Τρίτη 13 Αυγούστου 2019


ο Κόσμος μας ανήκει, όταν ανήκουμε στον εαυτό μας. Σκούπισε τα μάτια σου και πάρε το μονοπάτι των λυγμών. Ότι μας ανάθρεψε είναι το δάκρυ. Ότι μας φώτισε είναι το γέλιο. Γελοίοι άνθρωποι προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε πως ότι διέσχισαν σε δρόμους ήταν σαν γυμνοσάλιαγκες. Δεν μας περισσεύουν οι ενοράσεις. Ούτε η βαθιά πτώση και άνοδος με το τρίτο μάτι, εκείνο που δεν κατέστρεψε ο πολιτισμός. Όσο θα ζω στον κόσμο θα διηγούμαι αυτό που ζω. Μα πρώτα να ζήσω. Να ζήσω επιμένοντας σε μια πνευματική επάρκεια χωρίς να εξασφαλίζω πως ξέρω. Θα ζησω. Τίποτε δεν ξέρω. Κάθε ημέρα όλα αλλάζουν. Το σώμα μου αλλάζει μαζί με το σώμα της γης. Πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις, θα ξεμπερδέψω με τους μύθους που κρύβουν την αλήθεια. Πως ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος. Αυτό θέλουν να κρύψουν, να μην θυμίσουν. Σε αγαπώ!

Όταν έρχομαι στο νησί αγριεύω, πίνω ποτά με ρυθμούς αλόγου σε καλπασμό, παίρνω την Κίκο στα χέρια μου και προσπαθώ μάταια να της δείξω πως έχω στις παλάμες μου όλα τα αγγίγματα των ηλικιωμένων αντρών με την τραγιάσκα. Ότι ο βασιλιάς Έλβις ζει ακόμη στο στήθος μου μαζί με όλους αυτούς που κάηκαν νωρίς. Ζω στα βράχια, τα νησιά με κυκλώνουν ασύστολα με τον ήλιο να με γδέρνει επιτακτικά. Ζω χωρίς την συστολή της πόλης κι έχω όλη την διάθεση να μην είμαι εγώ αλλά όλοι μαζί. Καπνίζω πολλά τσιγάρα ταυτόχρονα, ακούω μουσικές χωρίς όρια, η θάλασσα βρυχάται στο μέρος που κοιμάται εκείνη που κάποτε αγάπησα. Την αγάπησα γιατί δεν μπορούσε να με αγαπήσει, μετά από λίγο καιρό αυτό έγινε και τότε αυτόματα κατάλαβα πως άδειασα από την ανάγκη της αγάπης της. Ταίζω τις γάτες και κολυμπάω με τα ψάρια. Ζει ο Έλβις. Ο Έλβις ζει στις ΚΥκλάδες. Αρπάζει ένα δελφίνι με την δύναμη ενός Έλληνα αρχαίου ήρωα και ανεβαίνει επάνω του. Καίγομαι μαζί του εξαντλητικά. Τα εξαντλώ όλα στις ελιές. Εκεί θάβω τις στάχτες μου. Δεν θέλω να θυμάμαι πως είμαι άνθρωπος. Μα ξυπνώ το πρωί και αντιλαμβάνομαι με έκπληξη πως δεν είμαι παρά ένας σουμιές στο στρώμα. Και πάνω μου είναι ένας άγνωστος άντρας με μια γυναίκα που την λέει Κίκο. Και δεν μπορώ να ξεφύγω από τα αγκαλιάσματα τους και την έπαρση του έρωτα τους..

Σε ένα νησί της άγονης, μπορείς να κρύψεις τα ίχνη σου. Και μπορείς να φανερώσεις τον εαυτό σου όπως είναι. Να γίνεις η πεταλούδα του Σαχτούρη και του Μπόρχες. Να διώξεις τα περιττά και τα φλύαρα που επιζητούν να κρύψουν. Αυτό που είναι ,αυτό υπάρχει. Τα άλλα διανύουν έναν κύκλο και πεθαίνουν..

όλες εμείς, οι αξιότιμες, καθισμένες στις καρέκλες ενός καφενείου στο νησί ,άδειο από πελάτες , εμείς που ζητάμε έναν μεζέ με αξιοπρέπεια και γοητεία, με τα μάτια μας γεμάτα από τα φεγγάρια του Αυγούστου, απλωμένες στην ραστώνη του θέρους, χαμογελούμε τρυφερά σε αυτόν που γνωρίζει πως να μας δώσει το χάδι, κοιτάζουμε διερευνητικά κι απειλητικά έναν σκύλο που μας πλησιάζει, σκοτώνουμε τα έντομα κάνοντας απλωτές στον αέρα, εμείς που ζούμε ελεύθερες και γνωρίζουμε κάθε ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται στα λιμάνια, γιατί εμείς κάποτε, ζούσαμε σαν ιέρειες του έρωτα. Και πολλά γνωρίζουμε, γι αυτό μαγνητίζουμε με το βλέμμα μας και η αράχνη υποκλίνεται . Κι η γυναίκα ερωμένη, σαν εμάς περπατάει στην κάμαρα, σαν αιλουροειδές σε επιθετική αναμονή.. οι Γάτες

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019


H γενικευμένη εκπολιτισμένη απάθεια της κοινωνίας της πόλης με σπρώχνει μακριά. Όλα τα εγκλήματα που κρύβονται ή περιγράφονται στα δελτία των ειδήσεων μου χαράζουν το συκώτι. Περπατώ στους δρόμους προσπαθώντας να τραβήξω λίγο ουρανό μέσα μου. Να ενδυθώ λίγο την ομορφιά των πτηνών και να φανταστώ τις γκέισες να σκουπίζουν απαλά την άσφαλτο με τα λεπτά κιμονό τους. Να γευτώ το θρόισμα ενός ρούχου ή ενός αρώματος ανέπαφο από την επιτήδευση. Το πρόσωπο μου όταν σκέφτομαι τέτοιες εικόνες αλλάζει. Νιώθω τους μύες του να ανεβαίνουν προς τα επάνω μαζί με τον τρόπο που εκθέτω τον εαυτό μου στους άλλους . Γεύσεις χαράς, μικρές χαρές που ενώνονται σε μια χρυσή κλωστή. Θέλω να ζήσω ελεύθερη. Να διατηρήσω την ελευθερία μου να φεύγω με το μυαλό μου και τις πράξεις μου να διατηρούνται απροβάριστες και να πληρώνουν το κόστος. Είναι το πιο γλυκό κόστος. Τα καράβια λικνίζονται και τρέχουν στο νερό. Πόσο άδικο να μην μπορούν να δουν τον κόσμο που υπάρχει από κάτω τους.. Θα έρθει μια ημέρα που τα καράβια θα βλέπουν. Και οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν μονάχα τα συναισθήματα, θα γνωρίζουν την ανατομία των αισθημάτων..

Οι ψυχές που τσαλακώθηκαν γιατί πόνεσαν από την προδοσία, είναι πουλάκια με φτερά από μετάξι. Μαζεύονται γύρω μου και μιλούν ψιθυριστά μην με ενοχλήσουν. Μα τους μιλώ όσο γίνεται απαλότερα μην τρομάξουν. Περπατούμε μαζί στα μονοπάτια, πεταλούδες με τέσσερα μάτια μας τραγουδούν. Τα κρινάκια της άμμου, κατεβάζουν το κεφάλι τους και ύστερα το σηκώνουν με τόλμη μελλοθάνατου που ξέρει, στον ουρανό. Κι εγώ που δεν πιστεύω σε θεούς που τιμωρούν ή κάνουν θαυματα σκύβω την όψη μου και λέγω. Κύριε δώσε μου κι άλλο χρόνο να ζήσω ετούτον τον κόσμο τον αγγελοπλασμένο, άσε με να είμαι ηρεμίτης μέσα στην κοσμική ομορφιά μαγεμένη και ελεύθερη, σπίτι μας είναι όπου χτυπά η καρδιά μας χαρούμενη.

Πολλές φορές σκέφτομαι την λέξη συγγνώμη και προσπαθώ να της δώσω μια μορφή.Ένα χρώμα. Γιατί άραγε είναι μια λέξη που δύσκολα προφέρουν οι άνθρωποι; Ίσως γιατί νιώθουν πως έτσι αυτοματα θα προσφέρουν; Γιατί ετούτη η προσφορά ανοίγει πόρτες στην χαρά και την γαλήνη και κλείνει την καταπακτή του εγωισμού; Δεν ξέρω. Ξέρω πως ζητώ συγγνώμη για κάθε λεπτό που δεν ακούω με προσοχή τα τζιτζίκια, που δεν αφήνομαι στη θάλασσα με ευκολία, που δεν κοιτάζω με προσοχή τις ρυτίδες στα πρόσωπα των καλόγνωμων ανθρώπων, που δεν προσέχω το δέντρο που στέκεται γυρτό δίπλα στην εκκλησία σπρωγμένο από τον βοριά του Χειμώνα, που δεν γίνομαι ένα με την φύση και δεν πετάω με τον αετό επάνω από το φαράγγι . Εαν κάποιος γίνει ένα με κάποιο Κυκλαδίτικο τοπίο ,εύκολα θα καταλάβει την συγγνώμη. Γιατί χρειάστηκε πολύς κόπος από την φύση και πόνος να γίνουν οι Κυκλάδες, αυτές οι κόρες, οι πέτρινες να στέκονται γύρω γύρω στην θάλασσα και τον εαυτό τους. Πολύς κόπος να δουλέψει ο άνθρωπος κάτω από τον καυτό ήλιο να λαξέψει την πέτρα. Να κάψει τις πατούσες του στα βράχια να βγάλει αλάτι. Να οργώσει με το ζώο του το άγονο και να το κάνει να βγάλει καρπό. Να υπομονέψει να βγάλει η συκιά το σύκο. Να ωριμάσει, να γλυκάνει το σταφύλι. Να γίνει η ελιά λάδι. Να γλυκάνει ο άνθρωπος, αυτό το σκληρό, το σκληρότερο ζώο που έγινε έτσι όταν κατάλαβε τον θάνατο και άρχισε να γεμίζει με ερωτήσεις την ύπαρξη του που ήταν αδύνατον να απαντηθούν. Και αλλού να κατοικήσει αυτό το ζώο, σε άλλον πλανήτη, οι ερωτήσεις θα τον καταδιώκουν και θα τον σκοτώνει αυτό, πως είναι τάχα ο ΄πιο σπουδαίος που ήρθε στην γη από την θάλασσα. Προσωπικά ,αυτά τα νιώθω κάτω από το δέρμα μου στις Κυκλάδες, κι ίσως ειδικότερα στο νησί μου..

Φέτος έχω αποφασίσει ότι με χαλάει να το διώχνω. Οι κακές ειδήσεις φεύγουν από το παράθυρο. Οι άφιλοι φίλοι κινούνται σε άλλα σύμπαντα, εκτός του δικού μου. Η απόφαση μου να γίνω μέρος του τοπίου είναι επιτακτική. Η αυτολογοκρισία μου, πήρε πόδι. Τα αντιαισθητικά -εκτός της ρακέτας- που δεν μπορώ να συνθλίψω, πήραν κι αυτά πόδι. Δεν τα βλέπει το μάτι μου, δεν τα νιώθει η καρδιά μου. Την στιγμή που θα επιστρέψω στην ηλικία που οι νεκροί μου ήταν ζωντανοί και με γέμιζαν με την αγάπη τους κι εγώ ξέγνοιαστη έφτιαχνα καστρόσπιτα, εκείνη την στιγμή θα είμαι γεμάτη από το προσωπικό μου τοπίο. Στην ζωή δεν έχουμε πολλές ευκαιρίες να μπαίνουμε στο προσωπικό μας τοπίο εκτός από τους τόπους που η παιδική ηλικία ενυπάρχει με την ενήλικη σε μια αρεστή αρμονία..

Η Γιούζου έγειρε μέσα στην νεκρική αχλή του ραδιενεργού μανιταριού ενώ χιλιάδες φωνές έσμιγαν με την δική της. Ο θάνατος φανέρωνε στους άτυχους το πιο φρικτό πρόσωπο του μέσα σε εκρήξεις χημικής φωταψίας. Δεν προλάβαινε να χαιρετήσει τον αγαπημένο της, δεν προλάβαινε να φορέσει το κιμονό της ερωτικής παράδοσης, δεν προλάβαινε να αποχαιρετήσει τον γάτο της. Ένα θλιβερό αποτύπωμα σκόνης φώτισε τα πάντα κι ύστερα έπεσε μια θανατερή σιωπή. Όλα ε΄λαμπαν απόκοσμα, όλα έμειναν εκεί σαν σιωπηλές περσόνες που υμνούσαν τον θάνατο. Το βουβό κλάμα της φύσης έσμιξε με αυτό των ανθρώπων. Ότι αθώο κάηκε στην χρονοκάψουλα για πάντα. Η Γιούζου κοιμήθηκε προλαβαίνοντας να αφήσει ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της . Έτσι ήθελε να την βρει ο αγαπημένος της . Τον αγαπούσε πάνω από τις δυνάμεις της, πέρα από αυτό που λέγεται εαυτός. Πρόλαβε να σκεφτεί πως η στέρηση του εαυτούς της θα πλήγωνε ανεπανόρθωτα τον αγαπημένο της, πιο πολύ αυτό την πλήγωνε τώρα , όχι το τέλος της. Τα χέρια της σταύρωσαν σε ένα μικρό αγκάλιασμα μπροστά στο στήθος της σαν να αγκάλιαζε εκείνον και η υπόλευκη ατμόσφαιρα την τράβηξε αλλού, σε αυτό που ονομάστηκε θάνατος.. Το αποτύπωμα της Γιούζου

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019




Όταν ακούω το βουητό της καρδιάς κάποιου, τότε ξέρω καλά πως έχει πλήρη επίγνωση του πόνου.

Οι πτώσεις των αγγέλων κάνουν έναν ανεπαίσθητο θόρυβο, σαν αυτόν όταν πέφτει ένα φύλλο. Μια τέτοια ακοή σε καθιστά πολύ ευαίσθητο. Και αρκετά βαλλόμενο γιατί βλέπεις πίσω από αυτά που σε έμαθαν να βλέπεις. Τίποτε δεν ξέρεις για να γίνεις άνθρωπος. Αυτα που μαθαίνεις συνεχώς μετατοπίζονται για να έρθουν καινούργια. Κι αυτά που ξέρεις δεν έρχονται σε συμφωνία με αυτά που γνωρίζουν οι άλλοι. Λίγοι καταλαβαίνουν πόσο φως έρχεται μετά από το σκοτάδι.. Δεν μου αρέσουν οι κανονικοί άνθρωποι. μου χρειάζεται να αγαπάω, να αγαπάω τους ανθρώπους. Αυτούς που φωτίζουν τον κόσμο με την φωτιά τους. Ολοένα και περισσότερο αποβάλλω τον παιδικό εγωισμό μου, αυτόν της ιεραποστολής, της προστασίας των αδυνάτων, δεν χρειάζεται καμία ιεραποστολική διάθεση γι αυτό, αυτό γίνεται αυτόματα σαν το ανοιγόκλεισμα των ματιών.. Είμαι ο κανενας που επιτυγχάνει μια ειρήνη με τους εαυτούς του. Μου αρκεί για να ζω θαύματα. Να συναντώ δηλαδή ανθρώπους που κάτι μας συνδέει αόρατο και μας κάνει να βγάζουμε τις πανοπλίες μας. Και να γινόμαστε για λίγο ένα. Έπειτα φλογισμένοι και πιασμένοι σε μιαν ιδιαίτερη έκσταση παίρνουμε ο καθένας τον δρόμο του.Αυτή η έκσταση δεν μοιάζει σαν την φλόγα ενός αστεριού που χάνεται, κάτι μένει μέσα σου. Αγαπώ να αγαπώ. Ύστερα να με αγαπούν.

H γενικευμένη εκπολιτισμένη απάθεια της κοινωνίας της πόλης με σπρώχνει μακριά. Όλα τα εγκλήματα που κρύβονται ή περιγράφονται στα δελτία των ειδήσεων μου χαράζουν το συκώτι. Περπατώ στους δρόμους προσπαθώντας να τραβήξω λίγο ουρανό μέσα μου. Να ενδυθώ λίγο την ομορφιά των πτηνών και να φανταστώ τις γκέισες να σκουπίζουν απαλά την άσφαλτο με τα λεπτά κιμονό τους. Να γευτώ το θρόισμα ενός ρούχου ή ενός αρώματος ανέπαφο από την επιτήδευση. Το πρόσωπο μου όταν σκέφτομαι τέτοιες εικόνες αλλάζει. Νιώθω τους μύες του να ανεβαίνουν προς τα επάνω μαζί με τον τρόπο που εκθέτω τον εαυτό μου στους άλλους . Γεύσεις χαράς, μικρές χαρές που ενώνονται σε μια χρυσή κλωστή. Θέλω να ζήσω ελεύθερη. Να διατηρήσω την ελευθερία μου να φεύγω με το μυαλό μου και τις πράξεις μου να διατηρούνται απροβάριστες και να πληρώνουν το κόστος. Είναι το πιο γλυκό κόστος. Τα καράβια λικνίζονται και τρέχουν στο νερό. Πόσο άδικο να μην μπορούν να δουν τον κόσμο που υπάρχει από κάτω τους.. Θα έρθει μια ημέρα που τα καράβια θα βλέπουν. Και οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν μονάχα τα συναισθήματα, θα γνωρίζουν την ανατομία των αισθημάτων..

Οι ψυχές που τσαλακώθηκαν είναι πουλάκια με φτερά από μετάξι. Μαζεύονται γύρω μου και μιλούν ψιθυριστά μην με ενοχλήσουν. Μα τους μιλώ όσο γίνεται απαλότερα μην τρομάξουν. Περπατούμε μαζί στα μονοπάτια, πεταλούδες με τέσσερα μάτια μας τραγουδούν. Τα κρινάκια της άμμου, κατεβάζουν το κεφάλι τους και ύστερα το σηκώνουν με τόλμη μελοθάνατου που ξέρει, στον ουρανό. Κι εγώ που δεν πιστεύω σε θεούς που τιμωρούν ή κάνουν θαυματα σκύβω την όψη μου και λέγω. Κύριε δώσε μου κι άλλο χρόνο να ζήσω ετούτον τον κόσμο τον αγγελοπλασμένο, άσε με να είμαι ηρεμίτης μέσα στην κοσμική ομορφιά μαγεμένη και ελεύθερη, σπίτι μας είναι όπου χτυπά η καρδιά μας χαρούμενη.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019



Είναι πολλά τα κοινά που με συνδέουν με τον παππού εξ Αμοργού. Ένα από αυτά είναι η θέση του ύπνου. Στην δεξιά μεριά, με το χέρι κάτω από το μαξιλάρι ,στην στάση του εμβρύου. Η καμαρούλα του ήταν μικρή, είχε μια κουρτίνα αντί για πόρτα κι ένα καντηλάκι που το άναβε κάθε ημέρα η γιαγιά. Τα μεσημέρια που κοιμόταν κουρασμένος από το μαραγκούδικο, άνοιγα την κουρτίνα και τον χάζευα πολλή ώρα. Ο ύπνος του θα τολμούσα να πω πως ήταν Παπαδιαμαντικός, γαλήνιος εξωτερικά και γεμάτος φουρτούνες μέσα του. Γιατί είχε πολλές φουρτούνες ο παππούς. Από το δέντρο των παιδιών του. Ήταν ψηλός και καθώς εγώ άλλαζα περσόνες μέσω ρούχων, κόκκινα κοτλέ παντελόνια στα 16 με παλτό Ιούνιο μήνα έτσι για σπάσιμο, ύστερα κελεμπίες και μετά ινδικές φούστες με δεκάδες βραχιόλια λόγω Τζόπλιν, εκείνος φορούσε αιώνια τραγιάσκα και την φανελα που φορούσε ο Βαμβακάρης.Κι όλοι οι άντρες των νησιών. Ύστερα ένα Καλοκαίρι φόρεσα το γιλέκο του με την ινδική φούστα. Ήταν σαν να έχω τον παππού επάνω μου και δεν με ενδιέφερε διόλου ότι ο κόσμος γέμιζε το κενό του σχολιάζοντας συνεχώς το ντύσιμο μου. Από ένα σημείο και μετά δεν ενδιέφερε ούτε εκείνον. Κι αυτό μου αρκούσε. Τις σπανιες φορές που ερχόταν στην Αθήνα ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές μου, σαν να ερχόταν το Καλοκαίρι μέσα στον Χειμώνα. Σήμερα τον θυμήθηκα και τον σκεφτόμουν έντονα, τόσο, ώσπου όλος ο οργανισμός μου έπεσε σε νιρβάνα. Σε κατάσταση Ζεν. Γέμισα από την ήρεμη ματιά του. Τα μάτια του,, μου θύμιζαν γιασεμιά. Ευωδίαζαν, ολόκληρος ευωδίαζε με αυτό που δεν έχει ο άνθρωπος της πόλης. Ο δικός μου παππούς ήταν ένας ποιητής με τον δικό του τρόπο. Αντί μαλώματος και ξύλου μου έλεγε ιστορίες με παραβολές που αυτοσχεδίαζε. Διάβαζε συνεχώς, άφηνα στο τραπέζι τάχα αφηρημένα βιβλία που τα διάβαζε το μεσημέρι και το βράδυ ώσπου να κοιμηθεί κάτω από το λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου- μέχρι Μπουκόβσκι και Κέρουακ διάβασε. Ήταν ο μόνος που είχε τελειώσει το σχολείο αλλά αυτό δεν λέει τίποτε, το σημαντικό είναι η ικανότητα αφήγησης του , η υπομονή και το χαμόγελο. Πως για τα βάσανα που του φορούσαν οι άλλοι σαν τα σαμάρια που έφτιαχνε ο ίδιος για τα γαιδούρια, δεν βαρυγκομούσε, υπέφερε από ιώβια υπομονή Κι όταν απαιτούσα να κάθομαι ολόκληρο γομάρι 19 χρονών στα γόνατα με χόρευε κουνώντας τα πόδια του και τραγουδούσαμε μαζί, νταχτι ρντι νταχιρντι νάτο νάτο το παιδί. Στην Αμοργό τότε, δεν είχαμε φως ούτε λιμάνι, είχαμε όμως παππούδες που στο μισό τους πρόσωπο έλαμπε ο ήλιος και στο άλλο μισό το φεγγάρι. Ισορροπίες χωρίς άσκοπα λογοπλαστικά τερτίπια κι επίδειξη δύναμης. Δεν τσακώθηκε ποτέ παρά μόνο με την γιαγιά μου. Κι όταν ερωτευόμουν μου έλεγε απλά, το προσωπάκι σου λάμπει σαν να καταπιες ήλιο. Και γελούσαμε για την επικοινωνία χωρίς λέξεις γιατί η καρδιά γελούσε. Η καρδιά γελούσε. Θυμάσαι την τελευταία φορά που γέλασε η καρδιά σου;

Πόσο πιο απλή κι ωραία θα ήταν η ζωή αν δεν υπήρχαν ψέματα του τύπου ( να ακυρώσουμε το σημερινό μας ραντεβού, είμαι λίγο αδιάθετος-η, να τα πούμε την άλλη εβδομάδα), φυσικά δεν τα λένε ποτέ, ( θα μιλήσουμε, θα περάσω να σε δω) ( είσαι πολύ όμορφη, είσαι θεά) (α, μα ήσασταν εξαιρετική στην παράσταση) (ειλικρινά σας θαυμάζω) ( θα φτιάξουμε την χώρα σαν να είναι ένα σπίτι για τους πολίτες της) (εμεις θα σας σώσουμε) (Α! Εγω ζω για την ποίηση ) (Θα σε αγαπώ πάντα) (Είσαι ότι πιο όμορφο μου έχει συμβεί) (Δεν με νοιάζουν τα λεφτά) (ότι έφτιαξα στην ζωή τα έκανα μόνος μου) ( Δεν έχω πειράξει μυρμήγκι) Επίσης η ζωή θα είχε αξία αν η αλήθεια ήταν συνειδητοποιημένο από όλους, πως είναι πολλά κομμάτια κι όχι ένα. Θα ήταν όμορφη η ζωή αν το ψέμα ήταν τέχνη και κομμάτι της τέχνης κι όχι μια πικρή αηδία γεμάτη κοινοτοπίες και απόλυτα προβλέψιμες εξελίξεις. Η ζωή για τα γατόνια και τους γυριστρούληδες είναι μια απόλυτα προβλέψιμη ιλαροτραγωδία. Γι αυτό κοπιάζουν διπλά στο να ζήσουν όμορφα. Το να προστατεύεις τον εαυτό σου από τον μη σπαταλημένο χρόνο είναι σήμερα διατριβή.

Κάποιοι προσπαθούν να μας πουν πως η ποίηση και η δημοσιογραφία είναι ένα μεγάλο κρεβάτι που χωράει πολλούς. Ανταμώνουν, χωρίζουν , ξεπαστρεύονται και ξεπαστρεύουν, αντιπαθούν και μισούν ή ερωτεύονται σύμφωνα με τους καπνούς της φωτιάς ενός Ινδιάνου κάπου στο υπερπέραν. .... Οι συμπάθειες καλλιεργούν τις φιλοδοξίες και καλωπίζουν τους υπόγειους θυμούς και τα απωθημένα. Δεν θα αναφέρω τι είναι η ποίηση , αυτό το αφήνω σε δεκάδες ειδήμονες που τα τσούζουν παρέα και τα στέκια τους ακούνε τις μπαναλ ιστορίες τους. ............ Γενικά, πήξαμε από ποίηση, ίσως να βγει και κάτι καλό αλλά πρώτα χρειάζεται να φυγει η σαπίλα. Αυτή που βρωμάει και ζέχνει μοιράζοντας στις κουβέντες τις προσωπικές ιστορίες των άλλων. Οι καλοδιατηρημένοι στον πάγκο ξερνούν όπου βρούν, μαζί με τις προστατευμένες και τους προστάτες τους. Και βγάζουν στην γραμμή όποιον τους γελάσει το μάτι ή χαριεντιστεί μαζί τους ή ζεστάνει και λίγο το κρεβάτι τους. Αλλά αυτό αφορά αυτούς και τους άλλους.Δεν είναι τα σεντόνια το θέμα, το δέρμα είναι. ............... Και πήξαμε και βρωμίσαμε με δημοσιογράφους που δεν είναι δημοσιογράφοι αλλά κίτρινα φύλλα που καλύπτουν τις κρεβατοκάμαρες και λειτουργούν σαν καθρέφτες σε επιδείξεις σεξιστικής δύναμης ή αδυναμίας, οφθαλμοπόρνοι που στήνουν μια προσωπική συνέντευξη -συζήτηση για ένα χτύπημα κάτω από την μέση για συγκεκριμένα πρόσωπα. ................. Δεν με ενοχλούν οι βωμολοχίες, με ενοχλούν οι κιτρινοφυλλαδίτες ,οι σεξιστές, οι φαλλοκράτες,οι εξουσιομανείς, οι φασίστες, οι οφθαλμοπόρνοι που πάντα έτσι κι αλλιώς υπήρχαν στην πολιτική και τα γράμματα. Έχει σημασία τι τονίζεις και τι βάζεις με μεγάλα γράμματα και τι σε εισαγωγικά. Τι θες να αναδείξεις στην φυλλάδα σου. Σιχάματα του είδους, ανθρωποειδή. Δεν θα συμμετέχουμε στο μεγάλο σας κρεβάτι. ...................... Υπογράφω ως πιστή αναγνώστρια από 12 χρονών και μόνον. Ας ξεχωρίσει η ήρα από το στάρι.

Δεν γίνεσαι ποίημα από ανάγκη. Γίνεσαι την στιγμή που γίνεσαι μέρος του κόσμου. Είσαι το όλον και μαζί ένας σπόρος. Ο σπόρος γίνεται ο κόσμος. Ένα ποίημα μιλάει τον κόσμο. Ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι να γίνεσαι ποίημα. Αλλά από την στιγμή που το βιώνεις δεν μπορείς να το αποφύγεις. Γιατί μεγαλύτερη έκσταση από αυτόν τον κίνδυνο δεν υπάρχει. Ίσως να είναι η ίδια ,την ώρα που γεννιέσαι, απλά δεν το θυμάσαι.