Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Τα αρμυρίκια, γλείφουν με το θρόισμα του αέρα απαλά τους γλουτούς μιας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι γάτα, η άμμος στάζει χρυσάφια, τα μικρά βότσαλα κινούνται ανάμεσα στα μικρά ψάρια σαν κατάσκοποι. Κοιτάζω τις επιδερμίδες, χαιδεμένες κόρες από τον 'ηλιο, ακολουθώ έναν άλλο δρόμο από εκείνον της πόλης, είναι αυτός της βραδύτητας. Κινούμαι αργά, ανάμεσα στα χείλια ενός κοχυλιού, φυσάω στόματα που ξεχνούν τις λέξεις, τα αυστηρά νοήματα τα θάψαμε εδώ πέρα, τις ιδεοληψίες, τα ψώνια που κινούνται γύρω από το εγώ τους, εδώ ανασύρουμε τους μύστες των αισθήσεων και μιας αισθητικής που περιέχει θάλασσα. Η βραδύτητα, αυτή είναι τώρα η μητέρα μου. Λυπάμαι όλους αυτούς που ζουν με την ιδέα της ανάπαυλας της συγκίνησης. Μαζεύω μικρές μαύρες πέτρες, τις βάζω δίπλα στο κραγιόν μου που στάζει κοράλλια, θα τις χαρίσω κάπου που θα αγαπηθούν. Εδώ έχω φίλους από χρυσάφι, εδώ κοιμάται ο πατέρας μου, ο παππούς, η γιαγιά μου κι ο αγαπημένος φίλος μου. Εδώ τους μιλάω σαν μύστης της βραδύτητας. Και γλιστράω σαν μετάξι στα δάχτυλα ενός άγνωστου θεού. Μεταξένιες ημέρες
Κράτησε το πρόσωπο της στα χέρια του, έμπηξε το στόμα του μέσα στο δικό της, μικρές πτυχές επιθυμίας άνοιγαν τις δαγκάνες τους, το στήθος της έγινε μέλι,το μέλι άρχισε να τρέχει επάνω στα μαύρα ρόδα της άθλιας πόλης και τα έβαφε στα χρώματα του ουράνιου τόξου, ριπές σκοταδιού εξοστρακίζονταν στον Βορρά, πουλιά που ετοίμαζαν μετακινήσεις αποδημητικές άλλαξαν γνώμη καθώς το πρώτο από αυτά πέταξε αντίθετα, τα σύννεφα χαμογέλασαν σχηματίζοντας σχήματα ποικίλα (Τι είσαι, πες μου τι είσαι, από που έρχεσαι και που με πας;) Της είπε και ρούφηξε το υγρό της στόμα. (Είμαι ότι κι εσύ, δεν είμαι κάτι άλλο) (Μα δεν είσαι σαν τις άλλες) , είπε και την κόλλησε επάνω του. Την μύριζε, την κένταγε με όλη του την ουσία κι εκείνη έκανε ακριβώς το ίδιο χωρίς να την αφήνει ο ίλιγγος και οι καταφάσεις, καταφάσεις κι όχι αρνήσεις. (Δεν θέλω να σε ρωτήσω τίποτε), του είπε μέσα στο αυτί κι αυτός γέλασε. Τα μάτια τους χωρούσαν περισσότερα από όσα μπορούν να αντέξουν. Η τεράστια παγίδα του θανάτου θύμισε αυτήν του έρωτα. (Είναι δύσκολο να μου έρχονται τόσες ερωτήσεις και εγώ να τις πνίγω ηθελημένα), του είπε και τα μάτια της θάμπωσαν από δυο ρουμπίνια που ήταν δάκρυα. Τα ρούφηξε απαλά, έπειτα της φύσηξε στο πρόσωπο αόριστες υποσχέσεις, έτσι το αισθανόταν εκείνη, αν κι ήταν αντίθετη στις υποσχέσεις.. Οι ανάσες κοφτές σαν μαχαίρια. (Καίγομαι), του είπε κι άνοιξε τα πρώτα κουμπιά του φουστανιού της. Αυτός την σήκωσε ψηλά. (Βλέπεις τον ουρανό; Εδώ είμαστε Βέρα, είμαστε σε μια διασταύρωση του ουρανού, είμαστε εσύ κι εγώ σαν μια εικόνα που προβάλλεται σε μια αόρατη οθόνη και είναι η ελεγεία του έρωτα. Θα σε αφήσω να με κατασπαράξεις, εσύ; Θα με αφήσεις;) (Και βέβαια θα σε αφήσω), είπε κι ένιωσε τα χέρια του να πνίγουν τα στήθια της σαν να ήταν πουλιά που πιάστηκαν στην παγίδα. (Είμαι ευτυχισμένη), είπε. (Κι εγώ, δεν θα σου πω να μην το λέμε, είναι ηλίθιοι όσοι δεν το λένε). Ένας άστεγος βρήκε το παγκάκι του και ξάπλωσε. Ήταν νωρίς απόγευμα. Αυτός πήρε ένα χαρτί από το πακέτο με τα τσιγάρα του, κάτι έγραψε και μόλις είδε τον άστεγο να κλείνει τα μάτια του, το άφησε επάνω στο στήθος του αφού το τύλιξε με ένα χαρτονόμισμα, την τράβηξε κι άρχισαν να τρέχουν. (Τι του έγραψες;) ρώτησε και το πρόσωπο της έβγαζε λάμψεις ζωντάνιας και ομορφιάς. (Πως είμαι ευτυχισμένος, πως είμαστε ευτυχισμένοι). (Και μετά;) (Δεν υπάρχει μετά μωρό μου, υπάρχει μόνο αυτό, αυτό και μόνο κάνει την πόλη να σηκωθεί να χορέψει όπως κάποτε, θες να πα΄με κάπου να χορέψουμε ροκ εντ ρολ;) Εκείνη αντί απάντησης βούλιαξε στην αγκαλιά του. Ένας πυκνός σχηματισμός από πουλιά πέρασε πάνω από το κεφάλι τους. Η Βέρα κι ο Ιάσονας μπήκαν σε ένα από τα πιο παλιά μπαρ της πόλης. Το μπαρ αυτό είχε τζουκ μποξ. Ήταν εν ενεργεία όπως κι οι θαμώνες του. (Η Βέρα κι ο Ιάσονας στο κέντρο της πόλης)
Σύγχρονες Μήδειες συγχρωτίζονται με την δόνηση της τρέλας, της ψυχικής οδύνης τα μάτια κοιτούν, σκοτώνοντας τα τα απόβλητα παιδιά τους. Ποτέ τον ομφάλιο λώρο με τα δόντια δεν τον κόβουν, τον φτιάχνουν μια μεταξωτή κλωστή, και στον λαιμό των τέκνων τους, τον δένουν. 'Αλλα παιδιά είναι τυχερά και την όψιμη <<παιδεία>> της βαναυσότητας και της αυταρχικής συμπεριφοράς των μητέρων τους τα κάνουν τέχνη, γράφοντας αβίαστα ιστορίες και λατρεύονται από το αδηφάγο κοινό, εκτός από την μητέρα τους που καμία τους πράξη δεν θεμελιώνει σαν αγάπη και εκτίμηση. Ακόμη και το μάτι του θεού, αν τα τέκνα τους ζωγράφιζαν, ή εγραφαν γι αυτό, εκείνες πάλι θα το διαπόμπευαν ως περιττό, ή άχρηστο έργο, όπου η οκνηρία και η αχαλίνωτη φαντασία το καλιλτέχνησε, κι εξόριστο γι αυτές, θα είναι. Η αυτοεκτίμηση θα ρθει σιγά σιγά από τον εαυτό τους ή δεν θα ρθει ποτέ ψάχνοντας μέσα σε αγνώστους που προβιά προβάτων φορούν, λίγη τρυφερότητα, λίγη αγάπη, λίγη εκτίμηση για την ύπαρξη τους ή για το έργο τους. Και σε μια γωνιά θα πεταχτούν σαν σφάγια , ύστερα σκληρά θα ροκανίσει ένα όρνιο τα απομεινάρια τους. Οι σύγχρονες Μήδειες, είναι πιο σκληρές από εκείνη της μυθοπλασίας. Η ύπαρξη τους θα κατατρέχει ως τον θάνατο τους τα άτυχα τέκνα τους, θα πετούν δηλητήριο στην καρδιά τους κάνοντας τα ετοιμες αυριανές Μήδειες κι αυτά, ή, ένας κύκλος μάταιος θα επαναλαμβάνεται,( μάνα ζητώ να με αγαπήσεις), θα λένε πίσω από τα δόντια τους κι αυτές καταλαβαίνοντας θα δίνουν ειρωνεία και κατάκριση ως τα ύστερα χρόνια τους. Είναι κι αυτές που δεν τους φαίνεται, δένουν με έναν φαλλό κι αιδοίο πίσω από την πλάτη τους τα τέκνα τα άμοιρα και τα κάνουν να χαίρονται μονάχα όσο η μάνα χαίρεται, αναπνέουν μόνο γιατί ανασαίνει η μάνα. Κανέναν εραστή, καμία ερωμένη δεν θα αγαπήσουν εκτός της σύγχρονης Μήδειας. Θυμήσου τον Μπωντλαιρ, τον Ρεμπώ, τον Κάφκα, τον Προυστ και όλου του λογοτεχνικού δέντρου, τα κλαδιά δες, κι απόλαυσε τους καρπούς του. Γιατί αυτοί έργο καυτό έκαναν για τους επόμενους, γιατί η ανθρωπότητα ευεργετήθηκε από αυτούς κι έζησαν με την δίψα της ζωής και έκαναν υπέρβαση στα όρια τα αόρατα της μηχανής που ξερνά ανθρωποειδή και ρομπότ. Η σύγχρονη Μήδεια είναι πρόσωπο τραγικό όπως εκείνη της μυθοπλασίας. Αλλά αν μπορούσα να τις σκοτώσω με τα λόγια θα το έκανα, η μισή δυστυχία του κόσμου σε αυτές οφείλεται, στα σύγχρονα τέρατα που αίμα έχουν από ερπετό, τραγικότερα πρόσωπα από αυτές, τα τέκνα τους, που ψάχνουν μια ταυτότητα μέσα στην τραγικότητα και την άβυσσο της ζωής. Που ψάχνουν ματωμένα πριν ακόμη βγουν από την άστοργη μήτρα της μητέρας τους αγάπη και φως ανάμεσα στους ανθρώπους. Φοβισμένα κοιτούν την εξέλιξη του πιο σκοτεινού κι αδίστακτου είδους που λέγεται άνθρωπος.. Κι όμως! Τι κρίμα, ενώ, ο άνθρωπος ,γεννήθηκε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ήλιου, την καλοσύνη και την αγάπη δεν μπορεί να δει.. -Σύγχρονες Μήδειες- Υγ. Αφιερωμένο στην Λ. και στην κουβέντα που κάναμε χτες στον διάδρομο του νοσοκομείου...και στην <<δηλητηριώδη αγάπη>> που την δένει με την μητέρα της..

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Στο διπλανό κρεβάτι του νοσοκομείου είναι ξαπλωμένη μια νέα γυναίκα που πάσχει από επιληψία. Την κοιτάζει η μητέρα της που είναι 86 χρονών. Σήμερα κοιμήθηκε μαζί της και το πρωί έφυγε. Η γυναίκα είναι αδύνατον να φάει μόνη της, όταν ήρθε ο γιατρός την βοήθησε λίγο και μετά έμεινε μόνη της προσπαθώντας με τα χέρια σαν κρεμασμένα μιας μαριονέτας, την βοήθησα να φάει σιγά σιγά, το νάτριο της είχε πέσει πολύ χαμηλά και ήταν σε κατάρρευση, τώρα με την θεραπεία κάπως έχει πάρει τα πάνω της αφού κατορθώνει να μιλάει αρκετά κατανοητά. Η ζωή μου, τα έφερε έτσι ώστε να έχω επισκεφτεί για πολλούς διαφορετικούς λόγους τα περισσότερα νοσοκομεία της πόλης που κατοικώ. Από πέντε χρονών σχεδόν για τον πατέρα μου κι ύστερα για όλους τους άλλους. Συνηθίζω να λέω πως ότι είναι επαναλαμβανόμενο έχει να μας δώσει κάποιο μάθημα αλλά μάλλον εδώ δεν ισχύει. Απλά έχω ευαίσθητους στην αρρώστια συγγενείς. Παρατηρούσα στα δωμάτια τους ασθενείς.Ίχνος σπίθας από έρωτα στα μάτια. Ο άνθρωπος αρρωσταίνει όταν δεν έχει έρωτα, όταν δεν είναι ερωτευμένος με την ζωή ή ένα πρόσωπο ή την δημιουργία, τότε ακριβώς η ψυχή του βγάζει μια μεγάλη κραυγή και την ακούει το σώμα του φιλοξενώντας την μέσα του, την κάνει δέντρο που απλώνει τα ασθενικά κλαδιά του μέσα του και υποκύπτει στην αρρώστια. Ο έρωτας είναι το φαγητό και το νερό της καρδιάς. Αν δεν χτυπά η καρδιά σου στον ρυθμό του τότε σε σαρώνει η άσφαλτος του σκοταδιού. Και τότε φίλε μου φιλοξενείσαι στην χώρα της απώλειας. Ο ΆΝΘΡΩΠΟς υπάρχει μόνο όταν είναι ερωτευμένος. Η καρδιά μου μάτωσε στην σκέψη της μοναχικής κοπέλας που υποφέρει από επιληψία.. Οφείλεις να σκεφτείς πως είμαστε ένα τίποτε και τα πα΄ντα.. Τα πάντα είσαι όταν ο ουρανός κυλά μέσα σου, αυτό σημαίνει είσαι απόλυτα ερωτευμένος. Αυτό που θα θελα για μια μέρα είναι ένα μαγικό λυχνάρι. Να το τρίψω μια νύχτα κι όλα τα νοσοκομεία να γεμίσουν από την ερωτική απόλαυση. Ο ανίκητος μαχητής να σαρώσει γιατρούς κι ασθενείς. θυμάμαι τον υπέροχο Τζακ στην <<φωλιά του κούκου>>... Η ζωή είναι εξαιρετική και μαγική. Στο μεταξύ ετοιμάζομαι για την απόβαση στο νησί μου. Αδημονώ να ξαπλώσω στο χώμα αυτής της άγριας και γλυκιάς γυναίκας που λέγεται Αμοργός.. Και να ξεχάσω την επιληπτική στο διπλανό κρεβάτι της μητέρας μου.. Πάντα ξεχνάω τα άσχημα, τα θυμάμαι όταν χρειάζεται να μου θυμίσω πόσο δυνατή έχω υπάρξει.. Δεν είναι κακό.. Είμαι μεγάλο παιδί πια και ξέρω... (Μεταξύ ετοιμασιών για την απόβαση στο νησί και νοσοκομείου, Κρόνος είναι αυτός, αλλά θα τον τσακίσω, δεν θα με τσακίσει ο παπάρας...)
Στο λεξικό μου, υπάρχει η ορθογραφία της αβύσσου, άνευ όρων κι άνευ προυποθέσεων το δόσιμο κι οι μάχες, η αλήθεια καίει σε αόρατα καζάνια, στο πάθος παύση καμία, διαβάζω τα χέρια των <<καταραμένων>> και των<< ευλογημένων>>, αφροδισιάζομαι κι αιμορραγώ, να σταματήσω να απορώ , να αγαπώ και να ρωτάω είναι αδύνατον, θα στέκομαι πάντα δίπλα σε αυτούς που επικηρυγμένοι είναι χωρίς να έχουν ίχνος γελοιότητας, το μαχαίρι στην πλάτη που μου έσκαψαν αφήνω, από την πληγή του αμολούν χιλιάδες άνθη, ναι, από τις στάχτες μου ξαναγεννιέμαι.. -Σκορπιός-

Την ακολουθούσε για ώρα, ήξερε βαθιά μέσα του πως η άγνωστη γυναίκα γνώριζε πως μετά το τέλος του έργου σε εκείνον τον παλιό κινηματογράφο θα ακολουθούσε τα βήματα της. Μελαχρινός , ψηλός , ευγενικός και απρόσιτος, μύριζε το άρωμα της σαν πάνθηρας στο κλουβί. Εκείνη μια γαζέλα με πλούσια κόκκινα μαλλιά φτιαγμένα σε μπούκλες. Τα τακούνια της έφτιαχναν ήχους μεταλλικούς επάνω στο πλακόστρωτο κι οι λαγόνες της εκτόξευαν την επιθυμία του σε ένα σύμπαν με πλάσματα κι αισθήσεις βαθιές και αδύνατες στο να καμφθούν. Ήθελαν την απελευθέρωση τους για να συντονιστούν με εκείνες της άγνωστης γυναίκας κι αυτό ήταν ζήτημα επείγον. Ήξερε πως σαν γυναίκα ήθελε τον χρόνο της, δεν θα του δινόταν έτσι απλά κι εύκολα, όχι γιατί ήταν από αυτές που τσιγκουνεύονταν το δόσιμο τους, απλά ήθελε να τραβήξει τον ερεθισμό και των δυο τους από κάποιο αόρατο σχοινί. Οι λαγόνες σταμάτησαν να κινούνται στο φανάρι, και δυο τεράστια μαύρα μάτια, με ένα υπέροχο λευκό τονισμένο γύρω τους καρφώθηκαν επάνω του. Σαν να τον πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα όταν την άκουσε να μιλάει με εκείνο το στόμα που μύριζε όλα τα έντονα φρούτα του δάσους με τονισμένο το βατόμουρο. (Σε ποιο σπίτι θα πάμε, στο δικό σου ή στο δικό μου;) είπε και για πρώτη φορά σκέφτηκε πως στα 56 του χρόνια και μετά από τόσες γυναίκες που είχαν περάσει από την ζωή του καμία δεν τον είχε διεγείρει με τις λέξεις και την φυσική της παρουσία. (Στο δικό μου αν θες, είναι εδώ κοντά στο κέντρο),της απάντησε και ρούφηξε τα μάτια της μέσα στα δικά του. Σε ένα στενό όπου το ηλεκτρικό φως σχεδόν δεν υπήρχε, κόλλησε επάνω του. Το στόμα της εγκλώβισε γλυκά το δικό του. Ένα ήπιο κεντρί άρχισε να ρουφά το νέκταρ του και να του δίνει το δικό της. Η γλώσσα της δεν ήταν κοφτή, άπλωνε τα μαλακά της μόρια μέσα στο στόμα του κι άγγιζε την δική του χωρίς δισταγμό. (Σε θέλω), είπε απλά εκείνος κι ένιωσε τα νύχια της να χαιδεύουν τον σβέρκο του . (Κι εγώ), απάντησε αυτή και μαλακοί βόγκοι του λάρυγγα ανέβαιναν από τα σφιγμένα σπλάχνα της και έρχονταν στα δικά του. Ένα κύμα πόθου τους έριξε στη γη κι ένα άλλο τους ανάγκασε σχεδόν να πετάξουν στο σπίτι του. (Μην μου ζητήσεις το όνομα μου), του είπε καθώς ήδη έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλο κι η κρεβατοκάμαρα άρχισε να μοιάζει με μια μικρογραφία του χάους. (Ούτε εσύ), είπε αυτός κι έσκισε σχεδόν τα ρούχα της. Η επιδερμίδα της έμοιαζε σαν φίλντισι που ζητούσε επίμονα την διερεύνηση της από τα χέρια του. Τα δάχτυλα του ήταν μακριά και λεπτά, στην αρχή έτρεμαν, μα στην συνέχεια άρχισαν να καλοπιάνουν το αγρίμι που έκρυβε μέσα της αγγίζονταν την. (Θα ζωγραφίσω στην κοιλιά σου), της ειπε. Εκείνη συμφώνησε βογγώντας... Με τις άκρες των δακτύλων του άρχισε να φτιάχνει κύκλους γύρω από τις ρώγες της αναγκάζοντας την γυναίκα να τεντώσει το σώμα της σαν τόξο. Το αγρίμι είχε βγει από την φυλακή του κι έψαχνε για τροφή.. Μετά τράβηξε γύρω από τον αφαλό της, άρχισε να φτιάχνει αόρατες γραμμές, πότε κύκλους, πότε ρόμβους και ξανά κύκλους.. Εκείνη του τραβούσε τα μαλλιά.. (Οι πλανήτες στρέφονται γύρω από τον ήλιο), της είπε κάνοντας έναν μεγάλο κύκλο στο ηλιακό πλέγμα της. Οι κόκκινες φλόγες των μαλλιών της συστρέφονταν σαν δαιμονισμένες επάνω στο μαξιλάρι. (Κάνε με δική σου), του ψιθύρισε λίγο επιτακτικά. Η οικειότητα των χαδιών τους ήταν σαν να είχε μελετηθεί χρόνια πριν. (Είσαι τόσο γυναίκα μα και τόσο κυρία, αυτό πρώτη φορά μου συμβαίνει). (Τι θες να πεις, είσαι από αυτούς τους γελοίους που όταν μια γυναίκα δινεται γρήγορα την λένε εύκολη και πόρνη;), είπε και τα μάτια της έλαμψαν με ειρωνεία ενώ σηκώθηκε τυλίγοντας το σεντόνι γύρω της και άναψε το μικρό φως δίπλα της. Στηριγμένη στην πλάτη του κρεβατιού τον κοίταζε με απερίγραπτη κακία. (Δεν είμαι μαλάκας να ενοχοποιήσω τον πόθο μας , ούτε ευνουχισμένος ώστε να αποδείξω πόσο άντρας είμαι ή δεν είμαι, αυτό που θέλω να πω, είναι αυτό το κομψό περιτύλιγμα των τρόπων σου, είσαι ένα θηλυκό που η άγρια ομορφιά κι η θηλυκότητα του δεν στερεί κάτι από την κυρία που είσαι). Του χαμογέλασε. (Ξέρεις να μιλάς και να βλέπεις, είσαι έμπειρος αλλά κι έξυπνος άνθρωπος κι αυτό μου αρέσει απίστευτα. Θέλω να πω, έχω γνωρίσει άντρες παιδαρέλια που ή το βάζουν στα πόδια σχετικά γρήγορα ή θέλουν να έχουν αποκλειστικότητες χωρίς να έχουν αξία οι ίδιοι, ανίκανοι κι εκδικητικοί σαν οχιές. Ξέρεις, οι αρσενικές οχιές κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από τις γυναικείες). Αυτά είπε και ξάπλωσε κολλώντας επάνω του. Φιλήθηκαν. Άναψαν τσιγάρο μετά από ώρα. Ήπιαν κόκκινο κρασί. Ψιθύρισαν, φώναξαν , αναμετρήθηκαν. Όταν είδαν πως ήταν ισότιμοι στην αναμέτρηση χύθηκαν ο ένας μέσα στον άλλον... Είχαν πάνω από χρόνο να δουν κάποιον ισότιμο τους. Δεν έκρυψαν τίποτε από τον εαυτό τους. Όταν αυτός πετούσε με τον φαλλό του μέσα της εκείνη άρχισε να νιώθει χιλιάδες πεταλούδες να βγαίνουν από τα λαγόνια της, στροβιλίστηκαν στον αφαλό της, πέταξαν σε όλο της το σώμα και βρέθηκε μαζί του, στο ταβάνι. Κουνιόνταν μανιασμένα κι οι δυο τους και ξαφνικά βρέθηκαν κρεμασμένοι από μια αόρατη κλωστή.Αυτή που κρεμόταν ανάμεσα γης και ουρανού. Η εξέγερση των αισθήσεων δεν είχε απλά συντελεστεί. Τώρα ανακάλυπταν και μια άλλη. Αυτήν, την πέραν της οικειότητας ή ενός ανθρώπινου κάρμα... Άρχισαν να χύνουν υγρά που φωσφόριζαν κι ανακατεύτηκαν με το γάλα του ουρανού. Οι πλανήτες που εκείνος είχε ζωγραφίσει στο σώμα της τώρα είχαν ζωντανέψει και ταξίδευαν ανάμεσα τους κραυγάζοντας και μεθυσμένοι από μια πρωτόγνωρη έκσταση. Ήταν ισότιμοι. Κι άρχισαν να ερωτεύονται ο ένας τον άλλον. Με μια πρωτόγνωρη μέθη. Σαν να μεταμορφώνονταν σε πεταλούδες και αστέρια.. Κι ΌΜΩς, δυο απλοί άνθρωποι ήταν. Ενας άντρας και μια γυναίκα.. - Η ερωτική τέχνη της ένωσης-
Ένας άνθρωπος, που αγαπά την αίσθηση του κινδύνου, για την ηδονή του ιλίγγου που προσφέρει, καθώς και για τις πνευματικές ανατάσεις και διερευνήσεις ,μου είναι πολύ αγαπητός, γιατί, εκτός αυτών κατέχει και το πως να μην φέρει τον άλλον σε επικίνδυνη θέση εκτός κι αν ο ίδιος του το επιτρέψει. Ένας άνθρωπος , που νομίζει πως αγαπά την αίσθηση του κινδύνου αλλά παραμένει αδρανής και ουδέτερος στις εντάσεις και στον ίδιο τον ίλιγγο σαφώς το μόνο που θα κάνει είναι να φέρει οποιονδήποτε άλλον σε δυσκολία εκτός από τον εαυτό του. Αυτός είναι ο τυπικός <<μαλάκας>> που προσπαθεί να παραστήσει κάτι άλλο από τον συνήθη εαυτό του... Το να φέρεις μια <<ετικέτα>> στις ιδιότητες σου είναι αρκετά εύκολο στις μέρες μας, το να τις υποστηρίξεις με τον τρόπο ζωής σου είναι το δύσκολο αλλά και η σφραγίδα σου... Εξάλλου, δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου διερευνητικά, όλο και περισσότερα βλέμματα έχουν την νωθρότητα και την ακαμψία της ματιάς μιας αγελάδας, κι όλο και λιγότερα έχουν την σπιρτάδα του βλέμματος μιας γάτας. Το υπέροχο θα ήταν ο <<μαλάκας>> κάποτε να εξαλειφθεί, ή να λιγοστέψει σαν αριθμός, πράγμα αρκετά αδύνατο, γιατί η εμπειρία του <<δρόμου>> και η παιδεία είναι απαραίτητα για να εξελιχτεί κανείς σε άνθρωπο. ενώ αντίθετα..η ανία και η νωθρότητα είναι πια καθιερωμένα..αγνός και δυνατός αυτός που ζει χωρίς αυτά..
Η καρδιά μου είναι κοιλάδες από νερό, εκεί απαλά στέκονται και κινούνται ανάλογα με τις δονήσεις του υγρότοπου, πλάσματα ποικιλόμορφα και μαγεμένα από την έκσταση. Η έκσταση δεν είναι ένα προσωπικό στοιχείο, χύνεται και ξεκινά από το βαθύτερο κύτταρο του κόσμου. Αυτό που στερούμαστε να νιώθουμε, σαν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εγκλωβίζεται σε ότι αποθαρρύνει την ψυχή να είναι λεύτερη. Θλίψεις, μίσος, ζήλια, πριόνια φιλοδοξίας που κόβουν την καρωτίδα των άλλων. Είμαι εγώ αλλά είμαι κι όλοι. Λέω ;oxi, σε ότι με κάνει πένθιμη ή οκνηρή στις σκέψεις της ευτυχίας, Άσχημο συναίσθημα, σε απελευθερώνω. Φύγε μακριά.. όποιος με 'εβλαψε λέω , σε απελευθερώνω... Οι δυνάμεις του κόσμου είναι αρχαίες και τεράστιες. Μια δόνηση ενός μάντρα πέφτει στο σύμπαν κι αιωρείται επάνω και μέσα σου.. Οι λέξεις μας κάνουν να είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Διαλέγω τις λέξεις αφού έχω ταξιδέψει μαζί τους και με έχουν πάει σε όλα τα πιθανά μέρη όπου οι έννοιες του <<καλού>> και του <<κακού>> με δίδαξαν το μάθημα μου ώσπου να ολοκληρώσω τον περίπατο μου στην γη. Ίσως βρω κάποτε τον ανώτερο εαυτό μου.. Μέχρι τότε θα είμαι γυναίκα και παιδί. Αθώος αλλά και υποψιασμένος. Όχι, Καμιά παραχάραξη στον χαρακτήρα μου δεν θα επιχειρήσω από αδυναμία ή από την πιθανότητα μιας νίκης. ότι είναι χαμένο σήμερα είναι κερδισμένο αύριο.. Αγαπώ το να αγαπώ. Αγαπώ και να αγαπιέμαι. Αυτός ο κόσμος μας ανήκει. Κρύα πλάσματα στην κοίτη της καρδιάς τους κόβουν πάγο και μας ταίζουν ώσπου να παραδοθούμε σε έναν απελπισμένο κόσμο. Ζητούν να γίνουμε όλοι αυτόχειρες. Για να περπατούν μόνοι τους σε τούτον τον πλανήτη. Δεν χρειαζόμαστε στολές παραλλαγής, καρδιά και νου χρειαζόμαστε. Υγιείς κι ευτυχισμένους. όλη η ζωή είναι έρωτας. Κανείς δεν σε ρωτάει αν ήθελες να γεννηθείς, κανείς δεν το επιδιώκει σαν ερωτεύεται. Κάθε ημέρα είναι όλεθρος στον θάνατο. -ΖΕΝ-

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Μικρές στάλες βροχής έπινε και τον κοιτούσαν κάτι πουλιά με ουρές γαλάζιες, τα σύννεφα χυμένα μπροστά στα μάτια του έμπαιναν μέσα στις ίριδες κι έφτιαχναν σχήματα άτακτα, σαν σταλακτίτες και σαν στοιχεία μιας άλλης ατμόσφαιρας. Μυστηριακής και σαν σε εγρήγορση. Κοίταζε το χάος της θάλασσας, εδώ μοιάζει σαν αυλόπορτα του θεού ,σκέφτηκε. Η ευαισθησία έμοιαζε να παλεύει μέσα του σαν να ήθελε να τον σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια. Κοιτώντας την θάλασσα ξέχασε όσα είχε εισπράξει από κάποιους ανθρώπους, μια αφόρητη μανία και εκδίκηση για όσα δεν μπορούσαν να του πάρουν, για την προσπάθεια τους να τον μετατρέψουν σε πολεμική μηχανή. Δεν πίστευε στις τοξίνες της κακίας, δεν είχε θυμό για όσα είχε εισπράξει τελευταία, εδώ ήταν πιασμένος στα χείλια μιας όασης, μιας αυθεντικής ομορφιάς που δεν υποσχόταν περισσότερα μέσα από το γυμνό της τοπίο. Σιγά σιγά γινόταν μέρος αυτής της ομορφιάς. Χαμογέλασε. Η ευτυχία μπήκε μέσα του σιγά σιγά, άπλωσε τα φτερά της και τον έκανε να πετάξει, αισθανόταν μια απέραντη ευδαιμονία και ευγνωμοσύνη. Τα ξέχασε όλα. Ο χρόνος έγινε μια στιγμή, αιωρήθηκε επάνω του και μετά καταλάγιασε εκτός από την απέραντη ομορφιά του γυμνού τοπίου. -Για την Αμοργό που λάτρεψα και λατρεύω
Αθάνατη η μνήμη του Τειρεσία, κάτω από ένα δέντρο ξαπλώνει και θυμάται, νεκροί άνθρωποι να κυκλοφορούν ανάμεσα στους ζωντανούς, πρώτα σκότωσαν τον εαυτό τους κι ύστερα παλεύουν να σκοτώσουν και τους άλλους. Με μια μανία, που μόνο ο Άδης είχε, στην αρπαγή των ζωών. Τρίβει τα μάτια του θαμπωμένος από τα δάκρυα, τόση η ομορφιά του κόσμου κι αυτοί να ψάχνουν μονάχα για μαντείες κακές. Και απόκοσμες πράξεις.. Αθάνατη η μνήμη του Τειρεσία, η εσωτερική βαρβαρότητα της Ευρώπης σαν την πανούκλα σέρνεται και ένα ένα στο σκοτάδι και την ακοσμία βυθίζει τα παιδιά της.. -Μανία-
Ήρθες στον ύπνο μου, στην αρχή φοβήθηκα,είχα πάνω από είκοσι χρόνια να σε δω σε κάποιο όνειρο, είχες τα ίδια μετάξια στα μαύρα μαλλιά, σπαστές μπούκλες σαν αναδυόμενες φλόγες από έβενο. Εσύ που ήσουν ο άντρας-ψάρι. Εγώ 15 κι εσύ 17. Βραχιόλια και ινδικές φούστες εγώ κι εσύ φορούσες ένα γιλέκο κεντημένο όλο μικρά καθρεφτάκια. Βγαίναμε στους δρόμους κι ήμασταν μια μάζα υγρής δύναμης. Fender stratocaster σε χρώμα μαύρο ριγμένη στο στρώμα σου στο πάτωμα. Την έπιανες στα χέρια κι ανάγκαζες τον Χέντριξ να ρθει νοερά κοντά μας και έπιανες να μου μιλάς για τα χρώματα που ανάβλυζαν από τις νότες. Οι νότες είναι πόθοι και χορεύουν για τις λύπες που σκοτώνονται καθώς τις αφήνουμε να πλεύσουν στην καρδιά μας. έτσι σκεφτόμουν καθώς σε άκουγα. Μιλούσαμε για τις θρησκείες , για τις ταινίες, για την μουσική τα βιβλία. Υπήρχε εκεί στο δωμάτιο σου ένας ολόκληρος κόσμος όπου μια αόρατη προστασία μας φύλαγε από τα άσχημα μάτια και τις οκνηρές σκέψεις. Θέλαμε να εξερευνήσουμε τον κόσμο. Με συγκίνηση για την ομορφιά του, με πίστη για αυτά που κρύβονται για να μην τα βρουν αδιάκριτες ψυχές και τα χαλάσουν. Από εσένα ανακάλυψα πως διέθετα καλό αυτί, ατέλειωτες ώρες έβαζες στον ενισχυτή βίσματα και καλώδια και με ρωτούσες ποιο ήταν το κομμάτι που άρχισες να παίζεις. Συνέχεια κέρδιζα. Και γελούσαμε σαν παιδιά. Σε εκείνο το δωμάτιο με έπιανε εκτός από την ερωτική δίψα της εξερεύνησης μια κατάνυξη για εκείνον τον υπέροχο υγρό κόσμο. Μετά από έξι χρόνια, πήγαινε έλα, χαθήκαμε οριστικά. όχι τόσο ώστε να μην λάβω από την διαίσθηση μου μήνυμα πως κινδυνεύεις. Κι έμαθα έμμεσα πως ήσουν μέσα στον κόσμο της αγγελόσκονης. Την κάρφωνες στο μπράτσο σου.. Για μένα ήσουν πάντα ένα μίγμα δανδή και χίπι. Ποτέ δεν υπήρξες ανήθικος , δεν εκμεταλλεύτηκες, δεν προσποιήθηκες πως ήσουν κάποιος άλλος. Σε συνάντησα και σε έπεισα να σταματήσεις. Κλείστηκες στο σπίτι σου και<< καθάρισες>> σε κάποιες ημέρες. Αλλά δεν είχες άλλον καθαρό να κάνεις παρέα πια. Κι αργά ή γρήγορα θα βρισκόσουν ξανά με αυτούς που έπιναν την σκόνη με την βελόνα. ήθελες να φύγεις, πάντα ήσουν φευγάτος. Σε έλεγαν Παναγιώτη, από τότε αγάπησα αυτό το όνομα, κι ήσουν κι εσύ ταμένος στην Παναγία της Τήνου όπως εγώ, πράγμα που το ακούγαμε με ένα μίγμα αδιαφορίας και συμπάθειας. Εσύ ποτέ δεν πίστευες στον Χριστό σαν τιμωρό και καθοδηγητή μιας <<μαζικοποιημένης ηθικής και τάξης>>, τον αγαπούσες για το μυαλό του και γιατί είχε κότσια.. Ήρθες σήμερα στο όνειρο μου. Είχα αφήσει το κεφάλι μου στο στήθος σου κι εσύ απαλά κράτησες την γάμπα μου στο ένα σου χέρι. <<Μην φοβάσαι τίποτε και για τίποτε που δεν αξίζει μην λυπάσαι>>, είπες κι άρχισε να ακούγεται το αγαπημένο μας κομμάτι από τον Χέντριξ. ένιωσα λύτρωση κι αγάπη. Αυτό που νοιώθουν οι άνθρωποι σαν βρίσκουν ανθρώπους που δεν έχουν το ένστικτο του δολοφόνου. Ξύπνησα κι είχα την εικόνα σου μπροστά μου. την αίσθηση σου στα χέρια μου. Έφυγες νωρίς Πάνο. Κι ήσουν η πρώτη μου αγάπη..Μια όαση στον άσχημο κόσμο.. Σε ευχαριστώ.... (Η πρώτη αγάπη είναι αδιάλλακτα καθαρή )

Τρίτη 27 Μαΐου 2014


Σιχάθηκα το πλήθος και την οσμή του, μια πτωμαίνη, κουβαλούν απ τους ανθρώπους επάνω στο καύκαλο τους κάτι χελώνες που σεργιανούν στο πάρκο. Μένω μόνη μου και καθώς κοιτάζω την οθόνη ενός θερινού σινεμά ονειρεύομαι την ράχη ενός δελφινιού. Στην επόμενη ζωή δεν ξέρω τι να διαλέξω να είμαι άλογο ή ένα δελφίνι; Οποία ανία να είμαι ξανά απλά ένας άνθρωπος.. Είμαι ήρεμη, γιατί είμαι απελπισμένη, είμαι ήσυχη σαν τις αγελάδες στα σφαγεία τους πριν τον θάνατο τους. Δεν υπάρχει κάτι να με ανυψώσει εκτός του παιχνιδιού των σύννεφων, η αίσθηση να συγκεντρώνεσαι στα άτακτα σχήματα τους κι ύστερα ένα ένα να μπαίνει μέσα σου είναι κάτι.. Οραματίζομαι την θάλασσα και τον ηθελημένο αλλά αποτυχημένο πνιγμό του ποιητή. Μα δεν θα ήθελα πτώματα, νούφαρα θα ήθελα να μετακομίσουν από τις λίμνες και να γεμίσουν την επιφάνεια της. Είμαι ήσυχη, γιατί είμαι απελπισμένη. Την μια ημέρα δεν περιμένω τίποτε και μια άλλη ξυπνώ περιμένοντας τα πάντα. Στην πραγματικότητα αυτή η απελπισία δεν έχει θρήνους γιατί ξέρει καλά τον κυνισμό. Τίποτε δεν θα με ξαφνιάσει εκτός από το καλό. Κι εκείνος ο ίλιγγος ποτέ δεν με αφήνει. Η ψυχή που ταξιδεύει πέρα από αυτά που τα μάτια την αφήνουν να δει. Υψώματα, βαθουλώματα, γέροι και γριές και νέοι άνθρωποι σε μια άλλη ζωή, πιο όμορφη και δίχως ερπετά στις πλάτες και στα στήθια. Μυαλά καθαρά σαν το νερό. Ώρες ώρες απελπίζομαι πιο πολύ από την απελπισία, κοιτάζω το μάτι του <<θεού>> να με κοιτάζει από τον ουρανό και να με δειχνει με έναν μικρό αντίχειρα και φωνάζω. (Θεέ μου κάνε με να γεράσω πια, να μην ονειρεύομαι, να μην ταξιδεύω, να μην φτεροκοπώ, να μην δίνω δεκάρα αν ο δίπλα μου ξερνάει η πεινάει, ας με προστάξει μονάχα ο θάνατος, ας μην κλωτσάει μέσα μου η παιδική καρδιά μου κι η γυναικεία ας πάψει πια ψάχνοντας στα σκότη θέλγητρα). Βαρύς ο ύπνος με παίρνει. Μα την επόμενη μέρα ξυπνώ ξανά. Συλλογούμαι ξανά και ξανά. Κι έρχεται βαθύς ο ίλιγγος.. Και κλαίω για όλα που δεν έχουν παρηγοριά. Έχω εγώ να κρύβομαι λίγο κάτω από τον κυνισμό μου. Ο κυνισμός αυτός είναι η αποδοχή των πραγμάτων κι η γνώση πως τίποτε δεν αλλάζει, μην τον μπλέξεις με την εμπειρία, αυτός έχει και μια πικρή ειρωνεία, όποτε του αντιστέκομαι στα μούτρα μου πετάει δηλητήρια και μου λέει χαιρέκακα, (πάρτα, αυτά σου πρέπουν, γίνε πλήθος να ξεχαστείς, γίνε ψέμα να γοητευτείς μέσα στην πλάνη). Στρίβω την πλάτη και φεύγω. Ας γεράσω θεέ μου. Η καρδιά μου ας γεράσει... -Πως να ζωγραφίσω την ψυχή μου; Είναι αδύνατον για όλους μας..)

Όταν έπεσε στο χώμα η Βίβιαν, οπλές αλόγων χτύπησαν με θυμό την γη, γεννήθηκε με εκείνη την αρρώστια που λέγεται αγρίμι, είναι αυτό το κύμα που σε στέλνει στα κοφτερά βράχια να γδαρθείς όταν αγαπήσεις όσο δεν το αντέχεις, είναι εκείνο το μικρόβιο της ανασφάλειας πως τίποτε από όσα κάνεις δεν είναι τέλειο, πως κανείς δεν θα μπορέσει να σε αγαπήσει όπως μπορείς εσύ , μα πάνω από όλα είναι εκείνη η μαστιγωσιά της ελευθερίας, αυτό το τσίμπημα της ζήλιας για το πέταγμα των πουλιών, αυτή η μικρή αποδοχή πως τίποτε που υπάρχει σήμερα δεν θα υπάρχει αύριο, η ζωή που ζητά να τρυπήσει το στήθος σου από την λαχτάρα σου για εκείνη, έπειτα οι ατυχίες, οι δοκιμασίες, σκέψεις, πως αυτή η δύναμη που έρχεται με τον καιρό, μετά από τις αποτυχίες και πως κανείς ακόμη δεν κατάφερε να σε σκοτώσει, σκέψεις αν όλα αυτά άξιζαν να συμβούν. Όταν έπεσε στο χώμα η Βίβιαν όλοι την είχαν βαπτίσει <<τρελή>> γιατί είχε ξεφύγει από τα όρια της, κανείς από αυτούς όμως δεν σκέφτηκε πως για να ρίξεις αίμα και να σκίσεις την σάρκα σου επάνω σε μια σκηνή χρειάζεται να έχεις φύγει από τα μικρά όρια σου. Και ποιός είναι αυτός που στην τελική ορίζει τα όρια και τις ροπές μας, με ποιο δικαίωμα μας κρίνει αν δεν έχει φτύσει τουλάχιστον μια φορά τον εαυτό του στα μούτρα; Ω,κάθε ημέρα που περνάει ,βλέπω πόσο λιγοστεύουν αυτοί που τα έργα τους συμβαδίζουν με τις πράξεις, δεν μπορεί να μεγαλουργείς καλλιτεχνικά και να παραμένεις άξεστος και μαλάκας... Όταν έπεσε στο χώμα η Βιβιαν όλοι έκλαψαν, έκλαψαν αληθινά, έκλαψε φυσικά κι ο Κλαρκ κι ας ήταν με άλλη στο πλευρό του. Μια μέρα σκέφτηκα δεν είμαστε μόνο οι επιλογές μας αλλά ο τρόπος που τις αντέχουμε. Τότε έκλαψα κι εγώ όπως κάποτε για την Βίβιαν.. Μάλλον ήταν προχτές.. (Στα κρίνα της Βίβιαν)

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014


Τράβηξα την πόρτα πίσω μου, ένας ήχος κι ένα αεράκι διέτρεξαν τους σπόνδυλους, ακίνητος ο εαυτός μου στο ταβάνι να με κοιτάζει, εκείνος ο κύκλος στο πάτωμα γραμμένος με την κιμωλία άρχισε να στάζει αίμα, το πήρα στις χούφτες μου και το ήπια σαν νερό, εδώ κοιμάται η ησυχία, εδώ περπατάει το όνειρο, εδώ σε άφησα μια νευρική ημέρα πένθιμο και μόνο να ψιθυρίζεις στις σκιές, βγήκα στον δρόμο ενώ το φεγγάρι πια τραβούσε έναν κόκκινο δρόμο, σαν το αίμα που έσταζε από το στόμα μου, σαν το κραγιόν μου που ήταν ανυπόφορο, μπήκα σε ένα ελληνάδικο, τράβηξα ένα ζειμπέκικο στο πάτωμα ενω γύρω μου τα ηχεία βόγκαγαν από τον πόνο μου, έδινα αίμα να πιουν οι άντρες, να δουν πως είναι όταν υποφέρει μια γυναίκα από όσα έμαθε πια και ξέρει, με κούραζε η μονοτονία των λέξεων τους, είπα έχετε κάτι άλλο να επιδείξετε εκτός από έναν σφιχτό καβάλο, έχετε αίμα, καρδιά, συκώτι, μάτια, έχετε κουράγια, να με πάρετε στην αγκαλιά σας να με χαιδέψετε σαν να μουν ένα γατί πεταμένο στον δρόμο, ένα βρέφος έξω από μια πόρτα κλειστή, έτσι , έτσι να με θωπεύσετε, μπορείτε άραγε, έπειτα ήρθε μια άγρια γκόμενα με ένα κόκκινο φουστάνι, χόρεψε μπροστά μου αδέξια έναν χορό της κοιλιάς, χαμογέλασα με την κακόγουστη περιφορά του κορμιού της, πήγα στο παιδί που έβαζε μουσική και παρήγγειλα κι άλλο ζειμπέικο, θυμήθηκα την Ανατολή και τους δερβίσηδες, μύριζα το ουίσκι στα στόματα, κόσμος υπό διάλυση σκεφτόμουνα, δεν τρέχει τίποτε, δεν δίνει κανείς δεκάρα, έπειτα τράβηξα έξω τα σπλάχνα μου, φάτε μαλάκες τους είπα, φάτε, όσο και να φάτε όμως πάντα θα έχω, πάντα θα έχω, μαλάκες, φτηνοί προβοκάτορες της μιζέριας, πάντα θα έχω , ακούτε; πάντα θα έχω.. -Μια βόλτα σε <<ελληνάδικο>>

Όταν ήμουν παιδί, στο νησί ,τα Καλοκαίρια, τα απογεύματα, πήγαινα στο γκρεμισμένο χωριό, εκεί, στο πεσμένο σπίτι της γιαγιάς μου, βρισκόταν ένας σταύλος που μέσα του αναπαυόταν ο Κίτσος, το αγαπημένο μου γαιδούρι. Ήταν άστατος και τσαπατσούλης όπως εγώ. Τον τάιζα σανό όπως μου είχε δείξει ο πατέρας. Τον χάιδευα και μιλούσαμε με τις ώρες. Εκεί, στο νησί διδάχτηκα την γλώσσα των ζώων, γλώσσα αληθινότερη κι ίσως με μιαν αυθεντικότητα που σαν να δίδασκε νοήματα μέσω των αισθήσεων. Δεν υπήρξα αυτό που λέμε συνηθισμένο παιδί, πράγμα που μου επέτρεψε να καταλάβω γενικότερα πράγματα νωρίτερα της ηλικίας μου. Γρήγορα κατάλαβα πως ο Κίτσος σαν με έβλεπε από μακριά γκάριζε κι έτρεχε πάνω κάτω ώσπου να έρθω κοντά του. Είχα μάθει να τον φωνάζω από τον πατέρα μου με έναν δικό μας τρόπο σαν έβλεπα να φανερώνεται το εγκαταλειμένο χωριό απέναντι και τόσο κοντά μου. Κατάλαβα φυσικά πως πρώτα από όλα επικρατούσε το ένστικτο της τροφής, ωστόσο μια μέρα θέλησα να σπάσω την ρουτίνα της διαδικασίας αυτής. ήμουν γύρω στα 12, άνοιξα τον σταύλο και έβγαλα έξω τον Κίτσο περνώντας γύρω από το κεφάλι του το καπίστρι. Περπατήσαμε το μικρό εγκαταλειμένο χωριό, -Στρούμπος- και βρεθήκαμε στην εκκλησία. Εκεί καθισμένος στα περβάζια μπορούσες να κοιτάξεις την θάλασσα να επεκτείνεται κάτω και μακριά σου, τέσσερα χιλιόμετρα μας χωρίζουν από τον γιαλό. Εγώ λοιπόν ξαπλωμένη κάτω από τις μοναδικές βελανιδιές έπιασα να του μιλάω με τις ώρες για την θάλασσα. Τα τζιτζίκια μας τρέλαιναν από τις φωνές τους. Ο γάιδαρος στην αρχή, ήταν νευρικός, ήθελε να τραβήξει το καπίστρι και να φύγει μακριά. Τότε εγώ σαν ηθοποιός ενός σουρεαλιστικού έργου άρχισα να του μιλάω για τα γαιδούρια και τους ανθρώπους και τα νησιά. Του είπα πως οφείλουμε όλα τα σπίτια μας στις πλάτες τους και τον ευγνωμονώ. Άγγιξα το μάγουλο του με το δικό μου κι έμεινα ακίνητη. Κολλημένοι μάγουλο με μάγουλο ήμασταν ένα ασυνήθιστο θέαμα. Από νωρίς όμως γύρευα τα ασυνήθιστα. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη αλλά τότε αυτός σταμάτησε κι έμεινε ακίνητος. Πέρασα τα χέρια μου στον λαιμό του και φίλησα το μάγουλο του. Αυτός ακίνητος και ήρεμος. Και τότε κατάλαβα πως εκτός του ένστικτου της τροφής , του άνοιγα το ένστικτο της αγάπης και της τρυφερότητας, τα άνοιξα και τα τάισα κι αυτά όπως ακριβώς έκανε κι αυτός σε εμένα. Ήταν ολοφάνερο. Αυτό το έκανα για λίγο καιρό ακόμη. Έπειτα σκέφτηκα πως τον αγαπούσα πολύ και πως με κάποιον τρόπο την στιγμή που δεν μπορούσα να του δοθώ ολοκληρωτικά, εννοώ τους Χειμώνες πάντα γύριζα στην Αθήνα θα του έκανα κακό. Κανείς , ούτε ο παπούς, ουτε ο πατέρας είχαν χρόνο για τέτοια. Έτσι σιγά σιγά αραίωσα τις επισκέψεις μου κι έγινα όπως πριν. Αυτός πάντα σαν έφευγα έτρεχε στην πόρτα περιμένοντας να του ανοίξω και να κάνουμε την βόλτα στο χωριό σαν οι τελευταίοι κάτοικοι της νήσου, έβλεπα τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα ή το πιστεύεις ή όχι αυτό συνέβη τις τρείς πρώτες φορές.. Μετά συνήθισε ίσως.. Τότε κατάλαβα πως όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις. Κι από τότε πάντα έφευγα. Το πρώτο μάθημα μου το έδωσε ο Κίτσος, το αγαπημένο μου ζώο. Όταν πέθανε έκλαιγα για μήνες.. Για την απώλεια του κι όσα μοιραστήκαμε και δεν τα έμαθε κανείς.. Ούτε ο πατέρας μου... (ΌΤαν αγαπάς, χρειάζεται να φεύγεις..)

Σήμερα ο ήλιος ζέσταινε την πλάτη μου, θα μπορούσε να ήταν μια όμορφη ημέρα από την αρχή, αλλά αυτό συνέβη από το μεσημέρι και μετά. Θυμήθηκα τον φίλο μου τον Κ'ωστα,αν και σήμερα δεν υπάρχει ανάμεσα μας πια. Αυτός που λες με μύησε στον Μητροπάνο, ο<< χιονάνθρωπος>>, έκανε βέλος την καρδιά μου και την πήγαινε παντού, ίσως σε ένα ταπεινό ηλιοβασίλεμα, ίσως σε ένα ματωμένο στόμα που ψιθύριζε λέξεις κεντημένες με κεντρί και δηλητήριο, ίσως παντού όπου υπήρξε ή θα υπάρξει η μη ανταπόκριση ή η απόρριψη. Που λες γυρνούσα από την φυσιοθεραπεύτρια μου, κι αφού έκανα όλες τις ασκήσεις για τον <<παγωμένο μου ώμο>>, καμιά 200αριά παρακαλώ, πέρασα μπροστά από την εκκλησία που χτύπαγε η καμπάνα της και κοίταξα τα περιστέρια καθισμένα στα σκαλιά. Η πλατεία έχει φούρνο, μπήκα μέσα και πήρα δυο κουλούρια κι άρχισα να τα κομματιάζω, τα έριχνα σιγά σιγά μπροστά τους κι αυτά άρχισαν να τρώνε μέσα από τις χούφτες μου. ΚΡάτησα την αισθηση της μικρής ευτυχίας μέσα μου και προχώρησα στην Φωκίωνος. Εκεί είδα έναν άντρα που πετούσε μια κόκκινη μπάλα στο γρασίδι και το πιανε μια λυκοσκυλίνα, ταυτόχρονα είχε κι ένα υπέροχο θηλυκό ροντ βάιλερ υπό την επίβλεψη του. Σκέφτηκα πόσον καιρό έχω να μιλήσω με έναν άγνωστο. Συνήθως οι πρώτες σκέψεις οταν μας πλησιάσει ένας άγνωστος είναι πως θέλει να μας κολλήσει ή πως διανύει μια περίοδο τρέλας, εκεί έχουμε καταντήσει... Του μίλησα, πόσο μου άρεσε το ροντ βάιλερ, άρχισε να μου λέει πως η λυκοσκυλίνα του είναι πολύ μεγάλη πια και πως μπορεί να παραλύσει, στα ανθρώπινα χρόνια είναι 85 χρονών. Το ροντ είναι μικρό μόλις τεσσάρων. Κοίταξα την μεγάλη κυρία, ρυτι΄δες σκυλίσιες περνούσαν στα μάτια της και στην μουσούδα. Με κοίταξε κι αυτή, την χάιδεψα, σαν να μου γέλασε. Ο τύπος ήταν ευγενέστατος, μοιραστήκαμε λόγια γύρω από τα ζώα και τους ανθρώπους.. Πήρα κι άλλη ευτυχία στην καρδιά μου και τράβηξα για το Βίντεο κλαμπ, έχετε δει την κλέφτρα βιβλίων; με ρώτησε το όμορφο κορίτσι, ναι της είπα, κι ύστερα σκέφτηκα πόσες σκέψεις δεν τις επικοινωνούμε στους άλλους. ( Είναι υπέροχη ταινία, σου δίνει μέσα στο σκοτάδι της εποχής το μικρό θαύμα που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, είτε αυτό λέγεται αγάπη, ή διάθεση για ανατροπή, σε κα΄νει να την θυμάσαι για καιρό εξαιτίας του ότι μιλάει ακριβώς για τον άνθρωπο με τόσο ωραίο, λυρικό κι απλό τρόπο), αυτά της είπα κι άλλα τόσα και εκείνη μου χαμογέλασε και μου είπε, (δεν θα μπορούσα να το πω καλύτερα, με καλύψατε πλήρως). Τότε συνέχισα,( πόσα πράγματα δεν λέμε κα΄θε ημέρα , έχεις σκεφτεί, πόσα πράγματα δεν μοιραζόμαστε εξαιτίας των φόβων μας πως θα το πάρει ο άλλος ή πως θα εκτεθούμε, να εγώ ας πούμε, σε βλέπω ένα χρόνο εδώ και δεν μιλήσαμε ποτέ για ταινίες παρ όλο που η ευτυχία για με΄να είναι οι ταινίες και τα βιβλία. (Έχετε δίκιο), ειπε γελώντας κι ένας άλλος επίσης που άκουσε την κουβέντα μας ήρθε στην παρέα, μετά ήρθε μια κυρία. Σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να γίνει όλο αυτό ένα εικοσάλεπτο ασπρόμαυρο φιλμάκι. Έφυγα με κομμάτια ευτυχίας που άπλωναν μέσα μου ολοένα και πιο πολύ.. Στον δρόμο για το σπίτι είδα ένα άσπρο σκυλί καθισμένο μπροστά στην μηχανή ενός πολύ όμορφου αγοριού. Χαμογέλασα, το αγόρι μου χαμογέλασε επίσης, δεν παίρνω όρκο για το σκυλί γιατί κοιτούσε μπροστά σαν την βασίλισσα Ελισάβετ. Η μαυρίλα του πρωινού είχε χαθεί. Ρε πούστη μου, σκέφτηκα πόσο γαμημένα όμορφη είναι η ζωή κι εμείς της φερνόμαστε σαν να ναι κουφάλα ενός δοντιού, πότε με φόβο, πότε με φάρμακα, με επεμβάσεις.. Τώρα θα ακούσω τον χιονάνθρωπο και θα πω γεια χαρά Κώστα, όχι, δεν έχω πόνο, ο Κώστας μια χαρά θα είναι πάντα.. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΙΛΕΣ ΜΟΥ

Τα τελευταία αγάλματα της πόλης σιχάθηκαν τις κουτσουλιές επάνω στο κρύο δέρμα τους. Θα μπορούσα να τα σκουπίζω μέρα και νύχτα μόνο και μόνο για να ακούσω τις συνομιλίες τους με τα αστέρια. Μα κανείς δεν σκοτίζεται. Περπατώντας στο πάρκο, είδα έναν άντρα που κλώτσησε μια γόπα τσιγάρου και με κοίταξε. Δεν είχα κανένα βλέμμα. Δεν έχω ακριβώς λύπη, έχω μια συνειδητοποίηση που δεν παίρνει χρονικά όρια. Πως πατώ επάνω σε μια γη που είναι καμωμένη από στάχτες και κόκαλα. Πως τόσους αιώνες αυτοί που την κατασπάραξαν είναι οι πολιτικοί και η εκκλησία. Μέσα σε αυτά βρίσκω την καρδιά μου να μου γνέφει διόλου σπασμωδικά πως είναι άπληστη, επιφυλακτική αλλά και τόσο ορθάνοιχτη που κάποιες φορές φιλοξενεί μέσα στις μπλε και κόκκινες αίθουσες της ανθρώπους που δεν άξιζαν της βελούδινης θωπείας επάνω τους. Η δειλία κι η ηλιθιότητα με απομακρύνουν αρκετά από τους άλλους. Ίσως και πάνω από όλα το να μου χαλάς την αισθητική μου. Οι σχέσεις έχουν μια αισθητική καταλαβαίνεις, όλες οι σχέσεις, είτε φιλικές, είτε ερωτικές. Μαζί τις φτιάχνουμε. Δεν μπορεί να μιλούμε και να φτιάχνουμε ένα όμορφο ανοιχτό κάστρο στα ριζά ενός βουνού κι εσύ σε μια στιγμή να μου κάνεις αυτό το κάστρο καλύβα όπου η βλακεία εκπαιδεύει συστηματικά την ψυχή σου κι εσύ συστηματοποιείσαι σε πρόβατο. Ναι, αρκεί μια φράση ή μια πράξη να με τινάξει μακριά από ότι μέχρι τότε αγάπησα. Αλλά η αγάπη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, είναι ελεύθερη κι αναρχική αλλά έχει και μια συμβατότητα, αυτήν της αισθητικής. Έχω μάθει να φεύγω μακριά. 'ΙΣΩς για να περισώσω την ομορφιά σε ότι έζησα. Βαρύ το ζειμπέικο, απίθανοι κι οι δερβίσηδες που στροβιλίζονται ώρες γύρω από τον εαυτό τους. Θέμα εκπαίδευσης και προοπτικής. Όχι, δεν μπορώ να μαλακίζομαι μιλώντας ασταμάτητα με ανθρώπους που δεν ξέρουν τι ακριβώς αγαπούν και τι πιστεύουν. Όταν αγαπώ ξέρω ακριβώς το γιατί. Ναι, η αγάπη είναι θέμα αισθητικής.. Καλύτερα να φεύγεις παρά να την αφήνεις να γίνει κουρέλια και σκατόνερα. Η φυγή έχει σκότος. Η μοναξιά επίσης. Αλλά η καρδιά μου δεν είναι ατομικής χρήσης.. Ξέρει να ενώνεται και να δονείται με τις άλλες. Δεν θα την γελοιοποιήσω. Η καρδιά μου παίρνει γρήγορες αποφάσεις. Δεν χρειάζεται να συγχρονιστώ με το πλήθος. Ούτε να ακούσω συμβουλές ευτυχίας. Ουτε πατέντες. Ας την κάνουν αυτοί που ξέρουν μπεσ σέλλερ. Αγάπησα το χαμόγελο και τα χνουδωτά βήματα στους άλλους. Κι εκτίμησα βαθιά την δύναμη και την επιθυμία τους να εξυψωθούν. Αυτό φυσικά απαιτεί να είσαι και λίγο μύστης. Την ζωή μου θα την ορίσω εγώ. Σαν άνθρωπος, σαν γυναίκα, σαν μύστης. Μακριά από εμένα το ολίγον. Ή όλα ή τίποτε. Έτσι είμαι και στους άλλους. Δεν μου πρέπει τίποτε λιγότερο. Κι η σιωπή κι η μοναχικότητα κάποιες φορές οδηγούν σε ανθισμένους κήπους και τοπία με δυνατούς καταρράκτες. Όσο λιγότερα φτιασίδια φοράς πάνω σου τόσο αποκαλύπτεται η ομορφιά σου. Η ομορφιά κι η αγάπη είναι δύσκολο πράγμα. όχι όμως κι ακατόρθωτο.. Πες άντε γαμήσου σε ότι σου χαλάει την προοπτική της ματιάς σου και της αληθινής ελευθερίας. Η αυτονομία των πράξεων και των επιλογών μας είναι δείγμα ελευθερίας. Αφού έτσι κι αλλιώς σκλάβους μας κάνανε τα σκουλήκια ας διαφυλάξουμε τον εαυτό μας. Και την ομορφιά του κόσμου. -Να λες άντε γαμήσου και να φεύγεις- υγ. αφιερωμένο στον εαυτό μου και στους αληθινούς

Όλα είναι ένα ψέμα, από την στιγμή που γεννιόμαστε ως την στιγμή που θα πεθάνουμε. Η μαγκιά, είναι ο τρόπος που θα το αποδεχτείς, να παραμένεις καθαρός κι αγνός όλες τις φορές που θα σε καρφώνουν τα καρφιά του ψέματος επάνω στον αόρατο σταυρό. Την στιγμή που διαισθάνεσαι την αρχή του ψέματος να μένεις ως το τέλος και να μην το βάζεις στα πόδια για να διαφυλάξεις τις πληγές σου, να προφυλαχτείς από την θύελλα που έρχεται να σε σαρώσει. Οι πληγές είναι σοφία, δεν θα τις άλλαζα με τίποτε στον κόσμο. Κι αυτό το πέσε κάτω και ανέβα επάνω είναι η κορύφωση του ανθρώπου. Η αρχή είναι η ηδονή αλλά η συνέχεια είναι η αυτογνωσία. Η ακεραιότητα. Ψέματα, όλα είναι ψέματα. Οι γονείς σου, η ζωή σου μετά το υπαρξιακό αλισβερίσι με τον θάνατο , τις απώλειες.Οι αγάπες. Οι φίλοι που παριστάνουν τα αδελφια. Υποτέλειες, αφύσικες ροπές στην τρέλα. Ενστάσεις μετά την σταύρωση και την προσωπική αποκαθήλωση. Απλώνω τις πληγές μου στον ήλιο. Τους βάζω αλάτι. Δεν με αγγίζει ο πόνος. Είναι φίλος μου, είμαστε μοιραίοι κι ωραίοι μέσα στην ανιδιοτέλεια μας. Μετά το ξεπέρασμα του πόνου έρχεται η σοφία. Η σοφία είναι ορμητήριο, όχι των αγίων αλλά των απολύτως κολασμένων. Δεν έχω ψωμί για τους φλώρους, για τους δειλούς και για τους κλέφτες. Κλέβεις την αλήθεια μου και την κάνεις ψέμα. Δεν είναι δα τόσο τραγικό για μένα όπως πιστεύεις. Λέγε εσύ λέξεις, εγώ θα κάνω πράξεις. Την αλήθεια μου. Μείνε και παρέμεινε μαλάκας. Είναι στο χέρι σου. Στο δικό μου χέρι είναι να πιστεύω σε έναν άλλο κόσμο. Στα αρχίδια μου αν τον ζήσω ή όχι, αρκεί που είχα την δύναμη να τον πιστέψω. Πιο έτοιμη από ποτέ.. -Ετοιμόγεννο-

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014


Είμαι η Γιοσίρο, η σκοτεινή γκέισα της πόλης, κοιτάζω στο αναστατωμένο κρεβάτι τον εραστή μου ξαπλωμένο,που είναι νεκρολούλουδος, έχει μια πλατιά χλομάδα στο πρόσωπο και τα μάτια του έχουν φορές φορές την όψιμη βία- απραξία των νεκρών στο πικρόγλυκο τους κατευόδιο. Όταν εισέρχεται μέσα μου αλλάζει, θερμές εκτάσεις πέρα από το ηλιακό βασίλειο μπαίνουν κάτω από το δέρμα του ενώ η γλώσσα και τα χέρια του ζωντανεύουν σαν ζώα που ήταν σε αναγκαστικό ύπνο. Τότε αφήνει το βασίλειο των νεκρών και μου δίνεται σαν άντρας που είναι έτοιμος για μάχες, δυνατός, ήρεμος κι αποφασιστικός. Επεμβαίνει στην ηθελημένη μου ακινησία, το σώμα μου το αφήνω σαν φτερό στα χέρια του κοιτώντας ευθεία μέσα στα μάτια του και μπαίνω πίσω από αυτά καθώς εκείνος με διαπερνάει με το φύλο του και αρχίζω να ζωντανεύω. Γιαπωνέζοι κουλήδες μαζεύουν τις κραυγές μας που μαζεύονται, πυκνώνουν κι ενώνονται σε μια. Εδώ επάνω βρίσκομαι 200 χρόνια, όπως εκείνος. Σε μια άλλη ζωή ήμασταν ξανά εραστές, τον έπεισα να κάνουμε χαρακίρι γιατί δεν μπορούσαμε να είμαστε μαζί. Στην επόμενη ζωή έγινα η Μήδεια και τον σκότωσα, έβαλα στο προσκέφαλο του γιασεμιά και τον έκλαψα χρόνια ολόκληρα, κανείς δεν ασχολήθηκε για την αιτία του φονικού, οι φονιάδες για τους ανθρώπους είναι πάντα ένοχοι... Μόνο οι φονιάδες των εθνών είναι πάντα βασιλιάδες και πεθαίνουν με παράσημα και δόξες.. Σε μια άλλη ζωή έγινα η Αντιγόνη κι αυτός ήταν ο αδελφός μου. Η αδικία μας τσάκισε το αίμα. 200 χρόνια τώρα παλεύουμε με το άδικο, παλεύουμε με την καρδιά μας που πηδάει έξω από το στέρνο μας. Την δίνουμε όπου πιστεύουμε πως θα αναδυθούν θαύματα κι ας μην γίνονται. ναι, 200 χρόνια τώρα δεν μπορέσανε να μας πάρουν την αθωότητα οι βάνδαλοι, την πίστη μας στα ανθρώπινα θαύματα. Ζήσαμε την προδοσία και την ψευτιά αλλά μείναμε ορθοί σαν στήλες ενός αρχαίου ναού που κοιτά προς την θάλασσα. Είμαι η Γιοσίρο, τα έφερε έτσι η μοίρα μας ώστε να περνάμε όλες μας τις ζωές μαζί, σε αντίπαλα ή όμοια στρατόπεδα. Δεν υπήρξαμε μονάχα σαν εραστές ούτε υπήρξαμε μονάχα με το φύλο της γυναίκας εγώ κι αυτός του άντρα. όταν ήμουν άντρας την λάτρευα σε ένα σπίτι στηριγμένο στις ρίζες ενός λόφου. Κοιτούσε προς την θάλασσα. Πάντα αυτή μας ένωνε ή μας χώριζε. Είμαι η Γιοσίρο, του είπα πως ερωτεύτηκα κάποιον άλλον άντρα και με πήρε από το χέρι και με οδήγησε σε εκείνον, έπειτα με παρηγόρησε γιατί εκείνος έφυγε, φοβίζω τους άντρες, είναι που κάτω από την λευκή μου απαλή επιδερμίδα διαισθάνονται τα 200 μου χρόνια. Τους φοβίζει η πείρα κι ο τρόπος που τους δίνομαι. Ο τρόπος μου είναι εξοντωτικός, τους αναγκάζει να με ξαναδούν, να με ξαναθέλουν και να με ερωτευτούν. Γι αυτό προτιμούν την φυγή. Έτσι κι αυτός που ερωτεύτηκα χωρίς λόγους όπως πάντα γίνεται, το έβαλε στα πόδια σιγά σιγά. Κρύφτηκε σαν ζωάκι φοβισμένο. Δεν τον μίσησα γιατί όποιος περνά πολλά πολλά χρόνια επάνω στην γη δεν γνωρίζει τι θα πει μίσος.. Κι όταν έκλαψα στα σκαλιά μιας εκκλησίας ο αγαπημένος μου με παρηγόρησε. Ζούμε στην σκληρότερη εποχή μας. Τον νου μου τον κατατρέχει ξανά το χαρακίρι. ίσως να το κάνω αυτήν την φορά μόνη μου. όμως φοβάμαι πως έτσι θα κλείσει μόνος του τον κύκλο της ζωής του. Μόλις βγαίνουμε από το αγαπημένο μας δωμάτιο με το νούμερο 7 και προχωράμε στον δρόμο, τότε που η νύχτα γλυκοφιλά τα δέντρα και τους ανθρώπους, τότε η Ιαπωνία φεύγει από τα πρόσωπα μας και γινόμαστε ξανά οι άνθρωποι της Δύσης. Και σαν να ξαναπεθαίνουμε.. Γιατί η Δύση είναι πιο άρρωστη από ποτέ. Κι εμείς πεθαίνουμε από αγάπη και έρωτα. ΤΣΟΥΛΑΈΙ η καρδιά μας έξω από το στήθος. Ο γυναικείος μου κόρφος, δεν έκρυψε δηλητήριο ποτές, σε όλα μου τα χρόνια. ΚΙ αυτός δεν φοβήθηκε να πολεμήσει και να δώσει αγάπη ποτές, σε όλα του τα χρόνια. Τρεφόμαστε με αίμα, δίνουμε τα οστά μας στους ζωντανούς, μιλούμε στους νεκρούς μήπως κινήσουν κατά εδώ και στρέψουμε αλλού το πρόσωπο της ανθρωπότητας, εκεί στον ήλιο και στο φως. Αλλά οι νεκροί απλά μας ζητούν να τους κάνουμε έρωτα κι έπειτα ξεχνούν την υπόσχεση τους. Ένας από αυτούς μάλιστα, που υπήρξε ένας μεγάλος Γάλλος ποιητής, μου σφύριξε στο αυτί ενώ εκσπερμάτωνε δάκρυ και σπέρμα,( ο άνθρωπος δεν θα σωθεί ποτέ, είναι γιατί κυνηγάει την σκιά του όπως η γάτα που κυνηγάει την ουρά της).. Συνεχίζουμε να ζούμε και να περιμένουμε. Αλλά θα είμαστε πάντα ορθοί και πρόθυμοι, ίσως και λίγο τρελοί, ίσως μοιραίοι, ίσως και καταραμένοι... -Της μνήμης, της λήθης, του έρωτα, του θανάτου, της αγάπης- Υγ. αφιερωμένο σε αυτούς που παραμένουν μεταφυσικά όντα, δηλαδή απολύτως φυσικά όντα... Γιοσίρο

8 Μαΐου Ο πόλεμος συντηρείται με την ντροπή, οι μάχες δεν τελειώνουν, εκτός κι αν τελειώσει ο άνθρωπος, αυτός είναι ο βωμός του αίματος, είτε ερωτεύεται , είτε ακρωτηριάζει ο ένας τον άλλο, βωμός αίματος μοιάζει. Το παρελθόν γυρίζει την στρόφιγγα, ένας λυγμός κι ένα γέλιο ανάλογα της θέσης που βρίσκεσαι, τα λεφτά, η δόξα και η ματαιοδοξία είναι οι κόρες του Άρη, είναι οι πλάνες στους λάτρεις της ματαιότητας. Αν ο άνθρωπος μπορούσε τον θάνατο να αντικρίσει στα μάτια, ίσως να μην έκρυβε μέσα στην πέτσα του τόση αχαριστία για το δώρο της ζωής.. Ο πόλεμος είναι ο αφέντης κι ο δούλος είναι ο άνθρωπος. Αυτό το ζώο που φοβάται σαν ακούσει την φωνή της ευτυχίας και το βάζει στα πόδια, σαν πληγωμένος αλήτης πάντα ετοιμάζει θρήνους κι επικήδειους.. -Αποστροφή-