Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016


Η Άνοιξη είναι θορυβώδης, το πλεονέκτημα της ,υπάρχει στην όσφρηση, όμως έχει τον τρόπο να χτυπάει τους νευρώνες μέσα από την κοιλιά, η κοιλιά οπλίζεται με στόμφο στην επανάληψη, η επανάληψη χαρίζεται στους άτακτους εξερευνητές της ζώσας οπτικής έρευνας των ματιών, τίποτε δεν χαρίζεται απλόχερα στους ικέτες και τους εκβιαστές της ομορφιάς. Τίποτε δεν χαρίζεται στους σερνάμενους στα γόνατα, σε αυτούς που λαθραία εξακοντίζουν κατηγορίες στους άλλους, δίνεται σε αυτούς που δεν απαντούν στην λάσπη και την φτήνια, τα παιδιά της Άνοιξης γνωρίζουν να τα προσπερνούν και να χαρίζουν στην αξία της ζωής τα πάντα, τώρα που μεγαλώνει η ημέρα, μπορούμε να γίνουμε αναπόσπαστο κομμάτι της, μεγαλώνοντας το ανάστημα μας, ενας ένας ,αλλά μαζί ενωμένοι, για την απώθηση των δειλών . Ετούτη η Άνοιξη, δώρα ανθοφορίας φέρνει, με μάτια ανοιχτά και χέρια έξω από τις τσέπες, τραγουδώντας άτακτα έναν σκοπό. Άτακτοι και μοιραίοι έξω από την κολπική μαρμαρυγή του κτήνους... -Στην ημέρα που μεγαλώνει

Η έκτρωση της μνήμης ,είναι ο πιό ασφαλής δρόμος για την επικύρωση της αδράνειας, λες, ξεχνάω για να μην πονάω, λες, ξεχνάω για να μην ξεβολευτώ από το αναπαυτικό μου κάθισμα, λες, θυμάμαι μονάχα εκείνα, που αποδεικνύουν ,αυτά που ήθελα για εμένα. (ΌΛους μπορώ να τους αντιμετωπίσω, όμως με αυτούς που υποφέρουν από επιλεκτική μνήμη ή επιλεκτική αμνησία, μου είναι αδύνατον να επικοινωνήσω). Αυτά σκέφτηκα, καθώς είδα τυχαία δίπλα μου μια παλιά φίλη, δεν με είδε κι εγώ πιό πολύ ένιωσα, παρά εξέτασα πόσο άσχημη αύρα είχε γύρω της, από μικρή υπέφερε από επιλεκτική αμνησία και σκότωνε για να επιβιώσει,( τυπικό δείγμα ενός αρνητικού ιχθύ), γύρισα σπίτι με μασημένη την καρδιά αλλά για ακόμη μια φορά ένιωσα πόσο πιό ελεύθερη έχει συμβεί να γίνω ,απομακρυνόμενη από κάποια πρόσωπα.. Και να τραγουδάω την κάθε μου στιγμή άλλοτε με χαρά, άλλοτε με λύπη χωρίς αυτήν την λογοκρισία. Αλήθεια, έχετε σκεφτεί πόσα ψυχικά βαμπίρ ταίζετε δίπλα σας με την ψυχή σας; Αν ναι και συνεχίζετε, τότε πρέπει να βαριέστε τον εαυτό σας... υγ. Τιμή κι αγάπη στους αληθινούς φίλους

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016


Είχε στήσει το καβαλέτο του και τα πινέλα του ήταν ακουμπισμένα δίπλα του, επάνω σε μια καρέκλα. Αυτό που έβλεπα, συνέβη σε μια κεντρική πλατεία, γύρω περαστικοί που κοίταζαν αδιάκριτα κι αδέσποτα που περνούσαν ράθυμα και ανυποψίαστα. Αντίκρυ του, μια γυναίκα παλαιάς καλλονής, που δίπλωνε τα γόνατα της το ένα επάνω στο άλλο κάπως ντροπαλά. Αυτός ζύγιζε τις γραμμές στου γήινου σχήματος της και πότε έκλεινε το αριστερό μάτι και πότε το δεξί. Πότε πότε έβγαζε έναν αναστεναγμό. Παρατηρούσα αυτά που συνέβαιναν κι εντελώς αυθόρμητα, βρέθηκα να κοιτάζω με το άλλο μάτι, αυτό που φανερώνει τα μυστικά και τα μικρά τίποτε που σχηματίζουν τον καθρέφτη των ψυχικών διεργασιών. Έξαφνα σαν κάποιος κοινός πυρετός άρχισε να τους ενώνει. Εκείνη έβγαζε σπίθες από τα μάτια της κι αυτός τώρα ζωγράφιζε έντονα και γρήγορα σαν να κυνηγούσε χίμαιρες. Αόρατος αιμάτινος θρόμβος τους ένωνε σε κάποιον θρίαμβο που μου ξέφευγε. -Ως εδώ, της είπε και εκείνη χαμογέλασε και καθώς σηκώθηκε μια αύρα Καλοκαιριού με τύλιξε. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό και τον ρώτησα. -Παρακαλώ κι αν δεν γίνομαι αδιάκριτη, πείτε μου,,ποιος θρίαμβος σας ένωσε σε τούτο εδώ το ποτρέτο; Εκείνος ήδη κάπνιζε και είχε απλωθεί, θα έλεγες ,κάτω από τον ανελέητο ήλιο. -Μα είναι απλό, αυτή η γυναίκα δεν διστάζει να ζήσει με τόσο πάθος στην ζωή , έχει τόσο πάθος ,που μέσα από την περιγραφή του σώματος και του προσώπου της μου διηγήθηκε τον δικό μου φόβο που ακαριαία σβήστηκε από μέσα μου. Γιατί τελευταία υπέφερα από τον φόβο του θανάτου. Αυτά μου είπε και αμέσως κοίταξα το πορτρέτο της. Όχι, δεν είδα τίποτε ανθρώπινο, είδα αυτό που είχα νιώσει παρατηρώντας τους. Τον αόρατο αιμάτινο θρόμβο. Και γέμισε ο κόσμος μου ήλιο και φως.. -Ο ζωγράφος και η γυναίκα

Πρέπει να ακούσω Πρέπει μέσα από τις λέξεις όλα να τα σταθμίσω Πρέπει να κατανοήσω Πρέπει να αισθανθώ το βάρος του ουρανού, αλλά ταυτόχρονα να μην ξεχνάω το γέλιο ενός παιδιού Πρέπει μέσα στο δάσος των υποκριτικών συμπεριφορών να μην χαθώ, αλλά και στην δική μου όχθη , όρθια να σταθώ Πρέπει να κοιτάζω τους φόβους μου στην καρδιά αλλά να μην τρέχω και πολύ μακριά Θέλω να φτερουγίσω θέλω τα τραγικά να τραγουδήσω αλλά και την χαρά μου να κρατήσω Μα περισσότερο από όλα, θέλω να ζήσω Πρέπει να ζήσω.. Κόντρα στους καιρούς, το κατάρτι μου να στήσω κι ότι με έπλασε τελικά να μην λησμονήσω.. Θέλω να γίνω αυτό που είμαι ολοκληρωτικά και την δική μου ματιά απλόχερα να χαρίσω Θέλω να μιλήσω Μα πάνω από όλα θέλω να ζήσω.. - Το τραγουδάκι του ναυτικού της ξηράς

Οι εραστές, οι εραστές, που καταπίνουν φωτιές, κάτω από τα σεντόνια και καρβουνάκι γίνονται, σε θυμιατήρι ανατολίτικο, εκεί ,στον βωμό της λατρείας, στον βωμό της θυσίας, μα όταν οι λέξεις αντιδρούν και γίνονται μαχαίρια, με το στόμα φραγμένο από το εγώ, εκείνη η λέξη σε αγαπώ, βιαστικά ειπωμένη, γέρνει και πέφτει, σαν φύλλο φθινοπωρινό που το έδιωξε ο άνεμος.. Έτσι, σαν μια γυναίκα εκδιδόμενη, φοράει το ρούχο της βιαστικά και φεύγει, μετά νεκρώνεται , μετά ξεχνιέται. Αυτό που μένει από έναν θάνατο, είναι η φήμη κι όχι η υπόσταση Η κακή φήμη ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός Ενώ η καλή, ζητιάνα γίνεται ,στα σκαλοπάτια των σπιτιών Οι εραστές, αχ, οι εραστές που δεν έμαθαν ποτέ καλά ,πως ο έρωτας κι η ποίηση έχουν πολύ ξοδευτεί μέσα στους θανάτους και κανείς δεν γύρεψε ρέστα. Ποτέ κανείς δεν γύρεψε ρέστα, μόνο ένα θραύσμα από αλάβαστρο κινείται στο μέσον της καρδιάς. -Οδός Εραστών

Καθώς αναζητώ μέσα στο σήμερα ,την ομορφιά, πολλές φορές με ξεγελάει η ανησυχία κι η λαχτάρα μου πως κάτι βρήκα, από τον κόσμο του χτες. Και καθώς ανακαλύπτω, πως αυτό που βάπτισα όμορφο, ήταν κίβδηλο, πολλές φορές πέφτω στα γόνατα. Τώρα που τα κοκόρια ντύθηκαν αηδόνια κι ανεβαίνουν στα δέντρα, τώρα περισσότερο, το αγρίμι μέσα μου, φωνάζει κι αλυχτά, μέσα στην κίτρινη πόλη. Τώρα που ψεύτικοι τιμητές της ελευθερίας και της αλήθειας, κατηγορούν τους άλλους για μικροαστισμό, δίχως να αποδίδουν τιμές στις ρίζες των ξεριζωμένων που κράτησαν με δόντια και νύχια τον πολιτισμό , τώρα περισσότερο αναγνωρίζω πως τίποτε δεν γνώρισαν από τους παλιούς . Χρειάζεται γενναιότητα και τιμιότητα να αναγνωρίζονται τα λάθη καθώς και περισυλλογή στο ξόδεμα των δυνάμεων. Μπορείς να φλερτάρεις με την θλίψη και την σιωπή. Αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις να βλέπεις. Κι όσο βλέπεις θα ελπίζεις. Γιατί πάντα θα υπάρχει κάποιος ή κάποιοι, που θα βλέπουν όχι απαραιτήτως όπως εσύ ή θα συμφωνούν με εσένα. Πάντα θα υπάρχει κάποιος που ψάχνει μέσα στον κουρνιαχτό των γεγονότων το απολύτως απαραίτητο. Πως όταν υπάρχει αγάπη αληθινή κι όχι ένα υποπροϊόν της- που έτσι το ονόμασαν κάποιοι- θα υπάρχει χώρος να βρίσκονται αυτοί που είναι διαφορετικοί μεταξύ τους και θα διαφωνούν ελεύθερα και δίχως διαξιφισμούς, παράταιρους στην γνώση. Ο παλιός κόσμος δεν στιγμάτισε την ομορφιά με ναρκισσισμούς ή συμπλέγματα ανωτερότητας ή κατωτερότητας. Γι αυτό τα τραγούδια και η ποίηση του τότε, ενώνουν με έναν τρόπο μαγικό και καθηλώνουν. Γιατί έδωσαν γενναιόδωρα ψυχή και αίμα, γιατί οι κώδικες τιμής, την ορφάνια του ανθρώπου, την σεβάστηκαν, δεν της έβαλαν βελούδα και δαντέλες αφού είχε μάθει να φορά λιτό ρούχο. Και ας ήξεραν πως θα πεθάνουν νωρίς, αυτό δεν τους εμπόδισε να δημιουργήσουν με πνεύμα αλύτρωτο το είναι κι όχι το φαίνεσθαι.. Ας πάψουν τα σενάρια τα υποκριτικά. Να πέφτω και να σηκώνομαι. Μα όταν σηκώνομαι ψηλά ,να καταλαβαίνω γιατί ακριβώς σηκώθηκα, όχι για την μη επανάληψη των λαθών, ο αλάθητος πρώτος να σηκώσει την πέτρα και να την ρίξει επάνω του γιατί ο άνθρωπος ένα λάθος από μόνος του είναι. Τα λάθη μας προσδιορίζουν. Ας πάψουν οι αυτοπεριορισμοί κι οι βαυκαλισμοί πως είμαστε αθάνατοι. Όσο ξέρω πως δεν είμαι αθάνατος τόσο τα έργα μου θα μπορούν να βρουν ουρανό και στέγη, αυτό ήταν για μένα ο παλιός κόσμος. -σκέψεις για τον κόσμο του χτες-

ήρθες στον ύπνο μου και γύρω μας ήταν μια σαπισμένη Άνοιξη. Άνθρωποι σε αποσύνθεση, παραληρούσαν για την ευτυχία που έχασαν. Με πήρες στην παλάμη σου και με ταξίδεψες σε δωμάτια που εύκολα έλεγαν << σε αγαπώ>> , εραστές σε σωματική έκσταση. Έίπες, << όσο εύκολα λέει κάποιος αυτήν την φράση ,τόσο εύκολα είναι νοητό πως καμιά εγκεφαλική έκσταση δεν μοιράστηκε, εκτός της σωματικής>>. Δεν είχα παρά να συμφωνήσω, ήμουν στην παλάμη ενός αγνώστου μια τοσοδούλα κι ήταν σαν σαν τον ήξερα από πριν. Είπες, <<αυτοί που πολύ συχνά μιλούν για τα λάθη των άλλων, καλό είναι να μην τους παίρνεις σοβαρά, οι ίδιοι κρύβουν το λάθος της ύπαρξης τους πίσω σπό τα λάθη των άλλων >> Σε κοίταξα κι ένα σύννεφο πουλιών πέρασε από μπροστά μας καθώς πετούσαμε. << Πως γίνεται ενώ είμαστε ορατοί να είμασε αόρατοι; >> σε ρώτησα κι εσύ με έβαλες επάνω στον δεξί σου ώμο ,συνεχίζοντας να πετάμε πάνω από την πόλη. << Μα ελάχιστοι βουτάνε κάτω από το εγώ τους, είναι πολύ φυσικό να συμβαίνει>>. Ήξερα πως έχεις δίκιο. Ύστερα με άφησες κάτω, η σαπισμένη Άνοιξη με δυσαρεστούσε ,αλλά κάτι καινούργιο άρχισε να πάλλεται μέσα μου. Ένιωσα για μερικά δευτερόλεπτα την διαστολή του σύμπαντος, συνειδητοποίησα πόσα σύμπαντα υπάρχουν κι εμείς δεν ξέρουμε παρά το 3 ή το 4 τα εκατό από αυτά. Ένιωσα πως μου είπες κάτι πολύ σημαντικό. Να κολυμπήσω κάτω από το εγώ μου, να βρω το απόλυτο Ζεν.. Ξέρεις κάτι; Ο δρόμος μου είναι γεμάτος εμπόδια, όμως αυτό δεν θα αλλάξει την ρότα μου.. Είμαι από αυτούς που θαυμάζουν τα κατσίκια όταν κάθονται στα βράχια στην άκρη ενός γκρεμού και κοιτάζουν το Πέλαγος.. Ξέρω πως αυτοί που γελούν όταν τους το λέω αυτό έχουν πολύ υψηλό το εγώ τους, τόσο που σκοντάφτουν συνεχώς επάνω του... -Όραμα- 'ονειρο

Αντί για λέξη, σου αφήνω ένα λουλούδι στο κομοδίνο Αντί επιστολών, σου ζωγραφίζω ένα κορίτσι με βαμβακερό φουστάνι που το λένε Ελευθερία. Έχει τα μαλλιά της χυτά στην πλάτη Αντιστέκομαι στον ήχο της γαλότσας ,προσπαθώντας να ακούσω την ανάσα των αγαπημένων μου, όταν κοιμούνται. Δεν ξέρω να γράφω ποιήματα. Μόνο να σου πω, πως έχω καιρό να δω όταν χαμογελάει ένα πρόσωπο να χαμογελούν και τα μάτια του. Και να σου περιγράψω πόσο όμορφα κυλάει ένα ποτάμι στα χέρια μας όταν μας περιγράφει η αγάπη.. υγ. Αφιερωμένο σε έναν αληθινό φίλο

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016


Ανέβηκα στην επιφάνεια του χρώματος, άδραξα τον ανοιχτό του ορίζοντα με μάτι αλόγου, όλα κοντινά και όλα τόσο μακριά μου, δεν χρειάζεται να είμαι ζωγράφος για να βάψω την ημέρα μου και το κάδρο μου, ζω από όλα τα μικρά και μεγάλα φετίχ μου , έτσι ζει ο χρόνος μου, ο χρόνος, με ζει και τον ζω...Στο τέλος της ημέρας αποχαιρετώ τους δερβίσηδες του κόσμου καλοπιάνοντας το κλείσιμο των ματιών μου με μια φράση, <<όλα σήμερα ήταν καλώς καμωμένα>>. Μόλις το νιώσω αυτό κατάσαρκα. παραδίδομαι σε έναν ρόδινο ΄΄υπνο... -Μαθήματα της καλόγνωμης

Όταν ακούω τον Μάρκο ,λυγίζουν τα γόνατα και αναθαρρεύει η καρδιά μου, λευκές και κόκκινες ζαριές, εξάχορδες και τρίχορδες ,τεντώνονται στο μπουζούκι. Η φωνή του είναι η Ελλάδα, μια γυναίκα που τον πούλησε, μια Ελένη, γι αυτήν και για την πρώτη του γυναίκα έγραψε, μαύρες απλές,- γι αυτό σύνθετες εικόνες- κι άλλα χρώματα, σαν αυτά που παίρνει ο ουρανός όταν φεύγει ο ήλιος. Η ζωή του φτώχεια, φυλακές ,χασισάκι λάγνο και τεμπέλικο, να μαστουρώνεις να αδειάζει λίγο το στήθος σου από την στεναχώρια. Ο Μάρκος ήρθε από την Σύρα,ο Μάρκος γέννησε την αγιοσύνη της αμαρτίας και γεννήθηκε γι αυτήν, έγραψε τραγούδια με παρατσούκλια για να πληρώνει την διατροφή της Ελένης και ερωτευόταν σαν λιοντάρι τις άλλες που έδιναν υποσχέσεις με τα μάτια τους. Οι ρεμπέτες τότε ,διάβαζαν τα μάτια ,όπως οι τσιγγάνες διάβαζαν τα χαρτιά, οι σημερινοί άντρες διαβάζουν φορολογικές κλίμακες και κοιτάζουν σε πόσα μέτρα κάτω στην γη θα χωρέσει το κορμί τους, τυχερός ο Μάρκος που δεν πρόλαβε να ζήσει τα σημερινά και την κατάντια . Θα μαστούρωνε κάθε ημέρα, μα δεν θα έπαυε να είναι ρομαντικός, γιατί ρομαντικός είναι αυτός που ρεαλιστικά ζητά και ζει τα πάντα, ως το τέλος. Κι έζησε την αχαριστία της Ελλάδας όταν έπαθε παραμορφωτική αρθρίτιδα, έζησε δηλαδή εξαιτίας της, αυτήν την απολύτως συνηθισμένη κατάσταση που στην αδυναμία, σου όλοι σου γυρίζουν την πλάτη.. Και έβγαλε πιατάκι στις ταβέρνες ο πεντάχρονος γιός του που μαζί πήγαιναν ,γιατί ο ίδιος δεν άντεχε να ζητιανέψει.. Να ζητιανέψει, ποιός; Ο Μάρκος, ο ήλιος και το φεγγάρι της Σύρας, όλες οι γυναίκες κι όλοι οι άντρες μαζί μιας ολόκληρης εποχής και μιας Ελλάδας.. Ένα άγαλμα σε κοιτάζει στο νησί του , όπως όλοι που έγιναν αγάλματα μετά θάνατον.. Μα εμένα η καρδιά μου ζει με τον Μάρκο και τον πατέρα, μνήμες παιδικές, μνήμες εφηβικές, μνήμες σαν γυναίκα.. Με το κρασί και την φωνή του στα ταβάνια. Στις αυλές των ταβερνείων και στα αστροστόλιστα μάγουλα των ζωντανών.. Στα ραδιόφωνα και στα κυπαρίσσια. Στα νησιά τους Χειμώνες. Στα υπόγεια διαμερίσματα όπου πετούν οι κατσαρίδες με τα φτερά. ΌΠως αυτός που ετοιμάζουν τα σύγχρονα γραφεία- νεκροταφεία αυτών που δανείζουν να γίνει ο σημερινός έλληνας.. Αλλά όσο θα ακούμε Μάρκο θα γινόμαστε πουλιά με κόκκινες ουρές, όσο θα τραγουδάει ο Μάρκος το στήθος μας θα παίρνει ανάσες. Γιατί εκείνος , πολλές φορές έπεσε στα γόνατα αλλά πάντα σηκωνόταν. Και δεν υπήρξε ποτέ του ένας τζίτζικας γιατί άλλαξε δεκάδες επαγγέλματα από παιδί.. Και διάβαζε εφημερίδες καθώς τις πουλούσε. Ο Μάρκος ζει μέσα μας..ο Μάρκος είναι η ζωή που μας έχει στοιχειώσει.. -Δυο πρόχειρα λόγια στην μνήμη του Μάρκου, που σαν σήμερα πέθανε

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016


Ένα τσιγάρο δρόμο είχαμε για την ανάβαση στο βουνό, στο φαράγγι, ένας αετός κοιτούσε τα βήματα σου, όπου πατούσες άνθιζαν πανσέδες, το νησί δεν είχε μάθει σε τέτοια άνθη, μόνο στην άγρια ρίγανη και το φασκόμηλο, μιλούσες και τα σύννεφα έφτιαχναν σχήματα κι εικόνες, σε θαύμαζα που δεν φοβόσουν τον θάνατο, ούτε την ζωή, ότι σε δείλιαζε ,ήταν αν θα μπορέσεις να κρατήσεις μέσα στην ζωή σου τα λόγια του πατέρα σου, αυτό μου άφησες κληρονομιά κι ας απεχθάνομαι αυτήν την λέξη, λίγο ύπουλη είναι και κρύβει παγίδες, όμως τώρα πατέρα, σηκώνω το βλέμμα μου στον ουρανό και δειλή αισθάνομαι, καθώς κοιτάζω τους πανσέδες μέσα στα μάτια σου σε μια φωτογραφία παλιά, αναρωτιέμαι φωναχτά, θα μπορέσω άραγε να κρατήσω στην ζωή μου τα λόγια σου, ώσπου να κλείσουν τα μάτια μου, θα μπορέσω; -Του πατέρα

H Bερενίκη, κατοικούσε αλλού, της άρεσε να κοιτάζει τους τάφους στα κοιμητήρια, της άρεσε να παρακολουθεί το άνοιγμα των πτωμάτων σε αίθουσες φοιτητών της ιατρικής, της άρεσε να θυσιάζεται για τους άλλους σαν να εκτελούσε κάποια αποστολή, δεν είχε ερωτευτεί ως τα 30 ,αλλά συχνά πυκνά ,εκτελούσε ερωτικές ασκήσεις στα κρεβάτια αγνώστων, δώρα της μιας νύχτας. Μια ημέρα, που άκουσε σε μια ταβέρνα τον Μάρκο να τραγουδάει, φλόγες τύλιξαν το κορμί της, από την μια η μουσική, από την άλλη ένας ψηλός άντρας με μάτια γιασεμιά, χόρευε θαρρείς ως το ταβάνι, την έκαναν να τα χάσει, ξέχασε αμέσως το φλερτ της με τον θάνατο κι ερωτεύτηκε εκείνον τον άντρα. Του δόθηκε σαν να παραδίδεται για πάντα, εκείνος το κατάλαβε, αλλά γρήγορα φοβήθηκε από το τόσο πάθος, απομακρύνθηκε σιγά σιγά ενώ η Βερενίκη έχανε τον κόσμο από τα μάτια της. Γιατί κοιτούσε με τα δικά του μάτια. Ένα βράδυ, ήπιε τόσο κρασί, σε εκείνην την ίδια ταβέρνα, που γύριζαν τα σπλάχνα της σαν φίδια, πήγε στην θάλασσα, βρήκε κάτι παλιές βάρκες και ξάπλωσε από κάτω τους. Όλοι έλεγαν πως τρελάθηκε ,αλλά εκείνη, ήξερε καλά πια, πως 30 χρόνια φλέρταρε με τον θάνατο, όταν ερωτεύτηκε απλά του παραδόθηκε. Έγινε σύντομα ένα ακόμη επείγον περιστατικό. Αλλά σε εκείνο το λευκό δωμάτιο του νοσοκομείου, έβλεπε μπροστά της τον άντρα με τα μάτια γιασεμιά κι άκουγε από το βάθος του διαδρόμου τον Μάρκο να τραγουδάει. Γελούσε και τραγουδούσε μαζί του..αυτό έγινε για μερικά χρόνια. Ώσπου ο συνταγματάρχης του θανάτου την πήρε τρυφερά στα χέρια του. (Δεν υπάρχει παράδεισος και κόλαση, μόνο έρωτας, πόνος και θάνατος), του είπε ενώ αυτός ήδη τραβούσε την λευκή του κάπα για να την σκεπάσει.. -Η σύντομη ιστορία της Βερενίκης

Από παιδί ,υπήρξα χαοτική σαν προσωπικότητα, δυνάμεις αντίθετες πάλευαν μέσα μου, ωστόσο ,αυτό δεν με εμπόδιζε να ξέρω πως όσο ωρίμαζα θα αισθανόμουν νεότερη, φυσικά αυτό δεν είχε να κάνει με την απαισιοδοξία μου, μπορείς να πεις γεννήθηκα απαισιόδοξη, όμως επίσης πάντα εκεί που κυλάω στα σκοτάδια βλέπω καλά πως κάπου υπάρχει φως. Αυτό το φως βλέπω καθώς τα ραδιόφωνα παίζουν συνέχεια τον Lazarus ενώ γνωρίζουμε όλοι τον φυσκό θάνατο του δημιουργού του. Θαυμάζω τον άνθρωπο που έπαιξε με τον θάνατο του και τον έκανε τέχνη, όσο αυτό το σκέφτομαι, τόσο μεγαλώνει το χάος μέσα μου και γύρω μου. Αλλά, ο θαυμασμός στην τέχνη κάνει το χάος να φωνάζει βαθιά μέσα μου και να μου λέει <<κάνε με κάτι>>, να λέει <<κάντε το κάτι>>. Η ευγνωμοσύνη και ο θαυμασμός μου σήμερα, πήραν ύψος αλλόκοτο.. Είναι αρκετά αυτά, ώστε να καταλαβαίνω την δύναμη της ζωής μέσα από αλλεπάλληλους μικρούς ιλίγγους.. -Ραδιόφωνο

Δεν πρόλαβα να σε ερωτευτώ γιατί αμέσως σε αγάπησα, ο κίνδυνος μεγάλος ήταν, για μια αμοιβαία κατάρρευση, έτσι, έφυγα μέσα στην νύχτα ,κρατώντας ένα μαύρο λουλούδι στην καρδιά. Αυτό κοιτάζω κάθε φορά στον καθρέφτη μου. -Το γενναίο, άτιτλο

17 Ιανουαρίου στις 5:50 μ.μ. · . Όταν η Χ. έμαθε πως πέθανε ο Κ., αυτός που είχε αγαπήσει πραγματικά , (ήταν αυτός που της έμαθε πως ο έρωτας δεν έχει εξουσία εκτός της απόλυτης παράδοσης των υποκειμένων σε ένα κόκκινο και μπλε ποτάμι που το έλεγαν αθανασία ), πήρε την απόφαση και μπήκε στο σπίτι των συγγενών του ένα βράδυ. Μπήκε με πολλές προφυλάξεις και διέταξε την καρδιά της να της δείξει που ήταν κρυμμένη η τέφρα του , αυτό έγινε άμεσα και χωρίς δυσκολία. Έβαλε στο λευκό της μαντήλι κομμάτια της τέφρας και πήγε στο σπίτι της. Ξάπλωσε στο πάτωμα και άφησε τον πόνο της να σπάσει όλα τα τείχη που έκρυβε όλους τους εαυτούς της. Ακούγοντας την αγαπημένη τους μουσική, τον έφερε μπροστά της , η εικόνα του διαπερνούσε τους οφθαλμούς της και έτρεχε σε όλα τα εκμαγεία της μνήμης της. Άρχισε να τρώει σιγά σιγά κι απαλά την τέφρα του, η τέφρα δεν μοιάζει με την άμμο, ήταν σαν μικρές άπειρες σπασμένες πέτρες, κάποιες από αυτές, έγδερναν την γλώσσα της κι άλλες διέσχιζαν τον λάρυγγα με δυσκολία.. Όταν τελείωσε την τελετή αυτή, ήρθε ένα κύμα και την τύλιξε που έμοιαζε με αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν ευγνωμοσύνη ή ευτυχία. Την στιγμή που τελείωνε η μουσική στο πικάπ, τον είδε δίπλα της. Της έπιασε τα χέρια και τα φίλησε, της μίλησε για την άκρα μοναξιά των ανθρώπων όταν ήταν ερωτευμένοι. Της μίλησε πως ο ίδιος αιωρείται , πως οι δυο τους ήταν ένας κοινός αντικατοπτρισμός, πως όφειλε να της το πει, πως η αγάπη τους δεν υπήρξε σαν τίτλος ή σαν πολλές λέξεις που όφειλαν την ύπαρξη τους σε έναν χυδαίο συναισθηματισμό. Δεν είχε δάκρυα, παρά μονάχα ευτυχία και ολοκλήρωση, καθώς τον άκουγε. Έπειτα χάθηκε από μπροστά της αφήνοντας πίσω του ένα μεθυστικό άρωμα σπάνιων ρόδων μιας κοιλάδας του πουθενά και του ποτέ. Η Χ. δεν είχε ποτέ ενοχές όπως έχουν οι περισσότεροι ερωτευμένοι απέναντι στο αντικείμενο του πόθου τους. Αποφάσισε να ασκητέψει. Έκλεισε τα παράθυρα και κλείστηκε στο σπίτι της κόβοντας το τηλέφωνο και κάθε δίοδο επικοινωνίας με το εξωτερικό της περιβάλλον. Μια δυνατή μυρωδιά τριαντάφυλλων και η απουσία της, έκαναν την γειτόνισσα να την αναζητήσει. ΜΕτά από επίμονες κλωτσιές στην πόρτα κατάφερε να την σπάσει και να μπει μέσα. Εκεί, χυμένη στο πάτωμα είδε ανθρώπινη τέφρα. Αυτό επιβεβαίωσαν οι αστυνομικοί που εξέτασαν τον χώρο.. Αυτό που δεν είχε εξήγηση ήταν το από που ερχόταν αυτή η επίμονη μυρωδιά των ρόδων.. Και η τυπική εξαφάνιση της Χ. Φυσικά, κανείς δεν την είδε από τότε... -Ένα παραμύθι για μεγάλους

Ληπηθείτε βαθιά, εκείνους που έχουν κάνει τα μπαρ ναούς και ποτέ δεν άναψαν μέσα τους ένα κεράκι

Όταν χορεύω για εσένα, είναι σαν να σε προλογίζω σε όλα τα άψυχα και έμψυχα όντα. Όταν χορεύεις για εμένα , είναι σαν να διαβάζεις ότι προλόγισα πίσω από τον καθρέφτη. Από δωμάτιο σε δωμάτιο, η θερμοκρασία ανεβαίνει, ενώ η ζώσα πραγματικότητα, σταματά να υπάρχει, λες και κάποιος αόρατος διακόπτης την σταματάει απότομα

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016


Βρεθήκαμε στα δρακόσπιτα, από ένα ύψος του βουνού ,μας κοίταζε ένα αστέρι, φυγάδευσα το εγώ μου, μέσα σε κλαδιά μπερδεμένα, που μιλούσαν όλες τις γλώσσες του ανθρώπου, αυτό νόμιζα πως κατάλαβες ,όταν μου έπιασες το χέρι. Και μια μαγεία ντύθηκε το τοπίο κι εμείς. Μα ύστερα, μια σαύρα μας επιτέθηκε που ήταν πράσινη, δεν μπορέσαμε να αρθρώσουμε λέξη μπρος στον κίνδυνο, καθώς οπλισμένη ήταν η γλώσσα της με αφιόνι. Δεν ήταν που μας πόνεσε το υγρό της, ήταν που μας χάλασε την μαγική στιγμή. Κι όλες οι γλώσσες του ανθρώπου χάθηκαν και μιλήσαμε την μία, αυτή που για όλους είναι κοινή.. Αυτήν που χρησιμοποιούν για τα απαραίτητα της συμβίωσης και της επιβίωσης. Φόρεσα ένα παλιό ρούχο, τρύπιο κάπου κάπου, από τον καιρό. Αυτό, που με κρατούσε σε επαφή με τον παλιό κόσμο. Κι αφού λυγίσαμε, ο καθένας για τους λόγους του, έφυγα τρέχοντας ,προσπαθώντας στις πτυχές του ρούχου μου, κάτι από την μαγεία να κρατήσω. Έτσι μισόγυμνα τα χέρια μου, έπιαναν τα μάτια μου, τους φώναζαν κοίτα, μα τα μάτια κουρασμένα ήταν από όλες τις εικόνες. Κι έφυγα από τα δρακόσπιτα, καπνίζοντας , όσο αντέξω είπα, μαγεία ζήτησα κι όχι κανόνες επιβολής ή υπομονής.. Κανείς να μην λυπάται τον άνθρωπο που διαλέγει την μοναχικότητα, είναι η μαγεία που τον κρατάει ακόμη στην ζωή, αυτήν ζητάει να κρατήσει όρθια. Ορφανός από ανθρώπους, κάποιος μπορεί να ζει, όχι όμως χωρίς αυτό, που τον κρατάει όρθιο και έκθαμβο από την ομορφιά. Η ομορφιά λιτή κι απέραντη είναι, το ρούχο μου να κρατήσω, όσο πάει θα μείνω, ώσπου το φιτίλι που με κρατάει να καεί... -Παραμυθοποιήματα της ανάβασης

Έπεσε η Τροία, πνίγηκα στο θαμπό ανάγλυφο της, καθώς έπεφτε, ένας κρότος κι ένα παραλήρημα, ακούστηκε, ως τον ουρανό. Δεν έχει σημασία τι γράφει κάποιος, αλλά το τι βιώνει, καθώς γράφει. Έτσι, οι λέξεις γρήγορα ξεχνιούνται στο κύλισμα του χρόνου, γρήγορα θα τις ξεχάσεις , όμως στα ελάχιστα δεύτερα που σου χρειάζονται για να νιώσεις την ψυχή που είτε γελάει είτε κλαίει, αυτό που θα νιώσεις, αυτό θα είναι το επίμετρο και η αρχή του γραπτού και του γράφοντος. Η επιδερμική διαδικασία μιας ανάγνωσης δεν ενδιαφέρει. Η χώνεψη της διαδικασίας της γραφής, δεν ενδιαφέρει. Αυτός που μόνο συλλέγει λέξεις θυμίζει μια έκθεση ιδεών που σκορπίζονται στον χρόνο. Έπεσε η Τροία, κρότοι και σπινθήρες από οργή με τύλιξαν στην θέα, η καρδιά μου σταμάτησε στο στήθος καθώς την έβλεπα να χάνεται , για λίγο χάθηκα και μετά επανήλθα. Σαν άνθρωπος πια, σκέφτηκα την αόρατη φυλακή των αισθημάτων καθώς αυτά δεν αγαπήθηκαν από κάποιον άλλον, ναι, σημασία έχει να νιώθεις αλλά και να μπορείς να δεις κατάματα μια ήττα. Μια ήττα στην ανθρώπινη προσέγγιση, σημαίνει την αποδοχή πως δεν μπορείς να ελπίζεις πια για αυτό που υπέστη την ήττα. Ναι, οι άνθρωποι προχωρούν, αλλά καμιά φορά πηγαίνουν προς τα πίσω. Ναι, καμιά φορά οι άνθρωποι ελπίζουν στην ουτοπία της ανθρώπινης περιπέτειας, πως πέραν των αυθόρμητων αποκλείσεων από όσα ξέρουν, υπάρχουν κι άλλα που δεν μπορούν να τα μοιραστούν, γιατί σημασία έχει η κατανόηση, σημασία έχει η γνώση... Αλλά τι θα είναι η γνώση αν ο δρόμος έχει αποκλειστεί από το παγκόσμιο μάτι; Αν έχει αποκλειστεί από την διάθεση του να μοιραστείς με τον άλλον όσα βλέπεις κι όσα ξέρεις; Θα σου πω το προφανές, οι άνθρωποι καταλαβαίνουμε όσα θέλουμε να καταλάβουμε, όσα δεν μας ξεβολεύουν, από την καχυποψία, από την έπαρση, από την μηχανή που έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε... Έτσι καθώς χαιρετώ με οδύνη την Τροία , μην σκεφτείς για μένα κάτι άλλο, ότι μετράει για εμένα, είναι η Τροία που έζησα, που αγάπησα, που πόνεσα και με πόνεσε, δεν είναι οι λέξεις και τα λοιπά ευχολόγια. Αν μπορούσα με αυτά που γράφω, να σώσω μια Τροία ,όλα θα τα έκαιγα. Γιατί λέξεις θα ξαναβρώ, διαβάζοντας, παρατηρώντας, ανοίγοντας λεξιλόγια , όμως ότι αγάπησα βρίσκεται στο μυαλό και την καρδιά μου. Αυτά είναι όλο μου το τοπίο, αυτό δεν θα ξαναβρώ αν η μνήμη μου τα σβήσει. Αυτό που αναρωτιέμαι είναι, ξέρουμε όλοι τα τοπία που κουβαλάμε; Μείναμε στις λέξεις, από τις πράξεις κρατήσαμε ότι νομίζαμε πως καταλάβαμε, γρήγορα όμως κι αυτές θα ξεχαστούν, γιατί εδώ σου λέω, η Τροία έπεσε.. Αγάπησε και αγαπήσου, μόνο αυτό θα μείνει κάτω από τις στάχτες και την σκόνη.. Κι αν σου έχει μείνει λίγο αίμα, κράτα το γερά στις αρτηρίες, είναι πολύτιμο για την ανθρωπότητα που άρρωστη κείτεται σε ένα κρεβάτι.. Περιμένεις με τις λέξεις να σωθεί; Αβέβαιη πια η ίαση.. Ας οπλιστείς με υπομονή.. -Η οργή του Δεκέμβρη

όλα τα σε αγαπώ, τα ΄κανα μαργαριτάρια στον λαιμό, έτσι από πεθυμιά, ή από μεγάλη σκανδαλιά, τα βήματα μου τα κρατώ, για ένα δρόμο λαμπερό, που γλίτσα δεν θα έχει πια, ούτε και τρομερή κατηφοριά. Αναπαύσου εν ειρήνη ότι κι αν γίνει, σίφουνας κόκκινος προς Δυσμάς μα και προς Ανατολάς, ένα τραγούδι θα σου πω και θα είναι λαικό, γιατί τα τζαζ φορέθηκαν πολύ κι αυτό δεν είναι ευγενικό μα ούτε για μένα ανεκτό, παίξε μαζί μου πεταλούδα και γέλα όσο μπορείς, περιπέτεια σαν κι εμένα δεν θα βρεις. Μαντινάδα της μηλόπιτας- Υγ, κυριολεκτικά ,συνέβη, ενώ σκάρωνα μια μηλόπιτα , μην την πάρετε σοβαρά γιατί θα μυρίζετε κανέλλα