Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015


Στέκεται αναποφάσιστη στο σταυροδρόμι, έχει τα χέρια στις τσέπες. Διαρκώς αναποφάσιστη, έτσι θέλει, η αποφασιστικότητα έχει προφάσεις και προθέσεις. Δεν είναι έτσι αυτή. ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ γρήγορα, κάπως αδέξια. Κοιτάζει γύρω, τον σκέφτεται, τι να σκέφτεται; Σκέφτεται τον κόσμο των γουρουνιών που κρύβονται πίσω από ένα κολιέ με διαμάντια,_ ξέρω, κλισέ-. Αυτός δεν είναι έτσι, ωχ, σκέφτεται ,κατάφαση. Δεν είναι έτσι αυτή, δεν ζει από τις καταφάσεις, από τις αρνήσεις, έζησε. Με αυτές τάισε τα φτερά της. Τον σκέφτεται. Τα πόδια της πίσω στη φτέρνα καίνε. Όλα ζεστοί, μικροί αποχαιρετισμοί, ναι ξέρει, αυτή τους ξέρει. Και ξέρει πως κι αυτός τους ξέρει. Αυτός. Αυτή. Εκείνοι. Οι άνθρωποι. Αυτός ο φριχτός, αυτός ο υπέροχος κόσμος, όλα αυτά κι εκείνα, αυτά που κατοικούν κάτω από τα βλέφαρα. Καίγεται για την ζωή. Η ζωη την καίει, την έχει κάψει, όχι, έτσι έπρεπε να γίνει, για να μάθει να φοράει φτερά, για να μπορεί να φεύγει, να πετάει, να πιστεύει στιγμές στιγμές πως είναι ελεύθερη. Τρομερή γοητεία οι πτήσεις. Και αυτά που δεν λέμε. Περπατάει σιγά τώρα. Κοιτάζει γύρω της, σαν να περπατάει μαζί της. Ποιος ; Εκείνος. Αυτός που της μιλάει για άλλους κόσμους. όχι, δεν θα σου μιλήσω για αυτά που της λέει. Δεν είναι έτσι αυτή. Αυτή λέει,( όποιος κομπάζει είναι μέτριος), δεν της αρέσει η μετριότητα κι ας ξέρει πως είναι δύσκολο να ξεφύγεις από αυτήν. Δεν είναι έτσι αυτή. Δεν είναι έτσι αυτός. Δεν είμαστε έτσι εμείς. Περπατάει χαμογελώντας. Φεύγει... -Εικόνες- υγ. αφιερωμένο

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015


-Οι αλήτες του Ντάρμα, η αλήτισσα της Αμοργού και το μεθυσμένο σαν μωρού χαμόγελο του πατέρα μου- Ο Σεπτέμβρης ήρθε γλυκά, είπα να τον καλωσορίσω στην άλλη παραλία όπου είναι προσβάσιμη με την βάρκα ή με τα πόδια. Είναι μια γλώσσα θάλασσας χυμένη επάνω στην άμμο και με πολλά πολλά χαμηλά δέντρα όπου η σκιά τους είναι ευλογία, από κάτω τους ξαπλωμένοι δεκάδες Ιταλοί και Γάλλοι με λίγους Έλληνες κρύβονταν από έναν ήλιο που επιτέλους δεν καίει τόσο πια. Ξάπλωσα επάνω στο μπλε μου μαντήλι κι άρχισα να διαβάζω τις ορειβατικές περιπέτειες του Κέρουακ, ο ορίζοντας καθαρός και το κύμα ελάχιστο. Ο Τζακ μιλούσε για πεταλούδες και Βούδες και αλήτες του Ντάρμα, κι εγώ νοερά ενώ ήμουν στην Αμοργό ήμουν κι εκεί, μέσα στο έργο του Τζακ, κι εγώ εντελώς ξαφνικά, κι ενώ είχα ανέβει και κατέβει το μονοπάτι το φιδογυριστό που έσκιζε το βουνό για να έρθω σε αυτήν την παραλία φίλε, εντελώς ξαφνικά, είδα κι εγώ μια πεταλούδα που πετούσε γύρω μου, πρόσεξα πως υπήρχε μια ησυχία με θυμάρι, φασκόμηλο, δεντρολίβανο, θάλασσα, γλάρους, ήλιο και μια ατμόσφαιρα που δεν χαλούσε την μαγεία της ένας μασερ με ένα μικρό κότσο κάτω από τα αρμυρίκια , είχε φέρει ένα σπαστό ειδικό κρεβάτι κι έκανε Θιβετιανό μασαζ στους λουόμενους, κι εγώ φ'ιλε τότε κατάλαβα πόσο ανάξιος είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ενσυναισθανθεί όλα αυτά. Την φύση που διάχυτα χαρίζει τον έρωτα της σε ε΄μας, κάτι απολίτιστους γελοίους τυπάκους που νομίζουν πως έχουν ερωτευτεί , πως έχουν γίνει κομμάτια όπως όλα εκείνα τα χαμομήλια και τα φασκόμηλα και τα πουρνάρια κι η ρίγανη φίλε, που ενώ τα πατάμε το μόνο που κάνουν είναι να διαλύονται σε μυρωδιά, σε κάτι γελοίους τυπάκους και τύπισσες που κατά την εγκατάλειψη από το <<αντικείμενο>> του πόθου έβγαλαν δηλητήρια και μίσος και κατασπάραξαν με ανοιχτές κοιλιές το συκώτι των αγαπημένων υποτίθεται, ω, πόσο μάταιη και τυφλή η ύπαρξη του ανθρώπου φίλε. Κι έγινα μια αλήτισσα του Νταρμα και της Αμοργού κι άφησα τα πράγματα μου κι έπιασα να ανεβαίνω και να κατεβαίνω ξανά το μονοπάτι, και πότε πότε, έιιι φίλε, άρχισα να τ ανεβαίνω στο βουνό από επάνω, κι η ρίγανη μυριζε, κι έτρεχα κι οι αλήτες του Ντάρμα δεν γαμούσαν τίποτε παρά χάιδευαν το βουνό μαζί μου με ευγνωμοσύνη, , κι έτρεχα, και άνοιγα τα χέρια μου σαν αετός, ε, τι νομίζεις, κι ΄'ακουσα όλες τις κότες να τσακώνονται και τον κόκορα να φωνάζει, και χάιδεψα έναν γάιδαρο, και γέμισε το χέρι μου χώμα, είχε φαίνεται κυλιστεί πριν, και πόσο όμορφη αίσθηση αυτή της ελευθερίας φίλε, και φώναζα χόιιιιιιιιιιιιι Ποπη, Χέιιιιιιιιιιιιι Πόπη, ξέχνα τα όλα, κι άνοιξε το μάτι μου κι η καρδιά μου και ήρθε φως στο μυαλό μου, και το δέρμα μου ηρέμησε φίλε, το στομάχι σταμάτησε να πονάει, χόιιιιιιιιιι Πόπη, δεν έχεις ηλικία, έεειιι Πόπη, κοίτα τον αετό, γίνε μέρος όλου αυτού που ζεις τώρα κι έγινα φίλε, κι ηρέμησε το είναι μου, και σταμάτησε να με νοιάζει η ασχήμια γιατί δεν υπήρχε, όοοιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι Πόπη, άσε τους άλλους να νομίζουν αυτό που νομίζουν, εσύ δες ξανά τον εαυτο σου, δες αυτό που σου λεει, τι ζητάει από εσένα, θέλεις ένα όστρακο ή θέλεις να αφήσεις τα μαλακά σου μόρια λεύτερα, ναι, θέλεις αυτήν την ελευθερία που ζητούν οι αλήτες του Ντάρμα, και πήγα στην παραλία γεμάτη και γέλαγα σαν να είχα κυλιστεί με όλα τα ζωντανά ττου νησιού στην γη, ευγνώμων και γεμάτη ενέργεια, μια ενέτγεια που έλαμπε, και μετά πήρα την Χ. κι ήρθαμε σπίτι, ενώ σιγά σιγά χαμήλωνε ο ήλιος γλείφοντας το βουνό και βάλαμε μουσική του Γούντυ Άλλεν, και έειιιιιιιιιιιιι φίλε πιάσαμε να χορεύουμε και το σπίτι γέλαγε, γέλαγε, κι εμεις χορεύαμε, χορεύαμε σαν παιδιά πάλι, και καθώς έκανα έναν κύκλο στο πάτωμα σκέφτηκα τον πατέρα μου ο οποίος είναι σε ένα κάδρο ακριβώς απέναντι μου, και τότε σκέφτηκα πως αυτό το βουνό κάποια στιγμή μου χαμογέλασε, σαν μεθυσμένο, σαν μωρό, σαν το γέλιο του πατέρα μου, και τότε έκλαψα λίγο φίλε, έκλαψα και γέλαγα, ω Γη, πόσο γλυκά ήρθε ο Σεπτέμβρης, και πόσο κάθε πόνος παίρνει τον δρόμο για το τέλος του όταν θέλει αυτός που τον κουβαλάει, και πόσο ασυγκράτητα είμαι ευτυχισμένη με το τίποτε που ξαφνικά γίνεται το όλον, από αύριο, στις μέρες μου εδώ, θα είμαι μια αλήτισσα του Ντάρμα και της Αμοργού και θα βλέπω το χαμόγελο του πατέρα μου σαν μεθυσμένου και σαν μωρού επάνω στα βουνά...

Βροχή στην πόλη , απέραντη βροχή με γκρίζα πέπλα και δόντια λύκων, κι όλοι κρύβονται μέσα στα αυτοκίνητα με το χαλασμένα καθίσματα, ενώ ένας γιατρός ξεπουλάει τις ιστορίες των διάσημων αρρώστων του σε κάποια περιθωριακή στέγη της Νέας Υόρκης σε κάποιο αδηφάγο περιοδικό κίτρινο όπως η ζήλεια, και μια γυναίκα άρρωστη από την μοναξιά και την ματαιοδοξία, καμουφλάρει τις φωτογραφίες της, ή βάζει κάποιες που της μοιάζουν στον εικονικό ψηφιακό κόσμο, απέραντη η πεδιάδα των αυλοκολάκων ενσκήπτει στο γρήγορο θέαμα , απέραντη η κοιλάδα των μετρίων ,εναποθέτει θαυμασμό για κάποιους που αντί ταλέντου και βίου περπατημένου στον κόσμο των βιτσίων και των παθών, αυτών που λέγονται τρελοί γιατί δεν περπατούν στην γνωστή διέλευση, αντί ταλέντου και καρδιάς ανοιχτής, διαθέτουν μια υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση και θράσος εκατό χορδών που παίζουν φάλτσα, άνθρωποι σε δίνες μοναξιάς, άνθρωποι σε παροξυσμό συλλέγουν μικρότητες, κι εγώ συλλέγω πένθος για την Ηλέκτρα και την Μήδεια και την Αντιγόνη, εδώ σε ένα συρτάρι που ξεχείλισε πια διαψεύσεις, τι είσαι, τι είμαι από τι είμαστε, ναι, κατοικώ ξανά σε μια θλίψη που έγινε σπίτι μου, να νοιάζομαι να μην βλέπω άλλο την βλακεία , να παθιάζομαι να μην ακούω την ηλιθιότητα κάποιου που αλλάζει την φωνή του μιλώντας σε ένα μωρό ή σε ένα σκύλο, τόση θλίψη που γεννήθηκε από το άπλετο φως, να μην αντέχω τις κοινοτοπίες και το ρίγος της ανάπαυσης της πνευματικής, να αναπολώ τον θάνατο σαν τις παλιές καλές ημέρες , τότε που το εγώ ήταν εμείς, να ξεφυλλίζω άλμπουμ σφραγισμένα με βουλοκέρια κόκκινα και να αναρωτιέμαι γιατί το πένθος είναι μαύρο ενώ είναι λευκό , να λέω σιγανά ενώ μετρούν λεφτά για να αγοράσουν αγάπη εξαγόμενη, να λέω όπου η θλίψη κι ένας ρυθμός της , και να προχωρώ με βήμα γρήγορο με μάτι αγριεμένο, δεν είναι το ψέμα που με τρομάζει αλλά όσα το ανθρώπινο είδος μπορεί να κάνει για να το ζήσει ή να το μεταφέρει στους άλλους, να έχω τώρα στη τσέπη μιας καμπαρντίνας το χέρι και να λέω , ω, πόσο φοβερό ,αυτή η θλίψη μου επιτρέπει να κατέχω ένα μικρό είδος ελευθερίας, μια κι η ευτυχία στον καιρό μας δεν είναι παρά μια επιπόλαια πόρνη που μοιράζει τραπουλόχαρτα, ναι, εδώ θα είμαι, έτσι πεισματικά κι ανυπόφορα αντιδραστική απέναντι σε αυτούς που δεν ξέρουν πόσο ανυπόφορα κυλάει ο καιρός χωρίς την αγάπη, χωρίς αυτήν, όλα τα άλλα με ξεκουφαίνουν και με αηδιάζουν γιατί ξέρω, σε μια αχίλλειο φτέρνα περπατάει ο κόσμος και σε ένα έπος του τραγικού... Και ποιος είναι άραγε ο τραγικός; Αυτός που το ξέρει ή αυτός που δεν το ξέρει; -Η βροχή ,έφερε θλίψη χωρίς ξεθώριασμα-...

Ο έρωτας στις μέρες μας, μοιράζεται με δελτία, αποδείξεις παροχής, αυτόγραφα, αφιερώσεις σε ποιήματα αμφιβόλου ποιότητας κι ανέραστων υποδείξεων. Το παιχνίδι εστιάζεται κυρίως στον βασιλιά και την βασίλισσα επάνω σε λεκτικά σκάκια. Οι λέξεις τραβούν τον δρόμο τους κι οι πράξεις τραβούν ένα περίστροφο που δεν οπλίζεται ποτέ, όχι από φόβο για την τιμωρία, αλλά από μια ανάγκη του να μην κάνεις παρέα με ανάξιους στην κόλαση. Γιατί η κόλαση είναι όλα όσα ξέρεις γύρω από τον παράδεισο και πόσο λίγη είναι η παραμονή σου σε αυτόν. Έτσι μια μέρα γράφεις μια επιστολή, -αγαπητέ μου Χ. δεν σε σκότωσα γιατί ξέρω να απολαμβάνω πόσο σκοτώνεις καθημερινα τον εαυτό σου, απολαβάνω πόσο υπέροχα κατεβάζεις στο πηγάδι τον άλλοτε θρυλικό ανδρισμό σου-, μαλακίες, πετάς την επιστολή στο καλάθι. Ο έρωτας στις μέρες μας έγινε ζήτημα των χρηστών, ένα διάλειμμα στην αταραξία. Κι ενώ τραβάμε στην πλάτη ,κάτι βαριά από σύννεφα πρωινά ,κοιτούμε λιγωμένοι στο κενό αναρωτώμενοι, γιατί ο έρωτας στις μέρες μας έγινε ασφυξία; Κι όμως, κυκλοφορούν ανάμεσα μας αυτοί που ξέρουν να δίνουν κομμάτι από το συκώτι και το στήθος τους... Και χωρίς να αναζητούν με πάθος κι εμμονή να πούνε <<είμαστε πάτσι>>. -Περί έρωτος

Είναι καιρός τώρα που φεύγω, διακριτικά και με αρκετές παύσεις στα ενδιάμεσα διαστήματα του πίσω μπρος, νοσταλγία ,για αυτούς που τους άκουγα να καίνε αντί για καρβουνάκια σε αόρατα θυμιατήρια, λέξεις, νοσταλγία για αυτούς που κάθονταν μπροστά σε μια μπάρα κι έπεφταν πίσω μεθυσμένοι, όχι από το αλκοόλ, αλλά από την δύναμη της έκθεσης σε μάτια αδιάκριτα, από την δύναμη της αμπογιάτιστης ελευθερίας , μπαγάσας κι άσπλαχνης. Είναι καιρός τώρα που καταλαβαίνω, πόσο εξόριστη νοιώθω, όταν όλα αυτά εκεί πίσω, έγιναν μόδα από επιτήδειους, σαν χάδια μιας πόρνης σε πελάτη ανιστόρητο στα χάδια. Να, μπροστά μου ο χάρτης των λαθών, των γεωγραφικά αγεωγράφητων στα ανθρώπινα . Μπλέκομαι με τους Σύριους πρόσφυγες για να μπλέξω το δίκιο μου που το έκαναν άδικο κι ας ξέρω πόσο λίγη είμαι μπροστά στον ξεριζωμό. Γιατί δεν υπάρχουν οι λέξεις να με κινήσουν στην έκρηξη και το αίμα είναι παγωμένο. Μια λύπη του Κορτάσαρ, μπλέκεται στην καρδιά μου με ένα τρομπόνι, μια λύπη του χτες, με εκτοπίζει από το σήμερα. Περπατώ σαν εξόριστη και σαν ξένη ,στα λημέρια των λύκων και των ξεχειλωμένων από το σάλιο γραφιάδων, περπατώ έξω από τα σύγχρονα σφαγεία των <<θεσμών>>, κλαίουσα και ντροπιασμένη, κι όταν κάποιος γράφει ένα ποίημα και πιστεύει πως εκείνο το χαμίνι στις γραμμές του τρένου θα σωθεί, ή , από μια δημοσιευμενη εικόνα του σε ένα έντυπο <,ψαγμένο>>, τότε πιό πολύ κλαίω, από μια σιωπή σε υποβολή.. Σιωπηλά ψάχνω στα σύννεφα κάτι που να με φέρνει πίσω, αλλά στέκεται αδύνατον, αδύνατον μου φαίνεται και να σωπάσω και να μην φωνάξω την δειλία μου. Μια μέρα να έρθει και να τα γυρίσω όλα τούμπα και να τα κάψω. Θλίβομαι και συνθλίβομαι παρακολουθώντας σαν μαστουρωμένη, από μια πικρή αλήθεια, όταν οι τράπεζες πάψουν, τότε οι άνθρωποι θα γίνουν αίμα στους δρόμους. Ως τότε, σαν εξόριστη σκιά θα βλέπω την κουλτούρα της ζωής να γίνεται μόδα -καμιά κουλτούρα δεν κατέχει, όποιος δεν περπάτησε σε πεζοδρόμια-.. Ώσπου το ψεύτικο να γεμίσει τρύπες και να σκάσει σαν μπαλόνι, ώσπου η ελευθερία δεν θα εξαρτάται από κράτη, πατέρες, μητέρες, συζύγους, πληρωμένη μόρφωση ανεπίδεκτη μαθήσεως, ως τότε θα περιμένω, να ανθίσει ένα νυχτολούλουδο μέσα σε γραφεία ανήλιαγα, κι ανθρώπους που φορούν μάσκες ενός παράλογου θιάσου να πέσουν.. Κι ακούς; πάλι βρέχει.. -Η οργή της θλίψης

(Θα το εκτιμούσα πολύ, αν δεν μου δίνατε περισσότερη προσοχή από όση θα δίνατε σε ένα χαρτί τσαλακωμένο, πεταμένο στο καλάθι,) είπε η γυναίκα στον άντρα που την ακολουθούσε στον δρόμο, ήταν ένας άγνωστος,εκείνη , ήταν γεμάτη, από μια πένθιμη ντροπή. (Κι εγώ θα το εκτιμούσα πολύ, αν μου δίνατε όλη σας την προσοχή), είπε αυτός με μια άγρια έπαρση.Χωρίς ίχνος αισθητικής που της ταίριαζε... (Μάλλον ανήκετε σε αυτούς που τους μεγάλωσαν νταντάδες κουνώντας τους μέσα σε ένα καρότσι, θορυβώδες από την μοναξιά του), είπε και τον κοίταξε κατάματα. Αν μπορούσε, με ένα της βλέμμα θα τον είχε σκοτώσει, η αναίδεια, που δεν ήταν ερωτική, την εκνεύριζε και η ντροπαλή της φύση κρυβόταν τώρα, κάτω από σεντόνια κόκκινα

Ας δούμε λίγο τι σημαίνει παρατηρώ, στην παρατήρηση, εκτός των αισθήσεων, λαμβάνουν μέρος δυνάμεις εξαιρετικές, όπως οι προσωπικές εκκρεμότητες, αδυναμίες, πεποιθήσεις ή επιθυμίες. Η παρατήρηση ,είναι κάτι που ή το έχεις από παιδί ή το αποκτάς από τον βίο σου και πάντως είναι ένας πνευματικός τρόπος εξάσκησης καθημερινής . Εν τέλει ,ίσως η παρατήρηση είναι αυτό που μένει μετά το τέλος της παρατήρησης, όταν ελεύθερα διαχέονται οι πληροφορίες εκτός της στενής έννοιας αυτού που λέμε πραγματικότητα. Αν παρατηρούσαμε τα πράγματα <<βλέποντας>>, τότε ο κόσμος μας θα ήταν λιγότερο ασαφής και η γνώση γι αυτά θα ήταν μια πυξίδα με σαφή προορισμό, την εξέλιξη και την πραγματική πρόοδο. Όμως ,στην σύγχρονη εποχή, ο προσωπικός χρόνος είναι λίγος κι έτσι καταλήγουμε να <<βλεπουμε>> σαν μεθυσμένοι. (Να σημειώσουμε εδώ πως κάποιος μεθυσμένος μπορεί να παρατηρήσει πολύ περισσότερα από όσα ένας νηφάλιος).. Επίσης ,ας σκεφτούμε πως θέλει πολύ προσωπικό μόχθο ώστε η παρατήρηση να μην μας κάνει καχύποπτους.. -Κάτι πολύ λίγα, για την παρατήρηση

Σου μιλούσα, έπαιρνα ένα στιλέτο κι έκοβα τις λέξεις από την ρίζα τους, αυτές δραπέτευαν από εμένα κι έφταναν στο στήθος σου, για λίγο, γιατί μετά τις έβγαζες από την πόρτα σαν να ήταν άλογα γερασμένα , έτοιμα να τα σκοτώσουν αφού δεν μπορούσαν να τρέξουν. //////// <<Συχνά μιλάμε αφηρημένα ή έτσι, χωρίς να υπάρχει αποδέκτης, όμως οι άλλοι νομίζουν πως μιλάμε γι αυτούς, λέμε για τον κακό μας τον καιρό κι αυτοί νομίζουν πως μιλούμε για τον δικό τους>>, σου είπα ένα βράδυ που έσταζαν τα κεραμίδια κίτρινο χρώμα.. <<Κανείς λόγος ανησυχίας, δεν μπορούμε να περιοριζόμαστε, σταμάτα να σκέφτεσαι ενοχικά>>, είπες κι έβαλες στο ποτήρι σου λίγο <<παλιό>> ουίσκι. ///////// Είχες κάτι από έπαρση, στον τόνο της φωνής σου, αλλά εγώ ήμουν από αυτούς που ήξεραν πως πουλάς φύκια για μεταξωτές κορδέλες, οι άλλοι αρέσκονται να ακούνε λέξεις από στόματα που ξερνούν αλήθειες των άλλων σαν να ήταν δικές τους.. . Αρέσκονται στο να είναι μαζοχιστές, να υποφέρουν από ένα είδος λατρείας για το είδος εκείνων που θεωρούν εαυτούς, κατώτερους, εξαιτίας της δήθεν φανερής ανωτερότητας- στο μάτι αυτών-, του ομιλητού τους. Είχες έναν εκνευριστικό τρόπο να κουνάς τα χέρια σου σε ακροατήρια μεθυσμένα από την απραξία και το ποτό... Είχες επίσης έναν άρρωστο σκοπό, να πιάσεις την καλή σαν να ήσουν ένας τυχοδιώκτης όπως πάντα υπήρξες και γι αυτό επιβίωσες. //////// Ήρθες προς το μέρος μου, εγώ ρουφούσα το κίτρινο των κεραμιδιών και το έφτυνα στους τοίχους. Το κατάλαβες.. ////// <<Κουράστηκα, θα φύγω, σου εύχομαι να έχεις καλή επιτυχία στα σχέδια σου>>.Είπα, απλά και σταθερά.. <<Δεν έχω κανένα σχέδιο μικρή μου, μείνε>>, είπες κι είδα τα μάτια σου να θωπεύουν σκοτάδια που τα έσπαζε το κίτρινο. <<Γιατί δεν έχεις αφήσει τον εαυτό σου να δείξει την σύνθλιψη του μπροστά στους άλλους, γιατί πάντα ζητούσες κάποιον να σε σώσει την κατάλληλη στιγμή της κατάδυσης σου>.; <<ΈΤσι είμαι εγώ, είμαι αλήτης, δεν αξίζω να με αγαπάει κανείς αλλά εσύ με αγαπάς, έτσι δεν είναι >>; <<Δεν σε αγάπησα, σε συμπάθησα γιατί μου έδινες πολλές απολαύσεις και υλικό στο θέμα της παρατήρησης, αυτό ήταν όλο, ένα ρομάντσο μονότονο κι απλό>>, σου είπα. /////// Έριξες το ποτήρι στον τοίχο με δύναμη, τα κομμάτια του απλώθηκαν παντού. Σε έστειλα στον αγύριστο κι ας ήμουν 15 χρονών, ήξερα από παιδί ως που μπορεί να απλωθεί ο άνθρωπος και να ρουφήξει από την ζωή των άλλων με βαρβαρότητα, εσύ απλά το έκανες με τέχνη, έτσι έλεγαν οι άλλοι... ////// Από τότε , κατάλαβα πως οι άλλοι νομίζουν πως είμαι απλά πολύ γλυκιά καθώς ακούω και δεν μιλάω, όταν τους το χαλάω αυτό λέγοντας αυτά που πιστεύω, με αντιπαθούν βαθιά.. Και τράβηξα μια γραμμή λίγο μοναχική, κάποτε μαύρη και κάποτε κόκκινο του αίματος, αυτό μου άρεσε. ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ, ειδικά όταν χορεύεται με την διάθεση κάποιου που ενώ νιώθει πεθαμένος, περιφέρει την θανατίλα σαν να είναι φίδι και το σκοτώνει ο ίδιος σαν να είναι ο Άη- Γιώργης -Κάποτε, ένας Φθινόπωρος

Kαθώς διάβαζα τις σημειώσεις της, διαπίστωσα πως αναφέρονταν στον ίλιγγο μιας πεταλούδας. Μιλούσαν με μια ευγένεια έκφρασης, με απελπισία και την οδύνη που συνοδεύουν μια αληθινή τραγωδία. Δεν επρόκειτο περί ενός παραληρήματος με κρυφές Ναρκισσιστικές αναφορές , αφορούσε το δράμα που λέγεται ζωή. Κι αυτό που μου έμεινε τακτοποιώντας τα φύλλα ήταν πως εξαιτίας του τόσο απρόοπτου, βάρβαρου κόσμου που ζούσε η μόνη της άμυνα ήταν να τα ζει σαν μια πεταλούδα...αλλά πάντα σε ίλιγγο. Ίσως σε αυτό συνέβαλε και ο ταυτόχρονος τρόμος και η ατέλειωτη αγάπη που είχε για την ζωή. Αλλα΄αυτό δεν ήταν η ηδονή που κρύβεται στον πόνο; Το να αφήνεσαι κυλώντας στον πόνο εκατοστό εκατοστό και ζώντας τον σε μεγάλη έκταση και βάθος, μέσα από αυτόν, ζεις την ηδονή και την οδύνη που κρύβονται στον έρωτα.. -Παρατηρώντας τον ίλιγγο μιας πεταλούδας

Από την στιγμή, που ο νοσοκόμος, με οδήγησε στον νεκροθάλαμο όπου αναπαυόταν ο πατέρας μου, έκανα την πρώτη σοβαρή μου σύσταση με τον θάνατο. Μια σφαίρα βρήκε την κεντρική μου αρτηρία και το αίμα έβαψε τον τοίχο. Στάθηκα κοντά του και το κρύο με έκανε να τρέμω. Έμεινα να τον κοιτάζω. Η ησυχία έξυνε το δέρμα μου, μου στεκόταν αδύνατον να του μιλήσω. Πήρα το παγωμένο του χέρι μέσα στο δικό μου, ξεκούμπωσα μαλακά το ρολόι του κι αποφάσισα να το κρατήσω σαν φυλαχτό για πάντα. Φώναξα τον νοσοκόμο αλλά αυτός είχε ως φαίνεται ξεχάσει την παρουσία μου στο υπόγειο δωμάτιο, έτσι πάντα συνέβαινε στην ζωή μου, τυχαία γεγονότα που πυροδοτούσαν δοκιμασίες και κάποιος αόρατος επιστήμονας με έκανε πείραμα προς μελέτη. Τεστ αντοχής, τεστ γνώσης, τεστ τεστ τεστ.. Έτσι παρέμεινα εκεί, ο πατέρας ήρεμος ξαπλωμένος στα λευκά σεντόνια. Θυμήθηκα μέρες πριν που προλάβαμε να πούμε αμοιβαία συγγνώμες και λόγια που έδειχναν την αγάπη μας ο ένας στον άλλον. Παρέλυσα από το κρύο και από την σύσταση με τον θάνατο, ο θάνατος κρατούσε στο στόμα του ηδυπάθεια, ο πατέρας ήταν ήρεμος και γλυκός όπως πριν.. Κι ενώ άρχισα να μεταβαίνω σε κάποιους άλλους κόσμους, τότε ακριβώς με θυμήθηκε ο νοσοκόμος.. Από τότε, κρατώ πάντα μέσα στην κάθε ημέρα μου ένα λεπτό σιγής για τους αδύναμους, για τους μοιραίους, για τους εγκαταλειμμένους, γι αυτούς που δεν φοβήθηκαν να αφήσουν τους Ιούδες να τους φιλήσουν στο στόμα σαν αυτό το φιλί να δείχνει το μελλοντικό αντικείμενο προς θάνατο, τους αυτόχειρες, τους νεκρούς ποιητές, τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να γεννηθούν, γι αυτούς που έζησαν τον πόλεμο, αυτούς που δεν μπόρεσαν να αγαπήσουν άλλον πέραν του εαυτού τους και πολλούς άλλους. Αυτό το λεπτό σιγής είναι που μου σταθεροποιεί συνεχώς την επαφή μου με την ζωή και τους ανθρώπους. Αυτό το λεπτό σιγής είναι η συνέχεια μου μετά τον πατέρα. {Αφιερωμένο σε όσους αγαπώ

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015


Δεν υπάρχουν λέξεις, μονάχα παρενθέσεις, εισαγωγικά, αποσιωπηιτικά, ώμοι που γέρνουν ελαφρά στον δυνατό αέρα από την ανοησία αυτού που λέγεται εμπειρία, την αφαίρεση που προσθέτει η εμπειρία στην δράση, εμείς εδώ, με τα ελάχιστα, αυτά έχουμε, λέπια, αίμα, κόκαλα και δέρμα από αλάτι, χωρίς αξίες παραγνωρισμένες, άφθαρτοι μέσα στην ασχήμια του χρόνου αφού κάθε μας επιδίωξη είναι η αφή της ομορφιάς, με σωματικές συγκλίσεις αόρατες, με φιλοδοξίες ανύπαρκτες γιατί δεν αποτύχαμε σε κάτι, αδοκίμαστοι ακόμη στις μαζικοποιήσεις των ψαριών και των προβάτων, βλέπουμε πάντα έναν Ιούδα να γράφει λεπτομερώς τις σημειλογίες της ζωής μας, ενώ το λιόγερμα επεκτείνεται κάτω από τα βλέφαρα μας, ενώ η καρδιά μας χτυπάει ανεξέλεκτα, έτσι, έτσι μπορείς να πεις, πως κάναμε παρέα με μοιραία κι ωραία πρόσωπα, χωρίς χαλιναγωγήσεις του πάθους μας, ευγενείς και ημιάγριοι, όπως μας έδειξε η θάλασσα, αυτήν σημαδεύουμε με το τόξο της μνήμης, κάθε ημέρα εδώ, θυμόμαστε πως προερχόμαστε από την θάλασσα, από εκεί ξεκολλάμε τις λέξεις,λίγο για να μιλάμε μεταξύ μας, λίγο για να αγαπήσουμε και για να αγαπηθούμε, λίγο για να καταονοήσουμε το μυστήριο που λέγεται ζωή, κάθε εκκλησάκι φυτρωμένο στην άκρη ενός βράχου αυτό ψάχνει, έναν θεό για να εξηγήσει τάχα τι είναι η ζωή... -Στοχεύοντας την θάλασσα- (Αμοργός

Τα μάτια σου, έμπαιναν στα ριζά του μυστικού μου βράχου, τα άφηνα να επιπλέουν μέσα μου, μιλούσα με τους άλλους για τα ρομάντσα με τα γιατσέντα, ξέρεις, αυτά που οι άλλοι αναγνωρίζουν ως τον πρόλογο σε θεάματα στους κήπους της ηδονής, ο πιο σημαντικός αγαπημένος μου υπήρξες, γιατί μου έμαθες, άθελα σου, πως η απόλυτη έκσταση και οι ηδονές, που προκύπτουν μέσα από την υποχώρηση των σωμάτων στον θάνατο, αυτόν που συμβαίνει μετά τον έρωτα, είναι διατάσεις και σκιές σε μια άλλη διάσταση, ίσως σε κάτι που συνέβη ή σε κάτι που οι εραστές φαντάστηκαν ως αλήθεια, τα μάτια σου έμπαιναν στα ριζά του μυστικού μου βράχου, ήταν θάνατος και έρωτας.. -Ερωτικό

Όταν γνώρισα την Τερέζα, βρισκόταν σε μια ταβέρνα, όπου η θάλασσα ακροβατούσε, παίζοντας με τα δάχτυλα των ποδιών της. Εγώ ήμουν ένας τυπικός άντρας που μέσα από το καλοκαίρι έψαχνα γυναικείες παρουσίες για ερωτική παρέα, τα μάτια της ήταν αυτό που με προδιέθεσαν κυρίως, κι ύστερα το κορμί της. Αδυσώπητες λάμψεις έβγαιναν από μέσα τους και με πυρπολούσαν μαλακά, σαγηνευτικά, γοητευτικά ύπουλα. Με δέχτηκε εύκολα στο τραπέζι της σπάζοντας την μοναξιά της, ήταν μόνη της γιατί έτσι επιδίωκε, μου είπε. Μας βρήκε η βαριά νύχτα και αστέρια βυθίζονταν στο χαος θυμίζοντας μας την ματαιότητα όλων αυτών που μαζεύουμε σαν ύλη, η μουσική του Μάρκου μας υπνώτιζε και μας έφερνε πιό κοντά. Η θάλασσα και το αλκοόλ μας θύμιζαν πόσο ερωτική είναι η ζωή μέσα στην νύχτα. Εξιστορήσαμε τις ζωές μας σαν να απλώναμε τις ψυχές μας σε ένα βωμό για εξαγνισμό. Μαζί της, δεν με ενδιέφερε να ξαπλώσω στο κρεβάτι αμέσως, ήθελα να την κατακτήσω αφήνοντας της όλα τα περιθώρια να σκεφτεί πως αυτό που μου έβγαζαν εκείνα τα μελένια της μάτια ήταν να την ακούσω και να την νιώσω με όλη μου την ουσία, αυτή που είχε δημιουργηθεί ζώντας και σκορπίζοντας κομμάτια μου από εδώ κι από εκεί. <<Έχεις αγαπήσει πραγματικά>>; την ρώτησα γεμίζοντας το ποτήρι της. <<Εσύ>>; με ρώτησε παίζοντας με ένα τσιγάρο στα δάχτυλα των χεριών της. <<Ίσως πιό πολύ ερωτεύτηκα και θαύμασα την γυναίκα>>, είπα καλύπτοντας την ερωτομανία μου με λέξεις, γιατί δεν θαύμασα δα και πολλές γυναίκες, μου άρεσε να τις ζω πίνοντας και δαμάζοντας τους ερωτκούς χυμούς τους, ύστερα πολύ σύντομα τις βαριόμουν. <<Δεν λες όλη την αλήθεια, όμως θα σου πω για μένα μια διαπίστωση που την κάνω μόλις τώρα μαζί σου>>, είπε κι άναψε το τσιγάρο, κοιτάζοντας τον μακρινό αστροβαμμένο ορίζοντα. <<Αγάπησα πολύ κάποτε έναν άντρα, μου έφερνε στον νου μια φράση του Οθέλου, αυτήν, - μ αγάπησε για τους κινδύνους που έχω διατρέξει-, διέτρεξα πολλους κινδύνους για εκείνον κι έμεινα με την απορία, ήταν ο κίνδυνος που αγάπησα εξαιτίας του ή η μεταμόρφωση μου σε μια άλλη γυναίκα, αυτήν την γυναίκα που μεθάει εξαιτίας του ιλίγγου που φέρνει ο κίνδυνος; ή αγάπησα μονάχα την επίδραση αυτή που είχε επάνω μου , την δύναμη δηλαδή να αλλάζω, όμως αν τα δεχτώ αυτά τότε πως μπορώ να σου πω πως τελικά αγάπησα αυτόν τον ίδιο κι όχι αυτά που σου είπα πριν>.; <<Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε>>; ρώτησα μαγεμένος από τις απορίες που μου δημιουργούσε. << Άπειρα κι ίσως ελάχιστα, είναι όλα στον νου και στην καρδιά μου σαν ένας κύκλος, μισός σκοτεινός και μισός γεμάτος φως>>. <<Τον αγάπησες λοιπόν>>, είπα και της χάιδεψα το χέρι, ύστερα το έφερα στα χείλη μου και το φίλησα. <<Τον αγάπησα, ναι, μαζί του διέτρεξα σε λίγες μέρες μια αιωνιότητα, αυτό είναι που καταρρίπτει όλα τα άλλα που συμβαίνουν ή που έχουν συμβεί, όποιος δεν έζησε έτσι, συνηθίζει να λέει, -ζω για το παιδί μου, ή παίρνω δ'υναμη μόνο από το παιδί μου-, θα τους ακούς γύρω σου συνεχώς, αυτό είναι η μισή διαπίστωση για την ζωή>>. Την κοίταξα και με συνεπήρε μια διάθεση αλητείας, αυτή που είχαν όσοι συνήθιζαν να γράφουν περπατώντα ολομόναχοι στον μεγάλο δρόμο, η Τερέζα ήταν ένας από αυτούς... -Με την Τερέζα στην Αμοργό

Την λέγανε Ευγενία, φορούσε ρούχο λευκό και μιλούσε με την γλώσσα των πουλιών, κανείς δεν την καταλάβαινε, μονάχα υποψήφιοι εραστές προσπαθούσαν να μπουν μέσα στο κάδρο της, αυτό, που το εξασκημένο βλέμμα της, εξιστορούσε ιστορίες ατέλειωτες. Μα τίποτε δεν ένιωθαν εκτός από την φλογισμένη ανεμώνη που έτρεχε στα πόδια της, αυτήν ήθελαν να φυλακίσουν επάνω σε ένα σεντόνι. Κι ήρθε η ημέρα που αποφάσισε να πετάξει με τα πουλιά ψηλότερα από τον Αυγερινό, αυτό συνέβη και κανείς δεν θυμόταν πια την παρουσία της, μόνο την σπίθα μιας ανεμώνης που έκαιγε κάθε νύχτα έβλεπαν. Η ανία του κόσμου δεν αντέχεται χωρίς ομορφιά, αυτό έχουν κατά νου πολλοί ,μα λίγοι ξέρουν να μιλούν με την γλώσσα της.. -Αμοργός-

Εδώ, στην μέση της θάλασσας, επάνω σε έναν βράχο, εμείς, οι ανυπότακτοι της σποράς της επιτήδευσης στην αγάπη, εδώ, παρατηρούμε τους αναγνώστες των άστρων, να αγνοούν επειδεικτικά την επίδραση των γελοίων ερώτων, αναζητώντας το προφανές, να ζήσουμε ως άνθρωποι! -Αμοργός

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015


Στο μικρό χωριό που βρίσκομαι, εκτός από τους συχνούς περιπάτους της σαύρας, του φεγγαριού, του καυτού ήλιου, της φάβας που τελειώνει το μυστικό της τραγούδισμα επάνω στις ταράτσες, της ατέλειωτης φασαρίας της μύγας και το τέχνασμα του τζίτζικα, υπάρχει ένα σημείο όπου μπορεί κανείς να βρει πόση αλήθεια έχει αυτός που θέλει να ζήσει σαν να ζει μονάχα μια ημέρα. Υπάρχει στο κοιμητήριο αυτό ,το δωμάτιο όπου στοιβάζονται τα κουτιά όπου αναπαύεται τον αιώνιο ύπνο το είδος των ανθρώπων. Μετακινώντας λοιπόν τα οστεοφυλάκια και ακούγοντας τον ήχο των οστών σκέφτηκα πόση παραφροσύνη παγιδεύεται στο ανθρώπινο κέλυφος. Μέσα σε ένα κουτί χωράει στο τέλος, ένας πάμπλουτος επιχειρηματίας, ένας <<πλανητάρχης>>, ένας ποιητής, ένας ματαιόδοξος κυνηγός κεφαλών, ένας παγκοσμίου φήμης συγγραφέας, μια πόρνη που λατρεύτηκε, ένας φοβισμένος μοναχός που αφοσιώθηκε στην παρατήρηση της φύσης και του ουρανού κι έγινε προφήτης, ένας επαναστάτης που δεν πρόλαβε να ζήσει, ένας μικρόψυχος διανοούμενος που πίστεψε πως μπορεί να διδάσκει τρόπους ζωής στους άλλους, ένας αστροναύτης που χόρεψε στην Σελήνη, ένας κλέφτης λαών, ένας λαοπλάνος, ένας ερωτευμένος που ξεπέρασε τον εαυτό του για μια αγάπη που την βάπτισε ειμαρμένη, όλοι χωρούν σε αυτό το κουτάκι. Αντικρίζοντας αυτό το κουτί βλέπεις πόσο μάταια είναι όλα και πόση σημασία έχει να ζεις την κάθε σου ημέρα όπως θέλεις εσυ κι όχι όπως επιθυμούν για σένα οι άλλοι και άλλα πολλά φυσικά, που είναι αδύνατον να παρουσιάσω εδώ.. Εδώ αξίζει ο παρατηρητής να αφοσιωθεί πλέον στους <<συνοδοιπόρους>> φίλους του διαλέγοντας αυτούς που δεν αρέσκονται στα λόγια αλλά στις πράξεις. Στο κάτω κάτω οι κάθε είδους θεωρητικοί είναι σαν τους τζίτζικες, σήμερα είναι, αύριο δεν υπάρχουν.. -Αμοργός- υγ. σαφώς, παρατηρήσεις εκ του πιο δικού μου παρατηρητηρίου

Να φεύγω πίσω στις μνήμες, στα καφενεία τα λερά ,όπου οι μύγες κρέμονταν σε μια ταινία με κόλλα επάνω στο ταβάνι, οι γέροι έπιναν ρακή κι έπαιζαν πρέφα, τους λιγοστούς τουρίστες που ήταν παιδιά των λουλουδιών κι άναβαν φωτιές σε απόμακρες παραλίες, μια παρέα εφήβων έξω από την πόρτα της θείας Ρ., που μιλούσαμε για Ροκ, τους έρωτες που κυνηγούσα με τα μάτια παρατηρώντας έναν μπάλο σε πανηγύρι 15 Αυγούστου, τον άντρα που σχεδόν ήταν κυνηγός εμπρός στα πόδια της γυναίκας ψάχνοντας δρασκελισμούς ψυχικούς μα και ταραγμένους από την ερωτική παραζάλη, αυτοσχέδια στιχάκια και νότες του βιολιού από το Στεφανάκh, τον δικό μας νησιώτη μπλουζίστα, όπου ακουμπούσε το πηγούνι επάνω στο όργανο και κουνιόταν ολόκληρος, άνοιγε την νότα και την μάκραινε καθώς έβλεπε τον ερωτικό οίστρο ενός ζευγαριού στον χορό, έδινε παράταση, έδινε παράταση στην πρόκληση της χίμαιρας, μια χίμαιρα κι αυτός που κατάπινε το αλκοόλ σαν να ήταν ένα χρωματιστό πουλί ανεβάζοντας τα μάτια στον αστροστόλιστο ουρανό λες και τον ευχαριστούσε, και τα πόδια των ανθρώπων, ω, τα πόδια των ανθρώπων να χτυπούν σαν να ήταν φτερούγες στο πάτωμα, κι εγώ μεθυσμένη από το θέαμα να σβήνω πίκρες και άσχημες σκέψεις, τα νυχτολούλουδα να παραληρούν σε φωτοχυσίες αισθήσεων, να φεύγω πίσω, σε κείνα τα λερά καφενεία που ο πλουραλισμός των αισθήσεων έβγαινε από τα ξύλινα κουτάκια της καρδιάς και του νου, ο Αυγερινός κι η πούλια με χίλια σπαθιά με έκοβαν , μας έκοβαν, μας μεταμόρφωναν, πότε σε αγγέλους και πότε σε Μέδουσες, όλα τα μονοπάτια που πατούσαν μονάχα οι τρελοί κι οι ονειροπαρμένοι και τα κατσίκια, στο ταγάρι μου παξιμάδι και σκληρό αμοργιανό τυρί, να σταματώ κάτω από τον τζίτζικα και την συκιά του δρόμου και να ψάχνω τον Κέρουακ και τις ουτοπίες μου της τάχα ελευθερίας μου, καθώς εδώ γινόμουν το άγριο και στην Αθήνα ξανά κάτι το γνώριμο, ψάχνοντας να φέρω παλι εκεί το άγριο και το ανυπότακτο, να φεύγω πίσω, στον παλιό κόσμο, τίποτε στυλιζαρισμένο, τα νησιώτικα bebop στην πειρατική μου σκέψη, τότε που η απόσυρση μου από τις παρέες εναλλάσονταν με την συντροφιά των λίγων και δικών μου εκλεκτών, εμείς που ζητούσαμε τις χίμαιρες, εμείς που βρεθήκαμε να κάνουμε αργότερα μαντινάδες παίρνοντας το παλιό μονοπάτι από το χωριό στον γιαλό μεθυσμένοι, βιολί και λαούτο περπατώντας να παίζουν καθώς γλυκοξημέρωνε, καθώς πηγαίναμε να πούμε χρόνια πολλά στις Μαρίες, καθώς χορεύαμε επάνω στις πέτρες, ω, θείες στιγμές που ψάχνουν οι άνθρωποι στις προσευχές , τότε που δεν έμοιαζε αγωνία να ψάχνεις θεούς και δαίμονες κι οι Κασσάνδρες έπαυαν , δεν είχαμε τιμητές, δεν είχαμε απομιμήσεις ανθρώπινες, τότε που όλα ενώ ήταν τόσο άγρια έκρυβαν και φανέρωναν μια υψηλή ευγένεια στα λόγια και τις πράξεις, τώρα που όλα στριμώχνονται στο σήμερα, σε έναν πόλεμο σε όλα τα επίπεδα,, τώρα που οι παλιοί αναπαύονται κι εμείς τους γυρεύουμε στις τσίμπλες της καρδιάς μας, καθώς πολλές φορές αυτή κοιμάται τον ύπνο της πραγματικότητας, και καθώς οι Βόρειοι έχουν κάνει την παρουσία τους πληθωρική κι οι μύγες και τα σπουργίτια, εδώ θέλω να πω, αφήστε λίγο χορό για την ουτοπία, αφήστε λίγο χώρο στην ουτοπία... και μην πιστέψετε πως τούτο το νησί το ξέρετε..το νησί δεν είναι δωμάτια και γαλλικό άρωμα, ούτε οργανωμένοι περιπατητές, είναι το κομμάτι το άγριο, το πιο άγριο όπου οι θεοί ξεχνούν τις ιδιότητες τους πίνοντας και ανακαλύπτοντας όλα τα απαγορευμένα... -Αναπολώντας την παλιά μου Αμοργό

Φοράει στις φλέβες της, χορό πένθους, καθώς αόρατος ο χορός των αρχαίων πλασμάτων ξεβράζεται στο κύμα, θρήνους μιας εποχής τραγουδούν, υπόκωφα, αμόλυντα κι ωραία, έτσι όπως ταιριάζει στους μοιραίους, και κάθε ξημέρωμα, ομορφαίνει τους ερωτευμένους, ενώ μια σύγχρονη σειρήνα θα αποφασίσει ποιός θα είναι ο επόμενος χαμένος, εδώ, στα νησιά που επικρατεί η πέτρα, κι ο τζίτζικας θα τραγουδά μια εποχή περιορισμένη.. -Αμοργός

Όταν ανοίγω τα μάτια μου ,τρέχει η θάλασσα με εκτοπίζει από τα σεντόνια και με πετάει με την ορμή της μέσα στους ανθρώπους, μα όπου βρίσκω πλήθος αντί για παρέες, νοσταλγώ την χώρα της ουτοπίας. Σε όλον τον χάρτη του νερού, παλινδρομώ με την γαλάζια μου πυξίδα, όσα αξίζουν τα μάτια κι η καρδιά μου να δουν εύχομαι, είναι το μυθικό ζώο που προστάζει, ζήσε η πέθανε, λέει, σαν μια γραμμή τεθλασμένη στον χάρτη, που θα μιλάει για ουτοπίες.. Κάπου αστράφτει στο Πέλαγος, μια βροχή θα συναντηθεί με την θάλασσα, νερό και αίμα και κόκαλα, αυτά είναι τα λίγα σύνεργα να φτιάξεις όλες τις ουτοπίες που δεν ράγισαν ακόμη από τον θάνατο.. -Αμοργός

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015


Τόπο σου λες, αυτό το σημείο που ενώ σου θυμίζει πόσο αχανής είναι η άβυσσος που βρυχάται κάτω από τα πόδια σου, τόσο έντονα αποτυπώνει μέσα στην καρδιά σου πως εδώ θες να ζήσεις μα και να πεθάνεις. Κι ενώ σε λιγώνει η ομορφιά του εσύ στέκεσαι και ρουφάς την στιγμή με ταπεινότητα και αθωότητα σαν να βλέπεις πρώτη φορά τον τόπο και τις μνήμες που περπάτησες επάνω του. Τόπος σου τελικά, είναι ένα σημείο του εαυτού σου μέσα σε ένα σύμπλεγμα διέγερσης και αφύπνισης για ζωή και διάθεση για ένα μικρό σου αποτύπωμα... -Αμοργός