Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Σκέψεις πρωινής

Aδύνατον να είσαι χρήσιμος στην ανθρωπότητα αν δεν ήσουν ποτέ χρήσιμος για τον εαυτό σου.
Μοιάζει λίγο σαν ένα ταξίδι σε τεχνητούς παράδεισους.
Νιώθω.
Σκέφτομαι.
Πέρα από ότι με βολεύει, βολικό μοιάζει να στέκομαι μονάχα σε όσα ξέρω.
Κάποιος που δεν μπορεί να δει πέρα από το ασφυκτικό εγώ του, λέει πως αυτό πάιρνει χρόνο από την ζωή σου.
Τι είναι η ζωή αν την ύστατη στιγμή σταθείς μπροστά στον καθρέφτη με μάτια άδεια;
Ο πόνος, όταν δεν σε πονάει πια, είναι χρήσιμος.
Τότε αρχίζει η γνώση στο αρχαίο του κάστρο.
Περνάμε δύσκολα.
Πιό πολύ ακόμη γιατί ο καθένας λέει και κάνει ότι του ρθει στο κεφάλι.
Γεμίσαμε νευρώσεις, μιλάνε γύρω μας άνθρωποι γεμάτοι εγωισμό, είναι γιατί έχασαν και δεν ήξεραν να χάνουν.
Τους αποδεικνύεις το αυταπόδεικτο.
Δεν μπορείς να κλαίς συνεχώς γι αυτά που έχασες, χρειάζεται να πας παρακάτω.
Οχι επαναλαμβάνοντας την ελεύθερη πτώση αφού δεν είσαι έτοιμος.
Πιό χρήσιμο μου μοιάζει να ταίσω έναν άστεγο.
Να ανακατευτώ μαζί με αυτούς που μαζεύουν βιβλία για τα παιδιά, να μιλήσω στα παιδιά, να τους δώσω αγάπη, να μιλήσω μαζί τους για την ελπίδα.
Δεν με αφορά ένας κυπρίνος που έχασε την ζωή του όπως λέει ενώ πήγε στα σαράντα και το μόνο που έμαθε είναι να ναι κυπρίνος...
Νιώθω πως το ζητούμενο είναι να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε...
Να δεχτούμε έτσι αγόγγυστα αυτά που εξυπηρετούν τους λίγους.
Κάποτε δούλεψα για καιρό σε ένα εργοστάσιο.
Στα 16.
Έβαζα το ραδιοφωνάκι στον πάγκο μου, δούλευα στην παραγωγή.
Συσκεύαζα μπότες για τον στρατό.
Ζευγάρωνα από ένα βουνό νούμερα, δεξί- αριστερό νούμερο 40, 45, 44..
Κάποια στιγμή δεν σκεφτόμουν τίποτε.
Πήγαινα σπίτι με το λεωφορείο της επιστροφής κι έβλεπα ανθρώπους, νούμερα και δεξί αριστερό.
Την επόμενη μέρα, έγραψα ένα χαρτί και το κόλλησα στον πάγκο μου.
ΕΓΡΑΦΕ, ΣΚΕΨΟΥ.
Όποτε το έβλεπα δεν αφηνόμουν στον αυτοματισμό μιας παραγωγής, σκεφτόμουν κι άλλα.
Αυτά που με το ζόρι διάβαζα από ένα βιβλίο την χτεσινή νύχτα γιατί έκλειναν τα μάτια μου...
Αυτός ο αυτοματισμός είναι ίδιος με το να ακούς συνεχώς ειδήσεις.
Αναπαραγάγεις μέσα σου σκατά.
Τα ίδια και τα ίδια.
Τα μιλάς με φίλους.
Τσακώνεστε.
Ύστερα φιλιώνετε ήσυχοι πιά, σαν να βγκήκατε στον δρόμο και φωνάξατε...
Σαν τον αυνάνα που τραβά μαλακία περιμένοντας να νιώσει έρωτα..
Χρειάζεται να σκεφτόμαστε.
Να φανούμε χρήσιμοι ο ένας στον άλλο.
Δεν πάει άλλο να ανακατεύουμε νευρώσεις.
Αν κάποιος χρειάζεται να πάει σε γιατρό να κοιτάξει για ψυχικά νοσήματα , πες του το.
Αφού τον άκουσες για λίγο.
Δώσε του χρόνο.
Δώσε σε σένα.
Αν πιστεύεις πως τον πήρε και δεν γίνεται τίποτε προχώρα.
Είναι η εποχή, που βασιλεύει ο νάρκισσος που πονά.
Σου λέει, πονάω, πονάω, κοίτα με.
Ρουφάει την ενέργεια σου, νιώθεις άδειος, νεκρός.
Δεν είναι αυτό χρήσιμο για κανέναν.
Δεν σου λέω, πέτα τους αδύναμους, πέτα τις αδυναμίες τους όμως, μην τις φοράς.
Αυτό θέλουν, να είμαστε ένας πόνος, μια πληγή και τίποτε άλλο.
Ένας πόνος που πολλαπλασιάζεται σαν σταφυλόκοκκος...
Και σαν πόνος μονάχα  καμμιά αντίδραση δεν θα υπάρξει.
Αγάπα τις νευρώσεις σου και περπάτα πιό πέρα.
Αγάπα τις ήττες σου και περπάτα...
Θέλω να είμαι χρήσιμη στην ανθρωπότητα.
Την μικρή, αυτή που ξέρω.
ΌΧΙ σαν υπάλληλος δημοσίου, να ακούω και να βλέπω χωρίς να καταλαβαίνω τι γίνεται.
Δεν θέλω άλλες πληροφορίες.
Θέλω να αντιδράσω.
όμως μόνη μου θα μουν γραφική με μια ντουντούκα στο χέρι.
Στο κάτω κάτω ολάκερος Διογένης δεν κατάφερε να ξυπνήσει τον άνθρωπο..
Αντιδρώ με το να συμμετέχω σε πράγματα.
Ακόμη κι ένας καθαρός δρόμος μοιάζει να ξυπνά ελπίδες.
Μια καθαρή γειτονιά.
Αδικίες που περνούν από μπροστά μου κι εγώ κάνω πως δεν βλέπω.
Το να χεις μια βιβλιοθήκη γεμάτη και να θυμάσαι όσα διάβασες, να κάνεις μελέτες, μεταφράσεις,
κι έξω στον δρόμο σου να βουλιάζεις στα σκουπίδια δεν με βεβαιώνει πως είσαι πολιτισμένος.
Το να την λες στους μαύρους μέσω των φίλων σου σε κάποιες συζητήσεις δεν με πείθει πως δεν είσαι ρατσιστής.
Ξέρω, αν μπορούσες θα τους έβριζες...
Μακριά από ηλίθιους και φανατισμένους..
Από ανθρωποειδή που στέκονται στα δυό πόδια.
Προσπαθώ να ενεργώ μέσω της αγάπης.
Είμαι χρήσιμη σε μένα.
Προσπαθώ να είμαι και στους άλλους.
Καμμιά φορά μου θυμίζω έναν κούκο στο νησί.
Ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη.
Αν όμως γίνουν πολλοί, τότε γίνονται θαύματα.
Ακόμη κι οι εποχές θα γίνουν ίσως αυτές που ήταν κάποτε...
Θέλω να ζήσω
Κι εσύ.
Ας μην ζούμε μόνοι μας...

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Το γέλιο του Κρόνου

Ο Κρόνος γι αυτούς που ξέρουν είναι πλανήτης ιδιαίτερος.
Όταν επισκέπτεται τον γενέθλιο χάρτη, παραδίδει μαθήματα από πόρτα σε πόρτα.
Κάποτε έτρωγε τα παιδιά του,
έτσι τον φαντάστηκαν οι παλαιότεροι.
Σε ήρεμο απομεσήμερο κι ενώ ο Κρόνος άρχιζε την διέλευση στον δικό μου οίκο,
αποφάσισα να φάω σε μια ταίστρα μαζί με τα πουλιά.
Από μια ποτίστρα μαζί με άλογα να πίνω νερό.
Ενώ άρχιζε ο πόλεμος με ιαχές άγριες,
ενώ ο ουρανός γινόταν κόκκινος,
ενώ η γη ανατάραζε τα πέπλα της.
Κυνήγησα τις χελώνες και τα καβούρια να φορέσω το προστατευτικό καύκαλο.
Τα φίδια εξόντωσα να μην κινδυνέψω από το δηλητηριώδες δάγκωμα.
Στην ράχη ενός ελέφαντα ανέβηκα και φώναζα μέσα στην ζούγκλα,
να φοβηθούν τα μικρότερα ζώα.
Εξαργύρωσα δέκα νομίσματα κι αγόρασα θάρρος βάζοντας ενέχυρο τους φόβους μου,
χρειάζονται κι αυτοί κάποιες στιγμές...
Τέλος απόκαμα κι έμεινα σε μια σπηλιά.
Έτρωγα ακρίδες και χώμα μήπως και αλλοιωθεί η σάρκα μου και γίνω αέρας.
Κι όταν κι αυτό έγινε,
σε μια γωνιά σκοτεινή της σπηλιάς φάνηκε ένα πλάσμα γεμάτο φώσφορο.
Στραφτάλιζε και χόρευε υπνωτικά.
Στα δέκα του χέρια κρατούσε ένα σχοινί με κουδούνια μικρά.
Χόρεψε παιδί μου, φώναζε,
χόρεψε,
χόρευε αφρικάνικα,
κάνε θυσίες στους ανύπαρκτους θεούς,
γύρνα όπως οι ινδιάνοι γύρω από την φωτιά,
κυνήγα τις χίμαιρες,
ρούφα το μεδούλι από αυτά που βλέπεις.
Κι ενώ τα μάτια μου ξετυλίγονταν σαν φίλμ κινηματογράφου,
και πότε περνούσαν χρόνια,
πότε αιώνες,
είδα και κατάλαβα.
Ο κίνδυνος υπάρχει πάντα και απομυθοποιεί,
το κακό μου πορτρέτο,
τα κίβδηλα χαρακτηριστικά του εαυτού μου,
την αιματένια όχθη μου που ποτίζω τα θηρία.
Τους στρατηγούς της λογικής που κάνουν αρχηγό το παράλογο εγώ μου,
αυτούς που ταξιδεύουνε ινκόγκνιτο και δίνουν εντολές.
Ω! Πόσα ακόμη χρειάζεται να κάνω, για να γίνω άνθρωπος;
Και από πόσα να φυλαχτώ για να παραμείνω έτσι;
Κι ενώ οι αλήθειες σέρνονταν σαν ερπετά στα πόδια μου,
τότε έπεσα στα γόνατα,
τα μάτωνα καθώς διέσχιζα αγκάθια και πέτρες,
κι εκεί ακούστηκε το Κρόνιο γέλιο,
σύστηκε έξω από την σπηλιά μου και ξεγυμνώθηκα από το παλιό δέρμα μου.
Από τότε,
άλλοτε κοιτώ τον ήλιο όρθια και πότε στα τέσσερα,
είναι ατέλειωτο και βαρύ το έργο μου,
να βρώ την ισορροπία αυτή,
την λεπτή γραμμή  ανάμεσα ,στο θηρίο και στον άνθρωπο.
Και τα δυό να υπάρχουν χωρίς να καταπιέζει το ένα το άλλο.
Στο μεταξύ μακελάρηδες θριαμβευτές περνούν αγόγγυστα έξω από την σπηλιά μου.
Κι εγώ ένας αιμάτινος θρόμβος είμαι του πατέρα και της μητέρας μου.
Προς το παρόν τίποτε άλλο...
 

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Με κούρασε ο βερμπαλισμός στις σχέσεις των ανθρώπων,
σαν έρθει η δύσκολη στιγμή με μανία σκίζουν τα απομεινάρια,
κρατούν σαν σαρκοφάγα ότι απέμεινε και το απλώνουν
από πόρτα σε πόρτα λέγοντας,
να, αυτό ήταν,
να, αυτό ήταν.
Κανείς που στην πραγματικότητα θαύμασε δεν μπορεί να φερθεί σαν σαρκοφάγος.
Κι ίσως αυτό που θα ταν πιό ωραίο να ήταν,
στάχτες σε πορσελάνινο κουτί να πεταχτούν στην θάλασσα,
σ...
αν να ταν ένας τενόρος που έχασε την φωνή, ή ταυρομάχος που
μετάνιωσε.
Με απλά λόγια,
αξίζει τον άνθρωπο να δείς στο τέλος ενός κοινού περίπατου,
εκεί θα δείς αν στα αλήθεια τον θαύμασες και τον αγάπησες.
Πάρτε τώρα, από μπροστά μου τούτη την κουρτίνα,
με ΄κούρασαν φρικτά οι μεγαλοστομίες και οι ορμόνες οι σαπισμένες.
Στο πρώτο καφενείο που θα βρώ, θα παίξω ζάρια με τον εαυτό μου,

απαλλαγμένη από καιρό απ το ανόητο εγώ μου...
Να παίζεις, κι όχι μόνο να μιλάς...
Γυναίκες από χαρτί, δίπλα σε άχρηστους άντρες,
ξιφασκούν νευρώσεις, προσπαθώντας να διεγείρουν έναν κόσμο που βρίσκεται σε απάθεια, και πλήρη σε ερήμωση.
Ατρόμητες, μα ανίκανες να γίνουν γόησσες στο μεσονύκτι.
Ρημαγμένοι οι δρόμοι από σκουπίδια,
τρέμουν στην πραγματικότητα μήπως τους καθαρίσεις,
μήπως φανεί μια φλούδα τυφλοπόντικα πάνω τους και φύγεις.
Αντλώ γοητεία από ότι κρύβεται,
αυτό που δεν ...
φαίνεται γυμνό στο μάτι,
αυτό που συμπυκνωμένο τρέχει κάτω από το φαρδύ στέρνο σου.
Αυτό που η λαγνεία μιας γυναίκας κρύβει με λεπτότητα
κάτω από διπλωμένες γάμπες,
έναν απαλό στεναγμό καθώς καταπίνει τον καπνό.
Κι ένας άντρας που διασχίζει την άσφαλτο
με το κεφάλι ψηλά σαν να θέλει να αγγίξει ουρανό.
Κάποιες φορές φοράω το δέρμα και των δυό φύλων,
να καταλάβω έτσι προσπαθώ τις διαφορές.
Δεν είναι μονάχα η υπόφυση,
ούτε η επιτυχία η πολυσυζητημένη της συναισθηματικής νοημοσύνης.
Είναι που αφήνουμε κάτω από το χαλί αυτό που είμαστε.
Ή αυτό που θα μπορούσαμε.
Και τίποτε να υπόσχεται αγάπη.
Ελευθεριότητες για το τίποτε.
Η πραγματική ελευθερία ξεκινά από αυτό που φοβήθηκες σαν ήσουνα παιδί.
Σκότωσε το.
Με άλλα λόγια, σκοτώσου.
Αυτή η γη κουράστηκε να κουβαλά στην πλάτη της πτώματα
που νομίζουν πως έχουν ζωή.
Αρπάζω την λύπη σου.
Μα αγαπώ την χαρά σου.
Ένας θηλυκός Λούκη Λουκ αισθάνομαι στην πόλη
κι ας είμαι χωρίς άλογο.
Κρατώ ένα τσιγάρο στην άκρη στο στόμα μου στραβά.
Κραδαίνω κι ένα σχοινί,
αδύνατον να τιθασεύσω τις χίμαιρες μου.
Σε τούτον τον κόσμο, δεν ταιριάζω..
Kaφενεία στην άκρη των δρόμων στάζουν ερημιά,
πρόσωπα αφύσικα χλομά τραβούν τσιγάρο.
Υπηρεσίες του δημόσιου τραβούν κουπιά με τα χέρια υπαλλήλων φοβισμένων, ακούνε σχεδόν υπομονετικά τα παράπονα του πολίτη
του ενταφιασμένου κράτους.
ΔΕΗ κλπ.
Ένα φαγώσιμο στα όρθια;
Περπατάς ζαλισμένα, σε δρόμους που οι κινέζοι, δουλεύουν σαν μυρμήγκια ξεφορτώνοντας φορτηγά.
Μυρωδιές από μπαχαρικά μαγειρ...
εύονται σμίγοντας με τα εγχώρια.
Το ελληνικό τσάι εξαφανίζεται...
Αριστοτέλους, σαν γυναίκα γυμνή στέκει και παραμιλά.
Κάπου μυρίζει ουρητήρια, εκεί ακριβώς σεργιανούν πένθιμα αδιάφορες πόρνες.
Σαλιαρίζει ένας πονηρός γέρος και ζητά έκπτωση.
5 εβρό η πίπα.
Θέλεις ή δεν θέλεις καλέ;
Μπάτσοι νεαροί περνούν αλυσίδες σε έναν ξυρισμένο νέο άντρα.
Μπράβο παιδιά, φωνάζει μια κυράτσα με σακούλες εμπορικού κέντρου.
Αιωνόβιοι εραστές της πόλης τα περιστέρια.
Γειά σου, μου λέει ένας μαύρος γίγαντας.
Στο Παρίσι οι μαύροι έχουν ενσωματωθεί στο κράτος. λέει άγρια ένας απόφοιτος της Αρχιτεκτονικής.
Για σκέψου, σκέφτομαι.
Μαζί με άλλους θα μιλά εναντίον των ρατσιστών...
Περνώ κρατώντας την καρδιά μου.
Κλουβιά με πουλιά πολύχρωμα, ζώα ασφυκτικά περιορισμένα, κλαίνε το ζωικό στοιχείο τους.
Μαλάκα, μαλάκα φωνάζει ένας μεγάλος πράσινο-γαλάζιο παπαγάλος.
Οι κινέζοι μυρμηγκοφωλιές.
Πρεζόνια σε αποσύνθεση εξαργυρώνουν λήθη.
Το κράτος εξαφανίζεται.
Κάτω από την αναμονή της επίσημης επίσκεψης..
Στις κρεμασμένες εφημερίδες τα έντερα μας..
Αρκετά παρακάτω αρχαία ευρήματα σε κλουβιά φυλακισμένα.
Σε φυλακές, όχι επιφυλακή.
Τα κοιτούν τουρίστες με χαρμολύπη.
Φωτογραφίζουν.
Τι νιώθετε σαν τα κοιτάτε;
Δεν έχει τόση ζέστη σήμερα...
Κρατώ την οσμή της Αθηνάς.
Ψάχνω την οσμή των ανθρώπων.
Δοκιμάσατε το νέο άρωμα του...;
Γυρνώ πίσω σαν κύκλωπας.
Το μόνο μάτι που μου έμεινε το φορώ σε ένα μονόφθαλμο γατόνι.
Αυτό πολέμησε.
Πάλεψε.
Εγώ κάνω μόνο ανακύκλωση.
ΓΥΑΛΊ, ΧΑΡΤΊ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟ κλπ.
Δεν προλαβαίνω να τα πετάξω στους κάδους.
Τα μαζεύουν μαυρούληδες σε καρότσια του σούπερ-μάρκετ...
Αγαπώ την πόλη μου.
Αλλά μάλλον αυτή με ξέχασε από καιρό...
Δεν βαριέσαι, έχει ο θεός.
ΟΙ θεοί πάντα έχουν.
ίσως βέβαια να μαστουρώνουν για λίγο με χόρτο.
έχει κι από αυτό μπόλικο..
Τέλος κοιτώ τον ουρανό.
ΔΕν θα βρέξει;

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Λίγο βούτυρο στο ψωμί σας παρακαλώ;

Είναι φορές που νομίζεις πως πέθανες. Η ημέρα που ανοίγει τα μάτια της δεν ζεσταίνει τα δικά σου.
Μέρες από σίδερο. Επάνω στο στήθος σου.
Στα πόδια σου.
Στα βήματα σου.Στον καθρέφτη.
Μιλάς μόνος.
Αποσύρεσαι, καιρό τώρα.
Οι άλλοι δεν το βλέπουν γιατί μιλάς.
Οι άνθρωποι ξεγελιούνται σαν τους μιλάς, τους αρκεί αυτό για να πιστέψουν πως είσαι μαζί τους.
Είναι φορές που ξέρεις καλά πως έχασες.
Χρόνο.
Χάθηκες σε ψευδαισθήσεις, στους απόηχους...
Σαν να έπαιξες ρώσικη ρουλέτα, σαν να έκανες ένα ταπεινό συμβόλαιο με τον Μεφίστο και σε ξεγέλασε.
Κι εσύ κι αυτός.
Και τι σημαίνει χάνω;
Τι κερδίζω;
Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι πως τα πάντα είναι ενέργεια.
Όταν κάτι σου αρέσει και αγαπάς έχεις πολύ ενέργεια.
Θα σου πω μια αλήθεια.
Κουράστηκα την αλήθεια, κουράστηκα να την συζητάω, να την βλέπω.
Καιρό τώρα παρακαλώ τους έκπτωτους αγγέλους να με λυτρώσουν από δαύτην.
Γιατί είναι μέρες που νιώθεις σαν να πέθανες.
Αφήνεις τους άλλους να παίζουν στην σκηνή μαζί σου.
Τους αφήνεις να πιστεύουν πως είσαι κι εσύ ένα κομμάτι του έργου.
Ένας άγριος ή ένας τρυφερός ρόλος.
Μια μαριονέτα.
Ένας απόηχος.
Συγχώρα με. Έχω λύπη.
Μάλλον κάτι πιό βαθύ.
Σκέφτομαι να αλλάξω δέρμα.
Μα στέκεται αδύνατον.
Επίσης αδύνατον μου φαίνεται να φωνάξω δυνατά μέσα στον δρόμο, ή σε μια αίθουσα.
Να πω, όλα είναι μαλακίες, παπαριές για να ξεγελάμε λίγο τον χρόνο.
Εμάς και τους άλλους...
Οι αλήθειες είναι σαν τις γριές με τα μαύρα μαντήλια στο κεφάλι που τραβάνε ανηφόρες, σαν εκείνες του Μπαλάφα θυμάσαι, τραβάνε πάνω στο βουνό φορτωμένες και πάνε.
Που πάνε μωρέ οι αλήθειες;
Γιατί έρχονται καταπάνω μου;
Θέλω από το άλλο.
Λίγο παραμύθι, λίγο αψέντι.
Θα ανακάμψω, έτσι΄ήμουν πάντα.
Γίνομαι στάχτη και ξαναγεννιέμαι.
Κάποτε αυτό με εντυπωσίαζε, τώρα πιά όχι.
Είναι που το ξέρω.
Αυτό το ρήμα ξέρω τελικά είναι που με έχει κουράσει.
Μιλάνε,
μιλάνε,
μιλάνε για προσωπικές ιστορίες, για σχεδόν τα πιό πολλά που μιλάνε ξέρω.
Την συνέχεια.
Το τέλος.
Κι αφού τόσο με κούρασε αυτό το ξέρω, τότε γιατί στον διάβολο έπεφτα πάντα με τα μούτρα για να μάθω;
Νιώθω λίγο κουρασμένη.
Πολύ.
Θα ανακάμψω.
Ξέρω,
ξέρω...

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

ημερολόγιο

Το πρωί ξύπνησα με ένα γυναικείο πρόσωπο, στον ύπνο μου ήταν
κι ερχόταν από την θάλασσα,
άνοιγε το στόμα της κι έμπαινε στο δικό μου,
μου στελνε λέξεις που κροτάλιζαν τα δόντια τους σαν δράκοι.
Οι δικές μου στην άκρη στέκονταν σαν παιδιά που τα χαν μαλώσει.
Κι έπειτα έκσταση άρχισε να στίβει τα μαλλιά της στους ιστούς μου
και να λύνονται γόρδιοι δεσμοί.
......
Το μεσημέρι φίλεψα έναν άστεγο που ψαχνε τα σκουπίδια
και μια σειρά πεινασμένων γατιών που κουνούσαν τις ουρές.
Εκτός της χαράς αυτής που πήρα τίποτε.
......
Το απόγευμα θυμήθηκα κάποιους φίλους και τους πήρα στο τηλέφωνο,
υποσχεθήκαμε να κάνουμε ένα πάρτυ στην ταράτσα.
Μια μέρα.
Όταν θα είχαμε τα κέφια μας.
......
Το βράδυ κατέληξα στο κέντρο με συντροφιά ένα ζευγάρι.
Ποτάδικο γνήσιο και παλιό.
Κι όταν γέμισε κόσμο, το φιλικό ζευγάρι άρχισε τα δικά του.
Ζήλιες για να ανάψουν τον πόθο και το ενδιαφέρον.
Μου φάνηκε φυσικά απίστευτα βαρετό.
Εγώ ήξερα κάποτε ζευγάρια που άναβαν πόθους σε όλους με τον πόθο τους,
κανένας απ έξω,
μην σκεφτείς σωματικά συμπλέγματα,
κάποιοι από αυτούς έτσι βέβαια κατέληγαν,
όμως οι περισσότεροι έφτιαχναν πνευματικά συμπόσια.
Με νυσταγμένα μάτια στο τέλος της νύχτας, πίνοντας με διαλείμματα στις κουβέντες,
άλλοι έλεγαν, θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα,
άλλοι πάλι έλεγαν, μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο,
πάντα ο κόσμος.
Σήμερα τίποτε.
Δυστυχία να μην νιάζεσαι για τίποτε...
......
Σαν γύρισα σπίτι ξέβαψα τα μάτια μου,
μου αρέσει πάντα να τονίζω τις σχισμές τους,
έβαφα τα βαμβάκια μαύρο και σκεφτόμουν την γυναίκα στο όνειρο.
Την έκσταση που μου φύσηξε μετά τις λέξεις...
Πρώτα τα μάτια κοιτάζω στους άλλους και μετά τις λέξεις.
Αν κάτι από τα δυό δεν μου κουμπώνει, περνάω μπροστά τους αδιάφορα.
......
 Κοιμήθηκα και πριν με παρασύρει κάποιο όνειρο σκέφτηκα.
( Ακόμα νοιάζομαι για μένα. Για σένα).
Αλλά μου λείπουν εκείνες οι παρέες ακόμα...

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Στημένες πόζες στην αίθουσα από γυαλί.
Πηγαινοέρχονται, ταράζουν την ατμόσφαιρα, γεμάτη από καπνό.
-Τι κάνετε; Με θυμάστε;
Άνθρωποι αθώοι σαν πρόβατα, πονηροί σαν την αλεπού που κρύβει έρεβος στα νύχια της.
Η νύχτα πάλι.
Η νύχτα. Ζητάει.
Κρύβω κάτω από το τραπέζι το ένα μου πρόσωπο.
Σε σκέφτεται.
Η μουσική είναι μια αληθινή μορφή της τέχνης.
Κομπάρσοι γύρω μου παριστάνουν τους ηθοποιούς, πότε έγι...
ναν;
Όλοι έχουν δικαίωμα στην έκφραση και στον θάνατο.
Δαγκώνω προσεκτικά τα νύχια μου.
-Δεν είναι καλό να κόβετε τα νύχια σας, δεν σας ταιριάζει.
Σκέφτομαι, πότε πρόλαβες να με γνωρίσεις για να ξέρεις τι μου ταιριάζει;
Είμαι παντού αταίριαστη.
Συνθήκες εραστών σε υπόσχεση.
Δεν μου αρέσουν οι υποσχέσεις.
Κομπιάζουν καθώς παλεύουν να πείσουν για την αλήθεια τους.
Ροή. Βουή.
Το θέατρο είναι από γυαλί, τα βλέπω όλα διάφανα.
Κανείς δεν έχει σκάψει βαθιά όπως ο Σαρλ ή Κάρολος ή ότι..
Παραφράσεις, μεταφράσεις στο γόνατο.
Λήγω άδοξα.
Παίρνω τον εαυτό μου και φεύγω.
Βγαίνω έξω, ζεστή η βραδιά.
Σε σκέφτομαι.
Σε διώχνω.
Κι εσύ δεν ξέρεις τι να κάνεις.
Στο κοντινότερο μπαρ, κάποιος θα ψιθυρίσει, αλήθειες.
Μου αρέσει ο Τσαρλς, με βολεύει.
Δεν παλεύει να με πείσει,με πείθει απλά κι αβίαστα.
-Που πάτε κυρία μου; με προλαβαίνει ένας ιππόκαμπος.
-Στον διάολο, εκεί που ανήκω, του λέω με λύσσα.
Είμαστε πολλοί εδώ, δεν αντέχουμε.
Και ξανά η Μπίλλυ δοξάζουσα. Να, αυτό θέλω...
Η παταρού

Κατέβασα από το πατάρι εκείνα τα παλιά παπούτσια,
κάνουν λίγο 70nties
διαθέτουν βελούδινα μαύρα τακούνια κι είναι λεπτά.
ΔΕν πρόλαβαν να ακούσουν τότε που ζούσαν για τεκμήρια,
ο φίλος μου ο Κ. λέει είναι καλύτερα να είσαι μισθωτός αντί ελεύθερος επαγγελματίας.
Η εποχή σήμερα είναι μια δήλωση εφορίας,
δεν έχει να κάνει με κείνη της παταρούς που δεν είχε τεκμήρια.
Γυαλίζω όλα τα παλιά μου...
βινύλια,
τακτοποιώ και όλα τα βιβλία, τα βιβλία μετακομίζουν και στην τουαλέττα ανά τακτικά χρονικά διαστήματα...
Βαρέθηκα,
παντού ένας φόρος αποσπά την προσοχή και γίνεται λόγος.
Λες σε λίγο να φορολογείται και η ευτυχία;
Περιποιούμαι τα αντικείμενα εκείνης της εποχής,
τότε ήμουν μόνο χρώμα,
λες αν ξαναγίνω χρώμα να αποτελέσω λόγο για τεκμήριο;
Κοιτώ την παταρού σαν αφοσιωμένος σκύλος,
ελπίζω αυτή η αφοσίωση να είναι η μόνιμη μου άμυνα
σε τούτους τους σύγχρονους κυνηγούς κεφαλής.
Αυτοί που μετράνε τις όψεις της ζωής μέσα από νούμερα,
έχουν πρόβλημα με το κάτω κεφάλι,
γι αυτό όποιο κεφάλι βλέπουν να κινείται το νιώθουν εχθρό τους,
που είσαι Σαχτούρη,
που είσαι Καρούζε,
ήθελα να ανάψω την πόλη σαν νέος Νέρωνας,
αυτό που με κρατά είναι όσα περπάτησα με εκείνα τα τακούνια,
όλα γραμμένα στην λεπτή τους σόλα,
πως να βάλω φωτιά και να τα κάψω όλα;
Ευτυχώς που πέθανε και ο Κούρκουλος,
θα πλεύριζε την Μελίνα κι αυτή με μάτια μαινάδας όλα θα τα έκαιγε,
άστα φίλε,
είχε κάνει πολλές μαλακίες κι αυτή..
Συνοδοιπόροι και φιλεύσπλαχνοι σε μια άδεια χώρα,
από φίλους, (παίρνουν όλοι τον δρόμο μακριά από εδώ),
αναμασούμε τι θα κάνουμε χωρίς τους βαρβάρους,
τι θα κάνουμε πάντα ρωτάμε, λες και πάντα δεν τους είχαμε,
έξ Ανατολής και Δύσης,
πες μου παππού πως τα καταφέρναμε πάντα,
να τρώμε το μάτι του λιονταριού ο ένας από τον άλλο,
ένας εδώ, άλλος εκεί,
κι αυτό το ατέλειωτο διαίρει και βασίλευε ανάμεσα μ...
ας,
αυτός ο ηλίθιος μόχθος της ζήλειας,
και να λέμε συνέχεια την λέξη ανάμεσα,
όχι μέσα μας,
όχι μέσα μας,
μισώ τις φιλευσπλαχνίες των χριστιανών,
των αστών,των χορηγών,
της περιρρέουσας βλακείας,
της αποπνικτικής ατμόσφαιρας,
μην με ακούς πιά,
παρακολουθώ τους αναχωρητές της ερήμου,
άλλοι από ταράτσες,
άλλοι σε αεροπλάνα, τρένα, καράβια,
σου λέω να ακούσεις,
ο καθείς όπου φύγει έφυγε...
Γράφω ανορθόγραφα, καθώς πιστεύεις πως παίζω το παιχνίδι της γάτας,
καπνίζω τσιγάρα σωρό,
ισιώνω τα ρούχα στην κρεμάστρα και κοιτάζω,
λίγο ζάχαρη στο τομάρι που φοράς,
λίγο αφοσίωση στο έργο των δύο θεατών,
μα πέρα από αυτό μια ζωή εκτείνει τα μάτια της,
προτείνει να αφεθώ στο κύμα του μοιραίου,
στην ηχηρή πρόσκρουση με αυτά που πιστεύω,
έχουν γνώση για τον εαυτό τους οι φαροφύλακες
και ξέρουν,
...
αυτό που ισχύει σαν αλήθεια κι αυτό που της μοιάζει.
Τα ανορθόγραφα και ιδιωτικά μέρη ενός δράματος
μου τα ΄μαθε καλά κάποιος που ήξερε να παίζει χρησιμοποιώντας ανθρώπους,
αυτό που κράτησα από την ανήθικη φύση του ήταν πως
στην βάση του ήταν ένας μαχητής της ζωής,
κι ότι ήταν,
από τις συνθήκες έγινε κι όχι από ένα βίτσιο περίπλοκο.
Γράφω ανορθόγραφα αλλά ξέρω καλά την λύση που δίνει η τελεία.
Τα ρούχα στέκονται ήσυχα
ακολουθούν την ησυχία που έχει το κεφάλι μου
σαν κοιμάμαι.
Ο ύπνος δεν με εμποδίζει να ζω...
Νάρκισσοι κοιτούν το άδειο βλέμμα τους στις φτωχικές βιτρίνες του κόσμου,
οι κούκλες στις προσόψεις κέρινα ομοιώματα,
κάποτε είχα βρεί μια τέτοια κούκλα στον δρόμο,
την έντυνα και την θαύμαζα, παιδί ήμουν και περίμενα να ζωντανέψει.
Δεν μπορεί η κέρινη όψη σου να ανταποδώσει θαυμασμό.
Το ξέρεις.
Στο μεταξύ γίνονται οι Νάρκισσοι μαύροι κύκνοι,
περνούν έξω από τα σπίτια μας,
προσπαθούν μανιασμένα να...
φτιάξουν μια άλλη θεώρηση για τον κόσμο τους,
μήπως και γίνουν περιεχόμενο κι αυτοί.
Φιλούν με άδειο στόμα.
Με σπλάχνα λειψά από αίμα.
Αγάπη.
Επαναλαμβανόμενα.
Ο κόσμος γυρίζει πάντα.
Αν πάνω του σε πιάσει ίλιγγος σταμάτα να κατέβεις.
Κάπου σταμάτησα κι εγώ,
κοιτάζω.
Τους μαύρους κύκνους.
Την λίμνη που στέρεψε από την ξηρασία.
Την ψάχνω μέσα στα μάτια σου.
Ο κόσμος παράλογος, περισσότερο από ποτέ ζητά να τον ψάχνω με λογική.
Μα πως να γίνει;
Εκείνος ο παιδικός φόβος του μπαμπούλα έγινε Νάρκισσος,
αδύνατον να συμβεί κάτι χωρίς κίνητρο.
Οι ενδοχώρες μας παλεύουν γι αυτό.
Να δονήσουν τις χώρες, να τις ζωντανέψουν.
Να ξαναγεννηθούν τα μάτια μας.
Πίσω από τα μάτια η εικόνα του κόσμου σαν μεμβράνη.
Μην με χαλάς σαν να μουν κέρινη.
Ζω, διαπιστωμένα.
Και τους μαύρους κύκνους αγάπησα και απάλυνα.
όσο μπόρεσα.
Άνθρωπος είμαι.
Ένας κόκκος στην έρημο...
Κάποτε, οι ώρες, μου μοιάζουν σαν πλοίο σε καραντίνα.
Σαν να παλεύει το πλοίο να αποφύγει μια επιδημία.
Αλλά η αίσθηση μου πως αυτό δεν παλεύεται είναι ισχυρή.
Παλεύω τότε να ανακτήσω όλα μου τα εσωτερικά χαμόγελα.
Κι όταν περπατάω ανάμεσα στους άλλους κάποιοι ίσως μπορούν και τα ανιχνεύουν.
Μου χαμογελούν έτσι αυθόρμητα.
Εκείνη ακριβώς την στιγμή νιώθω πόσο πολύ καίγομαι από ζωή.
Βρίσκω αυτόματα ...
την γενναιόδωρη αισιοδοξία μου και λέω, θα περάσει η επιδημία αυτή, θα περάσει.
Κι ένα μικρό λαχτάρισμα ευγνωμοσύνης γονατίζει μέσα μου κι απλώνεται σαν δέντρο.
Αφραταίνει, απλώνει ώσπου πια είμαστε ένα.
Τότε αισθάνομαι σαν ένα λιοντάρι που κινείται στην πόλη χορτασμένο...
Το λέω στους άλλους και επεκτείνεται ακόμη περισσότερο,
υπάρχει η μαγεία,
υπάρχει στην φύση μας, υπάρχει παντού...

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βέρα που αγαπώ

Ήξερα Κάποτε ένα κορίτσι που το λεγαν Βέρα,
ήταν από τους ανθρώπους που την κυνηγούσαν οι περιπέτειες, τις κυνηγούσε κι αυτή,
ίσως το χε στο D,N.A. της.
Μου είχε μιλήσει για έναν τύπο που την είχαν σκλαβώσει τα μάτια του,
ήταν αυστηρά ανατολίτικα κι υγρά σαν λίμνες με σκοτεινό βυθό,
δεν ήταν πως του άρεσε αλλά ήταν τέτοια η δουλειά του,
κυκλοφορούσε με ένα γκριζόμαυρο περίστροφο πάντα σε μια κρυφή τσέπη,
κι όποτε έπεφτε επάνω της ,να την αγκαλιάσει, το περίστροφο χαμογέλαγε με την κάνη του.
Ο τύπος αυτός ήταν πολλά υποσχόμενος στις επιχειρήσεις της νύχτας,
το χε στην πέτσα του να βγάζει χρήμα και να αυγαταίνει,
μα ήταν στα προσωπικά του ηλίθιος,
από άντρας πολλά βαρύς κατέληξε μετά από χρόνια,
στα χέρια μιας βιτσιόζας αριστοκρατικής κυρίας,
τον έκανε το σκυλάκι της κι ο έρωτας του γι αυτήν μετά από ένα χρόνο κατέληξε στο κοιμητήριο.
Γνώρισε πολλά η μικρή μας Βέρα,
κάναμε παρέα και μου λεγε ιστορίες,
για μεσήλικες γυναίκες που παρίσταναν κάτω από κορσέδες τις Λολίτες,
σαν ύαινες έπεφταν πάνω στην αντρική τροφή, τράβαγαν με τα λευκά τους δόντια το θύμα,
τσακώνονταν άγρια σε ποιάν ανήκει ο φτωχός κι ανίδεος στην αισθητική όψη του καθρέφτη.
Γνώρισε καλλιτέχνες, επιστήμονες, ποιητές, επιχειρηματίες,
κι ενώ όλοι την λάτρευαν ήθελαν να την αλλάξουν,
δεν τους άρεσε το  against the wind,
μισούσαν αρκετά και το like a rolling stone,
δεν είχαν άδικο, ούτε και δίκαιο.
Από όλα τα χρόνια που κάναμε παρέα με την Βέρα ένα πράγμα μου άρεσε,
υπερβολικά ,για να μην την αγαπώ ως αδελφή ψυχή.
Πως από όλα που έζησε μέσα σε μια ζωή θυελλώδη,
αυτό κράτησε.
Να περνά την ζωή της απαρατήρητη με συνέπεια στρατιωτική.
Δεν της άρεσε να ξεχωρίζει.
Είχε από πολύ μικρή καταλάβει τους κινδύνους,
αυτός που εκτίθεται κινδυνεύει στα χτυπήματα κάτω από την ζώνη και στην λήθη.
Ζούσε σε μια άδοξη αύρα αλλά φωτισμένη,
αρκετά φωτισμένη
ώστε να χάνει και να κερδίζει παίζοντας ένα μονάχα ζάρι.
Αν σκεφτείς τις πιθανότητες δυσκολίας στο άθλημα αυτό,
θα τα χάσεις.
Μετά από χρόνια έχασα την Βέρα,
όμως συνεχίζει να περπατά μαζί μου σε μοναχικούς δρόμους,
στην σκέψη και στην καρδιά μου,
κάθε φορά που την σκέφτομαι τα μάτια μου τρεμοπαίζουν,
έχουν χαθεί οι άνθρωποι μέσα στους ρόλους
και στις ιδιότητες,
δεν είναι εύκολο να παραμένεις
ο εαυτός σου σαν το πιό πιστό αντίγραφο σου...
 

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Τα κουνούπια

Βαράνε στο ψαχνό, εδώ, τα κουνούπια ,στο σύμπλεγμα του Νότου,
πίνουν αίμα κατευθείαν από την πηγή,
αναπαύονται τις νύχτες χορτασμένα.
Τα παραμύθια με τους βασιλιάδες και τις πένθιμες βασίλισσες,
διεγερμένα, βρήκαν απόηχο στις επόμενες γενιές,
αν μπορείς κάτι να αλλάξεις είναι οι παραμυθοήρωες,
πάντα θα βρίσκει ένα ηλίθιο κουνούπι ρόλο βασιλικό να υποδυθεί.
Μέρες παράξενες και ξένες περασμένες στο γόνατο,
γονικλισίες σφιχτές στους κυπρίνους,
ας είναι πάλι,
δεν θα γονατίσω για να βλέπω,
θέλω ο ήλιος να βρέχει τις κλειδώσεις μου,
γύρω μου τα κουνούπια γραμμές σκοτεινές,
ας είναι πάλι,
βλέπω και αγαπώ ακόμη, πέρα από το σύννεφο των κουνουπιών,
θα βγεί ένας νέος ρόλος για μια αράχνη,
ίσως να ζω ακόμη να δω το τέλος του κύκλου του αίματος,
ίσως και κάποτε τελειώσει κι αυτός ο χορός ο κόκκινος των εντόμων...

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Σςςςςς

Ένας σκύλος κλαίει στο κοντινό μπαλκόνι.
Είναι από την μοναξιά μέχρι να ρθεί το απόγευμα.
Παιδιά παίζουν σε μια αυλή όπου οι από επάνω ρίχνουν τα σκουπίδια τους.
Το μικρότερο παιδί κλαίει από την έλλειψη ενδιαφέροντος των μεγαλύτερων αδελφών.
Διαμερίσματα τρυπιούνται με τρυπάνια να καμουφλάρουν τις αδυναμίες τους,
ίσως αν καλυτερέψει η όψη τους βρεθεί ενοικιαστής.
Στην γειτονιά αυτή η μητέρα μου κάνει μετακόμιση,
την βοηθώ κι εγώ στην μεταφορά, ακούγοντας παλιές αναμνήσεις της.
Αφράτες, μαύρες γυναίκες ,περνούν μπροστά από το τυροπιτάδικο
κουνώντας τα καπούλια τους,
κάποιοι πεθαμένοι μαλάκες τις κοιτούν πεινασμένα.
Στις δημοσιεύσεις της κυριακάτικης εφημερίδας τρίτο κόμμα βγαίνει ο τρόμος.
Αυτή η μικρή σύνθεση της γειτονιάς είναι ένα κομμάτι της χώρας μου.
Εδώ ζω, ενώ κάθε μήνα κάποιος φίλος φεύγει μακριά της.
Κατά τα άλλα η μέρα διαδέχεται την επόμενη.
Κάτω από το σεντόνι του τρόμου, για τα μελλούμενα, οι κάτοικοι κοιμούνται.
Είναι που τόσα χρόνια ήταν αρουραίοι κι όχι μέρμηγκες,
καθένας για την πάρτη του κι ο πρώτος αναμάρτητος δεν είχε τίποτε να πετάξει εκτός από αναμνήσεις,
τι θα μπορούσε πάντα να είναι κι όχι τι είναι..
Κι εγώ περιφέρομαι ανάμεσα σε όλα αυτά μουδιασμένη,
μιλάω με φίλους κοντινούς για τις εξελίξεις και για τις ποντικοουρές.
Δεν είναι λαός,
είναι κάτοικοι,
κι εγώ φυσικά κατοικώ εδώ και ζω.
Όμως δεν μιλώ,
ςςςςςς, η χώρα κι οι πόλεις της κοιμούνται.
Ισως ένας θόρυβος δυνατός να ξύπναγε τα πάντα...

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Το πάθος καθώς ερημώνει ο κόσμος

Ήθελε να απλωθεί στην αγκαλιά του, να του πει,
αγάπη μου, πόσο υπέροχος άντρας είσαι,
να χαθούν σε ένα δωμάτιο από έρωτα,
ίσως  σε  ένα δωμάτιο ξενοδοχείου,
μοκέτα λίγο φθαρμένη, κι ένα σταχτοδοχείο γεμάτο στο πάτωμα,
ίσως  σε μια ταράτσα που κοιτά τον Λυκαβηττό,
ίσως στο πάρκο,
ίσως σε ένα υπόγειο γκαράζ κάπου στο κέντρο,
σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο με μυρωδιές άλλοτε κόλλας
 ζαχαροπλαστείου
κι άλλοτε υγρασίας και παλιού ,
θα ακουμπούσε την πλάτη της σε μια σκάλα και καθώς αυτός θα την αφαιρούσε από τον εαυτό της
θα έπεφταν πάνω τους όλα τα βιβλία,
ίσως σε ένα μπαρ που θα δέσποζε η Μπίλυ κρυμμένοι μέσα στον κόσμο,
ίσως σε ένα εγκαταλειμμένο αμάξι κάπου σε έναν ανοιχτό δρόμο,
σε έναν σταθμό τρένου με καιρό σταχτόγκριζο,
επάνω σε ένα βρεγμένο παγκάκι όπου όλη νύχτα συνομιλούσε με την βροχή.
Ήθελε να του μιλήσει για την παρακμή, να του δείξει τους δρόμους που έζησε σαν μαινάδα,
κάποτε, και τώρα μερικές φορές,
να απλώσει το αίσχος του καιρού σε σχοινιά ακροβάτη,
να πατήσουν πάνω του, να το διώξουν μακριά τους,
να ιστορήσουν τα παλιά τους κατορθώματα σαν παλιοί πολεμιστές σε μια ροκ αλάνα,
να ξαναφανταστούν ο ένας μέσα στον άλλο πως είναι άνθρωποι,
ήθελε να του πει απλωμένη στην αγκαλιά του,
αγάπη μου, πόσο υπέροχος άντρας είσαι,
και καθώς θα λέει την λέξη άντρας θα γεμίζει η καρδιά της από την ουσία της λέξης..
 

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Το φιλί

Το φιλί είναι μίμηση ερωτικής πράξεως,
συνουσία μεταξύ υγρών,
μαλακής κοιλότητας ,στην πλάτη της σελήνης τόξα,
τρεμούλιασμα σε όψεις υγρές ανατομικές,
στιλέτο οι  γλώσσες και πότε σαν φαρδιές λεωφόροι στην χάση του ονείρου.
Μην συμβουλεύεσαι τους μάντεις του σώματος,
μην συμβουλεύεσαι τους γνωρίζοντες καλά την ανατομία του .
Κάθε φιλί είναι η ήττα σου κι η νίκη στα δεινά σου.
Πότε σαν ερημίτης και πότε σαν βασιλιάς διέρχεσαι στο στόμα,
το βρέχεις,
λούζεσαι κι εσύ στο μαύρο πηγάδι χρυσαλίδες, πεταλούδες απόκληρες.
Ανυψώνεσαι, καταδύεσαι,
ίλιγγος,
μέθη!
Η ένωση κοντινή, πυρετός ασημόχρυσος και μπορντώ.
Πάρτε με κι εμένα μαζί σας στόματα,
βαρέθηκα τον τόσο κόσμο,
να λουφάξω λίγο τις πληγές μου μέσα σας,
τις φωνές της τραγικότητας να κάνω απόλαυση,
να απλωθώ σαν μια τελεία στο σύμπαν χαροπαλεύοντας μέσα στην φωτιά.
Δεν υπάρχουν υλικά αναγνωσμένα,
τίποτε,
τίποτε εκτός από εκείνο το ωραίο ατίθασο τέρας στην γωνία στο δωμάτιο,
ζητά να ενωθεί με ένα άλλο, λίγο όμοιο.
Αδράξτε τις ορμές σας,
κάντε τις πλοία γιγάντια, κανένας ναύτης και πλήρωμα.
Μόνοι είμαστε,
παλεύουμε στην άβυσσο,
αυτός που στον άλλο θα παραδοθεί αυτός νικητής,
μα κι αυτός που τον έκανε να παραδοθεί έτσι απόλυτα και γυμνός.
Το φιλί είναι μίμηση ερωτικής πράξεως,
αγνώστου προέλευσης κι αγνώστου σκοπού.
Ένας μικρός ρόγχος πριν την ζωή
κι όλη η ζωή φαντάζει κάτω από τα κλειστά δωμάτια της ίριδας σαν υποσχόμενο θαύμα.
Κάθε φιλί μια ρωγμή στην θάλασσα...
 

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Παραμυθάκι ήσυχο και μόνο...

Σε μια ταβέρνα όπου σύχναζαν ζώα, βρέθηκε ένας στοχαστής,
λυπημένος αυτός, και κρύος στο βλέμμα.
Άντρες-κοτόπουλα έδειχναν χτύπημα πυγμή σε ένα τραπέζι,
καθώς τους άκουγε, ένας από αυτούς ψέλλισε, ήθελα να είμαι σύμβολο.
Βασιλιάς μέσα σε γυμνούς υπηκόους,
από ρούχα, από τροφή, από σκοτωμένο μυαλό, σκέφτηκε ο στοχαστής, μα δεν μίλησε.
Χοίροι πιωμένοι βαριά στα χέρια τον σήκωσαν.
Τον έκαναν ένα γύρο μικρό,
ένας χοίρος από όλους, τον στοχαστή σαν πρόσεξε, άρχισε να φωνάζει.
( Έλα κι εσύ στον πίνακα του πολλαπλασιασμού, με το τουφέκι, με τον νόμο, με την κάνη στον κρόταφο).
Απλά είναι τα πράγματα, αυτός που δεν πολλαπλασιάζεται δεν γνωρίζει και διαίρεση, σκέφηκε ο στοχαστής και δεν μίλησε.
Κι άρχισε από το μυαλό του να αφαιρεί.
Τους άντρες χοίρους, τους άντρες κοτόπουλα.
Ένιωσε μια στιγμιαία απελευθέρωση και μια ηδονή.
Και πρόσθεσε εικόνες που εξυπηρετούσαν τον σκοπό του της αφαίρεσης.
Μα ενώ ταξίδευε σε άλλους κόσμους, ξαφνικά είδε  που έστεκαν τα πόδια του.
Κι η άθλια ταβέρνα ξανά εκεί και όλα τα ζώα...
Κι αυτός αναχωρητής, μεν, μα μόνο στην φαντασία..
Πέρασαν τόσοι αιώνες και οι  ταβέρνες του κόσμου γεμάτες.
Από κοτοπουλα, από χοίρους, από ιδέες που είχαν ασθένεια.
Αυτός ο πίνακας του πολλαπλασιασμού,
αυτή η μανία των συμβόλων των νεκρωμένων από νευρώνες,
Την τροφή ζητά ο άνθρωπος πρώτα από όλα,
μα αυτή εξαντλείται ολοένα,
τώρα άνθρωποι-δεινόσαυροι
δυναστεύουν με τον πίνακα όλους τους χοίρους και τα κοτόπουλα.
Κι ο στοχαστής βλέπει,
δέκα δεινόσαυροι τον κόσμο τον ρίχνουν,
ύστερα πίνει και ζαλισμένος ξεχνάει.
Κι αυτός ο πίνακας τρομερότερος από ποτέ...

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Ιάσωνας ήταν μυημένος

Το σκαλί που κατέβαινε στην εκατόμβη της υπνοπαιδείας
δεν το πάτησε ο Ιάσωνας,
δεν άφησε τα μάτια του να κοιμηθούν διαβάζοντας,
αυτός όποτε διάβαζε πετούσαν οι κόρες του αστραπές,
η καρδιά του χτυπούσε σαν κεραυνός,
αδύνατον να κοιμηθεί τις νύχτες,
περπατούσε σαν υπνοβάτης πάνω από τις ταράτσες να μιμηθεί την κίνηση των άστρων,
άφησε το γονεικό δωμάτιο κι αλήτευε με τα πουλιά.
Αλαφροίσκιωτος αλήτης.
Έγραφε ποιήματα στην Ομόνοια,
στα μπαρ, με τις πόρνες, χάριζε κατανόηση για όσα έβλεπαν,
έτυχε να είναι, βλέπεις, παιδί ,από τον παλιό καιρό, της Ίσιδας.
Όταν τον γέννησε του έδειξε με τα δάχτυλα της στραμμένα κάτω
αυτά που δεν είχαν εξήγηση με τα λόγια,
του είπε να της υποσχεθεί να ψάξει την λεπτή ομορφιά των πραγμάτων που είναι κρυμμένη,
δεν τα βλέπουν είπε οι άνθρωποι, ούτε τα οσμίζονται,
ίσως κάπου κάπου να φαντάζονται.
Η πρώτη μύηση στην ομορφιά του Ιάσωνα στην ομορφιά έγινε σε μια άλλη ζωή.
Έψαχνε κοιτώντας κάτω από τα φουστάνια των γυναικών να γίνει αθάνατος.
Ρούφαγε το νέκταρ της πεταλούδας κι έσπαγε αυτός, διαλυόταν και ξανά γινόταν σύνθεση.
Την δεύτερη φορά που ξανάρθε στην ζωή θυμήθηκε πως ήταν γιός της Ίσιδας.
Πάλευε συνεχώς με τον Κρόνο,
να κατακτήσει τον χρόνο ήθελε, να βρεί ,που είναι κρυμμένα.
Ήξερε πως ήταν θνητός,
μα έψαχνε την κατανόηση, ήταν αυτό που χρειαζόταν για να κατακτήσει την γνώση,
κι άρχισε να βλέπει το πλούσιο φως της διάκρισης.
Κι άρχισε να μάχεται στις δυσκολίες της ζωής μια κι αυτό η Ίσιδα ήθελε,
να εκπαιδεύει τα παιδιά της, γενναία και ικανά να γίνουν να αντέξουν την ζωή.
Ήρθαν στιγμές που ο Ιάσωνας λιποψύχησε μέσα στους ανθρώπους,
όμως αντέχει ακόμη,
ο Κρόνος πάντα αρέσκεται να τρώει τα παιδιά του,
κι ο άνθρωπος ακόμη αρέσκεται να δείχνει πως ξέρει,
μα δεν ξέρει τίποτε...
Ωραίε μου Ιάσωνα,
κάποτε είδα τα μάτια σου,
έβγαζαν σπαθιά και τρύπησαν τα δικά μου.
Από τότε σε ψάχνω στις πολιτείες και στην θάλασσα...