Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017


Η αγάπη είναι καταρχήν μια διαδικασία εξημέρωσης του νεωτερισμού, μεταμορφώνει το άγνωστο σε οικείο, το ενσωματώνει στη φυσική ροή των πραγμάτων. Αυτά έλεγε ο Πασκάλ Μπρυκνέρ στον <<άγιο ζιγκολό >> του. Ανύποπτοι κάποιοι ,περπατούν ως πολεμοχαρείς και ενημερωμένοι για όλα ,τοποθετώντας ταμπελάκια και κουτάκια σε ανθρώπους που ποτέ δεν αγάπησαν . Γκρεμίζουν ενώ δεν έχουν περπατήσει ποτέ τους σε ερείπια. Από τις μεγαλύτερες ηλιθιότητες που υπάρχουν, είναι αυτή, του να προσδίδεις ιδιότητες σε πρόσωπα που ποτέ σου δεν <<διάβασες>>. Μα και πως είσαι πολεμοχαρής ενώ δεν έκανες ποτέ σου έναν καθαρό πόλεμο με τον εαυτό σου; Και πως κρίνεις τα πάντα αφού η κρίση σου φτάνει ως την θέση της μύτης σου; Ας είναι. Οι δρόμοι κάποτε τελειώνουν. Εκεί θα φανεί η συγκομιδή κι η προσφορά του καθενός μας. Από όλα. . Εξάλλου φαίνεται εξαρχής ποιοί πολεμούν για να προκαλέσουν θόρυβο καλύπτοντας έτσι την ανυπαρξία τους και ποιοί είναι οι ήσυχοι πολεμιστές, αυτοί που προσπαθούν να λάβουν γνώση κι εμπειρία μέσα στον κόσμο και εκτός , η εποχή αυτή διαθέτει πολλές γνώμες, γνώση ελάχιστη.. Ας μην λυγίσουν οι άνθρωποι-δέντρα, είναι απαραίτητοι

Παράλληλοι ήταν οι δρόμοι μας, γραμμές τεθλασμένες στον χάρτη, μα όταν ανταμώσαμε είχα προλάβει να γευτώ το μήλο κι εσύ είχες ήδη ντυθεί με τα ρούχα που μια γριά μάγισσα σου έδωσε . Έλεγα θα προλάβουμε να προχωρήσουμε μαζί , μα μια θάλασσα με άγρια τριαντάφυλλα μας έσπρωχνε προς τα πίσω. Έλεγες πως ήμουν παιδί , ήξερα πως είμαι παιδί κι άρχισα να πιστεύω αυτά που μου έλεγες. Είχα βαθιά ανάγκη να πιστέψω σε κάποιον. Δεν ένιωσες πόση ήταν η ανάγκη μου . Όταν πια έφυγα κρατώντας το μήλο της γνώσης στην τσέπη μπήκα στο πλοίο και δεν κοίταξα πίσω.. Αν γυρνούσα, μέσα στο πλήθος, θα είχα δει πως δεν φορούσες πια εκείνα τα ρούχα.. Και ξέρω πως δεν αρκεί να είναι οι δρόμοι παράλληλοι, χρειάζεται και να θέλουν οι άνθρωποι να βηματίσουν ταυτόχρονα ή να δουν μια εικόνα μαζί. Το πλοίο ξεκινούσε οταν σκέφτηκα πόσο παράξενη είναι η ιστορία των ανθρώπων, η ιστορία του άνθρωπου

είναι αυτοαπασχολούμενος , καίει τους νεκρούς. Έχει μελετήσει καλά τον θόρυβο που κάνουν τα σώματα στην διάρκεια της καύσης τους, γνωρίζει την ακαμψία και τα άκρα που δεν σπάνε σε καμιά κίνηση. Γνωρίζει την μεταθανάτια έκφραση των προσώπων. Ξέρει την μυρωδιά που ανεβαίνει στον ουρανό καθώς η στάχτη μεταγγίζεται κάτω.. Μετά παίρνει τα ρούχα τους ευλαβικά και τα βάζει στην βάρκα με τα μπλε χρώματα που βρίσκεται σε μια λίμνη. Την ρουτίνα σπάει ένας κότσυφας που συντρόφευε τον Κάφκα. Τα γκριζόμαυρα μάτια του τα σκίζει μια λευκή λάμψη καθώς ξέρει πως ο κότσυφας θα τον ειδοποιήσει πότε θα έρθει κι η δική του ώρα.. Καίει τους νεκρούς γιατί κανείς άλλος στο χωριό δεν μπορεί να το κάνει.. Άκαφτος κόντεψε να φύγει ο δικός του πατέρας.. Ο ίδιος ήταν στα δέκα του χρόνια που έμαθε ρωτώντας τους άλλους και τον έκαψε . Κι ας ήταν σημαδεμένος από την βία . Όλο του το σώμα πληγές ξεθωριασμένες. Αλλά ο κότσυφας ήταν βάλσαμο για όλα

Πιστεύω πως το ξέρεις πως δεν είναι εύκολο ούτε βολικό να δεις κάτω από το δέρμα σου. Γιατί αν το καταφέρεις, θα δεις τις περισσότερες αποτυχημένες παραστάσεις που έστησες εσύ στον εαυτό σου, κραδαίνοντας ανθρωποειδή και κτήνη που για να τα αντέξεις και τάχα να τα αγαπήσεις , τα έντυσες με ρόδα και ανθολέμονα, τα έντυσες με μουσικές που ήταν ελεγείες προς τιμή μιας πανσελήνου που ούρλιαζε με δόντια κόκκινα. Εκεί ήσουν όταν έριχνες τις μάσκες τους, εκεί ήσουν όταν έφευγες τρέχοντας την ώρα της αποκάλυψης. Αλλά τώρα, πιο πολύ από ποτέ έρχεται η ώρα της απελευθέρωσης και της ελευθερίας σου από τις φρενιασμένες απάτες. Ψυχή αδάμαστη , διψασμένη για αγάπη, τώρα είναι η ώρα να ανοίξεις την πόρτα και να πάρεις φως. Γεμάτο είναι ότι δεν γεμίζει στην αρχή το συνηθισμένο μάτι στα θεάματα και τις περσόνες. Αρώματα, κοντρίτσες λεκτικές ίσα για να υπάρχουν, φλου ρεσιτάλ κακής υποκριτικής πιστεύω πως κατάλαβες ότι παίρνουν τέλος. Ναι, βρισκόμαστε πια στο τέλος εποχής. Το φίδι έβγαλε το δέρμα του, εμείς δουλέψαμε γερά τα σπλάχνα μας, τα λύσαμε, βάλαμε την καρδιά μας στην θέση της και πορευόμαστε στην ελευθερία. Και με μια κατάδυση άβολη αλλά απολύτως διαυγή βρεθήκαμε να βλέπουμε κάτω από το δέρμα μας. Κι έτσι μαθαίνουμε να αγαπάμε. Από την αρχή. Γιατί ως τώρα, μας βόλευε απλά να νομίζουμε πως αγαπάμε. Κι αν σε ρωτούσαν αν ήξερες την πορεία της ζωής σου από την αρχή ως το τέλος, τι θα άλλαζες, αυτό να έλεγες στον εαυτό σου, πως θα ήθελες να βλέπεις κάτω από το δέρμα σου λίγο καιρό πριν. Αλλά αυτό σημασία δεν έχει. Γιατί σκότωσες το τάχα μου και κατάλαβες τι είναι η αληθινή χίμαιρα. Είναι τέλος εποχής αγάπη μου, τώρα είναι η αρχή , αυτό να λες σε όποιον δεν βολεύεται να βλέπει, γιατί θα ξεβολευτεί απότομα όταν νοιώσει την αλήθεια. Ρίχνω την τράπουλα, μοιράζω τα χαρτιά ένα ένα. Παίζω αλλά βλέπω μαθαίνοντας... Ζω κάτω από το δέρμα μου.. ΑΓΑΠΗ

Ταπεινά ζουν οι εραστές και ταίζουν τα σπλάχνα τους με δύναμη που έρχεται από τα βουνά ,που ψηλά υπάρχουν. Ακουμπούν τους ουρανούς. Μετά όταν έχουν εμπλοκές μεταξύ τους ,καυτηριάζουν με την γλώσσα και τις λέξεις για να ξαναγεννηθούν κάτω από τα αστέρια. Αγκαλιάζονται με την θέρμη των λεόντων. Mιλούν ψιθυριστά, ξέρουν πότε πρέπει να σιωπήσουν. Ξέρουν πότε θα φωνάξουν ενωμένοι. Το σύμπαν συστέλλεται, ανοίγει και κλείνει το στόμα του για να υπαγορεύσει τις προϊστορικές μνήμες. Από κάτω εμείς, πότε πέφτουμε στα γόνατα και πότε πετάμε. Κι έτσι γίνεται και με τα παιδιά μας. Ο κόσμος έξω γίνεται κάθε ημέρα πιο εφιαλτικός. Οι τηλεοράσεις διδάσκουν θάνατο, καπνίζεις νωχελικά στον καναπέ και μια αληθινή σφαίρα ρίχνει κάτω έναν άνθρωπο. Θέλουν να μην σε θορυβεί πια ο θάνατος, ξέρουν αυτοί πως να πνίγουν εξεγέρσεις. Όμως υπάρχουν τρόποι να διασωθείς. Φύλαξε το μυαλό και την καρδιά σου καθαρά. Τους τζάμπα μάγκες και μαγκίτισσες πέτα στον κάδο των σκουπιδιών. Και τους δημόσιες σχέσεις πες τους πως οι σχέσεις δεν γίνονται δημοσίως γιατί λέγονται πόρνες, όχι οι ιερές..τις άλλες.. Πες τους να ψαχτούν τι είναι η αληθινή Καύλα της ζωής και άλλαξε δρόμο. Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί, έτσι έλεγε ο μέγας τονιστής των σιωπών... Κι έτσι έζησαν οι πριν από εμάς. Αλλά σαν μαλάκες αν ζήσουμε δεν θα υπάρχει σωτηρία. Ευχαριστω το 2016, μου πήρε αλλά έφερε και πολλά. Τα πιο σημαντικά ήταν αυτα που μου έφερε. Βλέπουμε, κοιτάζουμε. Ζούμε. Να ζήσουμε. Με αλήθεια, με Καύλα, με καρδιά και μυαλό. Το είπε εκείνος, σκέψου με την καρδιά, νιώσε με το μυαλο.. Αυτό είναι.. Καλές γιορτές. Και τον νου σας, κάντε πέρα τους τζάμπα μάγκες και τις μαγκίτισσες, κλαίνε μπροστά σε άλλον ´η δημοσίως; Σιγά, ούτε φαντάζονται τι σημαίνει αυτό, τι ευλογία για όποιον αφήνεται να του συμβεί και σε όποιον το κοιτάζει και το νιώθει. Και που είστε; Μην σας παραμυθιάζουν με την ενσυναίσθηση..καραμέλα το έχουν.. Ευγνώμων για αυτούς που ξέρουν.. Πισω απο την γυάλινη οθόνη υπάρχει ένας άνθρωπος. Περάστε όμορφα.. Αγαπήστε, αγαπηθείτε. Χωρίς έλεος.. Πόπη ,όπως ας πούμε Καλλιόπη

Στόλισα στην κιθάρα μου λίγες χριστουγεννιάτικες μπάλλες και την έβαλα στην άκρη του δωματίου. Έβαλα τα λαμπάκια πάνω από έναν πίνακα. Κράτησα τις σιωπές μου λαμπρές, σαν πυγολαμπίδες. Ταξικό είναι το μίσος , είπε ο τελευταίος της πλατείας λίγο πριν κρεμαστεί κι η μνήμη του φαρμακοποιού που αυτοκτόνησε- απέναντι από την βουλή- με ένα περίστροφο, αντεστραμμένη προς τα μέσα. Μέσα σε τόσα κλειστά μαγαζιά και άδειες θέσεις κανείς δεν θυμάται πια. Η χώρα σιωπά, όλες οι χώρες σιωπούν κι οι τραπεζίτες τακτοποιούν λογαριασμούς και ξυρίζουν αποταμιεύσεις. Κουρεία συναισθημάτων ο κόσμος πιο πίσω.. Μια μικρή γιορτή με κρασί θα κάνει για λίγο να ξεχαστούν οι λύπες κι οι ήττες. Ήττες σε πρώτο ενικό. Ήττες σε πρώτο πληθυντικό. Το μίσος είναι τοξικό ,σκέφτηκα ,ενώ τακτοποιούσα τα βινύλια. Η ουτοπία ενός μελλοντικού, αληθινού αναρχικού κόσμου, είναι ουρανός λευκός. Μα τα σύμβολα είναι υψωμένα. Οι άστεγοι παγώνουν μαζί με τους σκύλους συντρόφους τους, πεινάω, γράφει ένα χαρτόνι μπροστά από το πλαστικό ποτήρι. Ο σκύλος, με κοίταξε με ευγνωμοσύνη καθώς άφησα ένα κέρμα. Υπάρχει κανείς να γεμίσει με κρασί όλα τα άδεια πλαστικά ποτήρια; Υπάρχουμε σαν μαριονέτες, κινούμαστε σε ένα ατελείωτο κουρείο αισθημάτων. Καμία αισθηματική αγωγή δεν θα το γκρεμίσει όσο το μίσος είναι ταξικό. Παίξε Μπομπ, η παρέλαση του χρόνου τελειώνει με ένα ρέκβιεμ. Παίξε την ορχήστρα του πλανήτη επικοικωνιακέ κυβερνήτη, μίλα για Δημοκρατία κι ελευθερία. Με δόξες και τιμές θα θαφτείς όταν θα έρθει η ώρα. Αλλά κι εσύ μαζί με όλους θα βρεθείς, κάτω από το χώμα.. Λίγος ουρανός και χώμα μας ενώνει. Το αίμα υπάρχει σαν αόρατη απειλή, μόνο τα σύμβολα το ξεβράζουν στους δρόμους και τις ακτές. Τι σπανιότητα σαν είδος ο άνθρωπος ..μια διαρκής επανάληψη και τίποτε άλλο. Ο απολογισμός; Αφήστε τα ζώα να σας διδάξουν πως θα πάψετε να είστε μόνοι σας. Τα έχουν δει όλα τα μάτια τους

Θλιβεροί κι ανόητοι είναι όσοι βαπτίστηκαν αδέσποτοι παρατηρώντας επιφανειακά τα πουλιά και τα άστεγα ζώα της πόλης. Αυτοί που με λιγωμένο βλέμμα δεν χόρτασαν ψυχή. Όσοι δεν περιφρούρησαν την πίστη τους στο ανθρώπινο είδος ακούγοντας αυτό που υπάρχει πίσω από την διαίσθηση. Όσοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα στην ευτυχία επηρεασμένοι από τις μικρές και μεγάλες ήττες τους. Όσοι δεν ξέρουν να ακούνε κάποιον άλλον εκτός από τον εαυτό τους. Όσοι δεν άγγιξαν μια χορδή κάτω από ένα πουκάμισο. Δυστυχισμένοι αιώνια αυτοί που δεν παραδέχονται πως είναι άρρωστοι. Θλιβεροί κι ανόητοι μέσα στον αυταρχισμό τους αυτοί που ψάχνουν υπόβαθρα μόνο μέσα σε τέσσερις διαστάσεις. Ποτάμια είναι οι ημέρες μας κι οι ώρες μας τριγμοί. Κρατήστε λίγη λύπη για όλους αυτούς. Μα μην ακούτε τις φωνές τους σαν να ακούτε σειρήνες στην θάλασσα. Υπάρχουν χιλιάδες άστρα για να ακούσετε

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016


Η εποχή αλλάζει, αυτοί που οσμίζονται καλά πίσω από τα κλειστά χαμόγελα ,λένε πως ο κύκλος των ανθρώπων τελειώνει. Αυτοί που έκαναν θρίαμβο τις ήττες τους και βρέθηκαν στις κατακόμβες, αυτό λένε. Κάποιες φορές, οι κατακόμβες είναι μια σωτηρία γεμάτη φως κι οι ήττες γνώση του πόνου, της αγάπης και της ηδονής. Επικρατεί η ασθένεια της αγλωσσίας, δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγραφεί σωστά η ηλιθιότητα του δίποδου ζώου που ονομάστηκε άνθρωπος. Ο πλανήτης΄φοράει αντιασφυξιογόνα μάσκα και περπατάει στα τυφλά. Η ασθένεια της τυφλότητας δεν παίρνει από αντιβιοτικά. Τόσα βουνά από κόκκαλα στα κρεματόρια και τόσο αίμα χυμένο στους δρόμους των πολέμων δεν μπόρεσαν οι λέξεις ως φαίνεται να περιγράψουν στους επόμενους. Κι έτσι, ενω ο πόλεμος έχει μόνο θύματα, παίρνουν νόμπελ ειρήνης αυτοί που γέμισαν πίδακες αίματος μέρη χωρισμένα στα δυό..απλά επειδή σύναψαν κάποια συμφωνία παύσης.. (Ποιός χέστηκε για τα νόμπελ αγάπη μου) Η τραγικότητα δεν περιγράφεται, την ζεις κάθε ημέρα που η ζωή σου εξαρτάται από έναν ηλίθιο που θα πατήσει ένα κουμπί. Οι ειδήσεις είναι πύργοι οργίων. Τα χρήματα είναι πηγή δυστυχίας και έλεγχου των μαζών. Σε λίγο, το πολύ πολύ ,να χωριστούν οι πόλεις με συρματοπλέγματα, εδώ ζουν και διασκεδάζουν οι πλούσιοι, εκεί ζουν και υποφέρουν με άρρωστες σάρκες οι φτωχοί. Η καρδιά έκλεισε, όποιος περιφέρεται με την δική του ανοιχτή το μόνο που θα δει είναι πόσο εκτίθεται περιφερόμενος έτσι. Οι εξαιρέσεις, απειλούνται σαν είδος σε εξαφανιση. Η εποχή αλλάζει, διάγουμε βίο προς το τέλος της. Τρομάζω να βλέπω τον ανθρωποπλανήτη να είναι σαν ένας σκορπιός που μπήγει το κεντρί με το δηλητήριο μέσα του. Γιατί αυτό κάνει αιώνες τώρα το είδος μας, σκοτώνει τον εαυτό του εφευρίσκοντας αφορμές. Εγώ σαν ένας σκορπιός που ξέρει πόσο τοξικό είναι το κεντρί , με απάλλαξα, σαφώς όχι ανώδυνα. Το κεντρί ,προσπαθώ να το κάνω γνώση, αγάπη,εμπειρία και ζωή. Θα θαυμάζω τους ερημίτες καλλιτέχνες και τους καταραμένους των γραμμάτων πάντα θα αναζητώ ,για να δεχτώ λιγο φως. Σε τούτη την χώρα που περισσεύει το φως επικρατεί η συσκότιση.. Αλλά δεν γεμίζω ενοχές που κατοικώ εδώ, βλέπω κι όλοι οι άλλοι που πηγαίνουν.. Η ανθρωπότητα κοιμάται, ςςςςςςςςςςςςςςςςςς, μην την ξυπνάτε. Βλέπει όνειρα πως θα ξεφύγει από την μελαγχολία της. Χαχαχχαχαχα, ιλαρή η τραγωδία της. Μα δεν θα φορέσω πένθος, θα φτιάχνω συμμορίες γλυκιές για να αντέξω να ζω. Και να λέω, ανάθεμα ,πόση βλακεία χωρά στο μικρό μας κεφάλι.. Απέραντη είναι ,και έχει αχνό πράσινο με σπαρμένο καφέ, κόκκοι από σκατά που παλεύουν να φορέσουν δέρμα και οστά. Κι αυτή η λέξη, η αγάπη ρε φίλε, πως λιθοβολήθηκε, στον πάτο της σκιάς μας βασιλεύει, υποφέρει μα δεν μιλάει. Παλεύει με την αγλωσσία που αδίστακτα της υπέβαλαν. Στην υγειά μας, μάλλον μπήκε τώρα το Φθινόπωρο, το έπιασες

Δεν θα είμαστε για πάντα νέοι ,ώστε να αντέχουμε τα δηλητήρια, ο θάνατος θα στρώνει, κόκκινο χαλί στο σαλόνι ,ένα Κυριακάτικο απόδειπνο που θα διαβάζεις στην εφημερίδα την αγγελία της φυγής μου από τα εγκόσμια, πολλά θα μας συμβούν , μόνο κοίτα, μην πεις πως δείλιασες να ζήσεις. Κι αυτοί που φόρεσαν πένθος, αντί για το πρόσωπο της δειλίας τους, για εμάς να μην κλάψουν. Σαν τα ευχαριστώ και τα παρακαλώ θα είναι το δάκρυ τους, σκότωσε τους, πριν καταφέρουν αυτοί να σε σκοτώσουν

Να υπάρχω σε κάτι που αξίζει, αυτό θέλησα, με δόντια και με νύχια να μετρώ τους μετεωρίτες που ούρλιαξαν λίγο πριν χαθούν. Δεν επιθυμώ κάτι άλλο, να με αγαπούν ή να με μισούν, οι ενδιάμεσοι σταθμοί είναι αδιάφοροι. Η αιδώς δεν είναι δημόσιο θέαμα, πάψτε λοιπόν , μια νύχτα τα όνειρα σας θα επιστρέψουν χτυπώντας το στήθος σας

Popi Synodinou 22 Οκτωβρίου στις 3:20 μ.μ. · .. Να τιμάτε τις πόρνες που είναι ιέρειες και τους άντρες που ερήμωσαν τις ψυχές τους λευτερώνοντας ήλιους, των δημοσίων ουρητηρίων την αψιά οσμή μην προσπερνάτε με αηδία κάποιος δυστυχής πέρασε απο εκεί ξερνώντας πόνο, χορέψτε με πλήρεις μετωπικές συγκρούσεις, ετούτος ο κόσμος είναι ένα πορνείο χωρίς ιερά, ούτε όσια, χειρόγραφα κρατούν στα χέρια τους οι άθλιοι των ανθρώπων, κλάψτε με θόρυβο για την Υεμένη κι όλες τις αποικίες των κρατών που οι κυβερνήτες τους είναι τύραννοι. Οι εραστές που άκουγαν τζαζ και άριες κοιμούνται στα γκρεμίσματα, σκέψου πριν γίνεις αποσύνθεση , ανήκεις στην πλειοψηφία των λίγων; Ομπάμα σε περιμένω

Το απάνθισμα της ανθρωπιάς βρίσκεται όταν με εξαντλητική υπερβολή ψάχνεις και βρίσκεις αυτό που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άκρα. Θέλει υπομονή,σοφία, ρίσκο και θαυμασμό στην ζωή για να μην το ξεχάσεις . Ότι σε φωνάζει στην αντίθετη πλευρά παραμέρισε, χωρίς να μετράς απώλειες. Ο δρόμος μας είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα, μάθε να περπατάς, μίλα σε όλες τις γλώσσες για να καταχωρήσεις ύπαρξη. Τους μεταφραστές που δεν είναι <<κοσμικοί>. αλλά από θέση μένουν ερημίτες να τους σέβεσαι και να τους αγαπάς. Τους μιμητές και τους αντιγραφείς της ελευθερίας και της τέχνης , μην τους μετράς , μέτρα την πτώση τους στον χρόνο, στο τέλος θα μείνει ότι είναι αυθεντικό. Τα άλλα παραγράφονται από την μνήμη όταν αυτή δεν είναι επιλεκτική. Βηματισμός

Άνθρωποι οικείοι κι αγαπημένοι, είναι αυτοί που αν μιλήσεις μαζί τους μετά από καιρό ,ανακαλύπτεις πως απλά συνεχίζεις από εκεί που έμεινες σαν να μην προέκυψε απουσία μέσα στον χρόνο, άνθρωποι που δεν τους χωράνε οι λέξεις, άνθρωποι που τους λες αδέλφια, πριν τους γνωρίσεις. Ελάχιστοι ,αλλά αρκετοί για να αντέχεις όσα χρειάζεται να αντέξεις.. Δεμένοι σφιχτά με μετάξια..

Πολλά τσιγάρα ξοδεύτηκαν στις υποκειμενικές υποθέσεις της μνήμης κι ο ουρανός της Κυριακής καπνίζει με μανία . Ντουμάνι οι αισθήσεις να παλεύουν με τις λέξεις, ας σωθεί ότι σε κρατάει ζωντανό

Kαθόμουν απέναντι του, δεν τον πρόσεξα από την αρχή καθώς μια μελαγχολία τύλιγε τα σπλάχνα μου, έφευγα βλέπεις από τον αγαπημένο μου τόπο. Όταν τον είδα πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά με διαπέρασε ένα άγνωστο ρίγος. Ηδυπάθεια , ηρεμία στα μακριά δάχτυλα του καθώς έφτιαχνε τα μαλλιά του πίσω, μια έκσταση και μια βαθιά μελαγχολία αλλά πίσω από αυτά ένας ζωώδης μαγνητισμός που με τραβούσε καταπάνω του. (Δεν είναι ευγενικό να με κοιτάς πίσω από τα γυαλιά), είπε και ευχήθηκα ένα τσουνάμι να με τραβούσε μαζί με το καράβι στον βυθό. Έκανα την αδιάφορη χωρίς να νιώθω καμιά σιγουριά. Ζητήματα αμφιβολίας και υπαρξιακής αναζήτησης ήδη με καταδίωκαν. Το αγρίμι της επιθυμίας έβαζε βαθιά τα δόντια του μέσα μου κι έμεινα να απολαμβάνω το δάγκωμα του. (Δεν είχα καμιά πρόθεση να σε ενοχλήσω), είπα με ειλικρίνεια. Κατέβασα το κεφάλι και χαλάρωσα γιατί τον είδα να σκύβει επάνω σε μια τσάντα και να αφήνει την δραματική ένταση του βλέμματος του από επάνω μου. Κι εγώ αυτόματα πήρα το σημειωματάριο μου κι άρχισα να καταγράφω τα συναισθήματα που μου ξυπνούσε αυτός ο άντρας. Δεν σήκωσα τα μάτια μου, τρέμοντας μην συναντήσω τα δικά του, άκουγα μονάχα νευρικές γραμμές και διακλαδώσεις να τραβιούνται επάνω σε χαρτί με μολύβι, μύριζα σχεδόν την τριβή, κι εκείνον τον μύριζα, μπορούσα να μυρίσω κάθε του τρίχα που είχε αφεθεί στον αρμυρό αέρα, μπορούσα να μυρίσω τα σωληνάρια του χρώματος που είχε πιάσει μέρες πριν. Τον ξανακοίταξα, ήταν σαν να τον ξέρω, ξαφνικά ένας άνεμος έξω από το παράθυρο του πλοίου, με βεβαίωσε πως το ίδιο θα σκεφτόταν κι εκείνος. Η ένταση της μαγνητικής ερωτικής του επίδρασης κλιμακωνόταν, απολάμβανα την εξερεύνηση σαν γυναίκα και σαν παιδί. Με κοίταξε, χιλιάδες πεταλούδες στάθηκαν στην κοιλιά μου, βλέμμα γοητευτικό, μάτια που μιλούν ξερές αλήθειες αλλά και ένας αντρισμός σέπιας, διεκδικητικός, μάτια που μαρτυρούσαν πόσα γυναικεία σώματα είχαν μαζί του σκορπιστεί στα αστέρια. Είχαμε καρφωθεί ο ένας μέσα στον άλλον, ήταν μια τέλεια ταντρική συνύπαρξη αυτό το αντάμωμα, ήξερα πως για να σωθώ μπορούσα να γινόμουν μια αράχνη και να τον τελειώσω, όμως δεν ήθελα, η χαρά κι η λύτρωση μου εξαρτιόταν ολότελα ξαφνικά από αυτόν. Απλά μιλούσα από μέσα μου και του έλεγα πως δεν θα είμαι εύκολος αντίπαλος, μετά σκέφτηκα πόσο βλακώδης είναι μια τέτοια σκέψη, όχι αντίπαλος, παίκτης, μετά εραστής, μετά αγάπη. Ή πρώτα αγάπη και τούμπαλιν; Εγραφα γι αυτόν κι εκείνος με ζωγράφιζε, μια ηλικιωμένη που πλησίασε για να καθίσει κοντά μας προφανώς νοιώθοντας την τρομερή μας ένταση άλλαξε θέση. Τα δάχτυλα του καίγανε καθώς έτρεχαν στο χαρτί, και τα δικά μου τρέχανε, τρέμαμε κι οι δυό, οι ανάσες μας είχαν συγχρονιστεί σε μια, ήταν σαν να είχαμε μπει ο ένας μέσα στον α΄λλον και χορεύαμε αφήνοντας υγρά οσμές και λάβα. Το πλοίο αγκομαχούσε μαζί μας. Τώρα είχαμε γίνει δυό λύκοι που βροντούσαμε την γη με τα πόδια μας. (Να είσαι δικιά μου), ψέλλισε και συνέχισε να ζωγραφίζει και να με αρπάζει με αυτό το φρικτά ωραίο βλέμμα. (Είμαι, πες μου πως σε λένε); είπα σχεδόν παραδομένη σε κώμα.. (Νοέμβρη), μου είπε Και τότε κατάλαβα πως ζωντάνεψα ,ενώ κοιμόμουν χρόνια πριν. Τον είχα δει σε κάποιο όνειρο μου, τότε που ανέβαινα στο άλογο μου παιδί, από τότε τον ήξερα. από τότε τον ζητούσα. Και τίποτε δεν θα ήταν πια εύκολο. Η φωτιά ήδη μας έπαιρνε, το νερό θα την έσβηνε αλλά θα την δυνάμωνε ο αέρας και θα την πήγαινε στην γη, ύστερα θα γινόμασταν ξανά νερό και θα τραβούσαμε περήφανοι στην θάλασσα, περήφανοι και πλήρεις.. ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ ΥΓ. ο πρώτος ενικός δεν αυθαιρετεί και δεν δηλώνει οτιδήποτε

Η ζωή που σε πιέζει να την ζήσεις ολοκληρωτικά και συνεχώς σου παραθέτει παραδείγματα που δεν έχουν να κάνουν με τον χρόνο της φθοράς Η ζωή που την βρίζεις ή την ευγνωμονείς γι αυτό ακριβώς, την δύναμη της πνευματικής αφθαρσίας , αυτό λέγεται μαγεία κι εσύ είσαι ο αποδέκτης κι ο εκτελεστής όλων των ιεροτελεστιών της. Η μαγεία δεν παύει ποτέ να υφίσταται όσο υπάρχουν μύστες και μυημένοι ,ανήσυχα μυαλά και καρδιές γενναιόδωρες. ευγνωμοσύνη

Την τελευταία γκέισα της πόλης, την σκότωσα με ένα τριαντάφυλλο μαύρο, περπατήσαμε σε κάτι στενά δρομάκια και κοιτούσαμε ένα φεγγάρι πνιγμένο σε μια θολή αύρα, άνθρωποι χωρίς πολιτισμό μόλις έβγαιναν από το ξακουστό μουσείο, (άκου ωραία μου, δεν υπάρχει καιρός για γκέισες κι ο τελευταίος σαμουράι δίδαξε τις χορευτικές φιγούρες στους ηθοποιούς του Ταραντίνο , είναι ώρα να φυγαδευτείς μακριά), της είπα και άνοιξα σιγά σιγά την τσάντα μου οπλίζοντας το χέρι μου με το τριαντάφυλλο, ( όμως ο τελευταίος των σαμουράι αποφάσισε να επιζήσει, διόλου παράξενο, αντίθετα θα μου έκανε εντύπωση αν διάλεγε να φύγει, κάποιος χρειάζεται να μείνει πίσω για να ανάψει τα φώτα όταν σβήσουν επιπλέον χρειάζεται να μείνει για να διηγείται την ιστορία στους ανιστόρητους), μου είπε κι έκανε πιό γρήγορα βήματα δίπλα μου,άκουγα την ανάσα της να βασανίζεται προσπαθώντας να με φτάσει. Της ξαναμίλησα για τον Νικολαίδη, μου είπε πως τα έχει ακούσει χιλιάδες φορές από εμένα αυτά, (αυτά ποιά αυτά, υπάρχουν πράγματα που τα χρειάζεται η μνήμη μου για να αντέξω εμένα κι αυτό το φριχτό πράγμα που λέγεται ζωή), της είπα χωρίς εμπάθεια, (δεν αντέχεται η ζωή χωρίς εμάς τις γκέισες του πλανήτη, είμαστε εδώ γιατί οι άντρες έχουν φτάσει να μισούν το φύλο τους, αρκούνται σε μια στύση, ένα κεφαλοκλείδωμα χωρίς δόντια και μόνο με γλώσσα και πιστεύουν πως τελείωσαν με τον έρωτα), ( άστα γιατί κι οι γυναίκες περιμένουν συναισθηματικές , υλικές επενδύσεις και λογάκια για να καβαλικέψουν τον ναρκισσιμό τους και να δώσουν το φύλο τους στην τελική), της αντιγύρισα. Τότε ακριβώς έπιασε να βρέχει, μια άγρια βροχή κάτω από το σκονισμένο φεγγάρι, πράγμα παράξενο, μια μπόρα που μας ανάγκασε να προσφύγουμε κάτω από ένα παλιό κτίσμα για να προφυλαχτούμε, κάτω από το ηλεκρικό φως είδα τα μάτια της, έλαμπαν σαν της γάτας κι απέπνεαν μια ζωώδη δύναμη, μπορούσα να αναπνεύσω μέσα τους, σήκωσα το τριαντάφυλλο και την χτύπησα δυνατά στο μάγουλο, τόσο δυνατά και τόσο πολλές φορές που τα πέταλα του διαλύθηκαν κι άρχισαν να πέφτουν κάτω. Χωρίς ένα δάκρυ έσκυψε και τα μάζεψε, τα έσφιξε στο χέρι της και μόλις άνοιξε την παλάμη της είδα το λουλούδι όπως ήταν αρχικά, σαν να μην συνέβη τίποτε, σαν να μην καταστράφηκε ποτέ, την φίλησα στο μάγουλο, (συγγνώμη, απλά θέλω να κατέβω από αυτόν τον πλανήτη γιατί ζαλίζομαι και δρω σπασμωδικά), είπα κι άρχισα να κλαίω με το στήθος. Με το στήθος έκλαψα κι εκείνη μου φίλησε το χέρι, (δεν είναι ώρα ακόμη να φύγουμε), μου είπε κι αυτή η τρυφερότητα του πληθυντικού ,μου έσκισε την καρδιά. ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ ΘΕΕΕΕΕ ΜΟΥ ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΕΕΕ, ούρλιαξα και κοίταξα το φεγγάρι, είχα ξαφνικά τόση αγάπη που έπεσα στα γόνατα... Απόκριση

Είναι εκεί, δίπλα στο παράθυρο, οι αποσκευές της περιμένουν να αποδράσουν. Η φυγή είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, σκέφεται, το να μένεις και να διαπιστώνεις πράγματα που δεν είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό σου ,και να τα βλεπεις κατάφατσα ,αυτό είναι το δύσκολο. Είχε ηττηθεί, αλλά αυτό δεν την έκανε να πίνει δηλητήρια, χαιρόταν που ακόμη ζούσε διατηρώντας σώα την διανοητική και συναισθηματική της αθωότητα ενώ είχε διδαχτεί ένα ακόμη μάθημα γύρω από τα ανθρώπινα... Σαφείς οι υπαινιγμοί, μέσα της, για μια καλύτερη ζωή. Μάζεψε τα έντερα της, το συκώτι της, το στομάχι και την καρδιά της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο κόσμος έξω υπήρχε σε συστολή και διαστολή, τον άκουγε, σήκωσε την βαλίτσα της και προχώρησε μέσα στο δωμάτιο. Αν μπορούσε κάποιος να δει, θα έβλεπε την βαλίτσα άδεια. Επίσης αν κάποιος μπορούσε να διαβάσει προσεκτικά τα μάτια της μια και στα μάτια είναι όλα γραμμένα θα διαπίστωνε με ευκολία πως αυτή η γυναίκα ήταν αυτό που λέμε φευγάτη από μόνη της. Αυτό έλκυε και τρόμαζε ταυτόχρονα τους άλλους.. - Η μικρή ιστορία μιας φωτογραφίας

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016


Τα ρομάντσα της καλής καρδιάς τα ξέχασες, βγάζεις τα ρούχα σου και πέφτεις σε μια άγρια θάλασσα από δέρμα, καθώς ανακατεύεις την επιδερμίδα της με τα δάχτυλα σου, λευκοί κρίνοι βγαίνουν τρομαγμένοι πίσω από τα ρούχα της. Κοιτάζεις, βλέπεις, καθώς ανακατεύεις την επιδερμίδα της με τα δάχτυλα σου, λευκοί κρίνοι βγαίνουν τρομαγμένοι πίσω από τα ρούχα της. ΔΕν είναι εντελώς γυμνή και δεν είναι χαρούμενη. Δεν είσαι εντελώς γυμνός και δεν είσαι χαρούμενος. Ανήκετε στο είδος αυτών που δεν τους ενδιαφέρει η εκόνα των άλλων για εσάς... Δεν ζείτε όπως οι άλλοι αρέσκονται να πιστεύουν για εσάς.. Τα ωραιότερα ταξίδια είναι αυτά που κάνουμε μέσα στους άλλους ανιδιοτελώς, σκεφτεστε, με πάθος και υπέρβαση, αλλά δεν το λέτε δυνατά, κι ίσως ένας από εσάς, θα πάρει το αυριανό καράβι και θα μπει στο ηχηρό στόμα του... Αμοργός 22-8-2016

H Kίκο, ζούσε σε ένα σπίτι κοντά στην θάλασσα. Τα έπιπλα, τρώγονταν σιγά σιγά από το σαράκι κι ο γάτος της συχνά το έσκαγε από το ανοιτχό παράθυρο. Τα ποτρέτα των γονιών της στον τοίχο, πίσω από την κορνίζα, έμοιαζαν σαν να βγάζουν υγρασία από τα μάτια τους, ήταν παράξενα τα σημεία που ήταν νοτισμένο το χαρτί. Η Κίκο, είχε έρθει σε αυτήν την μεριά του Αιγαίου, ρίχνοντας σε έναν απλωμένο χάρτη στο πάτωμα ,ένα νόμισμα που έδειξε το σημείο αυτό. Ταξίδεψε από τους δρόμους των κερασιών για να έρθει στα στενά με τα φραγκόσυκα και τις πέτρες. Όταν δεχόταν επάνω της τα ανδρικά κορμιά μπορούσε να ξεχάσει αυτόν που της είχε μάθει να μιλάει με την γλώσσα των πουλιών. Γιατί κάθε τους άγγιγμα ήταν και μια διαφορετική νότα , έκαναν έρωτα με την καρδιά τους, τα οστά τους, το δέρμα και τα μάτια τους. Από αυτόν είχε μάθει πόσο πονάει η ηδονή. Αλλά εκείνος είχε διαλέξει κάποια άλλη για να ζήσει, που διέθετε σπίτια με κήπους ολάνθιστους και χρυσό. Η Κίκο περιφερόταν στην παραλία την Άνοιξη με τα χέρια της μπλεγμένα μπροστά της και κοιτούσε αφηρημένα τον ορίζοντα, λες και εκείνα τα περαστικά καράβια θα μπορούσαν να ξαναφέρουν κοντά της αυτόν που της έμαθε τι είναι ο πόνος η προδοσία και η απόλυτη παράδοση σε έναν άνθρωπο. Ήταν σαν να υπήρχε στους δρόμους των κερασιών αφημένο το άλλο της σώμα. Αυτός που γνωρίζει να διαβάζει τα μάτια, ξέρει πως είναι το να ζεις με το μισό σου κορμί. Η μόνη της χαρά, ήταν όταν προετοίμαζε τον εαυτό της σαν ερωμένη. Σιγά σιγά είχε μάθει τους άντρες , ετούτης της νερένιας κουκίδας με τους γλάρους, να μην τρώνε βαριά φαγητά όταν την επισκέπτονταν. Τους έλουζε απαλά και τους τραγουδούσε για να πάρει τα βάσανα τους και να τους ελαφρύνει το βάρος της ύπαρξης. Οι γυναίκες τους δεν μιλούσαν, γιατί στο βάθος ήξεραν να την φοβούνται, ήξεραν πως οι άξεστοι τρόποι των αντρών τους στο κρεβάτι είχαν αλλάξει εξαιτίας της. Οι καπετάνιοι μόλις έφταναν από τον άγριο Ατλαντικό το πρώτο που έκαναν ήταν να χυθούν στα μετάξια του κορμιού της και να χαθούν εκεί πετώντας μαζί της. Η γκέισα του νησιού, μια φορά σκαρφάλωσε σε ένα ύψωμα άγριο και βρήκε έναν χρυσαετό να φυλάει τα μωρά του, κοιτάχτηκαν για λίγο σαν να αναμετρήθηκαν, κι ενώ στην αρχή το πτηνό έδειξε άγριες διαθέσεις μόλις την άκουσε να τραγουδάει με την γλώσσα που της είχε μάθει ο αγαπημένος της έπαψε να την απειλεί και μετά από πολλές ημέρες έψαξε και την βρήκε στο σπίτι της, πετούσε από επάνω της ώσπου κατέληξε να κάθεται απαλά στον ώμο της. Πολλοί που ειδαν το θέαμα είπαν πως θα ήξερε μαγικά, μόνο οι εραστές της ήξεραν την αλήθεια. Πως αυτός που έχει πονέσει σε όλες σχεδόν τις διαβαθμίσεις του πόνου και δεν θέλει να τον γυρίσει πίσω σε κάποιον άλλον ,ξέρει να επικοινωνεί και να ημερεύει τα άγρια ένστικτα κι ας ξέρει πως έτσι εκθέτει τον εαυτό του σε μεγάλους κινδύνους. Η Κίκο έζησε πολλά χρόνια στο νησί αυτό, τις νύχτες έπινε ούζο αντί για σάκε και κοιτούσε τα καράβια που χάνονταν πίσω από τα βράχια, κοιτούσε τα αστέρια που τα κατάπινε ο ουρανός. Και ζούσε μόνο για να δίνει ηδονή και χαρά. ΚΙ ήταν γνωστό πως αν και σκορπισμένη ανάμεσα σε τόσα σώματα ήταν μια ερημίτισσα. Βαθιά ερημίτισσα... -Η γκέισα των νησιών