Παρασκευή 18 Μαΐου 2018


Ίσως την πιο πικρή ατμόσφαιρα μπορείς να την βρείς στις αφηγήσεις ενός πολυτραυματία του έρωτα μέσα σε ένα σκυλάδικο νύχτα Σαββάτου, στο σκουλήκι που ξαφνικά παρατηρείς στο χώμα καθώς υποδέχεται το φέρετρο , στις υπερτιμημένες φιλίες με τις γυαλισμένες προσόψεις, στα γκισέ των ταμείων που δίνουν τις κομμένες συντάξεις, στις μνήμες της νιότης με τις υπερβολές σε ακμή και χρόνο ενεστώτα, ίσως ο ενεστώτας που πονάει καθώς γέρνει επάνω του ασφυκτικά ο αόριστος, ίσως ο μέλλοντας που ασθμαίνει, ίσως κι η αδυναμία να σπαράξεις σαν λύκος το εγώ σου. Ίσως και τα μοναχικά σπίτια με τους μοναχικούς ανθρώπους. Η ζωή που περνάει δίπλα σου κι εσύ κοιτάς τα καπούλια της προσηλωμένος στο καθήκον..

-Μου δίνετε την φωτιά σας; -Σας δίνω όλον τον κόσμο εκτός από εκείνον τον τρελό δανειστή που κρύβω μέσα μου. -Όλοι φιλοξενούμε έναν δανειστή . -Τότε όλοι ξέρουμε το κοντό σχοινι του δήμιου. -Και πως αλλιώς; Φυσικά και το ξέρουμε. Εσείς είστε ευτυχισμένος που ξέρετε ήδη τόσο πολλά; -Ειλικρινά όχι. Θαυμάζω αυτούς που δεν ξέρουν , θα έλεγα τους ζηλεύω. -Ελάτε τώρα, ανάψτε μου το τσιγάρο κι ύστερα θα μιλήσουμε λέγοντας μικρές ιστορίες ο ένας στον άλλον. -Θα αφορούν άλλους; -Θα αφορούν όλους μας. Ελάτε, πλησιάστε στο τσιγάρο μου την φωτιά σας.

υτοί που είναι γέννες δράκου από την πολύ μικρή ηλικία αντιλαμβάνονται πως γεννιούνται με ένα καρφωμένο βέλος στην καρδιά. Αυτό ακριβώς είναι που τους βοηθάει να απλώνουν μακριά τους αισθητήρες και την αντίληψη τους. Αυτό και τους καθιστά μοναχικούς ακόμη κι όταν βρίσκονται ανάμεσα σε ένα μεγάλο πλήθος.

- Πόσο μακριά πιστεύεις πως μπορείς να πας λεξικογραφώντας τον κόσμο; -Δεν με ενδιαφέρουν οι αποστάσεις, με ενδιαφέρουν οι εικόνες, μου αρέσει να μπορώ να οπτικοποιώ. -Κι είναι τόσο ενδιαφέρον αυτό για εσένα; -Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο το να θέλω να σε αγκαλιάζω όπως τώρα, εννοώ να έχω ανοιχτή καρδιά στο άγγιγμα σου. -Δεν μου αρέσει το να τα βάζεις αυτά μαζί. -Είσαι εγωίστρια ή μου φαίνεται; -Ίσως, βλέπεις τρέμω την ώρα που θα κάνεις εικόνα την φυγή σου. -Δεν θα υπάρχει φυγή όσο θα μπορούμε να μετεωριζόμαστε ο ένας μέσα στον άλλο αλλά και μόνοι. -Πιστεύεις ο μετεωρισμός δεν αφαιρεί στοιχεία από την αντίληψη της πραγματικότητας; -Φυσικά και αφαιρεί αλλά όταν έρθει η ώρα η γείωση δεν είναι απότομη αλλά φυσική όπως το περπάτημα, εξάλλου ποιός από τους δυό μας ζητάει την πραγματικότητα;- -Έχεις δίκιο, για όλα αυτά σε αγαπώ. -Κι εγώ, και σε αγαπώ γιατί στολίζεις αυτόν τον κόσμο κι όχι απλά γιατί είσαι μέρος του...

Την αγαπούσα, γιατί δεν εξανθρωπίστηκε, ούτε αυτό επεδίωξε, κοιμόταν μαζί με την μνήμη του κόσμου και ταυτόχρονα ξεγλιστρούσε μακριά, είχε ένα παιδικό λυχνάρι, όποτε γινόμουν συντρίμια το άνοιγε και ξεχνούσα τις τομές, άλλοτε εγκάθετες, άλλοτε κάθετες ή οριζόντιες ,αλλά πάντα οδυνηρές. Όταν μιλούσαμε για τους νεκρούς μας, τα μάτια μας φωταγωγημένα έτρεχαν στις λεωφόρους. Μέρα παρά μέρα παίρνω τις επιστολές της από τον άλλο κόσμο, πότε με μια υπενθύμιση ή ένα τυχαίο γεγονός να μου φέρνει εμπρός μου πόσο πολύ την αγαπούσα. Έγειρε στον ύπνο της ,είπαν, αλλά εγώ ήξερα πως την πήρε μαζί της η θάλασσα. Αυτό μου εξιστορεί το αίμα που ενώσαμε μια νύχτα που τα άστρα έσταζαν μέλι... (.......)

(Η επίσημη αναγνώριση πως ζείτε, γίνεται μόνο από κάποια συγκεκριμένα έγγραφα που εσείς δεν έχετε αλλά ούτε κι εμείς), είπε ο υπάλληλος κάποιας δημόσιας υπηρεσίας. Βαριόταν φριχτά την γυναίκα που τον κοίταζε με άδειο βλέμμα. Η αλήθεια ήταν πως η γυναίκα που βρισκόταν απέναντι του ήθελε απλά κάποιος άγνωστος να της βεβαιώσει πως ζούσε μιας και χρόνια τώρα δεν μιλούσε με κανέναν άλλον εκτός της γάτας της.. (Άρα είμαι νεκρή), είπε ήρεμα στον υπάλληλο. (Από όσο βλέπω ναι), είπε εκείνος και έσκυψε στα χαρτιά του. Η γυναίκα πήγε στο σπίτι της, βρέθηκε στην ταράτσα και πήδηξε στο κενό.. Ήθελε να βεβαιωθεί επειγόντως ότι ζούσε. Η αλήθεια είναι πως μόνο η γάτα της την αναζήτησε..

Από τότε που θυμάμαι φεύγουμε, κουμπωμένα μάτια ενός γιόγκι που μετράει τα άστρα ,στην παλάμη μας. Ο παλμός της καρδιάς μας ενώνεται με τα βήματα ενός σκύλου μακριά στις αγορές ,οι χασάπηδες των εθνών ζητούν να μας αφανίσουν, χωρίς αιδώ και δεύτερη σκέψη. Μα εμείς φεύγουμε, νεκρές μητέρες πρόλαβαν να μας δώσουν ευχές, νεκρές φύσεις προσκυνούν την μία φύση, την σοφότερη όλων. Αδύνατον να θυμηθώ που πάμε, κάπου που να σέβονται το φως, σου είπα ,κι ένας κρότος πέρα στον ορίζοντα ακούστηκε, ηταν η ιστορία του ανθρώπου ,κρεμασμένη στο δέντρο μας είπαν τότε αντιληφθήκαμε πως όλοι εμείς έχουμε πληγές στους ώμους.. Και φεύγουμε, μήπως και μείνουμε γυμνοί όπως ήρθαμε...

Συγκέντρωσες όλα σου τα καμένα και έφτιαξες βιογραφικό, χρόνια και χρόνια σε θυμάμαι να τραβάς δρόμους για μια σταδιοδρομία. Είχες κίτρινα μάτια, θυμάσαι; Τόσα χρόνια και δεν άλλαξαν χρώμα από τις διαδιακασίες της ταρίχευσης. Από την Αίγυπτο τράβηξες γραμμή για το Παρίσι εξουθενωμένος, χωρίς την ιερουργία της πόρνης. Ότι με πονάει, είναι που δεν με άφησες να σε πενθήσω σε καταχώρησα μαζί με τους άλλους, γίνατε οι περισσότεροι εκμαγεία μνήμης στον Αχέροντα . Τόσα καμένα κι ούτε μια τρύπα πάνω σου, μια ρωγμή για να μπει το φως. Και δεν σου έμαθες τόσα χρόνια πως οι σταδιοδρομίες χτίζονται με πτώματα; Μονότονες είναι οι λιτανείες στο ασήμαντο. Σήμερα ή αύριο θα είσαι ένα επίθετο σε μια ταφόπλακα μαρμάρινη, για να βρεις θέση χρειάζεσαι μέσον , πρέπει να γνωρίζεις αυτόν που θα σου ρίξει το χώμα.. -Ούτε μισό πένθος-

Οι μητέρες οι πέτρινες, φτιάχνουν κουκούλια και τυλίγουν τα παιδιά τους. Μέσα σε πένθιμη ατμόσφαιρα τα κοιμίζουν με νανουρίσματα της Μήδειας. Τα κουκούλια έχουν φόβους - τέρατα, ξεδιπλώνουν ιστορίες για να μην μπορούν τα παιδιά να κοιμηθούν. Ο 'υπνος να γίνεται ωδή στην αυπνία. Αργότερα η Μήδεια θα συγχωρεθεί, αλλά τα κουκούλια θα είναι μέγγενη στα μάτια του κόσμου. Όλα αυτά τα κουκούλια έκαναν τον Χαλεπά να πελεκάει μάρμαρα μέρα και νύχτα.. Τον Μποντλαιρ να χάνεται σε βιβλία γράφοντας για μια κρεολή. Και τους ευαίσθητους να γίνονται δέκτες και να λύνουν αινίγματα που μπλέκονται με τον χωροχρόνο ξέροντας πως τα μεταφυσικά είναι απολύτως φυσικά. Στον κόσμο των ανθρώπων δεν ξέρεις ποιον να πρωτοσυγχωρέσεις. Τον εαυτό σου που αφέθηκες ή αυτούς που διατηρούν το δικαίωμα να χαλούν τα όνειρα σου;

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018


Αντιγόνη, αγαπημένο μου εκατόφυλλο ποίημα, από την πρώτη στιγμή που σε αντίκρισα κάθε ημέρα και καθε νύχτα έχει ένα διαφορετικό χρώμα. Σε βλεπω να σκάβεις βαθιά για να δεις κι ύστερα σκέφτομαι τι πιο πολύ με γοητεύει; Η δύναμη της επιθυμίας σου αυτής η πως οταν δεις θα εκδικηθείς τον εαυτό σου ; Φλόγα των κεριών στα μάτια σου, δέκα δράκοι χυμμένοι στα βήματα σου, πόρτες που ανοιγοκλείνουν είναι τα βλέφαρα σου. Λατρεμένη μου , εσύ που κάνεις ένδοξη την κάθε στιγμή μου, ντύσου το φως, στην θάλασσα που έφτιαξα για εσενα τερμάτισε την αγωνία μου. Αμόλυντη και ακέραιη υποσχεςου πως θα διατηρήσεις την αγάπη μου για εσενα, εσύ που τόσο όμορφα κι απροκάλυπτα αθώα ξέρεις να ζεις. Μείνε μια αιώνια πόζα στους οφθαλμούς μου, αθάνατη στην καρδιά και στον νου. Τα σκουπίδια της ζωης λυγίζουν στην ύπαρξη σου, ατελές το είναι μου χωρίς αυτήν. Ανήθικη να είσαι, και μοιραία, κρατώ ένα πινέλο και ρίχνω ατελώς χρώματα σε κάτι που μάλλον είναι το φυσικό σου πρόσωπο. Στην Αντιγόνη των αιώνων

Οι μισές αγάπες καταλήγουν στην στέρνα της απώλειας, αυτό εστί βήματα που ξεκίνησαν να πάνε εμπρός και κατέληξαν προς τα πίσω. Κουβέντες. Αναταράξεις στον βυθό. Να ζεις για να δίνεις ένα θάμβος και μιαν έκσταση. Κόπος, ιδρώτας κι αίμα. Σπίτι με υγρασίες και σκόνη. Κουβέντες. Βαρύ το τίμημα τους. Ύστερα στην επισήμανση γίνονται άφαντες. Μαύρο χιόνι. Οπλίζω το κεφάλι μου, να φύγει μακριά ζητά από τα ειπωμένα. Σχεδόν όλα τα είδαμε. Επεισόδια εγκεφαλικά, καρκίνους, εμφράγματα, ψυχικά επεισόδια σε κλειστά κτίρια, φυλακές, έμπορους των εθνών, τόκους και δανεικά αγύριστα, κατάντιες απροκάλυπτες, γυμνές γέννες από δέρμα. Οι μισές αγάπες καταλήγουν στην στέρνα της απώλειας. Μιλούν μόνες τους για τις εκβάσεις χωρίς εσένα κι εμένα. Έξι το πρωί με βρίσκει μια μαμή, ζητάει να με γεννήσει. Αλλά εγώ φεύγω με τα πόδια αγκαλιασμένα. Χορτάτος. Αξιοπρεπής και μόνος , μια κουκίδα από κάτι. Με τα ελάχιστα. Χωρίς να προλαβαίνω να πενθήσω. Κι ότι αγάπησα αλογα και φωτιές. Γιατί αυτό θέλησα. -Η φόρμα της εξάντλησης-

Όλοι οι Ιούδες, σε κατασταση ημικαταληψίας λαμβάνουν και δίδουν τον τελευταίο ασπασμό. Η συγχώρεση κείτεται επάνω σε ενα γεμάτο σύννεφο από δάκρυα. Τους είδαν για τελευταία φορά σε κάποια αίθουσα δικαστηρίου να τρώνε ευλαβικά σχεδόν , ψωμί ,και να πίνουν κρασί κόκκινο. Στο τέλος του γεύματος στάθηκαν εξω στον περίβολο . Εκεί είδαν αλυσοδεμένους, δέκα κρατούμενους, πιασμένους σφιχτά στους καρπουσ με τους κρίκους ,ο ένας με τον άλλον. Σαν ζώα προς σφαγή, φοβισμένοι και πιασμένοι σε μια εξουθενωτική αυπνία. Τα ανθισμένα δέντρα των νεραντζιών πληγωναν τις αισθήσεις τους ακόμη περισσότερο. Στην παιδική ηλικία ακούγοντας τις διηγήσεις περί Ιούδα και θεού , τα μάτια μου στάζανε αίμα. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως ο θεός έγινε τιμωρός εκδικητής για να υπάρχειη ανθρώπινη δικαιοσύνη. Τους Ιούδες της ζωής μου τους συγχώρεσα. Ζήτησα σχεδόν επιτακτικά να με συγχωρέσουν κι αυτοί για όσα κι ότι δεν κατάλαβα. Τα ζητήματα περί θεου βρίσκονται στην μελέτη της φύσης. Εκεί ολα δικαιώνονται γιατί η αρχη όλων ειναι η αγαπη. Ακόμη και σε υποθέσεις που πρέπει να λήξουμε μέσα μας. Μακάρι η ανθρώπινη ιστορία να πάψει να υπάρχει σαν το οδοιπορικό του πάσχοντος....

Ότι αγάπησα κι ότι με αγάπησε, βράχοι και θάλασσα. Ηλιος και σύννεφα με αλάτι. Εδώ ζω την εσωτερική ζωη μου. Εδώ βρίσκεται το δέντρο μου. Εδώ θυμάμαι να γίνομαι άνθρωπος και αέρας. Εδω είναι το καστρόσπιτο της καρδιάς μου. Και πάντα ο πατέρας έρχεται. Έρχεται και μου μιλάει με την γλώσσα των πουλιών.

Όταν ξυπνούσε και τον σκεφτόταν, ένα δελφίνι ένιωθε να καρφώνεται στην πλάτη της,, μια άγνωστη σε βυθό θάλασσα,, έσκαβε όλα τα μυστικά της δωμάτια. Η θάλασσα, γέμιζε το μυαλό της και καθώς μιλούσε κοχύλια και φύκια στόλιζαν το στόμα της. Στην πλάτη της έλαμπε ένα ασημένιο πτερύγιο, μπορούσαν ομως να το δουν μονάχα τα παιδιά...
Κάτω από τα βλέφαρα σου αναδύονται αρχαίες πολιτείες καθώς οι στιγμές απώλειας πολλαπλασιάζονται, επιχειρείς να δώσεις ένα τέλος στις παγίδες του όχλου , ο όχλος ζητάει συνεχώς θύματα και κάνει επικρίσεις. Να ζει κανείς ή να μην ζει ,είπε εκείνος και τράβηξε την κουρτίνα. Κάτι άλλο στήνεται, βάρβαρο κι απόκοσμο, είπες και σίγησες τα όπλα. Τις ημέρες πενθείς και τις νύχτες ονειρεύεσαι . Τρείς οι πόρτες, επτά τα κλειδιά. Ξέρεις πως τα χέρια σου είναι αλέκιαστα κι η καρδιά σου καθώς μικραίνεις μεγαλώνει, μα δεν είναι αρκετό αυτό για να αντέχεις τους λεκέδες του κόσμου, τους δίχως ντροπή και δίχως έλεος. Μέσα στον όχλο πολλοί υποφέρουν γιατί πιστεύουν πως προδόθηκαν, μα αυτό δεν είναι άλλο από το ότι είναι τόσο ερωτευμένοι με το εγώ τους που όλα τα αντιλαμβάνονται ως προδοσία. Τραβάς δρόμους τρείς κι έχεις ευχές επτά. Ερημίτης μέσα στην έρημο. Με κληρονομιά από την αρχαία σκουριά μέσα στην θάλασσα. Τι θα κάνεις; Θα αποδώσεις επιστολή στην τελευταία ελπίδα; Όχι. Όσο ζήσεις θα ζήσεις με ησυχία και τον ίλιγγο κι ένα δέος να σιγοκαίει μέσα σου. Χωρίς θεατρικά έργα και ηθοποιούς. Πέρα εκεί ,καινουργιες μελέτες θα αποκαλύψουν τα ανθρώπινα. Πως ανθρώπινα δεν υπήρξαν, παρά ελάχιστα. Δεν κρατάς δάκρυα. Δεν έχεις πια. Μόνο ανεπίδωτες επιστολές. Χωρίς την υπογραφή σου. Κλείνεις την πόρτα κι έρχεσαι προς το μέρος μου. Ανατριαχιάζω καθώς βλέπω σε εσένα τον εαυτό μου 100 ετών. Πότε μεγάλωσα τόσο;

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018


Ενοικιάζονται άνθρωποι. Για ένα ποτό σε μη φωταγωγημένο μπαρ. Για κουβέντα μετά από μια παράσταση. Για φεγγαροχυσίες σε αμμουδένιες ακρογιαλιές. Όπου άνθρωποι δεν περιγράφονται σάρκινες μηχανές με ορμόνες πνιγηρές και αυτοεξόριστες. Με ψυχές κρεμασμένες στα κάγκελα. Με εγώ από ατσάλι. Δίχως τύψεις, αιωνίως κάνουν περιφορές των <<λανθασμένων>> παθών τους. Συμπλεγματικοί κι αιώνια σοφοί μέσα σε πλήρη ψυχική αποκαθήλωση. Νιρβάνες μέσα σε αδήλωτες μάχες. Ενοικιάζονται άνθρωποι. Ελευθέρας βοσκής , για πάντα αιρετικοί. Αδήλωτοι είναι, από παιδιά. Χωρίς τρόπαια. Γυμνοί από πρέπει , γεμάτοι από ίσως, χωρίς βεβαιότητες . Όπου άνθρωποι, λογίζονται σπαραγμένες καρδιές, ταπεινοί δίχως να ειναι ταπεινωμένοι. Ευεργετημένοι κι ευεργέτες ευαίσθητων στιγμών. Κεριά αναμμένα δίπλα σε παλαιά σεντούκια με κρυμμένους θησαυρούς. Γνωρίζοντες άριστα την γραμματική του βιωμένου βίου και ουχί μόνο των λέξεων που τον περιγράφουν. Ρήγματα. Κυλιόμενες πέτρες. Λέοντες, σιωπηλά αναμένοντας την ανατολή. Είδος δυσεύρετο. Είδος σε έλλειψη. Είδος για νέες επικηρύξεις. Με πληρωμένα συμβόλαια θανάτου ομαδικά. Κατά γειτονιές, κατά πρωτεύουσας, κατά παρεών,κατά χώρας, κατά χωρών. Τους βρήκα καθώς άνθιζε ένα νέο σύμπαν εντός μου και πέθαινε το παλαιό. Χωρίς νεκρά όνειρα. Χωρίς αυτοτιμωρίες από την έλλειψη. Δεν θα στους δώσω. Δεν θα τους πω. Θα διατηρήσω την ανωνυμία τους κι ας λες πως όλα ενοικιάζονται. Δεν θα σου τους δώσω... - Το ανήσυχο -

Φυσικά και τον αγαπούσε. Τον αγαπούσε πριν ακόμη τον γνωρίσει. Ένιωθε μια άγρια ελευθερία όταν τον έβρισκε στην κίτρινη σοφίτα. Τα κεραμίδια έσταζαν βροχή όταν έφευγε από κοντά του.Ο δρόμος που περπατούσε μετεωριζόταν μαζί της. Μαζί του μάθαινε πόσο ωραία ήταν η ζωή. Η μαγεία ήταν ένα από τα συστατικά αυτής της αγάπης. Γι αυτό, για να μην χαλάσει αυτή η μαγεία ,αυτή η αγάπη για να μείνει στον χρόνο άφθαρτη, αποφάσισε να φύγει. Κι έζησε ανάμεσα σε εκείνους που δεν ήξεραν από ανθρωπογεωγραφία . Κι όταν τους μιλούσε για εκείνη την αγάπη αυτοί ένιωθαν κάτι μελό . Μα δεν συμβιβάστηκε, δεν έκανε τα μάτια τους δικά της. Και στον καθρέφτη της ο θάνατος δεν την φόβιζε. Είχε γίνει με κάποιον τρόπο αθάνατη χωρίς να είναι το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ. Γιατί, φυσικά και τον αγαπούσε. - Ένα μέρος της αγάπης-
Υπάρχει πάντα μια μεγάλη τρύπα, ένας υπόνομος της γης με υπολείμματα από όλα τα είδη. Ζέχνει μέσα σε μια ασφυκτική ατμόσφαιρα που είναι υπερφίαλη. Την έχουν εντοπίσει αυτοί που ζουν στο όριο κάτω από την φτώχια, οι τρελοί κι οι ποιητές που έζησαν περιφρονητικά από την μπουρζουαζία ενώ αναγνωρίστηκαν μετά θάνατον. Ίσως γιατί δεν ήταν επικίνδυνοι πια. Μετά από όλα τα αντίο που λένε οι άνθρωποι κι ύστερα θα σκέφτονται ο ένας τον άλλον έντονα, σε αυτό το διάστημα η τρύπα καραδοκεί , πεινώντας για τις άδικες πράξεις τους. Ο πλανήτης, γκαν,γκαν μπαμ,μπαμ περιμένει να ζωντανέψει κάνοντας έναν καινούργιο πόλεμο. Εσύ κι εγώ εντυπώνουμε μέσα μας όλη αυτή την δίψα και πονούμε φριχτά. Είμαστε θραύσματα χωρίς αγκυλώσεις. Διαβάζουμε τους σακαταμένους πνευματικά από την υπερβολικά αρρωστημένη έπαρση κι απορούμε πως ο πλανήτης δεν έχει γυρίσει ανάποδα. Όλα τα Εγώ βροντούν με στόμφο τα γραφεία απόφάσεων και πλένουν τα χέρια τους στο αίμα, ενώ ταυτόχρονα κάνουν νηστείες σωματικές για να δικαιολογήσουν τους κρότους και τον θάνατο. Εσύ κι εγώ, γκαν , γκαν , μπαμ, μπαμ ,έχουμε τον δικό μας πόλεμο. Ποιός θα πει πρώτος συγνώμη, ποιος φταίει και ποιος κοιτάζει με εξόφθαλμο βρογχοκήλη. Άκου, ο ουρανός βροντάει ,και καθώς βρέχει, βρέχει παπαρούνες. Κάποιος πολύ παλαιός άνθρωπος που <<διάβαζε>> που είναι το νερό, τι καιρό θα κάνει, και τις μοίρες, είχε πει πως κάθε παπαρούνα είναι αδικοχαμένο αίμα. Εσύ κι εγώ, γκαν, γκαν, μπαμ και μπουμ. Μέσα σε έναν κόσμο απροφύλαχτο ,δεν ακούμε ο ένας τον άλλον , κάνουμε μαθήματα ηθικής με υπομνήματα και σημειώσεις, αυθαιρετούμε εναντίον των υπερευαισθητων και παράγουμε αδρεναλίνη και κορτιζόλη. Τα μνήματα πληθαίνουν. Κι η τρύπα μεγαλώνει, σε λίγο θα ζούμε μέσα της, Εμείς. Οι άλλοι θα ζουν σε μεγάλες, προφυλαγμένες με σύρματα, αστικές ζώνες. Με δέντρα ψηλά που θα γλείφουν τα τεράστια σπίτια τους. Το πιθανότερο είναι να επιζήσουν μόνο αυτοί κι οι κατσαρίδες. Αγάπη μου, στο βάζο μιλούν τα νεκρά λουλούδια,και τα κάδρα στους τοίχους γίνονται τα καντηλάκια των νεκρών. Δεν τα ανάβουμε εμείς -ξεχασμένοι στην δίνη μας, ανάβουν μόνα τους για να θυμάσαι. Για να θυμάμαι. -Η φριχτή πολυτέλεια του αίματος- υγ. κάτι που θέλει πολλά να πει αλλά δεν λέει τίποτε γιατί όλα είναι γνωστά.

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ Από την μικρή σου ηλικία ένιωθες ορφανός από γονείς, γι αυτό άρχισες να αναζητάς βιώματα πίσω από τις λεξεις. Ήσουν παιδί όταν αντιλήφθηκες πως η προσωπική ιστορία του ανθρώπου εμπεριέχεται στο μυαλό των πολλών μέσα από την ημερομηνία γεννήσεως, τους τίτλους σπουδών, στο αν είναι παντρεμένος ή όχι, έμαθες πως η επίσημη ιστορία μιας χώρας είναι γνωστή από το που και πότε έγινε η τάδε μάχη, πότε άλλαξε το πολίτευμα, πότε έγινε η τάδε καταστροφή κ.λ.π. ............................ Γεννήθηκες μια πολύ βροχερή νύχτα με τις στέγες της πόλης να ηχούν την ταχύτητα και το βάρος του νερού. Πιθανολογώ πως πρώτα άκουσες την βροχή κι ύστερα την φωνή της μητέρας σου. ............................ Δεν κρύωνες εύκολα, δεν το έβαζες κάτω εύκολα. Άφησες τον πόνο να ζήσει μέσα σου για να καταλάβεις τι σημαινει πονάω, το ίδιο έκανες με όσα ρήματα έμαθες . Τα επίθετα τα άφησες ελεύθερα να πέφτουν επάνω σου σαν τα βέλη των χαμένων λαών που κατοικούσαν στα δάση . .......................... Είχες μαζέψει βροχή από τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου σε μικρά μπουκάλια κι όταν αρχίσαμε να επικοινωνούμε χωρίς λέξεις μου τα χάρισες ένα ένα. ......................... Εσύ που αγαπούσες τις λέξεις γιατί έμαθες από νωρίς να ζεις μέσα τους ,χωρίς να στερηθείς την προσωπική σου ελευθερία. ......................... Ένα απόγευμα που ήρθα και σε βρήκα στην μισογκρεμισμένη μονοκατοικία που έμενες , άνοιξες το παράθυρο για να ακούσουμε την βροχή , επίσης ακούγαμε την Νίνα Σιμόν και μιλούσαμε πίνοντας ένα ημίγλυκο κρασί της Σαντορίνης καθισμένοι αντικριστά σε ένα μπλε στρογγυλό τραπέζι, μιλούσαμε με λέξεις, με νότες, με ήχους και με τα μάτια. Κάποια στιγμή είδα μια σειρά από σαλιγκάρια να τσουλάνε υγρά επάνω στο τραπέζι μας, σαλιγκάρια στο πάτωμα, τους τοίχους, στο μπάνιο, μια μοναδική συναυλία από βροχή και τον ιδιωτικό τους περίπατο με κέρδισε κάνοντας με θεό για μερικά δεύτερα. ........................ Κάναμε ατέλειωτους περιπάτους στο πρώτο κοιμητήριο πολύ πριν αυτό γίνει μόδα. ........................ Καναμε εχθρό μας την μόδα, η μόδα χρησιμοποίησε χωρίς οίκτο τις λέξεις για να φτιάξει ειδικούς κώδικες να επικοινωνούν μεταξύ τους κάποιοι τάχα ίδιοι άνθρωποι κι επίσης χρησιμοποίησε την τέχνη φέρνοντας την στα σαλόνια και τους οίκους πώλησης σέρνοντας την σαν πόρνη πολυτελείας. Οι άνθρωποι για φαντάσου, μου έλεγες, αναπαράγονται με βάση την κοινή τους αγάπη στην μόδα φτιάχνοντας μια απρεπή στο ανθρώπινο είδος συνθήκη. Το χειρότερο είναι πως έκαναν μόδα τις εποχές που το ανθρώπινο είδος επαναστάτησε απέναντι στην εξουσία, από τότε η επανάσταση αναπαριστάται στα βιβλία, τις ταινίες και την μουσική, ........................ Όταν ένιωσες πως δεν μπορούσες να ζεις άλλο με τους ανθρώπους σε αποχαιρέτησα χωρίς ούτε ένα δάκρυ για να μην πληγωθείς. Δεν ήξερα που θα πήγαινες κι ούτε σε ρώτησα. ...................... Δέκα χρόνια τώρα παραλαμβάνω με το ταχυδρομείο μπουκαλάκια από βροχή, άλλοτε ποτάμια κι άλλοτε θάλασσα. ...................... Τα τοποθετώ σε ένα ράφι δικό τους . Και θυμάμαι να γυρεύω τους ανθρώπους πίσω από αυτά που λένε. Αγαπώ την βροχή μέσα από εσένα, εσένα που εφευρίσκω κάθε ημέρα για να αντέχω να ζω και να επιμένω.

Σχεδόν πάντα παίρνω το τραίνο αντί του μετρό. Αγαπώ την βραδύτητα των εικόνων και τον ήρεμο ήχο των συρμών του τραίνου ,αντί της βουής του μετρό. Διάβαζα ,όταν ένιωσα κάποιον να με κοιτάζει ,καθισμένο απέναντι μου. Είχε μάτια υγρά σαν χυμένο βελούδο με μπλε του κοβαλτίου, μακριές πυκνές βλεφαρίδες τα σκίαζαν και οι άκρες του στόματος του ανέβαιναν ελαφρά φτιάχνοντας ένα υποψιασμένο χαμόγελο. Αμήχανη κοίταξα τα δάχτυλα του, μακριά και λεπτά σαν των αγίων στα εικονίσματα, φορούσε ένα βραχιολι από κόκκινη κλωστή στο δεξί του χέρι, κρατούσε την ασκητική του Καζαντζάκη. Αναρωτήθηκα τι να βρίσκεται κάτω από το δέρμα του, ποιά όντα είχε συναντήσει στο διάβα του κι αν τον μαστίγωσαν άγρια ή τον είχαν θωπεύσει με αγάπη. Έγερνα προς το δεύτερο. Ο διπλανός μου σηκώθηκε για να κατέβει στην επόμενη στάση , κοίταξα έξω από το παράθυρο την πόλη που είχε τυλιχτεί σε μια γκρίζα εσάρπα αφήνοντας το φως να υπονοηθεί. Μου αρέσει αυτή η ατμόσφαιρα, μου θυμίζει πάντα μια εξέγερση που θα συμβεί αλλά τελικά αναβάλλεται. Ένοιωσα πως κάποιος άλλος κάθισε δίπλα μου και ταυτόχρονα μύρισα έντονα την οσμή πεύκου. Μια δροσιά ήρθε και με τύλιξε κάνοντας με να νοιώσω ευγνωμοσύνη αυθόρμητα. Είναι αυτός, με κοιτάζει και τείνει το χέρι στο δικό μου. -Καλημέρα, καλό μήνα. Είπε έτσι απλά ,και διερωτήθηκα αν είχε ένα τόσο ελεύθερο και άνετο πνεύμα ή έπασχε όπως οι περισσότεροι από κάποια ψυχική διαταραχή, εξάλλου είχε αποδειχτεί περίτρανα πως διαθέτω έναν τέτοιο μαγνήτη. -Καλημέρα, επίσης. Είπα και σπρωγμένη από το ένστικτο της επιβίωσης τον απέφυγα και κοίταξα ξανά ,έξω από το παράθυρο. -Δεν θα φύγω τόσο εύκολα μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι το άγνωστο, είπε και μου ακούστηκε σαν φράση που είχε θράσος αλλά το ύφος κι ο τόνος του δεν μου το επιβεβαίωναν αυτό. -Συνηθίζεις έτσι εύκολα να πιάνεις κουβέντα μέσα στα τραίνα; Ρώτησα με κάποιο ράγισμα στην φωνή μου άθελα μου. Ήθελα να με πείσει πως όχι, δεν το συνήθιζε, έτσι ξαφνικά. Κάτι ράγιζε μέσα μου αυτός ο άγνωστος, διαισθανόμουν πως αν αφηνόμουν ελεύθερη, θα με άνοιγε, είναι χρόνια τώρα που κρύβομαι μέσα σε ένα καλά διατηρημένο καύκαλο προστασίας. -Ασφαλώς και όχι. Απλά, ένα παιδί μέσα μου με σπρώχνει να κάνω βήματα που δεν συνηθίζονται . Δεν μου χρειάζεται εξάλλου να κάνω πράξεις και κινήσεις προκαθορισμένες. Στο άγνωστο και στο ρίσκο ,παίρνει κανείς ζωή. Τον κοίταξα ταραγμένη, μιλούσε για εμένα ή γι αυτόν; Τα μάτια του ήταν σταθερά στραμμένα στα δικά μου. Έβλεπα αυτό το μπλε που κανένας ποιητής δεν είχε περιγράψει με ακρίβεια παρά μόνο ο Πάμπλο Πικάσο κι η μητέρα φύση στις διαφορετικές μεταξύ τους λουρίδες της θάλασσας . -Δηλώνω γοητευμένος και ζητώ να πάμε να πιούμε ένα φλυτζάνι γνήσια σοκολάτα σε ένα μικρό καφέ ακούγοντας Μάιλς Ντέιβις κι ίσως ολόκληρο το αλμπουμ του Kind of Blue. Μάλλον μαγνητίστηκα όπως γίνεται στα φίδια που χορεύουν ακούγοντας φλάουτο. Δεν άφησα περιθώρια άρνησης στον εαυτό μου. -Ναι, θα το ήθελα, ευχαριστώ, είπα και χαμογέλασα. -Επιτέλους χαμογέλασες, άλλαξε το πρόσωπο σου , να συστηθώ , Μάρτιος . Είπε και το άρωμα του πεύκου τύλιξε το χέρι μου καθώς ήδη έπιασε το δικό μου και το έσφιξε δυνατά. Έξω ,η γκρίζα εσάρπα της πόλης αποσύρθηκε και φάνηκε υπέρλαμπρος ο ήλιος.