Σάββατο 23 Ιουλίου 2016


Μην με ξαναφωνάξεις πια με το όνομα μου σε αυτήν την άκαρπη διάχυση των αισθήσεων, σε τούτη την άτσαλη βουτιά στο κενό, μην με εντοπίσεις, το παλιό πέθανε, τώρα το καινούργιο βγάζει φωτιά και πάγο, χρειάζεται χρόνος για να επωαστεί ότι τρυφερό υπάρχει κάτω από τις στάχτες, λάμψεις και κρότοι δεν με φοβίζουν, έμαθα να ζω μαζί τους ραγίζοντας. Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο είναι η σιωπή κι η ησυχία που βράζει. Εκείνο που με τρομάζει είναι να μην καταφέρουν να μην με τρομάζει τίποτε.. {Ρωγμή}

Φως της ημερας φως της εσπερας ανελεητο κι επίμονο φως. Eίπαν για σένα τα πάντα, μα λίγοι σε ένοιωσαν λίγοι σε πήραν στα χέρια και το πρόσωπο δεν έπέσαν σε έκσταση. Τολμηροί ιππείς σε ζύγωσαν, σαν κεχριμπάρι στα μάτια σε φόρεσαν κι ύστερα μια λάβα , μια Αίτνα , μια ανοδική πορεία σε κάθοδο, δίχως ντροπή, δίχως μεταμέλεια, έτσι σε γνώρισα, έτσι σε αγάπησα, ´ετσι κάηκα κι αυτό διηγήθηκα σε όσους με ρώτησαν για σένα

Διαβάζει τις επιστολές των υποψήφιων εραστών ή αγαπημένων για κάποιο διάστημα, κανείς δεν είχε την ιδιότητα να την πλανέψει, ώσπου να μπεί βαθιά σε ένα όνειρο, από την πικρή στέπα, ως το μεσημεριάτικο ραχάτι της Μονμάρτης κανείς, από τα νησιά του Αιγαίου που επαναστάτησαν στον βυθό και αναδύθηκαν στην επιφάνεια , κανείς και τίποτε. Πότε πότε ,αναλογιζόταν τι να κάνει ένας τρωκτικός που παρίστανε με άνεση έναν αιλουροειδή, αλλά αμέσως την τύλιγε ένας κλαυσίγελως. Το μέλλον δεν αγρυπνάει με χάρη, ο μέλλοντας ήταν σκεπασμένος με την αχλύ των λέξεων. ΟΙ λέξεις και τα κτίρια δεν χωρούν τους ανθρώπους. Μόνο η ζωή τους χωράει και τους περιγράφει αισθανόμενη το δέος. Η τέχνη του έρωτα ζητάει την σφραγίδα του πένθους. Ως πότε θα πενθείς Μάρθα; αναρωτήθηκε υποψιασμένη για την απάντηση. Και της είπε ο εαυτός της, ώσπου να διασθανθώ το φως πίσω από το σκοτάδι, ώσπου να βρώ αυτόν που θα έχει μελετήσει τα ημερολόγια μιας μοτοσυκλέτας και τα ημερολόγια του πένθους. Τότε θα μπορώ να χυθώ αναμμένη στο τίποτε σαν να είμαι κάτι. Για να μπορώ να διψάω όταν θα έχει πάψει το νερό.. Να διψάω για τον άνθρωπο που δεν θα κυνηγάει την σκιά του όπως η γάτα την ουρά της... Σκίζει τις επιστολές, ξαναγίνεται γάτα.. -Απόσταγμα της φροντίδας
Προχωράει ζαλισμένη από την ζέστη, η πόλη βγάζει φλόγες από το στόμα της, η πόλη θυμίζει έναν δράκο που κρατάει προσεκτικά την τελευταία του φλόγα για τους αναρμόδιους. (Τι ωραία που δεν ανήκω στους αρμόδιους), σκέφτηκε. ( Τι ωραία που δεν ανήκω στους αναρμόδιους), σκέφτηκε. (ΠΟυ ανήκεις); την ρώτησε το στόμα που βρίσκεται πίσω από τον κρόταφο. (Πουθενά, ίσως να ανήκω κάπου που δεν ξέρω), απάντησε. Έβγαλε τσιγάρο, το άναψε, πέρασε κάτω από τα μπαλκόνια που έκαιγαν. Ένα σπίτι ήταν κυκλωμένο από κάγκελα που μιλούσαν για την εγκατάλειψη του.. Κοίταξε ψηλά, τότε είδε πυκνά φυτά να βγαίνουν μέσα από τις γλάστρες. ( Για σκέψου, εδώ στην οδό Χανίων , σε έναν χώρο που είναι σε εγκατάλειψη, κάτι προσπαθεί να ζήσει μόνο του, χωρίς βοήθεια και νερό από κανέναν).. Μια ασίγαστη τρυφερότητα ξεχύθηκε εντός της, για ότι υπήρχε χωρίς να ανήκει κάπου , για ότι ήταν εγκαταλειμμένο από το άγριο μάτι ετούτου του κόσμου που κροτάλιζε απειλές και φόβους, μέσα από την ίριδα αυτού του επικίνδυνου ματιού. Κολυμπάμε ανάμεσα σε μέδουσες που παριστάνουν τα θαλάσσια άνθη, χρειάζεται τρόπος να ξεχωρίσουμε τις ιδιότητες, μια καλή όραση, και κάποτε κάποτε, μια ενόραση ανθρώπου μας χρειάζεται

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Κάθε νύχτα ,έβαζε τα σκισμένα παπούτσια της και περπατούσε σε όλη την πόλη, δώρο ήταν κάποιου, που έμοιαζε στον Αντίνοο, το πρωί , μόλις ξυπνούσε,, έβρισκε τα παπούτσια δίπλα στο κρεβάτι της, τίποτε δεν θυμόταν , μόνο ένιωθε μια γρατζουνιά στο στήθος της, εκεί που οι παλμοί γίνονται νότες για κάποιο ρέκβιεμ που ποτέ δεν χορταίνεται... - Υπνοβασία

Οταν μιλήσαμε για πρώτη φορά ,στάζαμε αίμα Καταλάβαμε αμέσως πως ανήκουμε στο είδος των μοναχικών Κι όμως, αυτό δεν μας εμπόδισε να απλωθούμε αμέσως ο ένας μέσα στον άλλον Οι βιογραφίες μας ,κουκούλια που τα προστάτευαν μεταξοσκώληκες Κι όλες οι λύπες κι οι χαρές μας είχαν την απόχρωση του αρχαίου Νομίζω, ήταν απόγευμα Αν και δεν σε ξαναείδα, από τότε ,με κυνηγάει η αίσθηση του επείγοντος... Και η ειμαρμένη, συνεχίζει να κάνει σχέδια χωρίς εμένα, ενώ εγώ ,χάνομαι καθώς θυμάμαι όλες τις γραμμές στο πρόσωπο σου, την ώρα που γελούσες σαν παιδί, τότε ήταν που γύρισα σπίτι κουβαλώντας μέσα στις παλάμες μου έναν ολόκληρο ουρανό. - Απογευματινός απόηχος

Κάνουμε κύκλους, βυθιζόμαστε σε ιστορίες αγνώστων, για εκείνους μιλάμε ή για εμάς; Για εμάς μιλάμε μέσα από τους άλλους, κι ας ξέρουμε από το ένστικτο του ζώου πως και ποια ιστορία θα τερματίσει πρώτη. Ας συγκρατήσουμε με λίγη συγκίνηση όποια από αυτές ποτέ δεν ξεκίνησε, ίσως αυτή να ήξερε τα περισσότερα . Σε κάποιο μπαρ της Καραιβικής ένας παπαγάλος θα μείνει στον ώμο του μπάρμαν καθώς θα αφρατεύει ένα κοκτέιλ που το πρώτο του συστατικό θα είναι το αψέντι.. Ξέρουμε να πίνουμε σαν γενναίοι κι όχι σαν αυτούς που ενώ σέρνουν δειλά όλη την ενοχή του κόσμου στην πλάτη τους παριστάνουν τους μοιραίους και τους γοητευτικούς. Καθώς θα καταπίνουμε το αψέντι ένας καταραμένος ποιητής θα τσουγκρίσει το ποτήρι μας. Εις υγείαν! -Το επίμετρο της Δευτέρας-

{Μια παράξενη νοσταλγία} Όταν τον συνάντησε ,αισθάνθηκε την νοσταλγία για κάτι που γνώριζε, γνώριζε αυτά που της έλεγε, τα ήξερε με την ακρίβεια του ανοίγματος των φτερών ενός πουλιού που γυρίζει τον κόσμο του ουρανού. Μίλησαν για τον χρόνο που έφυγε χωρίς να συζητήσουν για τον χρόνο που ερχόταν. Αυτή η νοσταλγία, της λύγιζε τα γόνατα. Πως γίνεται να ξέρεις από πριν , πως γίνεται να νοσταλγείς για κάτι που ενώ δεν το έχεις ζήσει ,ήδη το νοσταλγείς; Της είπε πως ότι έμαθε μέχρι τώρα ,είναι ,πως το μεγαλύτερο δώρο της ζωής είναι η αναπνοή. Απέραντη ευγνωμοσύνη για την ανάσα, κύματα ζωής, κύματα ευγνωμοσύνης για έναν κόσμο που δεν υπάρχει σε αυτήν την πραγματικότητα. Κύματα ζωής για έναν κόσμο που ενώ υφίσταται ,δεν γίνεται αντιληπτός με τα μάτια. ( τι είχε πει ο ποιητής; όχι άλλη πραγματικότητα) Θυμήθηκε εκείνη, τις σημειώσεις για την όραση, την στιγμή που το σκεφτόταν εκείνη, της είπε γι αυτό. Το χέρι της ήταν μέσα στο δικό του, μύριζε ένα γνωστό άρωμα από πριν. Ενώ ο κόσμος συνέχιζε τον ρυθμό της ζωής του σε όλον τον πλανήτη, εκείνη μπόρεσε να δει πως σε μια άλλη ζωή του θα ήταν Ινδιάνος ,σε μια άλλη ιππότης, μύριζε ήδη το βρεγμένο χώμα που πατούσε ο ίδιος τότε, 'ηξερε πως πίσω από αυτά τα μάτια κρυβόταν έντεχνα κόμποι λύπης, κι εκείνος ήξερε σε ποιο μονοπάτι είχε χάσει την δυναμική της. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται χωρίς την φυσική μας παρουσία. Υπάρχει ένας Ωκεανός ριγμένος άτακτα μέσα στα κύτταρα μας. Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς να μιλήσουν και να νιώσουν την αγάπη. Αυτό της είπε όταν την πήγε στο αεροδρόμιο για να μπει στο αεροπλάνο, μάθε να μην αφήνεις το μυαλό σου να σε ορίζει, όσο θα σου μοιράζει αυτό φύλλα από μια τράπουλα σημαδεμένη, εσύ δεν θα νιώθεις... Όταν το αεροπλάνο τυλίχτηκε στα σύννεφα ,ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει, να ξανααρχίσει να νιώθει κι όχι μόνο να σκέφτεται.. Ένιωσε ευγνωμοσύνη κι ένα τεράστιο ζεστό κύμα γύρω της και μέσα της. Εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο με μια αίσθηση νοσταλγίας. Την ίδια που είχε κι εκείνη από την αρχή.. Αλλά ήταν νωρίς για να αρχίσει να αναπνέει ελεύθερα

Είμαστε μια κόκκινη κλωστή από αίμα που αιωρείται ανάμεσα σε σκόνη από τα κόκαλα. Δεν χρειάζεται να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον για να μας νιώσουμε. Περπατούσα στην Πανεπιστημίου κι έβλεπα το ζαρκάδι του Σινόπουλου, δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να το δω ,εκτός αυτής της διορατικής αιώρησης. Αποτύπωσα την εικόνα στην καρδιά μου, έπειτα ήρθε το ζαρκάδι τρέχοντας ανάμεσα από τα αυτοκίνητα και φώλιασε την γλώσσα του στο μάγουλο μου. Ένιωθα ξανά, περπατούσα και σχεδόν χόρευα μαζί με κόκκινες και πορτοκαλί πεταλούδες που έπαιζαν με τα μαλλιά μου. Το φιλί σου, ένα βελούδινο όμικρον κύλησε στον λαιμό μου. Τίποτε δεν ξέρουμε, έλεγα μέσα μου, υπάρχει μπροστά μας ένας κήπος από θαύματα και δεν μας επιτρέπουν να τον δούμε. Έτσι είναι το παιχνίδι αγάπη μου, αν δούμε θα δραπετεύσουμε.. Αλλά όσο θα είμαστε η κόκκινη κλωστή από αίμα που αιωρείται ανάμεσα σε σκόνη από κόκαλα, θα υπάρχει η ελπίδα. Πήρα το βελούδινο δικό σου όμικρον και το κράτησα στην παλάμη. Και ο χρόνος άρχισε ξανά να με πολιορκεί... { Το σκόρπισμα, χωρίς το σφίξιμο

Η γυναίκα Ο άντρας Τα βέλη των ηδονών Το βύθισμα σε μια αυτοκαταγγελία, η ενατένιση των οριζόντων πίσω από αυτήν.. Η προσήλωση της μιας ενδοχώρας μέσα στην άλλη Οι βράχοι που χορεύουν γύρω από την θάλασσα Η υπόθεση της ευτυχίας Η άγνοια του κινδύνου Η τσιγγάνα που διαβάζει το χέρι μέσα σε μια άθλια κουζίνα Ένα μωρό στό διπλανό δωμάτιο που κλαίει Η ζωή που κλαίει Η γυναίκα Ο άντρας Τα βέλη των ηδονών Οι περιστάσεις ενός περίπατου στο Ζάππειο Τα ψέματα των αντιζήλων κι ο φθόνος Ένας κρότος, μια αστραπή Η ζωή που έρχεται, τρέξε να την προλάβεις, τρέξε.. { Εικόνες με ρήγμα

Eίχα μείνει εκεί που με άφησες, οι παλάμες μου ιδρωμένες ,τραγουδούσαν κάποια σκοτεινά μπλουζ, είχαμε σχεδόν μιλήσει για όλα αγγίζοντας τα από έξω, τραβώντας αόρατες γραμμές γύρω μας, με νύχια γαμψά ξύναμε το παρελθόν μας, εκείνη η αυτοκαταστροφή και το τσούλισμα μας στα άκρα, ήταν παρόντες. ΌΠως επίσης παρόντες ήταν κι η συννεφιά που διαλύθηκε από τον ήλιο. Ξέρω ότι αγαπάς τον ήλιο και την Άνοιξη, αγαπάς να βουτάς επάνω στα κίτρινα υγρασιασμένα φύλλα.. Μεγαλώσαμε χωρίς να μεγαλώσουν ολότελα οι ψυχές μας, εκείνο το παιδί βλέπεις, πάντα έχει την ικανότητα να κοιτάζει πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. <<Πολλή ζωή που ξοδεύτηκε έτσι άτσαλα, σαν να χάρισα κόκαλα σε έναν σκύλο που δεν τα είδε ποτέ του, έτσι αισθάνομαι>>, σου είπα. << Να θυμάσαι πως ενώ υπήρξαμε πυρομανείς δεν γίναμε εγκάθετοι>>, έτσι είπες κι άναψες ένα τσιγάρο. Θα μπορούσε να έχει προκύψει κι αυτό.. Κοίταξα τον κηπάκο μπροστά μου με τα λουλούδια και το παχύ χώμα. Κάποια παιδιά έπαιζαν προκαλώντας μια γλυκιά φασαρία. Να σου πω κάτι μυστικά; Γι αυτό επιζήσαμε και δεν ζηλέψαμε την δύναμη των θηρίων, η παιδικότητα μας δεν θα μπορούσε να μας επιτρέψει να ζήσουμε με αυτήν την αποκρουστική δύναμη... Και μας βοηθάει ακόμη κι εκείνη η παλιά μας αφέλεια.. Ωφέλεια είναι.. Έπειτα α΄φησα τα μπλουζ να ξεχυθούν από τα δάχτυλα μου και προχώρησα για το σπίτι. Περπατούσα κάτω από την επίδραση ενός μετεωρισμού. Κι ενός γιασεμιού που έλαμπε με την μυρωδιά του στο νησί μου. Ας μην μας γκρεμίσει τίποτε.. -Τα ορατά και τα αόρατα

Μην με ξαναφωνάξεις πια με το όνομα μου σε αυτήν την άκαρπη διάχυση των αισθήσεων, σε τούτη την άτσαλη βουτιά στο κενό, μην με εντοπίσεις, το παλιό πέθανε, τώρα το καινούργιο βγάζει φωτιά και πάγο, χρειάζεται χρόνος για να επωαστεί ότι τρυφερό υπάρχει κάτω από τις στάχτες, λάμψεις και κρότοι δεν με φοβίζουν, έμαθα να ζω μαζί τους ραγίζοντας. Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο είναι η σιωπή κι η ησυχία που βράζει. Εκείνο που με τρομάζει είναι να μην καταφέρουν να μην με τρομάζει τίποτε.. {Ρωγμή

Την σκότωναν σιγά σιγά ,οι πιό δικοί της άνθρωποι Ανέπτυξε ένα άλλο ένστικτο επιβίωσης με τον καιρό Ήξερε πριν συμβεί ,το κάθε χτύπημα Μα δεν μπορούσε να το αποφύγει λόγω ενός αλτρουισμού που δεν είχε μέτρο και μια πίστη περίεργη στους ανθρώπους Συγχωρούσε ,αλλά δεν ξεχνούσε ποτέ.. Έπειτα, ήρθε η ημέρα που εξαιτίας ενός λουλουδιού φυτρωμένο ξαφνκά σε μια άδεια γλάστρα, άρχισε να ξεχνάει το πόνο και την λύπη της Αφοσιώθηκε σε αυτό Χειμώνες και Καλοκαίρια. Μα ήρθε η εποχή που την γέμισε αγκάθια, όσο κι αν προσπαθούσε να τα αφαιρέσει από επάνω του τόσο αυτό έκλεινε γύρω από τον εαυτό του και δεν πέταγε κανένα μπουμπούκι. Το τελευταίο του αγκάθι ,το έβαλε σε ένα κουτί βελούδινο και το έβλεπε στην γλάστρα του να υψώνεται άδειο από άνθη Κι έπειτα από το κουτί ξεφύτρωσαν κι άλλα αγκάθια. Αναρωτήθηκε, μήπως κάποια αόρατη δύναμη κάτι ήθελε να της πει γι αυτόν τον έντονο αλτρουισμό Μα της ήταν αδύνατον να τον διώξει μακριά της. Ένα περίεργο απόγευμα γεμάτο σύννεφα κατάλαβε. Ο εαυτός της, της φώναξε να σωθεί. Επείγον ήταν να ακούσει αυτήν την φωνή και την άκουσε. <<Σώσε τον εαυτό σου, γιατί για σένα είναι πρώτα πολύτιμος και μετά για τους άλλους>>.,, Όταν κοίταξε στον καθρέφτη της ,είδε ένα κορίτσι πληγωμένο που ήταν πέντε χρονών.. Έτσι έβλεπε τους άλλους, γεμάτους πληγές. κΙ αποφάσισε να τους δει όπως πραγματικά ήταν.. Κι εκείνο το λουλούδι ξανάρχισε να ανθίζει στην γλάστρα της. Μπορούσαν τα κλαδιά του να φτάσουν στον ουρανό.. (Ένα λιτό παραμυθάκι για μεγάλα και μικρά παιδιά

Τρίτη 17 Μαΐου 2016


ώσπου να αδειάσει η μνήμη, θα σε περιγράφω στα χελιδόνια

Σταγόνες λύπης έλαμψαν στο πρόσωπο, ύστερα μια σταγόνα χαράς ήρθε και προσπάθησε να λάμψει, όμως οι σταγόνες της λύπης ήταν πολλές και την έσπρωξαν μακριά, καθώς έφευγε εκείνη η μικρούλα σταγόνα ,σκέφτηκε, γιατί να είναι μόνη της κι ακολούθησε τις άλλες, τότε το πρόσωπο ,αυτόματα κατέβασε τις γραμμές του και μια ψύχρα επικράτησε στο δωμάτιο, ο κήπος έξω έδιωξε τα αστέρια και το πρόσωπο ακίνητο εγκλωβίστηκε στην απάθεια..το έβλεπα στον καθρέφτη να κουνιέται πέρα δώθε..

Διατηρώ την ζωή μου, σαν ένα μυστικό εκτεθειμένο στο φως, Εκείνα τα λίγα που έμαθα είναι.. { Κρατήστε τις πληγές που σας έκαναν γενναίοι άνθρωποι,μην τις κρύβετε από τον ήλιο, μην παριστάνετε πως δεν έγιναν, κάποτε αυτές θα σας κάνουν αδέλφια

Το 24 ωρο μιας self'ie εξυπηρετεί την αυτοαναίρεση (ένα μικρό ,εύθυμο γράφημα) 5 πρωινή Η περιπέτεια- αυτοπεριήγηση, ξεκινάει από την πρώτη αυπνία, κατά τις 5 το πρωί, χωρίς τσίμπλα στο μάτι, με νεύρα που ξύπνησες χωρίς λόγο , ανοίγεις το φως και διαβάζεις περιοδικό, δεν είμαστε για βιβλία εκτός κι αν είναι κανένα από αυτά που καλύπτουν χρονικά με γρήγορες τσόντες, τότε σκέφτεσαι να κοιτάξεις τον καθρέφτη, μμμ, κοιτάς και δεν βλέπεις κανέναν κύκλο κάτω από το μάτι, κάτι σου αρέσει τραβάς γρήγορα με το κινητό αφού βάζεις λίγο ρουζ, κοιτάς το αποτέλεσμα και χαμογελάς, αχ, θα βάλεις τίτλο, μόλις ξύπησα κι έχω πολλά νεύρα , όλα αυτά ενώ διαλέγεις την καλύτερη, πέφτεις για ύπνο κι αυτήν την φορά κοιμάσαι άνετα μέχρι τις επτά που ξυπνάς. 7πρωινή Πίνεις έναν γρήγορο καφέ και βάφεσαι φυσικά, έχεις ξοδέψει πολλές εργατοώρες για να το μάθεις αυτό, κοιτάς τον καθρέφτη και στήνεις την μηχανή απέναντι σου, τραβάς καμιά εικοσαριά, διαλέγεις την καλύτερη και σκέφτεσαι το καινούργιο πρόγραμμα του photosop, αυτό που κάνει το δέρμα σου πορσελάνη , σκάβει ζυγωματικά και θολώνει διακριτικά στο περίγραμμα έτσι που φαίνεται σαν να βγάζεις μια λάμψη, επιπλέον κάνει κατάλευκα τα δόντια, αφαιρεί ρυτίδες, αχ, κάτι σαν οργασμός σε πιάνει... 9 πρωινή Οι μισοί είναι άρρωστοι στο γραφείο,λείπουν, έχεις όλον τον χρόνο να μπεις στο Facebook και να μετρήσεις τα like. Μετράς, αχ όχι, έχουν πέσει κατά εκατό, θέλεις να φτάσεις τα 1100 με μια φωτογραφία, η άλλη που σε ανταγωνίζεται στους υποψήφιους γκόμενουςέφτασε τα 950, σε πλησιάζει επικίνδυνα.. Γαμώτο, τι πρόγραμμα να έχει αυτή που λέει με θράσος την ηλικία της, έγινε 50 την περασμένη εβδομάδα, δεν μπορεί, σε περνάει και 5 χρόνια, σκατά, πρέπει να τα δώσεις όλα, σκέφτεσαι να φτιάξεις ένα τάχα μου ασυγύριστο δωμάτιο και λιγάκι σουρεάλ , όλα γύρω ανάκατα και να δεσπόζεις εσύ , ω ναι, αυτό είναι, αυτό είναι.. Βγάζεις στο μεταξύ άλλη μια. Φτου, έρχεται ο προιστάμενος, αρχίζεις τις γλύκες και μετά αρχίζεις να δουλεύεις. Απέναντι έχεις τον καθέφτη, φτου, χρειάζεται επανάληψη το botox, νέες μικρές ρυτίδες και γραμμές στο μέτωπο.. ΦΤΟΥ! 4 μεσημέρι Τρως και ξαπλώνεις. Ξυπνάς. ΠΕρνάς τις πρωινές φωτογραφίες στο facebook γράφοντας λεζάντα, εντελώς άκεφη και μέσα στα νεύρα. Τα like πέφτουν βροχή, κάτι χαζές σου γράφουν πως είσαι σαν ένας άγγελος, καλά το ξέρεις εσύ, τους γράφεις πως τις αγαπάς ενώ περιμένεις την αντίδραση εκείνου που σου κα΄νει το βαρύ πεπόνι, τίποτε, βρίζεις, ωστόσο έχεις φτάσει τα 800 μέσα σε μια ώρα, ω, θα πάει καλύτερα αυτή η φωτογραφία, ωστόσο τα σχόλια είναι από τους συνήθεις, ένας γέρος επιχειρηματίας και πάμπλουτος που τον κρατάς για καβάντζα, εκείνος ο ποιητής, ω σούπερ αυτός, ανεβάζεις μετοχές με αυτούς, γι αυτό και συχνά πυκνά φιλοξενείς ποιήματα του, εντάξει έχεις περάσει σήμερα τα σχόλια της ξινής, πάει τέλεια. Δεν κάνει όμως τίποτε αυτός που έχεις βάλει στο μάτι. 7 απόγευμα Δεν έχει πατήσει στον τοίχο σου εκείνος, αυτόματα πας στον τοίχο της ξινής, κοιτάς τα like, ουφ, κουράστηκαν τα μάτια σου, αλλά, αλλά ωχ, δεν είναι δυνατόν της έκανε like, της έκανε like, όχι γαμώ το κέρατο της, όχι ρε , δεν είναι δυνατόν. 9 βραδινή Βγαίνεις για ποτό με τις κολλητές. Βγάζετε η μια την άλλη, η Καίτη σου λέει για ένα καινούργιο photoshop, ενθουσιάζεστε, τέλεια, βλέπεις τις φωτογραφίες που σου έβγλαλαν, πιο ποιητική λες την θέλεις, ποζάρεις χωρίς να φαίνεται πως ποζάρεις, σηκώνεις το κεφάλι να μην φαίνεται η αρχή του διπλοσάγωνου, έχασες τόσα κιλά βλέπεις κι οι γραμμές του προσώπου παίρνουν τα κάτω τους, στο μεταξύ σκέφτεσαι το βαρύ πεπόνι. Τι καψώνι θα του κάνεις αφού είσαι σίγουρη πως περνάει από τον τοίχο σου, θα χρησιμοποιήσεις τον ποιητή και τον επιχειρηματία, ναι, αυτό θα κάνεις, εξάλλου χειρίζεσαι την γλώσσα τέλεια.. Κι αυτήν που μιλιέται και την άλλη, του σώματος.. 12 βραδινή Μετράς τα like, σκατά , ξανά 1000, τι διάολο, έχει κολλήσει εκεί, γαμώ την τρέλα μου σκέφτεσαι, που πάνε όλοι οι άλλοι; Έχεις 5000 φίλους και σου κάνουν like οι 1000, που είναι οι άλλοι; 2 βραδινή Τέρμα, αύριο θα κάνεις το σουρεάλ σκηνικό, θα πας από την Καιτούλα για το νέο photoshop και θα κάνεις κατάσταση, στο βαρύ πεπόνι δεν θα κάνεις like συνεχώς, θα κάνεις μέρα παρά μέρα και μετά μια φορά την εβδομάδα, μην φαίνεται πως τον κυνηγάς.. Πολύ ωραίος γκόμενος σκέφτεσαι, αχ, βέβαια είναι πολύ της κουλτούρας, δεν βαριέσαι όμως, αυτό το ανέχεσαι.. Τέρμα, αύριο θα κάνεις σκηνικό τρελό. Κάτι σαν μικρός οργασμός σε πιάνει πάλι.. Θα ξεπεράσεις τα 1500 , δεν μπορεί, θα πάρεις σβάρνα τους φίλους της ξινής και θα αρχίσεις σε όλους τα like, δεν μπορεί θα ξεπεράσεις το καταραμένο νούμερο το 1000, θα δείξεις και λίγο ώμο, θα ανεβάσεις μετοχές κατεβάζοντας. Οργασμός πάλι...ΚΟιμάσαι επιτέλους

Απόδειπνος ο μυστικός, ιερουργεί το έλεος σου, μαστίγια του Απρίλη, είναι τα λουλούδια του, κι οι μεγάλες εβδομάδες, χάνονται, μέσα στην μικρότητα των ανθρώπων.. Τίποτε δεν είναι μεγάλο αν δεν μπορείς να το αγγίξεις και να το δεις

Κάποτε θυμάμαι, πως ένας γέροντας κατοικεί μέσα μου,, μαζί με άλλους ενοίκους, ένοικοι διαφορετικοί και πολύπλοκα απλοί μέσα στην οντότητα τους. Ετούτος ο γέροντας ,δεν διψάει ούτε πεινάει για τίποτε, το μοναδικό που τον κρατάει αθάνατο, είναι η ειρηνική και ωραία συνύπαρξη της διαφορετικότητας τόσων ανθρώπων. Έχει δει τους σταυρούς , τους Ιούδες, τον Μωάμεθ ,τον Βούδα, και ποτέ του δεν είδε ανάσταση.. Και δεν περιμένει το μάνα εξ ουρανών. Την μητέρα γη, αγαπάει μαζί με την μητέρα του, θυμιατίζει την μνήμη της μητέρας στάζοντας λίγο αλκοόλ στο λαρύγγι του ,καταπίνοντας πουλιά που τραγουδούνε με ρυθμούς έξω από το Βυζάντιο και τις αυτοκρατορίες εκείνων που πονηρεύτηκαν για θεούς του πολέμου και της άδοξης δόξας. Όταν θα πεθάνω, μου έχει υποσχεθεί, στο μνήμα μου θα στέκεται και θα λευτερώσει εκείνα τα πουλιά. Αυτός ο γέροντας, είναι αθάνατος, γιατί ενώ όλα τα χόρτασε ταυτόχρονα ζει με τον ρυθμό του άκοσμου κόσμου , εκείνου που παραμένει αχαρτογράφητος

Κάθε νύχτα ,έβαζε τα σκισμένα παπούτσια της και περπατούσε σε όλη την πόλη, δώρο ήταν κάποιου, που έμοιαζε στον Αντίνοο, το πρωί , μόλις ξυπνούσε,, έβρισκε τα παπούτσια δίπλα στο κρεβάτι της, τίποτε δεν θυμόταν , μόνο ένιωθε μια γρατζουνιά στο στήθος της, εκεί που οι παλμοί γίνονται νότες για κάποιο ρέκβιεμ που ποτέ δεν χορταίνεται... - Υπνοβασία