Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014
Αυτό είναι το σπίτι σου,
σε μερικές ημέρες, θα το αφήσεις μόνο του, να δεχτεί τις άλλες εποχές , χωρίς εσένα ,ώσπου να σε ξαναδεί το Καλοκαίρι.
Καθώς περίμενες το λεωφορείο στην στάση, στο μπλε κουβούκλιο, κοίταξες για χιλιοστή φορά τα βουνά που σαν να τους πέρασε βελόνα με κλωστή τα λευκά σπίτια με τις μπλε πινελιές επάνω στην άδεια τους ράχη ένα αόρατο χέρι.
Την μακριά γραμμή της παραλίας με τους λουόμενους κάτω από τα αρμυρίκια και την θάλασσα να τρέχει αφήνοντας γλυκούς αφρούς στην άμμο.
Πήγες πέρα ως την φωκιότρυπα, εκεί που υπάρχουν μόνο βότσαλα και μάζεψες κι άλλες πέτρες μικρές και σε διάφορα χρώματα.
Η ΄καλή λογοτεχνία είναι στην τσάντα σου, με το βιβλίο του Τσβάιχ σκέφτεσαι, (ο κόσμος του χτες, -αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου-), η καλή λογοτεχνία είναι επίσης αυτό που αντικρίζουν τα μάτια σου μέρα και νύχτα εδώ, στο μικρό γεμάτο πέτρα κι αλάτι νησί, εδώ στην ψυχή της άγονης γραμμής, εδώ που η ψυχή ανυψώνεται τόσο από τον αγώνα του ανθρώπου μέσα στο άγονο να φυτέψει και να πολλαπλασιάσει τροφή και καρπό όσο και στην επαφή του με τόσους διαφορετικούς πολιτισμούς.
Γέμισε ο τόπος άλλες γλώσσες φέτος, τώρα μιλάς με κάτι Γερμανούς στην παραλία, με μεταφράστρια την αγαπημένη σου φίλη και τους μίλησες για τον Στρούμπο, το έρημο χωριό όπου τέσσερα σπίτια ξαναχτίστηκαν πάνω στα ερείπια τους από ξένους κι ένα από Έλληνα.
Τους είπες ιστορίες για την γιαγιά και τον παππού, δεν βαριόντουσαν, ζήτησαν το μπλοκ σου για να σε διαβάζουν τον Χειμώνα.
Αυτό σε συγκίνησε αρκετά, καθηγητές σε μεγάλα πανεπιστήμια και λάτρεις της Ελλάδας και του πολιτισμού της, σχεδόν δάκρυσαν καθώς μιλήσατε για τις Καρυάτιδες στον αρχαίο τάφο, έπειτα σκέφτηκες την Αθήνα, τα μπαρ και τα βιβλιοπωλεία όπου διάφοροι Κολοσσοί της τέχνης και των γραμμάτων μίλησαν με εκείνο το καταθλιπτικό ύφος για κάποιο βιβλίο, με εκείνο το απαξιωτικό και απομονωμένο βλέμμα του αλκοολικού, με εκεινη την γελοία έπαρση των μικρών ανθρώπων ,μίλησαν και τους παρακολούθησες τον περασμένο Χειμώνα, έτσι για την παρατήρηση, έτσι γιατί είσαι εδώ που τα λέμε και επίμονη και δεν θες βιαστικά συμπεράσματα.
Γέμισε η Αθήνα συμπλεγματικούς τύπους που καθηλωμένοι στον καμβά της κλίκας, αναιρούν , αποφασίζουν, κολακεύουν κι αυτοκολακεύονται, διώχνουν νέους ταλαντούχους λογοτέχνες και ποιητές ή τους κουτσομπολεύουν πίσω από την πλάτη τους, όλα αυτά τα μοχθηρά οργιώδη ανθρωπάκια που θέλουν μια κατά μέτωπο επίθεση δημοσίου επιπέδου διαθέτοντας αντί κορώνες αστροπελέκια.
Όλα αυτά κι όλη η αναλγησία της πόλης που σέρνεται στα γόνατα, ,με τις φθαρμένες αίθουσες των κινηματογράφων, τα καλέσματα , τις γονικλισίες, τον καθημερινό υπολογισμό της ζωής σε φράγκα, όλος αυτός ο πολεμος που εδώ ξέχασες..
Τον ένιωσες κι εδώ, αλλά υπάρχουν πάντα οι ισορροπίες μέσα στο τοπίο και μέσα σου, ώστε να τον ξεχνάς.
Εδώ επίσης, σκέφτηκες, πως υπάρχουν άνθρωποι που ανεβάζουν την ψυχή σου χρησιμοποιώντας την τέχνη της γραφής χωρίς να επιδεικνύουν ένα χυδαία γεμάτο πιάτο συναισθήματος, εδώ επίσης σκέφτηκες πως χρειάζεσαι να σκοτώσεις ότι σε φθείρει κι ότι σε κάνει να μένεις ακίνητη και να περιορίζεσαι και να αυτοπεριορίζεσαι.
Και καθώς ακούς τις λίγες νύχτες ακόμη που απομένουν, τους γρύλους, το γκάρισμα των γαϊδάρων, των πουλιών που απότομα σταματούν όλα μαζί, τα τζιτζίκια να λιγοστεύουν,
τότε ακριβώς, νιώθεις πως είσαι άνθρωπος,
άνθρωπος κι όχι ένα ακόμη εξάρτημα μιας κρεατομηχανής.
Γιατί εδώ είσαι ακόμη παιδί της φύσης, ο πραγματικός πολιτισμός υπάρχει στην ευγένεια, την γνώση, την δημιουργία, το πάθος και την αγάπη.
Και όταν σκέφτεσαι τους ανθρώπους της πόλης που όλη μέρα βογκούν από αηδία και θυμό σκέφτεσαι πως κανένα περιθώριο δεν υπάρχει να ζήσεις χωρίς να ζείς με πάθος..
Ο Γκαίτε έλεγε, η θέληση διατάζει την ποίηση.
Όλους τους αφορισμούς και τους στοχασμούς, θα τους γράψεις
σε ένα μικρό τετράδιο και όποτε θα νιώθεις κρέας θα τα διαβάζεις.
Στο μετρό, στις στάσεις των μεταφορικών μέσων, στα βαρετά μπαρ και στα ανόητα καλέσματα.
Αυτό είναι το σπίτι μου.
Η Αμοργός μου που αν κι έγινε ποίημα δεν γράφτηκε γι αυτήν..
-Λίγες ημέρες ακόμη εδώ, στο Πέλαγος
Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014
O Σεπτέμβρης είναι μια βελούδινη θάλασσα, πλένω τις τύψεις μου στην χλιαρή ραχοκοκαλιά της για όσα δεν έκανα κι όσα δεν τόλμησα, κι όσα τόλμησα μαζί με αυτούς που δεν είχαν τόλμη, εκτός από αρχίδια με τρύπες,
άφησε τους, δεν ξέρουν τι να κάνουν εκτός από το τι θα λάβουν,
εμείς είμαστε τα μάτια του χτεσινού κόσμου,
όσα ζήσαμε κι όσα νιώσαμε πως τα ζήσαμε, ενώ δεν υπήρξαμε,
ξέρεις εσύ,
ο χτεσινός κόσμος βούλιαξε λένε κάτω από μια προπέλα,
άφησε τους,
ο υπόκοσμος τα λέει, αυτός που καβαλάει την ανθρωπότητα και πάει,
που στον διάβολο πάει αφού πάει λένε μαζί με τον Χριστό,
τον έμπλεξαν άσχημα στα βιβλία και στις εφημερίδες ,
ο Βούδας πάλι ζει μαζί με το φενγκ σούι και σούσι,
άκουσε με αδελφέ, νοητέ μου,
το βυζί του κόσμου για μένα στέρεψε,
για όλους στέρεψε μόνο που κάποιοι σαν κοιμούνται λένε το όνομα του,
βυζί του κόσμου,
παραστράτησα πολλές φορές κι απέβαλα το εγώ μου,
μετά βρέθηκα σε μια εκβολή ποταμού που έβοσκε ένα άλογο,
είδα το μάτι του και ορθώθηκα,
χαλάρωσα,
'ολος ο πληγωμένος ο ψυχισμός μου,
αυτός του ανθρώπου, μεμιάς απάλυνε,
όταν μέσα βαθιά βρέθηκα,
στο μάτι του αλόγου,
ξέχασα το βυζί,
λύγισα τα γόνατα κι άρχισα να τρέχω,
βαθιά να τρέχω,
μέσα στο μάτι του αλόγου,
απεμπλοκή εφώναξα,
η θάλασσα βούιξε,
βρέθηκα μέσα της να χορεύω αντικριστά από το υπέροχο άλογο,
χορεύαμε και πίναμε ήλιο και γελούσαμε,
άνθρωπος, ζώο ήμασταν ένα,
αυτός ο Σεπτέμβρης φωνάζει λέξεις κι αισθήματα του ΄κόσμου του χτες,
του παλιού,
του αρχέγονου..
-Μέσα στο μάτι του αλόγου-
Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014
-Οι νύχτες που ζητούν αγρύπνια, είναι επικίνδυνες, της έλεγε κι άφηνε δαχτυλίδια καπνού στον αέρα. Πόσο μάλλον, όταν ένας άντρας και μια γυναίκα, συζητούν με υπόγεια κύματα, χρησιμοποίησαν ήχους και λέξεις που τους σημάδεψαν, έχοντας πλήρη άγνοια για την εξέλιξη, έχοντας πλήρη άγνοια για τις προθέσεις.
Δεν υπάρχουν προθέσεις στα γνήσια πράγματα, υπάρχουν μόνο αμοιβαιότητες ή όχι.
Η γυναίκα ήξερε καλά να τον ακούει, όμως ήξερε καλά να ακούει και να παρατηρεί γενικά.
Τώρα κοιτούσε το είδωλο της στον καθρέφτη και σκεφτόταν αν ήταν άδικο που δεν συνέβησαν πράγματα που έπρεπε να συμβούν.
Μα και πάλι τι ήταν αυτό που έπρεπε; Η δική της αίσθηση ομορφιάς και αρμονίας δεν ήταν απαραίτητα σίγουρο πως έμοιαζε με την δική του αίσθηση.
Αρκετά, είπε στον εαυτό της, κοίταξε έξω από τον καθρέφτη της, κι αντίκρυσε ένα πορτρέτο ευγενικό, έμοιαζε με το δικό του, το νιωθε κάτω από το δέρμα της,
το νιωθε στα κύτταρα της και στην σεροτονίνη που χόρευε στο κεφάλι της όποτε τον σκεφτόταν.
Δεν τον ήξερε καλά, ούτε ο ίδιος της ήξερε.
Απλά είχαν κάνει μια γρήγορη ανάγνωση των μυστικών κωδικών που είχαν για να αναγνωρίζουν την ζωή και τους ανθρώπους.ς
Κι όμως οι άνθρωποι διασχίζουν μια ολόκληρη ζωή κοινή χωρίς να έχουν αναγνωρίσει αυτούς τους κώδικες, θα μπορούσες να δεις μια τραγικότητα ή την ειρωνεία σε αυτό.
Ο άντρας, μίλια μακριά έκανε τις ίδιες σκέψεις, όχι πως είχε καμία σημασία αυτό, αυτό που είχε σημασία ήταν όλες εκείνες οι φωτογραφίες του παρελθόντος που δεν άφηναν το μέλλον να χαραχτεί ανέμελο και ανυπόφορα χαριτωμένο.
Σχημάτιζε καπνούς στο ταβάνι και τους βάπτιζε βαμβάκια από σύννεφα.
Κι η γυναίκα έκανε το ίδιο.
Αυτό δεν είχε σημασία.
Σημασία είχε πως δεν ήταν δυνατόν να μοιραστούν αυτήν την στιγμή.
Το γλυκόφτερο άκουσμα του ανέμου έξω και μέσα καπνοί από τσιγάρα και βιβλία πεταμένοι στο ντιβάνι.
Η ζωή είναι ασπρόμαυρη για κάποιους, γι άλλους πάλι είναι γεμάτη ουράνια τόξα και βαμβάκια σελήνης πάνω από το κεφάλι.
Η ζωή είναι δύσκολη γιατί είναι ανυπόφορα απλή..
Οι άνθρωποι μόνο δυσκολεύονται να εκφράζονται και να ζουν σαν άνθρωποι.
Τις χαραυγές τα άστρα ντρέπονται και παίρνουν δρόμο για μονοπάτια αόρατα στο μάτι. Μόνο λίγοι άνθρωποι ξέρουν που ακριβώς κρύβονται..
Η κουρτίνα της παρατήρησης μας κλείνει, ένας άντρας και μια γυναίκα μαζί δεν σημαίνουν δα και κάτι ιδιαίτερο στους άλλους.
Σημαίνουν πολλά, μόνο σε αυτούς που έζησαν τραγικά και αυτοσαρκάζονται σαν μικρά παιδιά που έχουν την δύναμη ενός λιονταριού που αντιμετωπίζει έναν ανταγωνιστή του..
-Σύννεφα, βαμβάκια και καπνός-
Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014
Τα αρμυρίκια, γλείφουν με το θρόισμα του αέρα απαλά τους γλουτούς μιας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι γάτα, η άμμος στάζει χρυσάφια, τα μικρά βότσαλα κινούνται ανάμεσα στα μικρά ψάρια σαν κατάσκοποι.
Κοιτάζω τις επιδερμίδες, χαιδεμένες κόρες από τον 'ηλιο, ακολουθώ έναν άλλο δρόμο από εκείνον της πόλης, είναι αυτός της βραδύτητας.
Κινούμαι αργά, ανάμεσα στα χείλια ενός κοχυλιού, φυσάω στόματα που ξεχνούν τις λέξεις, τα αυστηρά νοήματα τα θάψαμε εδώ πέρα, τις ιδεοληψίες, τα ψώνια που κινούνται γύρω από το εγώ τους, εδώ ανασύρουμε τους μύστες των αισθήσεων και μιας αισθητικής που περιέχει θάλασσα.
Η βραδύτητα, αυτή είναι τώρα η μητέρα μου.
Λυπάμαι όλους αυτούς που ζουν με την ιδέα της ανάπαυλας της συγκίνησης.
Μαζεύω μικρές μαύρες πέτρες, τις βάζω δίπλα στο κραγιόν μου που στάζει κοράλλια, θα τις χαρίσω κάπου που θα αγαπηθούν.
Εδώ έχω φίλους από χρυσάφι, εδώ κοιμάται ο πατέρας μου, ο παππούς, η γιαγιά μου κι ο αγαπημένος φίλος μου.
Εδώ τους μιλάω σαν μύστης της βραδύτητας.
Και γλιστράω σαν μετάξι στα δάχτυλα ενός άγνωστου θεού.
Μεταξένιες ημέρες
Κράτησε το πρόσωπο της στα χέρια του, έμπηξε το στόμα του μέσα στο δικό της, μικρές πτυχές επιθυμίας άνοιγαν τις δαγκάνες τους, το στήθος της έγινε μέλι,το μέλι άρχισε να τρέχει επάνω στα μαύρα ρόδα της άθλιας πόλης και τα έβαφε στα χρώματα του ουράνιου τόξου, ριπές σκοταδιού εξοστρακίζονταν στον Βορρά, πουλιά που ετοίμαζαν μετακινήσεις αποδημητικές άλλαξαν γνώμη καθώς το πρώτο από αυτά πέταξε αντίθετα, τα σύννεφα χαμογέλασαν σχηματίζοντας σχήματα ποικίλα
(Τι είσαι, πες μου τι είσαι, από που έρχεσαι και που με πας;) Της είπε και ρούφηξε το υγρό της στόμα.
(Είμαι ότι κι εσύ, δεν είμαι κάτι άλλο)
(Μα δεν είσαι σαν τις άλλες) , είπε και την κόλλησε επάνω του.
Την μύριζε, την κένταγε με όλη του την ουσία κι εκείνη έκανε ακριβώς το ίδιο χωρίς να την αφήνει ο ίλιγγος και οι καταφάσεις, καταφάσεις κι όχι αρνήσεις.
(Δεν θέλω να σε ρωτήσω τίποτε), του είπε μέσα στο αυτί κι αυτός γέλασε.
Τα μάτια τους χωρούσαν περισσότερα από όσα μπορούν να αντέξουν.
Η τεράστια παγίδα του θανάτου θύμισε αυτήν του έρωτα.
(Είναι δύσκολο να μου έρχονται τόσες ερωτήσεις και εγώ να τις πνίγω ηθελημένα), του είπε και τα μάτια της θάμπωσαν από δυο ρουμπίνια που ήταν δάκρυα.
Τα ρούφηξε απαλά, έπειτα της φύσηξε στο πρόσωπο αόριστες υποσχέσεις, έτσι το αισθανόταν εκείνη, αν κι ήταν αντίθετη στις υποσχέσεις..
Οι ανάσες κοφτές σαν μαχαίρια.
(Καίγομαι), του είπε κι άνοιξε τα πρώτα κουμπιά του φουστανιού της.
Αυτός την σήκωσε ψηλά.
(Βλέπεις τον ουρανό; Εδώ είμαστε Βέρα, είμαστε σε μια διασταύρωση του ουρανού, είμαστε εσύ κι εγώ σαν μια εικόνα που προβάλλεται σε μια αόρατη οθόνη και είναι η ελεγεία του έρωτα. Θα σε αφήσω να με κατασπαράξεις, εσύ; Θα με αφήσεις;)
(Και βέβαια θα σε αφήσω), είπε κι ένιωσε τα χέρια του να πνίγουν τα στήθια της σαν να ήταν πουλιά που πιάστηκαν στην παγίδα.
(Είμαι ευτυχισμένη), είπε.
(Κι εγώ, δεν θα σου πω να μην το λέμε, είναι ηλίθιοι όσοι δεν το λένε).
Ένας άστεγος βρήκε το παγκάκι του και ξάπλωσε.
Ήταν νωρίς απόγευμα.
Αυτός πήρε ένα χαρτί από το πακέτο με τα τσιγάρα του, κάτι έγραψε και μόλις είδε τον άστεγο να κλείνει τα μάτια του, το άφησε επάνω στο στήθος του αφού το τύλιξε με ένα χαρτονόμισμα, την τράβηξε κι άρχισαν να τρέχουν.
(Τι του έγραψες;) ρώτησε και το πρόσωπο της έβγαζε λάμψεις ζωντάνιας και ομορφιάς.
(Πως είμαι ευτυχισμένος, πως είμαστε ευτυχισμένοι).
(Και μετά;)
(Δεν υπάρχει μετά μωρό μου, υπάρχει μόνο αυτό, αυτό και μόνο κάνει την πόλη να σηκωθεί να χορέψει όπως κάποτε, θες να πα΄με κάπου να χορέψουμε ροκ εντ ρολ;)
Εκείνη αντί απάντησης βούλιαξε στην αγκαλιά του.
Ένας πυκνός σχηματισμός από πουλιά πέρασε πάνω από το κεφάλι τους.
Η Βέρα κι ο Ιάσονας μπήκαν σε ένα από τα πιο παλιά μπαρ της πόλης.
Το μπαρ αυτό είχε τζουκ μποξ. Ήταν εν ενεργεία όπως κι οι θαμώνες του.
(Η Βέρα κι ο Ιάσονας στο κέντρο της πόλης)
Σύγχρονες Μήδειες συγχρωτίζονται με την δόνηση της τρέλας, της ψυχικής οδύνης τα μάτια κοιτούν, σκοτώνοντας τα τα απόβλητα παιδιά τους.
Ποτέ τον ομφάλιο λώρο με τα δόντια δεν τον κόβουν,
τον φτιάχνουν μια μεταξωτή κλωστή, και στον λαιμό των τέκνων τους, τον δένουν.
'Αλλα παιδιά είναι τυχερά και την όψιμη <<παιδεία>> της βαναυσότητας και της αυταρχικής συμπεριφοράς των μητέρων τους τα κάνουν τέχνη, γράφοντας αβίαστα ιστορίες και λατρεύονται από το αδηφάγο κοινό, εκτός από την μητέρα τους που καμία τους πράξη δεν θεμελιώνει σαν αγάπη και εκτίμηση.
Ακόμη και το μάτι του θεού, αν τα τέκνα τους ζωγράφιζαν, ή εγραφαν γι αυτό, εκείνες πάλι θα το διαπόμπευαν ως περιττό, ή άχρηστο έργο, όπου η οκνηρία και η αχαλίνωτη φαντασία το καλιλτέχνησε, κι εξόριστο γι αυτές, θα είναι.
Η αυτοεκτίμηση θα ρθει σιγά σιγά από τον εαυτό τους ή δεν θα ρθει ποτέ ψάχνοντας μέσα σε αγνώστους που προβιά προβάτων φορούν, λίγη τρυφερότητα, λίγη αγάπη, λίγη εκτίμηση για την ύπαρξη τους ή για το έργο τους.
Και σε μια γωνιά θα πεταχτούν σαν σφάγια , ύστερα σκληρά θα ροκανίσει ένα όρνιο τα απομεινάρια τους.
Οι σύγχρονες Μήδειες, είναι πιο σκληρές από εκείνη της μυθοπλασίας.
Η ύπαρξη τους θα κατατρέχει ως τον θάνατο τους τα άτυχα τέκνα τους, θα πετούν δηλητήριο στην καρδιά τους κάνοντας τα ετοιμες αυριανές Μήδειες κι αυτά, ή, ένας κύκλος μάταιος θα επαναλαμβάνεται,( μάνα ζητώ να με αγαπήσεις), θα λένε πίσω από τα δόντια τους κι αυτές καταλαβαίνοντας θα δίνουν ειρωνεία και κατάκριση ως τα ύστερα χρόνια τους.
Είναι κι αυτές που δεν τους φαίνεται, δένουν με έναν φαλλό κι αιδοίο πίσω από την πλάτη τους τα τέκνα τα άμοιρα και τα κάνουν να χαίρονται μονάχα όσο η μάνα χαίρεται, αναπνέουν μόνο γιατί ανασαίνει η μάνα.
Κανέναν εραστή, καμία ερωμένη δεν θα αγαπήσουν εκτός της σύγχρονης Μήδειας.
Θυμήσου τον Μπωντλαιρ, τον Ρεμπώ, τον Κάφκα, τον Προυστ και όλου του λογοτεχνικού δέντρου, τα κλαδιά δες, κι απόλαυσε τους καρπούς του.
Γιατί αυτοί έργο καυτό έκαναν για τους επόμενους, γιατί η ανθρωπότητα ευεργετήθηκε από αυτούς κι έζησαν με την δίψα της ζωής και έκαναν υπέρβαση στα όρια τα αόρατα της μηχανής που ξερνά ανθρωποειδή και ρομπότ.
Η σύγχρονη Μήδεια είναι πρόσωπο τραγικό όπως εκείνη της μυθοπλασίας.
Αλλά αν μπορούσα να τις σκοτώσω με τα λόγια θα το έκανα, η μισή δυστυχία του κόσμου σε αυτές οφείλεται, στα σύγχρονα τέρατα που αίμα έχουν από ερπετό, τραγικότερα πρόσωπα από αυτές, τα τέκνα τους, που ψάχνουν μια ταυτότητα μέσα στην τραγικότητα και την άβυσσο της ζωής.
Που ψάχνουν ματωμένα πριν ακόμη βγουν από την άστοργη μήτρα της μητέρας τους αγάπη και φως ανάμεσα στους ανθρώπους.
Φοβισμένα κοιτούν την εξέλιξη του πιο σκοτεινού κι αδίστακτου είδους που λέγεται άνθρωπος..
Κι όμως! Τι κρίμα, ενώ, ο άνθρωπος ,γεννήθηκε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ήλιου, την καλοσύνη και την αγάπη δεν μπορεί να δει..
-Σύγχρονες Μήδειες-
Υγ. Αφιερωμένο στην Λ. και στην κουβέντα που κάναμε χτες στον διάδρομο του νοσοκομείου...και στην <<δηλητηριώδη αγάπη>> που την δένει με την μητέρα της..
Σάββατο 5 Ιουλίου 2014
Στο διπλανό κρεβάτι του νοσοκομείου είναι ξαπλωμένη μια νέα γυναίκα που πάσχει από επιληψία. Την κοιτάζει η μητέρα της που είναι 86 χρονών. Σήμερα κοιμήθηκε μαζί της και το πρωί έφυγε.
Η γυναίκα είναι αδύνατον να φάει μόνη της, όταν ήρθε ο γιατρός την βοήθησε λίγο και μετά έμεινε μόνη της προσπαθώντας με τα χέρια σαν κρεμασμένα μιας μαριονέτας, την βοήθησα να φάει σιγά σιγά, το νάτριο της είχε πέσει πολύ χαμηλά και ήταν σε κατάρρευση, τώρα με την θεραπεία κάπως έχει πάρει τα πάνω της αφού κατορθώνει να μιλάει αρκετά κατανοητά.
Η ζωή μου, τα έφερε έτσι ώστε να έχω επισκεφτεί για πολλούς διαφορετικούς λόγους τα περισσότερα νοσοκομεία της πόλης που κατοικώ.
Από πέντε χρονών σχεδόν για τον πατέρα μου κι ύστερα για όλους τους άλλους.
Συνηθίζω να λέω πως ότι είναι επαναλαμβανόμενο έχει να μας δώσει κάποιο μάθημα αλλά μάλλον εδώ δεν ισχύει.
Απλά έχω ευαίσθητους στην αρρώστια συγγενείς.
Παρατηρούσα στα δωμάτια τους ασθενείς.Ίχνος σπίθας από έρωτα στα μάτια.
Ο άνθρωπος αρρωσταίνει όταν δεν έχει έρωτα, όταν δεν είναι ερωτευμένος με την ζωή ή ένα πρόσωπο ή την δημιουργία, τότε ακριβώς η ψυχή του βγάζει μια μεγάλη κραυγή και την ακούει το σώμα του φιλοξενώντας την μέσα του, την κάνει δέντρο που απλώνει τα ασθενικά κλαδιά του μέσα του και υποκύπτει στην αρρώστια.
Ο έρωτας είναι το φαγητό και το νερό της καρδιάς.
Αν δεν χτυπά η καρδιά σου στον ρυθμό του τότε σε σαρώνει η άσφαλτος του σκοταδιού. Και τότε φίλε μου φιλοξενείσαι στην χώρα της απώλειας.
Ο ΆΝΘΡΩΠΟς υπάρχει μόνο όταν είναι ερωτευμένος.
Η καρδιά μου μάτωσε στην σκέψη της μοναχικής κοπέλας που υποφέρει από επιληψία..
Οφείλεις να σκεφτείς πως είμαστε ένα τίποτε και τα πα΄ντα..
Τα πάντα είσαι όταν ο ουρανός κυλά μέσα σου, αυτό σημαίνει είσαι απόλυτα ερωτευμένος.
Αυτό που θα θελα για μια μέρα είναι ένα μαγικό λυχνάρι.
Να το τρίψω μια νύχτα κι όλα τα νοσοκομεία να γεμίσουν από την ερωτική απόλαυση.
Ο ανίκητος μαχητής να σαρώσει γιατρούς κι ασθενείς.
θυμάμαι τον υπέροχο Τζακ στην <<φωλιά του κούκου>>...
Η ζωή είναι εξαιρετική και μαγική.
Στο μεταξύ ετοιμάζομαι για την απόβαση στο νησί μου.
Αδημονώ να ξαπλώσω στο χώμα αυτής της άγριας και γλυκιάς γυναίκας που λέγεται Αμοργός..
Και να ξεχάσω την επιληπτική στο διπλανό κρεβάτι της μητέρας μου..
Πάντα ξεχνάω τα άσχημα, τα θυμάμαι όταν χρειάζεται να μου θυμίσω πόσο δυνατή έχω υπάρξει..
Δεν είναι κακό..
Είμαι μεγάλο παιδί πια και ξέρω...
(Μεταξύ ετοιμασιών για την απόβαση στο νησί και νοσοκομείου, Κρόνος είναι αυτός, αλλά θα τον τσακίσω, δεν θα με τσακίσει ο παπάρας...)
Στο λεξικό μου, υπάρχει η ορθογραφία της αβύσσου,
άνευ όρων κι άνευ προυποθέσεων το δόσιμο κι οι μάχες,
η αλήθεια καίει σε αόρατα καζάνια,
στο πάθος παύση καμία,
διαβάζω τα χέρια των <<καταραμένων>> και των<< ευλογημένων>>,
αφροδισιάζομαι κι αιμορραγώ,
να σταματήσω να απορώ , να αγαπώ και να ρωτάω είναι αδύνατον,
θα στέκομαι πάντα δίπλα σε αυτούς που επικηρυγμένοι είναι χωρίς να έχουν ίχνος γελοιότητας,
το μαχαίρι στην πλάτη που μου έσκαψαν αφήνω,
από την πληγή του αμολούν χιλιάδες άνθη,
ναι,
από τις στάχτες μου ξαναγεννιέμαι..
-Σκορπιός-
Ένας άνθρωπος, που αγαπά την αίσθηση του κινδύνου, για την ηδονή του ιλίγγου που προσφέρει, καθώς και για τις πνευματικές ανατάσεις και διερευνήσεις ,μου είναι πολύ αγαπητός, γιατί, εκτός αυτών κατέχει και το πως να μην φέρει τον άλλον σε επικίνδυνη θέση εκτός κι αν ο ίδιος του το επιτρέψει.
Ένας άνθρωπος , που νομίζει πως αγαπά την αίσθηση του κινδύνου αλλά παραμένει αδρανής και ουδέτερος στις εντάσεις και στον ίδιο τον ίλιγγο σαφώς το μόνο που θα κάνει είναι να φέρει οποιονδήποτε άλλον σε δυσκολία εκτός από τον εαυτό του. Αυτός είναι ο τυπικός <<μαλάκας>> που προσπαθεί να παραστήσει κάτι άλλο από τον συνήθη εαυτό του...
Το να φέρεις μια <<ετικέτα>> στις ιδιότητες σου είναι αρκετά εύκολο στις μέρες μας, το να τις υποστηρίξεις με τον τρόπο ζωής σου είναι το δύσκολο αλλά και η σφραγίδα σου...
Εξάλλου, δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου διερευνητικά, όλο και περισσότερα βλέμματα έχουν την νωθρότητα και την ακαμψία της ματιάς μιας αγελάδας, κι όλο και λιγότερα έχουν την σπιρτάδα του βλέμματος μιας γάτας.
Το υπέροχο θα ήταν ο <<μαλάκας>> κάποτε να εξαλειφθεί, ή να λιγοστέψει σαν αριθμός, πράγμα αρκετά αδύνατο, γιατί η εμπειρία του <<δρόμου>> και η παιδεία είναι απαραίτητα για να εξελιχτεί κανείς σε άνθρωπο. ενώ αντίθετα..η ανία και η νωθρότητα είναι πια καθιερωμένα..αγνός και δυνατός αυτός που ζει χωρίς αυτά..
Η καρδιά μου είναι κοιλάδες από νερό, εκεί απαλά στέκονται και κινούνται ανάλογα με τις δονήσεις του υγρότοπου, πλάσματα ποικιλόμορφα και μαγεμένα από την έκσταση.
Η έκσταση δεν είναι ένα προσωπικό στοιχείο, χύνεται και ξεκινά από το βαθύτερο κύτταρο του κόσμου.
Αυτό που στερούμαστε να νιώθουμε, σαν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εγκλωβίζεται σε ότι αποθαρρύνει την ψυχή να είναι λεύτερη.
Θλίψεις, μίσος, ζήλια, πριόνια φιλοδοξίας που κόβουν την καρωτίδα των άλλων.
Είμαι εγώ αλλά είμαι κι όλοι.
Λέω ;oxi, σε ότι με κάνει πένθιμη ή οκνηρή στις σκέψεις της ευτυχίας,
Άσχημο συναίσθημα, σε απελευθερώνω. Φύγε μακριά..
όποιος με 'εβλαψε λέω , σε απελευθερώνω...
Οι δυνάμεις του κόσμου είναι αρχαίες και τεράστιες.
Μια δόνηση ενός μάντρα πέφτει στο σύμπαν κι αιωρείται επάνω και μέσα σου..
Οι λέξεις μας κάνουν να είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε.
Διαλέγω τις λέξεις αφού έχω ταξιδέψει μαζί τους και με έχουν πάει σε όλα τα πιθανά μέρη όπου οι έννοιες του <<καλού>> και του <<κακού>> με δίδαξαν το μάθημα μου ώσπου να ολοκληρώσω τον περίπατο μου στην γη.
Ίσως βρω κάποτε τον ανώτερο εαυτό μου..
Μέχρι τότε θα είμαι γυναίκα και παιδί.
Αθώος αλλά και υποψιασμένος.
Όχι, Καμιά παραχάραξη στον χαρακτήρα μου δεν θα επιχειρήσω από αδυναμία ή από την πιθανότητα μιας νίκης.
ότι είναι χαμένο σήμερα είναι κερδισμένο αύριο..
Αγαπώ το να αγαπώ. Αγαπώ και να αγαπιέμαι.
Αυτός ο κόσμος μας ανήκει. Κρύα πλάσματα στην κοίτη της καρδιάς τους κόβουν πάγο και μας ταίζουν ώσπου να παραδοθούμε σε έναν απελπισμένο κόσμο.
Ζητούν να γίνουμε όλοι αυτόχειρες. Για να περπατούν μόνοι τους σε τούτον τον πλανήτη.
Δεν χρειαζόμαστε στολές παραλλαγής, καρδιά και νου χρειαζόμαστε.
Υγιείς κι ευτυχισμένους.
όλη η ζωή είναι έρωτας. Κανείς δεν σε ρωτάει αν ήθελες να γεννηθείς, κανείς δεν το επιδιώκει σαν ερωτεύεται.
Κάθε ημέρα είναι όλεθρος στον θάνατο.
-ΖΕΝ-
Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014
Μικρές στάλες βροχής έπινε και τον κοιτούσαν κάτι πουλιά με ουρές γαλάζιες, τα σύννεφα χυμένα μπροστά στα μάτια του έμπαιναν μέσα στις ίριδες κι έφτιαχναν σχήματα άτακτα, σαν σταλακτίτες και σαν στοιχεία μιας άλλης ατμόσφαιρας.
Μυστηριακής και σαν σε εγρήγορση.
Κοίταζε το χάος της θάλασσας, εδώ μοιάζει σαν αυλόπορτα του θεού ,σκέφτηκε.
Η ευαισθησία έμοιαζε να παλεύει μέσα του σαν να ήθελε να τον σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια.
Κοιτώντας την θάλασσα ξέχασε όσα είχε εισπράξει από κάποιους ανθρώπους, μια αφόρητη μανία και εκδίκηση για όσα δεν μπορούσαν να του πάρουν, για την προσπάθεια τους να τον μετατρέψουν σε πολεμική μηχανή.
Δεν πίστευε στις τοξίνες της κακίας, δεν είχε θυμό για όσα είχε εισπράξει τελευταία, εδώ ήταν πιασμένος στα χείλια μιας όασης, μιας αυθεντικής ομορφιάς που δεν υποσχόταν περισσότερα μέσα από το γυμνό της τοπίο.
Σιγά σιγά γινόταν μέρος αυτής της ομορφιάς.
Χαμογέλασε.
Η ευτυχία μπήκε μέσα του σιγά σιγά, άπλωσε τα φτερά της και τον έκανε να πετάξει, αισθανόταν μια απέραντη ευδαιμονία και ευγνωμοσύνη.
Τα ξέχασε όλα.
Ο χρόνος έγινε μια στιγμή, αιωρήθηκε επάνω του και μετά καταλάγιασε εκτός από την απέραντη ομορφιά του γυμνού τοπίου.
-Για την Αμοργό που λάτρεψα και λατρεύω
Αθάνατη η μνήμη του Τειρεσία, κάτω από ένα δέντρο ξαπλώνει και θυμάται, νεκροί άνθρωποι να κυκλοφορούν ανάμεσα στους ζωντανούς, πρώτα σκότωσαν τον εαυτό τους κι ύστερα παλεύουν να σκοτώσουν και τους άλλους.
Με μια μανία, που μόνο ο Άδης είχε, στην αρπαγή των ζωών.
Τρίβει τα μάτια του θαμπωμένος από τα δάκρυα, τόση η ομορφιά του κόσμου κι αυτοί να ψάχνουν μονάχα για μαντείες κακές. Και απόκοσμες πράξεις..
Αθάνατη η μνήμη του Τειρεσία, η εσωτερική βαρβαρότητα της Ευρώπης σαν την πανούκλα σέρνεται και ένα ένα στο σκοτάδι και την ακοσμία βυθίζει τα παιδιά της..
-Μανία-
Ήρθες στον ύπνο μου, στην αρχή φοβήθηκα,είχα πάνω από είκοσι χρόνια να σε δω σε κάποιο όνειρο, είχες τα ίδια μετάξια στα μαύρα μαλλιά, σπαστές μπούκλες σαν αναδυόμενες φλόγες από έβενο.
Εσύ που ήσουν ο άντρας-ψάρι.
Εγώ 15 κι εσύ 17.
Βραχιόλια και ινδικές φούστες εγώ κι εσύ φορούσες ένα γιλέκο κεντημένο όλο μικρά καθρεφτάκια.
Βγαίναμε στους δρόμους κι ήμασταν μια μάζα υγρής δύναμης.
Fender stratocaster σε χρώμα μαύρο ριγμένη στο στρώμα σου στο πάτωμα.
Την έπιανες στα χέρια κι ανάγκαζες τον Χέντριξ να ρθει νοερά κοντά μας και έπιανες να μου μιλάς για τα χρώματα που ανάβλυζαν από τις νότες.
Οι νότες είναι πόθοι και χορεύουν για τις λύπες που σκοτώνονται καθώς τις αφήνουμε να πλεύσουν στην καρδιά μας. έτσι σκεφτόμουν καθώς σε άκουγα.
Μιλούσαμε για τις θρησκείες , για τις ταινίες, για την μουσική τα βιβλία.
Υπήρχε εκεί στο δωμάτιο σου ένας ολόκληρος κόσμος όπου μια αόρατη προστασία μας φύλαγε από τα άσχημα μάτια και τις οκνηρές σκέψεις.
Θέλαμε να εξερευνήσουμε τον κόσμο.
Με συγκίνηση για την ομορφιά του, με πίστη για αυτά που κρύβονται για να μην τα βρουν αδιάκριτες ψυχές και τα χαλάσουν.
Από εσένα ανακάλυψα πως διέθετα καλό αυτί, ατέλειωτες ώρες έβαζες στον ενισχυτή βίσματα και καλώδια και με ρωτούσες ποιο ήταν το κομμάτι που άρχισες να παίζεις. Συνέχεια κέρδιζα. Και γελούσαμε σαν παιδιά.
Σε εκείνο το δωμάτιο με έπιανε εκτός από την ερωτική δίψα της εξερεύνησης μια κατάνυξη για εκείνον τον υπέροχο υγρό κόσμο.
Μετά από έξι χρόνια, πήγαινε έλα, χαθήκαμε οριστικά.
όχι τόσο ώστε να μην λάβω από την διαίσθηση μου μήνυμα πως κινδυνεύεις.
Κι έμαθα έμμεσα πως ήσουν μέσα στον κόσμο της αγγελόσκονης.
Την κάρφωνες στο μπράτσο σου..
Για μένα ήσουν πάντα ένα μίγμα δανδή και χίπι.
Ποτέ δεν υπήρξες ανήθικος , δεν εκμεταλλεύτηκες, δεν προσποιήθηκες πως ήσουν κάποιος άλλος.
Σε συνάντησα και σε έπεισα να σταματήσεις.
Κλείστηκες στο σπίτι σου και<< καθάρισες>> σε κάποιες ημέρες.
Αλλά δεν είχες άλλον καθαρό να κάνεις παρέα πια.
Κι αργά ή γρήγορα θα βρισκόσουν ξανά με αυτούς που έπιναν την σκόνη με την βελόνα.
ήθελες να φύγεις, πάντα ήσουν φευγάτος.
Σε έλεγαν Παναγιώτη, από τότε αγάπησα αυτό το όνομα, κι ήσουν κι εσύ ταμένος στην Παναγία της Τήνου όπως εγώ, πράγμα που το ακούγαμε με ένα μίγμα αδιαφορίας και συμπάθειας.
Εσύ ποτέ δεν πίστευες στον Χριστό σαν τιμωρό και καθοδηγητή μιας <<μαζικοποιημένης ηθικής και τάξης>>, τον αγαπούσες για το μυαλό του και γιατί είχε κότσια..
Ήρθες σήμερα στο όνειρο μου.
Είχα αφήσει το κεφάλι μου στο στήθος σου κι εσύ απαλά κράτησες την γάμπα μου στο ένα σου χέρι.
<<Μην φοβάσαι τίποτε και για τίποτε που δεν αξίζει μην λυπάσαι>>, είπες κι άρχισε να ακούγεται το αγαπημένο μας κομμάτι από τον Χέντριξ.
ένιωσα λύτρωση κι αγάπη.
Αυτό που νοιώθουν οι άνθρωποι σαν βρίσκουν ανθρώπους που δεν έχουν το ένστικτο του δολοφόνου.
Ξύπνησα κι είχα την εικόνα σου μπροστά μου. την αίσθηση σου στα χέρια μου.
Έφυγες νωρίς Πάνο. Κι ήσουν η πρώτη μου αγάπη..Μια όαση στον άσχημο κόσμο..
Σε ευχαριστώ....
(Η πρώτη αγάπη είναι αδιάλλακτα καθαρή )
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)