Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ο κόσμος μας γέμισε από <<φυσιολογικούς ανθρώπους>>. Όπου το φυσιολογικό δεν υπάρχει, υπάρχει τις περισσότερες φορές,σαν μια ανάπλαση της τρέλας.
Ψυχαναλύοντας έναν <<φυσιολογικό>> άνθρωπο ο ψυχαναλητής θα βρεί το υπάκουο παιδί, αυτό που λες και γεννήθηκε για να ευχαριστεί γονείς κι όλους τους άλλους.
Ακολουθώντας έναν σφαλμένο εαυτό γι αλλού ξεκινάει μέσα στα όνειρα του κι αλλού βρίσκεται.
Γελοία... ευπρέπεια και παραδόσεις άνευ όρων΄, καταναγκαστικοί.
Μιλώντας χτες με τον Δ.Π, επιτέλους θυμήθηκα πως υπάρχουν οι τρελοί, οι ιδιοφυείς, οι ασυμβίβαστοι, αυτοί που ο χρόνος δεν τους κόβει τα πόδια ούτε την σκέψη, ούτε την ορμή.
Αυτοί που κουνάνε το ζωνάρι τους για φασαρία με την έννοια του ασυμβίβαστου και της αληθινής αξιοπρέπειας κι όχι τσαμπουκάδων με ηλίθιες ρίζες..
Θυμήθηκα μιλώντας μαζί του πως υπάρχουν <<ψωνάρες>> με την καλή έννοια και παπάρες χωρίς τέλος.
(Ο ρυθμός ή υπάρχει σε έναν άνθρωπο, ή δεν υπάρχει ,κατά την γέννηση του>>, είπε μεταξύ άλλων.
Ευγνώμων κι ευτυχής είμαι που μίλησα μαζί του.
Ξύπνησα το πρωί κι άρχισα να σκέφτομαι τι θα έκανε σήμερα ένας Ζορμπάς ή μια Στέλλα, μέσα σε αυτές τις καθημερινές πολεμικές συνθήκες.
Τι θα έκαναν με αυτήν την κατσαρίδα που λέγεται Κράτος και που τόσο σωστά απασχόλησε τον Κάφκα στο έργο του...
Και σκέφτηκα πως ήξερα κάποιους Ζορμπάδες στο νησί.
87 χρονών ο ένας ,κι ο εγγονός δεν τον έφτανε ανεβαίνοντας το βουνό για να ποτίσει τα κατσίκια.
ένας άλλος πάλι στα 70 που έβρισκε νερό με ένα μπαστούνι και μετρούσε εκατοντάδες γυναίκες τουρίστριες στο μέτωπο του...
Μα και λίγους τρελούς νέους που ανάβανε φωτιές στην παραλία και μέτραγαν άστρα και τα ονόμαζαν, νέους που δούλευαν όλη την μέρα και την νύχτα γλένταγαν ως την επόμενη μέρα...
Ζορμπάδες λοιπόν βρήκα στην ύπαιθρο, στην φύση, Στέλλες πολύ λίγες και κυρίως στην πόλη...
Δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει πως η ΣΤΈΛΛΑ ΚΙ Ο ΖΟΡΜΠΑΣ αυτά που ζούμε δεν θα τα ανέχονταν.
Κάτι θα έβρισκαν να ξεσηκώσουν τους πικρούς αμνούς...
Γιατί φυσιολογικοί δεν ήταν.
Γιατί αυτό δεν είναι φυσιολογικό παρά στα όρια ενός παράλογου σουρεαλισμού...
Μα και δεν είναι σουρεαλισμός ότι ζούμε..
Σε λίγο δεν θα μιλάμε ελεύθερα ούτε θα σκεφτόμαστε...
Και τώρα δεν σκεφτ'ομαστε ελεύθερα..
Υπακούουμε απλά τυφλά σαν πρόβατα και πα΄με..
Που πάμε;
Δεν ξέρω...
Πάντως η Ελλάδα αρχίζει να με φοβίζει...
Να με διώχνει μακριά..
Αυτό το παράλογο κτήνος-κράτος που κάθε ημέρα δεν ξέρω τι θα ξημερώσει, με ποιοόν χαβλιόδοντα θα μας δαγκώσει...
Που χωρίς να δικάσει ανθρώπους τους φυλακίζει.
Που αυτός που θα κλέψει λίγα ,καταλήγει στην φυλακή για χρόνια ενώ αυτός που κλέβει ολάκερο προυπολογισμό θα την βγάλει καθαρή..
Αυτό το κτήνος που όποιον του αντιστέκεται βρίσκει τρόπο να τον σκοτώσει ή να τον αδρανοποιήσει...
Φοβάμαι για τις επόμενες γενιές που θα ζουν σε νεκρές συνθήκες...
ΠΟΥ φεύγουν...
Που μένει ο Μητσοτάκης..
ΟΙ δεινόσαυροι και οι ηλίθιοι..
Και τα ανθρωποειδή...
Θέλω να φωνάξη σε αυτό το κτήνος
(Κράτος φύγε, κρατάω μαχαίρι)..

(Αφιερωμένο με αγάπη στον Δ.Π και στην δίψα του για ζωή και στους ανθρώπους ακόμη)..
Ευγνώμων...
Να μην υπάρχει σεξ χωρίς αγάπη.
Φιλίες χωρίς πάθος.
Πατρίδα είναι ότι αγαπάς, ότι ποθεί η καρδιά σου.
Κάτω από μια βελανιδιά ένας σπουργίτης με αγαπάει.
Δεν θέλω τίποτε.
Δεν χρειάζομαι τίποτε.
Δεν με αγγίζει ο κυνισμός, δεν με υποτάσσει η ανορθογραφία.
Προσπαθώ να έχω στιγμές ευτυχίας.
Αυτό σημαίνει μπορώ ακόμη να αγαπάω τους σπουργίτες.
Τους αλήτες.
... Τους ξενιτεμένους.
Κρατώ στην μασχάλη μου λεπτούς αφορισμούς.
Τους χειροκροτώ. Τους επιζητώ.
Οι μεθυσμένοι είναι αχειραγώγητοι, το μόνο που τους ελέγχει είναι το αλκοόλ κι αυτό σουρεαλιστικά.
Όλα φθίνουν και φτύνουν.
Ελάτε στο σαλόνι μας, έχουμε μια μεγάλη παρέα από κόκκινους και μπλε μουσαφίρηδες.
Και δερβίσηδες έχουμε.
Σπάστε την ζωή σας σε κομμάτια.
Πίσω, μπροστά, επανάληψη καμμία.
Ζω σημαίνει εκμεταλλεύομαι τα πάντα υπέρ μου και υπέρ σου.
Διαίρεση και πρόσθεση.
Άκου, δεν θα πέσουμε κάτω, η άνωση μας τραβάει επάνω.
Εκείνος ο μαλάκας που γράφει στο περιοδικό του λάιφ στάιλ ( σε έφτιαξα τώρα), έχει ανάγκη από ξύλο.
Ο πατέρας του του χαρίστηκε.
Ο δικός μου ποτέ..
Μα δεν έφαγα και ξύλο.
Καμμία σημασία.
Άνευ αξίας..
Και ουσίας.
Συνουσία θα πει να αγαπάς την ελευθερία των σωμάτων στην πτώση και στην άνοδο.
Και τι θα πει αγαπώ;
Δεν ξέρω να σου εξηγήσω, αυτό το νιώθεις..
Ερωτευόμαστε συνέχεια, νομίζουμε πως κολλάμε στις πληγές μας.
Πίσω από τις πληγές υπάρχει πάντα η ηδονή
Ηδονή επίσης είναι η λογοτεχνία.
Η μελαγχολία των λύκων..
Ας αλλάξουμε θέμα...
Δεν με ενδιαφέρει ο κυνισμός, ο σουρεαλισμός αρκετά γιατί περιέχει ελευθερία.
Δεν με ενδιαφέρει να με ενδιαφέρει κάτι.
ότι με αφορά θα προκύψει.
ή όχι.
Δεν με ενδιαφέρει.
Με απασχολούν οι σπουργίτες που μπάινουν στα νυχτερινά μαγαζιά χωρίς να φοβούνται..
Χτες είδα έναν τέτοιο.
Άκουγε μουσική κι ήταν πίσω από την καρέκλα μου.
Δεν βάζω στοίχημα αλλά νομίζω κουνούσε το κορμάκι του με τον ρυθμό...
Πείτε στην ποίηση να περιμένει, κάθε παιδί πεθαίνει από πείνα κάθε ημέρα και γίνεται ποίημα.
Κάψτε τους Νάρκισσους του πόνου...
Αφήστε τον πόνο να ανθίσει ελεύθερα.
Και την ελευθερία στις αποφάσεις...
Πως στην πραγματικότητα, όταν αποφασίζεις για κάτι, το μέλλον κατσουφιάζει...

( Οπλίζοντας..)
Ωραία περιγράφεται η ακτή σου,, μέσα από τις κόγχες σου, γαλάζια στίγματα,
στην αγκαλιά σου εκβολές αρχαίων ποταμών.
Έρχεσαι μέσα από φλόγες, ληστές και Κύκλωπες φυγαδεύουν τα άδεια στόματα,
τα σφραγίσαμε να μην ακούσουμε κι άλλα ψέματα,
τα σφραγίσαμε, να μην πουν μια αλήθεια που θα φέρει κι άλλα ψέματα.
Ας μείνουμε λίγο τώρα μέσα στην σιωπή,
ένα θολό αεράκι μας κινεί τα νήματα κι οι τζίτζικες ξαν...ά μιλούν για Καλοκαίρι.
Ας μείνουμε μέσα στην γαλήνη της νύχτας,
μιας νύχτας χωρίς υποσχέσεις και φτηνά αρώματα από επιδερμίδες βαλσαμωμένες και φοβισμένες.
Πετάς μακριά τα αγκάθια των μαύρων ρόδων,
φτιάχνεις αποσκευές και το σπίτι στον Νότο σου γελά σαν Παράδεισος ξεχασμένος.
Πως ξεχαστήκαμε μέσα στους ανθρώπους,
πικροδάφνες μασούσαμε και αλάτι,
κι ήταν η αλμύρα τόση που ξεχάσαμε πως τα πολυτιμότερα ήταν αυτά που προσπερνάγαμε βιαστικοί και αγνώριστοι,
κι αγνώμονες.
Ωραία περιγράφονται οι ήχοι του ξημερώματος σε μια ταράτσα,
φλούδες συναισθημάτων κάτω από την αμηχανία της φλυαρίας των γνωστών...
Όμορφος είσαι και ωραίος,
ένας΄καινούργιος κόσμος του βυθού.
Άπαντα τα ευρισκόμενα στην γυμνή σου την κοιλάδα,
πως ξεχαστήκαμε κλεισμένοι στην κοιλιά των ερπετών.
Ας νιώσουμε πρώτα,
μετά να μάθουμε, ας αγγίξουμε πρώτα, μετά να δούμε,
ύστερα να πράξουμε και μετά να σηκωθούμε επάνω.
Πολύ καιρό ήταν το κεφάλι μας χωμένο μέσα στην άμμο.
πολύς ο καιρός δίχως την δροσιά των πρωινών φυλλωμάτων,
την κρύπτη του τέρατος την τίναξα κι ότι έμεινε το σκόρπισα...

( Επιστρέφοντας)
Ελεύθερος ,είναι ο άνθρωπος που διατηρεί την αυτονομία του με ακέραιη την αξιοπρέπεια, τώρα ,πως αυτό μπορεί να ισορροπήσει σε μια χώρα διόλου αυτόνομη, είναι ένα θέμα).
Αυτά είπε ο Χ. και κατέβασε στο λαρύγγι του λίγο δροσερό ποτό.
Η Σ. τον κοίταξε καλά και έπειτα παρατήρησε το πέταγμα των πουλιών ώσπου χάθηκαν στον ορίζοντα.
(Είναι καιρός που έχει χαθεί η έμπνευση από τους ανθρώπους), συμπλήρωσ...ε και κάπνισε ένα τσιγάρο εκείνη.
(Κι όμως! Όπου κοιτάξεις κάτι γίνεται σχετικά με την τέχνη), είπε αυτός βαριεστημένα και βαριά.
(Όταν η τέχνη περιγράφει συνεχώς την κρίση, δεν είναι τέχνη, είναι μια περιγραφή της πραγματικότητας), του είπε και έστειλε μακριά δαχτυλίδια καπνού.
Η Σ, σκέφτηκε πως οι άνθρωποι δεν γυρνούν γυμνοί στο σπίτι τους μόνο για την αίσθηση της γύμνιας τους αλλά περισσότερο γιατί έχουν νικηθεί από την ζέστη, τα βράδυα δεν κάνουν έρωτα ούτε φροντίζουν ο ένας τον άλλο παρά ελάχιστα.
( Ας το παραδεχτούμε πια, έχουμε νικηθεί) συνέχισε να μιλάει σχεδόν μόνη της.
(Εγώ δεν έχω ακόμη νικηθεί), απάντησε κι αυτός με λίγο θυμό στην φωνή.
(Γιατί; Πως το λες αυτό);
( Γιατί ακόμη ψάχνω την ευτυχία, γι αυτό, γιατί ακόμη ονειρεύομαι).
Η Σ, σκέφτηκε πως είχε ένα μέρος δίκιου, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό.
Έπειτα σκέφτηκε πως βαριόταν απίστευτα, είχε κουραστεί να βλέπει τους ανθρώπους να περιστρέφονται γύρω από την σκιά τους, γύρω από τον εαυτό τους που περιφερόταν σαν σκιά.
Έμειναν μόνο κάτι φράσεις μεγάλων κι εμπνευσμένων ανθρώπων που τις έλεγαν άλλοι εδώ κι εκεί, οι μεγάλοι αυτοί άνθρωποι ήταν νεκροί από καιρό..
Ηπιε μια παγωμένη μπύρα και κοίταξε την πλατεία.
Τα Ματ περνούσαν μπροστά από τα καφέ της πλατείας και μερικοί από αυτούς χτυπούσαν τις ασπίδες τους με θράσσος...
Ζούμε σε ένα πέλαγος ηλιθιότητας, σκέφτηκε λυπημένα, ηλίθιοι αυτοι, ηλίθιοι κι εμείς, σκέφτηκε.
ήθελε να τελειώσει την μπύρα της και να φύγει μακριά.
Να χαθεί σε μια άλλη χώρα που ο πόλεμος των ανθρώπων θα είχε πάψει.
Μα που ήταν αυτό εκτός από τον χώρο των κοιμητηρίων;
Εδώ κάθε μέρα κι ένας πόλεμος.
Κι οι πολίτες χωρίς ασπίδα καμμιά, μόνο η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία, ή μήπως όχι;
Μετρούσε τις μέρες για να φύγει, να καταφύγει στο νησί..
Εκεί η κουκουβάγια, ο γρύλος κι όλα τα ζωντανά ,θα της θύμιζαν λίγο την ζωή που έτρεχε μακριά από τα δάχτυλα της μα και που μπορούσε να κρατήσει την αίσθηση τους στην καρδιά της να νιώσει λίγο ελεύθερη κι όμορφη σαν παιδί της μητέρας γης...
Μια σταγόνα ελευθερίας που γινόταν μέρες μέρες ποτάμι και την δρόσιζε...
Παράξενες μέρες, ξένοι οι άνθρωποι...
Την αγγίζει και από το μαλακό υπογάστριο χιλιάδες χρωματιστές πεταλούδες πετούν στο δωμάτιο.
Τον φιλάει κι οι απαλές νευρικές απολήξεις απλώνονται έξω από το στόμα.
Τα χέρια σπάνε,
σπάνε τα δάχτυλα σε κλωστές που να σαρώσουν ζητούν θύελλες.
Διεγείρει ο ενθουσιασμός τους.
Ο ενθουσιασμός είναι η πιό όμορφη παγίδα, μπορείς να τεχνουργήσεις με απίστευτη έμπνευση και να επεκταθείς πέρα από τα συνήθη όρ...ια και γνωστά.
ΔΕν υπάρχει βία.
Οι αυτοβιογραφίες τους τώρα βγαίνουν στο φως.
Κάθε ερωτική συμφωνία είναι η ανάγνωση των άγνωστων βιογραφιών..
Χορεύουν γύρω από την φωτιά, χορεύουν γύρω από τον αφαλό τους.
Ένας χαρούμενος δρυοκολάπτης αρχίζει να τρώει τον φλοιό τους, αυτόν που τους αναγκάζει να κινούνται πρός τα μέσα.
Δεν υπάρχει βία.
Ο πόθος θα συναντήσει κι άλλους αδελφούς.
Την αγγίζει και χιλιάδες στόματα ανοίγουν στα κύτταρα της.
Τρώνε αχόρταγα και γητεμένα.
Αυτός κατεβαίνει από μια ξερή πλαγιά.
Πέρασε κάμποσες θάλασσες για να την βρεί εδώ.
Αυτό που μένει τώρα είναι να πετάξουν.
Πέραν της ανάγνωσης της βιογραφίας θα αρχίσει η πτήση.
Αρκεί να κρατήσει ο ενθουσιασμός.
Δεν υπάρχει κάτι πιό δύσκολο να πετάξεις έξω από το σώμα σου.
Για να πετάξεις μέσα σε ένα άλλο...
Η στιλπνότητα της αφής είναι προάγγελος...

( Αισθησιασμός σε πληρότητα)
Το τυπικό σχήμα των φιλιών μας είναι νότες και λέξεις,
το δέρμα καίει, σαν την άμμο στην μέση του θέρους,
οι αφές και τα δάχτυλα , δεν υποκρίνονται,
οι παρυφές της αγκαλιάς μας , επεκτείνονται πέραν του ουράνιου θόλου,
ω! Τι χρόνος δύσκολος για έρωτες,
μα να που η γάτα του πόθου ανασκίρτησε, ξεδιπλώθηκε και με το νύχι της έκαψε την πλάτη, τα μάτια, τα χέρια.
Κουρσάροι ληστές, κυνηγοί κεφαλών, έκ...αναν πέρα,
να αφήσουν να περάσει ο άγιος έρωτας,
να συντρίψει τις καρδιές μέσα στο τρέμουλο μιας γλυκιάς εγκατάλειψης
εσύ λες,( σε κοιτώ και σε θαυμάζω),
εγώ λέω, (μπορώ να αφήσω την ζωή μου στα χέρια σου),
τόσο όσο χρειάζεται μια πεταλούδα να στολίσει ένα λουλούδι,
ένας ιππόκαμπος ,να διασχίσει έναν βυθό χορταριασμένο.
Το τυπικό σχήμα των φιλιών μας συνέχεια αλλάζει,
νομίζω αυτό είναι από μόνο του ωραίο.

( Το σχήμα των φιλιών)
Το καταφύγιο κάτω από ένα πεύκο.
Η αλμύρα του μεσημεριού.
Ένα χάδι από αέρα μέσα στην λάβα .
Οι αγκαλιές. Η αφή της ηδονής.
Οι βάρκες στο λιμάνι.
Ένα σταφύλι κόκκινο.
Η σιγουριά πως τίποτε πλέον δεν σε ξαφνιάζει.
Η γαλήνη μέσα στα θέλω.
Η αγάπη.
Η μουσική και τα βιβλία.
... Οι τρελαμένοι τζίτζικες.
Τα χρώματα στα βότσαλα.
Οι αισθήσεις χωρίς όρια.
Αυτά. Κι άλλα τόσα είναι η αιτία που μπορούμε ακόμη να αντέχουμε.
Κάποτε όμως, πρέπει να μάθουμε μέσα από όλα αυτά να σηκωθούμε στα πόδια μας .
Και να αντιμετωπίσουμε το τέρας του φόβου γυμνοί...
Τίποτε δεν υπάρχει πέρα από το δωμάτιο της ταράτσας,
μόνο ένα λευκό μαργαριτάρι στο πάτωμα, ένα πουκάμισο κι ένα φουστάνι στην ντουλάπα, κρεμασμένα άστατα.
Οι ένοικοι του σπιτιού φυγαδεύτηκαν για πάντα, μια Κυριακή σκυφτή σαν ηλικιωμένη.
Καπνίσαμε ένα τσιγάρο κι ήπιαμε λίγο ουρανό.
Οι ΔΕυτέρες θα είναι άγριες από εδώ και κάτω.
Η ταράτσα γκρεμίστηκε από έναν εργολάβο.
Έτσι αγάπη μου ξεκίνησαν τα ...χαλασμένα των ανθρώπων.
Μικρές κουκίδες στον παγκόσμιο χάρτη, σαν σκατά ενός ελέφαντα πικραμένου.
Αυτός που τώρα έγινε μυρμήγκι.
Μα ο θρήνος δεν ήρθε, ο θρήνος υπάρχει από κάτω, αν είχε υπάρξει μια ελπίδα θα υπήρχε και για εμάς τώρα.
Μάτια ξεπλυμένα και βαριά στο σκοτάδι μετράνε δεκάρες.
Κάποιος τους παραμύθιασε πως ήταν λίρες.
Ο μύθος λέει πως ο Άρης ήταν θεός του πολέμου.
Τώρα φορά ένα ρούχο φθαρμένο και ζητιανεύει τις παλιές ημέρες.
Τότε που ο μόχθος γύρευε ήλιο και μπέσα.
Έτσι την έβγαζαν τότε οι άνθρωποι.
Παξιμάδι, ντομάτα, θυμάρι, λάδι και ρίγανη.
Κι ο έρωτας παντού σαν φύλακας άγγελος.
Μέχρι την ώρα που όλα τα γκρέμισε η μόμα.
Κι ο καθρέφτης του κόσμου κλάπηκε...
Αυτό που υπήρξε τώρα δεν υπάρχει...
Στα χαλάσματα θα σε βρώ μια άγια ημέρα.
Τότε που η μνήμη θα υπάρχει...

(Τα χαλάσματα)

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Υπάρχουν συγκινήσεις που ανοίγουν την καρδιά του ανθρώπου σαν να ταν κορμός που τον έκοψε άγρια ένα πριόνι, ύστερα από την γεύση αυτών των συγκινήσεων, ο μέσα κόσμος του αλλάζει, τόσο ώστε ακόμη κι ο εξωτερικός να μεταμορφώνεται σε άλλον, από αυτόν που ως τώρα ήξερε.
Όταν ο άνθρωπος νιώσει αδύναμος, φοβισμένος και παραιτημένος, αυτές τις συγκινήσεις πολύ απλά τις διακόπτει.
Συμπεριφέρεται σαν να μην τις έζησε ποτέ.
Αλλά το τραγικό είναι πως ακριβώς αυτές οι συγκινήσεις τον μεταμόρφωσαν...
Και στο ύστερα της ζωής του, ακριβώς αυτές τις συγκινήσεις θυμάται, αυτές αναζητά με κόπο και πάθος για να μην πεθάνει.
Γι αυτό ,ο άνθρωπος είναι το πιό παράδοξο ζώο που υπάρχει...,
Κάποτε οι αργοί ρυθμοί κουράζουνε
κι η σιωπή ξεκουφαίνει,
δεν είχαμε κάτι να πούμε γυρνώντας τα μεσάνυχτα,
θυμόμουν κάτι σκόρπιες λέξεις σου ενώ η σελήνη έβραζε πάνω μας,
ένας μεθυσμένος με σκούνηξε σε μια στροφή του δρόμου,
μια γάτα τσακωνόταν με μια άλλη.
Μετά αρκετά τα μεσάνυχτα, έπιανα να θυμάμαι μία μία τις λέξεις,
κάθε μιά από αυτές σαν ιέρεια στα αυτιά μου ψιθύριζε το τέλος,
τέλος σε ότι ελπίζουμε και σε ότι ποθούμε.
... Ξάπλωσα στην κουνιστή πολυθρόνα και κοίταξα έξώ από το παράθυρο.
Αυτή η σελήνη ήταν μια κάποια υπόσχεση στα θαύματα,
πανώρια και ηλεκτρισμένη θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αγαπηθούν.
Κι όλα έπεσαν στην γνωστή ακινησία, χλομιασμένα μικρά παιδιά άνοιγαν το στόμα τους κάνοντας ένα άρρωστο χαμόγελο κάποιου αρλεκίνου.

( Η σοφίτα πανσέληνος)
Οδήγησε με μακριά, όσα με πλήγωσαν ,αίμα από στάχτη,
πάρε με σαν ένα φτερό ινδιάνικο από τον ΜΕγάλο Άνεμο και σκόρπα με,
διέσχισε με το μικρό σου ράμφος τις πληγές μου,
κάνε τις ένα μικρό σχεδίασμα στα μαύρα ρόδα,
άπλωσε τα στο τραπέζι να μ...ιλήσουν.
Γιατί ότι αγάπησα και ερωτεύτηκα ήταν με πάθος.
Βουτούσα στην κόλαση ενώ οι άλλοι ασχολούνταν με την προσωπική τους ψυχαγωγία.
Βουτούσα στον Παράδεισο τις μπλε νύχτες του Αιγαίου.
Νιώσε με,
πριν το βουλοκέρι στην επιστολή του θανάτου μου βάψει με κόκκινη σφραγίδα.
Αγάπησε με.
πριν η αυγή σου δείξει το ακριβό πένθος μιας Ηλέκτρας.
Ο έρωτας είναι παράδοξος,
η αγάπη είναι έκσταση.
Μα σαν κατεβάσει αυλαία το έργο μου εγώ θα τα έχω νιώσει.
Ακούμπησε με στο μαξιλάρι σου κι εγώ θα ονειρευτώ για σένα.
Οι μέρες έρχονται και πάνε, σαν αυτοκίνητα με σπασμένα φρένα.
Σαν κυριακές, όχι Δευτέρες...

(Ο κύκλος του κύκνου)
Βρήκα ένα γυαλό μέσα στην πόλη,
τον θαύμασα, τον ερωτεύτηκα, τον λάτρεψα,
μα γρήγορα, μέσα στο πλήθος, η λατρεία μου λίγο άρχισε να πέφτει,
η μυρωδιά, οι κουβέντες οι πολλές, οι θαυμασμοί , οι εντάσεις, η ματαιότητα της ματαιοδοξίας που επικράτησε για λίγο.
Αυτό αρκετό ήταν να ξεχάσω για λίγο τον γυαλό μου,
τόσο ώστε να ξυπνήσω μια ημέρα με άλλα μάτια από τα δικά μου.
Έφυγα από το πλήθος κι άρχισα να πετάω πίσω μου μικρά ασημένια βότσαλα.
Για να μην ξαναχάσω τον δρόμο για τον γυαλό μου.
Η φροντίδα της τρυφερότητας είναι ατέλειωτη..

(Παιδικό)
Έχω μια συστοιχία συναισθημάτων, ατάκτων και θερμότερων της φωτιάς,
μπορούν να γίνονται νερό,
και φωτιά κι αέρας.
Αν κάποτε, τα συντρίψω θα πει πως ήρθε η ώρα του θανάτου μου,
δεν υπάρχει ζωή χωρίς να μπορείς να την αισθάνεσαι...

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Κείμενο για το Ντεκαβλέ...

Καθόμουν κάπου που προφανώς γινόταν μια παρουσίαση βιβλίου, άκουγα χειροκροτήματα, βρισκόμουν σε άλλο χώρο...
Ξαφνικά μάλλον αυτό τελειώνει και έρχονται εκεί που καθόμουν δεκάδες νέοι άνθρωποι...
Μεταξύ τους κι ένας λεπτός ιπποπόταμος ο οποίος άκουσον άκουσον συστήθηκε σε κάποιους ( γειά σας, είμαι ο τάδε, συγγραφέας)....
Συγγραφέας...
Συγγραφέας..
Κι αμέσως μετά οι νέοι άρχισαν να μιλάνε για τον Κου..και για τις εκλογές..
Μιλούσαν σαν εμάς τους κοντά στα 50 και πέρα..
Εκλογές..
25 το πολύ 30 χρονών άνθρωποι...
Εκλογές...κι όλα τα σκατά της κρίσης...μετά μιλούσαν σαν 60, σαν 70 χρονών...
Fuck the krisis...
Η υπόθεση είναι ντεκαβλέ...
όχι ντεκαυλέ..Ντεκαβλέ..
Κάποιοι στέκονται στο πως γράφεται τελικά το επίθετο Μπουκόφσκι ή Μπουκόβσκι;
( Δικαίως πρέπει να γράφεται σωστά..)
Αλλά το ζητούμενο είναι αυτά που είπε, αυτά που έζησε..η Αμερικάνα Πόρνη που πετά τους ανθρώπους της μακριά σαν δεν έχουν φράγκα..
Δεν έχουν φράγκα, δεν έχουν περίθαλψη,, δεν έχουν φράγκα δεν έχουν τίποτε..
Ούτε η Ρώσικη αρκούδα με αφορά..
Αυτά είναι ντεκαβλέ..
Νέοι άνθρωποι στήνονται σε ουρές για μια θέση..
Κάποτε στο Δημόσιο, κάποτε στον Ιδιωτικό τομέα..
Τομέας...μπλιαχ..τι λέξη...
κάποτε υπήρξα κι εγώ 25, δούλεψα χωρίς μέσον σε ένα μεγάλο κρατικό νοσοκομείο..
Ο προιστάμενος μου την έπεφτε..ταυτόχρονα,.έμαθα τις ρεμούλες, πως έκλεβε από το Δημόσιο για δική του χρήση προμήθειες του νοσκοκομείου...
Άρχισα να μην έχω ανάσα..
Παραιτήθηκα...μπορούσα στα 40 να έχω μια πολύ καλή σύνταξη λόγω του αντικειμένου...
Παραιτήθηκα και από στέλεχος ασφαλιστικής Εταιρείας λίγο μετά...
Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα...
Εταιρεία...ΠΟλυεθνική...μπλιαααχχχχ
Ντεκαβλέ..
όχι, δεν είχα φράγκα στην άκρη, αλλά δεν μπορούσα να πάρω ανάσα...
Αυτά τα παιδιά εδώ; Μπορούν να ανασάνουν;
Κι αν δεν μπορούν πως μιλάνε για εκλογές;
Κι αν μπορούν να πάρουν ανάσα πως μιλάνε για εκλογές;
Τον συγγραφέα- παπάρα έπρεπε να τον πετάξουν στον βόθρο...
Και όλους αυτούς τους παπάρες που έκαναν παρέα με κάποιον ποιητή ο οποίος πετούσε τα έντερα του έξω, πετούσε την καρδιά του, πετούσε στον κόσμο την αγάπη και τον έρωτα σαν άνθη..
Και μετά αυτός πέθανε..
Αλλά αυτοί έζησαν..
Κι άρχισαν να γράφουν σε διαπλεκόμενα έντυπα...
Και να γίνονται μάγκες εκ του ασφαλούς..
Γαμιάδες του συστήματος δήθεν...
ΤΙ ΛΕς μωρέ;
Σιγά τα αυγά...Αυτοί των 50...

Σικέ όλα..
Κι οι νέοι...
Αντί να τα σπάνε όλα έξω πάνε σε παρουσιάσεις και μιλάνε για εκλογές...
Χαμένοι από χέρι είμαστε...
Αντί να ερωτεύονται τρελά , να γαμάνε τρελά,κάνουν οικογενειακούς προυπολογισμούς...
Τόσα εσύ,,, τόσα εγώ,,,παιδί δεν βγαίνει...
Μην βγεί ρε, μην βγει γιατί θα βγεί αγελάδα..
Μιλάτε για εκλογές..
Αντί να τα σπάσετε όλα..
Ναι, όλα...
Ντεκαβλέ κατάσταση.
Άκου, χωρίς καύλα τίποτε δεν γίνεται.
Ούτε δουλειά, ούτε παιδιά, ούτε φίλοι, ούτε τίποτε...
Ούτε ζωή δηλαδή...
21 γραμμάρια καρδιά τα κάνετε ένα τίποτε..
Παντού όλη η Ευρώπη να τελειώνει..
όλα..
Να βγούν τα καινούργια..
Να σπάσει το πύον...
Να ρθεί νέο αίμα, καθαρό...
Αλλά πως;
Μιλώντας για εκλογές..
Μπουρζουαζία..
Αστοί..
Φαλλοκράτες..
Παπάρες..
Πολιτικοί...
Στελέχη..
Τράπεζες..
Χρηματιστήρια..
Αγορές...
Αγορές..
Δημόσιες σχέσεις..
Πουτάνες..
Παράγοντες...
Να τελειώνουμε με όλα...
Οι κρίσεις είναι ανθρωπιστικές...
Βγείτε έξω στους δρόμους..
Σπάστε τα όλα...
Να τελειώνουμε με τους παπάρες...
Τους δεινόσαυρους...
Δεν πεθάναμε σαν χώρα..
Πεθαίνουμε όμως γιατί οι νέοι μιλα΄νε για εκλογές...
Αν ζούσε ο Μπωντλαίρ θα μεθούσε από το πρωί ως το βράδυ
Θα έπινε δηλητήρια..
Θα μιλούσε με τον Σωκράτη.
Αν..
Αν...Χωρίς καύλα για ζωή πεθαίνεις..
Χωρίς καύλα για έναν τόπο δεν προσφέρεις..
Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για την γενιά του Πολυτεχνείου και λοιπές παπαριές..
Κάθε Έλληνας χίλιες θεωρίες..
Και ζήλια..
Και ραγιάδες...
Ο Πρόγονος του Κολοκοτρώνη πέθανε πάνω σε μια πέτρα από σφαίρα..
Έτσι βγήκε το επίθετο...
Εδώ μάλλον δεν έχουμε απόγονους τέτοιους..
Ούτε του Άρη..
Του Ηλία...
Του Κορνήλιου...
Τόσων άλλων..
Γιατί οι νέοι είναι ντεκαβλέ,,
Και μακάρι να τελειώνουμε..
Αν δεν τελειώσουμε μόνοι μας εξάλλου θα μας τελειώσουν τα χρυσά αβγά..
Κι οι παχιές κότες..
Κι οι αγελάδες...
Τι κρίμα!
Δεν έχω απλά θυμό..
Έχω οργή...
Και μια λύπη μεγάλη...
 

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Μια μικρή ιστορία, από τις μεγάλες ερωτικές, των ανθρώπων

Το δωμάτιο είναι μικρό, έχει ένα ανοιχτό παράθυρο αφήνοντας ΄λίγες ανάσες φρέσκου αέρα ανακατωμένους με γιασεμί. Η νύχτα αφήνει ελεύθερες τις μυρωδιές της βεράντας.
Είναι ξαπλωμένοι αγκαλιά, εκείνη έχει το κεφάλι της στο στήθος του.
Του πειράζει τις άκρες των χειλιών του, ( έλα, μεγάλωσε τις σε ένα χαμόγελο), του λέει με παιδικό νάζι. Γελάει, τότε εκείνη του πειράζει τα λακάκια που σχηματίζονται στα μάγουλα του με τις άκρες των δαχτύλων της. Τα πιέζει με τα νύχια της. Γελάνε κι οι δυό.
     Μια τρυφερή επιμήκυνση του φεγγαριού τεντώνει τις αισθήσεις τους καθώς φαίνεται αχνά έξω από το παράθυρο.
(Δεν σε χόρτασα ). Της λέει ενώ σηκώνεται να βάλει μουσική. Μουσική σε ασπρόμαυρο, καπνός, ουίσκυ και Τσάντλερ στο ταβάνι.
      Κλείνονται σε φιλιά. Φιλιά δοσμένα με κάτι πέρα από το πάθος. Σάλια. Απολήξεις αισθητικές αναβοσβήνουν σε κύκλους φιλιών.
Κυκλικό φιλί.
Άνοιγμα στην σπηλιά την ερωτογενή. Που είναι τα αρχαία σου μυστικά;
Το φιλί γίνεται ένα υπεργαλαξιακό πουλί που χαμηλώνει την ένταση της ανυπαρξίας..
(Δεν σε χόρτασα), της λέει και η μουσική μπαίνει στην κοιλιά τους, μιλάει για τον Ωκεανό που δεν τελειώνει.
Την φιλάει παντού.
Στήθια, αφαλός, πόδια.
Λεπτές γραμμές σάλιων στην χλομή επιδερμίδα.
Τον γδέρνει λίγο στην πλάτη.
(Μην το τελειώσεις), του λέει με μια χαμηλή επιτακτικότητα..
Όταν μπαίνει μέσα της ,τόξα σφυροκοπάνε τα κύτταρα της. Και τα δικά του αφυπνίζονται.
Το αίμα τρέχει στις αρτηρίες τρελαμένο,, τα μάτια ενώνονται.
Τα πόδια της στην μέση του.
Τα σπλάχνα ανοίγουν.
Ο ερωδιός δεν πενθεί πια.
Κοιτάζονται.
Ο Ωκεανός ξαφνικά σκάει στα αυτιά τους.
Υγρά.
Φωνές. Σάλια. Μαζί του μπαίνει σε έναν άλλο κόσμο.
Πεταμένοι, ανακατεμένοι, σκόρπιοι οργασμοί τους είχαν μπερδέψει για καιρό.
Είχαν βολευτεί στην ακινησία των αισθημάτων τους ακούγοντας εκείνους τους μικρούς μελανούς οργασμούς. Πριν γνωριστούν..
Κουνιούνται μαζί με ένα σαξόφωνο.
Σε ένα καταφύγιο που προφυλάσει την ομορφιά.
(Δεν σε χορταίνω), του λέει καθώς τα νύχια της γδέρνουν τον τοίχο πίσω από τα κεφάλια τους..
Τα μάτια του είναι μελένια. Σκορπούν μέσα της άφθονες ποσότητες από μέλι..
Τα μάτια της είναι μαύρα, κάρβουνα και φωτιές.
Τα μάτια του είναι μελένια.
Ξέρουν πολλά κι ομως..δεν έχουν χάσει την λεπτή χάρη της αθωότητας...
Δεν έχουν χάσει τίποτε από την ηδονική παιδικότητα, αυτήν την φρέσκια ματιά , αυτήν την αγνότητα στην σκέψη χωρίς να μηδενίζεται το βάθος...
Τελειώνουν ρευστά.
Σε ταλαντώσεις, σαν ένα σαξόφωνο που γδέρνει την καρδιά.
Τελειώνουν σε κύματα.
Σε μικρόκοσμους που ανοίγουν τον ένα, τον μεγαλο, αυτόν που είναι το παν...
Τελειώνουν συγκεντρωμένοι στις ίριδες των ματιών τους....
Με ανάσες και φωνές λες και βρίσκονται απέναντι στον ίλιγγο.
Πέταξαν ως εκεί...
Πάνω από τον ίλιγγο.
Ξεπέρασαν την μέθη της σάρκας.
Εκείνα τα μελένια μάτια την άνοιγαν σαν κύκλο.
Εκείνα τα μαύρα μάτια τον βύθιζαν και τον ανέβαζαν σε μια σκάλα που δοκίμαζε τα όρια του.
Αγκαλιάστηκαν πάλι...
Τόση ηδονή κι όμως..ο ήχος της ανάσας τους ερέθιζε ακόμη τους αισθητήρες που είχαν πετάξει υγρό πυρ ως το ταβάνι...
(Είσαι το καταφύγιο μου), του είπε και έβαλε το κεφάλι της στο στήθος του..
(Κι εσύ, κι εσύ, σώπα τώρα), της είπε και άναψε ένα τσιγάρο και το έβαλε στο στόμα της, μετά άναψε ένα δικό του.
Κι αμέσως μετά της ξαναείπε με εκείνο το γλυκό γέλιο του..
(Τι στο διάβολο κάναμε μέχρι τώρα βρε μωρό μου, μου λες;)
Εκείνη γέλασε κι άρχισε πάλι να κολυμπάει αβίαστα στο μέλι των ματιών του.
(Ξέρω κι εγώ χαρά μου; ή νομίζαμε πως είχαμε την αυτονομία των πεταλούδων ή από κάμπιες γίναμε τώρα πεταλούδες...), του είπε και ένιωθε πως ανήκε σε έναν άλλο κόσμο που όλα έλαμπαν κι ήταν φωτεινά..
( Πως σου αρέσει να μιλάς μυστήρια), της πέταξε και γελώντας την έφερε επάνω του...
(Οι άνθρωποι είναι τα πιό παράξενα ζώα, μισούν κι αγαπούν με την ίδια ένταση), του είπε.
(Οι άνθρωποι είναι δηλητήριο, αιμα και μέλι), είπε κοιτώντας την απαλά..
(Τότε εσύ είσαι αίμα και μέλι), απάντησε και ξαναμπήκε στον Ωκεανό ΄του τραγουδιού γιατί πάλι τον ήθελε, τον ήθελε γιατί έβρισκε συνέχεια αιτίες να τον θαυμάζει...

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

όταν γελάς, οι γραμμές στις άκρες των ματιών σου ανοίγουν σαν ακτίνες,
σκορπούν στο πρόσωπο, διαδρόμους από φως.
Κι όταν το στόμα ανοίγει σε χαμόγελο, βεντάλιες σκορπίζουνε δροσερό αεράκι.
Ρόδα σου πέταξα να κοιμηθείς,
να κοπάσεις την αγρύπνια σου, την αγωνία σου για τον κόσμο.
Ύστερα σε νανούρισα ενώ φώναζα γύρω σου ξωτικά και πλάσματα μυθικά.
Όταν γελάς, η πλάση ξεδιψάει,
ο Νοτιάς στροβιλίζεται ...μέσα στα μάτια μου και στις παλάμες μου παφλάζει λίγη μαγεία.
Από τις ξεχασμένες.
Σε είδα στον ύπνο μου μα δεν θα με πίστεψες.
Μπορείς όμως να ακούσεις τις νότες που ξυπνούν όταν γελάς;
Τις περνάω κοντά στα χέρια σου,
μάλλον τις έχεις ακούσει...
Η μεγαλύτερη γοητεία βρίσκεται σε όσα δεν ξέρουμε ,έλεγα στους άλλους.
Μα τώρα πιστεύω πως υπάρχει και σε ένα χαμόγελο που δεν το διαβάσαμε από κοντά,
μόνο από μακριά το νιώσαμε, αλλά το αγγίξαμε αφήνοντας το να μπει μέσα μας..

(Η προσωπογραφία ενός χαμόγελου). Αφιερωμένο
Ο κόσμος ξέχασε το όνομα του
Μαζί του κι εγώ προσπαθώ να ξεχάσω το δικό μου
Να στροβιλιστώ γύρω από την χρυσή σκόνη του χρόνου
Άγρια η Μπλανς ,ιππεύει ένα πόνυ
Χαστουκίζει τον αέρα με έναν καθρέφτη
Αν δεις την ματιά της θα πετρώσεις, θα πεισμώσεις
Μάσκες απαλές σιγοσβήνουν την καρδιά τους σε ένα πλήθος άγρυπνο
Αν δειλιάσεις φώναξε κι εμένα
Να πιούμε και να κοιτάξουμε όλα τα άστρα, να συγχωρέσουμε ...και να ξεχαστούμε
Και μέσα στον κόσμο να φωνάξουμε το όνομα μας
Εκείνο που είχαμε όταν τρίζαμε τα δόντια μας μιλώντας
Μπλανς,
αφήστε τους τόνους τους δραματικούς,
ακόμη ντρέπεστε να πείτε φοβάμαι;
Αυτά που γνωρίζω πως ξέρω κι αυτά που δεν γνωρίζω πως ξέρω,
όλα αυτά στο ποτήρι υψώστε,
ας πιούμε μαζί στον Αύγουστο που θα έρθει, θα ναι σεληνόφως
και ζευγάρια θα χορεύουν αγκαλιασμένα
Ας ξεχάσουμε τον κόσμο,
έχουμε εμάς εδώ αντάμα,
τα πάθη μας και τις εμμονές μας θα αφήσουμε να ιππεύει για λίγο η ωραία Μπλανς
Τόσο ωραία που στέκει πάνω στην μικρή πλάτη του ζώου,
τόσο ωραία, της αξίζει !
Σαν αντικρύζετε καθαρά πως δεν υπάρχει δομή στην ράχη της ζωής σας,
αφήστε την δομή της γλώσσας,
θαυμάστε την Μπλανς,
είναι σαν το μοσχολέμονο...

( Μπλανς, η ωραία )

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Ανάκατα και σκόρπια

Η ματαιοδοξία, είναι μια αλεπού που την πνίγουν τα θύματα της τελικά.
Αυτά λέγαμε, καθώς ένα κίτρινο φεγγάρι μας 'εφτυνε στα μούτρα.
Και τα νυχτολούλουδα κι οι μαργαρίτες δίψαγαν γιατί ξεχασμένοι είμασταν  στον εαυτό μας.
Ο χρόνος απειλεί πάντα.
Δεν σταματά για λίγο ,να απολαύσουμε το δράμα και την κωμωδία κατά εξακολούθηση..
Πυροβολείς συνέχεια, μαζί σου κι εγώ να δοκιμάζουμε το παιχνίδι του χαμένου θησαυρού.
Νερό στο πρόσωπο δεν ρίχνεις το πρωί, φεύγεις βιαστικά ακουμπώντας στον καθρέφτη έναν βασανισμένο ύπνο.
Κι ούτε χρόνος να ξεχωρίσουμε τα χλωρά και τα καμμένα.
Τρέχεις ενώ μένεις στο ίδιο ακριβώς σημείο που σε άφησα πριν μήνες.
Δηλαδή νομίζουμε πως τρέφουμε την δράση μας, δηλαδή πιστεύουμε χωρίς σε κάτι να πιστεύουμε.
Ο νάνος.
Ο γίγαντας.
Ποιός καθορίζει τα μεγέθη αφού ο καθένας φορά άλλα μάτια;
Κι έπειτα δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο;
Συνέχεια στα άκρα πατάς.
Σου είπα, μην συναισθηματικολογείς μονάχα, τις περισσότερες φορές με αυτόν τον τρόπο συνθηκολογείς στην τελική.
Ο χρόνος τρέχει.
Η κινούμενη άμμος μας γλεντά.
Αυτή η προσπάθεια να μην βουλιάξεις μέσα της έχει μείνει...
Τι λένε τα αδέσποτα της πόλης;
Αν μιλούσανε θα μαθαίναμε πολλά.
Για το κυνήγι, τον φόνο, το ψέμμα, το δηλητήριο.
Την αγάπη.
Αυτήν έχουν μόνο σαν σε κοιτάζουν απορημένα.
Από ματαιοδοξία κεντάς τα περιστέρια στην κοιλιά τους;
Και χαλάς τις φωλιές των χελιδονιών;
Δεν είμαστε μόνοι μας, είμαστε τραγικά μόνοι.
ΞΈΡΕΙς γιατί;
Κανείς δεν ακούει κανέναν.
Όλη την ημέρα μαζεύουμε λέξεις χωρίς αντίκρυσμα.
Γιατί τα αυτιά μας ακούνε κάλπικα.
Ακούν μόνο αυτά που επιτρέπει η ματαιοδοξία μας.
Διαφορετικά ο κόσμος δεν θα περπατούσε ανάποδα...
Ανάποδα πάμε.
Και στο τέλος δεν θα μπορούμε να ανεβαίνουμε στα δέντρα..
Δεν θα έχουμε φτέρνες, ούτε γόνατα.
Μόνο στόματα που ανοιγοκλείνουν με ήχους άγνωστους.
Η παράνοια έχει πάρει μαζική μορφή...
Δεν έχω αγωνία.
Ο κυνισμός της εποχής μου σιγά σιγά την καίει κι αυτήν.
Και τι έγινε;
Ο χρόνος εξακολουθεί, αύριο θα είναι μια άλλη ημέρα.
Σαν την Μαρμότα...

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Σάρκα φθαρτή και ψεύτρα
υπόσχεσαι ευτυχία,
όταν ο θάνατος σε σκεπάζει με το λευκό σεντόνι του, τίποτε δεν υπάρχει πια,
αρκεί όσο έζησες να απόλαυσες αλήθειες μέσα στο τεράστιο ψέμμα,
εδώ κοιμάται αυτός
εδώ κι όλοι οι υπόλοιποι θα πάνε,
γουλιές οξυγόνου διαλύονται αχνά μές στον Αποσπερίτη...

( καλό κατευόδιο)
Αυτό- σχέδιο του πρόσφυγα

Η κατσαρόλα της , πενθούσε, άδεια και μόνη
Ο γιός της ο μεγάλος, είχε μπαρκάρει μήνες πριν σε μια ξένη χώρα, είχε να πάρει νέα του μήνες τρείς
Ο μικρός της γιός ,υποτροπίαζε μέρα την μέρα, παλεύοντας με την βασίλισσα της θλίψης
Η Έλλη προσπαθούσε στα ογδόντα της να βρει μια ελπίδα μέσα στο σπίτι το έρημο,
ένα καντήλι αναμμένο μέρα νύχτα να υποδύεται ελπιδοφόρες μέρες
Το... νησί άγριο στην γλώσσα της Χειμωνιάς κι ούτε ένας άνθρωπος στο κατώφλι του σπιτιού.
Ευάερη, ευήλια αποχρωματισμένη μοναξιά στα κεραμίδια
Ήρθε μια νύχτα φερμένη από την κόλαση στο μυαλό του μικρού γιού
Βασίλη τον λέγανε και στο πάτωμα του δωματίου του, ξεθωριασμένα ποιήματα νεκρών ποιητών
Το γκρεμισμένο κράτος έκοψε την σύνταξη της Ποντιακής ρίζας της μάνας εδώ και μήνες τρείς..
Μα η Έλλη όλο για ελπίδα μίλαγε στον σφαγμένο ψυχικά Βασίλη της
Τον άκουγε να παραμιλά την νύχτα αυτή που ο αέρας έξω σκότωνε με το ψύχος του
( Να φύγω μάνα, να φύγω), έλεγε μέσα στα παραμιλητά του
Θυμήθηκε τότε, που τους σκοτωμένους κουβάλαγε στην πλάτη της να βρούν ένα μνήμα ακούγοντας δίπλα στα αυτιά της κρότους όπλων
Μα τότε σε κάτι έλπιζε
Κι ήρθε η στιγμή, ένα τσακ του χρόνου, ένας στιγμιαίος θρίαμβος της απόγνωσης
Δεν έχω πια, να ελπίζω σε τίποτε, σκέφτηκε η γριά
Θα λευτέρωνε πρώτα τον μικρό, σούρθηκε στην κάμαρα του, κρατώντας το μαχαίρι , σαν μπήκε, αυτός κατάλαβε...
Και μέσα στην τρέλα του της ψιθύρισε,( χτύπα με μάνα, χτύπα εδώ) λευτερώνοντας το στήθος του και μένοντας ακίνητος
Κι ενώ η φλόγα του καντηλιού, τρεμόσβηνε δειλά ,φωτίζοντας χλομά την κάμαρα χτύπησε στην καρδιά του γεμίζοντας αίμα τους τοίχους..
Κι έπειτα σφάχτηκε μονάχη της..
Λίγο πριν φανεί ο ρόγχος νικητής ,έπεσε πάνω στο παιδί, εκεί τελείωσαν όλα...
Μέρες λίγες μετά ξεμπάρκαρε ο μεγάλος γιός, μπήκε στο σπίτι ακούγοντας την βρόμα από μακριά της σήψης
Αντίκρυσε τις σφιχταγκαλιασμένες σκιές κι έπεσε στα γόνατα.
( Πάντα μας πρόσφυγες), ψέλλισε και λύθηκε από τους γόρδιους δεσμούς της ελπίδας
Η αλήθεια πιό δυνατή, για πάντα, τον τσάκισε...