Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Η ανταύγεια του πάθους της, έπεσε στο πρόσωπο του
Σύστηκε μέσα του ο γήινος κόσμος κι αποσύρθηκε για τον δρόμο του νερού
Αποξενωμένος από όλα, άρχισε ένα γλυκό παραλήρημα που δεν το άκουγε κανείς άλλος, παρά η ψυχή του κι όλα της τα παράθυρα άρχισαν να ανοίγουν.
Το ένα μετά το άλλο, το ένα μετά το άλλο.
Ο ύπνος του μετά από αυτό το αντάμωμα των βαθύγλυκων ματιών της, έγινε εφιάλτης.
Την έβλεπε κά...θε ημέρα να παίρνει το γνωστό δρόμο, ακολουθούσε τους λαγόνες της και το άρωμα του κορμιού της.
Είχε γίνει ένα αγρίμι, περπατούσε πίσω της και προσπαθούσε να μυρίσει τα μαλλιά της, τον λαιμό της, πίσω από το απαλό θρόισμα του φουστανιού της, τους καρπούς της που κρατούσαν ένα μικρό τσαντάκι χαλαρά και με μια κίνηση όλο χάρη.
Κι έπειτα το θέλω του άρχισε να διασχίζει όλα τα άγχη του, τις αγωνίες του, έπιασε να τα γλυκαίνει, να τα απλώνει μέσα του σαν ένας ήλιος μετά από πολλά άγρια σκοτάδια.
Τα μάτια της ήταν γκρίζα, πυκνωμένες βλεφαρίδες σκίαζαν τις ίριδες και το στόμα της ένα βύσσινο μισάνοιχτο.
Σαν το χρώμα του πάθους του γι αυτήν.
Ήξερε πως ήταν από αυτές τις γυναίκες, τις κυριαρχικές και αγέρωχες, αυτές που με λύσσα έπαιρναν πάντα αυτό που ήθελαν.
Δεν ήταν ηλίθιος, ήταν κεραυνοβολημένος , άφησε το πάθος να μπει μέσα του ολοκληρωτικά.
Η ανία κι η αηδία του για τον υπόλοιπο κόσμο έπαψε.
Τα πάντα τώρα ήταν εκείνη, δεν ήταν απλά μια τυχαία αφορμή για να αλλάξουν όλα μέσα του.
Ήταν η ειμαρμένη του.
Δεν έχει σημασία πως γνωρίστηκαν, δεν έχει σημασία πως ακριβώς κουρελιάστηκε όλος ο κόσμος της λογικής του.
Αυτή ήταν σαν την <<μαύρη χήρα>>, αυτό το είδος αράχνης που σαν συνουσιαστεί με το αρσενικό το καταβροχθίζει με επιμέλεια.
Τον έκανε πότη και του ρούφηξε ότι είχε σε χρήμα.
όμως αυτός, ποτέ δεν μετάνιωσε.
Γιατί ήξερε από την αρχή πως θα τον εξαφανίσει.
Όμως αυτός, ανήκε σε κείνο το γενναίο και σπάνιο είδος των ανθρώπων που ζουν το πάθος τους σαν μεταμόρφωση.
Γιατί ένα μέρος του πάθους είναι κι αυτό, η μεταμόρφωση...
Κι ένιωσε ευλογημένος που βρέθηκε άλλο ανθρώπινο πλάσμα να τον απελευθερώσει από το άθλιο εγώ του.
Ακόμη κι αν μετά ότι είχε για να ζήσει σε έναν γήινο κόσμο του το κατέστρεψε...
Τέτοιες στιγμές δεν μετριούνται σαν συνηθισμένες.
Και ποτέ δεν την απομυθοποίησε, ποτέ δεν έπεσε στα μάτια του.
Ήταν αυτή που του έμαθε πως στην ζωή εκτός από το να την διασχίζεις με τα πόδια μπορείς να κάνεις πτήσεις αργές.
Πως το πάθος είναι ένας κυκλώνας, μια συγκέντρωση γιαγαντιαίων δυνάμεων που στριμώχνονται στο στήθος σου και δεν τις ήξερες ποτέ...
Αυτό ακριβώς,
οι δυνάμεις που δεν ήξερες πως έχεις εγκλωβισμένος,μέσα σε μια μικρή, νοικοκυρεμένη ζωή, αυτό ακριβώς, αυτή η λυσσασμένη αδυναμία στην μη εγκατάλειψη σου πάνω σε έναν άλλον,
αυτό ακριβώς,
εκείνες οι δυνάμεις που λες και έρχονται στην επιφάνεια αφού έχουν νικήσει τον Αχέροντα,
αυτό ακριβώς, που χρόνια ολόκληρα δεν 'ηξερες πως έχεις,
αυτό ακριβώς είναι που απαιτεί ευγνωμοσύνη γιατί το εζησες.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να λάμψει σε μια στιγμή αιωνιότητας.
Όποιος μετάνιωσε για ένα μεγάλο πάθος που βίωσε είναι μωρός

(Περί πάθους)
Η αληθινή αξιοπρέπεια, δεν κάνει καμμία φασαρία και καμμιά προσπάθεια για να αποδείξει την ύπαρξη της. Αν ήταν μέρος ενός σπιτιού θα ήταν η στέγη του.
Αυτό φυσικά ,έχει σαν συνέπεια πολλές φορές να δέχεται ήττες από το θράσσος την ευτέλεια την βλακεία και την ίντριγκα. 'Ομως αυτό δεν έχει καμμία σημασία, γιατί η αξιοπρέπεια, στέκεται ψηλότερα από ήττες και νίκες.

Μπορεί να έχει λίγο μοναχική πορεία, αλλά δεν συμβιβάζεται κι αυτό είναι τα πάντα...
Στο σοκάκι μεθυσμένοι, γλυκοναρκωμένοι από την επήρεια της ρακής ακούνε το λαούτο, ένα μπουζούκι, ένα μπαγλαμαδάκι και μια κιθάρα.
Ρεμπέτικα του Μάρκου και του Τσιτσάνη, σκέφτομαι, αλήθεια, πως έγινε κι ο ένας επιβλήθηκε με το επίθετο κι ο άλλος με το μικρό του όνομα;
Δεν βαριέσαι, γιατί να αναρωτιέμαι, ας απολα'υσω την βραδιά.
Το φεγγάρι έπιασε να φαίνεται πάνω από τα σπίτια, μπλεκόταν οι κλωστές... του με τις νότες τα πρόσωπα των μουσικών και των πελατών.
Στο μπλε τραπεζάκι στην γωνία κάθεται ένας Γάλλος ακαθορίστου ηλικίας σιγοτραγουδούσε τον Μάρκο.
Έμοιαζε σαν αρχαιολόγος ή σαν ιστορικός τέχνης. Μιλούσε και με άλλους Γάλλους δίπλα του.
Πολλοί Γάλλοι και Ιταλοί στο νησί φέτος.
Έμοιαζε παραδομένος στο μπουζούκι.
Ξαφνικά ήρθε μια παρέα Ελλήνων και δεν υπήρχε ούτε μια καρέκλα. Άρχισαν όμως να χορεύουν. Οι Ιταλοί τους κοίταζαν γελώντας, τους άρεσε πραγματικά αυτό που έβλεπαν.
Χόρευαν όμορφα, ήταν από 40 ως 60 ηλικιακά αλλά είχαν κέφι εφήβων. Φτιαγμένοι από ψημένη ρακή σίγουρα, αυτή σε χτυπάει ύπουλα...
Αρκετά γρήγορα βρέθηκε μια κουρελού κι ένα καφάσι από μπύρες, τους έφεραν και ψημένη ρακή και συνέχισαν τις σπονδές στον Διόνυσο.
Το φεγγάρι φαινόταν καθαρά πια, είχε διασχίσει την τροχιά του και στεκόταν πάνω από τα κεφάλια μας. Είχα ήδη αρχίσει να αισθάνομαι την λάμψη της σιωπής του στο στήθος μου.
Οι μουσικοί άλλαξαν ρότα, άρχισαν να παίζουν κρητικά. Η ατμόσφαιρα φορτίστηκε από γνήσιο συναίσθημα καθηλωτικό και διαυγές .
Η Κρήτη μιλάει μέσα μου σαν κατακόρυφη ποίηση.
Σκέφτηκα την φράση του ROBERTO JUARROZ, (το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο είναι σα να τον σώζεις).
Έτσι νιώθω ακούγοντας Κρητικά.
Ο Θ., το ένα παιδί που έχει το μαγαζί έχει μπλε μάτια. Σέρβιρε ποτά και μετά έπιασε κι αυτός να παίζει κιθάρα. Κάποιος μου είπε πως οι παλιοί Αμοργίνοι είχαν μπλε, καθαρά μάτια, αν είχαν θα ήταν σαν αυτά.
Παιδί με καρδιά γλυκιά ο Θ. ξεχειλίζει γλυκύτητα φιλοξενία και κινείται σαν την γάτα.
Το ίδιο κι ο αδελφός του, ο άλλος που έχει το μαγαζί. Μοιάζουν σαν μεγάλες παιχνιδιάρικες γάτες.
Τα Κρητικά ανοίγουν ρήγματα βαθιά, σε κάνουν να θες να βρείς τα νώτα του θεού.
Άπειροι σχηματισμοί αγάπης διαφαίνονται και υφαίνουν κόσμους από λέξεις.
Σκέφτομαι, θα ήθελα μια νύχτα να ξεράσω όλα τα ξύδια του κόσμου, όλη την χολή τους, να μείνουν ξέσκεποι από αυτά, να ορφανέψουν από την πίκρα , την οργή που υποβόσκει και τις πληγές τους.
Δεν είμαι Χριστός, μπορώ όμως να κλάψω διαβάζοντας ένα ποίημα ή όταν βλέπω τις άπειρες γραμμές στο στόμα μιας γραίας γυναίκας ή αν δω ένα ζώο κακοποιημένο.
Ξαφνικά βλέπω στα μάτια της Ε. αρκετά μακριά μου να κυλά ένα δάκρυ, το σκουπίζει βιαστικά και μετά από δέκα λεπτά φεύγει.
Σκουπίζουμε τα μάτια μας για να μην δούν οι άλλοι τις αδυναμίες μας.
Ενοχικά και σαν ξένοι από εμάς...
Τα Κρητικά μετά από λίγο είναι μια κήτη όπου ποτάμια κυλούν ξέπνοα.
Υπάρχει λυρισμός στην νύχτα.
Τόσες διαφορετικές γλώσσες ενώνονται με αυτήν, της μουσικής..
Είμαι εδώ..
Για όσο...
Όταν αποφασίσαμε να φύγουμε και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια του γυρισμού άρχισαν πάλι να ριζώνουν στην καρδιά μου ουτοπίες και ιδέες που γίνονταν μάτια.
Έτσι είναι μια ιδέα, μια σκέψη, ένα μάτι που σε κοιτά ίσια και ανάποδα...
Παράδεισος δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει ποτέ. Αφού δεν υπάρχει γιατί δεν χτίζουμε όλοι από έναν μέσα μας;
ίσως τότε οι ίσκιοι μας να γέμιζαν φως....

( Η χτεσινή βραδιά στην -κάτω γειτονιά- στο παραδοσιακό καφενείο το Λουκάκη)
υγ. υποκοριστικό του Λουκά , έτσι θέλουν να το γράφουν τα παιδιά που το έχουν, Λουκάκη κι όχι Λουκάκι . Τους αγαπώ πραγματικά..

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Ένα παλιό μαξιλάρι κι ένα κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο,
το παιδί κοιμάται κι η κάμαρα ησυχάζει,
ο παππούς το φιλά στο μέτωπο κι η γιαγιά το σκεπάζει.
Το τριζόνι έξω στο δρομάκι ύπνο δεν έχει.
Το καντήλι πάντα αναμμένο κι η στάμνα γεμάτη νερό.
Το φαγητό σκεπασμένο κι η γάτα το μυρίζει από μακριά.
Σςςςςς,
μην κάνεις θόρυβο, αν ξυπνήσεις το όνειρο του θα σηκωθεί ταραγμένο.
Είναι νωρίς ακόμη να δακρύσει για τον χρόνο που φεύγει.
Κάποτε η ζωή ήταν γεμάτη από μικρά πράγματα κι αθώα.
Κάποτε πίστευες πως είσαι αιώνιος.
Μόνο η πεταλούδα που νεκρή έπεφτε και η παύση των τζιτζικιών πονήρευαν το παιδικό πνεύμα.
Πως αυτός ο παράδεισος δεν θα κρατήσει για πάντα..

(Αναπόληση)
Τραγούδι από μετάξι,
σε παρατηρώ και τα μάτια μου γλυκαίνουν, βυθίζονται σε έναν υγρό κόσμο.
Ολες οι πλάνες μου, στον τοίχο βγάζουν μάτια, σε κοιτούν και μαλακώνεις.
Δεν ήταν ποτέ απροσπέλαστος ο κόσμος μου,
ο φόβος σου ήταν, αυτό το αρχαίο κτήνος με το μαύρο σπαθί.
Κι ύστερα, μόλις έπαψε το αηδόνι, εσύ έγινες τραγούδι.
Καταπίνω τις νότες σου στον λάρυγγα και σε εξυψώνω.
Κι έκανα, όλου του κόσμου τις προδοσίες,, μια συγνώμη.
Έτσι εξυψώθηκα για σένα,
τώρα σε τραγουδώ σε ένα μικρό δωμάτιο που μπαίνει ο ήλιος.
Έχω παρέα έναν λευκό σκύλο,
φίλος και ακούραστος ακροατής μου.
Το να μην είσαι μόνος σε αυτόν τον πληκτικό κόσμο είναι κάτι,
μα σπουδαιότερο μοιάζει να έχεις φίλο τον εαυτό σου.
Έτσι το ύστερα μοιάζει μια όμορφη, τρυφερή περιπέτεια.

(Κλωστές και ήχοι)
Μπαίνοντας στο παραδοσιακό καφενείο της Μοσχούλας, σήμερα Κυριακή, αρκετοί ήταν καθισμένοι και ευρισκόμενοι σε πλήρη χαλαρότητα.
Πλησιάζοντας να πληρώσω, ένας γάτος τίγρης, αδύνατος με πράσινα μάτια με κοίταξε.
Τον πλησίασα, τον χάιδεψα και απλώθηκε σαν βεντάλια δείχνοντας μου την απαλή του κοιλιά. Πόδια και νύχια σε έκταση. Αφέθηκε ρονρνορίζοντας..
Αμέσως ένα πουλάκι πέρασε τιτιβίζοντας πάνω από το κεφάλι μου, κρατούσε στο ράμφος του κάτι. Ανέβηκε στο ταβάνι, απολύτως παραδοσιακό με ξύλινα δοκάρια, χάθηκε για λίγο μέσα στα ξύλα κι αφού τάισε το μικρό πέταξε έξω από την πόρτα.
Άνθρωποι και πουλιά σε ηρεμία ενός Βούδα.
Τα τζιτζίκια γύρω, χαλούν τον κόσμο.
Ένας άλλος κόσμος σκορπίζεται μπροστά μου απλώνοντας ένα μαγικό χαλί εντυπώσεων.
Ερχόμενη στο σπίτι μου έπιασα τα γέλια καθώς θυμήθηκα τον παππού μου μέσα από κάποιες διηγήσεις του, ο πολύχρωμος υφαντόκοσμος της μνήμης δεν με αφήνει ποτέ όσον αφορά όλα τα αγαπημένα μου πρόσωπα..
Ήταν Απόκριες , ακόμη δεν είχαν αρραβωνιαστεί με την γιαγιά.Η γιαγιά ήταν μαζί με την μητέρα της σε αυτό το καφενείο και γινόταν γλέντι με βιολιά.
Ο παππούς την είχε χορέψει πολλούς κάβους, συρτό και μπάλο.
Κάποια στιγμή ένας Χωραίτης έμπορος που είχε έρθει με το μουλάρι του στολισμένο με χάντρες κι είχε κάνει εντύπωση σε όλους, την ζήτησε σε χορό από την μητέρα της.
Χορευαν συρτό αρκετές φορές.
Ο παππούς έπινε κρασί κι άρχισε να φτιάχνει μέσα του μαύρα σύννεφα.
Σαν χόρεψαν μπάλο την μισή νύχτα ο παππούς συννεφοκαμένος πια γύρισε το τραπέζι ανάποδα.
Η γιαγιά ανησύχησε αλλά δεν έδειξε τίποτε, ωστόσο ο πυρετός της αγάπης της είχε ανέβει τόσο ψηλά που έπιασε το άστρο της Αστάρτης...
Την μνήμη αυτή την κρατώ από τα 14, τόσο ήμουν όταν μου τα έλεγε ο παππούς κι ήμουν καθισμένη στα γόνατα του.
Η γιαγιά Καλλιόπη σαν μου είπε ο παππούς ( αυτά έκανε η λαλά σου κόρη μου για να με φουρκίσει), του είχε πει.
(Ωχ καημένε, ήντα κάθεσαι και λες στο παιδί, όσα θυμάται ο γέρος τα λέει και γελά το σήμερα).
Βέβαια πρόσεξα την λάμψη στα μάτια της.
Δεν ήταν η γυναικεία ματαιοδοξία, ήταν η γνήσια αγάπη που χε απλώσει στον χρόνο κι ήταν λίμνη που κολυμπούσαν μέσα της αυτοί οι δυό...
Ο παπούς γέλασε και τον έσφιξα στην αγκαλιά μου.
Δεν τον αγαπούσα, τον λάτρευα και τον θαύμαζα..
Καθίσαμε στο τραπέζι και φάγαμε, ήταν Κυριακή σαν σήμερα..
Είναι ώρες ώρες που μου λείπουν τόσο που νιώθω μόνη μου μέσα σε ένα νησί που είναι δικό μου μεν, αλλά έγινε έτσι από μέσα τους...
Και τι δεν θα έδινα να άκουγα για λίγο την φωνή του παππού μου..
Φορές φορές ,νιώθω μισή, έτσι είμαι, σαν τους σκέφτομαι είμαι μια βαρκούλα χωρίς πανιά, με πάει το πέλαγος σαν να είμαι ξενικό τραγούδι,
σαν να με κοτούν οι γλάροι και λένε,
που πας, που πας έτσι μονάχη και λυπημένη;
Έπειτα κοιτάζω τις φωτογραφίες τους και μαλακώνω..

( Ημέρα Κυριακή
ΠΟυ πάνε οι λέξεις όταν φεύγουν από το στόμα,
με κατακόρυφες πτήσεις φεύγουνε και πάνε, 
ύστερα ο απόηχος της φυγής τους συνοδεύει μια μοναξιά στο δωμάτιο,
έναν περίπατο στην άβυσσο και πάνε, σαλεύουν στα σκοτάδια κι άλλοτε φωτίζουν τις στρογγυλές γωνίες σε όσα δεν είπαμε.
Μπορείς να προσποιηθείς, μπορείς να γευματίσεις μέσα στην κόγχη τους 
την πείνα της ζωής σου.
Αυτό είναι το πιό δύσκολο,
όσα που λες να τα εννοείς.
Το τελευταίο μου ποδήλατο ήταν μια λέξη που δεν τήρησες,
το τελευταίο νεύμα σου ήταν η φυγή σου.
Όλα που λέγαμε, ήταν όσα θέλαμε
μα δεν μπορούσαμε να πράξουμε.
Κάθε λέξη έχει μια άλλη απέναντι,
αμφισβητεί την ύπαρξη της άλλης, το μόνο που μένει
είναι η πιό συγκινησιακή εντύπωση της μίας,
ίσως κι η έκφραση στα μάτια κατά την εκφορά.
Ο άνθρωπος είναι δύστροπος και δύσπιστος,
γι αυτόν ακριβώς τον λόγο οι λέξεις αντί αυτού παράγουν ένα έργο,
ένα θεατρικό μονόπρακτο για λίγους θεατές.
Μέσα στους πολλούς οι λέξεις χάνονται,
αλλοτε πάλι γλινονται κυματοθραύστες...

(Η υπόθεση των λέξεων)
Εδώ οι φίλοι είναι μέλι, αναλαμβάνω τον ρόλο του<< απολαυστή>>, καινούργια λέξη, ιδιωτικής χρήσεως.
Ο ήλιος στο νησί καίει και το άσπρο θυμίζει πάντα την άλλη Ελλάδα.
Τα παγκάκια δέχονται τρυφερές αγκαλιές κάτω από τα αρμυρίκια.
Μετά από μέρες ξαναγίνομαι επιτέλους παιδί, ξαναχτυπά η καρδιά μου με τους ρυθμούς του <<απολαυστή>>.
Η απόλαυση έχει γαλήνη, έχει τα παιδικά μου μάτια ξαπλωμένα στο φαράγγι και στα βουνά τα γυμνά.
Στα βράχια απλώνονται μικρές πεταλίδες, στην αμμουδιά σοκολατένιοι άνθρωποι.
Σαν μυριστώ την ίντριγκα της πόλης πετάω μακριά.
Ο απολαυστής μου διαβιβάζει μικρά κύματα ευτυχίας, δεν επιζητώ την ευτυχία που σαρώνει θύελλες.
Θέλω αυτό, την πετσέτα γύρω μου και να περπατώ προς την φωκιότρυπα, εκεί που κολυμπούσα κάποτε μαζί τους.
Θέλω αυτό, αυτήν την μικρή ελευθερία μου , θέλω αυτό, την ευτυχία που είναι μια αγάπη αυτόνομη.
Πέταξα τα πολλά, κρατώ τα στοιχειώδη.
Το γαιδουράκι και τα πουλιά, τις γάτες και τις χαρές τους..
Μιλάω ξανά με την γλώσσα των ζώων, αυτή μου έλειψε, όχι η πολυλογία των ματαιόδοξων ανθρώπων...
Ναι, το κατσίκι με πλησίασε όπως πέρυσι, ναι, τα πουλιά δεν φοβούνται εδώ την ανθρώπινη παρουσία.
Πετάω ξανά.
Πετάω στο μέλι των φίλων μου.
Των ελαχίστων κι αληθινών...
Κι έκανα καινούργιους.
Κι η μέρα με αρπάζει γλυκά από το χέρι.
Λέω, είμαι ελεύθερη, δεν είναι απαραίτητο να με αγαπούν, αρκεί να βρίσκω εγώ λόγους να αγαπώ τους άλλους...
Απλώνομαι σαν χαμομήλι, ανθίζω πάλι.
Απαλλαγμένη από τα γελοία και τα μικροπρεπή.
Εδώ εξάλλου ο ουρανός είναι απέραντος που χωρά τα πάντα.
Η ζωή είναι απόλαυση, είμαι ο απολαυστής της.
Ακόμη κι η λύπη κομίζει θησαυρούς...
Ναι, επιτέλους...τραγουδάω με τα αστέρια και τους γρύλους.
Πανδαισία αισθήσεων και αισθημάτων.
Οι φίλοι μου εδώ είναι από μέλι.
Ρουφάω και την τελευταία τους σταγόνα..
Σκορπίζομαι και ανασυνθέτομαι...
Η αγάπη είναι ελευθερία...
Η ελευθερία είναι ένα θαύμα.
Κι εγώ ένας ταπεινός θαυμαστής της...
Νησί μου..
Είμαι ο θαυμαστής σου, σε πίνω και σε τρώω, ακούς την καρδιά μου;
Χτυπάει πάνω στο στήθος σου...

-Τρίτη της γαλήνης
Συγκατοικούμε με πολλούς άλλους χαρακτήρες μέσα μας,
άλλοτε αυτοσυστήνονται κι άλλοτε σιωπούν,
στους μακρινούς αμπελώνες μας, αγόρια και κορίτσια χορεύουν,
μητέρες από μακριά, τους γνέφουν με άσπρα μαντήλια,
ενώ οι πατέρες οδηγούν πλοία μέσα στις θάλασσες.
Κι ενώ σημαντικά κι ασήμαντα χαρτογραφούν πίνακες και πυξίδες,
έρχεται η στιγμή να πετάξουμε μακριά τους.
Μέσα στο νερό να γίνουμε ασήμαντοι κι ανώνυμοι,
σαν το ωάριο ωριμάσει, ένας νέος άνθρωπος γεννιέται σε μια κοντινή ενδοχώρα.
Τότε ακριβώς ,τα μάτια μας κοιτάζουν χωρίς ηλικία και με χάρη.
Το Αιγαίο μέσα στις Κυκλάδες φωτίζει τον ανήλιαγο εαυτό μας.
Δεν ζητούμε ολοκλήρωση,
μια ταύτιση αδιόρατη μα καίρια.
Είναι η στιγμή του χρόνου η δική μας μέσα σε μακρινές λίστες αναχωρήσεων.
Και κάτι που υπάρχει πέρα από την χαρά και την λύπη...

-Αυτοί που ζούνε στα νησιά-
Υφάλμυρη η γυναίκα γονατίζει, τις ιέρειες του έρωτα ταίζε,ι με κρασί, αίμα και σάρκα/
Σε ένα μαύρο πλοίο ,αφημένη, κοιτάζει τις μέδουσες και τους εραστές/
Στην έκσταση επάνω, άντρες πρόστυχοι και άγριοι,
αυτοί που θέλησαν να γίνουν άγιοι πιό πολύ την εκδικήθηκαν,
την μίσησαν,
μόνο οι πιστοί του παράλογου την έκριναν με λογική.
Ο βυθός, το σπίτι της, ταράζεται, από λίγα δάκρυα για τον χαμένο αδελφό της/
Αιώνες δυό, αιώνες τρείς,
μια θαλάσσια ανεμώνη ανάμεσα στα στήθια της φωνάζει,
ποιό ήταν αυτό που περισσότερο, την έκανε γυναίκα-ψάρι,
ο αδελφός της ή όλοι οι έρωτες που δεν υπήρξαν ένας/
Την κοιτάζω τώρα, σαν πλωραία πανωραία σε ένα αρχαίο καράβι,
τίποτε δεν άλλαξε από τότε που ξεκίνησε ο κόσμος...

(Υφάλμυρη γυναίκα)
Διαβάζω βιβλία αγαπημένων, (τελειώνω σύντομα το μπαρ Φλωμπέρ του Αλέξη Σταμάτη), με περιμένουν αρκετά βιβλία ακόμη του Στέφαν Τσβάιχ, το κουκλόσπιτο έχει γεμίσει βιβλία και αστέρια που μπαίνουν από την πίσω βεράντα.
Η βλακεία κι ο σκοταδισμός της Αθήνας είναι πολύ μακριά.
Καθημερινώς περπατώ και έχω κάνει τα πόδια μου γερά σαν πέτρα.
Καθημερινώς εξασκούμαι στην γλώσσα των ζώων, αυτό σημαίνει πως ξεφεύγω αρκετά από την προσποίηση των λέξεων, ξεχνώ δηλαδή πως με τις λέξεις πουλάς κάτι άλλο από αυτό που στην πραγματιικότητα είσαι...
Ξαναθυμάμαι με τρυφερότητα κομμάτια της παιδικής ηλικίας που είχα ξεχασμένα...
Ανακαλύπτω πως η ευαισθησία είναι ένα αρκετά μεγάλο μέρος δύναμης.
Αποφάσισα να μην την κρύψω ποτέ για να δείξω κάτι άλλο, όποιο κόστος κι αν έχει αυτό...,
Δεν είμαστε πωλητές, είμαστε απολαυστές.
Αυτός ο απειροελάχιστος κόκκος που είμαστε μέσα στο αχανές σύμπαν χρειάζεται να ζήσει ένδοξα και αληθινά.
ΔΕν είναι κακό να στέλνουμε στον διάολο κάποιους που το αξίζουν αυτό με το σπαθί τους...
Ο αυτοσεβασμός είναι το πρώτο πειστήριο της απόλαυσης...
Ναι, εδώ βρίσκω ξανά κομμάτια μο,υ που στην πόλη ήταν γεμάτα σκόνη και μου θάμπωναν τον νου..
Ένα κομμάτι από αυτά ,με βρήκε κάπου ενώ περπατούσα, μου ζήτησε εξηγήσεις, μου είπε πως οι βλάκες κι οι επηρμένοι δεν αντιμετωπίζονται με ευγένεια αλλά με δυνατές κλωτσιές, εγώ το 1913 άφησα την ευγένεια να με κυριαρχήσει τόσο ώστε να γίνει ηλιθιότητα.
Πάντα όταν περπατώ κάνω τις πιό γεμάτες και διαυγείς σκέψεις.
Εντάξει, ήταν λάθος από μέρους μου, αλλά αυτό σημαίνει στο κάτω κάτω, πως αφού ακόμη κάνω λάθη κι ενώ είμαι αρκετά έμπειρη ,πως έχω ακομη αρκετές δόσεις αθωότητας και ειλικρινούς διάθεσης απέναντι στους άλλους χωρίς να έχω γίνει<< πονηρίδης>> και προκατειλημένη βάζοντας τους άλλους σε κουτάκια..
Ναι, έχω αρχίσει να αλλάζω...
Συνεχίζω να ζω..
Δεν υπάρχει χώρος για μικρές απρέπειες εδώ κάτω, όταν τα βουνά φιλούν τα σύννεφα κι η θάλασσα με τους μικρούς φυκιώνες της κυκλοθυμικά αγκαλιάζει τα σώματα.
Ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος συναντούν το πνεύμα των παλιών ανθρώπων.
Βουτάω στο χάος ξανά και ξανά αφήνοντας την τάξη γι αργότερα.
Από το χάος βρίσκω κι άλλα κομμάτια στολισμένα κι απαλλαγμένα από εμένα.
Είμαι μια τυχαία συνάντηση μιας τυπικής γιορτής.
Προσκαλεσμένη αναπάντεχα.
Τίποτε δεν ξοδιάζεται χωρίς λόγο, όλα έχουν την σύλληψη της δημιουργίας στο έπακρο.
Κατοικώ στα πηγάδια.
Στα χαμόμηλα και στα φασκόμηλα.
Αναβρασμός.
Άτυπες συμφωνίες του είναι.
Είμαι μέσα στο φίδι που τρώει την ουρά του.
Για μερικά δεύτερα νιώθω το όλον..
Εισβάλλω σαν νερό παντού.
Και το νερό με κατακτά χωρίς να θυμάμαι την μήτρα της μάνας που κολυμπούσα μέσα της.
Μια άγρια κι άγια απελευθέρωση σε συμφωνίες πνευστών.
Είμαι κύτταρα που πετούν.
Λέξεις χωρίς κατεύθυνση.
Αφημένη στην άμμο κοιτάω τις Κυκλάδες και τα αρχαία εδώλια.
Αγαπώ σε!
Υμνώ σε!
Ευγνώμων που ακούω το αίμα μου να κυλάει ζωντανό και ζεστό.
Η θαλπωρή της ψυχής είναι σπουδαίο πράγμα...
Ατενίζω την κάθε ημέρα με μάτια καινούργια, από νερό.
Άθελα μου φέρνω το νερό στο σπίτι μου.
Το καθιστικό, χορεύει μέσα του κολυμπώντας.
όταν κοιμάμαι έχω βράγχια, όταν ξυπνάω τα μάτια μου είναι νερό....

( Τρίτη

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ο κόσμος μας γέμισε από <<φυσιολογικούς ανθρώπους>>. Όπου το φυσιολογικό δεν υπάρχει, υπάρχει τις περισσότερες φορές,σαν μια ανάπλαση της τρέλας.
Ψυχαναλύοντας έναν <<φυσιολογικό>> άνθρωπο ο ψυχαναλητής θα βρεί το υπάκουο παιδί, αυτό που λες και γεννήθηκε για να ευχαριστεί γονείς κι όλους τους άλλους.
Ακολουθώντας έναν σφαλμένο εαυτό γι αλλού ξεκινάει μέσα στα όνειρα του κι αλλού βρίσκεται.
Γελοία... ευπρέπεια και παραδόσεις άνευ όρων΄, καταναγκαστικοί.
Μιλώντας χτες με τον Δ.Π, επιτέλους θυμήθηκα πως υπάρχουν οι τρελοί, οι ιδιοφυείς, οι ασυμβίβαστοι, αυτοί που ο χρόνος δεν τους κόβει τα πόδια ούτε την σκέψη, ούτε την ορμή.
Αυτοί που κουνάνε το ζωνάρι τους για φασαρία με την έννοια του ασυμβίβαστου και της αληθινής αξιοπρέπειας κι όχι τσαμπουκάδων με ηλίθιες ρίζες..
Θυμήθηκα μιλώντας μαζί του πως υπάρχουν <<ψωνάρες>> με την καλή έννοια και παπάρες χωρίς τέλος.
(Ο ρυθμός ή υπάρχει σε έναν άνθρωπο, ή δεν υπάρχει ,κατά την γέννηση του>>, είπε μεταξύ άλλων.
Ευγνώμων κι ευτυχής είμαι που μίλησα μαζί του.
Ξύπνησα το πρωί κι άρχισα να σκέφτομαι τι θα έκανε σήμερα ένας Ζορμπάς ή μια Στέλλα, μέσα σε αυτές τις καθημερινές πολεμικές συνθήκες.
Τι θα έκαναν με αυτήν την κατσαρίδα που λέγεται Κράτος και που τόσο σωστά απασχόλησε τον Κάφκα στο έργο του...
Και σκέφτηκα πως ήξερα κάποιους Ζορμπάδες στο νησί.
87 χρονών ο ένας ,κι ο εγγονός δεν τον έφτανε ανεβαίνοντας το βουνό για να ποτίσει τα κατσίκια.
ένας άλλος πάλι στα 70 που έβρισκε νερό με ένα μπαστούνι και μετρούσε εκατοντάδες γυναίκες τουρίστριες στο μέτωπο του...
Μα και λίγους τρελούς νέους που ανάβανε φωτιές στην παραλία και μέτραγαν άστρα και τα ονόμαζαν, νέους που δούλευαν όλη την μέρα και την νύχτα γλένταγαν ως την επόμενη μέρα...
Ζορμπάδες λοιπόν βρήκα στην ύπαιθρο, στην φύση, Στέλλες πολύ λίγες και κυρίως στην πόλη...
Δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει πως η ΣΤΈΛΛΑ ΚΙ Ο ΖΟΡΜΠΑΣ αυτά που ζούμε δεν θα τα ανέχονταν.
Κάτι θα έβρισκαν να ξεσηκώσουν τους πικρούς αμνούς...
Γιατί φυσιολογικοί δεν ήταν.
Γιατί αυτό δεν είναι φυσιολογικό παρά στα όρια ενός παράλογου σουρεαλισμού...
Μα και δεν είναι σουρεαλισμός ότι ζούμε..
Σε λίγο δεν θα μιλάμε ελεύθερα ούτε θα σκεφτόμαστε...
Και τώρα δεν σκεφτ'ομαστε ελεύθερα..
Υπακούουμε απλά τυφλά σαν πρόβατα και πα΄με..
Που πάμε;
Δεν ξέρω...
Πάντως η Ελλάδα αρχίζει να με φοβίζει...
Να με διώχνει μακριά..
Αυτό το παράλογο κτήνος-κράτος που κάθε ημέρα δεν ξέρω τι θα ξημερώσει, με ποιοόν χαβλιόδοντα θα μας δαγκώσει...
Που χωρίς να δικάσει ανθρώπους τους φυλακίζει.
Που αυτός που θα κλέψει λίγα ,καταλήγει στην φυλακή για χρόνια ενώ αυτός που κλέβει ολάκερο προυπολογισμό θα την βγάλει καθαρή..
Αυτό το κτήνος που όποιον του αντιστέκεται βρίσκει τρόπο να τον σκοτώσει ή να τον αδρανοποιήσει...
Φοβάμαι για τις επόμενες γενιές που θα ζουν σε νεκρές συνθήκες...
ΠΟΥ φεύγουν...
Που μένει ο Μητσοτάκης..
ΟΙ δεινόσαυροι και οι ηλίθιοι..
Και τα ανθρωποειδή...
Θέλω να φωνάξη σε αυτό το κτήνος
(Κράτος φύγε, κρατάω μαχαίρι)..

(Αφιερωμένο με αγάπη στον Δ.Π και στην δίψα του για ζωή και στους ανθρώπους ακόμη)..
Ευγνώμων...
Να μην υπάρχει σεξ χωρίς αγάπη.
Φιλίες χωρίς πάθος.
Πατρίδα είναι ότι αγαπάς, ότι ποθεί η καρδιά σου.
Κάτω από μια βελανιδιά ένας σπουργίτης με αγαπάει.
Δεν θέλω τίποτε.
Δεν χρειάζομαι τίποτε.
Δεν με αγγίζει ο κυνισμός, δεν με υποτάσσει η ανορθογραφία.
Προσπαθώ να έχω στιγμές ευτυχίας.
Αυτό σημαίνει μπορώ ακόμη να αγαπάω τους σπουργίτες.
Τους αλήτες.
... Τους ξενιτεμένους.
Κρατώ στην μασχάλη μου λεπτούς αφορισμούς.
Τους χειροκροτώ. Τους επιζητώ.
Οι μεθυσμένοι είναι αχειραγώγητοι, το μόνο που τους ελέγχει είναι το αλκοόλ κι αυτό σουρεαλιστικά.
Όλα φθίνουν και φτύνουν.
Ελάτε στο σαλόνι μας, έχουμε μια μεγάλη παρέα από κόκκινους και μπλε μουσαφίρηδες.
Και δερβίσηδες έχουμε.
Σπάστε την ζωή σας σε κομμάτια.
Πίσω, μπροστά, επανάληψη καμμία.
Ζω σημαίνει εκμεταλλεύομαι τα πάντα υπέρ μου και υπέρ σου.
Διαίρεση και πρόσθεση.
Άκου, δεν θα πέσουμε κάτω, η άνωση μας τραβάει επάνω.
Εκείνος ο μαλάκας που γράφει στο περιοδικό του λάιφ στάιλ ( σε έφτιαξα τώρα), έχει ανάγκη από ξύλο.
Ο πατέρας του του χαρίστηκε.
Ο δικός μου ποτέ..
Μα δεν έφαγα και ξύλο.
Καμμία σημασία.
Άνευ αξίας..
Και ουσίας.
Συνουσία θα πει να αγαπάς την ελευθερία των σωμάτων στην πτώση και στην άνοδο.
Και τι θα πει αγαπώ;
Δεν ξέρω να σου εξηγήσω, αυτό το νιώθεις..
Ερωτευόμαστε συνέχεια, νομίζουμε πως κολλάμε στις πληγές μας.
Πίσω από τις πληγές υπάρχει πάντα η ηδονή
Ηδονή επίσης είναι η λογοτεχνία.
Η μελαγχολία των λύκων..
Ας αλλάξουμε θέμα...
Δεν με ενδιαφέρει ο κυνισμός, ο σουρεαλισμός αρκετά γιατί περιέχει ελευθερία.
Δεν με ενδιαφέρει να με ενδιαφέρει κάτι.
ότι με αφορά θα προκύψει.
ή όχι.
Δεν με ενδιαφέρει.
Με απασχολούν οι σπουργίτες που μπάινουν στα νυχτερινά μαγαζιά χωρίς να φοβούνται..
Χτες είδα έναν τέτοιο.
Άκουγε μουσική κι ήταν πίσω από την καρέκλα μου.
Δεν βάζω στοίχημα αλλά νομίζω κουνούσε το κορμάκι του με τον ρυθμό...
Πείτε στην ποίηση να περιμένει, κάθε παιδί πεθαίνει από πείνα κάθε ημέρα και γίνεται ποίημα.
Κάψτε τους Νάρκισσους του πόνου...
Αφήστε τον πόνο να ανθίσει ελεύθερα.
Και την ελευθερία στις αποφάσεις...
Πως στην πραγματικότητα, όταν αποφασίζεις για κάτι, το μέλλον κατσουφιάζει...

( Οπλίζοντας..)
Ωραία περιγράφεται η ακτή σου,, μέσα από τις κόγχες σου, γαλάζια στίγματα,
στην αγκαλιά σου εκβολές αρχαίων ποταμών.
Έρχεσαι μέσα από φλόγες, ληστές και Κύκλωπες φυγαδεύουν τα άδεια στόματα,
τα σφραγίσαμε να μην ακούσουμε κι άλλα ψέματα,
τα σφραγίσαμε, να μην πουν μια αλήθεια που θα φέρει κι άλλα ψέματα.
Ας μείνουμε λίγο τώρα μέσα στην σιωπή,
ένα θολό αεράκι μας κινεί τα νήματα κι οι τζίτζικες ξαν...ά μιλούν για Καλοκαίρι.
Ας μείνουμε μέσα στην γαλήνη της νύχτας,
μιας νύχτας χωρίς υποσχέσεις και φτηνά αρώματα από επιδερμίδες βαλσαμωμένες και φοβισμένες.
Πετάς μακριά τα αγκάθια των μαύρων ρόδων,
φτιάχνεις αποσκευές και το σπίτι στον Νότο σου γελά σαν Παράδεισος ξεχασμένος.
Πως ξεχαστήκαμε μέσα στους ανθρώπους,
πικροδάφνες μασούσαμε και αλάτι,
κι ήταν η αλμύρα τόση που ξεχάσαμε πως τα πολυτιμότερα ήταν αυτά που προσπερνάγαμε βιαστικοί και αγνώριστοι,
κι αγνώμονες.
Ωραία περιγράφονται οι ήχοι του ξημερώματος σε μια ταράτσα,
φλούδες συναισθημάτων κάτω από την αμηχανία της φλυαρίας των γνωστών...
Όμορφος είσαι και ωραίος,
ένας΄καινούργιος κόσμος του βυθού.
Άπαντα τα ευρισκόμενα στην γυμνή σου την κοιλάδα,
πως ξεχαστήκαμε κλεισμένοι στην κοιλιά των ερπετών.
Ας νιώσουμε πρώτα,
μετά να μάθουμε, ας αγγίξουμε πρώτα, μετά να δούμε,
ύστερα να πράξουμε και μετά να σηκωθούμε επάνω.
Πολύ καιρό ήταν το κεφάλι μας χωμένο μέσα στην άμμο.
πολύς ο καιρός δίχως την δροσιά των πρωινών φυλλωμάτων,
την κρύπτη του τέρατος την τίναξα κι ότι έμεινε το σκόρπισα...

( Επιστρέφοντας)
Ελεύθερος ,είναι ο άνθρωπος που διατηρεί την αυτονομία του με ακέραιη την αξιοπρέπεια, τώρα ,πως αυτό μπορεί να ισορροπήσει σε μια χώρα διόλου αυτόνομη, είναι ένα θέμα).
Αυτά είπε ο Χ. και κατέβασε στο λαρύγγι του λίγο δροσερό ποτό.
Η Σ. τον κοίταξε καλά και έπειτα παρατήρησε το πέταγμα των πουλιών ώσπου χάθηκαν στον ορίζοντα.
(Είναι καιρός που έχει χαθεί η έμπνευση από τους ανθρώπους), συμπλήρωσ...ε και κάπνισε ένα τσιγάρο εκείνη.
(Κι όμως! Όπου κοιτάξεις κάτι γίνεται σχετικά με την τέχνη), είπε αυτός βαριεστημένα και βαριά.
(Όταν η τέχνη περιγράφει συνεχώς την κρίση, δεν είναι τέχνη, είναι μια περιγραφή της πραγματικότητας), του είπε και έστειλε μακριά δαχτυλίδια καπνού.
Η Σ, σκέφτηκε πως οι άνθρωποι δεν γυρνούν γυμνοί στο σπίτι τους μόνο για την αίσθηση της γύμνιας τους αλλά περισσότερο γιατί έχουν νικηθεί από την ζέστη, τα βράδυα δεν κάνουν έρωτα ούτε φροντίζουν ο ένας τον άλλο παρά ελάχιστα.
( Ας το παραδεχτούμε πια, έχουμε νικηθεί) συνέχισε να μιλάει σχεδόν μόνη της.
(Εγώ δεν έχω ακόμη νικηθεί), απάντησε κι αυτός με λίγο θυμό στην φωνή.
(Γιατί; Πως το λες αυτό);
( Γιατί ακόμη ψάχνω την ευτυχία, γι αυτό, γιατί ακόμη ονειρεύομαι).
Η Σ, σκέφτηκε πως είχε ένα μέρος δίκιου, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό.
Έπειτα σκέφτηκε πως βαριόταν απίστευτα, είχε κουραστεί να βλέπει τους ανθρώπους να περιστρέφονται γύρω από την σκιά τους, γύρω από τον εαυτό τους που περιφερόταν σαν σκιά.
Έμειναν μόνο κάτι φράσεις μεγάλων κι εμπνευσμένων ανθρώπων που τις έλεγαν άλλοι εδώ κι εκεί, οι μεγάλοι αυτοί άνθρωποι ήταν νεκροί από καιρό..
Ηπιε μια παγωμένη μπύρα και κοίταξε την πλατεία.
Τα Ματ περνούσαν μπροστά από τα καφέ της πλατείας και μερικοί από αυτούς χτυπούσαν τις ασπίδες τους με θράσσος...
Ζούμε σε ένα πέλαγος ηλιθιότητας, σκέφτηκε λυπημένα, ηλίθιοι αυτοι, ηλίθιοι κι εμείς, σκέφτηκε.
ήθελε να τελειώσει την μπύρα της και να φύγει μακριά.
Να χαθεί σε μια άλλη χώρα που ο πόλεμος των ανθρώπων θα είχε πάψει.
Μα που ήταν αυτό εκτός από τον χώρο των κοιμητηρίων;
Εδώ κάθε μέρα κι ένας πόλεμος.
Κι οι πολίτες χωρίς ασπίδα καμμιά, μόνο η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία, ή μήπως όχι;
Μετρούσε τις μέρες για να φύγει, να καταφύγει στο νησί..
Εκεί η κουκουβάγια, ο γρύλος κι όλα τα ζωντανά ,θα της θύμιζαν λίγο την ζωή που έτρεχε μακριά από τα δάχτυλα της μα και που μπορούσε να κρατήσει την αίσθηση τους στην καρδιά της να νιώσει λίγο ελεύθερη κι όμορφη σαν παιδί της μητέρας γης...
Μια σταγόνα ελευθερίας που γινόταν μέρες μέρες ποτάμι και την δρόσιζε...
Παράξενες μέρες, ξένοι οι άνθρωποι...
Την αγγίζει και από το μαλακό υπογάστριο χιλιάδες χρωματιστές πεταλούδες πετούν στο δωμάτιο.
Τον φιλάει κι οι απαλές νευρικές απολήξεις απλώνονται έξω από το στόμα.
Τα χέρια σπάνε,
σπάνε τα δάχτυλα σε κλωστές που να σαρώσουν ζητούν θύελλες.
Διεγείρει ο ενθουσιασμός τους.
Ο ενθουσιασμός είναι η πιό όμορφη παγίδα, μπορείς να τεχνουργήσεις με απίστευτη έμπνευση και να επεκταθείς πέρα από τα συνήθη όρ...ια και γνωστά.
ΔΕν υπάρχει βία.
Οι αυτοβιογραφίες τους τώρα βγαίνουν στο φως.
Κάθε ερωτική συμφωνία είναι η ανάγνωση των άγνωστων βιογραφιών..
Χορεύουν γύρω από την φωτιά, χορεύουν γύρω από τον αφαλό τους.
Ένας χαρούμενος δρυοκολάπτης αρχίζει να τρώει τον φλοιό τους, αυτόν που τους αναγκάζει να κινούνται πρός τα μέσα.
Δεν υπάρχει βία.
Ο πόθος θα συναντήσει κι άλλους αδελφούς.
Την αγγίζει και χιλιάδες στόματα ανοίγουν στα κύτταρα της.
Τρώνε αχόρταγα και γητεμένα.
Αυτός κατεβαίνει από μια ξερή πλαγιά.
Πέρασε κάμποσες θάλασσες για να την βρεί εδώ.
Αυτό που μένει τώρα είναι να πετάξουν.
Πέραν της ανάγνωσης της βιογραφίας θα αρχίσει η πτήση.
Αρκεί να κρατήσει ο ενθουσιασμός.
Δεν υπάρχει κάτι πιό δύσκολο να πετάξεις έξω από το σώμα σου.
Για να πετάξεις μέσα σε ένα άλλο...
Η στιλπνότητα της αφής είναι προάγγελος...

( Αισθησιασμός σε πληρότητα)
Το τυπικό σχήμα των φιλιών μας είναι νότες και λέξεις,
το δέρμα καίει, σαν την άμμο στην μέση του θέρους,
οι αφές και τα δάχτυλα , δεν υποκρίνονται,
οι παρυφές της αγκαλιάς μας , επεκτείνονται πέραν του ουράνιου θόλου,
ω! Τι χρόνος δύσκολος για έρωτες,
μα να που η γάτα του πόθου ανασκίρτησε, ξεδιπλώθηκε και με το νύχι της έκαψε την πλάτη, τα μάτια, τα χέρια.
Κουρσάροι ληστές, κυνηγοί κεφαλών, έκ...αναν πέρα,
να αφήσουν να περάσει ο άγιος έρωτας,
να συντρίψει τις καρδιές μέσα στο τρέμουλο μιας γλυκιάς εγκατάλειψης
εσύ λες,( σε κοιτώ και σε θαυμάζω),
εγώ λέω, (μπορώ να αφήσω την ζωή μου στα χέρια σου),
τόσο όσο χρειάζεται μια πεταλούδα να στολίσει ένα λουλούδι,
ένας ιππόκαμπος ,να διασχίσει έναν βυθό χορταριασμένο.
Το τυπικό σχήμα των φιλιών μας συνέχεια αλλάζει,
νομίζω αυτό είναι από μόνο του ωραίο.

( Το σχήμα των φιλιών)
Το καταφύγιο κάτω από ένα πεύκο.
Η αλμύρα του μεσημεριού.
Ένα χάδι από αέρα μέσα στην λάβα .
Οι αγκαλιές. Η αφή της ηδονής.
Οι βάρκες στο λιμάνι.
Ένα σταφύλι κόκκινο.
Η σιγουριά πως τίποτε πλέον δεν σε ξαφνιάζει.
Η γαλήνη μέσα στα θέλω.
Η αγάπη.
Η μουσική και τα βιβλία.
... Οι τρελαμένοι τζίτζικες.
Τα χρώματα στα βότσαλα.
Οι αισθήσεις χωρίς όρια.
Αυτά. Κι άλλα τόσα είναι η αιτία που μπορούμε ακόμη να αντέχουμε.
Κάποτε όμως, πρέπει να μάθουμε μέσα από όλα αυτά να σηκωθούμε στα πόδια μας .
Και να αντιμετωπίσουμε το τέρας του φόβου γυμνοί...
Τίποτε δεν υπάρχει πέρα από το δωμάτιο της ταράτσας,
μόνο ένα λευκό μαργαριτάρι στο πάτωμα, ένα πουκάμισο κι ένα φουστάνι στην ντουλάπα, κρεμασμένα άστατα.
Οι ένοικοι του σπιτιού φυγαδεύτηκαν για πάντα, μια Κυριακή σκυφτή σαν ηλικιωμένη.
Καπνίσαμε ένα τσιγάρο κι ήπιαμε λίγο ουρανό.
Οι ΔΕυτέρες θα είναι άγριες από εδώ και κάτω.
Η ταράτσα γκρεμίστηκε από έναν εργολάβο.
Έτσι αγάπη μου ξεκίνησαν τα ...χαλασμένα των ανθρώπων.
Μικρές κουκίδες στον παγκόσμιο χάρτη, σαν σκατά ενός ελέφαντα πικραμένου.
Αυτός που τώρα έγινε μυρμήγκι.
Μα ο θρήνος δεν ήρθε, ο θρήνος υπάρχει από κάτω, αν είχε υπάρξει μια ελπίδα θα υπήρχε και για εμάς τώρα.
Μάτια ξεπλυμένα και βαριά στο σκοτάδι μετράνε δεκάρες.
Κάποιος τους παραμύθιασε πως ήταν λίρες.
Ο μύθος λέει πως ο Άρης ήταν θεός του πολέμου.
Τώρα φορά ένα ρούχο φθαρμένο και ζητιανεύει τις παλιές ημέρες.
Τότε που ο μόχθος γύρευε ήλιο και μπέσα.
Έτσι την έβγαζαν τότε οι άνθρωποι.
Παξιμάδι, ντομάτα, θυμάρι, λάδι και ρίγανη.
Κι ο έρωτας παντού σαν φύλακας άγγελος.
Μέχρι την ώρα που όλα τα γκρέμισε η μόμα.
Κι ο καθρέφτης του κόσμου κλάπηκε...
Αυτό που υπήρξε τώρα δεν υπάρχει...
Στα χαλάσματα θα σε βρώ μια άγια ημέρα.
Τότε που η μνήμη θα υπάρχει...

(Τα χαλάσματα)