Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Δεν σε ξέχασε ποτέ.
Μπορεί να το ξέρεις, καθώς κοιτάς την φωτογραφία της. Εκείνη επιμένει πως καταλαβαίνει τις σκέψεις σου, τις γεμάτες ένταση ώρες.
Της είπα, άκουσε Έλλη , αυτά που λες ,είναι πέραν της λογικής.
(Και ποιός σου είπε πως εμείς οι δυό υπήρξαμε ποτέ λογικοί; Αυτή η παραδοξολογία της λογικής πάντα μας άφηνε αδιάφορους).
Αυτό μου απαντά και μπορώ ως ένα σημείο να το καταλάβω.
Δεν ξέρω π...όσο μπορώ να καταλάβω και πόσο μπορώ να μου επιτρέψω, δεν θέλω να παραβιάσω ιδιωτικές υποθέσεις.
Δεν σε ξέχασε ποτέ. Ισχυρίζεται με αληθινή πειθώ πως όταν σε σκέφτεται ένα ωστικό κύμα την πετάει στην ακτή.
Πως αφέθηκε μαζί σου πολύ πιό μακριά από έναν Ωκεανό.
Μετά τον Ωκεανό.
Μαζί σου άρχισε να αλλάζει, να μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο.
όχι άλλο από αυτό που είναι.
Αυτό που ήταν πάντα και δεν το ήξερε, που δεν το άκουγε όσο και να της το έλεγαν οι άλλοι.
Ποτέ δεν υπήρξατε μαζί. Κι όμως η επίδραση σου ήταν καταλυτική.
Έχουν περάσει κοντά δυό χρόνια.
Κι όμως, μου περιγράφει την συνάντηση σας σαν να συνέβη χτές.
Πέρασε δύσκολα όταν σε έβγαλε υποτίθεται από την ζωή της, την συνέχισε με ανθρώπους που κανείς δεν της ξυπνούσε την αξία της αφοσίωσης. Του θαυμασμού. Του μεγάλου έρωτα.
Αισθάνθηκε πολύ αδύναμη.
Εκτέθηκε σε κινδύνους που αφορούσαν την υγεία της. όΜΩς τα πέρασε, τώρα είναι πιό δυνατή από ποτέ.
Μου λέει πως κρατάει πια κι ένα σπαθί στο χερι και κόβει τα ανθρώπινα αγκάθια, τα κατακάθια ενός 'αχρηστου πικρού βίου, όταν συναντάει τέτοιους ανθρώπους φεύγει μακριά.
Και μετά δεν θυμάται ούτε την σκιά τους...
Δεν θέλησε, μου λέει, ποτέ να ΄σε πιέσει, και να σε κάνει να καταλάβεις με τεχνάσματα ,τον μεγάλο έρωτα που της ενέπνευσες, και την αφοσίωση.
Ξέρω, καταλαβαίνω, είναι καταστάσεις που δεν συμβαίνουν συχνά.
Δεν βρίσκεται κάθε ημέρα μια εξοντωτική δύναμη να σε πετάει έξω από τα λεπτά όρια σου και να εκτεθείς απέναντι σε έναν άνθρωπο.
Να βγάζει ρίζες σαν δέντρο μέσα σου και να τον κουβαλάς με τόση τρυφερότητα για να μην σπάσει και διαλυθεί.
Ακόμη ισχυρίζεται πως σε ήξερε από πριν.
Είναι από αυτά που ο άνθρωπος τα ονόμασε μοίρα για να προσδώσει την άγνωστη φύση της δύναμης του ανθρώπου.
Την βλεπω συχνά,
μπαίνει σε σχέσεις που δεν τις διατηρεί μόλις αρχίσει και χλομιάζει η σωματική ένταση,
της τονίζω πως βρίσκεται στην πιό λαμπερή εκδοχή της, κι αυτή μου λέει κοιτώντας με κάτω από τις πυκνές βλεφαρίδες της πως αυτό οφείλεται σε εσένα.
Να σου πω κάτι;
Είναι η πρώτη φορά που πιστεύω κάτι που δεν έχει καμμία λογική.
Γιατί πως γίνεται να μην συνυπάρχεις με κάποιον άλλον και να πιστεύεις πως υπάρχετε μαζί;
Μοιάζει ολότελα παράλογο. Ένας ψυχολόγος θα μας αποδείκνυε με επιχειρήματα πως όλα αυτά είναι στο μυαλό της.
Κι όμως, αν μπορούσα να διαβάσω τις μυστικές του σκέψεις ίσως να έβλεπα πως κι αυτός σημαδεύτηκε κάποτε από μια δύναμη τέτοια, χωρίς λογική και ελεγχο.
Και τώρα χρειάζεται να μάθεις και κάτι ακόμη.
Αυτήν την γυναίκα την αγαπώ λίγο πριν σε γνωρίσει.
Αλλά η παρουσία-απουσία σου δεν με άφησε ποτέ να της το ομολογήσω.
Όχι εξαιτίας του φόβου μιας απόρριψης.
Αλλά γιατί προτίμησα να είμαι δίπλα της σαν φίλος.
Είναι παράξενο , δεν σε ξέρω, αλλά μας κρατά και τους τρείς μας ένας αόρατος κρίκος.
Εσύ μέσα στην άγνοια των πραγμάτων μοιάζει να είσαι ο πιό άνετος.
Δεν θα σου πω κάτι άλλο.
Δεν ξέρω για εσένα.
Πάντως η Έλλη κι εγώ είμαστε τυχεροί μέσα στην άδικη ίσως μοίρα.
Η ειμαρμένη μας μοιάζει σαν πεταλούδα που υποφέρει από ίλιγγο.
Υποφέρουμε, πάσχουμε αλλά συνεχώς αλλάζουμε.
Κι η τελική μεταμόρφωση μας σίγουρα δεν θα είναι κάτι στατικό.
Ο άγνωστος φίλος σου
Κ.Χ

(Η επιστολή, αφορά μια πεταλούδα που υποφέρει από ίλιγγο)

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ήμουν έξω από το σπίτι μου, είχα τα κλειδιά στο χέρι, έτοιμη να ανοιξω για να μπω
όταν ένα φρικτό κρώξιμο έσκισε τον ουρανό πάνω από το κεφάλι μου.
Λευκά βαμβάκια από ΄συννεφα ταξίδευαν άτακτα κι η λάμψη του ήλιου, εδώ στις Κυκλάδες, για λίγο με τύφλωσε.
Μόλις τα μάτια μου συνήθισαν, αναζήτησα την πηγή της εφιαλτικής φωνής.
Ένα τεράστιο μαύρο πουλί με κίτρινο ράμφος έσκιζε τον ουρανό κρώζοντας.
Διέσχιζε τον ουρανό πιάνοντας έναν αρκετά μεγάλο όγκο και στο διάβα του τα σύννεφα άρχισαν να διαλύονται ώσπου ο ορίζοντας καθάρισε απότομα.
Το πουλί συνέχισε να πετά κι έδινε την αίσθηση ενός εχθρού, σαν στρατεύματα σταλμένα από την μυθική κόλαση να περνούσαν πάνω από την γη έχοντας για αρχηγό αυτό το κατάμαυρο πουλί.
Έβαλα τα χέρια μου γύρω μου φοβισμένη και ταραγμένη περιμένοντας την στιγμή που θα εξαφανιζόταν από το οπτικό μου πεδίο.
Στο μεταξύ γύρω μου όλα είχαν παγώσει από ήχο, πουλιά μικρά δεν ακούγονταν και τα τζιτζίκια απότομα είχαν πάψει. Μια νευρική ακινησία πριν το μεγάλο κακό. Κι άρχισα να περιμένω χωρίς να ξέρω τι.
Την στιγμή εκείνη, φάνηκε στον ουράνιο θόλο ένα μικρό λευκό πουλί που άρχισε να πετάει σαν να έχει χαρά. Μου μετέδωσε απότομα μια αίσθηση ελευθερίας και παιδικής αλήθειας, όλα αυτά σαν αισθήσεις έμπαιναν σιγά σιγά μέσα μου κι απλώνονταν στην καρδιά μου.
Το θαύμαζα κι είχα ξεχάσει το απαίσιο κατάμαυρο πουλί όταν ξαφνικά κι απότομα είδα τον μαύρο του όγκο να ξεχύνεται πάνω στην λευκή ράχη δαγκώνοντας το.
Το λευκό πουλί ξαφνιασμένο ούρλιαξε από τον πόνο κι άρχισε να πετά νευρικά προσπαθώντας να ελευθερωθεί από το φρικτό ράμφος και τα γαμψά νύχια.
Ένα μικρό άσπρο φτερό κατέληξε στα χέρια μου.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου (πεθαμένος από χρόνια) κι
αρχισα να τον φωνάζω μήπως μπορέσουμε να βοηθήσουμε το άμοιρο πλάσμα που δεχόταν ολοένα πιό δυνατές επιθέσεις κι έδειχνε την απορία του.
Η απορία ήταν γαλάζια.
Ο πατέρας μου νεκρός.
(Πατέραααααααααααααααααααααααα(, φώναξα.
Κι ο πατέρας φάνηκε κουρασμένος στην πόρτα και μου είπε να σωπάσω.
Στο μεταξύ, άπειρα λευκά φτερά έπεφταν μπροστά στα πόδια μας και τα αυτιά μας γέμισαν από τους ήχους της πάλης, το μακάβριο κρώξιμο και το αθώο σαν παιδικό κλάμα του μικρού λευκού πουλιού.
Έπειτα σάρκες κάλυπταν το μικρό δρομάκι του σπιτιού μας από το φτερωτό πλάσμα.
Η μάχη ήταν άνιση.
(Πατέραααααααααααααα), φώναξα μα ο πατέρας μου μου θύμισε πως ήταν νεκρός και πως έτσι έπρεπε να γίνει.
Χτυπούσα με μανία στο πατωμα τα πόδια μου καθώς δεν ήθελα να δεχτώ τα λόγια του κι ενώ δεν μπορούσα να αντέχω να βλέπω, έμεινα εκεί κολλημένη περιμένοντας το φρικτό τέλος...
Τελευταίο μέλος από το μικρό πουλί που έπεσε με θόρυβο στα πόδια μου ήατν το πορτοκαλί του ράμφος.
Έπιασα να θρηνώ με μια μανία που πήγαζε πέρα από εμένα. Δεν ήμουν απλά ένα σώμα, ήμουν ένας θρήνος που έπρεπε να γίνει για να σταματήσει το απαίσιο πουλί άλλες πιθανόν επιθέσεις σε αθώα πουλιά που θα περνούσαν κοντά του.
Ο θρήνος μου περιείχε τους θανάτους που είχα δει πριν συμβούν και με έχουν σημαδέψει όχι μονάχα από το γεγονός του συμβάντος αλλά εξαιτίας της αδυναμίας μου να τους αποτρέψω.
Αυτά ήταν μαύρες σκιές επάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων που τελικά πέθαναν, έβλεπα κάτι σαν την αύρα δηλαδή των αγίων στις εικόνες με την διαφορά πως γύρω από τα κεφάλια των χαμένων οι αυρες αυτές ήταν μαύρες.
Όποτε είδα αυτό το πράγμα, όχι στον ύπνο μου, μιλώντας ολοζώντανα με τον χαμένο, όχι σαν όραμα αλλά μέσα στην φυσική διάσταση των πραγμάτων συνέβη ο θάνατος.
Ο Μ. έπεσε με το αυτοκίνητο του στον γκρεμό, ακριβώς όπως είχα διαισθανθεί, (ναι, εδώ είχα διαισθανθεί και τον τρόπο που θα έφευγε), ο Γ. ο Π...
Αυτό το περίεργο πράγμα αλλά πιστεύω απόλυτα φυσικό, προέρχεται από κάποια γονίδια της γιαγιάς μου.
Δεν βλέπω μόνο το κακό, βλέπω και την φωτεινή πλευρά.
Έχω δει την προδοσία μου, έχω δει, διαισθανθεί δηλαδή την αγάπη στο πρόσωπο μου, γενικά είμαι χωρίς να θέλω ένας δέκτης που τώρα πια είμαι απολύτως εξοικιωμένη και δεν μου προκαλεί φόβο ή πανικό.
Αυτό που σου είπα για το μαύρο και το λευκό πουλί το είδα στον ύπνο μου, ξύπνησα ιδρωμένη και φωνάζοντας τον πατέρα μου να σώσουμε το αδικοχαμένο αθώο πλάσμα που τα κομμάτια του έπεσαν μπροστά μας...
Είμαι σίγουρη πως κάτι θα γίνει στον αέρα ξαφνικά και το τίμημα θα είναι το αίμα αθώων παιδιών.
Ήταν ένας εφιάλτης που ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ...
Είμαι αδύναμη γιατί δεν μπορώ να καταλάβω ,ούτε να εξηγήσω την μανία του ανθρώπου να σπέρνει θάνατο και να λαμβάνει εξουσία με την βία, αυτήν την ηδονή της καταστροφής ποτέ μου δεν μπόρεσα να εξηγήσω..
Κι είμαι αδύναμη γιατί πάντα είμαι στην πλευρά των αδυνάτων επειδή η μανία της εξουσίας δεν με γοητεύει, ούτε η δύναμη του παραλόγου...

(Ο εφιάλτης στις 6.40 το πρωί, ημέρα 4-9-2013)
Καλοκαίρια που σε ντύθηκα και σε έκλαψα σαν την σιωπή μετά από κάθε όνειρο/
Ξερολιθιές και αλμυρίκια στην παλάμη μου/
Ώμοι από ροδάκινο που τρώγονταν από στόματα πεινασμένα/
Νύχτες αποσπερίτισσες,, αλήτισσες στην θάλασσα, έπλεναν ηδονές/
Καιγόμαστε από έρωτα κι αγάπη/
Τα σούρουπα στάζαμε τον ιδρώτα της ημέρας/
Είχες πει, ( κανείς να μην με αγαπήσει, κάθε ανυπαρξία αγάπης ένα ποίημα που καίγεται)
Τα μεσημέρια οι πέτρες έκαιγαν κρατώντας ήλιο κι αλάτι/
Στηρίζαμε πάνω τους τους κορμούς μας ευθυτενείς και περήφανοι/
Αγαπώ την μοναχικότητα όταν είναι περήφανη, αυτό είσαι/
Οι πειρατές, οι Μανιάτες ,σε καταστρέψανε πολλές φορές, το είχα στον νου μου, μα ποτέ δεν τους έκανα πόλεμο/
Έγινες ποίημα, μα δεν γράφτηκε για σένα/
Εσύ σε άλλους καιρούς ήσουνα κι εκεί έμεινες, μέσα σε μια φουσκάλα χρόνου/
Γυναίκα άγρια κι ατίθαση είσαι, φιλήδονη μα και ντροπαλή/
Τα στήθια σου τα χάρισες σε άντρες που τα όπλισαν με φωτιά,
τα έκαναν περάσματα στα αστέρια,
να φυλάνε κάθε ανυπόμονη καρδιά μετά από την άγρια πτώση της/
Ο έρωτας καραδοκεί πριν φέξει/
Κι εσύ μου λες πως αποσύρθηκες και δεν τον βλέπεις/
Μα τα μαλλιά σου στάζουν έρωτα κι η όχθη σου απέραντη/
Καίγεσαι/
Κι εγώ μαζί σου καίγομαι/
Λέω στους αδιάβαστους πλανήτες, δείτε πως φλεγόμαστε/
Χωρίς ασπίδες είμαστε μα πάντα δινόμαστε ανυπόκριτα κι άναρχα/
Αμοργό σε είπανε και είσαι μια γυναίκα με μυστήριο/
Κανείς δεν σε διαβάζει εύκολα/
Κι ας πίστεψαν πολλοί πως σε διαβάσανε/

( Αμοργίνιο άσμα, πικρό κι ερωτικό)
Η μελαγχολία των δέντρων,
απλώνεται σιγά σιγά, γύρω μας, σαν διάφανο δίχτυ,
θυγατέρες με κόκκινα φουστάνια παίζουν στις κούνιες,
τα αγόρια κρυφοκοιτάζουν στο μέρος τους.
Ένας αετός τραβά για την φωλιά του,
πες μου αγάπη μου δεν θα ήθελες μαζί του να πετάμε;
Κι ότι λέγεται οικειότητα, να αγνοούμε, σαν μια επιστολή αναγγελίας θανάτου;
Κι αν εσύ θελήσεις στο χέρι σου θα με φυλάξεις,
σαν τραγούδι στη κιθάρα,
ή ακόμη καλύτερα, σαν θεάτρου ρόλος,
εξάλλου η ηθοποία είναι η πιό καθαρή μορφή τέχνης.
Η μελαγχολία των δέντρων την νύχτα γιορτάζει,
εγώ στο πουκάμισο σου, θα μείνω για λίγο ,να φυλαχτώ από τον κόσμο.
Κάτι πολύ άγριο και βρόμικο ετοιμάζεται για όσους ζητούν να είναι λεύτεροι.
Ίσως να προλάβουμε να αγαπηθούμε, πριν πάψει για πάντα η κουκουβάγια
Κι ίσως σου πω πως τίποτε δεν είναι τυχαίο,
θα στο πω την στιγμή που από το πουκάμισο σου θα χω μαζέψει ένα δάκρυ.
Όχι από συμπόνια,αλλά
από αγάπη καθαρή και για τους άλλους.
Μάτια μελιά ,πέφτετε πάνω μου σαν το χαλάζι και ξεχνώ αυτό που έρχεται πριν το τέλος...

(9 μ.μ)
Μισώ την εξουσία.
Της δασκάλας με τον χάρακα, στα σχολεία-φυλακές.
Την εξουσία των <<καλών ανθρώπων>>.
Τους πλανητάρχες.
Την εξουσία αυτού που εξασκεί την μαστροπία στο πάθος μιας γυναίκας.
Αυτού που εξαγοράζει αγάπες χρησιμοποιώντας τα χρήματα.
Αυτών που εξαγοράζουν την τέχνη χτυπώντας την στα γόνατα.
Την εξουσία του σεξ κι ότι κάνει εμπορεύσιμο τον έρωτα.
Τους κατέχοντες μια θέση όπου από αυτήν εξαγοράζουν συνειδήσεις.
Την εξουσία των όπλων.
Τους εμπόρους ναρκωτικών.
Τις φυλακές.
Τα φρενοκομεία.
Τους άφαντους πατέρες.
Την στενότητα μιας επαρχίας, όπου η μητέρα κρατά το στόμα σφραγισμένο ξέροντας πως ο πατέρας βιάζει την κόρη τους. Μισώ την μητέρα γιατί δεν έγινε ποτέ μητέρα.
Μισώ τα μέσα μαζικής τρομολαγνείας.
Την τρομοκρατία των εθνών..
Την εξουσία της παγκοσμιοποίησης.
Την εξουσία των ηλιθίων.
Την εξουσία των φίλων καθώς οι συμβουλές τους είναι προτροπές και διαταγές.
Την εξουσία των άφιλων φίλων.
Τις ταμπέλες-κουτάκια στους ανθρώπους, κάθε ταυτοποίηση, σε κάτι γενικό, από μια ιδιότητα τους αποτελεί μια μορφή εξουσίας..
Την εξουσία του θύματος.
Την αγάπη όταν αυτή μαθαίνει να εξουσιάζει και να εξουσιάζεται από μια λανθάνουσα λατρεία.
Τα φιλήματα τα ειδωλολατρικά στις εικόνες.
Μισώ την εξουσία των αρουραίων ανθρώπων.
Την εξουσία του συγγραφέα ή διανοούμενου που χρησιμοποιεί το μυαλό του πρός όφελος της κρατικής εξουσίας και γενικότερα ασκεί εξουσία όπως ο πολιτικός. (Ας πούμε μπορεί να γράφει τους λόγους ενός παχύδερμου κήτους που λέγεται πολιτικός)...
Μισώ την εξουσία του γιατρού όταν ζητά το φακελάκι.
Την εξουσία των συγγενών.
Την εξουσία των ροπαλοφόρων.
Των εραστών το πάθος, όταν καταλήγει να γίνεται εξουσία.
Την εξουσία των ψώνιων που πληρώνονται αδρά από πλούσιες κυρίες και κυρίους, τούτα τα ψώνια πληρώνονται για να κάνουν τους έχοντες χαμηλή αυτοεκτίμηση , πρός στιγμή να την ξεχνούν.
Μισώ κάθε ειδους στολή.Εκτός του δύτη..
Μισώ την εξουσία των νεκροταφείων.
Μισώ τον άνθρωπο καθώς διαβάζω ιστορία και βλέπω πως τίποτε επάνω του, δεν άλλαξε
Μισώ την εξουσία των απολίτιστων πολιτισμένων..
Μισώ το να μισώ όλα αυτά και να μην κάνω τίποτε για να τα αλλάξω.
(Ένα μόνο κάνω, καθημερινά, σαν προσευχή ενός ινδού,
δεν κάνω αυτό που δεν θέλω να μου κάνουν οι άλλοι)..

( Μισώντας την εξουσία)
Εδώ, πάνω στην πέτρα και στην θάλασσα, ξαγρύπνησα
Υπερεκτιμημένες οι τύψεις κι οι ενοχές μου για τους άλλους
Τα μάτια σου, ακουμπώ, σε ένα μαργαριτάρι από ήλιο και ελαφραίνω 
Μπαίνω στα αμπέλια κι ανασαίνω μαζί με την δική σου σκέψη
Ανεβαίνω την ράχη των βουνών μαζί με τα αγρίμια
Τους μιλώ για εσένα και σωπαίνουν
Όταν σε αγάπησα, τίποτε δεν ζήτησα, κι έτσι αντιστράφηκε ο χρόνος
Πήρες τις σωστές διαστάσεις στην σιωπή μου
Ακούω την ανάσα σου στον ύπνο κι ας παίζουν οι αποστάσεις την υπομονή μου στα ζάρια
Αγαπώ την ανόθευτη ύπαρξη σου
Την γνήσια μποέμικη αλητεία του άντρα
Το παιχνίδι που κάνουν οι άκρες των χειλιών σου φτιάχνοντας ένα χαμόγελο στον καθρέφτη
Τα μάτια σου που με τρυπούν με λόγχες
Την γλυκόπικρη ευδαιμονία του σχήματος σου
Αυτά όλα τα κλείνω μέσα στην σάρκα που μαθαίνει να ιππεύει πάνω από τον χρόνο
Κι ο παλιός ο πόνος μια υφάντρα στο κελάρι, πίνει κρασί και ημερεύει
Είναι η αγάπη που κατοικοεδρεύει κάτω από έναν κόσμο που μέρα με την ημέρα χάνει το στοίχημα της ύπαρξης του
Είναι τα μάτια σου, που σαν κοιτάζω, μουδιασμένος, όλος ο κόσμος σηκώνεται ανατριχιασμένος στις μύτες των ποδιών του
Όχι ο κόσμος έξω,
αυτόν που μαθαίνω μέσα από εσένα..

(Ερωτική μετάπνυση)
το κουνά ελαφρά κι άλλοτε το ανεμίζει σαν την γλώσσα της μέλισσας.
....
Κοιτάζει τον άντρα, αυτός αρπάζει το βλέμμα της και το κάνει καρφί μέσα του.
Πετάει σχεδόν από επάνω της,
θυμίζει χορούς πουλιών και πειρατών που γλυκάθηκαν από έρωτα.
Πότε στις μύτες των ποδιών πατά και πότε στην φτέρνα του.
Περήφανος σαν κάστρο.Έτοιμο να παραδοθεί.
.....
Εκείνη λυγίζει την μέση της και σπάει τα λαγόνια.
μαλλιά μαύρα μακριά σαν φυκιώνες στον βυθό.
Τα πόδια της με βήματα μικρά, τα πόδια της με σανδάλια Αφροδίτης.
......
Ο μπάλος είναι χορός της ερωτικής παράδοσης,
ποιός πρώτος θα παραδοθεί θα φανεί στο τέλος του..
......
Τώρα, αυτός περνά τα χέρια του στην μέση της,
απαλά, σαν να μην θέλει να σπάσει κατι εύθραστο σαν το γυαλί.
Την γυρνά γύρω του,
σαν μύλος που ψάχνει ήλιο κι αέρα.
......
Στις μύτες των ποδιών,
στις άκρες των χειλιών,
κάτω από ένα μαύρο πουκάμισο κι ένα λευκό φουστάνι,
εκεί σκιρτά το ποίημα του σώματος,
κοχλάζει,επωάζεται στην θάλασσα,
καίγεται,
από την φτέρνα περνά το υπογάστριο κι όλα τα μαλακά σπλάχνα.
......
Τώρα την τρέχει γύρω γύρω αγκαλιαστά
την τρέχει τώρα,
αόρατο άλογο τους κυβερνά.
Ο κίνδυνος του έρωτα,
η ατέλειωτη χίμαιρα.
.....
Το βιολί καθώς αντιλαμβάνεται την φωτιά μαλακώνει,
γίνεται γλυκολάλητο, σαν ένα πικρό αηδόνι που ζητά να σπάσει την μοναξιά του.
Και το λαούτο σεβαστικό,
τον τόνο ανεβάζει,
να γίνουν δέντρα οι άνθρωποι, να δέσουνε γερά,
μην τύχει και χαθούνε,
μην τύχει κι αυτός ο ερωτικός θρίαμβος ξεχαστεί από την ζωή,
μην γίνει θάνατος και στάχτη...


(Μπάλος)

Υγ, Παρατηρώντας χτες, φίλους σε ένα γλέντι..
Στην άμμο, θέλω να γράψω σημειώσεις ταξιδιωτών/
Με ένα χαμόγελο του ήλιου/
Στην χαμηλή νέφωση να μασήσω λίγη ευτυχία/
Όση μπορεί να κρατήσει το στόμα μου/
Τι είναι μια ημέρα; Μπορεί όλα, μπορεί και να μην είναι τίποτε/
Είμαι κάτω από τον πελώριο βράχο όπου κατσίκια κοιτούν το άγιο Πέλαγος/
Είμαι δίπλα στην θάλασσα και ξαπλώνω στα βότσαλα/
Η χώρα μου στην θάλασσα βρίσκεται/
Βασανισμένη κι αυτή όπως άλλες, σαν μάνες χαροκαμένες/
Κι εγώ να αρπάζω με απληστία λίγο από το γάλα της ζωής/
Και γύρω μου τόσοι χάνονται/
Ως πότε θα κοιτάζω άπληστα το γάλα κι όχι το αίμα;
Αν ,ήταν η γη, ένα σπίτι ψυχής ,τα καντήλια δεν θα ήταν αναμμένα/
Και τούτος ο Σεπτέμβρης δεν θα μου έκαιγε το στόμα από λέξεις που δεν είπα/
Από πράξεις που δεν έκανα...

(Σεπτέμβρης παράξενος και ξένος
Το δωμάτιο ήταν βαμμένο μενεξεδί
Τα παράθυρα του, ντυμένα λευκή δαντέλα
Το νησί ήταν ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ και νυχτολούλουδα που στάλαζαν σπέρμα από ζάλη
Οι βράχοι, σμιλεμένοι από αλάτι κι ο χαλαζίας από κάτω τους τρέμιζε
Ένα γυναικείο χαμόγελο και μια αντρική ματιά σπάσαν το τοπίο στην μέση
Μπήκαν ως τον λαιμό μέσα στην αφρισμένη θάλασσα και χάθηκαν
Μονάχα οι γλάροι ακούγανε το φτεροκόπημα της ένωσης τους κάτω από αυτήν
Όταν ανέβηκαν στην επιφάνεια, ήταν μισοί άνθρωποι, μισοί , πουλιά με μαυροκόκκινα ράμφη
Είχαν καταβροχθίσει ο ένας τον άλλον αλλά επειδή υπήρχε μεταξύ τους αγάπη, από τα φαγωμένα μέλη ξαναγεννήθηκαν...

(Πάθος
Ο τρόπος για να παίξω ,είναι να ανέβω στις μύτες των παπουτσιών σου 
Έξω από το παράθυρο, ο κόσμος ξερνά χολή και κώνειο
Μα καθώς θα χορεύουμε, σαν σιαμαίες φιγούρες της Αναγέννησης,έχουμε ελπίδες στο όνειρο
Η πραγματικότητα δεν χρειάζεται ρόλους, μόνο τα επιμύθια θα κρίνουν
Τα μάτια σου μυρίζουν γιασεμί
Τα χέρια σου θάλασσα
Σήμερα έπαψε να φυσά ο Βοριάς, σήμερα έχουμε γαλήνη κι άπνοια
Μια κόκκινη πεταλούδα μπήκε από το ανοιχτό μας παράθυρο,
άρχισε κι αυτή να χορεύει μαζί μας
Ο καθρέφτης, απέναντι μας, πρόβαλε τα πρόσωπα
Ώσπου η πεταλούδα κάθισε στον αριστερό σου ώμο κουρασμένη
Κι εγώ στις μύτες των ποδιών σου στηριγμένη, κρατούσα την ανάσα μου μην την τρομάξω
Ο λαιμός σου μυρίζει βουνό μετά την βροχή
Έξω από το παράθυρο η πραγματικότητα είναι μια γριά με πράσινο δέρμα
Βρομάει σήψη, κάθε φορά ξεφλουδίζει κι άλλο της δέρμα
Τυλίγομαι γύρω σου σαν να είμαι καρπός
Καθώς χορεύουμε σαν σιαμαία όντα οι δυνάμεις του ανθρώπου καλά φαίνονται
Γιγαντιαίες κι ακλόνητες, στέλνουν στο πηγάδι της στέρνας ,την μέδουσα με τα μαλλιά φίδια και το φρικτό βλέμμα
Μυρίζεις ουρανό
Ποτέ δεν μπορούσα να πιστέψω πως θα μπορέσω να μυρίσω ουρανό
Στον επόμενο χορευτικό κύκλο η κόκκινη πεταλούδα έφυγε από εσένα κι ήρθε στον λαιμό μου
Καθώς γυρνούσαμε γύρω γύρω σαν τρελαμένοι, λίγη σκόνη έφυγε από τα φτερά της
Έσκυψες και την πήρες με το στόμα σου
Ακριβώς εκείνη την στιγμή η πραγματικότητα έπαψε να υπάρχει

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Ώρα πρωινή, μου χτύπησε την πόρτα, μαύρα μαλλιά ως την μέση,
μάτια κάρβουνα, βραχιόλια στο μισό χέρι,
άφοβη κι ωραία όπως μόνο τα μυστήρια μπορούν.
....
Την πέρασα μέσα ,και το στόμα της σαν ανθισμένος κάμπος μίλαγε,
(να σε πείσω μου είπε για την Αίγυπτο και την Αμοργό, πως κάποτε συνέβη, ένας άντρας εξόριστος δάσκαλος ήρθε στο νησί σου,
από τότε κατοικεί μέσα σου, πολύ πριν γεννηθείς,
με το δεξί ...του πόδι να κουτσαίνει, ακουμπούσε το πρόσωπο του σε ένα ξύλινο μπαστούνι, δυό φίδια κοιτάζουν το κάθε ένα από την αντίθετη μεριά).
......
Της είπα (γνωρίζω, φέτος μου ήρθε ξανά εκείνη η δύναμη της χρονοφυσαλίδας, μου μίλησε ξανά σε όσα κρύβω από εμένα, θα τον αναζητήσω πέρα από αυτά που ξέρω, ξέρω, το κομμάτι του υπάρχει μέσα μου,
γι αυτό μπορώ να συγχωρώ σαν άντρας)..
.....
Εκείνη γέλασε και άρχισε να κοιτά τις φωτογραφίες των χαμένων αγαπημένων μου προσώπων , στον τοίχο.
Άρχισε να γίνεται πιό ωραία από το φως,
γλυκά με σίμωσε και μου φίλησε τα χέρια κάνοντας με να γεμίσω καρπούς ντροπής.
Ύστερα πλησίασα να την φιλήσω στα δυό μάγουλα που ήταν μουσκεμένα από λεπτά δάκρυα.
μα έφυγε σαν αέρας διαπερνώντας την πόρτα.
.....
Στην μέση του δωματίου τότε στάθηκα αναψοκοκκνισμένη,
( θεέ μου είπα, πόσες ζωές υπάρχουν μέσα μου και δεν το ξέρω εκτός από εκείνες που ήδη ψηλάφισα με την αρχαία μνήμη).
Φυσικά δεν υπήρχε απόκριση, υπήρξε μόνο, μια μικρή λάμψη,
νομίζω ήταν το μάτι της γυναίκας που αντάμωνε με την ηλιαχτίδα στην μέση του πατώματος,
την φόρεσα και βγήκα έξω,
κάτι από Δαίμονες και Αγγέλους άρχισα να πλάθω σαν πλαστελίνη στο μυαλό μου,
απλά ήθελα να γίνουν σιγά σιγά όλοι αυτοί φίλοι μου....

(Deja vu μεταξύ Στρούμπου Λαγγάδας)...
Νομάδες ας είμασταν,
στα βάθη της μακρινής Ανατολίας και μέσα στις σφίγγες της Αιγύπτου, να κοιμόμαστε,
κάτω από μιναρέδες κι ερωτικούς πίνακες στα μουσεία της Δύσης, να συνουσιαζόμαστε,
για μια κρεπάλη τίμια, όπου γυναίκες θα αγαπούσαν τους άντρες χωρίς λέξεις.
Νομάδες ας είμασταν,
μουσικοί με κρουστά στα πόδια, στα χέρια γκέμια από άγρια άλογα.
ΣΤις κορυφές των βουνών των μοναχικών να γοητεύαμε ...λύκους,
ΣΤΙς λίμνες τις πράσινες βρύα στα μάτια και καλόδεχτα σήματα από πουλιά διψασμένα.
Αχ, άγρια η ψυχή μου πλέει, ανυπότακτη, αδίστακτη στην ανυπομονησία,
στην γαλάζια φωταψία πικρών αστεριών.
Κοιμήσου θάνατε,
κοιμήσου, τράβα μακριά.
Αυτός ο πλανήτης ανήκει σε μικρά φτωχά πρόβατα.
Άνθρωπο,ι αν είμασταν, θα θυμόμασταν το γιατί,
γιατί έτσι άδοξα κοιμήθηκε το συκώτι του Προμηθέα,
γιατί ο Σωκράτης προτίμησε να πιεί το δηλητήριο,
γιατί τελικά ο Χριστός δεν συνάντησε τον Βούδα παρά μόνο σε μια μαύρη τρύπα του χαμένου χρόνου.
Μέσα στους νομάδες θα ήθελα να ήμουνα,
ένα άγριο παιδί και ατίθασο, αρκετά λάγνο και μικρός παρατηρητής του κόσμου ετούτου.
Μα τώρα ότι κατάφερα, τον παρατηρητή του εαυτού μου να εντοπίσω,
σκληρός αυτός σαν πέτρα.
Και άτακτος στο χάος μέσα μου.
Αχ, άγρια ψυχή μου,
κάψε ότι μπορείς με την γλώσσα, τα χέρια και τα μάτια σου.
Μα τον νου σου, νομάδα κάνε τον,
σε παρακαλώ,
μέσα στην συμμετρία των νομάδων να καείς μια ημέρα φωτεινή μέσα στις Κυκλάδες,
εδώ που όλα το φως τα καίει.
Εδώ, που σαν σπερματοζωάριο επέπλευσες και επέβαλες την ένωση μέσα στο ωάριο...

(Η συμμετρία των νομάδων)
Έχεις δει τις γυναίκες ,πως κοιτάζονται μεταξύ τους ,σαν αγρίμια που οσμίζονται τον κίνδυνο, σαν κάποια άλλη γυναίκα, ωραία, συστηθεί από κάποιον άλλο στην παρέα τους;
Έχεις ακούσει την αράχνη στο μυαλό της γυναίκας, πως φτιάχνει ιστούς να πείσει για την αδυναμία της φύσης της, πως τάχα μου είναι θύμα και χρειάζεται την πλήρη προστασία ενός μυρμηγκοφάγου ή κάποιου που είναι απόσταγμα, μητρικού ή ...πατρικού, ευνουχισμού;
Έχεις δει τα μικρά αγόρια που μετρούσαν το μέγεθος του πουλιού τους ,πως μεγάλωσαν και παίρνουν τον ρόλο του κοκόρου σε ένα φτωχό κοτέτσι;
Έχεις ακούσει πόσα ψέμματα έχουν πει ανάμεσα τους για να πείσουν ο ένας τονάλλο, για το πόσες γυναίκες ακριβώς πήραν στο κρεβάτι τους;
Κι αυτές που τους αντιστάθηκαν, ω, αν μπορουσες να ακούσεις με πόσες πρόστυχες περιγραφές μεταξύ τους μοιράζονταν στύσεις και στάσεις που ποτέ δεν συνέβησαν...
Ο έρωτας δεν θα υπάρξει σε αυτούς τους ανθρώπους ποτέ σαν αλήθεια.Και σαν βίωμα. Δεν θα πληγωθούν από την απεγνωσμένη μοναξιά του ερωτευμένου, ούτε θα γίνουν χαμαιλέοντες για να γευτούν τις εκδοχές του.
Αυτοί, μόνο ίντριγκες θα ζήσουν και λειψές σωματικές ανταλλαγές υγρών.
Τα σώματα στον έρωτα, είναι κλεψύδρες που αδειάζουν την άμμο το ένα κομμάτι στο άλλο με την προυπόθεση να σκοτώσουν τον θάνατο και να ακινητοπιήσουν τον χρόνο.
Ετούτα τα κήτη εγωισμού και αδυναμίας της σκέψης δεν θα ζήσουν ποτέ τον έρωτα γιατί ποτέ δεν θα έχουν την δύναμη να δοξάσουν τον άλλο.,
Καποτε ο έρωτας περπατά ξυπόλητος στα αγκάθια για να βρεθεί στην πλούσια κοιλάδα της απόλαυσης , της πληρότητας και της γνώσης.
Μπορεί να ντυθεί και ζητιάνος και να ικετέψει.
Να γίνει μαινάδα και να σαρώσει θύελλες.
Μα καταλήγει να γίνει ο εαυτός του...
Ευγενής και άγριος και πάντα κυρίαρχος.
Το πάθος,, που διαβάζεται λάθος στο τέλος ποτέ δεν υπήρξε πάθος παρά μια απομιμηση.,
Έτσι προχωρούν οι άνθρωποι, σαν ξένοι, μονότονοι πάντα με την πανοπλία τους έτοιμη για να μην τραυματιστούν.
Μα δεν ξέρω κάποιος να έγινε άνθρωπος γιατί δεν πόνεσε ποτέ του.
Δεν έπιασε πάτο στο πηγάδι, δεν έκλαψε, δεν πνίγηκε από δάκρυα, δεν χόρεψε με τον πόνο...
Ο έρωτας είναι η μοναδική δύναμη που απαλλάσει τον άνθρωπο από την ανία της ύπαρξης και το δεδομένο της αδυναμίας του.
Ίσως κι η τέχνη κι η επιστήμη αλλά με κάποιον άλλο τρόπο.
Ετούτα τα όρθια κτήνη δεν θα το μάθουν ποτέ, ετούτα τα κτήνη σαβουρώνουν ότι βρούν στο πέρασμα τους.
Δεν πλήττω μόνο βλέποντας τους, μου ξυπνούν και το αρχαίο ένστικτο του δολοφόνου..

(Σκέψεις στην άμμο)
Τα μάτια σου, είναι γραφίδες μετωπιαίου σπαραγμού,
τα κοιτάζω και ξεχνώ από τον κόσμο την σοβαροφάνεια και το δυσβάσταχτο κενό,
των ανθρώπων την χαύνωση, δεν την παλεύω,
την κορύφωση της ανιαρής ευγένειας σε δεύτερο πρόσωπο ξεχνώ.
Μόνο σαν τα κοιτώ, θυμάμαι, πως ο ιδρώτας στον αυχένα πυροβολεί κάτω την πλάτη,
πως τα χέρια θελουν να ξεπεράσουν τα τεταγμένα όρια
κι οι λόφοι των αυτιών ζητούν να ακού...σουν αυτό που βρίσκεται πίσω σου, βαθιά σου,
αυτό που καλά κρύβεις μέσα σου.
Τα μάτια σου, μια ώριμη εφηβεία,
το χαμόγελο σου, μια άτακτη ιστορία δρόμου, μια μαστιγωσιά από τις συνουσίες του δρόμου,στους αδένες.
Όσα έζησες καλά τα κράτησες,
δεν τα περιφρόνησες με έπαρση απο την γνώση,
δεν τα πέταξες στις λίμνες του εγωισμού να γίνουν λάσπη.
Η κατσιφάρα του νησιού σου ταιριάζει,
φύλο άντρας και βγήκες σαν ήλιος, ύστερα χάθηκες σε πυκνά φυλλώματα της αθέατης κίνησης των ισχύων όταν αποφασίζουν να μην κάνουν μια επόμενη κίνηση.
Μάτια καστανά με χυμένο μέσα τους πράσινο...

(Μάτια από κατσιφάρα)

*κατσιφάρα είναι η πυκνή,χαμηλή νέφωση στα νησιά
Η διακριτικότητα είναι πλέον πολυτέλεια, ραγιάδες της μνήμης σέρνουν απελπιστικά το κεντρί της πληγής τους,
το μπήγουν πάντα στον πιό αδύναμο ή πρόθυμο στην αναζήτηση για παρέα.
***
Γίνε όμορφος, δεν θα καγχάσω, το γέλιο σου δεν θα χορτάσω, θα πεινάω γι αυτό, με μάτια φλογισμένα.
***
Ζούμε άγρια, ζούμε παράλογα, μακριά από την φύση των ανθρώπων,
είμαστε οι εν δυνάμει <<Κiller>>.
***
Φετιχιστές του... φόβου ή των πιό σκοτεινών ενστίκτων.
***
Μα εγώ, με άδειασα σε ένα πηγάδι, να μην παραβιάσω με θέλγητρα ψεύτικα την ομορφιά σου.
Με έκανα πέτρα κι ύστερα ψωμί και ψάρι.
Να ξέρω να χορταίνω την πείνα σου χωρίς να κουράζω.
****
Σε πήγα στα βράχια και ξύσαμε αλάτι, βάλαμε στις πληγές μας να πλυθούν.
****
Έπειτα, επάνω σε ένα βράχο μεσοπέλαγα,
μονάχα εμείς και οι γλάροι αλλάζαμε δέρματα και σώματα.
***
Σε νιώθω.
Κάθε σούρουπο που το νησί αλλάζει θωριά.
Κάθε πρωί που το φως καίει.
Δεν είναι παράλογη η αγάπη, παράλογο είναι να κάνεις πως δεν την βλέπεις..
***
Ας αδειάσουμε τα ποιήματα στην θάλασσα.
Σαν μπούμε μέσα τους, άλλα νησιά, αχαρτογράφητα, θα φανούν.
Είναι όσα κατάπια και δεν σου είπα μεσάνυχτα σε μια γεμάτη σελήνη.
Είναι όσα κεντριά μου έμπηξες και έγιναν τριαντάφυλλα λευκά.
Έτσι θα γινόταν γιατί είσαι όμορφος..

( Ο Κυκλάδος)
Βέρα
(Σε κάθε άνθρωπο,υπάρχει ένας παρατηρητής κι ένας απολαυστής. Ο παρατηρητής, αναλαμβάνει να μεταφέρει τις πληροφορίες από το εξωτερικό περιβάλλον στο ενδότερο κι ο απολαυστής αναλαμβάνει να αφήσει τον παρατηρητή να απολαύσει μέσα από αυτές τις πληροφορίες αυτά που του είναι πιό ευχάριστα και κοντά στην φύση του)
Μύρωνας
(Και δεν υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιος από τους δυό επικρατεί περισσό...τερο; Θέλω να πω ειναι σε πλήρη αρμονία αυτοί οι δύο;)
Βέρα
(Ασφαλώς και δεν υπάρχει πλήρης αρμονία και ισορροπία, Ας πούμε σε εμένα υπάρχει αυτός ο παρατηρητής σε τόσο έντονο βαθμό που δεν με αφήνει να απολαύσω, συνεχώς αμφισβητεί και ζητά την αλήθεια. Έτσι ο απολαυστής πολλές φορές παίρνει τον δρόμο του αποχωρισμού κατάκοπος).
Μύρωνας
(Αυτό είναι κρίμα, εξάλλου κάποιος θα έπρεπε να πει στον παρατηρητή σου πως δεν υπάρχει μία αλήθεια, υπάρχουν πολλές, όσο για την αμφισβήτηση , αυτό καλό είναι, αν δεν συνέβαινε αυτό θα καταπίναμε περισσότερα σκοτάδια από ότι τώρα..)
Βέρα
(Το τρομερό είναι όταν ο ένας αμφησβητεί τον άλλον, τότε τα πράγματα είναι πιό δύσκολα ακόμη)
Μύρωνας
(Νομίζω πως η αρμονία και η ισορροπία έρχονται όταν πια σταματήσεις να ψάχνεις μόνος σου, θέλω να πω, έρχονται τα πράγματα και σε ψάχνουν, υπάρχουν καταστάσεις που επαναλαμβάνονται μόνο και μόνο γιατί ο παρατηρητής σου δεν έλαβε το μάθημα που έπρεπε. Αλλά βλέπω πάνω σου την αγωνία, γιατί;)
Βέρα
(Ο Σκούρτης έγραψε κάποτε,-κάθε μια μαρτυρία και μια μήτρα ζωής και θανάτου. Μέσα σε αυτές τις αμέτρητες μήτρες ερωτεύτηκα τη ζωή και το θάνατο. Το θάνατο περισότερο. Ερωτεύτηκα τον ήχο του τρόμου-.
Ίσως αυτό είναι, αυτό)
Μύρωνας
(Τους συγγραφείς μην τους παίρνεις σοβαρά, οι περισσότεροι είναι ανιαροί ψυχάκηδες, απλά κράτα κάτι από τους καλύτερους)
Βέρα
(Ασφαλώς δεν τους παίρνω σοβαρά, ο συγκεκριμένος πάντως δεν ξεκίνησε με έναν υπνόσακο και κατέληξε να κάνει πίπες σε ένα γραφείο κάποιους εκδότη, ούτε χαριεντίστηκε, τσαμπουκάς και περίεργος ήταν έτσι ακριβώς είναι και τώρα που δεν είναι νέος)..
Μύρωνας
(Έχεις δίκιο. Άκου, ας αφήσουμε τον παρατηρητή τώρα στα χέρια του απολαυστή)
Βερα
(Με ποιόν τρόπο;)
Μύρωνας
(Με την αφή και την γεύση. Θέλω να σε φιλήσω, θέλω να σε γευτώ, όλα τα άλλα είναι απίστευτα ανιαρά γύρω μου. Μόνο εσύ κι η θάλασσα, τα πουλιά και τα ζώα έχουν κάποιο νόημα, μου δίνουν ενθάρρυνση για να ανατραπώ..
Από τις ανατροπές ξεκινούν όλα)...
Απλώθηκε γύρω της σαν δέντρο κι όλα σταμάτησαν εκτός από τους ήχους του νησιού ..

(Άσκηση διαλόγου)
Η μύγα ακούραστη, γυρνά κολλώντας από μπούτι σε μπούτι κι από χέρι σε χέρι.
Ο υποψήφιος εραστής, κρατώντας μια μπύρα στο χέρι ακούραστος κι αυτός,
ζητά να φιλοξενήσει το φύλο του σε μια τρύπα γυναίκας.
Τρύπα να ναι κι ότι να ναι.
(Είσαι πολύ όμορφη, μου αρέσεις), μιλά με εκείνο το μικρό, πικρό του στόμα.
Στην πραγματικότητα τον θορύβησε βαριά όταν ένα ξανθό σκυλί με μακρύ μαλλί και κώλο ντυμένο με... κουραδοκόφτη του έθιξε το πέος του...
Ο πούτσος, από τότε,έγινε πέος.
Ο σεξισμός γυρνά στις παραλίες σαν την μύγα, το μάτι κολλάει από βυζί σε βυζί κι από κώλο σε κώλο.
(Αχ, μην μιλάτε έτσι, γυναίκα είστε, οι γυναίκες το σεξ πρέπει να το περιγράφουν απαλά, σαν να μην συμβαίνει κάτω από αγριεμένες ορμόνες κι εγκέφαλους που φλέγονται, να, κρύψτε λιγάκι τις λέξεις κα κάντε τις απλά να υπονοούνε την πράξη).
(Είσαι πολύ όμορφος, μου αρέσεις), λέει αυτή στο αυτί ενός ξανθού θεού με μπούκλες κι ύστερα σκέφτεται, αυτός θέλει μια τσούλα για να τον ταρακουνήσει.
Μα δεν είναι οι λέξεις.
Είναι οι προθέσεις κι όλοι αυτοί οι ανέραστοι άνθρωποι.
Με φύλα 'αδεια από επιθυμία γυρνούν σαν την μύγα γύρω γύρω.
Πότε για να γαμήσουν και πότε για να συμβεί μέσα τους το καλοκαίρι.
Δεν έχουν αφρούς στα γεννητικά όργανα τους ούτε υγρά για να κυλήσουν βαθιά μέσα τους...
Κι είναι κι αυτές οι αγαπούλες, όλο καρδούλες και σάχλες και κορδέλες που αντί να μπαλαματιαστούνε στην άμμο, κρατούν το χέρι ο ένας του άλλου και καταστρέφουν το ηλιοβασίλεμα...
Κανείς πια δεν κάνει σεξ σαν να κάνει εξέγερση.
Εναντίον στον εξαγνισμό και στον θάνατο...
Δεν υπάρχει μόνο το ηθκό έγκλημα που εκτελείται με την γραφή, υπάρχει κι η ένωση των σωμάτων που συμβαίνει σαν τιμωρία εξιλέωσης.
(Είσαι υπέροχη, μου αρέσεις)
(Είσαι παπάρας, είσαι ένα ανέραστο πέος χαμένο σε έναν μαζικό συλλογισμό).
Ο Αύγουστος ξερνά στις ακτές του τέτοιους εραστές και τέτοιες ερωμένες.
Που αν τους διαβάσεις τον Εμπειρίκο θα τρίξουν τις αρθρώσεις τους στα χέρια και θα ακούσεις το σπάσιμο τους δυνατά σαν να το νιώθεις.Γυναίκες από μπετόν αρμέ...
Οι άνθρωποι δεν γαμάνε, δεν γαμιούνται, δεν κάνουν έρωτα, δεν μυρίζουν σεξ.
Παπαριές λένε, όλη μέρα προκαλώντας απίστευτη ανία.
ΟΙ πραγματικοί εραστές τον Σεπτέμβρη ανταμώνουν.
Όταν το πέταγμα της μύγας δεν είναι τόσο συχνό και δεν σπάει τα νεύρα.
Κρεβάτι χωρίς ναρκισσισμό είναι ουράνιος θόλος.
Ας το εξηγήσει κάποιος σε τούτα τα λειψά αποφάγια.
Ούτε αγαπούλες χωρίς καύλες, ούτε καύλες που ονομάζονται αγαπούλες έτσι για να αλλάξουν όνομα.
Η συλλογική τρομοκρατία ,ευνουχίζει σιγά σιγά κάθε μικρή, συνειδητή ή ασυνειδητη εξέγερση..
Είπαμε, ένα μέρος εξέγερσης ξεκινά από το σεξ.
Γνήσιο , καλό, ιδρωμένο, καυτό χωρίς εξαγνισμό σεξ, χωρίς Ναρκισσιστικά συμπλέγματα.
Χωρίς μαύρες τρύπες και στυλάρια...
Χωρίς θεοποιήσεις και κραυγές.
Κάψτε ότι ζητούν από εσάς τα άλλα μάτια για να καούνε.
Καείτε πρώτα από αυτά που ζητάτε εσείς...
Κι αυτή μύγα θα πάψει να ενοχλεί τόσο...

(Περί μύγας και σεξ)
Αυτό, που από παιδί με συγκινούσε, ήταν οι συμμορίες,
όχι οι παρέες και οι τύποι οι παμφάγοι. οι τυπικά νομοταγείς.
Οι παρέες στερούνται το αρχέγονο ένστικτο της θυσίας ο ένας για τον άλλον,
οι παρέες απλά στηρίζουν τις θέσεις τους και διασκεδάζουν τον καιρό τους μιλώντας και πίνοντας.
Την επόμενη μέρα, ξεμέθυστοι θα πάνε στην δουλειά τους κι η μνήμη δεν θα υπάρχει παρά σαν μια κουκίδα στον καθρέ...φτη, σαν μυγόχεσμα.
Οι συμμορίες είναι σαν να έχουν αλλάξει αίματα νύχτες σελήνης ,
αυτοί που πριν ήτανε ξένο,ι ύστερα από αυτό ,έγιναν αδέλφια.
Όχι αδέλφια-σύντροφοι του μεροκάματου της μιας βδομάδας,
μακριά από αυτούς τέτοια μιζέρια.
Αν τα παιδιά δεν στριμώγνονταν στους παιδότοπους της αηδίας κι ήταν έξω στα πάρκα θα ξεκινούσαν οι αυριανές συμμορίες του μέλλοντος.
Συμμορίες πόλεων εναντίον συμμοριών κρατών...
Παιδί ανήκα σε μια σχολική συμμορία που τα αγόρια δεν μαθαίνανε τι είναι φαλλοκράτης ούτε νταβατζής...
Έπειτα μεγαλώνοντας άρχισα να κάνω φίλους κι άρχισα να μετράω μαχαιριές.
Κι όμως ποτέ δεν θέλησα φιλίες, συμμορίες γλυκόπικρες αναζήτησα,
απλά δεν υπήρξα τυχερή.

( Φιλίες και άφιλα πτώματα)
Όταν η ίντριγκα βαθαίνει
τότε η πεταλούδα της ποίησης κωφεύει...

( ας ξαποστάσω κάτω από την διαβολική συκιά)
Η ανταύγεια του πάθους της, έπεσε στο πρόσωπο του
Σύστηκε μέσα του ο γήινος κόσμος κι αποσύρθηκε για τον δρόμο του νερού
Αποξενωμένος από όλα, άρχισε ένα γλυκό παραλήρημα που δεν το άκουγε κανείς άλλος, παρά η ψυχή του κι όλα της τα παράθυρα άρχισαν να ανοίγουν.
Το ένα μετά το άλλο, το ένα μετά το άλλο.
Ο ύπνος του μετά από αυτό το αντάμωμα των βαθύγλυκων ματιών της, έγινε εφιάλτης.
Την έβλεπε κά...θε ημέρα να παίρνει το γνωστό δρόμο, ακολουθούσε τους λαγόνες της και το άρωμα του κορμιού της.
Είχε γίνει ένα αγρίμι, περπατούσε πίσω της και προσπαθούσε να μυρίσει τα μαλλιά της, τον λαιμό της, πίσω από το απαλό θρόισμα του φουστανιού της, τους καρπούς της που κρατούσαν ένα μικρό τσαντάκι χαλαρά και με μια κίνηση όλο χάρη.
Κι έπειτα το θέλω του άρχισε να διασχίζει όλα τα άγχη του, τις αγωνίες του, έπιασε να τα γλυκαίνει, να τα απλώνει μέσα του σαν ένας ήλιος μετά από πολλά άγρια σκοτάδια.
Τα μάτια της ήταν γκρίζα, πυκνωμένες βλεφαρίδες σκίαζαν τις ίριδες και το στόμα της ένα βύσσινο μισάνοιχτο.
Σαν το χρώμα του πάθους του γι αυτήν.
Ήξερε πως ήταν από αυτές τις γυναίκες, τις κυριαρχικές και αγέρωχες, αυτές που με λύσσα έπαιρναν πάντα αυτό που ήθελαν.
Δεν ήταν ηλίθιος, ήταν κεραυνοβολημένος , άφησε το πάθος να μπει μέσα του ολοκληρωτικά.
Η ανία κι η αηδία του για τον υπόλοιπο κόσμο έπαψε.
Τα πάντα τώρα ήταν εκείνη, δεν ήταν απλά μια τυχαία αφορμή για να αλλάξουν όλα μέσα του.
Ήταν η ειμαρμένη του.
Δεν έχει σημασία πως γνωρίστηκαν, δεν έχει σημασία πως ακριβώς κουρελιάστηκε όλος ο κόσμος της λογικής του.
Αυτή ήταν σαν την <<μαύρη χήρα>>, αυτό το είδος αράχνης που σαν συνουσιαστεί με το αρσενικό το καταβροχθίζει με επιμέλεια.
Τον έκανε πότη και του ρούφηξε ότι είχε σε χρήμα.
όμως αυτός, ποτέ δεν μετάνιωσε.
Γιατί ήξερε από την αρχή πως θα τον εξαφανίσει.
Όμως αυτός, ανήκε σε κείνο το γενναίο και σπάνιο είδος των ανθρώπων που ζουν το πάθος τους σαν μεταμόρφωση.
Γιατί ένα μέρος του πάθους είναι κι αυτό, η μεταμόρφωση...
Κι ένιωσε ευλογημένος που βρέθηκε άλλο ανθρώπινο πλάσμα να τον απελευθερώσει από το άθλιο εγώ του.
Ακόμη κι αν μετά ότι είχε για να ζήσει σε έναν γήινο κόσμο του το κατέστρεψε...
Τέτοιες στιγμές δεν μετριούνται σαν συνηθισμένες.
Και ποτέ δεν την απομυθοποίησε, ποτέ δεν έπεσε στα μάτια του.
Ήταν αυτή που του έμαθε πως στην ζωή εκτός από το να την διασχίζεις με τα πόδια μπορείς να κάνεις πτήσεις αργές.
Πως το πάθος είναι ένας κυκλώνας, μια συγκέντρωση γιαγαντιαίων δυνάμεων που στριμώχνονται στο στήθος σου και δεν τις ήξερες ποτέ...
Αυτό ακριβώς,
οι δυνάμεις που δεν ήξερες πως έχεις εγκλωβισμένος,μέσα σε μια μικρή, νοικοκυρεμένη ζωή, αυτό ακριβώς, αυτή η λυσσασμένη αδυναμία στην μη εγκατάλειψη σου πάνω σε έναν άλλον,
αυτό ακριβώς,
εκείνες οι δυνάμεις που λες και έρχονται στην επιφάνεια αφού έχουν νικήσει τον Αχέροντα,
αυτό ακριβώς, που χρόνια ολόκληρα δεν 'ηξερες πως έχεις,
αυτό ακριβώς είναι που απαιτεί ευγνωμοσύνη γιατί το εζησες.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να λάμψει σε μια στιγμή αιωνιότητας.
Όποιος μετάνιωσε για ένα μεγάλο πάθος που βίωσε είναι μωρός

(Περί πάθους)