Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016


Στέκομαι επάνω σε έναν βράχο που βρέχεται από θάλασσα, βλέπω με όλες μου τις αισθήσεις την ένωση του ουρανού με την θάλασσα, αυτό το μπλε είναι ο καλύτερος διαλογισμός, αυτό το μπλε θα ήθελα να μπορούσα να το περιγράψω στους ανθρώπους χωρίς λέξεις, όμως οι λέξεις είναι ένα μέσον επικοινωνίας, δεν μου χρησιμεύουν σε αυτήν την περίπτωση, γιατί αυτό το μπλε είναι η αγάπη, αυτό το μπλε θα ήταν ιδανικό να δίνεται όπως είναι, χωρίς λέξεις, η αγάπη κι η ευγνωμοσύνη δεν περιγράφονται με λεξεις, η αγάπη κι η ευγνωμοσύνη είναι οι θυγατέρες ενός ανώτερου όντος που μόνο να το διαισθανθώ μπορώ , γιατί εκεί μακριά, υπάρχει ένας άγνωστος, υπέροχος κόσμος που οι λέξεις είναι ασήμαντες και αδύναμες για να τον περιγράψουν, τελικά αυτό που μπορούν να κάνουν είναι μια πρόχειρη ανάγνωση του σχήματος του..αν κι αυτό ακόμη,μοιάζει ασήμαντο

Είμαι παιδί, είμαι σκυλί, είμαι γατί, είμαι χορδή από κιθάρα παλιά, μα όχι ξεχασμένη, όταν σε αγαπώ, είμαι ευτυχισμένη, είμαι βροχή, είμαι κι αλάτι και νερό και πληγή γιατρεμένη, γιατί, έχω έναν ήλιο στην ψυχή ,όταν είμαι στο νησ

Kι ήταν όλα απλόχερα και φτιαγμένα από χώμα και πέτρα, ένας ήλιος θρόιζε το σώμα σου καθώς ένα χαμόγελο δικό σου,ηχούσε εσωτερικά, σου είπα πως γίνεται να χαμογελάς κι οι ακτίνες του γέλιου σου να μπλέκονται με αυτές που μάτι ανθρώπινο δεν μορεί να δει; Στο μεταξύ, οι άσπρες πέτρες των σπιτιών, ηχούσαν εκείνο που κρυβόταν το άσπρο των ματιών σου.. -Λευκό κρασί

Του μίλησε για τα μυστικά της πεταλούδας, διέκρινε έναν κύκνο να φωλιάζει στον λαιμό της καθώς τον περνούσε με τα δάχτυλα του, είδε χελιδόνια να λευθερώνονται μέσα από τα μάτια του, επαψαν να μιλούν, η γλώσσα του σώματος δεν δεχόταν τις λέξεις, πράσινα και κόκκινα ποτάμτια έγνεφαν από μακριά, βούλιαξαν στα νερά τους.. -Πνευστά

Μια δυνατή ανακάλυψη που κάνεις όταν ζεις σε νησί, είναι πως μπορείς να περνάς και να γνωρίζεις τα όρια σου με αδάμαστη τρυφερότητα

O Πάμπλο πέταξε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο που ήταν στο κομοδίνο του. Κοίταξε την μικρή κρεολή που είχε κοιμηθεί μαζί του, δεν θυμόταν το όνομα της, ούτε το δικό του. Όλη την νύχτα άδειαζε ένα ποτήρι με άθλιο ουίσκι, εκείνη είχε πιεί τους χυμούς του. Το δωμάτιο βαστούσε ακόμη την υγρασία τους. Έξω στον δρόμο κυκλοφορούσαν όπως πάντα οι καθωσπρέπει φονιάδες των ψυχών. Ο Πάμπλο πολύ θα ήθελε να καθαρίσει τον κόσμο από αυτούς αλλά ήξερε πως αυτό ήταν αδύνατον. Εξίσου αδύνατον του φαινόταν να συγχρονιστεί με τον κόσμο. ΧΡόνια τώρα αυτός κρατούσε μέσα του εκείνο το αγόρι που είχε κακοποιηθεί από τον πατέρα του, θυμόταν ξεκάθαρα όλες τις λεπτομέρειες του βιασμού αλλά δεν θυμόταν το όνομα του. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα καπνού. Το σταχτοδοχείο ήταν γεμάτο γόπες. Σκούντηξε την μικρή κρεολή για να ξυπνήσει. Δεν άντεχε άλλο την παρουσία της. Η νύχτα είχε τσουλήσει τα δόντια της μαζί του. ΔΕν αγαπούσε κανέναν και κανείς δεν τον αγαπούσε. Βαθιά μέσα του ένιωθε κομμάτια ελευθερίας. Όμως δεν θυμόταν το όνομα του. Αλλά κι αυτό δεν είχε σημασία, ούτε πως μπορούσε ακόμη να αναπνέει. Σημασία είχε να κυλήσει η ημέρα και να έρθει η νύχτα. Ο Πάμπλο δεν έχει ενδιαφέρον για εμάς. Ούτε κι εμείς έχουμε ενδιαφέρον για εκείνον. Όμως θα έρθει η ημέρα που όλοι οι Πάμπλο θα αποκτήσουν ενδιαφέρον για το σήμερα κι όχι για το χτες. Και πιστέψτε με, τότε η ιστορία της ανθρώπινης περιπέτειας θα αποκτήσει ενδιαφέρον. Γιατί όλοι οι κάνθαροι θα αλλάξουν πόστο και η σελήνη θα βουλιάξει μέσα σε ασημένιο αίμα την ανθρωπότητα.. ιστορίες χωρίς ενδιαφέρον.

H συγχώρεση είναι μια διαρκής αφήγηση

H γοητεία είναι πολύ ενδιαφέρουσα τα πρώτα λεπτά της επίδρασης της, ύστερα, καθώς διατηρεί ακμαία την υποβολή της χρονικά, γίνεται μόνο υποβολή και χάνει κάτι από την ελευθερία της επίδρασης .. Ελάχιστες εξαιρέσεις του φαινομένου, αποτελούν οι γάτες, η γοητεία τους μοιάζει σαν χαμαιλέοντας.

Ποτέ μην πεις, ποτέ μην πεις, πως δεν σου χάρισα τραγούδια της αυγής, μα ενώ εσύ μου έδειχνες το στόμα σου ανοιχτό, το παραθύρι της ψυχής σου ήταν κλειστό, κι έμεινα σαν χελιδόνι, στων χεριών σου το βελόνι.. ΠΈρασαν δύσκολοι καιροί μα δεν έγινα σκιά κρυμένη στην φωτιά.. μια παιδική μαντινάδα, μεταμεσονύχτια

Χθές ο ουρανός έκρυβε μισό χαμόγελο του φεγγαριού και δίπλα του η Αφροδίτη έλαμπε φορώντας ασήμια. Η θάλασσα δείχνει να ημερεύει, μέρες τώρα είχε αφήσει τα επτά άγρια σκυλιά της που ξερνούσαν αφρούς, σκεπάζοντας με μανία τα βράχια. Το νυχτολούλουδο της λόζας αρχίζει και στέλνει το πυκνό του άρωμα μέσα στο παράθυρο μου όταν μπαίνει η νύχτα. Ο Σεπτέμβρης στο νησί χρειάζεται μια άλλη εξερεύνηση, εσωτερική και μυστηριακή. Ένα άλλο φως κυκλώνει τα σώματα και τα μάτια μας. Θαρρείς και κάποια αόρατη δύναμη μας υποβάλλει σε μια παράξενη μέθεξη.. Αμοργός 4-9-2016

Χθές ο ουρανός έκρυβε μισό χαμόγελο του φεγγαριού και δίπλα του η Αφροδίτη έλαμπε φορώντας ασήμια. Η θάλασσα δείχνει να ημερεύει, μέρες τώρα είχε αφήσει τα επτά άγρια σκυλιά της που ξερνούσαν αφρούς, σκεπάζοντας με μανία τα βράχια. Το νυχτολούλουδο της λόζας αρχίζει και στέλνει το πυκνό του άρωμα μέσα στο παράθυρο μου όταν μπαίνει η νύχτα. Ο Σεπτέμβρης στο νησί χρειάζεται μια άλλη εξερεύνηση, εσωτερική και μυστηριακή. Ένα άλλο φως κυκλώνει τα σώματα και τα μάτια μας. Θαρρείς και κάποια αόρατη δύναμη μας υποβάλλει σε μια παράξενη μέθεξη.. Αμοργός 4-9-2016

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016


Μην με ξαναφωνάξεις πια με το όνομα μου σε αυτήν την άκαρπη διάχυση των αισθήσεων, σε τούτη την άτσαλη βουτιά στο κενό, μην με εντοπίσεις, το παλιό πέθανε, τώρα το καινούργιο βγάζει φωτιά και πάγο, χρειάζεται χρόνος για να επωαστεί ότι τρυφερό υπάρχει κάτω από τις στάχτες, λάμψεις και κρότοι δεν με φοβίζουν, έμαθα να ζω μαζί τους ραγίζοντας. Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο είναι η σιωπή κι η ησυχία που βράζει. Εκείνο που με τρομάζει είναι να μην καταφέρουν να μην με τρομάζει τίποτε.. {Ρωγμή}

Φως της ημερας φως της εσπερας ανελεητο κι επίμονο φως. Eίπαν για σένα τα πάντα, μα λίγοι σε ένοιωσαν λίγοι σε πήραν στα χέρια και το πρόσωπο δεν έπέσαν σε έκσταση. Τολμηροί ιππείς σε ζύγωσαν, σαν κεχριμπάρι στα μάτια σε φόρεσαν κι ύστερα μια λάβα , μια Αίτνα , μια ανοδική πορεία σε κάθοδο, δίχως ντροπή, δίχως μεταμέλεια, έτσι σε γνώρισα, έτσι σε αγάπησα, ´ετσι κάηκα κι αυτό διηγήθηκα σε όσους με ρώτησαν για σένα

Διαβάζει τις επιστολές των υποψήφιων εραστών ή αγαπημένων για κάποιο διάστημα, κανείς δεν είχε την ιδιότητα να την πλανέψει, ώσπου να μπεί βαθιά σε ένα όνειρο, από την πικρή στέπα, ως το μεσημεριάτικο ραχάτι της Μονμάρτης κανείς, από τα νησιά του Αιγαίου που επαναστάτησαν στον βυθό και αναδύθηκαν στην επιφάνεια , κανείς και τίποτε. Πότε πότε ,αναλογιζόταν τι να κάνει ένας τρωκτικός που παρίστανε με άνεση έναν αιλουροειδή, αλλά αμέσως την τύλιγε ένας κλαυσίγελως. Το μέλλον δεν αγρυπνάει με χάρη, ο μέλλοντας ήταν σκεπασμένος με την αχλύ των λέξεων. ΟΙ λέξεις και τα κτίρια δεν χωρούν τους ανθρώπους. Μόνο η ζωή τους χωράει και τους περιγράφει αισθανόμενη το δέος. Η τέχνη του έρωτα ζητάει την σφραγίδα του πένθους. Ως πότε θα πενθείς Μάρθα; αναρωτήθηκε υποψιασμένη για την απάντηση. Και της είπε ο εαυτός της, ώσπου να διασθανθώ το φως πίσω από το σκοτάδι, ώσπου να βρώ αυτόν που θα έχει μελετήσει τα ημερολόγια μιας μοτοσυκλέτας και τα ημερολόγια του πένθους. Τότε θα μπορώ να χυθώ αναμμένη στο τίποτε σαν να είμαι κάτι. Για να μπορώ να διψάω όταν θα έχει πάψει το νερό.. Να διψάω για τον άνθρωπο που δεν θα κυνηγάει την σκιά του όπως η γάτα την ουρά της... Σκίζει τις επιστολές, ξαναγίνεται γάτα.. -Απόσταγμα της φροντίδας
Προχωράει ζαλισμένη από την ζέστη, η πόλη βγάζει φλόγες από το στόμα της, η πόλη θυμίζει έναν δράκο που κρατάει προσεκτικά την τελευταία του φλόγα για τους αναρμόδιους. (Τι ωραία που δεν ανήκω στους αρμόδιους), σκέφτηκε. ( Τι ωραία που δεν ανήκω στους αναρμόδιους), σκέφτηκε. (ΠΟυ ανήκεις); την ρώτησε το στόμα που βρίσκεται πίσω από τον κρόταφο. (Πουθενά, ίσως να ανήκω κάπου που δεν ξέρω), απάντησε. Έβγαλε τσιγάρο, το άναψε, πέρασε κάτω από τα μπαλκόνια που έκαιγαν. Ένα σπίτι ήταν κυκλωμένο από κάγκελα που μιλούσαν για την εγκατάλειψη του.. Κοίταξε ψηλά, τότε είδε πυκνά φυτά να βγαίνουν μέσα από τις γλάστρες. ( Για σκέψου, εδώ στην οδό Χανίων , σε έναν χώρο που είναι σε εγκατάλειψη, κάτι προσπαθεί να ζήσει μόνο του, χωρίς βοήθεια και νερό από κανέναν).. Μια ασίγαστη τρυφερότητα ξεχύθηκε εντός της, για ότι υπήρχε χωρίς να ανήκει κάπου , για ότι ήταν εγκαταλειμμένο από το άγριο μάτι ετούτου του κόσμου που κροτάλιζε απειλές και φόβους, μέσα από την ίριδα αυτού του επικίνδυνου ματιού. Κολυμπάμε ανάμεσα σε μέδουσες που παριστάνουν τα θαλάσσια άνθη, χρειάζεται τρόπος να ξεχωρίσουμε τις ιδιότητες, μια καλή όραση, και κάποτε κάποτε, μια ενόραση ανθρώπου μας χρειάζεται

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Κάθε νύχτα ,έβαζε τα σκισμένα παπούτσια της και περπατούσε σε όλη την πόλη, δώρο ήταν κάποιου, που έμοιαζε στον Αντίνοο, το πρωί , μόλις ξυπνούσε,, έβρισκε τα παπούτσια δίπλα στο κρεβάτι της, τίποτε δεν θυμόταν , μόνο ένιωθε μια γρατζουνιά στο στήθος της, εκεί που οι παλμοί γίνονται νότες για κάποιο ρέκβιεμ που ποτέ δεν χορταίνεται... - Υπνοβασία

Οταν μιλήσαμε για πρώτη φορά ,στάζαμε αίμα Καταλάβαμε αμέσως πως ανήκουμε στο είδος των μοναχικών Κι όμως, αυτό δεν μας εμπόδισε να απλωθούμε αμέσως ο ένας μέσα στον άλλον Οι βιογραφίες μας ,κουκούλια που τα προστάτευαν μεταξοσκώληκες Κι όλες οι λύπες κι οι χαρές μας είχαν την απόχρωση του αρχαίου Νομίζω, ήταν απόγευμα Αν και δεν σε ξαναείδα, από τότε ,με κυνηγάει η αίσθηση του επείγοντος... Και η ειμαρμένη, συνεχίζει να κάνει σχέδια χωρίς εμένα, ενώ εγώ ,χάνομαι καθώς θυμάμαι όλες τις γραμμές στο πρόσωπο σου, την ώρα που γελούσες σαν παιδί, τότε ήταν που γύρισα σπίτι κουβαλώντας μέσα στις παλάμες μου έναν ολόκληρο ουρανό. - Απογευματινός απόηχος

Κάνουμε κύκλους, βυθιζόμαστε σε ιστορίες αγνώστων, για εκείνους μιλάμε ή για εμάς; Για εμάς μιλάμε μέσα από τους άλλους, κι ας ξέρουμε από το ένστικτο του ζώου πως και ποια ιστορία θα τερματίσει πρώτη. Ας συγκρατήσουμε με λίγη συγκίνηση όποια από αυτές ποτέ δεν ξεκίνησε, ίσως αυτή να ήξερε τα περισσότερα . Σε κάποιο μπαρ της Καραιβικής ένας παπαγάλος θα μείνει στον ώμο του μπάρμαν καθώς θα αφρατεύει ένα κοκτέιλ που το πρώτο του συστατικό θα είναι το αψέντι.. Ξέρουμε να πίνουμε σαν γενναίοι κι όχι σαν αυτούς που ενώ σέρνουν δειλά όλη την ενοχή του κόσμου στην πλάτη τους παριστάνουν τους μοιραίους και τους γοητευτικούς. Καθώς θα καταπίνουμε το αψέντι ένας καταραμένος ποιητής θα τσουγκρίσει το ποτήρι μας. Εις υγείαν! -Το επίμετρο της Δευτέρας-

{Μια παράξενη νοσταλγία} Όταν τον συνάντησε ,αισθάνθηκε την νοσταλγία για κάτι που γνώριζε, γνώριζε αυτά που της έλεγε, τα ήξερε με την ακρίβεια του ανοίγματος των φτερών ενός πουλιού που γυρίζει τον κόσμο του ουρανού. Μίλησαν για τον χρόνο που έφυγε χωρίς να συζητήσουν για τον χρόνο που ερχόταν. Αυτή η νοσταλγία, της λύγιζε τα γόνατα. Πως γίνεται να ξέρεις από πριν , πως γίνεται να νοσταλγείς για κάτι που ενώ δεν το έχεις ζήσει ,ήδη το νοσταλγείς; Της είπε πως ότι έμαθε μέχρι τώρα ,είναι ,πως το μεγαλύτερο δώρο της ζωής είναι η αναπνοή. Απέραντη ευγνωμοσύνη για την ανάσα, κύματα ζωής, κύματα ευγνωμοσύνης για έναν κόσμο που δεν υπάρχει σε αυτήν την πραγματικότητα. Κύματα ζωής για έναν κόσμο που ενώ υφίσταται ,δεν γίνεται αντιληπτός με τα μάτια. ( τι είχε πει ο ποιητής; όχι άλλη πραγματικότητα) Θυμήθηκε εκείνη, τις σημειώσεις για την όραση, την στιγμή που το σκεφτόταν εκείνη, της είπε γι αυτό. Το χέρι της ήταν μέσα στο δικό του, μύριζε ένα γνωστό άρωμα από πριν. Ενώ ο κόσμος συνέχιζε τον ρυθμό της ζωής του σε όλον τον πλανήτη, εκείνη μπόρεσε να δει πως σε μια άλλη ζωή του θα ήταν Ινδιάνος ,σε μια άλλη ιππότης, μύριζε ήδη το βρεγμένο χώμα που πατούσε ο ίδιος τότε, 'ηξερε πως πίσω από αυτά τα μάτια κρυβόταν έντεχνα κόμποι λύπης, κι εκείνος ήξερε σε ποιο μονοπάτι είχε χάσει την δυναμική της. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται χωρίς την φυσική μας παρουσία. Υπάρχει ένας Ωκεανός ριγμένος άτακτα μέσα στα κύτταρα μας. Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς να μιλήσουν και να νιώσουν την αγάπη. Αυτό της είπε όταν την πήγε στο αεροδρόμιο για να μπει στο αεροπλάνο, μάθε να μην αφήνεις το μυαλό σου να σε ορίζει, όσο θα σου μοιράζει αυτό φύλλα από μια τράπουλα σημαδεμένη, εσύ δεν θα νιώθεις... Όταν το αεροπλάνο τυλίχτηκε στα σύννεφα ,ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει, να ξανααρχίσει να νιώθει κι όχι μόνο να σκέφτεται.. Ένιωσε ευγνωμοσύνη κι ένα τεράστιο ζεστό κύμα γύρω της και μέσα της. Εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο με μια αίσθηση νοσταλγίας. Την ίδια που είχε κι εκείνη από την αρχή.. Αλλά ήταν νωρίς για να αρχίσει να αναπνέει ελεύθερα

Είμαστε μια κόκκινη κλωστή από αίμα που αιωρείται ανάμεσα σε σκόνη από τα κόκαλα. Δεν χρειάζεται να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον για να μας νιώσουμε. Περπατούσα στην Πανεπιστημίου κι έβλεπα το ζαρκάδι του Σινόπουλου, δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να το δω ,εκτός αυτής της διορατικής αιώρησης. Αποτύπωσα την εικόνα στην καρδιά μου, έπειτα ήρθε το ζαρκάδι τρέχοντας ανάμεσα από τα αυτοκίνητα και φώλιασε την γλώσσα του στο μάγουλο μου. Ένιωθα ξανά, περπατούσα και σχεδόν χόρευα μαζί με κόκκινες και πορτοκαλί πεταλούδες που έπαιζαν με τα μαλλιά μου. Το φιλί σου, ένα βελούδινο όμικρον κύλησε στον λαιμό μου. Τίποτε δεν ξέρουμε, έλεγα μέσα μου, υπάρχει μπροστά μας ένας κήπος από θαύματα και δεν μας επιτρέπουν να τον δούμε. Έτσι είναι το παιχνίδι αγάπη μου, αν δούμε θα δραπετεύσουμε.. Αλλά όσο θα είμαστε η κόκκινη κλωστή από αίμα που αιωρείται ανάμεσα σε σκόνη από κόκαλα, θα υπάρχει η ελπίδα. Πήρα το βελούδινο δικό σου όμικρον και το κράτησα στην παλάμη. Και ο χρόνος άρχισε ξανά να με πολιορκεί... { Το σκόρπισμα, χωρίς το σφίξιμο