Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015


Είναι καιρός τώρα που φεύγω, διακριτικά και με αρκετές παύσεις στα ενδιάμεσα διαστήματα του πίσω μπρος, νοσταλγία ,για αυτούς που τους άκουγα να καίνε αντί για καρβουνάκια σε αόρατα θυμιατήρια, λέξεις, νοσταλγία για αυτούς που κάθονταν μπροστά σε μια μπάρα κι έπεφταν πίσω μεθυσμένοι, όχι από το αλκοόλ, αλλά από την δύναμη της έκθεσης σε μάτια αδιάκριτα, από την δύναμη της αμπογιάτιστης ελευθερίας , μπαγάσας κι άσπλαχνης. Είναι καιρός τώρα που καταλαβαίνω, πόσο εξόριστη νοιώθω, όταν όλα αυτά εκεί πίσω, έγιναν μόδα από επιτήδειους, σαν χάδια μιας πόρνης σε πελάτη ανιστόρητο στα χάδια. Να, μπροστά μου ο χάρτης των λαθών, των γεωγραφικά αγεωγράφητων στα ανθρώπινα . Μπλέκομαι με τους Σύριους πρόσφυγες για να μπλέξω το δίκιο μου που το έκαναν άδικο κι ας ξέρω πόσο λίγη είμαι μπροστά στον ξεριζωμό. Γιατί δεν υπάρχουν οι λέξεις να με κινήσουν στην έκρηξη και το αίμα είναι παγωμένο. Μια λύπη του Κορτάσαρ, μπλέκεται στην καρδιά μου με ένα τρομπόνι, μια λύπη του χτες, με εκτοπίζει από το σήμερα. Περπατώ σαν εξόριστη και σαν ξένη ,στα λημέρια των λύκων και των ξεχειλωμένων από το σάλιο γραφιάδων, περπατώ έξω από τα σύγχρονα σφαγεία των <<θεσμών>>, κλαίουσα και ντροπιασμένη, κι όταν κάποιος γράφει ένα ποίημα και πιστεύει πως εκείνο το χαμίνι στις γραμμές του τρένου θα σωθεί, ή , από μια δημοσιευμενη εικόνα του σε ένα έντυπο <,ψαγμένο>>, τότε πιό πολύ κλαίω, από μια σιωπή σε υποβολή.. Σιωπηλά ψάχνω στα σύννεφα κάτι που να με φέρνει πίσω, αλλά στέκεται αδύνατον, αδύνατον μου φαίνεται και να σωπάσω και να μην φωνάξω την δειλία μου. Μια μέρα να έρθει και να τα γυρίσω όλα τούμπα και να τα κάψω. Θλίβομαι και συνθλίβομαι παρακολουθώντας σαν μαστουρωμένη, από μια πικρή αλήθεια, όταν οι τράπεζες πάψουν, τότε οι άνθρωποι θα γίνουν αίμα στους δρόμους. Ως τότε, σαν εξόριστη σκιά θα βλέπω την κουλτούρα της ζωής να γίνεται μόδα -καμιά κουλτούρα δεν κατέχει, όποιος δεν περπάτησε σε πεζοδρόμια-.. Ώσπου το ψεύτικο να γεμίσει τρύπες και να σκάσει σαν μπαλόνι, ώσπου η ελευθερία δεν θα εξαρτάται από κράτη, πατέρες, μητέρες, συζύγους, πληρωμένη μόρφωση ανεπίδεκτη μαθήσεως, ως τότε θα περιμένω, να ανθίσει ένα νυχτολούλουδο μέσα σε γραφεία ανήλιαγα, κι ανθρώπους που φορούν μάσκες ενός παράλογου θιάσου να πέσουν.. Κι ακούς; πάλι βρέχει.. -Η οργή της θλίψης

(Θα το εκτιμούσα πολύ, αν δεν μου δίνατε περισσότερη προσοχή από όση θα δίνατε σε ένα χαρτί τσαλακωμένο, πεταμένο στο καλάθι,) είπε η γυναίκα στον άντρα που την ακολουθούσε στον δρόμο, ήταν ένας άγνωστος,εκείνη , ήταν γεμάτη, από μια πένθιμη ντροπή. (Κι εγώ θα το εκτιμούσα πολύ, αν μου δίνατε όλη σας την προσοχή), είπε αυτός με μια άγρια έπαρση.Χωρίς ίχνος αισθητικής που της ταίριαζε... (Μάλλον ανήκετε σε αυτούς που τους μεγάλωσαν νταντάδες κουνώντας τους μέσα σε ένα καρότσι, θορυβώδες από την μοναξιά του), είπε και τον κοίταξε κατάματα. Αν μπορούσε, με ένα της βλέμμα θα τον είχε σκοτώσει, η αναίδεια, που δεν ήταν ερωτική, την εκνεύριζε και η ντροπαλή της φύση κρυβόταν τώρα, κάτω από σεντόνια κόκκινα

Ας δούμε λίγο τι σημαίνει παρατηρώ, στην παρατήρηση, εκτός των αισθήσεων, λαμβάνουν μέρος δυνάμεις εξαιρετικές, όπως οι προσωπικές εκκρεμότητες, αδυναμίες, πεποιθήσεις ή επιθυμίες. Η παρατήρηση ,είναι κάτι που ή το έχεις από παιδί ή το αποκτάς από τον βίο σου και πάντως είναι ένας πνευματικός τρόπος εξάσκησης καθημερινής . Εν τέλει ,ίσως η παρατήρηση είναι αυτό που μένει μετά το τέλος της παρατήρησης, όταν ελεύθερα διαχέονται οι πληροφορίες εκτός της στενής έννοιας αυτού που λέμε πραγματικότητα. Αν παρατηρούσαμε τα πράγματα <<βλέποντας>>, τότε ο κόσμος μας θα ήταν λιγότερο ασαφής και η γνώση γι αυτά θα ήταν μια πυξίδα με σαφή προορισμό, την εξέλιξη και την πραγματική πρόοδο. Όμως ,στην σύγχρονη εποχή, ο προσωπικός χρόνος είναι λίγος κι έτσι καταλήγουμε να <<βλεπουμε>> σαν μεθυσμένοι. (Να σημειώσουμε εδώ πως κάποιος μεθυσμένος μπορεί να παρατηρήσει πολύ περισσότερα από όσα ένας νηφάλιος).. Επίσης ,ας σκεφτούμε πως θέλει πολύ προσωπικό μόχθο ώστε η παρατήρηση να μην μας κάνει καχύποπτους.. -Κάτι πολύ λίγα, για την παρατήρηση

Σου μιλούσα, έπαιρνα ένα στιλέτο κι έκοβα τις λέξεις από την ρίζα τους, αυτές δραπέτευαν από εμένα κι έφταναν στο στήθος σου, για λίγο, γιατί μετά τις έβγαζες από την πόρτα σαν να ήταν άλογα γερασμένα , έτοιμα να τα σκοτώσουν αφού δεν μπορούσαν να τρέξουν. //////// <<Συχνά μιλάμε αφηρημένα ή έτσι, χωρίς να υπάρχει αποδέκτης, όμως οι άλλοι νομίζουν πως μιλάμε γι αυτούς, λέμε για τον κακό μας τον καιρό κι αυτοί νομίζουν πως μιλούμε για τον δικό τους>>, σου είπα ένα βράδυ που έσταζαν τα κεραμίδια κίτρινο χρώμα.. <<Κανείς λόγος ανησυχίας, δεν μπορούμε να περιοριζόμαστε, σταμάτα να σκέφτεσαι ενοχικά>>, είπες κι έβαλες στο ποτήρι σου λίγο <<παλιό>> ουίσκι. ///////// Είχες κάτι από έπαρση, στον τόνο της φωνής σου, αλλά εγώ ήμουν από αυτούς που ήξεραν πως πουλάς φύκια για μεταξωτές κορδέλες, οι άλλοι αρέσκονται να ακούνε λέξεις από στόματα που ξερνούν αλήθειες των άλλων σαν να ήταν δικές τους.. . Αρέσκονται στο να είναι μαζοχιστές, να υποφέρουν από ένα είδος λατρείας για το είδος εκείνων που θεωρούν εαυτούς, κατώτερους, εξαιτίας της δήθεν φανερής ανωτερότητας- στο μάτι αυτών-, του ομιλητού τους. Είχες έναν εκνευριστικό τρόπο να κουνάς τα χέρια σου σε ακροατήρια μεθυσμένα από την απραξία και το ποτό... Είχες επίσης έναν άρρωστο σκοπό, να πιάσεις την καλή σαν να ήσουν ένας τυχοδιώκτης όπως πάντα υπήρξες και γι αυτό επιβίωσες. //////// Ήρθες προς το μέρος μου, εγώ ρουφούσα το κίτρινο των κεραμιδιών και το έφτυνα στους τοίχους. Το κατάλαβες.. ////// <<Κουράστηκα, θα φύγω, σου εύχομαι να έχεις καλή επιτυχία στα σχέδια σου>>.Είπα, απλά και σταθερά.. <<Δεν έχω κανένα σχέδιο μικρή μου, μείνε>>, είπες κι είδα τα μάτια σου να θωπεύουν σκοτάδια που τα έσπαζε το κίτρινο. <<Γιατί δεν έχεις αφήσει τον εαυτό σου να δείξει την σύνθλιψη του μπροστά στους άλλους, γιατί πάντα ζητούσες κάποιον να σε σώσει την κατάλληλη στιγμή της κατάδυσης σου>.; <<ΈΤσι είμαι εγώ, είμαι αλήτης, δεν αξίζω να με αγαπάει κανείς αλλά εσύ με αγαπάς, έτσι δεν είναι >>; <<Δεν σε αγάπησα, σε συμπάθησα γιατί μου έδινες πολλές απολαύσεις και υλικό στο θέμα της παρατήρησης, αυτό ήταν όλο, ένα ρομάντσο μονότονο κι απλό>>, σου είπα. /////// Έριξες το ποτήρι στον τοίχο με δύναμη, τα κομμάτια του απλώθηκαν παντού. Σε έστειλα στον αγύριστο κι ας ήμουν 15 χρονών, ήξερα από παιδί ως που μπορεί να απλωθεί ο άνθρωπος και να ρουφήξει από την ζωή των άλλων με βαρβαρότητα, εσύ απλά το έκανες με τέχνη, έτσι έλεγαν οι άλλοι... ////// Από τότε , κατάλαβα πως οι άλλοι νομίζουν πως είμαι απλά πολύ γλυκιά καθώς ακούω και δεν μιλάω, όταν τους το χαλάω αυτό λέγοντας αυτά που πιστεύω, με αντιπαθούν βαθιά.. Και τράβηξα μια γραμμή λίγο μοναχική, κάποτε μαύρη και κάποτε κόκκινο του αίματος, αυτό μου άρεσε. ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ, ειδικά όταν χορεύεται με την διάθεση κάποιου που ενώ νιώθει πεθαμένος, περιφέρει την θανατίλα σαν να είναι φίδι και το σκοτώνει ο ίδιος σαν να είναι ο Άη- Γιώργης -Κάποτε, ένας Φθινόπωρος

Kαθώς διάβαζα τις σημειώσεις της, διαπίστωσα πως αναφέρονταν στον ίλιγγο μιας πεταλούδας. Μιλούσαν με μια ευγένεια έκφρασης, με απελπισία και την οδύνη που συνοδεύουν μια αληθινή τραγωδία. Δεν επρόκειτο περί ενός παραληρήματος με κρυφές Ναρκισσιστικές αναφορές , αφορούσε το δράμα που λέγεται ζωή. Κι αυτό που μου έμεινε τακτοποιώντας τα φύλλα ήταν πως εξαιτίας του τόσο απρόοπτου, βάρβαρου κόσμου που ζούσε η μόνη της άμυνα ήταν να τα ζει σαν μια πεταλούδα...αλλά πάντα σε ίλιγγο. Ίσως σε αυτό συνέβαλε και ο ταυτόχρονος τρόμος και η ατέλειωτη αγάπη που είχε για την ζωή. Αλλα΄αυτό δεν ήταν η ηδονή που κρύβεται στον πόνο; Το να αφήνεσαι κυλώντας στον πόνο εκατοστό εκατοστό και ζώντας τον σε μεγάλη έκταση και βάθος, μέσα από αυτόν, ζεις την ηδονή και την οδύνη που κρύβονται στον έρωτα.. -Παρατηρώντας τον ίλιγγο μιας πεταλούδας

Από την στιγμή, που ο νοσοκόμος, με οδήγησε στον νεκροθάλαμο όπου αναπαυόταν ο πατέρας μου, έκανα την πρώτη σοβαρή μου σύσταση με τον θάνατο. Μια σφαίρα βρήκε την κεντρική μου αρτηρία και το αίμα έβαψε τον τοίχο. Στάθηκα κοντά του και το κρύο με έκανε να τρέμω. Έμεινα να τον κοιτάζω. Η ησυχία έξυνε το δέρμα μου, μου στεκόταν αδύνατον να του μιλήσω. Πήρα το παγωμένο του χέρι μέσα στο δικό μου, ξεκούμπωσα μαλακά το ρολόι του κι αποφάσισα να το κρατήσω σαν φυλαχτό για πάντα. Φώναξα τον νοσοκόμο αλλά αυτός είχε ως φαίνεται ξεχάσει την παρουσία μου στο υπόγειο δωμάτιο, έτσι πάντα συνέβαινε στην ζωή μου, τυχαία γεγονότα που πυροδοτούσαν δοκιμασίες και κάποιος αόρατος επιστήμονας με έκανε πείραμα προς μελέτη. Τεστ αντοχής, τεστ γνώσης, τεστ τεστ τεστ.. Έτσι παρέμεινα εκεί, ο πατέρας ήρεμος ξαπλωμένος στα λευκά σεντόνια. Θυμήθηκα μέρες πριν που προλάβαμε να πούμε αμοιβαία συγγνώμες και λόγια που έδειχναν την αγάπη μας ο ένας στον άλλον. Παρέλυσα από το κρύο και από την σύσταση με τον θάνατο, ο θάνατος κρατούσε στο στόμα του ηδυπάθεια, ο πατέρας ήταν ήρεμος και γλυκός όπως πριν.. Κι ενώ άρχισα να μεταβαίνω σε κάποιους άλλους κόσμους, τότε ακριβώς με θυμήθηκε ο νοσοκόμος.. Από τότε, κρατώ πάντα μέσα στην κάθε ημέρα μου ένα λεπτό σιγής για τους αδύναμους, για τους μοιραίους, για τους εγκαταλειμμένους, γι αυτούς που δεν φοβήθηκαν να αφήσουν τους Ιούδες να τους φιλήσουν στο στόμα σαν αυτό το φιλί να δείχνει το μελλοντικό αντικείμενο προς θάνατο, τους αυτόχειρες, τους νεκρούς ποιητές, τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να γεννηθούν, γι αυτούς που έζησαν τον πόλεμο, αυτούς που δεν μπόρεσαν να αγαπήσουν άλλον πέραν του εαυτού τους και πολλούς άλλους. Αυτό το λεπτό σιγής είναι που μου σταθεροποιεί συνεχώς την επαφή μου με την ζωή και τους ανθρώπους. Αυτό το λεπτό σιγής είναι η συνέχεια μου μετά τον πατέρα. {Αφιερωμένο σε όσους αγαπώ

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015


Δεν υπάρχουν λέξεις, μονάχα παρενθέσεις, εισαγωγικά, αποσιωπηιτικά, ώμοι που γέρνουν ελαφρά στον δυνατό αέρα από την ανοησία αυτού που λέγεται εμπειρία, την αφαίρεση που προσθέτει η εμπειρία στην δράση, εμείς εδώ, με τα ελάχιστα, αυτά έχουμε, λέπια, αίμα, κόκαλα και δέρμα από αλάτι, χωρίς αξίες παραγνωρισμένες, άφθαρτοι μέσα στην ασχήμια του χρόνου αφού κάθε μας επιδίωξη είναι η αφή της ομορφιάς, με σωματικές συγκλίσεις αόρατες, με φιλοδοξίες ανύπαρκτες γιατί δεν αποτύχαμε σε κάτι, αδοκίμαστοι ακόμη στις μαζικοποιήσεις των ψαριών και των προβάτων, βλέπουμε πάντα έναν Ιούδα να γράφει λεπτομερώς τις σημειλογίες της ζωής μας, ενώ το λιόγερμα επεκτείνεται κάτω από τα βλέφαρα μας, ενώ η καρδιά μας χτυπάει ανεξέλεκτα, έτσι, έτσι μπορείς να πεις, πως κάναμε παρέα με μοιραία κι ωραία πρόσωπα, χωρίς χαλιναγωγήσεις του πάθους μας, ευγενείς και ημιάγριοι, όπως μας έδειξε η θάλασσα, αυτήν σημαδεύουμε με το τόξο της μνήμης, κάθε ημέρα εδώ, θυμόμαστε πως προερχόμαστε από την θάλασσα, από εκεί ξεκολλάμε τις λέξεις,λίγο για να μιλάμε μεταξύ μας, λίγο για να αγαπήσουμε και για να αγαπηθούμε, λίγο για να καταονοήσουμε το μυστήριο που λέγεται ζωή, κάθε εκκλησάκι φυτρωμένο στην άκρη ενός βράχου αυτό ψάχνει, έναν θεό για να εξηγήσει τάχα τι είναι η ζωή... -Στοχεύοντας την θάλασσα- (Αμοργός

Τα μάτια σου, έμπαιναν στα ριζά του μυστικού μου βράχου, τα άφηνα να επιπλέουν μέσα μου, μιλούσα με τους άλλους για τα ρομάντσα με τα γιατσέντα, ξέρεις, αυτά που οι άλλοι αναγνωρίζουν ως τον πρόλογο σε θεάματα στους κήπους της ηδονής, ο πιο σημαντικός αγαπημένος μου υπήρξες, γιατί μου έμαθες, άθελα σου, πως η απόλυτη έκσταση και οι ηδονές, που προκύπτουν μέσα από την υποχώρηση των σωμάτων στον θάνατο, αυτόν που συμβαίνει μετά τον έρωτα, είναι διατάσεις και σκιές σε μια άλλη διάσταση, ίσως σε κάτι που συνέβη ή σε κάτι που οι εραστές φαντάστηκαν ως αλήθεια, τα μάτια σου έμπαιναν στα ριζά του μυστικού μου βράχου, ήταν θάνατος και έρωτας.. -Ερωτικό

Όταν γνώρισα την Τερέζα, βρισκόταν σε μια ταβέρνα, όπου η θάλασσα ακροβατούσε, παίζοντας με τα δάχτυλα των ποδιών της. Εγώ ήμουν ένας τυπικός άντρας που μέσα από το καλοκαίρι έψαχνα γυναικείες παρουσίες για ερωτική παρέα, τα μάτια της ήταν αυτό που με προδιέθεσαν κυρίως, κι ύστερα το κορμί της. Αδυσώπητες λάμψεις έβγαιναν από μέσα τους και με πυρπολούσαν μαλακά, σαγηνευτικά, γοητευτικά ύπουλα. Με δέχτηκε εύκολα στο τραπέζι της σπάζοντας την μοναξιά της, ήταν μόνη της γιατί έτσι επιδίωκε, μου είπε. Μας βρήκε η βαριά νύχτα και αστέρια βυθίζονταν στο χαος θυμίζοντας μας την ματαιότητα όλων αυτών που μαζεύουμε σαν ύλη, η μουσική του Μάρκου μας υπνώτιζε και μας έφερνε πιό κοντά. Η θάλασσα και το αλκοόλ μας θύμιζαν πόσο ερωτική είναι η ζωή μέσα στην νύχτα. Εξιστορήσαμε τις ζωές μας σαν να απλώναμε τις ψυχές μας σε ένα βωμό για εξαγνισμό. Μαζί της, δεν με ενδιέφερε να ξαπλώσω στο κρεβάτι αμέσως, ήθελα να την κατακτήσω αφήνοντας της όλα τα περιθώρια να σκεφτεί πως αυτό που μου έβγαζαν εκείνα τα μελένια της μάτια ήταν να την ακούσω και να την νιώσω με όλη μου την ουσία, αυτή που είχε δημιουργηθεί ζώντας και σκορπίζοντας κομμάτια μου από εδώ κι από εκεί. <<Έχεις αγαπήσει πραγματικά>>; την ρώτησα γεμίζοντας το ποτήρι της. <<Εσύ>>; με ρώτησε παίζοντας με ένα τσιγάρο στα δάχτυλα των χεριών της. <<Ίσως πιό πολύ ερωτεύτηκα και θαύμασα την γυναίκα>>, είπα καλύπτοντας την ερωτομανία μου με λέξεις, γιατί δεν θαύμασα δα και πολλές γυναίκες, μου άρεσε να τις ζω πίνοντας και δαμάζοντας τους ερωτκούς χυμούς τους, ύστερα πολύ σύντομα τις βαριόμουν. <<Δεν λες όλη την αλήθεια, όμως θα σου πω για μένα μια διαπίστωση που την κάνω μόλις τώρα μαζί σου>>, είπε κι άναψε το τσιγάρο, κοιτάζοντας τον μακρινό αστροβαμμένο ορίζοντα. <<Αγάπησα πολύ κάποτε έναν άντρα, μου έφερνε στον νου μια φράση του Οθέλου, αυτήν, - μ αγάπησε για τους κινδύνους που έχω διατρέξει-, διέτρεξα πολλους κινδύνους για εκείνον κι έμεινα με την απορία, ήταν ο κίνδυνος που αγάπησα εξαιτίας του ή η μεταμόρφωση μου σε μια άλλη γυναίκα, αυτήν την γυναίκα που μεθάει εξαιτίας του ιλίγγου που φέρνει ο κίνδυνος; ή αγάπησα μονάχα την επίδραση αυτή που είχε επάνω μου , την δύναμη δηλαδή να αλλάζω, όμως αν τα δεχτώ αυτά τότε πως μπορώ να σου πω πως τελικά αγάπησα αυτόν τον ίδιο κι όχι αυτά που σου είπα πριν>.; <<Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε>>; ρώτησα μαγεμένος από τις απορίες που μου δημιουργούσε. << Άπειρα κι ίσως ελάχιστα, είναι όλα στον νου και στην καρδιά μου σαν ένας κύκλος, μισός σκοτεινός και μισός γεμάτος φως>>. <<Τον αγάπησες λοιπόν>>, είπα και της χάιδεψα το χέρι, ύστερα το έφερα στα χείλη μου και το φίλησα. <<Τον αγάπησα, ναι, μαζί του διέτρεξα σε λίγες μέρες μια αιωνιότητα, αυτό είναι που καταρρίπτει όλα τα άλλα που συμβαίνουν ή που έχουν συμβεί, όποιος δεν έζησε έτσι, συνηθίζει να λέει, -ζω για το παιδί μου, ή παίρνω δ'υναμη μόνο από το παιδί μου-, θα τους ακούς γύρω σου συνεχώς, αυτό είναι η μισή διαπίστωση για την ζωή>>. Την κοίταξα και με συνεπήρε μια διάθεση αλητείας, αυτή που είχαν όσοι συνήθιζαν να γράφουν περπατώντα ολομόναχοι στον μεγάλο δρόμο, η Τερέζα ήταν ένας από αυτούς... -Με την Τερέζα στην Αμοργό

Την λέγανε Ευγενία, φορούσε ρούχο λευκό και μιλούσε με την γλώσσα των πουλιών, κανείς δεν την καταλάβαινε, μονάχα υποψήφιοι εραστές προσπαθούσαν να μπουν μέσα στο κάδρο της, αυτό, που το εξασκημένο βλέμμα της, εξιστορούσε ιστορίες ατέλειωτες. Μα τίποτε δεν ένιωθαν εκτός από την φλογισμένη ανεμώνη που έτρεχε στα πόδια της, αυτήν ήθελαν να φυλακίσουν επάνω σε ένα σεντόνι. Κι ήρθε η ημέρα που αποφάσισε να πετάξει με τα πουλιά ψηλότερα από τον Αυγερινό, αυτό συνέβη και κανείς δεν θυμόταν πια την παρουσία της, μόνο την σπίθα μιας ανεμώνης που έκαιγε κάθε νύχτα έβλεπαν. Η ανία του κόσμου δεν αντέχεται χωρίς ομορφιά, αυτό έχουν κατά νου πολλοί ,μα λίγοι ξέρουν να μιλούν με την γλώσσα της.. -Αμοργός-

Εδώ, στην μέση της θάλασσας, επάνω σε έναν βράχο, εμείς, οι ανυπότακτοι της σποράς της επιτήδευσης στην αγάπη, εδώ, παρατηρούμε τους αναγνώστες των άστρων, να αγνοούν επειδεικτικά την επίδραση των γελοίων ερώτων, αναζητώντας το προφανές, να ζήσουμε ως άνθρωποι! -Αμοργός

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015


Στο μικρό χωριό που βρίσκομαι, εκτός από τους συχνούς περιπάτους της σαύρας, του φεγγαριού, του καυτού ήλιου, της φάβας που τελειώνει το μυστικό της τραγούδισμα επάνω στις ταράτσες, της ατέλειωτης φασαρίας της μύγας και το τέχνασμα του τζίτζικα, υπάρχει ένα σημείο όπου μπορεί κανείς να βρει πόση αλήθεια έχει αυτός που θέλει να ζήσει σαν να ζει μονάχα μια ημέρα. Υπάρχει στο κοιμητήριο αυτό ,το δωμάτιο όπου στοιβάζονται τα κουτιά όπου αναπαύεται τον αιώνιο ύπνο το είδος των ανθρώπων. Μετακινώντας λοιπόν τα οστεοφυλάκια και ακούγοντας τον ήχο των οστών σκέφτηκα πόση παραφροσύνη παγιδεύεται στο ανθρώπινο κέλυφος. Μέσα σε ένα κουτί χωράει στο τέλος, ένας πάμπλουτος επιχειρηματίας, ένας <<πλανητάρχης>>, ένας ποιητής, ένας ματαιόδοξος κυνηγός κεφαλών, ένας παγκοσμίου φήμης συγγραφέας, μια πόρνη που λατρεύτηκε, ένας φοβισμένος μοναχός που αφοσιώθηκε στην παρατήρηση της φύσης και του ουρανού κι έγινε προφήτης, ένας επαναστάτης που δεν πρόλαβε να ζήσει, ένας μικρόψυχος διανοούμενος που πίστεψε πως μπορεί να διδάσκει τρόπους ζωής στους άλλους, ένας αστροναύτης που χόρεψε στην Σελήνη, ένας κλέφτης λαών, ένας λαοπλάνος, ένας ερωτευμένος που ξεπέρασε τον εαυτό του για μια αγάπη που την βάπτισε ειμαρμένη, όλοι χωρούν σε αυτό το κουτάκι. Αντικρίζοντας αυτό το κουτί βλέπεις πόσο μάταια είναι όλα και πόση σημασία έχει να ζεις την κάθε σου ημέρα όπως θέλεις εσυ κι όχι όπως επιθυμούν για σένα οι άλλοι και άλλα πολλά φυσικά, που είναι αδύνατον να παρουσιάσω εδώ.. Εδώ αξίζει ο παρατηρητής να αφοσιωθεί πλέον στους <<συνοδοιπόρους>> φίλους του διαλέγοντας αυτούς που δεν αρέσκονται στα λόγια αλλά στις πράξεις. Στο κάτω κάτω οι κάθε είδους θεωρητικοί είναι σαν τους τζίτζικες, σήμερα είναι, αύριο δεν υπάρχουν.. -Αμοργός- υγ. σαφώς, παρατηρήσεις εκ του πιο δικού μου παρατηρητηρίου

Να φεύγω πίσω στις μνήμες, στα καφενεία τα λερά ,όπου οι μύγες κρέμονταν σε μια ταινία με κόλλα επάνω στο ταβάνι, οι γέροι έπιναν ρακή κι έπαιζαν πρέφα, τους λιγοστούς τουρίστες που ήταν παιδιά των λουλουδιών κι άναβαν φωτιές σε απόμακρες παραλίες, μια παρέα εφήβων έξω από την πόρτα της θείας Ρ., που μιλούσαμε για Ροκ, τους έρωτες που κυνηγούσα με τα μάτια παρατηρώντας έναν μπάλο σε πανηγύρι 15 Αυγούστου, τον άντρα που σχεδόν ήταν κυνηγός εμπρός στα πόδια της γυναίκας ψάχνοντας δρασκελισμούς ψυχικούς μα και ταραγμένους από την ερωτική παραζάλη, αυτοσχέδια στιχάκια και νότες του βιολιού από το Στεφανάκh, τον δικό μας νησιώτη μπλουζίστα, όπου ακουμπούσε το πηγούνι επάνω στο όργανο και κουνιόταν ολόκληρος, άνοιγε την νότα και την μάκραινε καθώς έβλεπε τον ερωτικό οίστρο ενός ζευγαριού στον χορό, έδινε παράταση, έδινε παράταση στην πρόκληση της χίμαιρας, μια χίμαιρα κι αυτός που κατάπινε το αλκοόλ σαν να ήταν ένα χρωματιστό πουλί ανεβάζοντας τα μάτια στον αστροστόλιστο ουρανό λες και τον ευχαριστούσε, και τα πόδια των ανθρώπων, ω, τα πόδια των ανθρώπων να χτυπούν σαν να ήταν φτερούγες στο πάτωμα, κι εγώ μεθυσμένη από το θέαμα να σβήνω πίκρες και άσχημες σκέψεις, τα νυχτολούλουδα να παραληρούν σε φωτοχυσίες αισθήσεων, να φεύγω πίσω, σε κείνα τα λερά καφενεία που ο πλουραλισμός των αισθήσεων έβγαινε από τα ξύλινα κουτάκια της καρδιάς και του νου, ο Αυγερινός κι η πούλια με χίλια σπαθιά με έκοβαν , μας έκοβαν, μας μεταμόρφωναν, πότε σε αγγέλους και πότε σε Μέδουσες, όλα τα μονοπάτια που πατούσαν μονάχα οι τρελοί κι οι ονειροπαρμένοι και τα κατσίκια, στο ταγάρι μου παξιμάδι και σκληρό αμοργιανό τυρί, να σταματώ κάτω από τον τζίτζικα και την συκιά του δρόμου και να ψάχνω τον Κέρουακ και τις ουτοπίες μου της τάχα ελευθερίας μου, καθώς εδώ γινόμουν το άγριο και στην Αθήνα ξανά κάτι το γνώριμο, ψάχνοντας να φέρω παλι εκεί το άγριο και το ανυπότακτο, να φεύγω πίσω, στον παλιό κόσμο, τίποτε στυλιζαρισμένο, τα νησιώτικα bebop στην πειρατική μου σκέψη, τότε που η απόσυρση μου από τις παρέες εναλλάσονταν με την συντροφιά των λίγων και δικών μου εκλεκτών, εμείς που ζητούσαμε τις χίμαιρες, εμείς που βρεθήκαμε να κάνουμε αργότερα μαντινάδες παίρνοντας το παλιό μονοπάτι από το χωριό στον γιαλό μεθυσμένοι, βιολί και λαούτο περπατώντας να παίζουν καθώς γλυκοξημέρωνε, καθώς πηγαίναμε να πούμε χρόνια πολλά στις Μαρίες, καθώς χορεύαμε επάνω στις πέτρες, ω, θείες στιγμές που ψάχνουν οι άνθρωποι στις προσευχές , τότε που δεν έμοιαζε αγωνία να ψάχνεις θεούς και δαίμονες κι οι Κασσάνδρες έπαυαν , δεν είχαμε τιμητές, δεν είχαμε απομιμήσεις ανθρώπινες, τότε που όλα ενώ ήταν τόσο άγρια έκρυβαν και φανέρωναν μια υψηλή ευγένεια στα λόγια και τις πράξεις, τώρα που όλα στριμώχνονται στο σήμερα, σε έναν πόλεμο σε όλα τα επίπεδα,, τώρα που οι παλιοί αναπαύονται κι εμείς τους γυρεύουμε στις τσίμπλες της καρδιάς μας, καθώς πολλές φορές αυτή κοιμάται τον ύπνο της πραγματικότητας, και καθώς οι Βόρειοι έχουν κάνει την παρουσία τους πληθωρική κι οι μύγες και τα σπουργίτια, εδώ θέλω να πω, αφήστε λίγο χορό για την ουτοπία, αφήστε λίγο χώρο στην ουτοπία... και μην πιστέψετε πως τούτο το νησί το ξέρετε..το νησί δεν είναι δωμάτια και γαλλικό άρωμα, ούτε οργανωμένοι περιπατητές, είναι το κομμάτι το άγριο, το πιο άγριο όπου οι θεοί ξεχνούν τις ιδιότητες τους πίνοντας και ανακαλύπτοντας όλα τα απαγορευμένα... -Αναπολώντας την παλιά μου Αμοργό

Φοράει στις φλέβες της, χορό πένθους, καθώς αόρατος ο χορός των αρχαίων πλασμάτων ξεβράζεται στο κύμα, θρήνους μιας εποχής τραγουδούν, υπόκωφα, αμόλυντα κι ωραία, έτσι όπως ταιριάζει στους μοιραίους, και κάθε ξημέρωμα, ομορφαίνει τους ερωτευμένους, ενώ μια σύγχρονη σειρήνα θα αποφασίσει ποιός θα είναι ο επόμενος χαμένος, εδώ, στα νησιά που επικρατεί η πέτρα, κι ο τζίτζικας θα τραγουδά μια εποχή περιορισμένη.. -Αμοργός

Όταν ανοίγω τα μάτια μου ,τρέχει η θάλασσα με εκτοπίζει από τα σεντόνια και με πετάει με την ορμή της μέσα στους ανθρώπους, μα όπου βρίσκω πλήθος αντί για παρέες, νοσταλγώ την χώρα της ουτοπίας. Σε όλον τον χάρτη του νερού, παλινδρομώ με την γαλάζια μου πυξίδα, όσα αξίζουν τα μάτια κι η καρδιά μου να δουν εύχομαι, είναι το μυθικό ζώο που προστάζει, ζήσε η πέθανε, λέει, σαν μια γραμμή τεθλασμένη στον χάρτη, που θα μιλάει για ουτοπίες.. Κάπου αστράφτει στο Πέλαγος, μια βροχή θα συναντηθεί με την θάλασσα, νερό και αίμα και κόκαλα, αυτά είναι τα λίγα σύνεργα να φτιάξεις όλες τις ουτοπίες που δεν ράγισαν ακόμη από τον θάνατο.. -Αμοργός

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015


Τόπο σου λες, αυτό το σημείο που ενώ σου θυμίζει πόσο αχανής είναι η άβυσσος που βρυχάται κάτω από τα πόδια σου, τόσο έντονα αποτυπώνει μέσα στην καρδιά σου πως εδώ θες να ζήσεις μα και να πεθάνεις. Κι ενώ σε λιγώνει η ομορφιά του εσύ στέκεσαι και ρουφάς την στιγμή με ταπεινότητα και αθωότητα σαν να βλέπεις πρώτη φορά τον τόπο και τις μνήμες που περπάτησες επάνω του. Τόπος σου τελικά, είναι ένα σημείο του εαυτού σου μέσα σε ένα σύμπλεγμα διέγερσης και αφύπνισης για ζωή και διάθεση για ένα μικρό σου αποτύπωμα... -Αμοργός

γυναίκες ξεπλένουν τα μάτια τους, στα βλέμματα των αντρών, όπου η αγριάδα αναμετράται με την ευγένεια που έχει αυτός που δαμάζει τους βράχους, το ξημέρωμα βρίσκει έναν γλάρο να φτερουγίζει μαζί με τα καίκια, τα σφαλιστά βλέφαρα ευχαριστημένα από την απόλαυση της νύχτας, εδώ δεν αναπαύεσαι στην καλοσύνη των ξένων, εδώ την καλοσύνη μπορείς να την πεις αγάπη, η αγάπη ξεπλένει ότι χωρίζει τα ανθρώπινα, ο έρωτας απλώνει τα λευκά σεντόνια σε ότι ονομάζεται ζωή, κι εγώ ένας μικρός οδοιπόρος στα πέτρινα μονοπάτια λαχταρώ, λαχταρώ για την εύνοια των αγαπημένων μου νεκρών, ω, εδώ θα τραγουδήσω μαζί με τα πουλιά την έννοια της ελευθερίας, εδώ θα γίνω ξανά παιδί και θα αντικρίσω όσα ξέρω σαν γυναίκα... Ήλιε, κάψε με, ήλιε αναγέννησε με! -Αμοργός

Καθώς παρατηρώ τον αιώνιο αγώνα ενός μυρμηγκιού να τραβάει επάνω του το τριπλάσιο από αυτό βάρος, την μαγεία του κόσμου της μέλισσας, την ησυχία που σπάει από το τραγούδι του φασαριόζου τζίτζικα, το λευκό μπλε χωριό που κατοικώ, τους αβίαστους χαιρετισμούς που ανταλλάσω με τους άλλους, καθώς παρατηρώ πόσο δύσκολη είναι η απλότητα στην σύνθεση της στην πόλη,τόσο νοιώθω ευλογημένη, ναι, καθώς έξω από το ανοιχτό μου παράθυρο περνά λαχανιασμένος ο σκύλος ενός βοσκού, καθώς ξημερώνει μια άλλη ημέρα, όταν περνώ μπροστά από το κοιμητήριο και χαιρετώ βγάζοντας το καπέλο μου, καθώς πλένω το τζάμι κι ένα σπουργίτι έρχεται και γλυστράει επάνω του και μισομπαίνει στο δωμάτιο, πες μου τι, πες μου τι άλλο μπορεί να θέλει ένας άνθρωπος σαν εμένα για να νοιώσει γιατί το απλό είναι τόσο δύσκολο, ο άνθρωπος είναι αφύσικο να μην νοιώθει κομμάτι της φύσης και στις πόλεις επιννοούμε τρόπους για να νοιώθουμε κομμάτι μιας φύσης που μοιάζει νεκρή.. Καθώς παρατηρώ τα πάντα εδώ, νοιώθω την μαγεία του να νοιώθεις την έκσταση να σε επισκέπτεται τακτικά και αμέριμνα, νοιώθω την σοφία των νησιών και αισθάνομαι τυχερή κι ευτυχισμένη.. -Αμοργός

Είναι σκληρό το λευκό, και ανελέητο επάνω στα μάτια Ρούχο φορεμένο ανάποδα η μνήμη, σαν την σαύρα τρυπώνει στις κρύπτες Οι μικρές εκκλησίες στους βράχους δεν μιλούν, κάνουν πρόβες για τελετές μέσα στην σιωπή που βρυχάται Το κενό που μεγαλώνει είναι σαν παιδί που διψάει για γάλα Πως να ζήσεις στις Κυκλάδες αν δεν έχεις λέπια; Ήταν απομεσήμερο όταν έξυσα τα δικά μου κι απόμεινα γυμνή να καίω δίχως τους Στον καθρέφτη ένας ήλιος σπάει σε θραύσματα που μπαίνουν μέσα στα μάτια Εδώ είμαι, καταραμένη να συλλέγω ιστορίες δίχως λέπια, εδώ είσαι κι εσύ επισκέπτη, μέσα στο άγονο τοπίο δεν μπορείς να δεις το παλιό μας ρούχο, αυτό που στεγνώνει μέσα στο λευκό και την πέτρα.. -Αμοργός

Ένα μπλε φεγγάρι ετοιμάζεται να κολυμπήσει επάνω μας Εμείς κοιτούμε τους Βόρειους να περνούν έξω από τα σπίτια μας, περιπατητές και οδοιπόροι μιας χώρας βουλιαγμένης στην θλίψη. Θυμόμαστε τους νεκρούς μας φίλους κι ανασαίνουμε λιβάνι και βλέπουμε την ενοχλητική μύγα που κολλάει στα πτώματα. Κι ας μην είναι ο θάνατος μόνο που μιλάει στα παλιά μας λημέρια. Βλέπω τον αετό να πετάει πάνω από την χαράδρα και τον ζηλεύω. Βλέπω τα παιδικά μου όνειρα καθώς ξεχάστηκαν στην θάλασσα. Βλέπω με την ψυχή μου τους πειρατές και τους έρωτες που χάθηκαν από φονικό χέρι. Αναλογίζομαι γι αυτό το αγαπημένο μπλε πόσο μπλε χάνεται, πόσο μπλε μας πληγώνει. Κι ο έρωτας μας πληγώνει με το λαμπερό του κέντρισμα. Κι οι ενοχές μας για όσα χάθηκαν και για όσα δεν τολμάμε να κάνουμε. Αυτό συμβαίνει με την Κυκλαδιτισσα αδελφή μου, ανεβάζει επάνω όλα αυτά που κρύβονται καλά και προσεκτικά. Ένας εαυτός που αναζητώντας το στίγμα του παραληρεί για αγάπη και έρωτα κατεβαίνοντας εκεί που υπάρχουν σεντούκια με θειάφι. Και δαιμονιζόμαστε μέσα στην επάρκεια και την ανεπάρκεια μας. Θεέ μου, πόσο σκληρό είναι να είσαι άνθρωπος...