Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα (συν)αισθηματική κατάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα (συν)αισθηματική κατάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

(συν)αισθηματική κατάσταση [24]

Περπατούν στα στενά της πόλης και γύρω τους κι ανάμεσα τους χορεύουν κόσμοι αλλιώτικοι. Τρέχουν ιππότες, πριγκίπισσες σε κάστρα με δροσουλίτες έτοιμους για χτίσιμο ποίησης σε πέτρινα σκαλοπάτια. ( Πόσο καιρό είχα να συναντήσω καλοσύνη), αναρωτήθηκε εκείνη καθώς έπαιζε μαζί του. Κάποιος αν τους έβλεπε θα σκεφτόταν το απλό, την άφεσή μας στις σχέσεις και τον λόγο αυτής της διάθεσης. Η καθυστέρηση του αναπόφευκτου και πόσο μάταιη είναι η ύπαρξη μόνη της. Άλλαξαν τα ονόματα τους τα κοσμικά. Ιππότης ήταν πιά αυτός και ξωτικό εκείνη.
 Ο κόσμος ήταν μια λίμνη με νούφαρα λευκά, μπορούσαν να τον ενώσουν με τον Νείλο, να τον ενώσουν με την Δρακόλιμνη. Να τον σπρώξουν πέρα από τα μάτια τους. Εκεί μέσα βρίσκουν ανάλαφρα και διόλου εκβιαστικά, στοιχεία του δικού τους μικρόκοσμου. Τρίζει με τέχνη ο υφαντόκοσμος τα πέπλα του, η ψυχή ανοίγει τα σεντόνια της και απαλάσσεται από τις τοξίνες της έλλειψης της καλοσύνης και της ομορφιάς...

(συν)αισθηματική κατάσταση [23]

Ο άντρας με τα μακριά μαλλιά πιασμένα πίσω, παίζει πιάνο. Η βαριά πράσινη κουρτίνα, αφήνει το φως να τον ακουμπά σε ένα μέρος του δεξιού ώμου και στα δάχτυλα. Περίεργες λάμψεις περνούν από τα μάτια του καθώς παίζει μια φούγκα δακρύων και γαλήνης. Εκείνη κόβει τον χρόνο σε κομμάτια. Μέσα της αυτός ο άντρας σκάβει έδαφος με νύχια λιμαρισμένα σε μετάξια, θέλει κάπου να βρεί αν έχουν συναντηθεί σε άλλον χρόνο. Ο χρόνος κι ο χώρος μπλέκουν τρυφερά στην άβυσσο του έρωτα, σκέπτεται εκείνη καθώς τώρα τα δάχτυλα του τρέχουν στα υγρά πλήκτρα πιό γρήγορα, σαν λευκά άλογα... Εκείνος, καθώς ο ήλιος της ζεσταίνει τον λαιμό, μυρίζει το χτεσινό της άρωμα καθώς αυτό, τον κυκλώνει αποσπασματικά. Τώρα το πιάνο του μοιάζει σαν εκείνον τον νερόλακο που έβλεπε παιδί και τον φανταζόταν γεμάτο αστέρια. Εκείνη γέρνει επάνω του μαλακά, τον χαιδεύουν ανάλαφρα ξανθά τσουλούφια. Εκείνο το καρύδι του φόβου σπάει σιγά σιγά και για τους δυο. Σύντομα θα ενωθεί με τα παγόβουνα και θα λιώσει στην Αρκτική.
-Μαγεύομαι μαζί σου γιατί μαθαίνω από την αρχή να μην έχω επιδιώξεις, του είπε στο αυτί, σκορπώντας τις λέξεις σιγά για να μην τον βγάλει από τα πλήκτρα...

Αυτός της φίλησε τα δάχτυλα χαλαρώροντας λίγο τον κόμπο της νότας.
Υπάρχει άκρατος ο κίνδυνος να αντιλαμβάνεσαι τον ήλιο δίχως εγωιστικές φλυαρίες, σκέφτηκε και συνέχισε ανοίγοντας τώρα την αλυσίδα της μουσικής σε ουράνια μελωδία.
Η γυναίκα απομακρύνθηκε από κοντά του, στάθηκε δίπλα στο παράθυρο και συνέχισε να τον κοιτάζει...Υπάρχει ένας διάβολος που σκορπάει την ζωή μας με τέτοιον τρόπο επισημαίνοντας άτακτα συμπτώσεις που αυτό τελικά γίνεται τέχνη κι έρωτας, σκέφτηκε. Και καθώς τα σκεφτόταν αυτά 'κείνο το γνωστό φτερούγισμα της ευγνωμοσύνης πέταξε στο στήθος της και παρέλυσε όλο το σώμα.
 (Θεέ μου, ο κόσμος γίνεται κάλλιστος), είπε δυνατά και συνέχισε να τον βλέπει και να τον ακούει επάνω στο πιάνο σαν έναν φωταγωγημένο πίνακα...

(συν)αισθηματική κατάσταση [22]

Διψασμένη η φωνή της Μαρίας, πανώρια σαν σπαθί αρπάζει τον κόσμο, τον κλείνει πίσω από τον λάρυγγα και τον μεταβιβάζει στα κλειστά τοιχώματα της σιδερένιας αορτής. Κι όλος ο κόσμος σφιχτά δεμένος σε ένα ξεψύχισμα των πορφυρών αγγέλων εξαϋλώνεται. Μείνε κοντά μου Μαρία, σε έχω ανάγκη περισσότερο από ποτέ...

(συν)αισθηματική κατάσταση [21]

Το πρόσωπο της μισό στο φως, το άλλο μισό βουτά σε σκιές. Εκείνος έχει τα χέρια του στον αυχένα του, τεντώνει το καθισμένο κορμί του πίσω. -Υπάρχουν έρωτες που ξεκινούν και καταλήγουν στο κεφάλι κι άλλοι στην καρδιά. Είπε εκείνη προσέχοντας ένα καινούργιο νευρικό τικ στην άκρη του ματιού του. - Ναι, κι άλλοι που ζουν μονάχα από το αίμα. Έχουν την ζωντάνια του κόκκινου υγρού κι όλες του τις ιδιότητες. Πιό ύπουλη αρρώστια από αυτήν, όταν αρρωστήσει το αίμα δεν ξέρω, απάντησε εκείνος. Κοφτά, σέρνοντας τις λέξεις με την γλώσσα του.
 -Αν σταματήσουμε να ζούμε με την καρδιά και λεπτό σαν δέκτη το κεφάλι, θέλω να πούμε αντίο χωρίς να πούμε αυτήν την λέξη, απλά να ανοίξει ένας από τους δυο την πόρτα και να φύγει. Του είπε απαλά. Αυτός έπιασε το πρόσωπο της στα χέρια του και κυρίεψε τα μάτια της κοιτώντας τα. -Ζούμε κι οπλίζουμε τους φόβους μας κάθε ημέρα με όλα γύρω μας. Δεν χρειάζεται να γεμίζουμε με δηλητήρια αυτόν τον έρωτα. Αυτός ο έρωτας είναι το καταφύγιο μας, τον χρειαζόμαστε για να είμαστε ζωντανοί. Την έφερε επάνω του. Άκουσε το λεπτό σύρσιμο του ρούχου της πάνω στα πόδια του. Τα μαλλιά της να τρίβονται στο μάγουλο του. Γι' άλλη μια φορά η αφή της τον συγκλόνισε, όμως πέραν αυτού η καρδιά του μαλάκωνε, μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό στολισμένο θερμοκήπιο από ήλιους. Το να βιώνεις τον έρωτα μόνο με μια ιδιότητα είναι σαν να περπατάς σε μισόφωτο δωμάτιο, σκέφτηκε. Από το απέναντι ανοιχτό παράθυρο κάποιος έκανε πρόβα παίζοντας ηλεκτρική κιθάρα. Μια νότα μπήκε στο μυαλό του ενωμένη με την αφή της, ήχησε δυνατά μέσα στο κεφάλι του.Ένιωθε τόσο έντονα την ζωή μαζί της, σκέφτηκε πόσο ιδαίτερα κινούν τα κορμιά τους οι μουσικοί κι οι χορευτές...Υπάρχει ένας τρόπος παράξενα γοητευτικός, σκέφτηκε... Οι μουσικοί κι οι χορευτές...

(συν)αισθηματική κατάσταση [20]

-Οι ιδιοφυίες έχοντας την θνητότητα της ύπαρξης τους, για να φτιάξουν έργα αθάνατα, φεύγουν από το δικό τους μάτι και καταδύονται στην ανθρωπότητα που βρίσκεται απλωμένη μέσα τους. Είπε η Μ. και συνέχισε να τριγυρνά στο δωμάτιο κρατώντας ένα φλυτζάνι με αχνιστή σοκολάτα. Εκείνος διάλεξε ένα δίσκο από βινύλιο. (Μότσαρτ). Άνοιξε το παράθυρο και κάθισε στο περβάζι του αφήνοντας τον ήλιο να του χαιδεύει τον σβέρκο. -Τι έχω πάθει με σένα, μου λες; Αγαπώ αυτά που λες, αγαπώ κι αυτά που σε κάνουν να τα λες. Υπάρχουν πράγματα που σε κεντρίζουν, που σε κάνουν να εκφέρεις αυτά τα λόγια, αυτά τα αδιόρατα, αγαπώ πιό πολύ. Μα και ταυτόχρονα, είσαι τόσο απαραίτητη που ευχαρίστως θα συναντούσα μια άλλη μόνο και μόνο για να πείσω τον εαυτό μου πως δεν μου είσαι απαραίτητη. Η Μ. χαμογέλασε, άφησε την σοκολάτα στο τραπέζι και τέντωσε τα χέρια της επάνω. -Ο έρωτας, προσπαθούσα εντέχνως να σου πω πριν, είναι έργο αθάνατο. Είπε, κι άρχισε να χορεύει κάνοντας κινήσεις μπαλαρίνας. (Είναι απίστευτο πόσο μαγικό μπορεί να είναι ένα πρωινό), σκέφτηκε εκείνος και την κοιτούσε γελώντας. Κι εκείνη την στιγμή ένιωσε να αφήνει κομμάτια από τα συναισθήματα του ελεύθερα και αυτά να ενώνονται με την ανθρωπότητα. Ένιωσε να διαιρείται δηλαδή σε άπειρα μέρη και μια έξαψη ευγνωμοσύνης τον πλημμύρισε.
 Κατάλαβε απόλυτα αυτό που του είπε στην αρχή της κουβέντας της η Μ. Μα είναι ιδιοφυής ένας ερωτευμένος ή απλά είναι ιδιοφυής ο έρωτας αναρωτήθηκε. Εκείνη την στιγμή έβλεπε τις μπούκλες των μαλλιών της να γυρίζουν σε στροφές σαν δερβίσηδες. Ένιωσε απλά ευτυχισμένος... Άλλο είναι η ευτυχία του ενός κι άλλο αυτή των δύο, σκέφτηκε...

(συν)αισθηματική κατάσταση [19]

Κόμποι κόμποι, μεταξωτοί φτιάνουν το κομπολόι της λύπης. Μην είσαι άτρωτος αγάπη μου, με τα χέρια σου παίξε ζωηρά. Παιδί-ελάφι γίνε ξανά, γύρνα στο στέρνο σου, μετακίνησε τους κόμπους και χρωμάτισε τον βαρύ ουρανό. Θα ξαναρθούν ήμερες οι στιγμές να σε επιβραβεύσουν με ένα βελουδένιο ηλιοβασίλεμα. Με χάδι γατίσιο και ευθύ. Γίνε ένας μοναχός στο Θιβέτ, γίνε ξανά έρωτας...

(συν)αισθηματική κατάσταση [18]

Βρέθηκε ακόμη για μια φορά σε μια αίθουσα φιλοξενίας της τέχνης. Σε μια νοητή ευθεία απέναντι της βρισκόταν ο "καλλιτέχνης". Φορούσε ένα ύφος βαρύ και μισομεθυσμένο. Κι ενώ είχε μια φρικτή ζέστη στην αίθουσα, αυτός φορούσε ένα μαύρο παλτό. Κρεμασμένες στο μπράτσο του νεαρές πεταλούδες που λοξοδρομούσαν μεταξύ κουλτούρας και αστικών σαλονιών. Προσπάθησε να βρεί κάτι το ερωτικό στην ατμόσφαιρα, δεν υπάρχει ανεκτικότητα σε μια ατμόσφαιρα αν δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο ερωτικό. Όμως έβλεπε τους ανθρώπους τυλιγμένους σε μια γκρίζα φούσκα. Ξαφνικά από το βάθος της αίθουσας ακούστηκε Βάγκνερ, ένα άρμα σε συμφωνία και κομμάτι ανσάμπλ με τον θάνατο. Το δέρμα της σηκώθηκε ανυπότακτο. Ταυτόχρονα είδε τον "καλλιτέχνη" να επιχειρηματολογεί για το έργο του με γλώσσα ταχύτατη και περισσή σε έπαρση. (Φτωχέ τράγο, τι έργο ωραίο να κάνει κάποιος όταν επιχειρηματολογεί τόσο για την τέχνη του), αναρωτήθηκε κι έκλεισε τα μάτια της. Ο Βάγκνερ εισέβαλλε με το άρμα του μέσα της και κατέλυσε κάθε της κύτταρο. Περπάτησε στην αίθουσα και αισθάνθηκε να χάνεται σε μια κόκκινη χλόη από αίμα...

(συν)αισθηματική κατάσταση [17]

Περπατούσαν πιασμένοι από το χέρι, την ανηφόρα του Λυκαβηττού. Εκείνη μύριζε την ζεστή του μυρουδιά, έμοιαζε σαν ξύλο βουτηγμένο σε λιβάνι. Κι αυτός με μάτια κάρβουνα, την κοίταζε πότε πότε αφηρημένα σαν παιδί και πότε σαν ενήλικας ερωτευμένος. Τότε η γυναίκα άνοιξε τον θώρακα της με τα νύχια της. Ξεπήδησαν από μέσα του ένα μαύρο κι ένα λευκό χελιδόνι. Εκείνος κυριεύτηκε από πάθος πρωτόγνωρο και όταν έφτασαν σπίτι ζωγράφισε την σκηνή. Αυτό που έφτιαξε ήταν ο πιο ποιητικός του, ανθρώπινος πίνακας. Υπήρχε η αφαιρετικότητα και όλα τα θέλγητρα που υποτάσσουν την θέληση στην καρδιά. Μόλις τον τελείωσε, έσκυψε και φίλησε τα πόδια της. Κι εκείνη χαμογέλασε που ελαφρύτερη ένιωθε, δίχως τα δυο χελιδόνια που άφησε λεύτερα στην ανηφόρα του Λυκαβηττού...

(συν)αισθηματική κατάσταση [16]

(Δεν χρειάζομαι αλήθειες, μόνο μικρά ψέμματα που καλύπτουν την σκληρή πραγματικότητα), της είπε ένα πρωί παγωμένο. Η πρωινή υγρασία έκανε τα φτερά των πουλιών να τρέμουν. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε προσεκτικά. Με δύναμη έκαναν την εμφάνιση τους νέες ρυτίδες γύρω από τα μάτια του και μαύροι κύκλοι. Έφτιαχναν έτσι σκληρό, το πρόσωπο. (Πάλι δεν κοιμήθηκες); είπε με ένα λεπτό ενδιαφέρον στην φωνή της. Και συνέχισε. (Έδιωξες όλους όσους μας αγαπούσαν, μακριά μας, με τις σκληρές σου τακτικές.) Και κοίταξε γύρω της τα άκομψα γλυπτά του, είχαν χάσει από καιρό την λάμψη τους, ακόμη και στα έργα του φερνόταν σκληρά και άκομψα. ( Τα συναισθήματα θυσιάζονται για την αλήθεια, αυτό είναι η τέχνη, εσύ το ξέχασες μαζί με άλλα πολλά). Εκείνη την στιγμή, ένα γκρίζο περιστέρι πέταξε έξω από το παράθυρο. Αυτός το κοίταξε αφηρημένα. Έπειτα θυμήθηκε πως άρχισε να βλέπει τον κόσμο με τα μάτια της νεκρής μητέρας του, αυτά που τόσο είχε μισήσει κάποτε, μα, από πότε αυτό του συνέβαινε; αναρωτήθηκε κι ένα δάκρυ ξεπρόβαλλε στην άκρη του δεξιού ματιού του.. Έξω τώρα έπιασε να ρίχνει χιονόνερο...

(συν)αισθηματική κατάσταση [15]

Μέσα στο χάος λαμπερή προβάλλει η δημιουργικότητα. Είτε αφορά στα θέματα του έρωτα, είτε σε θέματα που αφορούν τέχνες. Αδύνατον όμως να ζήσω μέσα του για πολύ. Χρειάζομαι να ξέρω που αναπαύονται οι ιδέες μου ή που τρέχουν σαν ζώα στο ξέφωτο. Αγρυπνά πάντα μέσα του το πνεύμα μου, όμως δεν μπορεί για πολύ εκτός μιας αυτόματης γραφής ή πλασμάτων που αγγίζω το σχήμα τους το ανάγλυφο. Το ίδιο δεν μπορώ να υπάρξω σε κανόνες, είτε αυτοί αφορούν έργα, είτε ανθρώπους. Είναι γοητευτικός πάντα ο κανόνας που αφορίζει τον επόμενο, όμως ζητώ την αρμονία και την τάξη της ομορφιάς που υπάρχει στα αρχαία αγάλματα...Εκεί βρίσκεται η ομορφιά, στα μάτια των αρχαίων αγαλμάτων και στα μέλη τους που κομψά σκορπίζουν ευδαιμονικά τα σχήματα..

(συν)αισθηματική κατάσταση [14]

Νιώθω από εσένα, όλα που μου περιγράφεις. Αυτά που με επιμέλεια μου κρύβεις κι αυτά που τονίζεις χτυπώντας με την γλώσσα τις συλλαβές τους. Αυστηρά παραγγέλματα οι ματιές που μου ρίχνεις πλάγια. Μου αρέσει να κάθομαι να σε ακούω και να φτιάχνω ρόλους. Να φτιάχνω δάση από αισθήσεις και άγονα μέρη. Ο πιό όμορφος ρόλος που φτιάχνω, είναι αυτός του νομάδα. Αυτό που διαφέρει είναι πως αντί για ζώα μετακινώ συνέχεια τις λέξεις σου για να ταίσω. Είναι κι αυτό μια συγκλονιστική όψη της ζωής. Η ζωή χωρίς την ματιά της τέχνης θα ήταν μια μαύρη τρύπα φερμένη από ένα άγνωστο σκληρό κόσμο...

(συν)αισθηματική κατάσταση [13]

Στις άγνωστες συνομιλίες του ποιητή με την ανυπαρξία, εκεί στάθηκε. Κι αυτά που βρήκε ήταν λέξεις στολισμένες με χρώματα άγνωστα. Σελίδες γεμάτες αμαρτίες και αγιοποίηση. Όλες οι αμαρτίες του έγιναν σύμβολα και έννοιες φθαρτές. Γιατί όλα αυτά, αν δεν σημάδεψαν την ζωή αυτού που τα διαβάζει, τίποτε δεν είναι. Γι' αυτό εκείνος ποτέ δεν θέλησε να απαγγείλει τους στίχους. Μονάχα να ζεί όπως του όριζε το μέσα των ματιών του. Πίσω από τα αόρατα κάγκελα μια φωνή τραγουδάει με νότες λανθάνουσες. Αυτό το λάθος ήταν οι μικροί ορισμοί της ανυπαρξίας του. Θυμάμαι όταν τον είδα είχε βροχή στα χέρια του...

(συν)αισθηματική κατάσταση [12]

Περπατούσε κι ο δρόμος άρπαζε χρώματα. Κάτι από κόκκινους λαγόνες, κάτι από ένα χλωμό μεταξένιο λευκό στους γλουτούς. Κάτι από κάρβουνο στα μάτια. (Υπάρχουν άνθρωποι που καθώς περπατούν ξύνουν ολόκληρες ιστορίες στο πάτωμα. Είναι συνήθως πλάσματα που δεν έχουν παραδώσει το πνεύμα τους στην ανία). Περπατούσε και οι οδηγοί δεν χτυπούσαν τα δάχτυλα νευρικά στο τιμόνι. Γιατί μια λεπτή αύρα τους φυσούσε στο πρόσωπο μπαίνοντας ξαφνικά από το παράθυρο.(Υπάρχουν άνθρωποι που σηκώνουν στα χέρια τους την ευαισθησία που έχει ένα χαρτί που σκίζεται στα δυο μαζί με το πρωινό ξύπνημα ενός λουλουδιού που ευωδιάζει άγρια)...

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

(συν)αισθηματική κατάσταση [11]

Η αναζήτηση της ηθικής δεν υφίσταται αν ο άνθρωπος δεν έχει βαθιά γνωριμία με τον εαυτό του. Μια ευκαιρία για να δεί κάποιος τον αληθινό του εαυτό είναι να τον αναζητήσει στον έρωτα. Και φυσικά να αφήσει κάθε ηθική για μεγάλο διάστημα. Να εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Θα ορμήξουν οι επιθυμίες του από την αίθουσα του ασυνείδητου και ο άνθρωπος θα γίνει αυτό που είναι. Ένα κομμάτι της φύσης. Κι όλη η φύση κινείται κι εξελίσσεται με την ηδονή. Όλα τα στάδια της φυσικής εξέλιξης βασίζονται στην ηδονή...

(συν)αισθηματική κατάσταση [10]

Οι αρπάγες του έρωτα στην σκιά παραμένουν. Κρυμμένα έχουν στην τσέπη δηλητήρια. Ρίχνουν στα μάτια άκοπα. Λεπτές οι προσωπίδες τους, δεν κρατούν παρά λίγες ημέρες. Κι ό,τι μένει από τον έρωτα στάχτη και μέταλλο. Μια φωταγωγημένη πολιτεία που αγγίζει τα μυστήρια των σύννεφων δεν θα δούνε. Ούτε τα βλέμματα που φανερώνουν αγιοσύνη και αμαρτία. Ατέλειωτες πλήξεις θα τους δυναστεύουν ώσπου να βρούν το νέο θύμα. Τι μάταιος τούτος ο κόσμος για όλα τα πλάσματα που φορούν προσωπίδα κυνηγώντας μια χίμαιρρα, φτιάχνοντας χίμαιρρα τον ίδιο τον εαυτό τους...

(συν)αισθηματική κατάσταση [9]

Ένας ζειμπέκικος, βράδυ Κυριακής, έταζε αγγέλους και δαίμονες χορεύοντας στο πάτωμα. Άνοιξε το ταβάνι και μπήκαν στο σπίτι πετώντας, γυναίκες μπλε και κόκκινες. Άφησαν μπροστά του τα πνευστά. Γύρισε αυτός και άκουσε jazz να χτυπά τα μάτια του. Κι έγιναν τα πόδια του ρυθμός αλλιώτικος. Κι όλοι τώρα χορεύανε έξαλλα λυγίζοντας τις εσωτερικές χορδές. Κυριακάτικη η νύχτα έπαιρνε μπροστά αποχαιρετώντας την παλιά εβδομάδα. (Μην σε νοιάζει τίποτε, μόνο χόρεψε) έλεγαν οι γυναίκες, η μουσική τρυπούσε τα αυτιά μιας γριάς ξεδοντιάρας, όμως κι αυτή σιγά σιγά άρχισε να χτυπά τα χέρια της επάνω στα πόδια της..

(συν)αισθηματική κατάσταση [8]

Χρειάζομαι τους ανθρώπους. Κάποιοι άνθρωποι είναι ένα μαξιλάρι που είναι γεμάτο ουρανό και θάλασσα. Ξεχωρίζω αυτούς που οι συμβουλές τους είναι γαλήνιες και πράες. Αυτούς που ξέρουν πως τα παιδιά σοφότερα είναι από έναν γέρο. Μαζί με τους άλλους φαντάζομαι πως υπάρχουν ακρωτήρια στην χαρά και την ευδαιμονία.
Κι είναι στιγμές που ένας όμορφος κόσμος γέρνει τρυφερά τα χέρια του πάνω μου. 'Ενας τρόπος να υπομένεις την ασχήμια είναι οι στιγμές που μοιράζεις τον εαυτό σου σε άπειρα κομμάτια κι έρχονται πίσω σαν χαρούμενα πουλιά που κρατούν στο ράμφος μια κουκίδα αγάπης... όλες οι κουκίδες μαζί θριαμβεύουν...

(συν)αισθηματική κατάσταση [7]

Τελικά οι περισσότεροι άνθρωποι που είναι κακομαθημένοι (όχι καλομαθημένοι) έχουν ένα έντονο στοιχείο κίτς. Ο τρόπος που τα θέλουν και τα παίρνουν όλα δικά τους δεν αφήνει κανένα αισθητικά ωραίο στοιχείο στις πράξεις τους. Μα και κανένα ωραίο αποτέλεσμα. Και συνήθως μεταμορφώνουν και τους ανθρώπους που μένουν δίπλα τους σε αυτό το πρόσωπο. Αλλά θα μου πείς αυτοί ας πρόσεχαν... όμως προσέχει κανείς τον τρόπο που αρπάζει ο άλλος την ζωή; ή μένει μονάχα στις λεπτομέρειες που του φτιάχνουν ωραίο έναν πίνακα;

(συν)αισθηματική κατάσταση [6]

Οι πολύτιμες σκέψεις δεν οδηγούνται αναγκαστικά από τον δρόμο της λογικής. Τα κοπάδια της αθωότητας είναι αυτά που σπέρνουν πολύτιμους εσωτερικούς λίθους. Και το παιδί της ευγνωμοσύνης πάντα στέκει την κατάλληλη στιγμή για να ορίσει ως ευτυχία τα επόμενα λεπτά. Αφήνω τον εαυτό μου λεύτερο από συνέπειες και δογματικές λογικές. Και για να μπορέσω να τον δω δίχως σκιές, ατόφιο και αδαμάντινο αφήνω πίσω τα όρια της λογικής... κάθε συμβιβασμός εδώ που τα λέμε χαρτογραφεί επώδυνα και μισά τα ανθρώπινα, το ίδιο κι η έννοια των συνεπειών από τα παραπατήματα... Πώς θα ήταν ο άνθρωπος δίχως να 'χει παραπατήσει στην ζωή; Μια τρύπια κόχη, δίχως μάτια...

(συν)αισθηματική κατάσταση [5]

Κοιτάζει στον καθρέφτη του την μοναξιά του. Ξέρει καθαρά πως υπάρχουν μοναξιές από ασυμβίβαστα τοπία της ενδοχώρας. Μόλις όμως πέσει το σκοτάδι κυνηγά σκιές και δαίμονες. Κάποιοι από αυτούς κυνηγούν την αιώνια ουρά τους, κάποιοι όμως τολμούν να δουν πιο πέρα. Ατέλειωτα μυστικά θησαυρών κουβαλά στην πλάτη του, σαν ένα καβούκι που κρύβει από κάτω του θάλασσα. Χρειάζεται πόνος πολύς στο ενδοσκόπιο. Να βγάλει το μάτι την μεμβράνη. Κι όταν αυτό συμβαίνει καθαρίζει ο ορίζοντας. Φρικτή η πρώτη αλήθεια. Αυτός που δεν αγαπήθηκε σαν παιδί ένα μαστίγιο καχυποψίας κρατά για όλους τους άλλους. Πρώτο θύμα ο ίδιος ο εαυτός του στο μαστίγωμα... καθώς όλοι φταίνε εκτός από τον ίδιο...