Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015


όλοι οι γελοίοι έρωτες, ακουμπούν και χάνονται, στο μικρότερο κόκκαλο του γόνατος σου. Διαστρεβλώσεις, υποκειμενικές κραυγές δεν φτάνουν κάτω από το άγγιγμα μου. Το πλήθος παραληρεί ,ενώ ένας ήλιος μαύρος χύνεται στον υπόνομο. Κανείς δεν μπορεί να πυροβολήσει τις στιγμές μας, ούτε η Ευρώπη που καίγεται, κανείς δεν μπορεί να περάσει τον μαγικό ιστό μας, ούτε καν οι αρχαίες τραγωδίες , ούτε οι ελπίδες, που έγιναν απόρθητα ψέματα. Φιλώ τον ώμο σου, ο λαιμός σου ένα κύκνειο άσμα στην άκρη των δαχτύλων μου. Τα περιστέρια πνίγονται τρομαγμένα στα συντριβάνια, εκεί που ανταλλάζουμε κρυφές πληγές, από μικρές ηδονές που είναι ξυράφια. Τα μάτια σου στο στόμα μου σαν τρένο, ανατριχιάζουν οι γραμμές, κι εκείνο το μικρό σημάδι στο μάγουλο σου μου θυμίζει έναν ανέλπιδο κόσμο. Χωρίς ελπίδες, μόνο με τον πόθο να μπω για ώρες κάτω από τα χέρια σου. Και λίγο να κλάψω από ευτυχία ανείπωτη, μυρίζοντας τα μαλλιά σου. Και να συρθώ ως τον ουρανό, εκεί που τεράστια πολύχρωμα παγώνια, πετούν προς το μέρος μας. Σε αγγίζω, κι ύστερα γνωρίζω αυτό που δεν εκφράζεται με λέξεις, οι λέξεις είναι κλέφτες και πόρνες, μπροστά σε έναν ωραίο έρωτα. Το βράδυ θα κοιμηθείς κάτω από τα βλέφαρα μου. Σαν ξυπνήσεις τούτος ο κόσμος δεν θα υπάρχει, θα υπάρχει μονάχα ο αόρατος ιστός μας.. -Ερωτικό

πολλοί πιστεύουν, πως οι επαναστάσεις γίνονται μέσα από τις προσωπικές λειψανοθήκες, από τα μισά γεύματα των απολογισμών των παλιών χρόνων. .... Πιστεύουν πως υπάρχουν ιδεολογικές προστασίες, πως η αναγκαιότητα των πραγμάτων, , οι υποχρεώσεις, ο νόμος η πειθαρχία είναι μέρος αυτών των προστασιών. ..... Κι ενώ ποτέ τους δεν έχουν πενθήσει για κάτι με την τραγικότητα που πρέπει στο πένθος μιλούν για Άνοιξη και Καλοκαίρια του πνεύματος. ....... Επανάσταση έχει συμβεί όταν δεν χρειάζονται απαγορεύσεις, όταν δεν υπάρχουν πια συνθηκολογήσεις, όταν το κάθε θέμα που είναι διαφορετικά σοβαρό στον καθένα είναι σεβαστό από τον καθένα. ....... Η επανάσταση θα έχει συμβεί όταν όλοι οι άνθρωποι θα είναι ωφελημένοι από αυτήν. Όταν θα είναι κύριοι των πράξεων και της δράσης τους. ..... Θα έχει συμβεί όταν οι βαθιές ευαισθησίες του ανθρώπινου είδους θα είναι παραπάνω από την ηλικιωμένη ιδέα μιας αποτελεσματικότητας που δεν είναι παρά ένα ανάγλυφο σχήμα. ..... Θέλω εγώ να χτίσω και να κατακτήσω τα όρια μου, θέλω να κινούμαι ελεύθερα και να κινώ ελεύθερα τις ιδέες μου. ..... Θέλω να σπάσω τους δεσμώτες. Θέλω να φτύσω στα μούτρα ότι είναι κίβδηλο και σκλαβώνει και υποτάσσει τους ανθρώπους μετατρέποντας τους σε κατοίκους-σκλάβους. ..... Να φτύσω στα μούτρα, όποιον δεν βλέπει ποια είναι η διαφορά του κατακτητή και του κατακτημένου, ίσως έτσι να συνειδητοποιούσε την μεγεθυμένη βλακεία του. Ίσως έτσι συνειδητοποιούσε πως δεν προσφέρει παρά μια ύβρη με την παρουσία του στον κοινωνικό ιστό. ...... Ξέρω, επανάσταση δεν θα γίνει μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια, αλλά θα ονειρεύομαι πως κάθε ημέρα θα την ζούμε σαν επαναστάτες.. .... Τούτο σημαίνει, όχι αγαπάτε αλλήλους αλλά καταλάβετε τους, νιώστε τους... ...... Τα χουμε ξαναπεί, ο άνθρωπος, είναι σκατά, αίμα , σωματικά υγρά ανόητων οργασμών.. Γιατί ανόητων; Γιατί αν ο οργασμός πήγαζε από το αρχαίο ζώο που κατοικεί μέσα μας τότε θα ήταν οργασμός κι όχι μια πολιτισμική παραίσθηση ή μια μίμηση οργασμική που είναι τώρα. .... Και βασικά; Η επανάσταση θα είχε ήδη συμβεί.. -Σκέψεις περί <<επανάστασης>>..

Για μένα δεν υπάρχει μονάχα η ταξική πάλη , υπάρχει και η αντίθεση των τάξεων περί αισθητικής. Η αισθητική, καθορίζεται από τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τα γεγονότα και τα πράγματα ,και ο τρόπος που επεμβαίνεις, ή όχι, σε αυτά. Αυτή η αισθητική είναι και στάση πολιτική, είναι η συμμετοχή σου στα κοινά. Είναι η απάθεια σου, αν δεις να χτυπάει κάποιος στον δρόμο έναν άλλο, είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζεις την γειτονιά και την πόλη σου. Για μένα δεν συμβιβάζεται να είσαι καθαρός και εντελώς προσεγμένος, αρωματισμένος , ερωτικός σαν εραστής ή ερωμένη, αν πετάς τα σκουπίδια στον κάδο από το μπαλκόνι η πετάς σκουπίδια στον δρόμο. Είσαι αντιαισθητικός και αγενής με το ίδιο σου το περιβάλλον. Δεν γίνεται να μην διαθέτεις ευγένεια, να επισκέπτεσαι ένα σπίτι φιλικό και να μονοπωλείς και να <<βρίζεις>> με κομψότητα αυτόν που δεν συμφωνεί μαζί σου. Δεν μπορείς να με πείσεις πως βρίζοντας κατακτάς τις θέσεις σου και απαλλάσεσαι από ενοχλητικούς και ψωνισμένους.. Δεν μιλώ για κανόνες, μιλώ για ευγένεια.. Δεν μπορείς να με πείσεις πως αν γράφεις και σε διαβάζουν μόλις τριάντα άτομα είσαι καταξιωμένος, ενώ αν έχεις πολλούς αναγνώστες είσαι ατάλαντος και μέτριος.. Η καλή λογοτεχνία στιγματίζει, την θυμάσαι και δεν την ξεχνάς, επίσης η καλή λογοτεχνία βγάζει την κάμπια από το κουκούλι και την κάνει πεταλούδα. Γι αυτό μην μιλάς φτωχέ παπάρα για αριθμούς..είσαι αντιαισθητικός και μυρίζεις ψωνίλα... Η ψωνίλα είναι μια από τις αιτίες που φτάσαμε εδώ... Ακόμη να θυμάσαι πως όσα πανεπιστήμια και να βγάλει κάποιος αν μέσα του έχει μίσος θα έχει τοξική επίδραση στα άτομα και στην κοινωνία. Μαλάκες που έχουν αναδείξει εαυτόν σε μέγιστο νου και κομιστή απείρων γνώσεων και μιλούν με μπουρδολογίες, ούτε οι ίδιοι δηλαδή μπορούν να καταλάβουν τι λένε, με αφήνουν παγερά αδιάφορη.. Και επίσης τους θεωρώ αντιερωτικούς και παράσιτα.. Προσέξτε αυτούς που κουβαλούν μίσος, είναι η πάλη των σύγχρονων τάξεων στο κατώφλι του ξευτιλοπολιτισμού.. Μην δικαιολογείτε έτσι απλά πράξεις εκδικήσεως βάζοντας την ταμπέλα έλα μωρέ, ήταν θύμα.. Το μίσος έχει τοξίνες και υπερβαίνει , εμποδίζει και ακρωτηριάζει.. Όσο γι αυτούς που κλέβουν ιδέες θα κριθούν συμπερασματικά και θα λάβουν την αξία τους σε άλλη μονάδα μέτρησης αντί χρηματικής. Στείλτε στον διάολο τα ψώνια και τους λεμέδες. Η ζωή, ακόμη κι αν έχεις λεφτά και δεν έχεις αισθητική, και δεν ανανεώνεις την αντίληψη σου περί αυτής ψάχνοντας κι αγαπώντας την τέχνη, είναι κινούμενη άμμος.. Ψάχνουμε για ανθρώπους που διαθέτουν αισθητική, με άλλα λόγια έρωτας ,φιλία, ευγένεια, αλτρουισμός, αυθορμητισμός και εύρεση της αλήθειας είναι μερικά από τα συστατικά του ζειν ευτυχισμένος γιατί κινείσαι στα όρια της ομορφιάς.. Στον αγύριστο τα υπόλοιπα... -Σκέψεις περί αισθητικής- Υγ, όλα αυτά εκ του μικρού μου παρατηρητηρίου

όταν με πήγαν στον παππού και με άφησαν να με μεγαλώσει, είχα πεταλούδες στο στομάχι, ήταν από αυτές που γέμιζαν με φόβους την καρδιά , η καρέκλα μόνη της ,στο κουζινάκι, μου προκαλούσε δάκρυα, γιατί ένιωθα την μοναξιά της και την βαριά της εγκατάλειψη, τις νύχτες κατάπινα γλυκόπικρα δάκρυα για ότι έστεκε μόνο και ξένο, αθώρητο θα έλεγες, από την ομορφιά της ζωής που απλά την διαισθανόμουνα έξω, 'όμως σιγά σιγά, ο παππούς αν και δάσκαλος, κατάφερε τις πεταλούδες αυτές κάπως να διώξει, δίχως διδασκαλίες και κουβέντες μακριές, έξω στην αυλή, κάτω από έναν γέρικο πεύκο έπαιζε βιολί, κι ήταν το βιολί χρώματα κι ηλιοτρόπια στα παιδικά μου μάτια, έβλεπα τις νότες να καρφώνονται στα κλαδιά και να με κοιτούν σαν παρατηρητές, κι ύστερα άρχισα να αγγίζω αυτό που φάνταζε σαν ζωή, κάτι είχε το βιολί εκείνο και μου έδιωχνε τα μάγια, σαν μάγια είναι ένα παιδί να νιώθει βαριά μοναξιά , σαν να είναι ενήλικος, όταν τον θυμάμαι ανακαλύπτω πως έχουμε τα ίδια μάτια και το ίδιο πείσμα, και σαν μεγάλος άντρας τώρα πια ξέρω, ξέρω πως υποφέραμε από τις ίδιες πεταλούδες.. κι όταν ακούω βιολί ταυτόχρονα αισθάνομαι παιδί και άντρας... -το βιολί του παππού- υγ.αυστηρά αφιερωμένο

Ένα αηδόνι καθόταν πάντα στην τραγιάσκα σου, ίσως αυτό σε έκανε να μου μιλάς τόσο γλυκά, τα λόγια σου είχαν ζωή και θάνατο και μια εγκαρτέρηση για τον πόνο. Καθώς κάρφωνες ένα καρφί στο σαμάρι, τα δάχτυλα σου έπιαναν να τρέμουν, μα εσύ ακάθεκτος το δούλευες ως την Ηρακλειά. Χρόνια μετά, καθώς ανέβαινα στο βιγλοχώρι, ένας άντρας με γνώρισε, μου έδειξε ένα σαμάρι καθισμένο γλυκά, σε ένα τοιχάκι, πρώτα άκουσα ένα αηδόνι, κι ύστερα τον άντρα, <<αυτό το σαμάρι το έφτιαξε ο παππούς σου>>, μου είπε, κι έπνιξε μια μικρή συγκίνηση. Στο σαμάρι είχες ζωγραφισμένο ένα λουλούδι, ζωντάνεψε το λουλούδι κι έφτασε στα δάχτυλα μου. Το φόρεσα σαν δαχτυλίδι και συνέχισα να ανεβαίνω τα ατέλειωτα σκαλιά . Μα δεν μου φαινόταν πια σαν Γολγοθάς καθώς εσύ κυλούσες επάνω μου. Σαν ευλογία ήσουν, σαν θεός μου. Τα μάτια σου θυμάμαι επάνω στην τραγιάσκα σου, με αυτά προχωρώ σαν οδοιπόρος και γυρεύω μονομάχους. Έτσι, για να τους δείξω τι βάρος κουβαλάει μια τραγιάσκα, όπως ίσως, ένα σπαθί των Σαμουράι.. -Του παππού η μνήμη- Υγ. αφιερωμένο στην μνήμη του παππού μου Μιχαήλ-Μελέτης Συνοδινός

Καταπολεμώ την δυσθυμία μου με τα βιβλία, την μουσική και τις ταινίες. Ο μοναδικός τρόπος για να με εξοντώσεις εκτός από το να μην με αγαπάς ή να με μισείς, είναι να με βάζεις να ζω συνεχώς,μέσα στην άθλια πραγματικότητα. ///////// Κάθε φορά που ένα παιδί πεθαίνει, ένα σύννεφο κατεβαίνει στην γη. Οι άσχημες σκέψεις είναι σαν τους πόνους στις αρθρώσεις, καταβάλλουν το πνεύμα και το ρίχνουν χαμηλά. //////// Άκου, το ξέρω καλά, ο άνθρωπος έχει μέσα στο κύτταρο του την τρέλα, το έγκλημα, την φαυλότητα, την κτητικότητα, την αυτοκτονία, την διάθεση για πόλεμο , την διάθεση για επέκταση, την διάθεση να ξεπεράσει αφού έχει φτιάξει έναν θεό. ///////// Δεν παλεύω την δυσθυμία και την λύπη μου, αυτά είναι τα σκήπτρα του βασιλείου μου, το βασίλειο μου δεν ορίζεται μέσα στην πραγματικότητα ή στην <<κοινή>> λογική. Ναι, εξάλλου δεν προτιμώ τα κοινά προς χρήση πράγματα, δεν θέλω την μαζική λογική. /////// Ξέρω πως αν πέσω από την ταράτσα δεν θα πετάξω, όμως ακόμη έχω την περιέργεια καλέ μου φίλε που θα τραβήξει τούτο το καράβι με μένα μέσα του.. /////// Δεν βαρέθηκα τις νεράιδες, τα ξωτικά, τους δολοφόνους και τους ήρωες στα βιβλία και στο θέατρο. Θέλω με μεγάλη φλόγα να δω τα επόμενα, όσο κι αν αυτά γίνονται ανιαρές επαναλήψεις των προηγουμένων, έχουμε θα σου πω να δούμε τα επόμενα. /////// Η ζωή φίλε σε παλεύει, δεν την παλεύεις.. -Χωρίς υπεκφυγές, στον λήγοντα

Είμαστε ένα πνεύμα σε σύγχυση, είμαστε οι άνισες σημειώσεις κάποιων καιρών σε ψυχική δυσκαμψία. Είμαστε η συνεχής απάθεια που φοράει το προσωπείο της ειρήνης. Οι εξομολογήσεις της μάσκας που φορά ο θάνατος. Ο θάνατος έρχεται, χτυπάει την πόρτα πάντα, όταν δεν καταλαβαίνεις πότε και ποιοι δημιουργούν τους ήρωες και τα θύματα. Δεν υπάρχουν ήρωες, υπάρχουν αυτοί που αντιλαμβάνονται τον αόρατο εχθρό, αυτόν που χωρίζει τον κόσμο σε κομμάτια, κέρματα και ναούς αχόρταγων θεών για αίμα. Όσο ξεχωρίζεις τον κόσμο σε αυτούς και σε εκείνους και σε σένα. Που είσαι εσύ; Χτες , σήμερα, αύριο.. Ακούς το αόρατο κεφάλι που σε σημαδεύει με μια σφαίρα πριν ακόμη γεννηθείς; Κινείται με μαεστρία μαριονέτας, γεύεται σκατά και αίμα, μα πιο πολύ ηδονίζεται να πίνει το αίμα των χαμένων. Η ανθρωπότητα έχει αποσυρθεί σε σύσκεψη. Η παλιά Ευρώπη πέφτει στα γόνατα, όταν θα σηκωθεί θα είναι ο φασίστας που θα σε σημαδεύει ανάμεσα στα μάτια. Κι εσυ φτωχέ μαλάκα δεν θα κυκλοφορείς στην πόλη σου παρά με ορισμένους όρους.. Η ανθρωπότητα φοράει μια στολή αιμάτινη, χαιδεύει τους νεκρούς της με κρύα χέρια, εμείς από εδώ θα έπρεπε να αρχίσουμε να εκτελούμε εργασίες ανεύρεσης ανθρώπων.. Γιατί στον ουρανό εμφανίζεται ένας διπλός ίππος, μα κανένας από τους δυο δεν μπορεί να ξεφύγει από τον θάνατο, ανήκουν κι οι δυο στον ζυγό του πολέμου. Στα σταυροδρόμια των αποχωρισμών σβήστε τον ήχο των λέξεων, αν δεν έχετε βρει που χτυπάει η καρδιά σας οι λέξεις είναι σαν τους ταύρους και τους ταυρομάχους. Δεν μπορεί ένας να σταματήσει το αίμα στην αρένα, οι πολλοί μπορούν, αλλά χρειάζεται να ξεχωρίσουμε ποια είναι η ανώτερη νόηση, ποια είναι αυτή και αν υπάρχει και τέλος ποιος θα την ορίσει... Ανατολή-Δύση μια αναμενόμενη γαμήλια τελετή θανάτου

Ο πάγος της φωτιάς, στις ίριδες των ματιών σου/ άγρια η αβεβαιότητα της αλήθειας κι η βεντάλια των αντενδείξεων ανοιχτή, μα πιο πολύ εκείνο που πονά , είναι το ίχνος που αφήνει μια ατέλειωτη σιωπή στην νύχτα, ένα μουρμούρισμα της καρδιάς όταν είναι κρέας και αίμα.. -Εκείνο που δεν μοιράστηκε

Η αγάπη μου ζει στις μεγάλες ημέρες, και τις μεγάλες νύχτες, κάτω από το Βόρειο Σέλλας, δεν αρκείται στα υπολείμματα στου σουρεαλισμού, γράφει γράμματα στον θεό για να αποδείξει την ανυπαρξία του, αντιπαθεί τους καλλιεργητές των εξουσιαστικών πνευμάτων, πιστεύει πως οι ιδέες είναι λεύτερες και πετούν ασίγαστα και δεν χρειάζονται οργάνωση στην μετάδοση τους, η αγάπη μου λέει, <<απελευθερωθείτε από αυτούς που γαλουχούν το μυαλό σας , διώξτε τα ψώνια μακριά, τους παρείσακτους της καρδιάς σας, τα ψυχικά βαμπίρ που πίνουν την ενέργεια την ψυχική σας, αντιληφθείτε πως η επανάσταση δεν συντελείται στα πλαίσια της ύλης, αγαπήστε τον εαυτό σας, απαλύνετε τον φόβο του θάνατου, κάνοντας επισκέψεις στα κοιμητήρια, υποδυθείτε πολλούς ρόλους για να βρείτε τον πραγματικό σας, όλα ρόλοι είναι κι όλα σύμβολα σε πλαίσια, βρείτε αυτό που για εσάς είναι η πραγματική αλήθεια κι όχι αυτή που φαντάζει έτσι, μεταμορφωθείτε από κάμπιες σε πεταλούδες>>, αυτά λέει η αγάπη μου και ξεχνώ αρκετά τα κτήνη που αναγκαστικά κινούμαι ανάμεσα τους, ύστερα χορεύω σαν υπνωτισμένος κύκνος και μασάω νούφαρα, η αγάπη μου με αναγκάζει άθελα της να αισθάνομαι και να ζω παράφορα, τούτο σημαίνει εκτός καθορισμένης τροχιάς και υποδείξεων τρίτων, η αγάπη μου το πρώτο που γυρεύει είναι η ελευθερία... -οι ιδέες δεν είναι αδρανείς- Υγ. αφιερωμένο σε εμένα και στους φίλους μου

Popi Synodinou 2 Ιανουαρίου στις 8:40 μ.μ. · . Σαν γευτείς το σάλιο του διαβόλου, το φεγγάρι θα πονάει τα μάτια σου και μια κρεολή θα κινεί τα νήματα για τον επόμενο αργό σου θάνατο, σε πρώτο πλάνο θα απολαμβάνω το θριαμβευτικό της πέρασμα επάνω από την σάρκα σου, σε δεύτερο θα δώσω στις ετοιμόγεννες μοίρες τις λέξεις που θα βγουν από τα μεγαλόσαρκα χείλια της για να σε ξεγελάσει... -τζαζάκι

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014


Κουνιόταν στην πολυθρόνα της, πάνω κάτω, πάνω κάτω, ένας απαλός ήχος συνόδευε το σπάσιμο των ξύλων στο τζάκι. Εκείνος την έβλεπε και τα μάτια του έβγαζαν ένα παράξενο φως. Οι ίριδες των ματιών του ήταν καπνισμένα φλόγιστρα που αγκάλιαζαν τα γόνατα της και την αρχή του στήθους της. Έβαλε το πόδι του σαν φρένο και σταμάτησε το κούνημα της πολυθρόνας. Εκείνη τον κοίταξε τρεμοπαίζοντας τα μάτια της. Τα μάτια της ήταν σκιστά σαν την γάτας και διαπεραστικά. Έριξε κι άλλο ξύλο στο τζάκι και την πλησίασε. Χάιδεψε τα γόνατα της σηκώνοντας λίγο προς τα επάνω το φουστάνι της, το άρωμα της τον ράγισε, αναδύθηκαν γιασεμιά και ζουμπούλια με λίγο σάνταλο. Εκείνη αναστέναξε βαθιά. Την πλησίασε. Τα δυο ζώα που κρύβονταν μέσα τους πήραν λάβα από τα ξύλα και την επιθυμία τους. Μπήκε στο στόμα της με ολόκληρο το στόμα του. Το τριγύρισε με την γλώσσα του και τα χείλια της άνοιξαν σαν θαλάσσιες ανεμώνες. (Είσαι η δικιά μου γκέισα τώρα), της είπε και μετά άρχισε να γλείφει την καμπύλη στον λαιμό της, παραμέρισε τα μαλλιά της και την μούσκεψε μιλώντας της σαν ακροβάτης ψιθύρων και λέξεων. Τον έσφιξε επάνω της. Τραβούσαν ελαφρά την σάρκα των χειλιών τους ο ένας μέσα στο στόμα του άλλου. (Το φιλί είναι ο προθάλαμος του έρωτα), είπε αυτή και ξέφυγε από την αγκαλιά του. Την έριξε σιγανά στο χαλί. Την δάγκωσε και μερικές σταγόνες αίματος ανακατεύτηκαν με το σάλιο τους. Ένα γλυκόπικρο ζώο τους ράντιζε με τον πόθο του. Μετά δεν ήταν μόνο πόθος, ήταν κάτι σαν γνώριμο, κάτι σαν σάρκα με σάρκα δεμένη με δεσμούς από παλιά. Το σπίτι ράγιζε σαν κρύσταλλο από τις φωνές τους. Δεν μπήκαν ο ένας μέσα στον άλλον, ΄'ηταν κλωστές σάρκας, αίματος και επιθυμίας να καούν με τις ψυχές τους. Αυτή ήταν μια διαβόλισσα με σκιστά μάτια κι αυτός ένας σατανάς σε πλήρη ακμή. Η τελετή της αφής και της γεύσης άρχιζαν σαν απελπισμένοι οδοιπόροι, σαν οδοιπόροι που χρόνια τώρα δεν είχαν δει άνθρωπο.. (Αύξησε το όριο σου), είπε εκείνη με μαλλιά και μάτια από φωτιές , (διώξε όλους αυτούς που ξέρεις, έξω ο κόσμος στάζει λύπη). (Κι εμείς είμαστε λύπη, ο πόθος όταν φτάνει τόσο ψηλά γίνεται λύπη, αδειάζεις και ξεβράζεσαι στην αμμουδιά σαν κούτσουρο), ειπε αυτός και διέσχισε με την γλώσσα του το στόμα της.. (Είμαστε ζωή και θάνατος), του είπε και βρέθηκε επάνω του. Το δωμάτιο έμοιαζε σαν θρυμματισμένη μπάλα Χριστουγέννων, από αόρατα θραύσματα, από έρωτα, από αισθήματα, από αισθήσεις, από αγάπη, από βαθιά λύπη και πίκρα που τώρα γινόταν μέλι... Έξω ήταν όλα στολισμένα, ήταν Χριστούγεννα, μια γυμνόστηθη ακτιβίστρια έκλεψε το θείο βρέφος από την φάτνη, ο παγκόσμιος πόλεμος όπλιζε τα νύχια του, μέσα ήταν ένα σπίτι που παλεύανε δυο άνθρωποι να μην νικήσουν ο ένας τον άλλον, να νικηθούν μόνο ταυτόχρονα οι δυο τους... -Το φιλί της υπόσχεσης

Εντοπίζω τον λυρισμό, σε κάθε τι που δεν έχει και δεν είναι εξουσία. Δεν αντέχω για πολύ την καρτερία αυτών που έχουν καταδικάσει τον εαυτό τους στο να ελπίζουν για πάντα, κάποιες φορές η ελπίδα είναι χίμαιρα. Και εμπόδιο στο να απλωθείς παραπέρα. Ανακαλύπτω συνεχώς ανθρώπους που με εκπλήσσουν αλλά πολύ περισσότεροι λειτουργούν σαν να βρέθηκαν σε ένα οικουμενικό πρότυπο, σαν να βγήκαν από το ίδιο καλούπι στο ίδιο εργοστάσιο, ξέρεις και βλέπεις πως θα κάνουν ακριβώς την επόμενη κίνηση, φυσικά αυτό θυμίζει ακινησία, θέλω να πω πως τίποτε άλλο δεν συμβαίνει από μια επανάληψη. Καμιά οικογένεια εκτός αυτής των φίλων σου,δεν είναι ευτυχισμένη και πλήρης όπως σου παρουσιάζεται. Στην πραγματικότητα ,κάποιος εξασκεί και λειτουργεί εξουσιαστικά, κάποιος δέχεται και κάποιος εξασκεί εξουσία.. Μισώ τα ψυχαναγκαστικά πράγματα. Αυτούς που παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους χωρίς ούτε μια φορά να ματώσουν, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς είναι ο πόνος και η χαρά. Η ηδονή έχει την δική της τέχνη και δεν εξαντλείται παρά μόνο όταν συνθηκολογήσεις με συμβόλαιο της ανυπαρξίας της.. Ανήκω σε αυτούς τους ανόητους που αν διαθέτουν δυο δεκάρες στην τσέπη τους γρήγορα θα μοιράσουν την μια και θα μοιραστούν αυτήν που έμεινε με κάποιον αγαπημένο, επίσης πιστεύω πως η χαρά και η ομορφιά πρέπει να μοιράζεται, πως δεν πρέπει να κρατάς όμορφα λόγια για εσένα μονάχα κι όχι για τους άλλους. Πέρασα μια φρικτή χρονιά αλλά παραμένω καθαρή και ευανάγνωστη. Αυτό που δεν αντέχω είναι να προσποιούμαι για κάτι τελώντας κι ελπίζοντας σε κάποιο όφελος προσωπικό ή ομαδικό. Η να κάνω οτιδήποτε που να αποδεικνύει κάτι που δεν είμαι.. Αυτός ο κόσμος είναι πολύ άσχημος για μένα, φρικτός και ανυπόφορος. Θέλω να τρέξω με μια άγρια αγέλη σκύλων, κάποτε μετά την συναυλία του Γκάλαχερ βρέθηκα περπατώντας ανάμεσα σε μια τέτοια, επειδή ήμουν διαφορετική σαν άνθρωπος, τότε, ήμουν λίγο επιπόλαια άφοβη αλλά και πάντα αγαπούσα τους σκύλους, δεν φοβήθηκα, κάθισα ήρεμη, μίλησα στον πρώτο που έμοιαζε αρχηγός και λίγο μετά τον χάιδεψα στο κεφάλι. Ύστερα αυτός γαύγισε στους άλλους και η κατάληξη ήταν να με φέρουν τριάντα περίπου σκυλιά από την Φιλαδέλφεια ως την Κυψέλη, έξω από το σπίτι μου. Είναι απόλυτα ειλικρινές αυτό που σου γράφω. Αυτό το κορίτσι μου λείπει, αυτό και μερικοί άνθρωποι... Αυτός ο κόσμος ρε φίλε είναι πολλές φορές που με πνίγει.. -Η μελαγχολία της <<εορταστικής >> πόλης-

Σε ολόκληρο το πορτρέτο, δεσπόζει το βλέμμα, το φορούν μάτια γαλάζια, απολύτως καθαρά, διαθέτουν την διαυγή κίνηση των νερών που σπάει ένας κύκνος κολυμπώντας, μιλώ για εκείνο το γαλάζιο που αλυχτά στον ουρανό και στην θάλασσα με έναν φρικιαστικό ωραίο τρόπο. Πρόσωπο φερμένο από τις σελίδες του Ντοστογιέφσκι. Μάτια που κοιτάζουν πέρα, μακριά από αυτό που είναι γνωστό, μάτια που επιβάλλονται με έναν αφαιρετικό τρόπο, χωρίς ίχνος της λάγνας και βρόμικης εξουσίας, μάτια που τσακίζουν το χαρτί σαν στιλέτο, μιλώ για το προφανές, δεν φορούν όλα τα γαλάζια μάτια ένα ωραίο βλέμμα, κι ούτε ένα βλέμμα είναι μόνο ωραίο. Τότε το πορτρέτο παίρνει χρώμα, και ο <<αναγνώστης>> που το διαβάζει μπορεί να καυχηθεί πως κάτι διάβασε, ένα βλέμμα χαρτογραφείται στον χρόνο σπάζοντας τον σε ένα λεπτό, τόσο όσο αφέθηκε να κοιτάξει στο πλάι ή ευθεία στον φακό. Όταν ένα βλέμμα σε αναγκάζει να το αναγνώσεις, τότε οι περισσότερες πιθανότητες είναι το πορτρέτο να αξίζει σε ποιότητα και βάθος. -το βλέμμα- υγ. απολύτως αφιερωμένο

Μην μιλάς, άκου τα γρατζουνίσματα στην πόρτα σου από τα νύχια των τελευταίων εραστών,, μιλούμε για εραστές και η ανθρωπομάζα πιστεύει πως μιλούμε για ορμόνες και σωματικά υγρά, για κάδους αποστείρωσης, για επιδόρπια φαιδρότητας, λιτανείας της ερωτικής σήψης, τι συμφορά να γυρνάς το κεφάλι σου και τα μάτια σου να πληγώνονται από εικόνες που βλέπεις, σώματα σε κάμψη, ηλιοτρόπια με αλυσίδες, ζουμπούλια στα κενοτάφια, ιδέες αγχώδεις με ροπή στην τρέλα, που πήγαν τα χελιδόνια, πες μου, εσύ που γύρευες με το στόμα σου να γράψεις στο τζάμι το όνομα μου, με το χνώτο σου, εγώ έξυνα την φλούδα ενός δέντρου για σένα, μην μιλάς τα πεζοδρόμια βρόμισαν από τα βήματα των ανθρωποειδών, η λίμνη των γέλιων μας συνεχίζει να αναστενάζει , να ακούει, κι εγώ βλέπω, βλέπω και θυμώνω που πήγαν τόσοι άνθρωποι, πως βούτηξαν στον φθόνο κι όλα τα έκαψαν, όλα τα ξεπούλησαν, μόνο τα γρατζουνίσματα στην πόρτα ακούμε κι εσύ κι εγώ, κι 'όμως ενώ βλεπόμαστε κάθε ημέρα, είναι τόση η αναταραχή και η καχυποψία που πληγώνει, κάνουμε πως δεν βλεπόμαστε, πως δεν μας ακούμε, κι ύστερα πειθόμαστε πως ναι, δεν ειδωθήκαμε, έτσι δεν κινδυνεύουμε να δοξαστούμε από έρωτα, αγάπη και αίμα.. -ο κίνδυνος της αφθονίας

Για Εκείνα που κράτησα μίσος και μια αντιπάθεια πράσινη, ήταν για όλους αυτούς, που έκαναν παιδιά σαν να υπέγραφαν συμφωνία για κάποιο συμβόλαιο, δίχως έρωτα και δίχως ζεστή μήτρα τα παιδιά που γεννήθηκαν. Άμοιροι αφιλόξενοι της ίδιας τους της ζήσης, ενοχικά και μοναχικά ,σαν τους σαλίγκαρους βγαίνουν μετά την βροχή και ψάχνουν ένα χαμόγελο να κρεμάσουν στο μέρος της καρδιάς τους... Είδα πολλούς ταξιδιώτες στο λεωφορείο της γραμμής, ή στο τρένο, ανθρώπους που δεν αγαπήθηκαν ποτέ γιατί ήταν αδύνατον να αγαπηθούν από τον εαυτό τους πρώτα. 'Αλλοι πάλι, με χαμηλή αυτοπεποίθηση πλήρωναν για να λένε πως έχουν αγάπη, θεέ μου, ΄πόσο είναι τραγικό να πληρώνεις ή να αναγκάζεις να σε αγαπούν.. Να εκβιάζεις να σε αγαπήσουν. Θα κρατώ πάντα θαυμασμό για τα πλάσματα που ενώ τα <<έκαψαν>> από νωρίς ,οι δικοί τους, ή οι ξένοι χωρίς όνομα, αυτοί αναγεννήθηκαν μέσα από τις στάχτες τους και μπόρεσαν να πετάξουν ξανά, ίσως αυτοί γεννήθηκαν ωραίοι.. Αυτό το πιστεύω, γεννιέσαι , δεν γίνεσαι.. Είναι φορές που κλείνω την πόρτα πίσω μου και δεν θυμάμαι τίποτε από την κοιλάδα των δακρύων, άλλες πάλι θυμάμαι ακόμη και το κλάμα μου που φώλιαζε στο μαξιλάρι μου τις παιδικές νύχτες μου και το ουρλιαχτό που ποτέ δεν βγήκε. Ευτυχώς, δεν έγινα <<καλό παιδί>>, λίγο στον κόσμο μου έμεινα αλλά χωρίς να δείχνω σημάδια κάποιος να με ακολουθήσει αναγκαστικά. Συνήθως αυτοί που <<είναι στον κόσμο τους>> γυρεύουν έναν σιγανό θίασο για συντροφιά.. Όταν είχα πιεί μπύρα στα 16 μου με κάποια που δεν ήταν κάποια αλλά κάποιος που έμοιαζε με την Μπιάνκα Τζάγκερ λόγω του μακιγιάζ και των άλλων προσόντων, μου είχε μιλήσει ακριβώς γι αυτά, μια αφιλόξενη μήτρα, έναν πατέρα βιαστή και άρρωστο ψυχικά, τότε ίσως να άρχισα να καταλαβαίνω πόσο δύσκολη είναι τούτη η ζωή στον πλανήτη γη καθώς η μοίρα μας ξεκινά από την τρυφερή παιδική ηλικία. Από τότε βλέπουμε μπαμπούλες και τέρατα, βλέπουμε βάτραχους να γίνονται πρίγκιπες, ροζ κουκλίτσες και ακροβάτες επάνω στο σχοινί.. Κι αφού όλα ξεκινούν ερήμην μας, αυτά ας κρατήσουμε, τον ακροβάτη που τόσο όμορφα αιωρείται στο σχοινί, τους ωραίους ανθρώπους που όμορφα καίγονται, και πως μπορεί τα παιδιά της αφιλόξενης μήτρας να γίνουν παιδιά που την αγάπη θα ζήσουν και θα ορίσουν ως σύμβολο και ζητούμενο της ύπαρξης.. Προφέρουμε την λέξη αγάπη αλλά δεν την ξέρουμε παρά σαν σημάδι στα λεξικά.. Η αγάπη είναι ευγνωμοσύνη, είναι ομορφιά και κόπος.. -Χωρίς κώδικες - Υγ. αφιερωμένο στην Α. εκείνη ξέρει (μιλήσαμε για λίγο στο ιν μποξ, πως να της μιλούσα όμως για όλα αυτά

Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκέφτονται αυτοί που χτενίζουν τα μαλλιά τους αιώνια με τον ίδιο τρόπο αλλά πολλές φορές αναλογιζόμουν, αν ήταν ο ίδιος τρόπος που χρησιμοποιούν το στόμα τους για να φιλήσουν, αν ήταν ίδιος ο τρόπος που προσέγγιζαν το ταίρι τους, αν ήταν μια ρουτίνα όλη τους η ζωή.Αυτό το πράγμα είναι σχεδόν θνησιμότητα... Είναι άσχημο να περνάς τις μέρες και τις ώρες σου μέσα σε μια ίδια καθημερινότητα, να σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόσουν πριν χρόνια.. Με άδολη αγάπη προσέγγιζα αντρικά πορτρέτα, έγραφα γι αυτά όταν φάνηκε εκείνος, ήταν ψηλός, με μια φράντζα μελαχρινή να πέφτει στο δεξί του μάτι, έσταζε θάλασσα και κάθισε απέναντι μου , σε ένα νησιώτικο ουζερί. Οι γλάροι μιλούσαν φευγαλέα μεταξύ τους και τα ποτήρια τα τσούγκριζαν τουρίστες φερμένοι από τον Βορρά. Μετά αρχίσαμε να κάνουμε τις ίδιες κινήσεις. Μόλις άναψα τσιγάρο εγώ αμέσως άναψε κι εκείνος, έπινα ούζο εγώ, έπινε κι εκείνος, παρήγγειλα εγώ , παράγγειλε τα ίδια κι εκείνος. Ήταν όμορφη αυτή η τελετουργία, έκλεισα το τετράδιο και ξέχασα το πορτρέτο αυτού που χτενιζόταν με τον ίδιο αιώνια τρόπο.. Σηκώσαμε τα ποτήρια εις υγείαν ψελλίζοντας απλώς τις λέξεις, υπόγεια ρεύματα θερμών συναισθημάτων άρχισαν να μας σαρώνουν. Τα μάτια του κάρφωναν τα δικά μου σαν το καρφί στον σταυρό. Τόση ήταν η ένταση.. Και τότε κατάλαβα πως δοκιμάζαμε ακούσια τις δυνάμεις μας , πως δοκιμάζαμε συντονισμένα αόρατες συμφωνίες μη χαλιναγώγησης συναισθημάτων. Παραφέρομαι, σκέφτηκα ζεστή από το ποτό κι εκείνον απέναντι μου. Κύλησαν οι ώρες ακούραστα.. Έφτασε το σούρουπο όταν ήρθε κοντά μου. Μυρίζαμε ούζο και τσιγάρα και κάτι άγριο και ιερό που υπήρχε εκεί για εμάς.. Έβγαλε από την τσέπη του ένα γιατσέντο και μου το έδωσε να το μυρίσω. (έχω μια βάρκα κάπου πιο κάτω, θα ανεβείς μαζί μου, σήμερα έχει το πιο μεγάλο φεγγάρι του χρόνου), είπε. Τον ακολούθησα περπατώντας στην ζεστή ακόμη άμμο. Κάπου παρακάτω πέταξα σε έναν κάδο το τετράδιο που έγραφα για κάποια αντρικά πορτρέτα. Δεν ήθελα να μπω στον πειρασμό να γράψω γι αυτόν, σίγουρα αυτό θα έκανα αν το κρατούσα επάνω μου.. Καθώς φτάναμε στην βάρκα ένας σκύλος πετάχτηκε από μέσα της κι ήρθε κοντά μας.. (Καλώς την μπέμπα), της είπε και την χάιδεψε τρυφερά. (Είναι προστατευμένη από τον άγιο των ζώων), μου είπε και παραξενεύτηκα. (Υπάρχει τέτοιος άγιος); Ρώτησα απορημένη. (Υπάρχει , τον λένε άγιο Μάμα), απάντησε , με βοήθησε να ανέβω στην βάρκα και έβαλε μπροστά την μηχανή. (Πως σε λένε); Ρώτησα. (Σήμερα δεν θα έχουμε ονόματα, απλά θα είμαστε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μας βγαίνει, μπορούμε να λέμε ο ένας τον άλλο Αύγουστο). Έβαλα τα πόδια μου στην θάλασσα, η βάρκα κυλούσε απαλά σαν χαρτί στο νερό, η θάλασσα έσταζε ένα ασημένιο φεγγάρι κι από το ασήμι τρώγαμε κι εμείς με τα μάτια μας ανοιχτά σαν να περιπολούσαμε τον ουρανό. Ξέχασα ποια είμαι και πως με λένε και δεν ήξερα που ακριβώς πήγαινα. Από εκείνη την ημέρα όλα μέσα μου άλλαξαν, σαν να με καθόριζε μια αόρατη πυξίδα.. Ήταν Αύγουστος.. -Αύγουστος

Οι γυναίκες που κρύβονταν μέσα μου κάθε ημέρα δραπετεύουν, ο προορισμός τους πιθανολογώ πως είναι προς το νερό. Συνέχεια διψούσαν εξάλλου, συνέχεια είχαν το στόμα τους κρυμμένο με το στόμα. Γράφοντας για την ζωή τους εξευγενίζω το ζώο μέσα μου και δυναμώνω το δικό τους. Μια από αυτές όμως γύρισε σήμερα,( άσε με να ζήσω) , είπε,( άσε με ελεύθερη). (Ποτέ δεν θέλησα να φυλακίσω κανέναν), είπα. (Τότε κάποιος από τους δυο μας κάνει λάθος), επέμεινε. (εσύ ποια είσαι από όλες); Την ρώτησα, στο μεταξύ ένας αέρας χτυπούσε δυνατά τις τέντες έξω στην βεράντα. (Είμαι αυτή που σε επιβλέπω, εγώ παρακολουθώ τις κινήσεις σου μέρα νύχτα, σου επισημαίνω τα λάθη σου και τα χαρίσματα σου). (Κακώς κάνεις, από σήμερα αποχωριζόμαστε οι δυο μας), της σφύριξα στο αυτί. (Και τι θα κάνεις μόνη σου από εδώ και πέρα); Ξαναείπε με το στόμα σουφρωμένο. (Θα ξαναβρώ το χρώμα της οδύνης), της είπα και άνοιξα την βεράντα. Ότι ήταν παλιό το πέταξα σήμερα, ότι ήταν σάπιο το βούλιαξα σαν βάρκα.. Από σήμερα καινούργιες γυναίκες θα ρθουν να με συντροφέψουν.. Και καμιά δεν θα αφήσω να μιλήσει για τα λάθη μου, όχι από περιφρόνηση στην γνώμη τους αλλά γιατί διψάω κι εγώ, για λάθη, πάθη, για ζωή αληθινή που θα συγκρούεται με το μέλλον, το μέλλον είναι το τώρα.. Οι μεγαλόκαρδοι τις περισσότερες φορές εξαπατούνται, σκέφτηκα, και καθώς ο αέρας κούναγε δαιμονισμένα τις γλάστρες, συνειδητοποίησα πόσο πολύ τιμωρούσα την μεγαλόκαρδη κόρη μέσα μου που είχε εξαπατηθεί πολλές φορές... -Ξεκλείδωμα

Εξόχως παρασιτικοί ήταν οι καλεσμένοι ενός επαγγελματία κοσμοπολίτη, ανακατευόμουν ανάμεσα τους, κρατώντας ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί, μιλούσαν με μια γλώσσα επιτηδευμένη σε σημείο γέλωτος, κρατούσα θυμάμαι τα χέρια μου ακίνητα ώστε να μην φανερώσουν τον εκνευρισμό μου, σκεφτόμουν πόσες άδειες ώρες γέμισαν καταβροχθίζοντας λεξικά που η μόνη χρήση τους ήταν στο να τους βοηθούν να κάνουν μια δήθεν ενδοσκόπηση της ανθρωπότητας. Μιλούσαν με τον στόμφο ενός δικηγόρου ή ενός βουλευτή σε παραλήρημα, κυλούσα δίπλα τους τραβώντας τα βλέμματα τους, άκουγα το σάλιο τους να μένει στην άκρη των χειλιών τους και μέσα μου έλεγα έλεος, έλεος, ποιος θα μας απαλλάξει από αυτήν την κακορφομισμένη πνευματική μούχλα, ύστερα βγήκα στην βεράντα, κοίταξα τα κρεμασμένα αστέρια και η ψυχή μου άρχισε να γαληνεύει. Ένα αντρικό χέρι ακούμπησε στον ώμο μου κι ένα βαρύ άρωμα πεύκου γέμισε την μύτη μου, (Δεν περνάτε καλά, μήπως θα θέλατε να είστε κάπου αλλού); Ρώτησε και διέκρινα στο ζωντανό του πορτρέτο έναν γνήσιο αναζητητή των απολαύσεων. Τα μάτια του ήταν ζωντανά, θα έλεγες πως έκαιγαν, το στόμα του πλούσιο σαρκώδες, τυπικό δείγμα της Μεσογείου. (Θα ήθελα να ήμουν σε ένα χωριό ερειπωμένο, μόλις πέντε σπίτια ξαναχτίστηκαν σε αυτό, από την αρχή). Του είπα και ξαναγύρισα στον ουρανό το βλέμμα μου. (Που είναι αυτό το χωριό); Ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον. (Στην Αμοργό, είναι το χωριό που γεννήθηκε ο πατέρας μου και το μέρος που όλα δείχνουν πως έγινε η σύλληψη μου), του απάντησα και τον άφησα να μου ανάψει το τσιγάρο που μόλις είχα βγάλει από το πακέτο μου. (Αύριο κιόλας, πείτε μου την μέρα που θέλετε να πάμε, θα μου επιτρέψετε να θέλω να πάμε μαζί).. Κοίταξα αυτόν τον μελαχρινό άντρα, αισθάνθηκα σαν να ήταν ο πιο λυπημένος άντρας στον κόσμο κι ας μην έδειχνε η ομορφιά του την αιτία αυτής της λύπης... Το βλέμμα του έδειχνε πως είχε κάποιο μεγάλο ταλέντο χωρίς την συνοδεία της έπαρσης. Αυτό με γοήτευε φοβερά.. (Με τι ασχολείστε αν επιτρέπετε; Και λυπάμαι για την τόσο κοινότοπη ερώτηση αλλά δεν είναι θέμα ερμηνείας σας , πάρτε το σαν γνήσιο ενδιαφέρον)..Ρώτησα και καρφώθηκα στα χείλια του. (Συγγραφέας, είμαι ένας ερασιτέχνης αλιεύς μαργαριταριών ). (Και τι ζητάτε εδώ πέρα); (ότι κι εσείς,,παρατηρώ τους ηλιθίους, ξέρετε ο κόσμος κρέμεται από μια κλωστή, δυστυχώς το ψαλίδι το κρατούν οι ηλίθιοι κι όχι οι λαοί, αυτοί πάλι έχουν καθυποταχτεί σε αυτούς χωρίς να ξέρουν το γιατί).. (Πάρτε με αύριο στο τηλέφωνο να κανονίσουμε πότε θα μπούμε στο καράβι), είπα κι έγραψα σε ένα χαρτάκι τον αριθμό μου. Του έδωσα το χέρι με το χαρτάκι, αυτός το κράτησε δυνατά και μου είπε. (έχω ξαναπάει στην Αμοργό κι έχω επισκεφτεί τον Στρούμπο, ίσως μαζί να δούμε λίγο διαφορετικά το τοπίο). (Δεν μου αρέσουν οι σίγουροι άνθρωποι), απάντησα και πρόλαβα να τον δω να χαμογελάει. (Ούτε εμένα, εγώ τρελαίνομαι για τους ανασφαλείς όπως εσείς), φώναξε πίσω από την πλάτη μου. Σκέφτηκα πως ήταν ένας αληθινά γοητευτικός και ευφυής άνθρωπος, χαιρέτησα όλους ,άνοιξα την πόρτα κι έφυγα. Πίσω μου τα παράσιτα και τα ψώνια ,΄έμοιαζαν σαν ένας όχλος από κατσαρίδες... (Αθήνα-Στρούμπος 2014

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014


Πάλεψα με τα λιγοστά μου μέσα να υπερασπιστώ την ομορφιά. Από παιδί προσπαθούσα να ζήσω μαζί της σε ένα ανήλιαγο υπόγειο, χρειάστηκε κόπος και φαντασία ώστε να διώχνω την ασχήμια της πραγματικότητας και να σχηματίσω μέσα μου, ακλόνητα, αυτά που ζούσαν μέσα μου σαν όμορφα. Στίχοι, διηγήσεις, πίνακες, χρώματα, μουσικές, ταινίες, θέατρο, άνθρωποι. Άνθρωποι; Ναι, αυτοί οι όμορφοι άνθρωποι, που απαλά γέρνουν το κεφάλι σε κάθε χαστούκι της τύχης, αυτής της άδικης κατά συρροή θεάς, αυτοί που άδολα διοχετεύουν και συντηρούν υπολείμματα πολιτισμού στον κόσμο που ρίχνει το κεφάλι στο στήθος με πόνο, με αχ, με ένα γιατί, με ένα διότι.. Κάποιος ολότελα άμυαλος άνθρωπος, στα σίγουρα, μου είπε πολύ πρόσφατα ,πως συνδέει την ευγένεια με τις ενοχές. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς ευγένεια, και δεν θα μπορούσα παρά μόνο ανόητη να είμαι αν δεν σκεφτόμουν αρκετά νωρίς πως οι τύψεις, οι ενοχές σπρώχνουν μαζί με το πάθος τον άνθρωπο να φτιάξει έργο.. Οι πρώτες ενοχές φίλε μου ξεκινούν καθώς ο άνθρωπος προσπαθώντας να φτιάξει τον πολιτισμό σκότωσε το πρωτόγονο ζώο μέσα του, αυτό που λέω αρχέγονο ένστικτο. Ο ήλιος, τα λουλούδια, η φύση, τα ζώα αυτήν την ματιά ζητούν από εμάς, εκείνη την πρώτη, την χωρίς δεύτερες σκέψεις. Μα να, μα να που χιλιάδες σαδιστές και αιμοβόρα αδέλφια μας αυτήν την ματιά την σκότωσαν.. Ευτυχώς, όχι σε όλους, δεν κατάφεραν το τελειωτικό χτύπημα.. Και φυσικά να νιώθεις ενοχές που ζεις σε αυτόν τον πλανήτη μαζί με αυτούς που στραγγίζουν κάθε υγεία και ομορφιά στην γη για χάρη του κέρδους, που ο πόλεμος μαίνεται σε κάθε σημείο αυτής της τρομερής μητέρας που παιδιά της είμαστε για χάρη του κέρδους. Μα πείτε μου αδέλφια, πως αντέχουμε αυτήν την κατάχρηση του αίματος ριγμένο σε τείχη πόλεων και συνόρων σε χώρες που καίνε τα παιδιά τους με την βία, με τα όπλα, με το ψέμα, με την μανία; Και πείτε μου πως σας γεμίζουν ψέματα αφήνοντας τους να σας λένε ενοχικούς όταν είστε από την φύση σας ευγενικοί γιατί έτσι σας έλαχε να γεννηθείτε.. Να νιώθετε ενοχές.. ίσως έτσι μια μέρα σηκωθείτε και φτιάξετε στίχους που θα πληγώσουν τον λεκέ του εγωισμού , τον άρρωστο ναρκισσισμό της επιτυχίας και την έπαρσης για το τίποτε.. Γκρεμίστε τους φτωχοδιάβολους.. Δεν προσφέρουν τίποτε. Γκρεμίστε τον κόσμο του σήμερα, αυτός ο κόσμος σάπισε και ράγισε η τύχη του.. Ο πολιτισμός δεν είναι σφραγίδες γνησιότητας, δεν είναι άπειρες γνώσεις φαγωμένες με επιμέλεια και μεταχειριζόμενες ως ασπίδα για να κρυφτούν οι κάθε είδους απρεπείς πράξεις από άνθρωπο σε άνθρωπο. Γκρεμίστε τους φτωχοδιαβόλους... Και φέρτε ξανά τον Εωσφόρο, τον φέρων το φως, το πάθος, την ηδονή για τα πράγματα, την αλήθεια, την ομολογία για τον φόβο του θανάτου, την ερωτική ανεπάρκεια, ομολογήστε στον εαυτό σας και σε όσους πιστεύετε πως παραμένουν άνθρωποι κι όχι όρθια κτήνη όλα αυτά, πληγιαστείτε από τον έρωτα, την αγάπη, ο πολιτισμός υπάρχει μέσα μας, και εκεί υπάρχει και εκείνο το αρχέγονο ζώο που διαθέτει ορμή και λατρεία για την ζωή και τις ηδονές της. Να έχετε ενοχές που σας ΕΚΛΕΨΑΝ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ, το επόμενο βήμα σας είναι να την ξαναβρείτε. Μέσα στους ανθρώπους, μέσα στο φως, ανακατεμένοι μέσα στις ανάσες , τον θυμό, την λύπη, την αγάπη, την συγνώμη. Γκρεμίστε την τυφλότητα τώρα για όλα αυτά.. Γκρεμίστε αυτήν την πραγματικότητα.. Ψέματα μας είπαν, κοιτάξετε μέσα σας, τότε που είσαστε παιδιά.. Μεγαλώσαμε μόλις νιώσαμε ενοχές, μα στην βάση μας αυτό δεν ήταν ενοχές, ούτε τύψεις, αλλιώς θα φτιάχναμε έργα, θα ζητούσαμε συνεχώς την ομορφιά, έτσι σπρωγμένοι από τύψεις.. Περπατούσα στον δρόμο κάτω από έναν υπέροχο ήλιο και με πνίγανε όλα αυτά.. Και σας τα έγραψα αφού με πνίγουν, βγαίνουν έξω από το στήθος μου και δεν θέλουν άλλο αυτήν την πραγματικότητα. Θέλουν την ομορφιά... -όχι άλλη πραγματικότητα, μόνο ομορφιά- Υγ,1 Αφιερωμένο στην Φεβρωνία

Popi Synodinou 3 Δεκεμβρίου στις 6:11 μ.μ. · . Καθισμένη η Ηλέκτρα επάνω σε μαρμάρινο σκαλί έλεγε,( αυτός είναι ο άντρας ο δικός μου), και η πανάρχαια ευγενική καταγωγή της τραγικής της υπόστασης ,της χάριζε ένα θολό χρυσαφένιο φως στο βελουδένιο της πρόσωπο. Την έβλεπα να μου μιλάει ανοίγοντας τα χείλη αργά, αργά, σαν σε αργή κίνηση, και τα χέρια της άρχισαν να ματώνουν από τις πληγές τις ψυχικές και την ένταση του πάθους της. Ήταν τόση η δύναμη που πρόφερε αυτά τα λίγα λόγια μα τόσο έντονη η όψη των ματιών της που σαν σεισμός κάτι αόρατο με έσπρωξε κάτω.. Πέφτοντας πρόλαβα να την δω να φεύγει από μπροστά μου σαν να την άρπαξε ο Δίας με ένα σύννεφο ξαφνικά κι έμεινε αυτή η ερωτική της ομολογία σαν πένθος επάνω μου.. -Όραμα