, ενώ το φίδι τρώει ένα κόκκινο μήλο, ενώ ένας άνθρωπος ψάχνει μέσα στην θάλασσα τον αδελφό του μέσα στα επιπλέοντα πτώματα, που ο θεός τα κοιτάζει με μια άσπλαχνη τρυφερότητα, ενώ ο θεός μετατοπίζεται όποτε βρέχει, ενώ απειλεί να κάψει τις άπιστες πόλεις, ενώ οι άπιστοι μετατοπίζονται κάτω από την αόρατη συνέλευση των θεών, κάτω από το άγρυπνο μάτι του ενός και μέγα θεού, ενώ ένας κόκκος άμμου από εμένα και εσένα παλεύουν μέσα στην ανθρωποκαταιγίδα, ενώ ο Αϊνστάιν κοιμάται θυμωμένος και μετανιωμένος αφού δεν πρόλαβε να πει όσα ήθελε για τον καπιταλισμό, ενώ ο Λένιν κοιτάζει το τέλος ενός αγαλμάτινου ομοιώματος του, πεσμένο στις πλατείες, ενώ ο θεός αποχαιρετά τον σοσιαλισμό και καλωσορίζει το χάος, ενώ ο θεός δεν με αφήνει κι εμένα να με συγχωρέσω που πίνω την σιωπή μου κοιτάζοντας την αρχαία σκουριά του αίματος, ενώ οι δεσμεύσεις του περί της ελευθερίας μου καταπατούνται από το δορυφορικό του μάτι, ενώ αποφασίζει για τους αιώνια φυλακισμένους γράφοντας ανήθικους νόμους ηθικής, ενώ όλοι πνιγόμαστε από την αγάπη του θεού μας, ενώ πια ο θεός είναι ο θεός όλων και πνίγεται στα φράγκα, ταλαιπωρείται από τα νεφρά του και το στομάχι του τρώγοντας , εμείς εδώ τελειώσαμε με τους θεούς, ταλαιπωρημένοι ψάχνουμε να βρούμε τον αληθινό εαυτό μας, τελειώσαμε με τους θεούς πολύ πριν γεμίσει η θάλασσα με το αρχαίο αίμα, τελειώστε με τους θεούς, αρχίστε με τους ανθρώπους... {Ακατάπαυστο το αρχαίο αίμα της σκουριάς}

Oι σπάνιες ώρες που πετούσε πάνω από την πόλη, ήταν όταν θυμόταν πως κάποτε είχε αγγίξει το στέρνο του ουρανού, κάπου σε ένα θολιασμένο όνειρο από το ποτό και τον καπνό και τις κουβέντες.. .Αυτό σκεφτόταν, καθώς εκείνος της άναψε το τσιγάρο. Ο άντρας με την μαύρη καμπαρντίνα την κοιτούσε σαν χαμένος, καθώς εκείνη δεν μιλούσε , μονάχα κοιτούσε προς το μέρος της πόρτας. -Ξέρεις, κάποιος που είχε κάνει φυλακή, μου είπε πως από τότε δεν μπορεί να κοιμάται με κλειστή πόρτα, πάντα χρειαζόταν να την βλέπει ανοιχτή για να είναι έτοιμος να φύγει. Έτσι του είπε και φύσηξε ένα δαχτυλίδι καπνού . -Τον αγαπούσες αυτόν που στο είπε; είπε αυτός σχεδόν ψιθυριστά. -Πολύ, όλους τους φυλακισμένους τους αγαπώ, δήλωσε αυτή με στόμφο υποδειγματικό.. -Γιατί; -Γιατί μοιάζουμε, αρκετά μετά το τέλος της εφηβείας μου νιώθω κι εγώ φυλακισμένη. -Μα γιατί; ρώτησε εκείνος και άναψε τσιγάρο νοιώθοντας μια αδιόρατη λύπη. -Γιατί από τότε κατάλαβα πως δεν είμαι αθάνατη και άρχισα να παίρνω σοβαρά τον εαυτό μου και τους άλλους, αυτό με καθιέρωσε στα μάτια μου σαν κομμάτι μιας παγωμένης θλίψης.. -Μα είσαι μια πολύ όμορφη γυναίκα, αυτό και μόνο σε βοηθάει σε όσα θες να κάνεις δικά σου, σε όσα θες να γνωρίσεις.. -Είναι σχεδόν απλοικό αυτό που λες και σκέψου πως δεν θέλω να κάνω τίποτε δικό μου, κανέναν επίσης δεν θέλω να κάνω δικό μου. -Τι πραγματικά θέλεις; -Θέλω κάποιος να μου δείξει και να μου αποδείξει πως μπορεί να με κάνει δικιά του, θέλω να έχει όλους του επιθυμητούς μου λόγους για να με κάνει δικιά του. Από καιρό έχω καταλάβει πως οι πεταλούδες χορευουν γύρω από το φως, αυτό συχνά, τις κάνει να καίγονται. .Αυτό πολλές φορές κάνει τους άλλους να θέλουν να τις κάψουν, προσφέρει αφάνταστη ηδονή το κάψιμο μιας γυναίκας ή μιας πεταλούδας στο φως.. -Μπορώ να αγγίξω τα μαλλιά σου; την ρώτησε σχεδόν ανυπόμονα. -Κάνε το. Του είπε, και καθώς αυτός περνούσε τα χέρια του γύρω από το κεφάλι της σκεφτόταν πόσο γρ'ηγορα θα το έβαζε ο ίδιος στα πόδια. Λίγες μέρες συναναστροφής, και θα καταλάβαινε πόσο δύσκολα μπορεί κανείς να συναισθανθεί κάποιον που νοιώθει φυλακισμένος, φυλακισμένος, από την ασίγαστη αγάπη του για την ελευθερία και το δέσιμο με όλες τις άσχημες και όμορφες μνήμες της ζωής του. Και πόσο απίθανο είναι να καταλάβει ,πόσο αυτοκαταστροφικός είναι ένας τέτοιος άνθρωπος, πόσο απίθανα σπάνιο, είναι να συνδέσει την ανθρώπινη ομορφιά με εκείνη της πεταλούδας... -Οι όμορφοι άνθρωποι, όμορφα καίγονται
. Το κενό μεταξύ των φιλιών, είναι οι έρωτες που κοιμήθηκαν μέσα σε μια χρυσή σκόνη Τα αγγίγματα που δεν ευωδίασαν είναι αυτό ,που δεν έπρεπε να γίνει Η εξέλιξη των γεγονότων που ατόνισαν, ήταν η μοίρα που πήρε αποφάσεις Κι όσα δεν είπαμε είναι τα ελάχιστα αυτά λόγια που σου λέω. Το να θυμάσαι κάτι που σε θλίβει είναι ένα είδος αυτοτιμωρίας, πολλοί μπερδεύουν την ενοχικότητα με την αυτοτιμωρία, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Οι ημέρες μου είναι εμφανώς καταβεβλημένες, γι αυτό δεν αναιρώ τίποτε από τις σκέψεις μου, οι σκέψεις μου δεν έχουν κινητήρια δύναμη, δεν έχουν προθέσεις, είναι σαν πληγωμένα πουλιά που πέφτουν ζαλισμένα επάνω στα τζάμια και σκοτώνονται. Έχουν περάσει χρόνια, κι εγώ ακόμη σε θυμάμαι... -Ο χρόνος στο αυτόφωρο-

Ώρα πρωινή, διάβασα πως ο ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ αυτοπυροβολήθηκε στην καρδιά ,ένα σούρουπο. Οι κοιλάδες και τα ηλιοτρόπια ξεχύθηκαν από τα κάδρα τους και ριζώσανε λίγο πιο κάτω από τον λαιμό μου, αιωρήθηκαν εκεί κάπου, και έμειναν στο κέντρο της καρδιάς μου. Και καθώς κατέβαινα τον αγαπημένο μου λόφο, κάποιος άγνωστος με ρώτησε για έναν δρόμο της πόλης, άρχισα να του εξηγώ, και να του δείχνω την κατεύθυνση, τότε άρχισαν να φεύγουν από το στόμα μου οι ζωγραφιές του , ήλιοι καμαρωτοί έκρυβαν μια λύπη. Ο άγνωστος φοβήθηκε και το έβαλε στα πόδια. ////// Ώρα απογευματινή, κατέφτασα σε άγνωστο προορισμό μιας και εμπιστεύτηκα μονάχα τους τα πόδια μου. Και σκέφτηκα, προς τι ο τρόμος του αγνώστου άντρα, ηλιοτρόπια του έγνεφαν νωχελικά κι όχι θηρία. ////// Ώρα βραδινή ,πιάστηκα στα βιβλία μου, έβαλα τους άγιους του μπλουζ να παίζουν στο πικ- απ, και η ψυχή μου ξαφνικά σκοτείνιασε. Ήταν από την έλλειψη της ομορφιάς γύρω μου, ήταν η δερματική ασθένεια που με είχε καταβάλει και η αγνωμοσύνη των ανθρώπων. Και η εσωτερική αγωνία μου, για σκέψου, πόσοι ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ αυτοπυροβολούνται κάθε ημέρα ,χωρίς να μας δίνεται δυνατότητα, να το μάθουμε... Και μάτωσα δίχως λόγο, στάθηκα στον καθρέφτη και κοίταξα ξανά τα σημάδια της ερυθρότητας. /// Υποφέρω από δερματικό νόσημα που θα γιάνει με την αντιβίωση, είπε ο γιατρός.. Μα εγώ ξέρω, είναι η έλλειψη της ομορφιάς και οι τόσοι αυτοπυροβολισμοί που με ξεκουφαίνουν, κι εκείνα τα ηλιοτρόπια που κατάπια τόσο λαίμαργα... -Ροδόχρωμα ηλιοτρόπια-

Μιλούσες πολύ, οι λέξεις σου, κομμάτια με μελάνι κόκκινο , χάραζαν έναν κύκλο στο πάτωμα, πράγμα απογοητευτικό, γιατί τον ήξερα καλά, ήξερα την διαδρομή και την κατάληξη του. Μιλούσα πολύ, ήταν που ήθελα να κρύψω το πεινασμένο ζώο που φωλιάζει μέσα μου, σου έγνεφε κι εσύ δεν το έβλεπες. Σκέφτηκα πως μας χώριζαν οι λέξεις και η όραση, όταν σκέφτηκα πως υπάρχουν εκείνα που μας ενώνουν, αισθάνθηκα κουρασμένη να τα ψάξω. Δεν υπήρχε λόγος, η ζούγκλα της πόλης μοιάζει ανίκητη, ανίκητη κι η θέληση μου να τρέξω επάνω της και να χυθώ στην λάβα της. Όταν έφυγα από κοντά σου, θυμήθηκα γιατί εκείνους τους ποιητές τους είπαν καταραμένους, από κάτι υπέφεραν που ζητά την πλήρη εξύψωση μετά από αιματώδεις διαδρομές υπόγειες.. Κι αναθάρρησα.. {Απόσταση}