Σάββατο 11 Μαρτίου 2017


Σου μιλούν οι ψυχές και σου ψιθυρίζουν πως εδώ είναι πια ,ένα εργοτάξιο αισθημάτων. Γυρίζεις και τους λες πως περιμένεις να έρθουν οι καλύτερες ημέρες. Γελούν μαλακά και σου απαντούν πως ακόμη και τα σύννεφα κάνουν παράπονα και ζητούν να μεταναστεύσουν. Βάζεις τα χέρια στις τσέπες και νιώθεις σαν να είσαι ο Τομ Σόγιερ. Αντιλαμβάνεσαι χωρίς κόμπλεξ πως υφίσταται μια μετάλλαξη το ανθρώπινο είδος ,αλλά δεν μπορείς να μεταλλαχτείς κι εσύ. Το παίρνεις απόφαση, θα μείνω με τους τελευταίους λες. Στο μεταξύ τόση ανθρωπο μάζα στους δρόμους που ούτε ένας δρόμος για παιχνίδι ανοιχτός. Ο ήλιος παίζει γνέφοντας σου ο πυρετός έχει πάρει το μαστίγιο του και σε χτυπάει. Θέλεις να μπείς σε όλα τα παιχνιδάδικα και να τα σαρώσεις. Να κυλιστείς επάνω σε ότι είναι χνουδωτό, σε λίγο καιρό και τα ζωντανά θα μετακομίσουν αλλού, το ξέρεις, θα μείνουμε με τα χνουδωτα ως ανάμνηση. Η τρέλα γενοβολάει συνεχώς. Κι οι αρρώστιες επεκτείνονται

Μέσα στην Ρωμαϊκή νύχτα έλαμπαν οι γυναίκες που φορούσαν ρούχα ντεμί -σεζόν. Ο ουρανός άστραφτε από τα πυροτεχνήματα ενός γάμου κάπου εκεί δίπλα. Ημουν κουρασμένος από τις σιωπές μου, εδώ κΆι καιρό δεν συνέβαινε τίποτε ωραίο που να μπορεί να κλονίσει την βαθιά μου θλίψη. Καθώς χανόμουν ανάμεσα στους ανθρώπους που με έσπρωχναν βιαστικά ,την είδα στηριγμένη στο μπράτσο ενός ψηλού άντρα που φορούσε μαύρο παλτό, γελούσε κΆι φωτοβολούσε σκορπίζοντας γύρω της εναν αέρα βιολετών. Η Βερονικα ,με είδε, είχαμε πάνω από πέντε χρόνια να ιδωθούμε. Μια εγγενής λαχτάρα με ανάγκασε να τους ακολουθήσω. Δεν έδειξε έκπληξη οταν με είδε να τους κοιτάζω καθισμένος στο απέναντι τραπέζι ενός ακριβού για τα μέτρα μου εστιατορίου. Από τον τρόπο που οι σερβιτόροι στριφογύριζαν γύρω τους καταλάβαινα πως ο κύριος διέθετε άφθονο χρήμα , κάτι που επιζητούσε πάντα η παλιά μου αγαπημένη. Έτρωγαν μηχανικά, όπως όλοι οι μεγαλοαστοί του κόσμου, περισσότερη η προσοχή στον τρόπο που χειρίζονταν τα μαχαιροπήρουνα και λιγότερη η απόλαυση για το φαγητό. Εκείνη,έπινε κραςί με λίγη νευρικότητα, εκείνος κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα. Τότε βρήκα την ευκαιρία να πάω στο τραπέζι της, τα μάτια της έλαμψαν σαν της γάτας, ( Τι θέλεις εδώ, τρελάθηκες); Μίλησε μέσα από τα δόντια της. (Ναι, τρελάθηκα, κι επειδή είμαι πιο τρελός από τότε που με άφησες φρόντισε μόλις τελειώσεις από εδώ να έρθεις να με βρεις στο σπίτι) Ξεκαθάρισα τις προθέσεις μου, μάζεψα το παλτό μου , πλήρωσα κι έφυγα πριν δω το βλέμμα της που το ένιωθα ήδη σαν μαχαίρι στην πλάτη μου.. Ενώ η νύχτα είχε πάψει πια την φρενίτιδα της κι ήμουν ακουμπισμένος στην κουπαστή της βεράντας το δέρμα μου την αναγνώρισε, πλησίαζε σε εμένα, αυτό ήταν η Βερόνικα, πριν ακόμη την αγγίξω καιγόμουν από την μνήμη της. Σε μερικά λεπτά άκουσα το κλειδί στην πόρτα. Έτρεξε σε εμένα σαν πληγωμένη ελαφίνα Την έσφιξα επάνω μου κλαίγοντας. Κι εκείνη έκλαιγε, μπήκαμε ο ενας μέσα στον άλλο, με τα μάτια, το στόμα, την μύτη, τα γεννητικά όργανα ,σαν να γινόταν αυτό κάθε ημέρα. Υστερα ξημερώσαμε αγκαλια. Κι αρχίσαμε να δίνουμε τις τυπικές υποσχέσεις των ερωτευμένων, κι ύστερα πείσαμε ο ενας τον άλλον πόσο μα πόςο μας είμαστε απαραίτητοι, πως ο χρόνος που μεσολάβησε δεν άλλαξε τιποτα στην σχέση μας. Μαζί με τις τούφες του καπνού στο ταβάνι πήγαιναν μαζί κι αυτά που λέγαμε. Οταν έφυγε πια ,ήταν ξημερώματα, Ξυπνησα από μια ηλιαχτίδα στην μέση του δωματίου. Xόρευε γυμνή και με ζάλισε στα μάτια. Και ξαφνικά ήξερα, την Βερόνικα δεν θα την ξανα έβλεπα ποτέ.. Όπως και έγινε. Χαθήκαμε μέσα στην βαριά ατμόσφαιρα της εποχής. Κανείς δεν είχε διάθεση να νιώσει ανθρώπινα

Οι άνθρωποι περιμένουν τα τριήμερα για να ξεχάσουν το δέρμα τους. Να ξεχάσουν πως η ζωή είναι ένα κουρδιστό παιχνίδι. Πως αλλάζουν πληγώνοντας εκείνους που αγαπούν. Πως οι μισοί θέλουν να πεθάνουν κι οι άλλοι δεν μπορούν. Πως μερικά παιχνίδια είναι στημένα. Θέλουν να ξεχάσουν πως ίσως μέσα στα ερείπια μπορεί να υπάρχει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Πως μέσα στα σκατά υπάρχουν φορες που γεννιούνται πρίγκηπες δίχως στέμμα. Πως οι προδοσίες είναι παράφωνες αλλα πάντα θα υπάρχουν στην ορχήστρα. Οι άνθρωποι τα τριήμερα νομίζουν πως είναι αποδημητικά πουλιά. Αλλά δεν είναι. Απλά θέλουν να επιςτρέφουν στις αυταπάτες τους. Αν δεν γίνεις ήλιος όταν οι άλλοι σε γκρεμίζουν πάντα θα σε ρουφάει ο άτλαντας του κόσμου. Κι όσο κι αν φωνάζουν οι άνθρωποι μεταξύ τους δεν θα ακούνε τις φωνές τους γιατί θα ουρλιάζουν ανάμεσα τους τα πληγωμένα δέντρα της πόλης. Τα τριήμερα είναι κατασκευαστικές αποθήκες ονείρων.. Μόνο το τώρα υπάρχει, έχει γίνει τέρας υπέρ οπλισμένο κι απειλεί να μας φάει ζωντανούς. ΤΑ ΤΡΙΗΜΕΡΑ

Εκείνοι οι εαυτοί μας που έγιναν ανάμνηση μας φτύνουν σαν γλώσσες φωτιάς, τους προσπερνούμε κατάκοποι από την συνήθεια και την απάθεια, τους διατάζουμε να κάνουν σιωπή τα βράδια , όμως εκείνοι βρίσκουν πάντα την ευκαιρία και συλλαβίζουν τα όνειρα μας. Σκόπευτρα της χίμαιρας οι λέξεις, τιποτένιοι ασπασμοί στο στέρνο. Ποτέ δεν υπάρχει κατάλληλη στιγμή να τους αδρανοποιήσεις εκείνοι οι εαυτοί μας είναι δρόμοι, δεν τελειώνουν πουθενά

Οι μνήμες είναι σαν κόκκινες κλωστές, ξεμυτίζουν από τα συρτάρια, κίτρινα συρτάρια, χορεύουν ξέφρενα σε πάτωμα από κέδρο, πράσινες γραμμές στο χέρι μου που είδε μια τσιγγάνα, μοβ τσιγγάνα, καίνε καρβουνάκια στο θυμιατήρι της γιαγιάς μου, καφέ ήταν η γιαγιά μου, χαρτιά πεταμένα σε ιστούς αράχνης, κίτρινα χαρτιά, πεζοπόροι κι αγωνιώδεις υφαντές των ονείρων, χρυσό και κόκκινο τα όνειρα, οι μνήμες ακούραστες κόρες της θάλασσας, έρχονται με βάρκες μπλε στην μέση του δωματίου μου, στέκονται και με ρωτάνε με ένα στόμα, -τι θα αποφασίσετε για εμένα, θα με κρατήσετε-; Αποσιωπώ και λυγίζω το κεφάλι. Η πιό δυνατή μνήμη θα αδειάσει όλα τα χρώματα.. Κι εγώ ένας κόκκος από θειάφι, θα ψάχνω τα λουλούδια που σπαρταρούνε στην άκρη πάντα ενός δρόμου, γκρίζου δρόμου, δεν τα βλέπουν οι περαστικοί και τα πατούνε κι αυτά ούτε ένα Αχ, ούτε ένα Αχ , γαλάζιο Αχ του ουρανού... Η μνήμη είναι χαμαιλέοντας

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017


Είναι εκεί, δίπλα στο παράθυρο, οι αποσκευές της περιμένουν να αποδράσουν. Η φυγή είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, σκέφεται, το να μένεις και να διαπιστώνεις πράγματα που δεν είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό σου ,και να τα βλεπεις κατάφατσα ,αυτό είναι το δύσκολο. Είχε ηττηθεί, αλλά αυτό δεν την έκανε να πίνει δηλητήρια, χαιρόταν που ακόμη ζούσε διατηρώντας σώα την διανοητική και συναισθηματική της αθωότητα ενώ είχε διδαχτεί ένα ακόμη μάθημα γύρω από τα ανθρώπινα... Σαφείς οι υπαινιγμοί, μέσα της, για μια καλύτερη ζωή. Μάζεψε τα έντερα της, το συκώτι της, το στομάχι και την καρδιά της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο κόσμος έξω υπήρχε σε συστολή και διαστολή, τον άκουγε, σήκωσε την βαλίτσα της και προχώρησε μέσα στο δωμάτιο. Αν μπορούσε κάποιος να δει, θα έβλεπε την βαλίτσα άδεια. Επίσης αν κάποιος μπορούσε να διαβάσει προσεκτικά τα μάτια της μια και στα μάτια είναι όλα γραμμένα θα διαπίστωνε με ευκολία πως αυτή η γυναίκα ήταν αυτό που λέμε φευγάτη από μόνη της. Αυτό έλκυε και τρόμαζε ταυτόχρονα τους άλλους.. - Η μικρή ιστορία μιας φωτογραφίας

Νομίζεις πως μια φωνή δεν ακούγεται όταν δεν κάνει επιτηδευμένα σκέρτσα ή όταν δεν έχει ένταση. Εξάλλου ο μαύρος ιππότης ήρθε και θέρισε τις κορώνες. Ακούει κανείς; Μπίζνες, sex and drinks. Πεθαμένα πράγματα. Μικρές παρωδίες. Ξεχνάμε τα σύμφωνα ανάμεσα στα φωνήεντα. Κακίζουμε τους έχοντες υποστεί απώλειες κι ήττες. Αυτούς που στα πολυτελή εστιατόρια μαζεύουν τα σκουπίδια σε τεράστιες σακούλες ή ενός νοσοκομείου τα απόβλητα. Να θυμάσαι να φοβάσαι τα παιδιά που ηχούν τις φωνές των γονιών τους μεγαλώνοντας. Κινούμενη άμμος η ύπαρξη τους. Γιορτάσατε τα γενέθλια των νεκρών χωρίς τσιγάρα και αλκοόλ; Αντίδοτο Οι επικλίσεις είναι αδύνατον να συμβούν ΄χωρίς τους φίλους κι οι υποκλίσεις εκτελούνται μόνο αν συμβεί απώλεια΄του ήλιου, Δεν λέμε κρίμα, ω πόσο κρίμα, λέμε καίμε στην φωτιά αυτά που δεν είναι απαραίτητα για να τραφούμε ζωή και πολιτισμό . Ο πολιτισμός κατοικεί στις καρδιές μας, ουχί στα περιτυλίγματα του ανθρώπινου είδους, άνθρωπος είναι αυτός που δεν δηλώνει περίσσευμα στην γη με τον βίο του. Ο πολύ επιτυχημένος έχει πίσω του την κατάρα της αχρηστείας , της υπερ- έκθεσης Ο ευαίσθητος ψάχνει συνεχώς για γενναιοδωρίες, είναι όμως από την φύση του ευλογημένος με το δώρο της. Τελικός σταθμός Ξέρω πως υπάρχουν οι καλύτερες ημέρες. ΤΙς ακούω να έρχονται. Έχω την πεποίθηση μιας θετικής απόδοσης. Γιατί όλη η ασχήμια φεύγει από μόνη της, μαζεμένες πολλές μικρές εσωστρεφείς εικόνες ανθρώπων που παρίσταναν κάτι άλλο από αυτό που ήταν , φεύγουν δημιουργώντας θόρυβο. Δεν είμαστε μόνοι μας μόνοι μας είμαστε όταν γεννιόμαστε κι όταν πεθαίνουμε. Σε τούτο το ενδιάμεσο της ζωής, είμαστε μαζί. Είτε σαν φίλοι ή σαν εραστές ή σαν άνθρωποι

Μια γυναίκα σε βλέπει ,με κλωστές από δάκρυα φορεμένες στο μάγουλο, σαν μαχαιριές, ορίζει εντός της, έναν κόσμο αντίθετο από τα προσωρινά. Βιάζεται να ζήσει όσα προλάβει μέσα σε ένα βαγόνι, το τρένο μουγκρίζει στους σταθμούς την μοναξιά του, δεν έχει να μιλήσει ανάμεσα στους επιβάτες , μα η γυναίκα που έρχεται μέσα του, του ψιθυρίζει βιαστικά κίτρινες και κόκκινες ιστορίες σαν φύλλα ,απλωμένα στο τσιμέντο. Κι ότι λέει είναι χωρίς κόμμα και τελείες. Ιστορίες που κυκλοφορούν ανάμεσα μας μα πρέπει να ξέρεις να βλέπεις και να συλλέγεις, η υποκριτική δεν ταιριάζει σε κάποια πρόσωπα, υφαντόκοσμοι ολόκληροι αυτοί που δεν υποκύπτουν σε περσόνες

Ο άντρας πίσω από το γυάλινο χώρισμα του γραφείου του, εστίασε το βλέμμα του στην γυναικεία φιγούρα , του έμοιαζε σαν αερικό που πάλευε με κάποιες άγνωστες δυνάμεις του εαυτού της. Του έδωσε τα χαρτιά της ελευθερώνοντας άθελα της λίγο άρωμα από τους καρπούς της. Τα κοίταξε κι ένιωθε ένα ραντάρ να τον εξερευνεί . <<Εντάξει είναι τα χαρτιά σας>> της είπε αισθανόμενος αρκετά άβολα. <<Τόσο γρήγορα, μα είστε πολύ καλός>> του είπε και πήρε ξανά τα χαρτιά της στα χέρια. Κάτι την έσπρωχνε να μείνει εκεί μπροστά του. Δεν υπήρχε κόσμος , ωστόσο δεν ήταν αυτό η αιτία της παραμονής της εκεί μπροστά του. Και σαφέστατα ο νόμος της έλξης δεν ήταν αυτός που επέβαλλε την ακινησία τους. <<Σας ξέρω ΄μήπως>>; ρώτησε εκείνος αρκετά αμήχανος. <<Οχι, αλλά είναι κι εγώ σαν να σας ξέρω από κάπου>>. Απάντησε κοφτά και σίγουρη. <<Έχει πολύ κρύο έξω, θα θέλατε να περάσετε ξανά από εδώ γύρω στις τρεις που τελειώνω και να πάμε να πιούμε ένα κρασί; ίσως μιλώντας, διαπιστώσουμε τι ακριβώς είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε οικεία >>. Απορούσε κι ο ίδιος με το θάρρος του , δεν συνήθιζε να μιλάει ούτε να προσκαλεί άγνωστες γυναίκες. <<Θα έρθω, αν και δεν συνηθίζω να δέχομαι προσκλήσεις από αγνώστους>> είπε λιγάκι ντροπαλά. <<Όλοι είμαστε άγνωστοι ώσπου να βρούμε ανθρώπους που μοιάζουν με εμάς εκτός του πεδίου της γλώσσας και των ιδιαιτερων χειρισμών αυτής , μην παρεξηγήσετε τις προθέσεις μου, όμως θέλω να διαπιστώσω αυτό που σας είπα , γιατί δεν μου είστε ξένη κι αδιάφορη>>. Ένας ήσυχος τριγμός παρέμβαλλε , σαν να προερχόταν μέσα από τα κόκκαλα τους και πίσω από το δέρμα τους. <<Πως σας λένε>>; ρώτησε εκείνη σπάζοντας το φράγμα του γυάλινου διαχωριστικού. <<Δεκέμβριο, εσας>>; ρώτησε χαμογελώντας όπως ένας σκύλος που δέχτηκε τρυφερότητα, είχε φροντίδα αυτό το χαμόγελο. <<Υακίνθη. Λοιπόν θα περάσω στις τρεις>> . Είπε κι άρχισε να περπατάει προς την έξοδο. Τα πόδια της σαν να πέταγαν. Ήταν σχεδόν βέβαιη, πως δεν θα πληγωνόταν ,ούτε θα μιλούσαν για τις πληγές τους, ένα ίαμα άνθιζε στην άκρη της καρδιάς της κι όλες οι δύσκολες και σκοτεινές σκέψεις δεν είχαν καμιά διέξοδο και τυλίχτηκαν σαν τα φίδια, σιωπηλές και στρογγυλές. Και κάτι πήρε έκταση κι έγινε σαν ένας κύκλος. Κύκλος εμπιστοσύνης και νόμος που δεν επιτρέπει τις ανθρώπινες φρικαλεότητες.. -Δεκέμβριος

Ο ποιητής είναι μοναχός του κόσμου και μονομάχος Τον είδα τον ποιητή, να περιφέρεται με ήπια αβρότητα ανάμεσα σε ένα κοινό πνιγμένο από το σαλιγκάρι της κρίσης. Σάλια και μύξες παντού, καθώς μιλούσε σουρεαλιστικά για τους νεκρούς ποιητές και την δική του κόλαση. Κι ήταν το μάτι του που γυάλιζε από το κρυμμένο μίσος και την προσπάθεια να το κρύψει ή η απάτη , πως ζητούσε κόμιστρα μιας κατεπείγουσας επανάληψης εαυτού ,τάχα μου, ταπεινού ,αλλά εγώ ηξερα πως πνίγεται στην έπαρση μιας υπερφίαλης φύσης που με θύμωσε; Ο ποιητής είναι ένας μοναχός στον κόσμο και μονομάχος, τούτο έμαθα διαβάζοντας τον Καρούζο, τον Σαχτούρη και άλλους δαφνοστεφανωμένους από τον κρύο χρόνο.. Σαν περιγράφεις την κόλαση ,να κοιτάζεις πίσω, δεν δικαιούσαι αν είσαι ποιητής να εκδικείσαι τον αναγνώστη των πράξεων σου, ονομαζόμενος ποιητής. Ποιητικότερο σαφώς , αυτό που έλεγε ο Μόρρισον , σκότωσε τον πατέρα σου και γάμησε την μητέρα σου, ποιητικότερο σαφώς πως ο Μπωντλαίρ προσπάθησε να βγεί από την μήτρα της μητέρας του κάνοντας έργο παράλληλα με μια κολασμένη ζωή, γι αυτό θα ποτίζουμε αιώνια τα άνθη του κακού... Μα φτωχέ ποιητή ,εσύ, που δεν ξέρεις τι σημαίνει το μαζί και τι σημαίνει μόνος, σπέρνοντας μίσος ύπουλα όπως το φίδι που με ενα φςς κροταλίζει δηλητήρια εκ φύσεως ,κρύβεσαι πίσω από τα λόγια των κριτικών και την σιωπή μου, άσε τους κριτικούς, να φάνε κι αυτοί ζητούν, το ψωμί τους.. Εμένα πες, τους γονείς σου που τόσο βαθιά μίσησες γιατί δεν τους έσβησες με τους λόγους σου και την φύση σου που βαθιά περιφρονείς γιατί δεν την ξέσκισες ώστε να βγεις αληθινός κι ωραίος σαν το φως; Οι ποιητές περπατούν σκεπτικοί κι είναι ουράνιες οι καμπάνες που δονούν λέξεις και ήχους μέσα τους, δεν αναζητούν καταφύγιο σε ψηλούς τρούλους ναών όπου αναζητούνται θαύματα , στα κοιμητήρια γέρνουν το κεφάλι τους οπλισμένοι με έναν λυγμό.. Να μην φοβάστε μόνο τους πολιτικούς που σας περιπαίζουν την αθωότητα με ωραίες λέξεις κι ελπίδες , να φοβάστε τους φιλόλογους που σας δείχνουν το φεγγάρι κοιτάζοντας μόνο το δάχτυλο , χρησιμοποιώντας τα ρήματα, τα επίθετα και τις παραμέτρους.. Να φοβάστε τους ποιητές που δεν έγιναν Λερναίες Ύδρες και δεν έκοψαν τα κεφάλια τους ένα ένα ,σκορπίζοντας σπέρμα, το αίμα τους έξω από το σώμα , την καρδιά τους έξω στο σύμπαν.. Να θυμάστε πάντα, πίσω από τους δικτάτορες, υπάρχει αυτός ο αόρατος θίασος, μέσα σε αυτόν τον τραγέλαφο θα βρίσκεται ένας ποιητής και μερικοί άλλοι καθώς κι ένας ένας φιλόλογος σβησμένοι από ένα άσβεστο μίσος γι αυτό που θα μπορούσαν να είναι, και δεν έγιναν. Αυτούς πιό πολύ φοβάμαι ,κι όσους κρύβουν με μια μετριοπάθεια λύματα και κοπριές σαν να είναι αύρες αγίων κι εξαπτέρυγα. Μακριά από εμάς.. Υγ μια σημείωση απολύτως αληθινή που δεν ζητά τίποτε ,καθώς γυμνή είναι και γρανίτης σπασμένος ,να κολυμπά ανάμεσα σε παγόβουνα

Πήρα τα πέντε ερωτικά ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου, τα έβγαλα από την βιβλιοθήκη και τα άπλωσα σε ένα λιτό βάζο, το άρωμα τους με εξάγνισε και το κρύο έμεινε έξω από το σπίτι . Από το ταβάνι κυλούσαν οι στίχοι κι ένα χλομό φως τόνιζε την ομορφιά τους. Είναι πολύ απλό να νιώσεις κομμάτι της ομορφιάς, αρκεί να το θέλεις.. Πολλές φορές, ξεχνάμε πως είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Ένα ωραίο ποίημα σε φέρνει στην θέση που παίρνει ένα άλογο όταν χρειάζεται να τρέξει.. όμορφη η Δευτέρα

Είμαι παιδί ενός γλάρου, τριγυρνάω στον κόσμο με λευκές φτερούγες, διατυμπανίζω την ευτυχία και τις λύπες μου δίχως δυσκολίες, βλέπω τα σημάδια του ουρανού και τα διαβάζω όπως έκαναν οι Ινδιάνοι. Δεν κρατάω ημερολόγια, δεν τηρώ διαδικασίες και τυπικότητες. Είμαι μέσα σε μια εξέλιξη που λέγεται ευτυχία. Η ευτυχία είναι πολύτιμη γιατί δεν κρατάει πολύ. Κι η ελευθερία είναι πολύτιμη. Με τα μικρά μου πόδια πατάω στην γη πετώντας κΆι κάνοντας ζιγκ ζαγκ . Να λέτε πως είστε ευτυχισμένοι στους άλλους , ίσως μπορέσετε να τους επηρεάσετε ως προς αυτό. Είμαι παιδί ενός γλάρου, ο πατέρας μου ήταν και μετάξι κι η μητέρα μου κερασια. Είναι όμορφο να ανοίγεις τα χέρια σου και να πετάς. Ειναι όμορφο να λες, είμαι ευτυχισμενος, ο θάνατος δεν σε τρομάζει. αφιερωμενο στους μεταξωτούς ανθρωπους

Popi Synodinou 9 Δεκεμβρίου 2016 στις 4:17 μ.μ. · .. όλα τα ήθελε, όποιο χρώμα περπατούσε και της έγνεφε, όποιο πλάσμα που έμοιαζε να μην υπάρχει στην μεσαία κλίμακα ανάγνωσης, όλα τα ήθελε. Σαν να μην της έφτανε ο χρόνος κι έπρεπε να τον σπάσει. Κι εκείνος ο ήλιος που φώτιζε τον κόσμο της κι αυτόν τον ήθελε, στον δρόμο αν την κοιτούσες, θα παρατηρούσες να κινείται 'ενα ζώο παράξενο, που χωρούσε όλα τα χρώματα. Το πινέλο στα χέρια της είχε όλα τα χρώματα. Το μαύρο ήθελε να ξορκίσει , αυτό που ήξερε από τότε που ήταν παιδί. Μεγαλύτερος κίνδυνος ο εαυτός της, μα λίγοι το καταλάβαιναν.. Τόση ήταν η δύναμη των θέλω της... -ΑΝΝΑ

Η αγάπη είναι καταρχήν μια διαδικασία εξημέρωσης του νεωτερισμού, μεταμορφώνει το άγνωστο σε οικείο, το ενσωματώνει στη φυσική ροή των πραγμάτων. Αυτά έλεγε ο Πασκάλ Μπρυκνέρ στον <<άγιο ζιγκολό >> του. Ανύποπτοι κάποιοι ,περπατούν ως πολεμοχαρείς και ενημερωμένοι για όλα ,τοποθετώντας ταμπελάκια και κουτάκια σε ανθρώπους που ποτέ δεν αγάπησαν . Γκρεμίζουν ενώ δεν έχουν περπατήσει ποτέ τους σε ερείπια. Από τις μεγαλύτερες ηλιθιότητες που υπάρχουν, είναι αυτή, του να προσδίδεις ιδιότητες σε πρόσωπα που ποτέ σου δεν <<διάβασες>>. Μα και πως είσαι πολεμοχαρής ενώ δεν έκανες ποτέ σου έναν καθαρό πόλεμο με τον εαυτό σου; Και πως κρίνεις τα πάντα αφού η κρίση σου φτάνει ως την θέση της μύτης σου; Ας είναι. Οι δρόμοι κάποτε τελειώνουν. Εκεί θα φανεί η συγκομιδή κι η προσφορά του καθενός μας. Από όλα. . Εξάλλου φαίνεται εξαρχής ποιοί πολεμούν για να προκαλέσουν θόρυβο καλύπτοντας έτσι την ανυπαρξία τους και ποιοί είναι οι ήσυχοι πολεμιστές, αυτοί που προσπαθούν να λάβουν γνώση κι εμπειρία μέσα στον κόσμο και εκτός , η εποχή αυτή διαθέτει πολλές γνώμες, γνώση ελάχιστη.. Ας μην λυγίσουν οι άνθρωποι-δέντρα, είναι απαραίτητοι

Παράλληλοι ήταν οι δρόμοι μας, γραμμές τεθλασμένες στον χάρτη, μα όταν ανταμώσαμε είχα προλάβει να γευτώ το μήλο κι εσύ είχες ήδη ντυθεί με τα ρούχα που μια γριά μάγισσα σου έδωσε . Έλεγα θα προλάβουμε να προχωρήσουμε μαζί , μα μια θάλασσα με άγρια τριαντάφυλλα μας έσπρωχνε προς τα πίσω. Έλεγες πως ήμουν παιδί , ήξερα πως είμαι παιδί κι άρχισα να πιστεύω αυτά που μου έλεγες. Είχα βαθιά ανάγκη να πιστέψω σε κάποιον. Δεν ένιωσες πόση ήταν η ανάγκη μου . Όταν πια έφυγα κρατώντας το μήλο της γνώσης στην τσέπη μπήκα στο πλοίο και δεν κοίταξα πίσω.. Αν γυρνούσα, μέσα στο πλήθος, θα είχα δει πως δεν φορούσες πια εκείνα τα ρούχα.. Και ξέρω πως δεν αρκεί να είναι οι δρόμοι παράλληλοι, χρειάζεται και να θέλουν οι άνθρωποι να βηματίσουν ταυτόχρονα ή να δουν μια εικόνα μαζί. Το πλοίο ξεκινούσε οταν σκέφτηκα πόσο παράξενη είναι η ιστορία των ανθρώπων, η ιστορία του άνθρωπου

είναι αυτοαπασχολούμενος , καίει τους νεκρούς. Έχει μελετήσει καλά τον θόρυβο που κάνουν τα σώματα στην διάρκεια της καύσης τους, γνωρίζει την ακαμψία και τα άκρα που δεν σπάνε σε καμιά κίνηση. Γνωρίζει την μεταθανάτια έκφραση των προσώπων. Ξέρει την μυρωδιά που ανεβαίνει στον ουρανό καθώς η στάχτη μεταγγίζεται κάτω.. Μετά παίρνει τα ρούχα τους ευλαβικά και τα βάζει στην βάρκα με τα μπλε χρώματα που βρίσκεται σε μια λίμνη. Την ρουτίνα σπάει ένας κότσυφας που συντρόφευε τον Κάφκα. Τα γκριζόμαυρα μάτια του τα σκίζει μια λευκή λάμψη καθώς ξέρει πως ο κότσυφας θα τον ειδοποιήσει πότε θα έρθει κι η δική του ώρα.. Καίει τους νεκρούς γιατί κανείς άλλος στο χωριό δεν μπορεί να το κάνει.. Άκαφτος κόντεψε να φύγει ο δικός του πατέρας.. Ο ίδιος ήταν στα δέκα του χρόνια που έμαθε ρωτώντας τους άλλους και τον έκαψε . Κι ας ήταν σημαδεμένος από την βία . Όλο του το σώμα πληγές ξεθωριασμένες. Αλλά ο κότσυφας ήταν βάλσαμο για όλα

Πιστεύω πως το ξέρεις πως δεν είναι εύκολο ούτε βολικό να δεις κάτω από το δέρμα σου. Γιατί αν το καταφέρεις, θα δεις τις περισσότερες αποτυχημένες παραστάσεις που έστησες εσύ στον εαυτό σου, κραδαίνοντας ανθρωποειδή και κτήνη που για να τα αντέξεις και τάχα να τα αγαπήσεις , τα έντυσες με ρόδα και ανθολέμονα, τα έντυσες με μουσικές που ήταν ελεγείες προς τιμή μιας πανσελήνου που ούρλιαζε με δόντια κόκκινα. Εκεί ήσουν όταν έριχνες τις μάσκες τους, εκεί ήσουν όταν έφευγες τρέχοντας την ώρα της αποκάλυψης. Αλλά τώρα, πιο πολύ από ποτέ έρχεται η ώρα της απελευθέρωσης και της ελευθερίας σου από τις φρενιασμένες απάτες. Ψυχή αδάμαστη , διψασμένη για αγάπη, τώρα είναι η ώρα να ανοίξεις την πόρτα και να πάρεις φως. Γεμάτο είναι ότι δεν γεμίζει στην αρχή το συνηθισμένο μάτι στα θεάματα και τις περσόνες. Αρώματα, κοντρίτσες λεκτικές ίσα για να υπάρχουν, φλου ρεσιτάλ κακής υποκριτικής πιστεύω πως κατάλαβες ότι παίρνουν τέλος. Ναι, βρισκόμαστε πια στο τέλος εποχής. Το φίδι έβγαλε το δέρμα του, εμείς δουλέψαμε γερά τα σπλάχνα μας, τα λύσαμε, βάλαμε την καρδιά μας στην θέση της και πορευόμαστε στην ελευθερία. Και με μια κατάδυση άβολη αλλά απολύτως διαυγή βρεθήκαμε να βλέπουμε κάτω από το δέρμα μας. Κι έτσι μαθαίνουμε να αγαπάμε. Από την αρχή. Γιατί ως τώρα, μας βόλευε απλά να νομίζουμε πως αγαπάμε. Κι αν σε ρωτούσαν αν ήξερες την πορεία της ζωής σου από την αρχή ως το τέλος, τι θα άλλαζες, αυτό να έλεγες στον εαυτό σου, πως θα ήθελες να βλέπεις κάτω από το δέρμα σου λίγο καιρό πριν. Αλλά αυτό σημασία δεν έχει. Γιατί σκότωσες το τάχα μου και κατάλαβες τι είναι η αληθινή χίμαιρα. Είναι τέλος εποχής αγάπη μου, τώρα είναι η αρχή , αυτό να λες σε όποιον δεν βολεύεται να βλέπει, γιατί θα ξεβολευτεί απότομα όταν νοιώσει την αλήθεια. Ρίχνω την τράπουλα, μοιράζω τα χαρτιά ένα ένα. Παίζω αλλά βλέπω μαθαίνοντας... Ζω κάτω από το δέρμα μου.. ΑΓΑΠΗ

Ταπεινά ζουν οι εραστές και ταίζουν τα σπλάχνα τους με δύναμη που έρχεται από τα βουνά ,που ψηλά υπάρχουν. Ακουμπούν τους ουρανούς. Μετά όταν έχουν εμπλοκές μεταξύ τους ,καυτηριάζουν με την γλώσσα και τις λέξεις για να ξαναγεννηθούν κάτω από τα αστέρια. Αγκαλιάζονται με την θέρμη των λεόντων. Mιλούν ψιθυριστά, ξέρουν πότε πρέπει να σιωπήσουν. Ξέρουν πότε θα φωνάξουν ενωμένοι. Το σύμπαν συστέλλεται, ανοίγει και κλείνει το στόμα του για να υπαγορεύσει τις προϊστορικές μνήμες. Από κάτω εμείς, πότε πέφτουμε στα γόνατα και πότε πετάμε. Κι έτσι γίνεται και με τα παιδιά μας. Ο κόσμος έξω γίνεται κάθε ημέρα πιο εφιαλτικός. Οι τηλεοράσεις διδάσκουν θάνατο, καπνίζεις νωχελικά στον καναπέ και μια αληθινή σφαίρα ρίχνει κάτω έναν άνθρωπο. Θέλουν να μην σε θορυβεί πια ο θάνατος, ξέρουν αυτοί πως να πνίγουν εξεγέρσεις. Όμως υπάρχουν τρόποι να διασωθείς. Φύλαξε το μυαλό και την καρδιά σου καθαρά. Τους τζάμπα μάγκες και μαγκίτισσες πέτα στον κάδο των σκουπιδιών. Και τους δημόσιες σχέσεις πες τους πως οι σχέσεις δεν γίνονται δημοσίως γιατί λέγονται πόρνες, όχι οι ιερές..τις άλλες.. Πες τους να ψαχτούν τι είναι η αληθινή Καύλα της ζωής και άλλαξε δρόμο. Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί, έτσι έλεγε ο μέγας τονιστής των σιωπών... Κι έτσι έζησαν οι πριν από εμάς. Αλλά σαν μαλάκες αν ζήσουμε δεν θα υπάρχει σωτηρία. Ευχαριστω το 2016, μου πήρε αλλά έφερε και πολλά. Τα πιο σημαντικά ήταν αυτα που μου έφερε. Βλέπουμε, κοιτάζουμε. Ζούμε. Να ζήσουμε. Με αλήθεια, με Καύλα, με καρδιά και μυαλό. Το είπε εκείνος, σκέψου με την καρδιά, νιώσε με το μυαλο.. Αυτό είναι.. Καλές γιορτές. Και τον νου σας, κάντε πέρα τους τζάμπα μάγκες και τις μαγκίτισσες, κλαίνε μπροστά σε άλλον ´η δημοσίως; Σιγά, ούτε φαντάζονται τι σημαίνει αυτό, τι ευλογία για όποιον αφήνεται να του συμβεί και σε όποιον το κοιτάζει και το νιώθει. Και που είστε; Μην σας παραμυθιάζουν με την ενσυναίσθηση..καραμέλα το έχουν.. Ευγνώμων για αυτούς που ξέρουν.. Πισω απο την γυάλινη οθόνη υπάρχει ένας άνθρωπος. Περάστε όμορφα.. Αγαπήστε, αγαπηθείτε. Χωρίς έλεος.. Πόπη ,όπως ας πούμε Καλλιόπη

Στόλισα στην κιθάρα μου λίγες χριστουγεννιάτικες μπάλλες και την έβαλα στην άκρη του δωματίου. Έβαλα τα λαμπάκια πάνω από έναν πίνακα. Κράτησα τις σιωπές μου λαμπρές, σαν πυγολαμπίδες. Ταξικό είναι το μίσος , είπε ο τελευταίος της πλατείας λίγο πριν κρεμαστεί κι η μνήμη του φαρμακοποιού που αυτοκτόνησε- απέναντι από την βουλή- με ένα περίστροφο, αντεστραμμένη προς τα μέσα. Μέσα σε τόσα κλειστά μαγαζιά και άδειες θέσεις κανείς δεν θυμάται πια. Η χώρα σιωπά, όλες οι χώρες σιωπούν κι οι τραπεζίτες τακτοποιούν λογαριασμούς και ξυρίζουν αποταμιεύσεις. Κουρεία συναισθημάτων ο κόσμος πιο πίσω.. Μια μικρή γιορτή με κρασί θα κάνει για λίγο να ξεχαστούν οι λύπες κι οι ήττες. Ήττες σε πρώτο ενικό. Ήττες σε πρώτο πληθυντικό. Το μίσος είναι τοξικό ,σκέφτηκα ,ενώ τακτοποιούσα τα βινύλια. Η ουτοπία ενός μελλοντικού, αληθινού αναρχικού κόσμου, είναι ουρανός λευκός. Μα τα σύμβολα είναι υψωμένα. Οι άστεγοι παγώνουν μαζί με τους σκύλους συντρόφους τους, πεινάω, γράφει ένα χαρτόνι μπροστά από το πλαστικό ποτήρι. Ο σκύλος, με κοίταξε με ευγνωμοσύνη καθώς άφησα ένα κέρμα. Υπάρχει κανείς να γεμίσει με κρασί όλα τα άδεια πλαστικά ποτήρια; Υπάρχουμε σαν μαριονέτες, κινούμαστε σε ένα ατελείωτο κουρείο αισθημάτων. Καμία αισθηματική αγωγή δεν θα το γκρεμίσει όσο το μίσος είναι ταξικό. Παίξε Μπομπ, η παρέλαση του χρόνου τελειώνει με ένα ρέκβιεμ. Παίξε την ορχήστρα του πλανήτη επικοικωνιακέ κυβερνήτη, μίλα για Δημοκρατία κι ελευθερία. Με δόξες και τιμές θα θαφτείς όταν θα έρθει η ώρα. Αλλά κι εσύ μαζί με όλους θα βρεθείς, κάτω από το χώμα.. Λίγος ουρανός και χώμα μας ενώνει. Το αίμα υπάρχει σαν αόρατη απειλή, μόνο τα σύμβολα το ξεβράζουν στους δρόμους και τις ακτές. Τι σπανιότητα σαν είδος ο άνθρωπος ..μια διαρκής επανάληψη και τίποτε άλλο. Ο απολογισμός; Αφήστε τα ζώα να σας διδάξουν πως θα πάψετε να είστε μόνοι σας. Τα έχουν δει όλα τα μάτια τους

Θλιβεροί κι ανόητοι είναι όσοι βαπτίστηκαν αδέσποτοι παρατηρώντας επιφανειακά τα πουλιά και τα άστεγα ζώα της πόλης. Αυτοί που με λιγωμένο βλέμμα δεν χόρτασαν ψυχή. Όσοι δεν περιφρούρησαν την πίστη τους στο ανθρώπινο είδος ακούγοντας αυτό που υπάρχει πίσω από την διαίσθηση. Όσοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα στην ευτυχία επηρεασμένοι από τις μικρές και μεγάλες ήττες τους. Όσοι δεν ξέρουν να ακούνε κάποιον άλλον εκτός από τον εαυτό τους. Όσοι δεν άγγιξαν μια χορδή κάτω από ένα πουκάμισο. Δυστυχισμένοι αιώνια αυτοί που δεν παραδέχονται πως είναι άρρωστοι. Θλιβεροί κι ανόητοι μέσα στον αυταρχισμό τους αυτοί που ψάχνουν υπόβαθρα μόνο μέσα σε τέσσερις διαστάσεις. Ποτάμια είναι οι ημέρες μας κι οι ώρες μας τριγμοί. Κρατήστε λίγη λύπη για όλους αυτούς. Μα μην ακούτε τις φωνές τους σαν να ακούτε σειρήνες στην θάλασσα. Υπάρχουν χιλιάδες άστρα για να ακούσετε