Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014


Οι μέρες περνούν πατέρα, στον κόρφο μας άγρια περιστέρια γυρεύουν λίγο φως, σε γυρεύω πατέρα, πίσω από την αμμουδιά ,όταν αποχωρεί ο ήλιος, σε ψάχνω πίσω από τις μυρωδιές σε ένα άλλο μαραγκούδικο αυτό που δεν είναι το δικό σου,, πίσω από άλλα παρατσούκλια ,αυτά που δεν μοιάζουν με το δικό σου, ψάχνω επιμελώς το άγριο γέλιο σου,ψάχνω αυτά που υπάρχουν πίσω από την απώλεια σου, μα ξέρω, είναι η παρουσία σου σε έναν κόσμο που μοιάζει πιο άγριος από ποτέ, πιο ειρωνικός μέσα στην παρουσία της απουσίας του, σέπιες από το πρόσωπο σου έρχονται μπροστά μου όταν ακούσια παραδίνομαι στα σκοτάδια, χέρια δυνατά με υψώνουν όταν πέφτω στο πηγάδι της λήθης, όταν αγγίζω τα χείλη της αβύσσου, οι μέρες περνούν πατέρα, ένα πρωί ξαφνικά ενώ κοιτάς το πρόσωπο σου στον καθρέφτη, βλέπεις μια ενήλικη γυναίκα να σε κοιτά, μα εγώ δεν θέλω πατέρα, εγώ θέλω να σου γυρίζω το λευκό μακό μπλουζάκι σου στα γερά σου μπράτσα δυό εκατοστά επάνω, θέλω να κυλιόμαστε στο πάτωμα, να με πηγαίνεις στην θάλασσα την Κυριακή και να με μαθαίνεις να κολυμπάω, να με γεμίζεις αγάπη κι αυτοπεποίθηση, πως όλος ο κόσμος είναι δικός μου και πως του ανήκω, να βάζουμε τον Μάρκο τα Κυριακάτικα απογεύματα και να μου εξηγείς πως κάπνιζες το <<χόρτο>> κάτω από τις γέφυρες, να μου μιλάς για τα πάθη σου, να αναγνωρίζω μέσα από αυτά τα δικά μου, οι μέρες περνούν πατέρα, και τα χρόνια κυλούν σαν λευκές τρίχες που πέφτουν στο πάτωμα, δεν πρόλαβες να γεράσεις πατέρα, δεν ξέρω αν θα προλάβω να γεράσω κι εγώ, αυτό φυσικά δεν έχει σημασία, κάποτε τσακωθήκαμε άγρια πατέρα, σαν άλογα που δάγκωναν κατάσαρκα το ένα το άλλο, κάναμε χρόνια να μιλήσουμε, παρίστανα πως αυτό δεν με επηρεάζει κι ολότελα, συνήθισα δηλαδή στην απουσία σου ,ολότελα μικρόμυαλη, πως γίνεται να μην έχεις ήλιο και να λες πως βλέπεις φως, μετά βρεθήκαμε σε εκείνο το νοσοκομείο, μήνες ολάκερους ξαναγνωριζόμασταν από την αρχή, ακόμη κι οι εκείνες οι δύσκολες, οι τραγικές ώρες του πόνου σου, πως τις πιάναμε και τις κάναμε γέλιο, θυμάσαι; θα με φάει το καρκινάκι ; αναρωτιόσουν πατέρα, σε έφαγε, αλλά δεν μας στέρησε το δικαίωμα να ξανααγαπηθούμε, εμείς που τα Καλοκαίρια μας στο νησί τα φτιάχναμε οάσεις στην ερημιά της πόλης μου, εσύ στο νησί, εγώ στην Αθήνα, ήθελες πάντα να είμαι δυνατή, δεν το απαιτούσες, μου έδειχνες πως γίνεται, εσύ που έκρυβες με τόση επιμέλεια τις πληγές σου, δεν τα καταφέρνω πάντα πατέρα, ξέρω πως νευριάζεις με τις ξεροκεφαλιές μου, τα ζητήματα που αφορούν την καρδιά, τις ηλίθιες επιλογές μου, τις άνοστες συγνώμες, ναι, είναι άνοστες κάποιες συγνώμες πατέρα, ξέρεις εσύ, εσύ που για μένα ήσουν σαν ένα ζαρκάδι που τρέχει στο μαγεμένο δάσος, εσύ που σου άρεσε να διαβάζω τα εξωσχολικά βιβλία, μου έφερες από μια οικοδομή ένα παλιό παραμύθι που βρήκες στα ερείπια, θεέ μου, το <<άδειασα>> σε λίγες ώρες, σε ψάχνω πατέρα, την κολώνια που φορούσες τις Κυριακές, οι Κυριακές που ήταν οι δικές μας, τις άλλες στο μαραγκούδικο με ένα τσιγάρο στο αυτί μετρούσες ξύλα κι εγώ μάζευα το πριονίδι, πάντα χαιρετούσες τους άλλους σαν περνούσαν έξω από την ανοιχτή πόρτα, γεια σου <<Σερέτη>>, σου έλεγαν, μοιάζουμε πατέρα, πόσο μοιάζουμε, δεν δείχνουμε τις παρυφές του πόνου μας, έμαθα από εσένα να μην δείχνομαι όταν αδικούμαι, όταν πατήθηκα κάτω από άγριες σόλες παιδί, μα και τώρα πατέρα, αλλά αυτή η περηφάνια έχει τίμημα πατέρα, έχει μεγάλο τίμημα, οι άλλοι λένε, αυτός αντέχει, κι όσο αντέχεις σε χτυπάνε, τα θύματα την γλυτώνουν εδώ που τα λέμε, ίσως δεν βρίσκουν οι άλλοι ηδονή στο να χτυπάνε τα γεννημένα θύματα, να βρίσκουν ηδονή στο να σπέρνουν πόνο σε ότι είναι όρθιο και περήφανο, αλλά δεν βαριέσαι πατέρα, τι σημασία έχει, αυτό που έχει για μένα σημασία είναι πως με έμαθες να αγαπάω, να σε αγαπάω, δεν έχει καμία σημασία που χτες το μεσημέρι πήρα στην αγκαλιά μου το κασελάκι με τα οστά σου, και εκείνα του παππού, σας έβγαλα λίγο στον ήλιο πατέρα, μεσημέρι Σεπτέμβρη κι ο ήλιος έκαιγε, αυτό που έχει σημασία είναι πως μου λείπεις πατέρα, δεν πρόλαβες να γεράσεις, μα τι τύχη! Πρόλαβα να σου πω πως σε αγαπώ, εκεί στο μακάβριο κι άθλιο νοσοκομείο, έχω για πάντα στην μύτη μου την μυρωδιά του, αλλά έχω και τα λόγια σου, την ευχή σου και την απουσία σου, την βαθιά και βαριά σου απώλεια, πατέρα; πολύ τελευταία δεν είμαι τόσο δυνατή, ενθαρρύνω τον εαυτό μου να το αποδεχτεί και να τελειώνουμε με αυτό το ζήτημα, είμαι ευαίσθητη κι ευάλωτη πως να το κάνουμε, μου λείπεις πατέρα, πάντα μου λείπεις, πάντα θα μου λείπεις ..χαμηλώνω τα μάτια από ντροπή αφού υπέκυψα στην μεγάλη έκθεση συναισθημάτων, αλλά πως να κάνω αλλιώς, δεν μπορούσα να μην στο πω.. -Η απώλεια του πατέρα, είναι η πλήρης απουσία
Αυτό είναι το σπίτι σου, σε μερικές ημέρες, θα το αφήσεις μόνο του, να δεχτεί τις άλλες εποχές , χωρίς εσένα ,ώσπου να σε ξαναδεί το Καλοκαίρι. Καθώς περίμενες το λεωφορείο στην στάση, στο μπλε κουβούκλιο, κοίταξες για χιλιοστή φορά τα βουνά που σαν να τους πέρασε βελόνα με κλωστή τα λευκά σπίτια με τις μπλε πινελιές επάνω στην άδεια τους ράχη ένα αόρατο χέρι. Την μακριά γραμμή της παραλίας με τους λουόμενους κάτω από τα αρμυρίκια και την θάλασσα να τρέχει αφήνοντας γλυκούς αφρούς στην άμμο. Πήγες πέρα ως την φωκιότρυπα, εκεί που υπάρχουν μόνο βότσαλα και μάζεψες κι άλλες πέτρες μικρές και σε διάφορα χρώματα. Η ΄καλή λογοτεχνία είναι στην τσάντα σου, με το βιβλίο του Τσβάιχ σκέφτεσαι, (ο κόσμος του χτες, -αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου-), η καλή λογοτεχνία είναι επίσης αυτό που αντικρίζουν τα μάτια σου μέρα και νύχτα εδώ, στο μικρό γεμάτο πέτρα κι αλάτι νησί, εδώ στην ψυχή της άγονης γραμμής, εδώ που η ψυχή ανυψώνεται τόσο από τον αγώνα του ανθρώπου μέσα στο άγονο να φυτέψει και να πολλαπλασιάσει τροφή και καρπό όσο και στην επαφή του με τόσους διαφορετικούς πολιτισμούς. Γέμισε ο τόπος άλλες γλώσσες φέτος, τώρα μιλάς με κάτι Γερμανούς στην παραλία, με μεταφράστρια την αγαπημένη σου φίλη και τους μίλησες για τον Στρούμπο, το έρημο χωριό όπου τέσσερα σπίτια ξαναχτίστηκαν πάνω στα ερείπια τους από ξένους κι ένα από Έλληνα. Τους είπες ιστορίες για την γιαγιά και τον παππού, δεν βαριόντουσαν, ζήτησαν το μπλοκ σου για να σε διαβάζουν τον Χειμώνα. Αυτό σε συγκίνησε αρκετά, καθηγητές σε μεγάλα πανεπιστήμια και λάτρεις της Ελλάδας και του πολιτισμού της, σχεδόν δάκρυσαν καθώς μιλήσατε για τις Καρυάτιδες στον αρχαίο τάφο, έπειτα σκέφτηκες την Αθήνα, τα μπαρ και τα βιβλιοπωλεία όπου διάφοροι Κολοσσοί της τέχνης και των γραμμάτων μίλησαν με εκείνο το καταθλιπτικό ύφος για κάποιο βιβλίο, με εκείνο το απαξιωτικό και απομονωμένο βλέμμα του αλκοολικού, με εκεινη την γελοία έπαρση των μικρών ανθρώπων ,μίλησαν και τους παρακολούθησες τον περασμένο Χειμώνα, έτσι για την παρατήρηση, έτσι γιατί είσαι εδώ που τα λέμε και επίμονη και δεν θες βιαστικά συμπεράσματα. Γέμισε η Αθήνα συμπλεγματικούς τύπους που καθηλωμένοι στον καμβά της κλίκας, αναιρούν , αποφασίζουν, κολακεύουν κι αυτοκολακεύονται, διώχνουν νέους ταλαντούχους λογοτέχνες και ποιητές ή τους κουτσομπολεύουν πίσω από την πλάτη τους, όλα αυτά τα μοχθηρά οργιώδη ανθρωπάκια που θέλουν μια κατά μέτωπο επίθεση δημοσίου επιπέδου διαθέτοντας αντί κορώνες αστροπελέκια. Όλα αυτά κι όλη η αναλγησία της πόλης που σέρνεται στα γόνατα, ,με τις φθαρμένες αίθουσες των κινηματογράφων, τα καλέσματα , τις γονικλισίες, τον καθημερινό υπολογισμό της ζωής σε φράγκα, όλος αυτός ο πολεμος που εδώ ξέχασες.. Τον ένιωσες κι εδώ, αλλά υπάρχουν πάντα οι ισορροπίες μέσα στο τοπίο και μέσα σου, ώστε να τον ξεχνάς. Εδώ επίσης, σκέφτηκες, πως υπάρχουν άνθρωποι που ανεβάζουν την ψυχή σου χρησιμοποιώντας την τέχνη της γραφής χωρίς να επιδεικνύουν ένα χυδαία γεμάτο πιάτο συναισθήματος, εδώ επίσης σκέφτηκες πως χρειάζεσαι να σκοτώσεις ότι σε φθείρει κι ότι σε κάνει να μένεις ακίνητη και να περιορίζεσαι και να αυτοπεριορίζεσαι. Και καθώς ακούς τις λίγες νύχτες ακόμη που απομένουν, τους γρύλους, το γκάρισμα των γαϊδάρων, των πουλιών που απότομα σταματούν όλα μαζί, τα τζιτζίκια να λιγοστεύουν, τότε ακριβώς, νιώθεις πως είσαι άνθρωπος, άνθρωπος κι όχι ένα ακόμη εξάρτημα μιας κρεατομηχανής. Γιατί εδώ είσαι ακόμη παιδί της φύσης, ο πραγματικός πολιτισμός υπάρχει στην ευγένεια, την γνώση, την δημιουργία, το πάθος και την αγάπη. Και όταν σκέφτεσαι τους ανθρώπους της πόλης που όλη μέρα βογκούν από αηδία και θυμό σκέφτεσαι πως κανένα περιθώριο δεν υπάρχει να ζήσεις χωρίς να ζείς με πάθος.. Ο Γκαίτε έλεγε, η θέληση διατάζει την ποίηση. Όλους τους αφορισμούς και τους στοχασμούς, θα τους γράψεις σε ένα μικρό τετράδιο και όποτε θα νιώθεις κρέας θα τα διαβάζεις. Στο μετρό, στις στάσεις των μεταφορικών μέσων, στα βαρετά μπαρ και στα ανόητα καλέσματα. Αυτό είναι το σπίτι μου. Η Αμοργός μου που αν κι έγινε ποίημα δεν γράφτηκε γι αυτήν.. -Λίγες ημέρες ακόμη εδώ, στο Πέλαγος

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014


Η γυναίκα με τις φλόγες στα μαλλιά, άνοιξε το δέρμα της, μύρισε τον άντρα που ήταν κοντά της, σχεδόν αγγίζονταν, ένα μπλέξιμο πικραμύγδαλου και λιαστού κρασιού ξεχυνόταν από τους αδένες του, μελαχρινός κι ατίθασος την κοίταζε βαθιά, πίσω από το δέρμα της, αυτή σιγά σιγά άφηνε να διεισδύει μέσα της η μυρωδιά του, παρέσυρε τους αισθητήρες της σε μια ανεμοδούρα, κύμβαλα και αρτηρίες κροτάλιζαν τα δόντια τους κι άρχισαν να τρώνε ο ένας τον άλλο, η καταπακτή του χρόνου άνοιγε το κλειστό της μάτι, μετά άρχισε η αφή και το έντονο κάλπασμα ενός αλόγου, μετά επιτελέστηκε η ένωση πίσω από την σάρκα, η σάρκα απλά ήταν η έναρξη, μια απέραντη γαλάζια πεδιάδα αισθήσεων έλαβε χώρα σε ένα τοπίο άγονο, άθρησκο, αθέατο στο κοινό μάτι, οι σιλουέτες ταίριαζαν στο μυσταγωγικό ταξίδι, ο βωμός ήταν μπροστά τους, εκεί έκαψαν τα τελευταία θραύσματα ενός αρχαίου μίσους που κρατούσαν για τον κόσμο, την ταπείνωση ολάκερων φυλών που θυσιάστηκαν κάτω από μια διαταγή ενός ΄πολέμαρχου, εκχυμώσεις φιλιών έλαβαν χώρα στον κόσμο όπου συγχρωτίζονται αγγελικοί κραδασμοί, -έλα, έλεγε αυτός και καθώς έμπαινε βαθύτερα , πίσω από τα γεννητικά όργανα, καθώς έσπρωχνε, ηφαίστεια ξύπνησαν και απελευθέρωσαν λάβα, κι εκείνη μέσα στην οδύνη της ηδονής άρχισε να γίνεται μαινάδα, μετά μια τρυφερή γυναίκα, όλη χυμούς και υγρασίες που δινόταν, κι αυτός σαν μύστης και πολεμιστής της αδράνειας την έφαγε, την έτρωγε, καθώς ένα ένα, τα μέλη του, είχαν εγκλωβιστεί στα σπλάχνα της, τώρα φωνές και σπλάχνα όλα ριγμένα κάτω, και το πάτωμα τώρα, στάχτες, αίμα και σπέρμα και υγρά και μυρωδιές, μυρωδιές που γεννούσαν θαλάσσιες ανεμώνες, μικροί ιστοί από νέους ανθρώπους, ήταν οι ίδιοι που λίγο πριν , είχαν κατασπαράξει ο ένας τον άλλον.. -Η μυσταγωγία της ένωσης-
O Σεπτέμβρης είναι μια βελούδινη θάλασσα, πλένω τις τύψεις μου στην χλιαρή ραχοκοκαλιά της για όσα δεν έκανα κι όσα δεν τόλμησα, κι όσα τόλμησα μαζί με αυτούς που δεν είχαν τόλμη, εκτός από αρχίδια με τρύπες, άφησε τους, δεν ξέρουν τι να κάνουν εκτός από το τι θα λάβουν, εμείς είμαστε τα μάτια του χτεσινού κόσμου, όσα ζήσαμε κι όσα νιώσαμε πως τα ζήσαμε, ενώ δεν υπήρξαμε, ξέρεις εσύ, ο χτεσινός κόσμος βούλιαξε λένε κάτω από μια προπέλα, άφησε τους, ο υπόκοσμος τα λέει, αυτός που καβαλάει την ανθρωπότητα και πάει, που στον διάβολο πάει αφού πάει λένε μαζί με τον Χριστό, τον έμπλεξαν άσχημα στα βιβλία και στις εφημερίδες , ο Βούδας πάλι ζει μαζί με το φενγκ σούι και σούσι, άκουσε με αδελφέ, νοητέ μου, το βυζί του κόσμου για μένα στέρεψε, για όλους στέρεψε μόνο που κάποιοι σαν κοιμούνται λένε το όνομα του, βυζί του κόσμου, παραστράτησα πολλές φορές κι απέβαλα το εγώ μου, μετά βρέθηκα σε μια εκβολή ποταμού που έβοσκε ένα άλογο, είδα το μάτι του και ορθώθηκα, χαλάρωσα, 'ολος ο πληγωμένος ο ψυχισμός μου, αυτός του ανθρώπου, μεμιάς απάλυνε, όταν μέσα βαθιά βρέθηκα, στο μάτι του αλόγου, ξέχασα το βυζί, λύγισα τα γόνατα κι άρχισα να τρέχω, βαθιά να τρέχω, μέσα στο μάτι του αλόγου, απεμπλοκή εφώναξα, η θάλασσα βούιξε, βρέθηκα μέσα της να χορεύω αντικριστά από το υπέροχο άλογο, χορεύαμε και πίναμε ήλιο και γελούσαμε, άνθρωπος, ζώο ήμασταν ένα, αυτός ο Σεπτέμβρης φωνάζει λέξεις κι αισθήματα του ΄κόσμου του χτες, του παλιού, του αρχέγονου.. -Μέσα στο μάτι του αλόγου-

πάσχουμε από υπερβολική μοναξιά και πολυσχιδή κοινωνικότητα. Κανείς δεν ψάχνει έναν εαυτό μέσα σε κάποιο καθαρό τοπίο. Ένα δέντρο μόνο στην άκρη ενός γκρεμού ή έναν αντίλαλο της φωνής του στο φαράγγι. Θεατρομανείς χωρίς πάθος, ποτά χωρίς αλκοόλ, συμπεριφορές ψυχαναγκαστικές ή βλαβερές στους υπόλοιπους, -ας πρόσεχες-. Κι εκείνο το μικρό χνουδωτό ζώο στο μυαλό σου που ψάχνει αγάπη κι έρωτα ταίζεται από εσένα με τροφές ληγμένες, δηλητηριασμένες με τοξίνες φόβου και δειλίας, φτιάχνουν άλλα πρόσωπα στις φωτογραφίες τους, ρετουσάρουν την ασχήμια τους, την μέσα, άνανδρο κι άκαμπτο αυτό, μα δεν γαμιέται, πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Ακούς εκείνον τον σκύλο που κλαίει γιατί είναι δεμένος; Δεν μπορεί να ξεφύγει γιατί αναγνωρίζει πως έχει αφεντικό. Κάποτε ονειρευόμουν πως σκότωνα όλα αυτά που μας κάνουν να αναγνωρίζουμε αφεντικά και δούλους. Τώρα φοβάμαι όλους αυτούς που παριστάνουν τα ελεύθερα πνεύματα. Αλλά τώρα ξέρω, δεν μπορώ να σκοτώσω, ούτε 'όμως να μασάω φύκια και να φχαριστιέμαι, μόνο να μιλάω λίγο, να νιώθω, να σκέπτομαι, και να λευτερώνω όλους τους δεμένους σκύλους.. -Για τον δεμένο λευκό σκύλο στο δέντρο το μεσημέρι, για όλους τους σκύλους-

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014


Ο ήλιος αποχωρεί, τα μάτια μου τον βλέπουν να κάνει βουτιά πίσω από το βουνό, χρώματα κυκλώνουν την ίριδα, το βουνό μοιάζει κοιτώντας το ώρα σαν ένας γέρος ινδιάνος προφίλ. Όλη την ημέρα έβλεπα τα σύννεφα να γλείφουν τον ουρανό και να μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο σαν δυό άνθρωποι που αποχωρίζονται κάνοντας έρωτα. Είναι ωραίο να αποχωρίζεσαι τον εαυτό σου. Αρκετά έμαθες, τώρα η φύση αναλαμβάνει να σου μάθει πως δεν ξέρεις τιποτε, εδώ μπορείς άνετα να είσαι ο κανένας. Το χτεσινό βράδυ χόρευα με την Μ. που έβαλε Tom Waits, το στενό γέμισε από την μεθυστική φωνή του. Πομπές από νότες ικέτευαν τα βήματα μου κι εγώ υπέκυπτα. Ανεβαίνω στις ταράτσες και βλέπω τις γάτες. Ξάπλωσα και μια από αυτές ήρθε κοντά μου, πλησίασε την μουσούδα της στο πρόσωπο μου και σχεδόν άκουσα την ανάσα της. Κράτησα την στιγμή μέσα μου σαν την αιωνιότητα. Γιατί είμαι άνθρωπος κι αυτή είναι ένα ζώο ιέρεια, γιατί δεν είμαι τίποτε άλλο από πικρές ή γλυκές στιγμές. Επιτέλους, περπατώ ξυπόλητη όλη μέρα και ξαναγίνομαι ο κανένας. Κι έρχεται το συναίσθημα της ευγνωμοσύνης γιατί ξεχνάω την συλλογή από τις στάχτες, τα ψέματα, την υποκρισία, τις εκδικήσεις, την ζήλεια, ξεχνάω την συλλογή που είχα μέσα σε μια βαλίτσα. Την βαλίτσα θα την πετάξω αύριο ανεβαίνοντας σε έναν βράχο. Στο λιμάνι περπατούσε ένας γλάρος, με κοίταξε στάθηκε λίγο και μετά πέταξε πάνω από τις βάρκες. Κάθε ημέρα ο θάνατος εδώ δειλιάζει γιατί είσαι ο κανένας, ο θάνατος ηδονίζεται να παίρνει αυτούς που είναι κάποιοι ή προσπαθούν απελπισμένα να γίνουν κάποιοι. Το κοιμητήριο πάντα περιέχει γαλήνη. Η θάλασσα κάτω χορεύει, χορεύω μέσα της, επιτέλους μπαίνω ξανά στο μπλε, είμαι μπλε. Αγαπώ τα πάντα χωρίς εξαρτήσεις. Κάθε ημέρα ζω χωρίς το γούστο της πόλης, εκείνο το γούστο που ντύνεται για να κρύψει τις άθλιες πράξεις της. Δεν κρύβω τίποτε. Ψάχνω την αγκαλιά του παππού μου γιατί ξαναέγινα παιδί, όταν κατεβαίνω το αρχαίο λιθόστρωτο μονοπάτι ένα αεράκι φυσά στο πρόσωπο μου, ξέρω πως είναι το φιλί του. Υπάρχουν σημεία που θα ήθελα να αφεθώ και να πετάξω και να χαθώ μέσα τους. Εδώ, σε αυτό το νησί που η γύμνια θα έπρεπε να είναι το επίσημο ένδυμα. Εδώ που ένας πολιτισμός ξεκινησε από την θάλασσα. 'ισως κι εκεί να μπορέσει να σωθεί, στην θάλασσα. -Αγαπώντας-

Μπορείς να πεις πως ταξιδεύουμε μέσα σε κάτι ημέρες που η ατάραχη διαφάνεια τους , κάνει την καρδιά μας να πετά σαν πουλί, πως τα μάτια μας θαρρείς ανοίγουν σαν πέταλα άγριων λουλουδιών για να δουν την καινούργια ημέρα. Πως ξυπνήσαμε, κρατώντας σφιχτά στην ψυχή μας ένα όνειρο που μας θριάμβευσε αναγκαστικά, αφού ο ιδρώτας του κορμιού μας συνέπεσε με την αίσθηση επάνω στο στόμα μας από άγρια φιλήματα και τα πόδια μας σχεδόν δεν πατούσαν στο πάτωμα αλλά πέταξαν σε μια τροχιά ενός αόρατου εκκρεμούς. Μια κίνηση έξω από το παράθυρο μας ξύπνησε για τα καλά, παιδιά που φωνάζουν στο διπλανό ενοικιαζόμενο σπίτι, κι απέναντι από το δικό μας ,σε άλλο ενοικιαζόμενο κυρίες κάποιας ηλικίας,,στο μικρό μπαλκόνι, πίνουν καφέ κρατώντας μέσα τους το πρόσχημα πως κάτι ζουν με ένταση αλλά τα μάτια τους δεν διατηρούν την ένταση της ζωής, εξάλλου τα μάτια όλα τα προδίδουν. Μπορείς να πεις πως το Καλοκαίρι είναι μια φέτα καρπούζι, η άμμος, το νυχτολούλουδο, το αποσπέρισμα, ένα στήθος γυναικείο πίσω από ένα χρωματιστό μπικίνι, μπορείς να πεις πως είναι οι ατέλειωτες φωτογραφίες και οι πολλές γλώσσες οι διαφορετικές που ακούμε φέτος από τους τουρίστες, μπορείς όλα να πεις, ένα όμως μην ξεχάσεις. Πως Καλοκαίρι είναι κάτι διάφανες ημέρες που σε αφήνουν και εισχωρείς μέσα τους, πως απομονωμένος, αλλά ταυτόχρονα εναρμονισμένος παραμένεις με την φύση και τους ανθρώπους λάμποντας και χορεύοντας, μα πιο πολύ Καλοκαίρι είναι τα σώματα που ερωτροπούν μέσα σε σπηλιές στην θάλασσα, και μετά ενωμένοι ταξιδεύουν, σε κόσμους άχρονους, όπου μαγικά πλάσματα τους μιλούν με την πρώτη γλώσσα των ζωντανών, αυτήν που δεν έμαθε ακόμη ο άνθρωπος για να λέει ψέματα.. Κι είναι Αύγουστος κι ο ουρανός ακόμη πλανεύει την θάλασα και κανείς ακριβώς δεν μπορεί να ξεχωρίσει πως ενώνονται, είναι γιατί οι περισσότεροι δεν κοιτάζουν πια ούτε τον ουρανό, ούτε την θάλασσα, αυτό που κοιτάζουν είναι η κοιλιά τους και την βλαπτική έλλειψη της αίσθησης και της καθαρής σκέψης..την κοιτούν κατάματα.. -Αύγουστος είναι -

Οι άνθρωποι είναι πιο εκδικητικοί από ποτέ, βγάζουν μια οργή και μια μανία που θυμάσαι αναγκαστικά την μανία των τεράστιων ερπετών που κρατούν μέσα τους. Ίσως πάλι σκέφτεσαι πως είναι πιο φοβισμένοι, μετά πάλι σκέφτεσαι πως αυτή ακριβώς η σκέψη σου υπάρχει για να δικαιολογήσεις για άλλη μια φορά πράγματα που είναι αρκετά σκληρά κι απλά. Εδώ που τα λέμε, η ανθρωπότητα, άρρωστη, και σαν να βρίσκεται σε νεκροφάνεια, παρακολουθεί να θάβονται ζωντανοί, παιδιά και μεγάλοι, παρακολουθεί τις <<αγορές>> να ξεσκίζουν ότι απέμεινε από την ομορφιά των αρχαίων ανθρώπων, παρακολουθεί το τέρας της Ευρώπης να σκιάζει τις συναισθηματικές οροσειρές και να κατατρώει ότι ανθρώπινο έμεινε. Παρακολουθεί την εμφύλια οργή να μπλέκεται με την μάζα της θρησκείας και στέκεται με τα χέρια μπλεγμένα σε μια απάθεια που δεν δικαιολογεί τίποτε στο ανθρώπινο της ύπαρξης. Αυτό που ζούμε δεν είναι ανθρώπινο. Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι ανθρώπινο. Και δυστυχώς αυτός που αντιστέκεται και παραμένει ανθρώπινος τρώει τόσο γερά χαστούκια που το κεφάλι γυρνά πίσω και κοιτά την πλάτη. Ακούς μουσική και περπατάς στο παλιό λιθόχτιστο μονοπάτι και λες, αυτό το νησί είναι σαν ένα σπίτι που πατά στα σύννεφα. Αυτό ε'ιναι το σπίτι μου. Κι εγώ μια συννεφόπληκτη. Αιώνες πολλούς οι άνθρωποι γυρνούν γύρω από τον εαυτό τους. Εσύ το θεωρείς πολύ βαρετό. Αλλά εμπρός στην χοάνη του χρόνου ένα μικρό παιδί σου ζητά να το προστατέψεις. Το παιδί που κρατάς μέσα σου. Και σου ζητά να το προστατέψεις, χωρίς να γίνεις κι εσύ τέρας. Αλλά παρακολουθείς την κτηνωδία των ανθρώπων μέχρι το μεδούλι της. Κι 'όμως.Εσύ πρέπει απλά να παραμένεις παρατηρητής και μελετητής αυτής της μάζας. Και να χεις χαρά που εκείνο το παιδί σε αγκαλιάζει πάντα με αγάπη. Ας είναι... -Σκέψεις για το αόρατο σπίτι μου-
-Οι νύχτες που ζητούν αγρύπνια, είναι επικίνδυνες, της έλεγε κι άφηνε δαχτυλίδια καπνού στον αέρα. Πόσο μάλλον, όταν ένας άντρας και μια γυναίκα, συζητούν με υπόγεια κύματα, χρησιμοποίησαν ήχους και λέξεις που τους σημάδεψαν, έχοντας πλήρη άγνοια για την εξέλιξη, έχοντας πλήρη άγνοια για τις προθέσεις. Δεν υπάρχουν προθέσεις στα γνήσια πράγματα, υπάρχουν μόνο αμοιβαιότητες ή όχι. Η γυναίκα ήξερε καλά να τον ακούει, όμως ήξερε καλά να ακούει και να παρατηρεί γενικά. Τώρα κοιτούσε το είδωλο της στον καθρέφτη και σκεφτόταν αν ήταν άδικο που δεν συνέβησαν πράγματα που έπρεπε να συμβούν. Μα και πάλι τι ήταν αυτό που έπρεπε; Η δική της αίσθηση ομορφιάς και αρμονίας δεν ήταν απαραίτητα σίγουρο πως έμοιαζε με την δική του αίσθηση. Αρκετά, είπε στον εαυτό της, κοίταξε έξω από τον καθρέφτη της, κι αντίκρυσε ένα πορτρέτο ευγενικό, έμοιαζε με το δικό του, το νιωθε κάτω από το δέρμα της, το νιωθε στα κύτταρα της και στην σεροτονίνη που χόρευε στο κεφάλι της όποτε τον σκεφτόταν. Δεν τον ήξερε καλά, ούτε ο ίδιος της ήξερε. Απλά είχαν κάνει μια γρήγορη ανάγνωση των μυστικών κωδικών που είχαν για να αναγνωρίζουν την ζωή και τους ανθρώπους.ς Κι όμως οι άνθρωποι διασχίζουν μια ολόκληρη ζωή κοινή χωρίς να έχουν αναγνωρίσει αυτούς τους κώδικες, θα μπορούσες να δεις μια τραγικότητα ή την ειρωνεία σε αυτό. Ο άντρας, μίλια μακριά έκανε τις ίδιες σκέψεις, όχι πως είχε καμία σημασία αυτό, αυτό που είχε σημασία ήταν όλες εκείνες οι φωτογραφίες του παρελθόντος που δεν άφηναν το μέλλον να χαραχτεί ανέμελο και ανυπόφορα χαριτωμένο. Σχημάτιζε καπνούς στο ταβάνι και τους βάπτιζε βαμβάκια από σύννεφα. Κι η γυναίκα έκανε το ίδιο. Αυτό δεν είχε σημασία. Σημασία είχε πως δεν ήταν δυνατόν να μοιραστούν αυτήν την στιγμή. Το γλυκόφτερο άκουσμα του ανέμου έξω και μέσα καπνοί από τσιγάρα και βιβλία πεταμένοι στο ντιβάνι. Η ζωή είναι ασπρόμαυρη για κάποιους, γι άλλους πάλι είναι γεμάτη ουράνια τόξα και βαμβάκια σελήνης πάνω από το κεφάλι. Η ζωή είναι δύσκολη γιατί είναι ανυπόφορα απλή.. Οι άνθρωποι μόνο δυσκολεύονται να εκφράζονται και να ζουν σαν άνθρωποι. Τις χαραυγές τα άστρα ντρέπονται και παίρνουν δρόμο για μονοπάτια αόρατα στο μάτι. Μόνο λίγοι άνθρωποι ξέρουν που ακριβώς κρύβονται.. Η κουρτίνα της παρατήρησης μας κλείνει, ένας άντρας και μια γυναίκα μαζί δεν σημαίνουν δα και κάτι ιδιαίτερο στους άλλους. Σημαίνουν πολλά, μόνο σε αυτούς που έζησαν τραγικά και αυτοσαρκάζονται σαν μικρά παιδιά που έχουν την δύναμη ενός λιονταριού που αντιμετωπίζει έναν ανταγωνιστή του.. -Σύννεφα, βαμβάκια και καπνός-

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Τα αρμυρίκια, γλείφουν με το θρόισμα του αέρα απαλά τους γλουτούς μιας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι γάτα, η άμμος στάζει χρυσάφια, τα μικρά βότσαλα κινούνται ανάμεσα στα μικρά ψάρια σαν κατάσκοποι. Κοιτάζω τις επιδερμίδες, χαιδεμένες κόρες από τον 'ηλιο, ακολουθώ έναν άλλο δρόμο από εκείνον της πόλης, είναι αυτός της βραδύτητας. Κινούμαι αργά, ανάμεσα στα χείλια ενός κοχυλιού, φυσάω στόματα που ξεχνούν τις λέξεις, τα αυστηρά νοήματα τα θάψαμε εδώ πέρα, τις ιδεοληψίες, τα ψώνια που κινούνται γύρω από το εγώ τους, εδώ ανασύρουμε τους μύστες των αισθήσεων και μιας αισθητικής που περιέχει θάλασσα. Η βραδύτητα, αυτή είναι τώρα η μητέρα μου. Λυπάμαι όλους αυτούς που ζουν με την ιδέα της ανάπαυλας της συγκίνησης. Μαζεύω μικρές μαύρες πέτρες, τις βάζω δίπλα στο κραγιόν μου που στάζει κοράλλια, θα τις χαρίσω κάπου που θα αγαπηθούν. Εδώ έχω φίλους από χρυσάφι, εδώ κοιμάται ο πατέρας μου, ο παππούς, η γιαγιά μου κι ο αγαπημένος φίλος μου. Εδώ τους μιλάω σαν μύστης της βραδύτητας. Και γλιστράω σαν μετάξι στα δάχτυλα ενός άγνωστου θεού. Μεταξένιες ημέρες
Κράτησε το πρόσωπο της στα χέρια του, έμπηξε το στόμα του μέσα στο δικό της, μικρές πτυχές επιθυμίας άνοιγαν τις δαγκάνες τους, το στήθος της έγινε μέλι,το μέλι άρχισε να τρέχει επάνω στα μαύρα ρόδα της άθλιας πόλης και τα έβαφε στα χρώματα του ουράνιου τόξου, ριπές σκοταδιού εξοστρακίζονταν στον Βορρά, πουλιά που ετοίμαζαν μετακινήσεις αποδημητικές άλλαξαν γνώμη καθώς το πρώτο από αυτά πέταξε αντίθετα, τα σύννεφα χαμογέλασαν σχηματίζοντας σχήματα ποικίλα (Τι είσαι, πες μου τι είσαι, από που έρχεσαι και που με πας;) Της είπε και ρούφηξε το υγρό της στόμα. (Είμαι ότι κι εσύ, δεν είμαι κάτι άλλο) (Μα δεν είσαι σαν τις άλλες) , είπε και την κόλλησε επάνω του. Την μύριζε, την κένταγε με όλη του την ουσία κι εκείνη έκανε ακριβώς το ίδιο χωρίς να την αφήνει ο ίλιγγος και οι καταφάσεις, καταφάσεις κι όχι αρνήσεις. (Δεν θέλω να σε ρωτήσω τίποτε), του είπε μέσα στο αυτί κι αυτός γέλασε. Τα μάτια τους χωρούσαν περισσότερα από όσα μπορούν να αντέξουν. Η τεράστια παγίδα του θανάτου θύμισε αυτήν του έρωτα. (Είναι δύσκολο να μου έρχονται τόσες ερωτήσεις και εγώ να τις πνίγω ηθελημένα), του είπε και τα μάτια της θάμπωσαν από δυο ρουμπίνια που ήταν δάκρυα. Τα ρούφηξε απαλά, έπειτα της φύσηξε στο πρόσωπο αόριστες υποσχέσεις, έτσι το αισθανόταν εκείνη, αν κι ήταν αντίθετη στις υποσχέσεις.. Οι ανάσες κοφτές σαν μαχαίρια. (Καίγομαι), του είπε κι άνοιξε τα πρώτα κουμπιά του φουστανιού της. Αυτός την σήκωσε ψηλά. (Βλέπεις τον ουρανό; Εδώ είμαστε Βέρα, είμαστε σε μια διασταύρωση του ουρανού, είμαστε εσύ κι εγώ σαν μια εικόνα που προβάλλεται σε μια αόρατη οθόνη και είναι η ελεγεία του έρωτα. Θα σε αφήσω να με κατασπαράξεις, εσύ; Θα με αφήσεις;) (Και βέβαια θα σε αφήσω), είπε κι ένιωσε τα χέρια του να πνίγουν τα στήθια της σαν να ήταν πουλιά που πιάστηκαν στην παγίδα. (Είμαι ευτυχισμένη), είπε. (Κι εγώ, δεν θα σου πω να μην το λέμε, είναι ηλίθιοι όσοι δεν το λένε). Ένας άστεγος βρήκε το παγκάκι του και ξάπλωσε. Ήταν νωρίς απόγευμα. Αυτός πήρε ένα χαρτί από το πακέτο με τα τσιγάρα του, κάτι έγραψε και μόλις είδε τον άστεγο να κλείνει τα μάτια του, το άφησε επάνω στο στήθος του αφού το τύλιξε με ένα χαρτονόμισμα, την τράβηξε κι άρχισαν να τρέχουν. (Τι του έγραψες;) ρώτησε και το πρόσωπο της έβγαζε λάμψεις ζωντάνιας και ομορφιάς. (Πως είμαι ευτυχισμένος, πως είμαστε ευτυχισμένοι). (Και μετά;) (Δεν υπάρχει μετά μωρό μου, υπάρχει μόνο αυτό, αυτό και μόνο κάνει την πόλη να σηκωθεί να χορέψει όπως κάποτε, θες να πα΄με κάπου να χορέψουμε ροκ εντ ρολ;) Εκείνη αντί απάντησης βούλιαξε στην αγκαλιά του. Ένας πυκνός σχηματισμός από πουλιά πέρασε πάνω από το κεφάλι τους. Η Βέρα κι ο Ιάσονας μπήκαν σε ένα από τα πιο παλιά μπαρ της πόλης. Το μπαρ αυτό είχε τζουκ μποξ. Ήταν εν ενεργεία όπως κι οι θαμώνες του. (Η Βέρα κι ο Ιάσονας στο κέντρο της πόλης)
Σύγχρονες Μήδειες συγχρωτίζονται με την δόνηση της τρέλας, της ψυχικής οδύνης τα μάτια κοιτούν, σκοτώνοντας τα τα απόβλητα παιδιά τους. Ποτέ τον ομφάλιο λώρο με τα δόντια δεν τον κόβουν, τον φτιάχνουν μια μεταξωτή κλωστή, και στον λαιμό των τέκνων τους, τον δένουν. 'Αλλα παιδιά είναι τυχερά και την όψιμη <<παιδεία>> της βαναυσότητας και της αυταρχικής συμπεριφοράς των μητέρων τους τα κάνουν τέχνη, γράφοντας αβίαστα ιστορίες και λατρεύονται από το αδηφάγο κοινό, εκτός από την μητέρα τους που καμία τους πράξη δεν θεμελιώνει σαν αγάπη και εκτίμηση. Ακόμη και το μάτι του θεού, αν τα τέκνα τους ζωγράφιζαν, ή εγραφαν γι αυτό, εκείνες πάλι θα το διαπόμπευαν ως περιττό, ή άχρηστο έργο, όπου η οκνηρία και η αχαλίνωτη φαντασία το καλιλτέχνησε, κι εξόριστο γι αυτές, θα είναι. Η αυτοεκτίμηση θα ρθει σιγά σιγά από τον εαυτό τους ή δεν θα ρθει ποτέ ψάχνοντας μέσα σε αγνώστους που προβιά προβάτων φορούν, λίγη τρυφερότητα, λίγη αγάπη, λίγη εκτίμηση για την ύπαρξη τους ή για το έργο τους. Και σε μια γωνιά θα πεταχτούν σαν σφάγια , ύστερα σκληρά θα ροκανίσει ένα όρνιο τα απομεινάρια τους. Οι σύγχρονες Μήδειες, είναι πιο σκληρές από εκείνη της μυθοπλασίας. Η ύπαρξη τους θα κατατρέχει ως τον θάνατο τους τα άτυχα τέκνα τους, θα πετούν δηλητήριο στην καρδιά τους κάνοντας τα ετοιμες αυριανές Μήδειες κι αυτά, ή, ένας κύκλος μάταιος θα επαναλαμβάνεται,( μάνα ζητώ να με αγαπήσεις), θα λένε πίσω από τα δόντια τους κι αυτές καταλαβαίνοντας θα δίνουν ειρωνεία και κατάκριση ως τα ύστερα χρόνια τους. Είναι κι αυτές που δεν τους φαίνεται, δένουν με έναν φαλλό κι αιδοίο πίσω από την πλάτη τους τα τέκνα τα άμοιρα και τα κάνουν να χαίρονται μονάχα όσο η μάνα χαίρεται, αναπνέουν μόνο γιατί ανασαίνει η μάνα. Κανέναν εραστή, καμία ερωμένη δεν θα αγαπήσουν εκτός της σύγχρονης Μήδειας. Θυμήσου τον Μπωντλαιρ, τον Ρεμπώ, τον Κάφκα, τον Προυστ και όλου του λογοτεχνικού δέντρου, τα κλαδιά δες, κι απόλαυσε τους καρπούς του. Γιατί αυτοί έργο καυτό έκαναν για τους επόμενους, γιατί η ανθρωπότητα ευεργετήθηκε από αυτούς κι έζησαν με την δίψα της ζωής και έκαναν υπέρβαση στα όρια τα αόρατα της μηχανής που ξερνά ανθρωποειδή και ρομπότ. Η σύγχρονη Μήδεια είναι πρόσωπο τραγικό όπως εκείνη της μυθοπλασίας. Αλλά αν μπορούσα να τις σκοτώσω με τα λόγια θα το έκανα, η μισή δυστυχία του κόσμου σε αυτές οφείλεται, στα σύγχρονα τέρατα που αίμα έχουν από ερπετό, τραγικότερα πρόσωπα από αυτές, τα τέκνα τους, που ψάχνουν μια ταυτότητα μέσα στην τραγικότητα και την άβυσσο της ζωής. Που ψάχνουν ματωμένα πριν ακόμη βγουν από την άστοργη μήτρα της μητέρας τους αγάπη και φως ανάμεσα στους ανθρώπους. Φοβισμένα κοιτούν την εξέλιξη του πιο σκοτεινού κι αδίστακτου είδους που λέγεται άνθρωπος.. Κι όμως! Τι κρίμα, ενώ, ο άνθρωπος ,γεννήθηκε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ήλιου, την καλοσύνη και την αγάπη δεν μπορεί να δει.. -Σύγχρονες Μήδειες- Υγ. Αφιερωμένο στην Λ. και στην κουβέντα που κάναμε χτες στον διάδρομο του νοσοκομείου...και στην <<δηλητηριώδη αγάπη>> που την δένει με την μητέρα της..

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Στο διπλανό κρεβάτι του νοσοκομείου είναι ξαπλωμένη μια νέα γυναίκα που πάσχει από επιληψία. Την κοιτάζει η μητέρα της που είναι 86 χρονών. Σήμερα κοιμήθηκε μαζί της και το πρωί έφυγε. Η γυναίκα είναι αδύνατον να φάει μόνη της, όταν ήρθε ο γιατρός την βοήθησε λίγο και μετά έμεινε μόνη της προσπαθώντας με τα χέρια σαν κρεμασμένα μιας μαριονέτας, την βοήθησα να φάει σιγά σιγά, το νάτριο της είχε πέσει πολύ χαμηλά και ήταν σε κατάρρευση, τώρα με την θεραπεία κάπως έχει πάρει τα πάνω της αφού κατορθώνει να μιλάει αρκετά κατανοητά. Η ζωή μου, τα έφερε έτσι ώστε να έχω επισκεφτεί για πολλούς διαφορετικούς λόγους τα περισσότερα νοσοκομεία της πόλης που κατοικώ. Από πέντε χρονών σχεδόν για τον πατέρα μου κι ύστερα για όλους τους άλλους. Συνηθίζω να λέω πως ότι είναι επαναλαμβανόμενο έχει να μας δώσει κάποιο μάθημα αλλά μάλλον εδώ δεν ισχύει. Απλά έχω ευαίσθητους στην αρρώστια συγγενείς. Παρατηρούσα στα δωμάτια τους ασθενείς.Ίχνος σπίθας από έρωτα στα μάτια. Ο άνθρωπος αρρωσταίνει όταν δεν έχει έρωτα, όταν δεν είναι ερωτευμένος με την ζωή ή ένα πρόσωπο ή την δημιουργία, τότε ακριβώς η ψυχή του βγάζει μια μεγάλη κραυγή και την ακούει το σώμα του φιλοξενώντας την μέσα του, την κάνει δέντρο που απλώνει τα ασθενικά κλαδιά του μέσα του και υποκύπτει στην αρρώστια. Ο έρωτας είναι το φαγητό και το νερό της καρδιάς. Αν δεν χτυπά η καρδιά σου στον ρυθμό του τότε σε σαρώνει η άσφαλτος του σκοταδιού. Και τότε φίλε μου φιλοξενείσαι στην χώρα της απώλειας. Ο ΆΝΘΡΩΠΟς υπάρχει μόνο όταν είναι ερωτευμένος. Η καρδιά μου μάτωσε στην σκέψη της μοναχικής κοπέλας που υποφέρει από επιληψία.. Οφείλεις να σκεφτείς πως είμαστε ένα τίποτε και τα πα΄ντα.. Τα πάντα είσαι όταν ο ουρανός κυλά μέσα σου, αυτό σημαίνει είσαι απόλυτα ερωτευμένος. Αυτό που θα θελα για μια μέρα είναι ένα μαγικό λυχνάρι. Να το τρίψω μια νύχτα κι όλα τα νοσοκομεία να γεμίσουν από την ερωτική απόλαυση. Ο ανίκητος μαχητής να σαρώσει γιατρούς κι ασθενείς. θυμάμαι τον υπέροχο Τζακ στην <<φωλιά του κούκου>>... Η ζωή είναι εξαιρετική και μαγική. Στο μεταξύ ετοιμάζομαι για την απόβαση στο νησί μου. Αδημονώ να ξαπλώσω στο χώμα αυτής της άγριας και γλυκιάς γυναίκας που λέγεται Αμοργός.. Και να ξεχάσω την επιληπτική στο διπλανό κρεβάτι της μητέρας μου.. Πάντα ξεχνάω τα άσχημα, τα θυμάμαι όταν χρειάζεται να μου θυμίσω πόσο δυνατή έχω υπάρξει.. Δεν είναι κακό.. Είμαι μεγάλο παιδί πια και ξέρω... (Μεταξύ ετοιμασιών για την απόβαση στο νησί και νοσοκομείου, Κρόνος είναι αυτός, αλλά θα τον τσακίσω, δεν θα με τσακίσει ο παπάρας...)
Στο λεξικό μου, υπάρχει η ορθογραφία της αβύσσου, άνευ όρων κι άνευ προυποθέσεων το δόσιμο κι οι μάχες, η αλήθεια καίει σε αόρατα καζάνια, στο πάθος παύση καμία, διαβάζω τα χέρια των <<καταραμένων>> και των<< ευλογημένων>>, αφροδισιάζομαι κι αιμορραγώ, να σταματήσω να απορώ , να αγαπώ και να ρωτάω είναι αδύνατον, θα στέκομαι πάντα δίπλα σε αυτούς που επικηρυγμένοι είναι χωρίς να έχουν ίχνος γελοιότητας, το μαχαίρι στην πλάτη που μου έσκαψαν αφήνω, από την πληγή του αμολούν χιλιάδες άνθη, ναι, από τις στάχτες μου ξαναγεννιέμαι.. -Σκορπιός-

Την ακολουθούσε για ώρα, ήξερε βαθιά μέσα του πως η άγνωστη γυναίκα γνώριζε πως μετά το τέλος του έργου σε εκείνον τον παλιό κινηματογράφο θα ακολουθούσε τα βήματα της. Μελαχρινός , ψηλός , ευγενικός και απρόσιτος, μύριζε το άρωμα της σαν πάνθηρας στο κλουβί. Εκείνη μια γαζέλα με πλούσια κόκκινα μαλλιά φτιαγμένα σε μπούκλες. Τα τακούνια της έφτιαχναν ήχους μεταλλικούς επάνω στο πλακόστρωτο κι οι λαγόνες της εκτόξευαν την επιθυμία του σε ένα σύμπαν με πλάσματα κι αισθήσεις βαθιές και αδύνατες στο να καμφθούν. Ήθελαν την απελευθέρωση τους για να συντονιστούν με εκείνες της άγνωστης γυναίκας κι αυτό ήταν ζήτημα επείγον. Ήξερε πως σαν γυναίκα ήθελε τον χρόνο της, δεν θα του δινόταν έτσι απλά κι εύκολα, όχι γιατί ήταν από αυτές που τσιγκουνεύονταν το δόσιμο τους, απλά ήθελε να τραβήξει τον ερεθισμό και των δυο τους από κάποιο αόρατο σχοινί. Οι λαγόνες σταμάτησαν να κινούνται στο φανάρι, και δυο τεράστια μαύρα μάτια, με ένα υπέροχο λευκό τονισμένο γύρω τους καρφώθηκαν επάνω του. Σαν να τον πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα όταν την άκουσε να μιλάει με εκείνο το στόμα που μύριζε όλα τα έντονα φρούτα του δάσους με τονισμένο το βατόμουρο. (Σε ποιο σπίτι θα πάμε, στο δικό σου ή στο δικό μου;) είπε και για πρώτη φορά σκέφτηκε πως στα 56 του χρόνια και μετά από τόσες γυναίκες που είχαν περάσει από την ζωή του καμία δεν τον είχε διεγείρει με τις λέξεις και την φυσική της παρουσία. (Στο δικό μου αν θες, είναι εδώ κοντά στο κέντρο),της απάντησε και ρούφηξε τα μάτια της μέσα στα δικά του. Σε ένα στενό όπου το ηλεκτρικό φως σχεδόν δεν υπήρχε, κόλλησε επάνω του. Το στόμα της εγκλώβισε γλυκά το δικό του. Ένα ήπιο κεντρί άρχισε να ρουφά το νέκταρ του και να του δίνει το δικό της. Η γλώσσα της δεν ήταν κοφτή, άπλωνε τα μαλακά της μόρια μέσα στο στόμα του κι άγγιζε την δική του χωρίς δισταγμό. (Σε θέλω), είπε απλά εκείνος κι ένιωσε τα νύχια της να χαιδεύουν τον σβέρκο του . (Κι εγώ), απάντησε αυτή και μαλακοί βόγκοι του λάρυγγα ανέβαιναν από τα σφιγμένα σπλάχνα της και έρχονταν στα δικά του. Ένα κύμα πόθου τους έριξε στη γη κι ένα άλλο τους ανάγκασε σχεδόν να πετάξουν στο σπίτι του. (Μην μου ζητήσεις το όνομα μου), του είπε καθώς ήδη έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλο κι η κρεβατοκάμαρα άρχισε να μοιάζει με μια μικρογραφία του χάους. (Ούτε εσύ), είπε αυτός κι έσκισε σχεδόν τα ρούχα της. Η επιδερμίδα της έμοιαζε σαν φίλντισι που ζητούσε επίμονα την διερεύνηση της από τα χέρια του. Τα δάχτυλα του ήταν μακριά και λεπτά, στην αρχή έτρεμαν, μα στην συνέχεια άρχισαν να καλοπιάνουν το αγρίμι που έκρυβε μέσα της αγγίζονταν την. (Θα ζωγραφίσω στην κοιλιά σου), της ειπε. Εκείνη συμφώνησε βογγώντας... Με τις άκρες των δακτύλων του άρχισε να φτιάχνει κύκλους γύρω από τις ρώγες της αναγκάζοντας την γυναίκα να τεντώσει το σώμα της σαν τόξο. Το αγρίμι είχε βγει από την φυλακή του κι έψαχνε για τροφή.. Μετά τράβηξε γύρω από τον αφαλό της, άρχισε να φτιάχνει αόρατες γραμμές, πότε κύκλους, πότε ρόμβους και ξανά κύκλους.. Εκείνη του τραβούσε τα μαλλιά.. (Οι πλανήτες στρέφονται γύρω από τον ήλιο), της είπε κάνοντας έναν μεγάλο κύκλο στο ηλιακό πλέγμα της. Οι κόκκινες φλόγες των μαλλιών της συστρέφονταν σαν δαιμονισμένες επάνω στο μαξιλάρι. (Κάνε με δική σου), του ψιθύρισε λίγο επιτακτικά. Η οικειότητα των χαδιών τους ήταν σαν να είχε μελετηθεί χρόνια πριν. (Είσαι τόσο γυναίκα μα και τόσο κυρία, αυτό πρώτη φορά μου συμβαίνει). (Τι θες να πεις, είσαι από αυτούς τους γελοίους που όταν μια γυναίκα δινεται γρήγορα την λένε εύκολη και πόρνη;), είπε και τα μάτια της έλαμψαν με ειρωνεία ενώ σηκώθηκε τυλίγοντας το σεντόνι γύρω της και άναψε το μικρό φως δίπλα της. Στηριγμένη στην πλάτη του κρεβατιού τον κοίταζε με απερίγραπτη κακία. (Δεν είμαι μαλάκας να ενοχοποιήσω τον πόθο μας , ούτε ευνουχισμένος ώστε να αποδείξω πόσο άντρας είμαι ή δεν είμαι, αυτό που θέλω να πω, είναι αυτό το κομψό περιτύλιγμα των τρόπων σου, είσαι ένα θηλυκό που η άγρια ομορφιά κι η θηλυκότητα του δεν στερεί κάτι από την κυρία που είσαι). Του χαμογέλασε. (Ξέρεις να μιλάς και να βλέπεις, είσαι έμπειρος αλλά κι έξυπνος άνθρωπος κι αυτό μου αρέσει απίστευτα. Θέλω να πω, έχω γνωρίσει άντρες παιδαρέλια που ή το βάζουν στα πόδια σχετικά γρήγορα ή θέλουν να έχουν αποκλειστικότητες χωρίς να έχουν αξία οι ίδιοι, ανίκανοι κι εκδικητικοί σαν οχιές. Ξέρεις, οι αρσενικές οχιές κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από τις γυναικείες). Αυτά είπε και ξάπλωσε κολλώντας επάνω του. Φιλήθηκαν. Άναψαν τσιγάρο μετά από ώρα. Ήπιαν κόκκινο κρασί. Ψιθύρισαν, φώναξαν , αναμετρήθηκαν. Όταν είδαν πως ήταν ισότιμοι στην αναμέτρηση χύθηκαν ο ένας μέσα στον άλλον... Είχαν πάνω από χρόνο να δουν κάποιον ισότιμο τους. Δεν έκρυψαν τίποτε από τον εαυτό τους. Όταν αυτός πετούσε με τον φαλλό του μέσα της εκείνη άρχισε να νιώθει χιλιάδες πεταλούδες να βγαίνουν από τα λαγόνια της, στροβιλίστηκαν στον αφαλό της, πέταξαν σε όλο της το σώμα και βρέθηκε μαζί του, στο ταβάνι. Κουνιόνταν μανιασμένα κι οι δυο τους και ξαφνικά βρέθηκαν κρεμασμένοι από μια αόρατη κλωστή.Αυτή που κρεμόταν ανάμεσα γης και ουρανού. Η εξέγερση των αισθήσεων δεν είχε απλά συντελεστεί. Τώρα ανακάλυπταν και μια άλλη. Αυτήν, την πέραν της οικειότητας ή ενός ανθρώπινου κάρμα... Άρχισαν να χύνουν υγρά που φωσφόριζαν κι ανακατεύτηκαν με το γάλα του ουρανού. Οι πλανήτες που εκείνος είχε ζωγραφίσει στο σώμα της τώρα είχαν ζωντανέψει και ταξίδευαν ανάμεσα τους κραυγάζοντας και μεθυσμένοι από μια πρωτόγνωρη έκσταση. Ήταν ισότιμοι. Κι άρχισαν να ερωτεύονται ο ένας τον άλλον. Με μια πρωτόγνωρη μέθη. Σαν να μεταμορφώνονταν σε πεταλούδες και αστέρια.. Κι ΌΜΩς, δυο απλοί άνθρωποι ήταν. Ενας άντρας και μια γυναίκα.. - Η ερωτική τέχνη της ένωσης-
Ένας άνθρωπος, που αγαπά την αίσθηση του κινδύνου, για την ηδονή του ιλίγγου που προσφέρει, καθώς και για τις πνευματικές ανατάσεις και διερευνήσεις ,μου είναι πολύ αγαπητός, γιατί, εκτός αυτών κατέχει και το πως να μην φέρει τον άλλον σε επικίνδυνη θέση εκτός κι αν ο ίδιος του το επιτρέψει. Ένας άνθρωπος , που νομίζει πως αγαπά την αίσθηση του κινδύνου αλλά παραμένει αδρανής και ουδέτερος στις εντάσεις και στον ίδιο τον ίλιγγο σαφώς το μόνο που θα κάνει είναι να φέρει οποιονδήποτε άλλον σε δυσκολία εκτός από τον εαυτό του. Αυτός είναι ο τυπικός <<μαλάκας>> που προσπαθεί να παραστήσει κάτι άλλο από τον συνήθη εαυτό του... Το να φέρεις μια <<ετικέτα>> στις ιδιότητες σου είναι αρκετά εύκολο στις μέρες μας, το να τις υποστηρίξεις με τον τρόπο ζωής σου είναι το δύσκολο αλλά και η σφραγίδα σου... Εξάλλου, δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου διερευνητικά, όλο και περισσότερα βλέμματα έχουν την νωθρότητα και την ακαμψία της ματιάς μιας αγελάδας, κι όλο και λιγότερα έχουν την σπιρτάδα του βλέμματος μιας γάτας. Το υπέροχο θα ήταν ο <<μαλάκας>> κάποτε να εξαλειφθεί, ή να λιγοστέψει σαν αριθμός, πράγμα αρκετά αδύνατο, γιατί η εμπειρία του <<δρόμου>> και η παιδεία είναι απαραίτητα για να εξελιχτεί κανείς σε άνθρωπο. ενώ αντίθετα..η ανία και η νωθρότητα είναι πια καθιερωμένα..αγνός και δυνατός αυτός που ζει χωρίς αυτά..
Η καρδιά μου είναι κοιλάδες από νερό, εκεί απαλά στέκονται και κινούνται ανάλογα με τις δονήσεις του υγρότοπου, πλάσματα ποικιλόμορφα και μαγεμένα από την έκσταση. Η έκσταση δεν είναι ένα προσωπικό στοιχείο, χύνεται και ξεκινά από το βαθύτερο κύτταρο του κόσμου. Αυτό που στερούμαστε να νιώθουμε, σαν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εγκλωβίζεται σε ότι αποθαρρύνει την ψυχή να είναι λεύτερη. Θλίψεις, μίσος, ζήλια, πριόνια φιλοδοξίας που κόβουν την καρωτίδα των άλλων. Είμαι εγώ αλλά είμαι κι όλοι. Λέω ;oxi, σε ότι με κάνει πένθιμη ή οκνηρή στις σκέψεις της ευτυχίας, Άσχημο συναίσθημα, σε απελευθερώνω. Φύγε μακριά.. όποιος με 'εβλαψε λέω , σε απελευθερώνω... Οι δυνάμεις του κόσμου είναι αρχαίες και τεράστιες. Μια δόνηση ενός μάντρα πέφτει στο σύμπαν κι αιωρείται επάνω και μέσα σου.. Οι λέξεις μας κάνουν να είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Διαλέγω τις λέξεις αφού έχω ταξιδέψει μαζί τους και με έχουν πάει σε όλα τα πιθανά μέρη όπου οι έννοιες του <<καλού>> και του <<κακού>> με δίδαξαν το μάθημα μου ώσπου να ολοκληρώσω τον περίπατο μου στην γη. Ίσως βρω κάποτε τον ανώτερο εαυτό μου.. Μέχρι τότε θα είμαι γυναίκα και παιδί. Αθώος αλλά και υποψιασμένος. Όχι, Καμιά παραχάραξη στον χαρακτήρα μου δεν θα επιχειρήσω από αδυναμία ή από την πιθανότητα μιας νίκης. ότι είναι χαμένο σήμερα είναι κερδισμένο αύριο.. Αγαπώ το να αγαπώ. Αγαπώ και να αγαπιέμαι. Αυτός ο κόσμος μας ανήκει. Κρύα πλάσματα στην κοίτη της καρδιάς τους κόβουν πάγο και μας ταίζουν ώσπου να παραδοθούμε σε έναν απελπισμένο κόσμο. Ζητούν να γίνουμε όλοι αυτόχειρες. Για να περπατούν μόνοι τους σε τούτον τον πλανήτη. Δεν χρειαζόμαστε στολές παραλλαγής, καρδιά και νου χρειαζόμαστε. Υγιείς κι ευτυχισμένους. όλη η ζωή είναι έρωτας. Κανείς δεν σε ρωτάει αν ήθελες να γεννηθείς, κανείς δεν το επιδιώκει σαν ερωτεύεται. Κάθε ημέρα είναι όλεθρος στον θάνατο. -ΖΕΝ-

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Μικρές στάλες βροχής έπινε και τον κοιτούσαν κάτι πουλιά με ουρές γαλάζιες, τα σύννεφα χυμένα μπροστά στα μάτια του έμπαιναν μέσα στις ίριδες κι έφτιαχναν σχήματα άτακτα, σαν σταλακτίτες και σαν στοιχεία μιας άλλης ατμόσφαιρας. Μυστηριακής και σαν σε εγρήγορση. Κοίταζε το χάος της θάλασσας, εδώ μοιάζει σαν αυλόπορτα του θεού ,σκέφτηκε. Η ευαισθησία έμοιαζε να παλεύει μέσα του σαν να ήθελε να τον σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια. Κοιτώντας την θάλασσα ξέχασε όσα είχε εισπράξει από κάποιους ανθρώπους, μια αφόρητη μανία και εκδίκηση για όσα δεν μπορούσαν να του πάρουν, για την προσπάθεια τους να τον μετατρέψουν σε πολεμική μηχανή. Δεν πίστευε στις τοξίνες της κακίας, δεν είχε θυμό για όσα είχε εισπράξει τελευταία, εδώ ήταν πιασμένος στα χείλια μιας όασης, μιας αυθεντικής ομορφιάς που δεν υποσχόταν περισσότερα μέσα από το γυμνό της τοπίο. Σιγά σιγά γινόταν μέρος αυτής της ομορφιάς. Χαμογέλασε. Η ευτυχία μπήκε μέσα του σιγά σιγά, άπλωσε τα φτερά της και τον έκανε να πετάξει, αισθανόταν μια απέραντη ευδαιμονία και ευγνωμοσύνη. Τα ξέχασε όλα. Ο χρόνος έγινε μια στιγμή, αιωρήθηκε επάνω του και μετά καταλάγιασε εκτός από την απέραντη ομορφιά του γυμνού τοπίου. -Για την Αμοργό που λάτρεψα και λατρεύω
Αθάνατη η μνήμη του Τειρεσία, κάτω από ένα δέντρο ξαπλώνει και θυμάται, νεκροί άνθρωποι να κυκλοφορούν ανάμεσα στους ζωντανούς, πρώτα σκότωσαν τον εαυτό τους κι ύστερα παλεύουν να σκοτώσουν και τους άλλους. Με μια μανία, που μόνο ο Άδης είχε, στην αρπαγή των ζωών. Τρίβει τα μάτια του θαμπωμένος από τα δάκρυα, τόση η ομορφιά του κόσμου κι αυτοί να ψάχνουν μονάχα για μαντείες κακές. Και απόκοσμες πράξεις.. Αθάνατη η μνήμη του Τειρεσία, η εσωτερική βαρβαρότητα της Ευρώπης σαν την πανούκλα σέρνεται και ένα ένα στο σκοτάδι και την ακοσμία βυθίζει τα παιδιά της.. -Μανία-
Ήρθες στον ύπνο μου, στην αρχή φοβήθηκα,είχα πάνω από είκοσι χρόνια να σε δω σε κάποιο όνειρο, είχες τα ίδια μετάξια στα μαύρα μαλλιά, σπαστές μπούκλες σαν αναδυόμενες φλόγες από έβενο. Εσύ που ήσουν ο άντρας-ψάρι. Εγώ 15 κι εσύ 17. Βραχιόλια και ινδικές φούστες εγώ κι εσύ φορούσες ένα γιλέκο κεντημένο όλο μικρά καθρεφτάκια. Βγαίναμε στους δρόμους κι ήμασταν μια μάζα υγρής δύναμης. Fender stratocaster σε χρώμα μαύρο ριγμένη στο στρώμα σου στο πάτωμα. Την έπιανες στα χέρια κι ανάγκαζες τον Χέντριξ να ρθει νοερά κοντά μας και έπιανες να μου μιλάς για τα χρώματα που ανάβλυζαν από τις νότες. Οι νότες είναι πόθοι και χορεύουν για τις λύπες που σκοτώνονται καθώς τις αφήνουμε να πλεύσουν στην καρδιά μας. έτσι σκεφτόμουν καθώς σε άκουγα. Μιλούσαμε για τις θρησκείες , για τις ταινίες, για την μουσική τα βιβλία. Υπήρχε εκεί στο δωμάτιο σου ένας ολόκληρος κόσμος όπου μια αόρατη προστασία μας φύλαγε από τα άσχημα μάτια και τις οκνηρές σκέψεις. Θέλαμε να εξερευνήσουμε τον κόσμο. Με συγκίνηση για την ομορφιά του, με πίστη για αυτά που κρύβονται για να μην τα βρουν αδιάκριτες ψυχές και τα χαλάσουν. Από εσένα ανακάλυψα πως διέθετα καλό αυτί, ατέλειωτες ώρες έβαζες στον ενισχυτή βίσματα και καλώδια και με ρωτούσες ποιο ήταν το κομμάτι που άρχισες να παίζεις. Συνέχεια κέρδιζα. Και γελούσαμε σαν παιδιά. Σε εκείνο το δωμάτιο με έπιανε εκτός από την ερωτική δίψα της εξερεύνησης μια κατάνυξη για εκείνον τον υπέροχο υγρό κόσμο. Μετά από έξι χρόνια, πήγαινε έλα, χαθήκαμε οριστικά. όχι τόσο ώστε να μην λάβω από την διαίσθηση μου μήνυμα πως κινδυνεύεις. Κι έμαθα έμμεσα πως ήσουν μέσα στον κόσμο της αγγελόσκονης. Την κάρφωνες στο μπράτσο σου.. Για μένα ήσουν πάντα ένα μίγμα δανδή και χίπι. Ποτέ δεν υπήρξες ανήθικος , δεν εκμεταλλεύτηκες, δεν προσποιήθηκες πως ήσουν κάποιος άλλος. Σε συνάντησα και σε έπεισα να σταματήσεις. Κλείστηκες στο σπίτι σου και<< καθάρισες>> σε κάποιες ημέρες. Αλλά δεν είχες άλλον καθαρό να κάνεις παρέα πια. Κι αργά ή γρήγορα θα βρισκόσουν ξανά με αυτούς που έπιναν την σκόνη με την βελόνα. ήθελες να φύγεις, πάντα ήσουν φευγάτος. Σε έλεγαν Παναγιώτη, από τότε αγάπησα αυτό το όνομα, κι ήσουν κι εσύ ταμένος στην Παναγία της Τήνου όπως εγώ, πράγμα που το ακούγαμε με ένα μίγμα αδιαφορίας και συμπάθειας. Εσύ ποτέ δεν πίστευες στον Χριστό σαν τιμωρό και καθοδηγητή μιας <<μαζικοποιημένης ηθικής και τάξης>>, τον αγαπούσες για το μυαλό του και γιατί είχε κότσια.. Ήρθες σήμερα στο όνειρο μου. Είχα αφήσει το κεφάλι μου στο στήθος σου κι εσύ απαλά κράτησες την γάμπα μου στο ένα σου χέρι. <<Μην φοβάσαι τίποτε και για τίποτε που δεν αξίζει μην λυπάσαι>>, είπες κι άρχισε να ακούγεται το αγαπημένο μας κομμάτι από τον Χέντριξ. ένιωσα λύτρωση κι αγάπη. Αυτό που νοιώθουν οι άνθρωποι σαν βρίσκουν ανθρώπους που δεν έχουν το ένστικτο του δολοφόνου. Ξύπνησα κι είχα την εικόνα σου μπροστά μου. την αίσθηση σου στα χέρια μου. Έφυγες νωρίς Πάνο. Κι ήσουν η πρώτη μου αγάπη..Μια όαση στον άσχημο κόσμο.. Σε ευχαριστώ.... (Η πρώτη αγάπη είναι αδιάλλακτα καθαρή )