Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

ατιτλο

Μέσα στην άμμο βουλιαγμένες οι πατούσες της, έφερε αυτός πιό κοντά τα δικά του,άρχισε να ανακατεύει τους κόκκους με το πρώτο του δάχτυλο.
Απαλό ένα αεράκι ήρθε και φύσηξε τα μαλλιά της και του ρθε το άρωμα που ήταν μουδιασμένο στο κεφάλι της, κλεισμένο καλά από την χτεσινή νύχτα.
Είχαν φέρει ένα μικρό μαγνητόφωνο, αυτός πάτησε το κουμπί κι άρχισε να κρεμιέται επάνω τους ένα πιάνο (Erik Satie-Gnossienne 1).
Μια μουσική απαλή που μουρμούραγε αλήθειες, ήταν αυτή η αίσθηση της λύπης που τόσα ξέρεις και τα σέρνεις στο μπαούλο σου σκυφτός και μόνος, όχι από δειλία μα από τρυφερότητα μην πληγωθεί κάποιος άλλος εκτός από εσένα...
-Ίσως η πιό αυθεντική τέχνη στα μάτια μας να είναι η μουσική, είπε αυτός αργά και σιγά μην παρεμβάλει στην παρέλαση που φτιαχναν δοξασμένες νότες...
-Ξάπλωσε και μην μιλάς, είπε αυτή και πρώτη άφησε το σώμα της στην άμμο.
Υπάρχει μια μυστική διάσταση στα ανθρώπινα, ένα μονοπάτι μυσταγωγικό ίσως πέτρινο που ενώνει δίχως λέξεις, δίχως γιρλάντες, σάλιο, σκέψη, υποχωρήσεις, ανάγκη κατανόησης ή να πείσεις. Απλά ξέρεις, αυτά που ο άλλος κάνει ανακωχή ή άμεση επίθεση αναγνώρισης εσύ τα ξέρεις.
Αυτό άρχισε να ξεδιπλώνεται από την νηνεμία του πιάνου. Τους τύλιξε σε υφάσματα που έραναν με τον κόπο τους αγαπημένες μέλισσες και την υπομονή.
-Ήθελα να είμαι στο λιμάνι του νησιού μου κι όχι σε αυτήν την κρύα αστική παραλία, ενώ έξω στην πόλη, φωνάζει ο φόβος ,εδώ νομίζει κανείς πως τίποτε δεν υπάρχει από αυτό, όμως με νευριάζει που είναι ένα ενδιάμεσο κι όχι κάτι γνήσιο όπως το λιμάνι ενός νησιού, είπε αυτή και φάνηκε λίγο θάμπωμα στα μάτια της.
-Κι εγώ ήθελα να είμαι σε ένα λιμάνι, κάποτε ήθελα να μείνω στο νησί που επισκεπτόμουν χρόνια, αλλά ίσως τελικά μπορέσω κάποτε, είπε αυτός και είδε προσεκτικά ένα σύννεφο που έμπαινε μέσα στο άλλο, κοίτα! Της έδειξε εκεί.
Δεν μοιάζει σαν ένα βαρκάκι που μπαίνει τώρα στο λιμάνι; Θα είναι μια βάρκα ευτυχισμένη αυτή κι όχι μοναχική. Ένας γλάρος θα κλέβει κάτι από τα δίχτυα του ψαρά κι αυτός θα τον διώχνει νευριασμένος....
Αυτή χαμογέλασε με λεπτότητα, σαν να μην ήθελε να χαλάσει την εικόνα.
-Μίλα μου αν θες για μένα, πες μου ότι σου έρχεται αυθόρμητα, να, σαν να γράφεις κάτι που θα το διαβάσει κάποιος άλλος κι όχι εγώ.
-Δεν είναι εύκολο αυτό, πρέπει να αρχίσω να ακούω μόνο αυτό το πιάνο, να μπω στα πλήκτρα, να αφήσω να πληγώνομαι, να ματώνω, να ματώσουν τα μάτια μου, τα αυτιά μου, να διεγερθεί ο κόσμος που κρύβω επιμελώς από τους άλλους..
Αυτός ξαπλωμένος γύρισε και την κοίταξε. Κι αυτή το ίδιο, ταυτόχρονα έχωναν τα δάχτυλα τους πιό βαθιά στην άμμο, χέρια και πόδια κουβάρια.
-Δεν θα μιλήσω άλλο, άκου και μίλα μου όταν θες και μπορείς.
Μια ωραία μελαγχολική νότα ασπρόμαυρη ήρθε και στάθηκε ανάμεσα τους.
Πέρασαν λίγα λεπτά, η γυναίκα βουτηγμένη μέσα στο μουσικό κάδρο άρχισε να μιλά...
-Σου αρέσει να μιλάς για την ομορφιά, μέσα από την ζωγραφική, την μουσική, την ποίηση, μιλάς στους άλλους γιατί σε πνίγει η στάλα της επικοινωνίας, ψάχνεις αυτήν την στάλα που έχει παγώσει ωστόσο μέσα σου μαζί με την ομορφιά, σαν να έχεις χάσει την ύπαρξη της μα προσπαθείς να αντισταθείς μιλώντας γι αυτήν.
Μα μιλάς στο πλήθος κι αυτό σε πληγώνει, έτσι νιώθεις, πως μιλάς σε πλήθος, όχι σε έναν, εσύ θες να μιλήσεις σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο.
Έχεις σκορπίσει χιλιόμετρα ενέργειας βουτώντας βιαστικά μέσα στους άλλους, έχεις κολυμπήσει στην υπερβολή τους βγάζοντας και την δική σου.
Όμως, πάντα η σημαδούρα που δείχνει πότε να σταματάς ,για σένα δεν υπήρξε παρά ελάχιστες στιγμές.
Και τότε σαν στρατιώτης κουρασμένος αναπόλησες γαλήνη, γαλήνη κι αλήθεια.
Την αλήθεια του γνωρίζω, ξέρω, αυτήν την γαλήνη, σαν την νηνεμία του πιάνου που παίρνουμε μέσα στον βυθό μας τώρα.
Είναι που καιρό τώρα τίποτε δεν σου αρκεί, θέλεις να ξαναβρείς την δύναμη σου την πρωτόγονη, την γνήσια, θα έλεγα την αντρική- παιδική, ψάχνεις πίσω από τα μάτια σου που ναι γεμάτα νερό να δεις καθαρά, δύσκολο αυτό, δύσκολο....
-Ειμαρμένο...ψέλισσε ο άντρας.
-Απώλεια, είπε αυτή.
-Αντίθεση.
-Παλινωδία, είπε αυτή.
-Καμμιά εξευτελιστική σωματική ταπείνωση δεν μπορεί να μην οδηγεί στην πνευματική εξύψωση, πάλι αυτός...
-Τα σώματα φοβούνται, αυτή.
-Δώσε τους φως, αυτός.
-Ξεκλείδωσε τα, αυτή.
-Σςςςςς, πονάς βαθιά, αυτός. Ας ακούσουμε μόνο την μουσική, κι εγώ πονάω.
-Θες να θολώσεις τα νερά, να τα ανακατέψεις να μην μπορώ να σε δω...
-Κι εσύ μπορεί να κάνεις το ίδιο.
-Είμαι νερό, αυτή.
-Κι εγώ, αυτός.
-Άκου, ας κάνουμε τους δερβίσηδες της άμμου, ας αρχίσουμε να κάνουμε κύκλους ξαπλωμένοι γυρίζοντας μέσα της, ας κάνουμε τους δερβίσηδες...Είπε η γυναίκα.
Άρχισαν να γυρνούν σιγά στην αρχή, ώσπου να αρχίσει το σώμα να ευκολύνει την κίνηση. Περνούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο πετώντας άμμους, γελούσαν σαν βρέφη, γυρνούσαν κάνοντας άτακτους κύκλους, κύκλους ανθρώπινους, αμμουδερούς και ηλιόλουστους από τον ήλιο που φώναζε θριαμβευτικά....
Κι η γη γυρίζει.
Κι ο άνθρωπος πάντα, σαν δερβίσης μοναχικός την ανακατεύει ψάχνοντας άλλους να ξεχάσει αυτήν την μοναξιά που ακούραστα βγάζει λέπια και δέρμα.
Δεν μπορώ να μην νιώσω όμως την καρδιά μου να γλυκαίνει καθώς νοερά επισκέπτομαι αυτήν την εικόνα,
αυτών των δερβίσηδων της άμμου,
ςςςςςςςς, σταματώ τώρα, σωπαίνω..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου