Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Ο αλιευτής έξω από το παράθυρο μου γνέφει, είναι πρωί κι η μέρα ξέσκεπη..

Η Ινφάντα του Όσκαρ με συγκινούσε πραγματικά.
Κι ο Νάρκισσος που πολέμησε ο ίδιος, στην λίμνη του πολυτελούς σαλονιού του, εκεί που έβγαλε τα μάτια του με το σπαθί του Ιάπωνα πολεμιστή, εκεί που οι εποχές συναντήθηκαν ξαφνικά, ξημερώματα.
Μετά από κάποιο όργιο σωματικοπνευματώδες, οινοπνευματώδες, αψέντινο.
Τότε ήταν που έβγαλε τα μάτια του Νάρκισσου και τα έβαλε στα δικά του.
Ήθελε να δει τον κόσμο με διαφορετικά μάτια,ήθελε να φτιάξει το πορτρέτο αυτού που θα τον βασάνιζε αργότερα.
Που θα τον <<κατέστρεφε>>.
Ω! Έτσι κι αλλιώς οι κοινωνίες των ανθρώπων δεν συγχωρούν τις ιδιοφυίες, (Όσκαρ, Σαρλ)..
Ο Όσκαρ ανήκει στα πλάσματα που ιδιότευσαν μεταξύ ουρανού και θάλασσας.
Γι αυτό πεθαίνουν νέοι..
Αυτό, δεν αντέχεται για πολύ.
.........
.........
Κα΄ποιες φορές έξω από το παράθυρο μου βλέπω μια καλαμιά.
Μου αρέσει να αναφέρω συχνά την φράση έξω από το παράθυρο. Δεν ξέρω αν αυτό σημαίνει κάτι.
Η καλαμιά αφήνεται στον άνεμο σαν τον παθιασμένο εραστή. Αυτόν που ξέρει όλες τις πλευρές του έρωτα, και τα φεγγάρια και τους ήλιους και τους πλανήτες..
Αφήνεται με έναν τρόπο που μου θυμίζει μια μητέρα που κλαίει το πεθαμένο της παιδί.
Τον θρήνο των χαμένων ερώτων.
Τον θρήνο της χαμένης παιδικότητας.
Την αγάπη των τίγρεων.
Την σάρκα μας που αλλάζει όψεις σύμφωνα με τον χρόνο, το φως και το χάδι των εραστών.
Είναι η πλήρης άφεση σε κάτι, ο αέρας που κουνάει την καλαμιά.
Αυτό το τόσο λεπτό σχήμα της, η ευθραστότητα, η προσαρμόστικα της θα λεγες στο άγγιγμα του ανέμου.
Μια πλαστική προσαρμογή με τόσα συναισθήματα.
........
.........
Ο Όσκαρ γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου. Κάποιος πλανήτης θα ήταν στην κορύφωση που είχε να κάνει με την οξύνοια, με την θαρραλέα αγάπη στην τέχνη.
Η τέχνη για την τέχνη, έλεγε και αναδύθηκε η σκεψη του αισθητισμού, η <<σχολή>> του αισθητισμού.
Σαρλ, Οσκαρ, Ζιντ...
Οι απόλυτοι Εωσφόροι.
................
................
Άκου,
μου αρέσει, στο έχω ξαναπεί να παρομοιάζω τους ανθρώπους με ζώα.
Ψάχνω στο πρόσωπο ή στις κινήσεις τους να καθρεφτίζεται ένα ζώο.
Έτσι, στο χω ξαναπεί, βλέπω να ακουμπούν στα τζάμια του λεωφορείου ,κεφάλια λιονταριών-σπάνια αυτά εντάξει-.Βλέπω γυμνοσάλιαγκες να βλέπουν κάποιο πρόσωπο που τους αρέσει και τους πέφτουν τα σάλια.
Αρουραίους να κρύβουν επιμελώς τα μουστάκια τους κάτω από αδρές χειρονομίες ή ας πούμε φίνα λόγια...
Κατσαρίδες να περπατούν κρύβοντας τα άντερα τους και τις κεραίες τους κάτω από επιμελημένες πόζες. Κάτω από άσκοπες γνώσεις.
Θέλω να πω, μπορούν και να υπηρετούν κάποια τέχνη αλλά εντελώς <<σπουδαστικά>>, αυτό που λένε ακαδημαικά...
Τι είναι τέχνη χωρίς καρδιά;
Χωρίς αυτό το πλατύ, αρχέγονο ένστικτο;
Το ένστικτο είναι η πατημασιά στο αρχαίο δάσος...
Είναι το ίδιο το αρχαίο δάσος...
Σε μια άλλη ζωή θα ήθελα να πάρω ουσίες και να ανιχνεύσω και να ανιχνευτώ σε αυτό το αρχαίο δάσος.
Ουσίες που θα μπορούν να με παρασύρουν μακριά από τα στενά όρια που μου βάζει η σάρκα μου..
...................
.......................
Ο Μαρσέλ, άλλος άνθρωπος-δέντρο της σκέψης  αυτός, έλεγε, με τους ψευτοευγενείς έπρεπε να είσαι άτεγκτος.
Σήμερα δεν έχουμε ευγενείς, έχουμε άλλους.
Τους δεινόσαυρους της σκέψης..
Της διαμόρφωσης των κοινωνιών  σε τερατουργήματα όπου βασιλεύει το κέρμα.
Το βασίλειο μου, (το θησαυροφυλάκιο του Σκρουζ Μακ Ντακ, το θυμάσαι;) για μια σκέψη σου.
όλες οι σκέψεις σου στο βασίλειο μου.
Φράγκα.
Λεφτά.
Χρήματα.
Ψεύτικες ετυμηγορίες στα μπλακόνια.
Στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Ο βασιλιάς είναι γυμνός κύριε Ονώριε, μα πάντα ήταν.
Αλλά αν το έλεγες θα πεφτες στα μπουντρούμια, σήμερα στις φυλακές.
Ο βασιλιάς είναι γυμνός, κύριε Κολόμβε. αλλά αν το πούμε θα είμαστε τρελοί.
Ή μόνοι.
Ή κάτι άλλο από την γραμμή.
Μπορείς να δεις την γραμμή των προβάτων; Μια ατέλειωτη σειρά προβάτων περπατούν στο χιόνι.
πάνε.
Πάνε.
Πάνε.
Τυφλά. Αφού δεν ξέρουν που πάνε...Τα πάνε. Πηγαίνουν...
Και  σπρώχνει το ένα το άλλο.
Μετά, τραβά το περίστροφο ένα πρόβατο που έχει ντυθεί με την λευκή προβιά του γιατί είναι λύκος..
Πρώτος πυροβολισμός και μετά αίμα.
Ύστερα πυροβολεί ο λύκος.
Τα πρόβατα πέφτουν το ένα μετά το άλλο.
Το βασίλειο μου για την προβιά σου κύριε λύκε.
Θεέ μου!
Θεέ μου!
Ατέλειωτες σταγόνες αίματος πάνω στο χιόνι.
Σειρές.
Από αίμα. Από σκοτωμένα πρόβατα.
Μετα γίνονται κοιλάδες από αίμα.
Λίμνες.
Θάλασσες από αίμα.
Από πτώματα.
Πάνω στο κατάλευκο χιόνι.
Τόσο λευκό που είναι ο θάνατος.
Με κόκκινες πινελιές επάνω του , άτακτες, αφηρημένες, σαν να τις τράβηξε ένας τρελός ζωγράφος με ένα τεράστιο πινέλο..
Το χιόνι γίνεται κόκκινο.
Και μετά ο πλανήτης ίνεται χιόνι.
Κι ύστερα τίποτε.
Αυτό είναι ένας εφιάλτης μου, τελευταία...
................
...................
Κοιτάζω έξω από το παράθυρο.
Έξω από εμένα.
.........
.........
Όποτε ηττήθηκα με θόρυβο ήταν από τις αγαθές μου προθέσεις.
Είναι που πιστεύεις στους άλλους χωρίς να ακούς το ένστικτο σου.
Και τι εγινε;
Αυτό που έγινε είναι πως το μόνο που αλλάζω είναι ο χρόνος.
Παίρνω ανάσες.
Παίρνω χρόνο.
Δεν αποφασίζω πια να βουτήξω βαθιά χωρίς σκάφανδρο και προφυλάξεις ενάντια στην φωνή του ενστίκτου μου.
Θα σε μετρήσω.
Γιατί είμαι από αυτούς που βουτάνε βαθιά, πίστεψε με.
Κυρίως χωρίς προφυλάξεις.
ΌΜως ο αρουραίος δεν θα ξαναγίνει βατράχι.
Ούτε πρίγκηπας.
Κι η κακιά βασίλισσα είναι μια πλύστρα περιττωμάτων..
Κι εγώ είμαι εγώ.
Εγώ.
.................
.................
Αλλά τις αγαθές μου προθέσεις δεν θα τις σκοτώσω.
Χωρίς αυτό να σημαίνει πως είμαι πρόβατο.
..............
..............
Παίρνω ανάσες.
Βουτάω.
Ξανά.
Λίγο πιό πίσω.
Στα αθέατα.
βαρέθηκα να βλέπω ότι δεν έχει ενδιαφέρον...
............
................
ΟΙ σακατεμένες ζωές κάποτε θα φωνάξουν.
Και τα πρόβατα δεν θα λουφάξουν.
θεέ μου!
Ας μην γίνουν λύκοι.
Ας μην υπάρξει χιόνι.
Μόνο χιόνι.
Κι αίμα.
.....
.....
Η ζωή απέραντα πάλλεται και δονείται κάτω από τα πόδια μας..
Κι ο ουρανός αν αφεθείς σαν την καλαμιά στον αέρα μπαίνει μέσα σου.
Στο χω ξαναπεί..
Όταν περπατάω στον δρόμο κι ο ουρανός ξαφνικά μπαίνει μέσα μου,
νιώθω ευτυχισμένη.
ΕΥΤΥΧΙΑ είναι η ευγνωμοσύνη των δευτερολέπτων, κάτι δευτερόλεπτα ευγνωμονείς το σύμπαν που οι τόσες συμπτώσεις σε έκαναν να γεννηθείς..
Κι αυτό το επιστρέφεις...
Δεν είσαι κρυψίνους...
Ή έχω λάθος;
Ησ'υχασε τώρα.
Ξεκουράσου.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Τόση βροχή μα ο ήλιος μιλάει, έστω υπόκωφα, μιλάει και υπόκωφα;






Τρίμματα λύπης.
Δίπλα μας, γύρω μας. Αν κατέβεις τους φωταγωγούς των πολυκατοικιών και μπείς στα διαμερίσματα θα βρείς φαλακρές και φαλακρούς τραγουδιστές. Από χαρά, από την ευδαιμονία, την πίστη, τα όνειρα. φαλακροί από όλα.
.....Προχωρούνε με ένα γυμνό κρανίο, τους πήραν το σκαλπ κάποιοι ηλίθιοι που ήταν πιό βάρβαροι από τους αρχαίους.
////////////

Μπορείς να πεις, τι με νοιάζει;
Μπορείς;
Δεν θα σου θυμίζει ο εαυτός σου τότε ένα αηδόνι κλεισμένο στο κλουβί;
Μπορείς να μην βλέπεις;
----------

Κάνω στον εαυτό μου μαθήματα χαράς.
Την Κυριακή που ο ήλιος περίσσευε σε χάρη και ζέστη, πήγα στο πάρκο.
Καθώς περπατούσα κάτω από τα μουστάκια των αγαλμάτων μια πεταλούδα θρόισε τα φετρά της μπροστά στα πόδια μου.
Της είπα, άσε με να σε πιάσω, με άφησε.
Έτρεμαν τα φτερά της όλο χάρη και λεπτότητα. Συντονίστηκα μαζί της.
Η λύπη δεν σε αφήνει να συντονιστείς με τους άλλους. Όμως το πέτυχα.
Μετά χαμογέλασα σε δυό σκύλους. Πήραν το μήνυμα αμέσως.
Ήταν μια μικρή έκρηξη χαράς...
//////////////

Πολλά μικρά πράγματα φτιάχνουν πορτρέτα της χαράς.
.............

Τώρα βρέχει. Η βροχή έχει μπλέξει με την σκόνη φερμένη από την Σαχάρα, η πόλη είναι ένα θολό υγρό τοπίο.
ίσως κι αυτό φαλακρό.
...........

Να κάνουμε μαθήματα χαράς στον εαυτό μας και στους άλλους.
Είναι σαν να σκουπίζεις τον ιδρώτα από ένα μέτωπο που καίει πάνω σε ένα σκληρό καύσωνα.
...........

Είπα στην Ρ.., (Κοίτα, δεν μπορούμε να αναπολούμε τα παλιά, είτε στέκια, είτε ανθρώπους, αυτά κατοικούν μέσα μας έτσι κι αλλιώς. Δεν μπορούμε να ζούμε μέσα στις αναμνήσεις μονάχα. Είναι ένας ρόλος που θα τον σχημάτιζε με άρτιο τρόπο ο Τενεσί Ουίλιαμς, αλλά δεν μπορεί να φοριέται αιώνια.
Η Ρ. άρχισε τα χάπια.
Κι ο Β.
Κι άλλοι.
Ζωές σε κλοιό.
Όμως είναι ακόμη ζωές...
.................

Η λύπη είμαι μητέρα όλων.
Κι η χαρά επίσης.
Η΄λύπη είναι κλωστές.
Οι κλωστές μπλέκουν μεταξύ τους.
Κεντάνε.
Πλέκουν.
Φτάνουν ως το ταβάνι.
Φτιάχνουν ιστό.
Τον φτιάχνεις σαν γιγάντια αράχνη και μπαίνεις εσύ ο ίδιος στο κέντρο της.
Κολλάς.
Δεν πράγεις τίποτε άλλο από λύπη.
Η λύπη ανακυκλώνεται.
Μεταφέρεται.
Πολλαπλασιάζεται.
Είναι ιός.
Ένας παράξενος ιός που δεν αναλύεται εύκολα για να σπάσει.
Αλλά σπάει μετά από επιμονή.
//////////////...........

Να ζήσουμε.
Αυτό που μπορούμε.
Χτυπάω την πόρτα στην Χριστίνα που μένει από πάνω.
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω χτές την νύχτα, δεν κοιμήθηκα, είπα με μάτια σαν νυχτερίδας.
(Και λοιπόν; Ούτε κι εγώ κοιμάμαι, αλλά δεν με πιάνει τρόμος, λέω δεν κοιμάμαι αλλά θα κάνω κάτι άλλο), μου λέει φωνάζοντας.
Έχει δίκιο.
Είναι ο τρόπς που βλέπεις.
Αν τα μάτια σου τα στραγγίξεις από νερό θα βλέπεις ερημιά.
......

Άκου, αγαπώ την λύπη. Αδελφή της ηδονής είναι η λύπη, ( Αίσωπος).
Υπάρχει κι η θλίψη.
Αλλά δεν γίνεται να κατοικήσει μέσα μας για καιρό.
Σκέψου,
αν σιγά σιγά όλοι πέφτουν από τα μπαλκόνια σπρωγμένοι από το δυνατό κύμα της κατάθλιψης,
σκέψου, αν όλοι σιγά σιγά βρίσκουμε τρόπους θανάτου για να ξεφύγουμε από τον ιστό της θλίψης,
τότε ετούτος ο πόλεμος για τους λίγους , είναι μια χαρά κερδισμένος.
Με καμμία χρηματική απώλεια.
Κα΄που σε ένα εξωτικό νησί κάτω από κοκοφοίνικες καπνίζουν πούρα και πίνουν σαμπάνια στην υγειά μας.

.....
Είχα δυσκολία στον ύπνο.
Τώρα έχω λιγότερο.
ΊΣΩς και κάποτε κερδίσω να κοιμάμαι.
ίσως κι όχι.
ΌΜως μιλάω γι αυτό.
Μοιράζομαι.
Όσο μοιράζομαι η δύναμη της αδυναμίας μου, που με είχε αγγιστρώσει σπάει.
Φοβάμαι τον θάνατο.
Μην αρρωστήσω και γίνω βάρος.
Μην αρρωστήσει το μυαλό μου.
Αυτό πιό πολύ.
Κι αυτή η φρικτότητα της ματαιοδοξίας του καθρέφτη..
Μετράω για αλλαγές..
Αλλά μιλάω.
Είναι πολλοί εκεί έξω φίλε...
Μίλα.
Δεν είσαι μόνος.
........
Ηρεμώ.
Σιγά σιγά.
Κάνω μαθήματα μικρά χαράς.
Κάθε μεσημέρι περνά μια γιαγιά κάτω από το σπίτι. Ορισμένη ώρα.
ΤΗς δίνω φαγητό, μου δίνει χαμόγελο.
Στον πεζόδρομο τα παιδιά παίζουν μπάλλα. κΑΘΏς περνάω από εκεί τους κλέβω λίγο την μπάλλα και κλωτσάω κι εγώ
Εκεί υπάρχει κι ένα άσυλο ανιάτων.
Ο Σταύρος είναι ένας νέος άνθρωπος καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι.
(καλημέρα Πόπηηηηηη), μου φωνάζει.
Τον πάω βόλτες στον πεζόδρομο. Τον πάω βόλτες, με πάει βόλτα στο χαμογελο...
Υπάρχουν κι οι άλλοι. Οι άλλοι. Κι εσύ. Η εσύ κι οι άλλοι.
.....................

Ο ΙΣΤΌς της λύπης σπάει.
Η λύπη ας είναι η περιγραφή του Αίσωπου.
όχι όμως να γίνεται ιστός που φτάνει στο ταβάνι.
Να σε πνίγει.
==============

Υπάρχει αυτό που λέγεται ζωή.
Κάποτε πάει σαν ποτάμι, άλλοτε σαν λίμνη, άλλοτε σαν φωτιά, άλλοτε σαν βροχή.
......

ΚΆΝΩ μικρά μαθήματα χαράς και τα μοιράζομαι.
(Άννα, Νίκο, Ρένα, να ένα τόπι. Θες να παίξουμε);
.......

Παίζω.
Στο κάτω κάτω εσύ που τα παίρνεις όλα σοβαρά και τοις μετρητοίς, δοκίμασε να αλλάξεις την ματιά σου.
Κι εσύ που έχεις κολλήσει με το παρελθόν, σκέψου, είναι ζωή αυτό που ζείς; Ανάβοντας κεριά μονάχα στα νεκροταφεία; Θέλουν το φως από ένα κερί και άλλοι. Κι εσύ.
...............

Δεν έχω άλλη άκρη να πιαστώ όταν πέφτω από το να αγαπάω και να αγαπιέμαι.
Αν σταματήσω τότε θα χει αρρωστήσει το μυαλό μου.
Κι η καρδιά μου θα έχει γίνει σίγουρα μια μαύρη χήρα αράχνη.
....
Μοιράζομαι.
Και ζω.
Θα περάσει κι αυτό.
όΛΑ πέρασαν..
Εμείς μην περάσουμε στο τέλος.
Το τέλος του ανθρώπου.
Μπορεί να βγεί ε΄νας πολύ καλύτερος άνθρωπος.....
 

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Ένας διάλογος φανταστικός όπως πάντα,κι ένα απόγευμα με γλυκιά διάθεση

Ένας άντρας και μια γυναίκα, νύχτα, ίσως δυό ώρες μετά τις 12 .
Α=ΆΝΤΡΑς    Γ=Γυναίκα
<<<<<<<<<<<<<<<
Α
Αφήστε με να πιάσω τα χέρια σας, μοιάζουν τόσο διατεθειμένα να μιλήσουν, να αγγίξουν, να αγαπηθούν, ναι, αυτό, να αγαπηθούν. Αν τα γυναικεία χέρια δεν έχουν την γλυκιά ετοιμότητα να αγαπηθούν, τότε, τότε όλα είναι μάταια.
Δεν αφήνω τον εαυτό μου να ασχοληθεί με τέτοια γυναίκα..
Γ
Μοιάζει αυτό που λέτε σαν να είναι ένα δικό σας στατιστικό στοιχείο..
Α
Ίσως και να είναι, μάλλον πείτε πως είναι μια προσωπική διαπίστωση..
Γ
Καλό ,τότε, είναι να ξέρετε για μένα, πως δεν μου αρέσουν οι άντρες που χρησιμοποιούν τις προσωπικές τους διαπιστώσεις  για να δώσουν χαρακτηριστικά στο πρόσωπο μου, πιστεύω πως οι διαπιστώσεις υπάρχουν μονάχα για να αμφισβητούμαστε συνεχώς. Δαπιστώνω σήμερα, αυτό που ποτέ δεν ήξερα πρίν, μα από την στιγμή που το διαπιστώνω αμέσως έχει σβήσει από την μνήμη μου...
Έτσι, με αυτόν τον τρόπο τα πάντα γυρνούν με την ίδια φυσικότητα που γυρίζει η γη, δεν βγάζουν ρίζες τα πόδια μας στο ίδιο αιώνιο σημείο...
Κι οι διαπιστώσεις είναι σαν τις αυθαίρετες κεραίες στους λόφους, ελπίζω να με καταλαβαίνετε..
Α
Μα ασφαλώς και σας καταλαβαίνω, μέχρι κάποιο σημείο με διαδάξατε πως η αντίληψη μου για τα πράγματα μάλλον θέλει κάποια πλάτυνση, κάποια οξύτητα, μου αρέσει να σκέφτεται έτσι μια γυναίκα.
Γ
Παράξενο! Είναι καιρός τώρα που γνωρίζω άντρες που καμώνονται πως τους αρέσει να σκέφτεται μια γυναίκα, αλλά αυτό είναι απολύτως πρόσκαιρο και επιφανειακό. Θα ήταν πολύ ευχάριστο να καταλάβω το αντίθετο για εσάς.
Όμως πείτε μου, τι θα προτιμούσατε, με το χέρι στην καρδιά, να μιλούσαμε ένα ολόκληρο βράδυ για τα πάντα ή να κάναμε έρωτα, θέλω να πω θα ήμουν πολύ πρόθυμη σαν ερωμένη, θα ήμουν ζεστή και διαχυτική...
Α
Με διεγείρει αφάνταστα η προθυμία σας σαν ερωμένη, όμως από την άλλη θα μου ζέσταινε την καρδιά να μιλήσω ελεύθερα κι ωραία με μια γυναίκα όπως σείς.
Οι περισσότεροι άντρες ξέρετε μοιάζουμε επίπεδοι.
Γ
Μμμμ..ενδιαφέρον, επίπεδοι ε; Δηλαδή πως το εννοείτε το επίπεδοι
Α
Εννοώ πως η σκέψη μας, των περισσοτέρων που γνωρίζω είναι λίγο φτωχή, είναι είτε σαν μια μαύρη τελεία ή σαν κάτι γκρίζο που μιμείται το μαύρο, ίσως σας μπερδεύω τώρα με την χρησιμοποίηση των χρωμάτων...αλλά να, πιό απλά είμαστε έτοιμοι να είμαστε απόλυτοι για κάτι χωρίς να βυθοσκοπήσουμε και ιδιαίτερα την σκέψη, να, αυτό..
Γ
Αν τα χέρια μου σας διέγειραν λίγο με την όψη τους όπως φαντάστηκα, τώρα έτσι με διεγείρατε εσείς με αυτήν την σκέψη, σας φαίνεται παράξενο;
Θα ήθελα να με φιλήσετε.
Α
( Την κοιτάζει έντονα, την αγκαλιάζει και κολλάει πάνω στο σώμα της με το δικό του)
Υπάρχει μπροστά μας ολόκληρη η νύχτα, τι θα λέγατε να γνωριστούμε καλύτερα;
Γ
(Γελάει δυνατά και μυρίζει απαλά τον λαιμό του)
Μου αρέσει ο πληθυντικός αριθμός, δεν νομίζεις πως αυτό είναι κουτό και δεν ταιριάζει με την περίσταση; Θα φιλιόμαστε και θα μιλάμε στον πληθυντικό;
Α
Σε ενοχλεί ο πληθυντικός, σε ενοχλεί πολύ κι αν ναι ,γιατί;
Γ
Με ενοχλεί πολύ. Μου θυμίζει πόσο ηλίθιος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, κι ακόμη μου θυμίζει πόσο ηλίθιος μπορεί να γίνει.
Χρησιμοποιεί έναν αριθμό για να δείξει πως έχει σεβασμό σε κάποιον ενώ στην πραγματικότητα τον έχει γραμμένο στα αρχίδια του, μιλάει στον πληθυντικό σε ένα σαλόνι για να δείξει την παραδοχή ή τον θαυμασμό σε κάποιον ενώ τον σιχαίνεται..και σκέψου, ενώ μοιάζει τόσο ευγενής ας πούμε με τον πληθυντικό ή τις λέξεις που χειρίζεται, είναι αδύνατον να φάει με κλειστό το στόμα ή να μην φτύνει μιλώντας..ω, είναι τραγικό τι συναντά κανείς κάτω από αυτήν την απέρανστη υποκρισία...
Α
Είναι απόλυτα σωστό αυτό που λες, συμφωνώ σχεδόν απελπιστικά..
Πες μου όμως, αν κάποιος σου πει απόλυτα ειλικρινά πως σε θέλει, αν στο πει έτσι, χωρίς να μεταχειριστεί καμμία όμορφη λέξη ή φράση, τίποτε παραπάνω κολακευτικό από το να σε θέλει σαν άντρας, αν σου πει δηλαδή με λίγο χυδαίο τρόπο πως θέλει να σε πηδήξει ας πούμε, να, αυτό, αυτό πως θα το χαρακτήριζες; Δεν θα του κατέβαζες καμμιά βρισιά;
Γ
Εξαρτάται, εξαρτάται από τον τρόπο, το βλέμμα, είναι κοινότοπο αλλά η χυδαιότητα δεν υπάρχει στις λέξεις...έχω γνωρίσει ανθρώπους που διαθέτουν την κουλτούρα της βιτρίνας, θέλω να πω, διαθέτουν άπειρες γνώσεις και δυνατές εμπειρίες αλλά στο βάθος ειναι ντενεκέδες ξεγάνωτοι...
Μπορεί να προσβάλλουν ας πούμε δημοσίως με λεπτό τρόπο μπροστά στους άλλους μια γυναίκα που δεν τους <<έκατσε>>, δεν έτυχε να γίνει κα΄τι μεταξύ τους και να πιστεύουν για τον εαυτό τους πως είναι πολύ άντρες..
Μα πως μπορείς να εξηγείς το πόσο άντρας ή γυναίκα είσαι σύμφωνα με τις ορμόνες της στιγμής;
Το φύλο κι οι ιδιότητες του είναι πολύ περισσότερο περίπλοκο ή πολύ απλούστερο από το πόσες φορές έχυσε κάποιος..
Συγνώμη, μιλάω άκομψα ίσως, ίσως γιατί πολύ γρήγορα από τον πληθυντικό πέρασα στον ενικό με τέτοιο τρόπο..μίλησα άκομψα..
Α
Μίλησες με τέτοιον τρόπο που μου έδειξες αυτά που σε βασανίζουν μάλλον τελευταία..
Κάπως έτσι θα σκεφτόμουν για σένα, πως αυτά που είπες σε βασανίζουν τελευταία, σκέφτεσαι για αυτά με πάθος κι αγωνία.

<<<<<<<<<<<<<<<
Την φιλάει.
Την κουμπώνει πάνω του.
Ξεκλειδώνονται.
Δεν διανύουμε την εποχή μόνο της χρεοκοπίας και της βίας.
Διανύουμε την εποχή της απέραντης ηλιθιότητας...
Εντάξει, ναι, πάντα η βλακεία ήταν δυνατή αφού μιλάμε σχεδόν πάντα, για μάζες, όμως τώρα στην εποχή της γρήγορης πληροφόρησης, αυτή η ταχύτητα της πληροφορίας μοιάζει να φορτώνει άσχημα μερικούς εγκεφάλους, μοιάζει να τους καθιστά ανίκανους να διαλέξουν...ανάμεσα στις τόσες δήθεν επιλογές..Ο ψυχισμός χτυπιέται με πολυβόλα όπως πάντα σε τέτοιες συνθήκες..
Κανείς πραγματικά δεν είναι ελεύθερος...
Μπορεί να γινει για λίγο αν αγαπήσει κι αν αγαπηθεί...
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
Γι αυτό,
Αφήστε τους άλλους να αγαπηθούν και ν αγαπήσουν...
Ακόμη κι αν νομίζουν πως αυτή η αγάπη είναι πραγματικά αγάπη και δεν είναι.
.........................................
Τον φιλάει.
Τον κουμπώνει πάνω της.
Ξεκλειδώνονται...
............
Αυτό είναι η θεική ιδιότητα κι η απάντηση στην βλακεία, στην μοναξιά και στην έπαρση της ματαιοδοξίας..
Το αληθινό ξεκλείδωμα....

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Η παράξενη ιστορία της Ήβης και του Φοίβου

Είναι  μια καλοκαιρινή νύχτα.

Από το ανοιχτό παράθυρο, ενός δωματίου ,στην ταράτσα, φαίνεται μια γυναίκα.

Είναι καθισμένη σε ένα φθαρμένο κρεβάτι. Δίπλα της ένα κομοδίνο μαρμάρινο.

Τα αυτιά της συντονίζονται με τον μονότονο ήχο του ρολογιού που βρίσκεται επάνω του.

Σιγά σιγά  τα μάτια της ανοίγουν, το χρώμα τους αλλάζει, το περίγραμμα μεγεθύνεται, το πράσινο γύρω από την κόρη επεκτείνεται. Κάποιος προσεκτικός παρατηρητής ,πορεί να δει λίγο από αυτό το πράσινο να βγαίνει από την παλιοκαιρισμένη ταπετσαρία στους τοίχους.

Είναι μόνη. Μα αυτή η μοναξιά σε λίγο θα σπάσει σε χιλιάδες κρύσταλλα...

Στο μεγάλο δωμάτιο υπάρχει μια βελούδινη κουρτίνα, στο χρώμα αυτό, των ματιών της και της ταπετσαρίας στους τοίχους.

Πηγαίνει προς τα εκεί. Κοντοστέκεται για λίγο αναποφάσιστη. Έπειτα την ανοίγει. Ο λεπτός θόρυβος της βαριάς κουρτίνας, καθώς σέρνεται, συντονίζεται με κείνον του ρολογιού, μπλέκεται μαζί του και το δωμάτιο γεμίζει από τον ήχο αυτόν.

Την λένε Ήβη. Μεγάλωσε σχεδόν μόνη της κάτω από την άστοργη φροντίδα μακρινών συγγενών.

Η νύχτα έξω θριαμβεύει.

Η Ήβη έχει μακριά μαλλιά ως την μέση , είναι στο χρώμα του μπλε νουάρ. Τα μάτια της θυμίζουν τα μάτια μιας γάτας, είναι σκιστά στις άκρες τους και μυστηριώδη, έχουν μια υποβλητικότητα λεπτή.

Το στόμα της είναι ένα φροντισμένο βατόμουρο.

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η επιδερμίδα της. Χυμένο κεχριμπάρι πάνω της.

Για λίγο επικρατεί μια ησυχία που τρομάζει. Σταματά ο ήχος του ρολογιού. Σιωπή από πάγο.
Μα κι η ατμόσφαιρα θυμίζει  ξαφνικά στέπα της Μαντζουρίας. Το ρολόι σπάει σε εκατοντάδες κομμάτια.
Σαν να συνέβη αυτό σαν γεγονός από μια οδηγία της Ήβης, σαν να συνέβη από ένα ανεπαίσθητο ανοιγοκλείσιμο των ματιών της.

Ο τοίχος πίσω από την κουρτίνα είναι γυμνός.
Αρχικά.
Γιατί καθώς το πράσινο των ματιών της επεμβαίνει πάνω του, αρχίζει να σχηματίζεται μια εικόνα.
Αχνή . Μα για λίγο.
Κατόπιν χιλιάδες μικρόκοκοι σχηματίζουν ένα αντρικό περίγραμμα πάνω στον τοίχο.
Οι κόκοι πλαταίνουν, παίρνουν μόνοι τους φορά και κατευθύνσεις.
Γίνονται τελείες, τρίγωνα, άτακτα σχήματα και σχηματισμένα.
Σε λιγότερο από δέκα λεπτά υπάρχει στον τοίχο ένας άντρας ζωγραφισμένος.
Μελαχρινός, με μάτια πικρό κάστανο, μαλλιά πιασμένα χαλαρά στον λαιμό.
Γεροδεμένος.
Όμορφος. Με την ομορφιά που σε παίρνει σαν κύματα μαζί της...
Τον λένε Φοίβο.

Τα μάτια της ΉΒης πυρακτώνονται καθώς οι ίριδες τους μπαίνουν πίσω από τον τοίχο.
Η ατμόσφαιρα πίσω από τον τοίχο γίνεται σαν ηφαιστειακές πέτρες, η στέπα έχει υποχωρήσει πια.
Ο τοίχος καίγεται, φλόγες βγαίνουν τυλίγοντας το περίγραμμα του άντρα.
Ο άντρας ζωντανεύει.
Ο τοίχος με έναν εφιαλτικό ήχο τον λευθερώνει κι αυτός βρίσκεται μπροστά της.
Έπειτα όλα γίνονται όπως πριν.
Στο δωμάτιο μια καλοκαιρινή υγρασία της νύχτας φερμένη από το ανοιχτό παράθυρο..

Κοιτάζονται. Με τέτοια ένταση που νομίζεις πως το πράσινο από τα δικά της μπαίνει στο κάστανο των δικών του. Ανεπαίσθητοι ηλεκτρισμοί.

Η Ήβη κι ο Φοίβος είναι αδέλφια.
ΑΥτό όμως δεν τους εμποδίζει να ερωτευτούν, αυτό έκαναν κάποτε κι οι θεοί τους καταράστηκαν.
Να βρίσκονται μια φορά τον χρόνο.
Τον Αύγουστο, τότε που η σελήνη αγγίζει ηδονικά την επιφάνεια της γης κι όλα τα παράξενα συμβαίνουν..
Εγκλήματα κι έρωτες...

Αγκαλιάζονται.
Καθώς τα στόματα τους γίνονται ένα, αδιάκοπα αχειραγώγητα συναισθήματα.
Κι αισθήσεις ζώων.
Στο απόλυτο.
Στο ζενίθ.
Εκκολαπτόμενες διαχύσεις.
Ακτινωτές, σαν ηλιακές προβολές.
Τα φύλα τους καίγονται.
Οι λεκάνες τους, σαν  εκατομμύρια διαβιβαστές <<πιάνουν>> την σαγήνη και την ηδονή του κόσμου.
Βασικά γίνονται ένα με κάθε πλάσμα που αφήνεται εκείνη την στιγμή στην σάλπιγγα της ηδονής...
( Θέλω να σε κάψω), λέει αυτός καθώς υποβάλλεται μαζί της στην σκληρότερη οδύνη.
( Θέλω να σε λυτρώσω), λέει αυτή και λιώνει όπως θα έλιωνε το σκληρό μέταλλο.
Πανδαισία χρωμάτων ραίνει το δωμάτιο γύρω τους.
Το ανάγλυφο του σχήματος τους...
Αυτ'ο κρατά για κάποιες ώρες...
Μα η σελήνη αποχωρεί για να αφήσει τον χώρο της στον ήλιο.
Και καθώς απομακρύνεται ολοένα τα δυό σώματα αρχίζουν να σπάνε σε σκιές.
Δυό μεγαλόσωμες σκιές ανθρώπων.
Η μια της γυναίκας που πέφτει στα γόνατα και λύνεται σε θρήνους.
Κι ο άντρας να μπαίνει στον τοίχο.
Σαν σχήματα κόκων..
Κι έπειτα τίποτε.
Ο τοίχος γυμνός..
Κι η κουρτίνα με θόρυβο ξανά κλείνει την όψη του, μόνη της.
Ναδίρ.

Στο  ακριβώς, απέναντι διαμέρισμα, της πολυκατοικίας του δώματος, ένας άντρας ξαπλωμένος έχει ανοιχτό το παράθυρο για να απομακρύνει την καλοκαιρινή ζέστη.
Χωρίς να καταλάβει πως, μια ανυπόφορη στύση άρχισε να τον βασανίζει ώσπου πήρε το μάτι του το ζευγάρι.
Καθώς έβλεπε προσπαθούσε να αποτελειώσει την βασανιστικότατη στύση του.
Μα δεν μπορούσε να δει τα κομμάτια του χρόνου.
Ενώ η Ήβη, με τα μακριά της μαλλιά ως την μέση, θρηνούσε με κραυγές σπαρακτικές μπροστά από την πράσινη κουρτίνα, αυτός έβλεπε το σύμπλεγμα των κορμιών τους που είχε προηγηθεί...

Και καθώς λαχανιασμένος πάλευε να λευτερωθεί από την μέγγενη της στύσης του ο χρόνος έγινε ξανά κοινός.
Και ξαφνικά είδε την γυναίκα γυμνή πεσμένη στα γόνατα μπροστά στην πράσινη κουρτίνα.
Και σαν να κατάλαβε η γυναίκα πως την κοιτούσε γύρισε απότομα στο μέρος του.
Πρόλαβε να δει τον πράσινο θρίαμβο των ματιών της μπροστά του, καταπάνω του καθώς ένας πίδακας υγρών πετάχτηκε απεγνωσμένα από την στύση του.
Και καθώς χιλιάδες απολήξεις νευρώνων μαλάκωναν την ένταση τους χωρίς να καταλάβει το γιατί φώναξε το όνομα της..-Ήβηηηηηηηηηηηηη-
Κι ολα έγιναν όπως πριν...
Μια καλοκαιρινή νύχτα σε ένα δώμα ταράτσας...
 
Ένα ήσυχο βράδυ, οι γάτες τρομαγμένες μύρισαν το χιόνι
το τρομπόνι ζωντάνευε τους πνεύμονες
και το τελευταίο γιατσέντο μόλις που πρόλαβε να κοιμηθεί σε ένα βαγόνι.
Το βαγόνι ήταν παλιό και κίτρινο
νανούριζε τις ταλαιπωρημένες όψεις σου, σαν νόμισμα ζωής και θανάτου ήσουν,
σαν ήχος που σπαζε τον κόσμο στα δυό.
Έπιασες να χορεύεις με κείνη τη τρελή απόσταση από το τώρα και το χτες,
καθηλωμένη έμεινα... στο τώρα,
κι αυτό το τώρα ήταν που μετρούσε περισσότερο από όλα.
Ζαλισμένη ανέβηκα στην πλάτη σου σαν πεταλούδα,
με πήρες και ανεβήκαμε ξεγελώντας την δύναμη του ουράνιου τόξου,
πιό ψηλά,
εκεί που οι άνθρωποι μοιάζουν σαν μιμήσεις θεικές
κι απολιθώματα πλασμάτων από πέτρα και φωτιά..

( η σιωπή στον καθρέφτη
Αποικίες συναισθημάτων ,ανά λεπτό ταξιδεύουν, σε τούτη την κομψή σφαίρα,
αν μπορούσαμε να συναντηθούμε με τους ελευθερωτές τους,
έχεις σκεφτεί, πες μου,
έχεις σκεφτεί πόση ομορφιά θα υπήρχε στην διάρκεια του χρόνου;
Το μόνο που μπορεί να ζαλίσει, για λίγο, τον χρόνο, είναι η καθαρή,
ανεπιτήδευτη ομορφιά...

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Ήλιος, ήλιος, μόνο ήλιος

Θα βγώ έξω τώρα.

Δυό σταγόνες άρωμα, από εκείνο της φλεγόμενης πια χώρας ,θα φορέσω. και λίγο από το αίμα σου.

Θα πυροβολήσω τον καθρέφτη μου για σένα.

Μια δυό  φορές όσο για να θρυμματιστεί, να πέσουν απαλά τα θραύσματα στα πόδια μου.

Να θυμάμαι πως είναι ο κόσμος χωρίς εσένα, γυαλιά κομματιασμένα.

Θα μπορούσες να πεις πως είναι έρωτας, θα μπορούσες να πεις πως είναι αγάπη.

Μα δεν είναι το ενδιαφέρον στο να πείς τι ακριβώς είναι μια και κανείς ακριβώς δεν ξέρει.

Εμείς απλά γνωρίζουμε πως είναι απερίγραπτα ωραίο να φεύγεις από τον εαυτό σου και να ζείς τον περισσότερο καιρό  μέσα σε κάποιον άλλο.

Ναι είναι, από την άλλη ξέρουμε πως είναι απερίγραπτα οδυνηρό.

Έχουν δυσκολία τούτα τα ταξίδια. Δεν είναι ενδοσκοπήσεις ή μήπως είναι;

Γέρνουμε ο ένας το κεφάλι στον ώμο του άλλου. Απλά. Αυτόματα. Σαν να μας υπαγορεύτηκε από κάποιον αόρατο υποβολέα.

Και μαζί βλέπουμε τον τρόπο που στραγγίζουν ο ένας την ψυχή του άλλου φορώντας τον ρόλο του ερωτευμένου.

Ξαφνικά όλοι είναι ερωτευμένοι.

Κάτω από αυτό το μολυσμένο νέφος της βραδινής πολιτείας που προσπαθεί να ζεσταθεί όλοι είναι ερωτευμένοι.

Κι εγώ σου γελώ.

Σαν ιππόκαμπος. Σαν δέντρο.

Προβάρουμε ρόλους να σωθούμε. Κι άλλους.

Μα πιό πολύ τον εαυτό μας. Αυτόν παίζουμε στα χαρτιά και στους δρόμους. Στα φιλικά σπίτια που η κρίση έχει τον πρώτο ρόλο στην κουβέντα.
Κατεπείγον! Σαν τα νομοσχέδια της χρεοκοπίας.
Την σημαντικότερη ήττα όλων.
Αυτό, που παριστάνουμε πως έχουμε χρεοκοπήσει μόνο στα νοσοκομεία, τα σχολεία, το πετρέλαιο, τα πανεπιστήμια, στο κράτος.
Κι όμως! Ούτε μια ανάσα δεν ξοδεύει κανείς για τον άλλο.

Έτσι συνηθίζουμε να βλέπουμε τα εξής. Εγώ κουκούλια ανθρώπων να παίρνουν τις κατηφόρες.
Εσύ κάμπιες που αδυνατούν να γίνουν πεταλούδες.

Και στο μεταξύ θεάματα.
Ο Μπέκετ σιχάθηκε.
Λες τον άκουσες χτες να ουρλιάζει, νομίζω κι εγώ. Ήταν κατά τις πέντε. Αν ήμουν στο νησί ο κόκορας θα ούρλιαζε κι αυτός.
Βαρέθηκε να τον βλέπουμε, λέει, να μιλάει στα θέατρα. Ήταν εραστής της τελειότητας, οι άλλοι είναι εραστές στις ταμπέλες.
Βαρέθηκε να γράφουν αντιγράφοντας τον.
Θέλει να πει - Σταματείστε-
Θέλει να πει, προχωρείστε. Αυτός συνέχεια προχωρούσε. Ανέβηκε με πείσμα στο βουνό για να δείξει τον τρόπο που έπρεπε να σκαρφαλώσει ο ηθοποιός..

Όλοι παίζουν. Οι ρόλοι μου θυμίζουν την φτήνια και την αφθονία στα καρότσια των πλανοδίων πωλητών. 1 εβρό οι κάλτσες.

Φοράω λίγο από το αίμα σου. Και λίγο από το άρωμα μου.
Είναι ανάγκη να είμαστε εμείς.
Να μείνουμε εμείς.
Να ακούμε με θαυμασμό τα περιστέρια στα καμπαναριά να φλερτάρουν. Να μπορούμε να γελάμε.

Πυροβολώ τον καθρέφτη.
Έσπασε το χτές.
Δεν είμαι ανίκητη.
Αλλά δεν θα δίνω φωνή σε κάποιον που δεν ακούει εκτός από το αμίμητο εγώ του, εγώ, εγώ , εγώ εγώ, εγώ.

Είμαστε εμείς.
Και δεν παριστάνουμε τίποτε.
Πότε είμαστε έτσι , πότε αλλιώς.
Κανείς δεν είναι στάσιμος.
Η θλίψη.
Η ευτυχία.
ΌΛΑ κινούνται.
Μετατοπίζονται για να φανούν ανάγλυφα τα υπόλοιπα.

Αγάπη μου, την επόμενη φορά που κάποιος θα πάει να μου κλέψει την ανάσα θα του ζητήσω ευγενικά να πάει στον ακατοίκητο.
Και θα του αποδείξω πως υπάρχει τρόπος να ζητήσεις κάτι.
Αρκεί να είναι αυτός.
όΧΙ αυτό που νομίζει.

Βγαίνω τώρα. Κάπου στο κέντρο. Ο ήλιος ξανά χαρίζει την κάπα του.
Βλέπω και την χρυσή της σκόνη.
Αγαπώ ξανά την ζωή.
Αφήστε τους ανθρώπους να ζήσουν.

Φυσάω την κάνη του ρεβόλβερ.
Λίγος καπνός σκάει από την τρύπα.
Μα μόνο στο ασπρόμαυρο φιλμάκι που λατρεύω.
Αυτά τα φιλμάκια που παίζω από παιδί...
Μόνο αυτά ξέρω να παίζω.

Έρχομαι τώρα.
Βγαίνω.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

2012

Όλοι αναζητούν με κάποιον τρόπο την αγάπη
αστερισμοί κρατούν μυστικά την λάμψη της,
ο χιτώντας της καρδιάς μας κόκκινος, αιματώδης,
κρατά όλα που έγιναν σε σημειωματάρια εφόδου.
Άφησε το άλογο σου αγάπη μου,
μπροστά στην πόρτα μου, άναψε τα μάτια του περνώντας τα με τα χέρια σου.
Οι ώρες ξοδεμένες, ειπωμένες, σαν ένα φλυτζάνι που ράγισε,
σαν την τράπουλα που χιλιοπαίχτηκε,
Ντάμες, Ρηγάδες, Βαλέδες κι ο Τζόκερ ο χαμένος ιππότης να γελά μέσα στο ανάθεμα,
όλα εκείνα που φαίνονταν όμορφα και μετά χάλασαν,
όλα εκείνα τα κεριά που ανάψαμε την νύχτα,
τα σκαλιά που ανεβοκατεβαίναμε χωρίς προφυλάξεις.
ΌΛες εκείνες οι πράξεις, πότε κωμωδίες και πότε δράματα.
Όλοι αναζητούν με κάποιον τρόπο την αγάπη,
αυτή έρχεται σαν να μην είχες ακούσει ξανά για την ύπαρξη της,
αμόλυντη και δίχως προσχήματα,
συγχωρείς τα πάντα εκτός από ένα,
που την στρίμωξες άγρια ανάμεσα στα τόσα φύλλα της τράπουλας,
ας είναι,
ακόμη κι έτσι,
το άλογο στην πόρτα μου γελάει σαν το τελευταίο λουλούδι που αντιστέκεται στο χιόνι,
τόσο χιόνι κι αυτό εκεί,
δες,
ακόμη ζει και ανθίζει,
ακόμη και η πεταλούδα αντιστάθηκε σε τόσο θάνατο.
Κλάψε τώρα,
άδειασε το στήθος σου από τον πόνο,
οι μέρες που έρχονται, θα λιώσουν, όλα αυτά που μέσα μας ήταν ακινητοποιημένα.

όλοι με κάποιον τρόπο αναζητούν την αγάπη,
απλά όλοι δεν το ξέρουν...
 

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Στον πατέρα μου

Είχες καιρό να περάσεις από τον ύπνο μου μπαμπά.
Με κοίταξες με την ίδια ευθύτητα και φορούσες το αιώνιο λευκό μακό μπλουζάκι, γυρισμένα τα μανίκια ένα δυό εκατοστά.
Με βρήκες ,ενώ ήδη είχα εντοπίσει τον δρόμο για την θάλασσα.
Στριμωγμένη στην σωλήνα του αποχευτευτικου συστήματος της πόλης,, άκουγα τους αρουραίους να περνούν δίπλα μου φωνάζοντας τσιριχτά. Όσοι με ακουμπούσαν ήταν απαλοί, μόνο η όψη τους ήταν χάλια.
Κατηφόριζα και έπαιρνα τις στροφές ασθμαίνοντας, στριμωγμένη, σερνόμουν πότε με τα χέρια και πότε με τα γόνατα. Άλλοτε πάλι βοηθούμενη με την κοιλιά.
Σκατά κολυμπούσαν κι αυτά δίπλα μου με απάθεια.
Μύριζα την θάλασσα όταν με βρήκες.
Πρόλαβα να αφεθώ στα νερά όταν με φώναξες.
Στο όνειρο ήταν σούρουπο. Σκορπισμένα γύρω τα πιό ωραία χρώματα.
Ξάπλωσα ανάποδα όταν με φώναξες.
Ανέβηκα στην πλάτη σου όπως τότε που με έμαθες να κολυμπάω, εσύ βέβαια πολύ πονηρός, με είχες αφήσει και κολύμπαγα μόνη μου, νομίζοντας πως είσαι δίπλα μου και με πηγαίνεις εσύ...
Μπαμπά;
Νοιώθω λίγο κουρασμένη.
Αναζητώ ξανά την ηλικία της τρυφερότητας.
Πολλές φορές την έχω κοντά μου αλλά, να, δεν ξέρω. Σαν να εξαντλείται. Σαν να κιτρινίζει από το κακό της που την αφήνω να ταξιδεύει ανάμεσα στις νευρώσεις.
Παντού νευρώσεις μπαμπά.
Και θέλω.
Γυναίκες κουρασμένες από το εγώ τους, γυναίκες Νάρκισσοι ψάχνουν την σκιά τους στον καθρέφτη.
Καλλιτέχνες βαρετοί σαν άνθρωποι και προβλέψιμοι φτιάχνουν μαγαζάκια που πουλάνε την τέχνη.
Μου θυμίζουν τους κουλουράδες της Ομόνοιας.
Μια ελάχιστη γοητεία,αλλά γοητεία σαφώς, βρίσκω  σε αυτούς που αλληλοθεωρούνται οι <<εκλεκτοί των εκλεκτών>>. Εκεί πάλι μπαμπά, βρίσκω ενδιαφέρον γιατί συλλέγοντας γνώσεις σίγουρα καλυτερεύεις.
Κι αυτοί είναι συλλέκτες τέτοιοι. Μπορεί με την ζωή τους να μην αποτελούν ένα μέρος της ομορφιάς, γιατί κατά τα άλλα, δεν διαφέρουν από αυτούς που γεμίζουν τα πολιτικά γραφεία, αλλά παίρνεις ένα μέρος γνώσης κι αυτό είναι ωφέλιμο.
Παντού νευρώσεις μπαμπά.
Άντρες μαθουσάλες κυνηγούν την στύση τους ψάχνοντας γύρω από την σάρκα άγουρων κοριτσιών.
Γυναίκες μεσήλικες κυνηγούν άγρια τους νέους άντρες ανταγωνιζόμενες η μια την άλλη, σαν αυτές που κρυφοκοιτάνε τις άλλες στα δοκιμαστήρια.
Πολλές νευρώσεις μπαμπά.
Τρέλα. Τρέλα.
Η πυξίδα του μαλακομαγνήτη γυρνάει σαν τρελή.
Στοπ.
Μα και νέα παιδιά στριμωγμένα στο μετρό κολλάνε το μούτρο τους μπροστά στην οθόνη ενός κινητού. Μιλάνε ώρες ατέλειωτες με δωρεάν προγράμματα.
Ο χρόνος δεν είναι επαρκής μπαμπά, έτσι λένε.
Ο κόσμος τελειώνει σε λίγες μέρες.
Το ξέρεις το παραμύθι.
Καλά ξέρω ότι ξέρεις πως πεθαίνει  ο παλιός.
Αλλά έρχονται αυτές οι μέρες και μου λείπεις μπαμπά.
Εντάξει, κατοικείς σε μια χώρα πορτοκαλένια μέσα μου, αλλά μου λείπεις.
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΑ.
έκοψα το τσιγάρο μπαμπά.
Μισώ πιά τις εξαρτήσεις, είχε παραγ'ινει το χάλι μου. Δυό πακέτα όπως κι εσύ.
Μοιάζουμε και σε αυτό. Μόλις πήρες την απόφαση κι εσύ τότε, μαχαίρι.
Και στο άλλο μοιάζουμε.
Είμαστε ευάλωτοι.
Απορώ με τον εαυτό μου γιατί είμαι ακόμη.
Και γιατί αυτή η μισητή φωνή μέσα μου, μου λέει ακριβώς τι θα συμβεί στην επόμενη γωνία.
Το κωλοένστικτο.
Ωχ, άσε με βρε μπαμπά, άσε με να βρίσω, με έχει κουράσει αυτό το πράγμα.
Ψάχνω την ηλικία της τρυφερότητας κι αυτό με εμποδίζει.
Αυτό κι ο χρόνος.
Δεν παίρνω φαίνεται μεγάλες ανάσες.
Ξεκινησα και γιόγκα, μετά από τόσες δεκαετίες και ανακάλυψα πως δεν ξέρω να αναπνέω σωστά.
Επίσης με αυτό ανακάλυψα πως ενοχοποιώ τον εαυτό μου γιατί ανακαλύπτω εύκολα τους ενόχους.
Οχι μπαμπά, δεν τρώω τον χρόνο μου με τέτοια, απλά γίνονται.
Σου είπα, ανακαλύπτω πως να αναπνέω, μαζί με αυτό τι νομίζεις; Ανακαλύπτεις κι άλλα.
Πως είσαι κουρασμένος ας πούμε.
Από όλα κάποιες φορές.
Αλλά πιό πολύ είναι που λείπουν οι ευχάριστες εκπλήξεις...
Άγριες μέρες μπαμπά.
Κι εγώ είμαι το κορίτσι σου. Θέλω να καθομαι στα πόδια σου και να με κουνάς και να σου τραγουδάω, όπως τότε.
Να σου γυρίσω τα μανίκια, ένα δυό εκατοστά.
Έκανες πολλά λάθη μπαμπά.
Αλλά ήσουν μάγκας. Γιατί κανείς τελικά δεν άφησες να σου στερήσει την ευαισθησία σου.
Κι ενώ ήσουν ευάλωτος ήσουν τόσο δυνατός.
Στην σωλήνα του υπόνομου με βρήκες μπαμπά στο όνειρο.
Κάνω καταδύσεις μέσα στα σκατά πολλές φορές, όταν ανεβαίνω στην επιφάνεια έχω μαζέψει υλικό για κάτι λουλούδια που σπανίζουν, είναι το καλύτερο λίπασμα και το ξέρεις.
Πιό καλά από μένα.
Σιγά..τι είμαι εγώ μπαμπά; Εγώ ψάχνω ξαφνικά την τρυφερή μου ηλικία.
Και την σωστή αναπνοή.
Μου λείπεις...
Πολύ.
Μην κάνεις πολύ καιρό να ξαναρθείς κοντά μου...

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Τρέχεις γυναίκα με το κίτρινο φουστάνι
στην μια τσέπη έχεις τον έρωτα
στην άλλη τσέπη τον θάνατο.
Και το κάδρο σου στον τοίχο, ζητάει να γεμίσει, με το πορτρέτο σου...

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Φρεντερίκ

Μην με κοιτάς τώρα,
τα πάθη ξεθωριάζουν, στην μεταφορά τους από το ένα τοπίο στο άλλο.
Κι αυτή η αυστηρή επίγνωση των πραγμάτων,
Φρεντερίκ
σβήνει την παλιά λάμψη των ματιών σου.
Η δικαιοσύνη κοιμάται,
μαζί με αυτόν τον παχύ γάτο που ξαπλώνει στο παχύ βελούδινο μαξιλάρι,
ο έρωτας κοιμάται,
...
μαζί με τις νυσταλέες υποσχέσεις στην υπόφυση,
στο μέρος της καρδιάς, μια φυσαλίδα,ρουφάει άστοργα το λιγοστό οξυγόνο.
Είναι φορές που θέλω να γίνω αμαζόνα Φρεντερίκ,
εκεί που βελάζεις ήσυχα για την δήθεν ωραία σου ζωή,
την ήσυχη, την ειρηνική ,τάχα,
κι ως αμαζόνα να ανέβω σε μια άμαξα με τέσσερα άλογα,
να κραδαίνω απειλητικά ένα δερμάτινο μαύρο μαστίγιο πάνω από το σαστισμένο πλήθος,
να χωθώ εκεί, ανάμεσα, φωνάζοντας ερχόμενη για το σπίτι σου,
στην μπάντα,
στην μπάντα, στην μπάντααααααααααααααααααααααα,
έρχομαι για σένα, Φρεντερίκ.
Και μόλις πέσω κάτω από το δηλητηριώδες δάγκωμα ενός φιδιού-φύλακα,
εκεί ,μπροστά στα παγωμένα σου μάτια,
τότε θα καταλάβεις ,πόσο πολύ ,τελικά ,αγαπήθηκες από μια χίμαιρα....

Δαιμόνιο

Γύρω μας οι Δαίμονες πίνουν.
Ακατάπαυστα.
Κι εμείς μαζί τους.
Μια ξυλόσομπα ζεσταίνει το παμπάλαιο μπαρ.
Η νοημοσύνη ταξιδεύει με αιφνίδιους θάνατους.
Τους έχεις ακούσει όταν χαράζουν τα μάγουλα μας με κείνο το στιλέτο, θυμάσαι...
Στο μπαρ υπάρχει ένας κύκλος.
Η τελετή της μύησης έγινε έναν αιώνα πριν.
Τώρα καλούμε πνεύματα και ιδέες.
Κρυώνω.
...
Δεν με αγαπάς.
Κι εγώ κανέναν κόπο δεν θα κάνω να σου αλλάξω γνώμη.
Οι καινούργιοι Δαίμονες που ήρθαν είπαν πως ο παλιός κόσμος για πάντα χάθηκε.
Τους είπα,
(Μπορώ να ρθώ μαζί σας στην κόλαση);
πιό φιλόξενα θα είναι από εδώ.
Τι λες;
Φεύγω.
Δεν θα κοιτάξω πίσω μου...
Πίνω τις Βαλκυρίες στην Ρώμη
ένα δέντρο μαραίνεται κι ένας μεταμφιεσμένος Μεφίστο
ξενυχτά κάτω από το παράθυρο μου
σε ένα άθλιο μοτέλ,
άχρηστες μηχανές αποχαυνώνονται καθώς ο έρωτας βαθιά μπήγει τα δόντια του και πίνει καπνισμένο αίμα...

Bατνάζ

Στην ξύλινη μεγάλη σάλα, ένα πιάνο με ουρά,
χελιδόνια μελωδικά, έπαιζαν με τα μαλλιά της ,κάθε φορά που έπαιζε η Βατνάζ.
Η γυναίκα με το φουστάνι στο χρώμα του σκοτωμένου κερασιού.
Το πιάνο, όπως κάθε μουσικό όργανο, την διάβαζε σε βάθος,
ήξερε πως υπέφερε από μοναξιά.
Κι όταν χρειάστηκε κούρδισμα, άκουσε την καρδιά της γυναίκας να σπάει σε πολλά κρύσταλλα,
ήταν η όψη του κουρδιστή που της...
ξύπνησε τον πόθο.
Κι άγριες, οι νύχτες πιά, στην ήσυχη κάμαρα.
Και κάθε νύχτα ξεκουρδιζόταν μονάχο του.
Κι έγιναν οι επισκέψεις του κουρδιστή καθημερινές.
Κι ο έρωτας ένα φαινόμενο αμοιβαίο.
Το σπίτι άλλαξε χρώμα κι εκείνη είχε στα χείλη πάντοτε κόκκινο χρώμα.
Κι ενώ ο έρωτας άρχισε να αλλάζει τις ως τότε, περιορισμένες διαστάσεις,
και να τις επεκτείνει,
το πιάνο άρχισε να υποφέρει.
Πρώτη του φορά κατάλαβε την μοναξιά του.
Απέραντη ήταν η θλίψη του, σαν ενός αηδονιού που χάνει την φωνή του.
Και σαν κάθισε η γυναίκα να παίξει ακουμπώντας τρυφερά τα πλήκτρα του, σιγή παγωμένη.
Η σάλα άδεια από νότες μαγικές.
Ούτε η γυναίκα, ούτε ο άντρας κατάλαβαν τι ακριβώς συνέβη κι έπαψε το πιάνο.
Απασχολημένοι καθώς ήταν με τον έρωτα τους.
Ο ερωτευμένος είναι εξάλλου ο μεγαλύτερος εγωιστής...

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

ΗOTEL HΡΑ

Το κουρασμένο καράβι φτάνει στο λιμάνι, ξεχύνονται από την κοιλιά του κατάκοποι οι ταξιδιώτες.
Είναι έξι το πρωί.
Η χειμωνιά απλώνει το σάλιο της παντού.
Στο ξενοδοχείο το αρχαίο, δυό ταξιδιώτες κλείνουν δωμάτια.
Αυτός έχει το νούμερο επτά. Η γυναίκα το νούμερο εννιά.
Κατέβηκαν σε τούτο το λιμάνι τυχαία, με σκέψεις λαθραίες και βουβές.
Με σιωπή, οι σκέψεις, απλώνουν την βλέννα τους μπροστά στα μάτια τους, να μην βλέπουν καθαρά.
Όπως ο γράφων κι αυτοί γοητεύονται από αυτό, το να μην βλέπεις καθαρά.
Υπέροχοι τεράστιοι δρόμοι με άσφαλτο ξεδιπλώνονται μπροστά τους.
Κι άλλοτε σοκάκια που βράζει το γιατσέντο.
Το σούρουπο, που έχουν ξεκουραστεί, απλώνουν τα μάτια τους μπροστά στην θάλασσα.
Αυτή, ήσυχη και γόνιμη, απλώνει πεταλούδες ασημιές.
Η γυναίκα σκέφτεται πως η Ήρα ανέχτηκε τις απιστίες του Δία εξαιτίας του Κρόνου και της Ρέας.
Ο άντρας σκέφτεται πως τις ανέχτηκε γιατί ένιωθε το γυναικείο σχήμα της απαξιωμένο.
Περπάτησαν τυχαία μαζί.
Αυτή ήταν μια γυναίκα που μόλις είχε εγκαταλείψει τον πλούσιο σύζυγο στην κοίτη του βελούδινου καναπέ, χρώματος σκούρο πράσινο.
Αυτός έγραφε. Αυτή ήταν η δουλειά του.
Το ξενοδοχείο είχε το όνομα Ήρα.
όταν βρέθηκαν την νύχτα σε μια ταβέρνα κάθισαν απέναντι ο ένας στον άλλο.
Δεν είχαν καμμιά επιθυμία να γνωριστούν βαθύτερα.
Απλά μιλούσαν όλη την νύχτα έχοντας εκείνη την μεμβράνη στα μάτια.
Κι ότι έλεγαν ήταν πιό όμορφο από αυτό που ονομάζεται πραγματικότητα.
Κι ενώ ο έρωτας, τους άγγιζε το μέτωπο σαν μικρή πρασινοκόκκινη φλόγα, συμφώνησαν σε αυτό.
Να ταξιδεύουν ο καθένας χώρια.
Να κατεβαίνουν στα λιμάνια στην τύχη, χωρίς να υπάρξει πριν συννενόηση.
Και όταν τυχαίνει να βρίσκονται να μιλούν και να κάνουν ότι θέλουν έτσι.
Χωρίς να βλέπουν καθαρά.
Αυτήν την καθαρότητα θα την έβρισκαν όταν πια δεν θα μπορούσε το σώμα τους να κάνει αλλοιώς...
 

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Η επιστολή που δεν δόθηκε ποτέ

Αγαπημένε μου Γκρικόροβιτς,
χάρηκα τόσο πολύ που βρήκα τρόπο να σας στείλω αυτήν την επιστολή, αλλά λυπήθηκα βαθύτατα που η άσχημη τύχη μου ήταν η αιτία να με βρείτε μπροστά σας, σε τούτο τον άσχημο χώρο και σε αυτές τις φρικτές συνθήκες.
Ποτέ δεν φανταστήκαμε όταν είμασταν έφηβοι πως θα μας τα έφερνε έτσι η ζωή, πως θα ξανασυναντιόμασταν έτσι κάτω από αυτές τις φρικτές συνθήκες.
Θυμάστε; Σπουδάζαμε ιστορία  τέχνης και με κοιτούσατε στο διάλειμμα με εκείνα τα μελιά σας μάτια. τόσο βαθιά, νόμιζα πως θα μου έσκιζαν την καρδιά αγαπημένε μου Μακάρ, νόμιζα πως μπορούσα να κάνω μια άλλη ανάγνωση του κόσμου από μέσα τους, αλήθεια, αυτό νόμιζα.
......
Οι παράξενες συνθήκες της ζωής μας πάντα μας δοκίμαζαν εμάς τους δυό.
Πάντα βρίσκαμε ο ένας τον άλλο στο επόμενο σκαλοπάτι, στην επόμενη στροφή, στο επόμενο λαχάνιασμα από το τρέξιμο να προλάβουμε το μικροαστικό μέσο που θα μας μετέφερε στην τρώγλη μας.
Ήταν πάλι τότε, τότε που με είδατε ολότελα τυχαία καλεσμένος από τον Μιχαήλ στην σχολή, τότε που ταράχτηκα βαθύτατα σαν σας είδα μπροστά μου ενώ πόζαρα γυμνή για τους φοιτητές.
Μετά από τόσον καιρό και η μοίρα θέλησε να με βρείτε μπροστά σας γυμνή.
Ήταν πιό πολύ για την τέχνη πιστέψτε με, πιό πολύ γι αυτό, παρά για τις όποιες φιλοδοξίες όπως με κατηγορήσατε τότε.
Με βρίσατε, με ακολουθήσατε σαν σκιά, βρήκατε την τρώγλη που ζούσα, μου τραβήξατε τα μαλλιά, δεν κατάλαβα τότε πως ήταν από την ζήλεια, νόμιζα πως ήταν από μια θλιβερή επίδειξη ηθικής εκ μέρους σας.
.............
Αργότερα βρέθηκα στην αγκαλιά σας, μετά από εκείνη την γιορτή του αποχαιρετισμού, τότε που κατέρρεε όλη η Χώρα, ο Μιχαήλ έκλαιγε στην αγκαλιά σας, θυμάστε;
Είχαμε ήδη πάρει την απόφαση να φύγουμε μακριά, από τους εαυτούς μας, τους δικούς μας, την μοίρα την κακιά μας για κάποια άλλη καλύτερη.
Η στέπα γυμνή ήταν η χώρα, σαν την παλάμη μας με τα δαχτυλικά αποτυπώματα.
............
όταν μπήκα στο τρένο αγαπημένε μου το χιόνι έτσουζε τα μα΄τια, το πρόσωπο μας ήταν μια λευκή μάσκα, η αγωνία για το τι θα βρούμε ήταν φανερή.
Οι ελάχιστοι σπασμοί στην επιδερμίδα μας δεν 'αφηναν τα περιθώρια να καταλάβει κάποιος τι σκεπτόμασταν.
Το στομάχι μου έκαιγε από την αγωνία.
Η αγία Πετρούπολη πίσω μου θρηνούσε στα γόνατα. Η Μόσχα έπινε χωρίς τέλος, προσπαθώντας να ξεχάσει για λίγο την τεράστια λύπη της.
.............
Την επόμενη μέρα κατάλαβα από τον πρώτο σταθμό μας τον ακριβή προορισμό μας.
Λίγο πολύ τα ξέρεις αγαπημένε μου.
Με βρήκατε,-θεέ μου τι έχω πάθει, δεν ξέρω σε ποιό χρόνο να σας μιλήσω-, σε εκείνο το απαίσιο σπίτι , μύριζε σκατά, κάτουρο και σπέρμα.
έπεφταν πάνω μας, και για πρώτη φορα, λατρεμένε μου, για πρώτη φορά κατάλαβα το κτήνος που κρύβει ο άνθρωπος μέσα του.
Κλωστές από σπέρμα κυλούσαν από τα μπούτια μας κάθε τρείς πέντε ώρες.
Κλωστές από αίμα και σπέρμα.
Μας είχαν κάψει τις παλάμες μια βδομάδα πριν έρθεις εσύ με τους δικούς σου να λευτερώσετε την Άννα.
Δεν είχα δακτυλικά αποτυπώματα, άρα δεν ήμου τίποτε, ήμουν η καμμία.
Ο ουρανός ήταν χαμηλός, το κρύο άσπριζε τα χείλια μας και το φεγγάρι έσταζε έξω από τα σφραγισμένα παράθυρα, όμως εγώ προσπαθούσα λατρεμένε μου, ξανθό μου περιστέρι, να κρεμαστώ από τα κάγκελα έξω, να δώ τις φλούδες του φεγγαριού να ξελπύνω τον πόνο και την ντροπή μου.
Δεν είπα οργή.
Αυτό το ένιωσα σαν σε είδα να ξεπηδάς από το πουθενά, ένας ξανθός, λευκός άγγελος είπα, ένας άγγελος που μαζί με άλλους εξαγριωμένους αγγέλους ρίχνατε σφαίρες στους βασανιστές μας.
Μια κρύα λεπίδα κάρφωσε την καρδιά μου λευκό μου φτερό, μια παγωμένη ματιά του θανάτου όταν σε είδα πίσω από τους πυροβολισμούς,
έπεφτε ο ένας μετά από τον άλλο και ρυάκια αίματος έβαφαν τους τοίχους κι εμάς, εμάς, που μισόγυμνες στην γωνία σαν μικρά πονεμένα ζώα κοιτάζαμε τους σκοτωμένους να πέφτουν σαν γραμμές.
Σαν τις γραμμές της αγγελόσκονης πολύτιμε μου, που μας ανάγκασαν να τραβάμε, τσακ, τσακ, τσακ, τσακ, κάτω. Κάτω. Τσακ, τσακ, τσακκκκκκκκκκκκκ.
Σε είδα να φωνάζεις την Άννα. Με κοίταξες με περιφρόνηση.
Έκρυψα τα στήθια μου με το βρόμικο σεντόνι, μα πρόλαβα να δω εκείνη την περιφρόνηση.
(Δεν έφταιγα εγώ), σου είπα.
( Εσύ ποτέ δεν φταίς, αλλά πάντα στα σκατά σε βρίσκω), είπες αγαπημένε μου κι έψαξες για την ΆΝΝΑ.
Εκείνης δεν είχαν προλάβει να κάψουν τα δακτυλικά αποτυπώματα, ούτε τα ξανθά της μαλλιά  μαύρα όπως εμένα.
Δεν περιμενατε να βρείτε τόσα κορίτσια, μπουκάρατε μόνο για την Άννα.
Φύγαμε κι εμείς σαν κυνηγημένες σκιές στα σκοτάδια.
Πάντα πίστευα πως όλη αυτή η επιχείρηση που έγινε κι αφού φαινόσουν ο αρχηγός ήταν γιατί την αγαπούσες.
Αργότερα σε κάποιο στριπτηζάδικο έμαθα από την ίδια πως το έκανες για να βοηθήσεις τον φίλο της, από υποχρέωση γι αυτόν διακινδύνεψες λατρεμένο φως μου, πάντα για τους φίλους έδινες την ψυχή σου....
.......................
Αγαπημένε μου, όταν μπήκατε στο μαγαζί που χορεύω ήμουν λίγο ζαλισμένη, ήμουν λίγο χαμένη, ήμουν χαμένη Μακάρ, γιατί αυτό το όρθιο αντρείκελο ο <<Ντόγκυ>>, αυτό το όρθιο κτήνος είχε γονατίσει την Λένα και είχε ανοίξει το παντελόνι του και της έλεγε να του πάρει πίπα, η Λένα όμως δεν ήθελε, είναι έγκυος, σύντομα θα φύγει από εδώ μέσα, (θα σου πάρω εγώ, τι θέλεις; άφησε την), ούρλιαξα, (σκασμός), είπε, (σκασμός να μην ακουστούμε έξω, εγώ πίπα θέλω, δεν με νοιάζει ποιά θα μου κάνει).
Τέλειωσε βρίζοντας αγαπημένε μου Μακάρ,
λυπάμαι που στο λέω έτσι, αυτό είναι, αυτό είναι όμως,όταν μπήκες πίσω από τις κουρτίνες κι είπες συγνώμη, πρόλαβα και ειδα το ωραίο σου πρόσωπο.
Όταν αυτός βγήκε έξω ήθελα να πεθάνω.
Χανόμαστε και βρισκόμαστε λευκό μου γεράκι κι είναι πάντα ανάμεσα μας ένας πόλεμος.
Είναι ο βουλιαγμένος κόσμος της νύχτας στην ημέρα, ναι, αυτό είναι.
....................
Αυτοί οι τυφλοπόντικες που πίνουν το αίμα των μικρών και των αδυνάτων βρίσκονται με αυτούς της ημέρας.
Γίνονται ένα, το μόνο που αλλάζει είναι οι θέσεις αγάπη μου,
πως να σας το πω;
Είναι τα γραφεία και η τυπική μόρφωση που δικαιολογεί την ουσιαστική αμορφωσιά τους, είναι οι χειραψίες των άλλων κι η προστασία που τους δίνουν το μοίρασμα της βρομιάς τους...
Ακούστε με αγαπημένε μου,
εμένα ξέρω, με σιχαίνεστε,
εγώ όμως πάντα θα θυμάμαι.
Το φιλί μας στην μικρή μου κάμαρα.
Την γλάστρα με το βάλσαμο που μου φέρατε την επόμενη μέρα.
Την στόλισα στο περβάζι, την πότισα με την αγάπη μου και την σκέψη μου σε εσάς.
Ω, μπήκατε πίσω από τις κουρτίνες και όλος ο κόσμος θάμπωσε μπροστά μου.
Σε μια στιγμή του χρόνου ρουφηξα τα μάτια σας, το στόμα σας...
Ποτέ δεν με κάνατε δική σας.
Με το σώμα.
Κι όμως! Είμαι δική σας Μακάρ!
Πάντα ήμουν.
Απλά για να το ξεχνάω ρουφάω σκόνη, από την μύτη, μην φοβάστε, πίνω βότκα και τζιν.
Να θαμπώνει λίγο το σχήμα του σώματος σας στο κεφάλι μου.
Τα χείλια σας στα δκά μου σαν την πιό τρυφερή και καυτή μνήμη της ζωής μου...
....................
Μακάρ!
Φύγετε μακριά τους!
Μακριά τους!
Μακριά μου!
Μην ξαναρθείτε εδώ.
Αλλάξτε ζωή πριν είναι αργά.
Για μένα είναι πολύ αργά.
Ήταν αργά από την στιγμή που δεν έγινα δική σας σε εκείνη την κάμαρα.
Την μικρή.
Από εκει που περνούσαν τις σωληνώσεις οι αρουραίοι και περναγαν τσιρίζοντας στο δωμάτιο όποτε έφραζε ο βόθρος.
Εκεί που γεύτηκα τα φιλιά του έρωτα.
Κι ένιωσα πως μπορεί να είναι ο αληθινός έρωτας.
Μα η μοίρα θέλησε να μην γίνω ποτέ δική σας.
Είδα το τατουάζ στον λαιμό σας.
Ένα φίδι.
Η Βάλια μου είπε πως είσαστε ένας από αυτούς.
Πως αργά ή γρήγορα θα καταλήξετε στην θάλασσα με πέτρες στα πόδια.
Πως σας λένε Σνέικ.
Κι όχι Μακάρ.
Όμως εγώ ξέρω.
Μακάρ σας λένε.
Ω, Μακάρ! Πως έγιναν έτσι οι ζωές μας;
Φύγετε θησαυρέ μου!
Φως μου!
Φύγετε μακριά!
Για πάντα δικιά σας.
Δικιά σου.

Βάριενκα ή Βάνα.



υγ ( η επιστολή δεν έφτασε ποτέ. Ο τύπος που θα πήγαινε το γράμμα αυτό, τυλιγμένο σε έναν χοντρό σατινέ αρωματισμένο φάκελο, μέθυσε τόσο εκείνη την νύχτα που τον πήγαν σπίτι του κι αυτός ξέρναγε. Την άλλη μέρα δεν θυμόταν τίποτε, βρήκε κάτι τριμμένα κομμάτι στο πλυντήριο από το παντελόνι του, πήγε να θυμηθεί κάτι αλλά εκείνη την στιγμή χτύπησε το κινητό του.
Έπρεπε να πάει σε ένα άλλο μαγαζί νέο <<να συστηθεί>>.
Όταν τα παιρνε από τα μαγαζιά για προστασία ήταν νηφάλιος.
Έβλεπε καρτούν στην τηλεόραση μέχρι να ρθεί η ώρα για την <<σύσταση>>.....

Πανόρμου

O έρωτας φωνάζει πάνω από τις σκοτεινές κάμαρες
την ώρα που βγάζεις βόλτα τον σκύλο σου
την ώρα που κοιτάς με άδεια μάτια μια ηλίθια αλληλογραφία.
Αλληλουχίες εικόνων
παράλληλοι βίοι αγίων,
κολασμένων,
για πάντα καταραμένοι να μυρίζουν, ψάχνοντας, τις ηδονές,
κι άλλοτε σαν σκύλοι,
άλλοτε σαν γάτες να γυρνούν στους σκοτεινιασμένους δρόμους λίγο πριν φέξει.
Γιατί λίγο πριν φέξει,
...

ένα άγριο-άγιο θηλυκό θα χορέψει ξυπνώντας την κουρασμένη καρδιά σου,
μέσα σε ένα μισογεμάτο μπαρ,
σε έναν κήπο όπου λευκές τίγρεις θα ανοίγουνε το στόμα,
σαν εσένα,
σαν αυτόν,
σαν εκείνη,
σαν όλους,που λιγωμένοι θα ανάβουν με αυθάδεια
τα νεκρά ένστικτα τους σαν φωτιές.
Κάθε φορά που θα βρίσκεται ένα τέτοιο κορίτσι,
θυμάμαι εκείνεις τις τίγρεις μέσα σε ένα άδειο σπίτι.
Πανόρμου μετά τα μεσάνυχτα και η ανία μου χτυπούσε κόκκινο...

Nύχτα βροχής

Γειά σου, τι κάνεις; Εγώ είμαι καλά,
όλη την νύχτα κοιμόμουν στο αυτοκίνητο για να ακούω καλύτερα την βροχή.
Μα αυτή η φωνή μέσα μου τραγουδούσε τραγούδια του ποταμού,
κι αυτή η ερημιά της πόλης ακατέργαστο θάμπος,
και κείνα τα διαμάντια που φορούσαν οι πόρνες στο λαιμό,
τώρα στα αζήτητα είναι, σε μια βιτρίνα περασμένου μεγαλείου.
Κοιμόμουν που λες μέσα στο αυτοκίνητο,
εκείνο το σαράβαλο του Αμερ...
ικάνου,
έτρεχε η βροχή στο τζάμι,
έτρεχαν και τα τυφλά μπλουζ μέσα του απ το μυαλό μου,
τι σου είναι το μυαλό σκέφτηκα,
παντού με αυτό πηγαίνεις,
με αυτό αν θες επισκέπτεσαι έναν άντρα σαν γυναίκα
και αντίστροφα,
με αυτό ακουμπάς αυτήν την θαλερή υφή ενός τέλους που δεν έρχεται ποτέ.
Κι εκείνη η βροχή να χτυπά στα τζάμια,
τι σου είναι η ζωή,
μια σκάλα ή μια στροφή,
τα περπατας και δεν καταλήγεις ποτέ...

οι εραστές

Σε ένα θέατρο γεμάτο από μια κιτς αποφορά,
ένα καταγώγειο που ήταν παλαιό υπόγειο σπίτι,
εκεί παντού στους τοίχους ρούχα γυαλιστερά κρεμασμένα,
μια μυρωδιά από ουρητήρια
το μόνο που λάμπει ανάμεσα στους λίγους θεατές μια φράση.
Μιλά για ένα πάρκο γεμάτο καπότες
μεταχειρισμένες ,και γι ανθρώπους μιλά,που υπέφεραν από μια άγρια μεταχείριση των άλλων.
Όταν πάει 11 ο κόσμος φεύγει.
...
Οι ηθοποιοί φεύγουν, εκτός από τους εραστές.
Ένα νέο ζευγάρι ηθοποιών.
Αυτός σαν να ξέφυγε από έναν πίνακα λυπημένου μα υπερήφανου φαγιούμ.
Αυτή σαν μια μικρή εκπρόσωπος της παλαιάς αριστοκρατείας.
Ενώ υποδύεται την πόρνη, έχει στις κινήσεις της τρόπους που έχει ένα κορίτσι με γαλλικά και πιάνο.
Κλείνουν τα φώτα αφήνοντας μονάχα αυτό που βρίσκεται ακριβώς επάνω τους, το χαμηλώνουν.
Μόνο για να παίζουν οι σκιές στα πρόσωπα τους.
Ουσιαστικά σκηνοθετούν τον έρωτα τους..
Αυτός με μικρές μελετημένες κινήσεις της ξεκουμπώνει τα ρούχα.
Πέφτουν στο μαύρο ξύλινο πάτωμα.
Πέφτει επάνω της.
Με φιλιά που ανοίγουν πληγές φωτός.
Ενώ αρχίζει η σαγήνη της ηδονής.
Ενώ ξετυλίγεται το ψέμμα της.
Ο μεταμορφωμένος καθρέφτης του κόσμου.
Λες και αυτές οι εκρήξεις της χαράς θα συνεχίσουν την σπορά τους.
Λες και οι αφημένες αισθήσεις θα συνεχίσουν να τρέχουν γλυκές,
σαν μικρά κρύσταλλα χρυσής σκόνης.
Είναι νέοι.
Αυτό δεν τους απασχολεί.
Κι όταν πιά έχουν ρουφήξει ο ένας τον άλλο σαν μαύρες τρύπες,
ενώ λίγη από την κοκκινιά του περιγράμματος τους χύθηκε στο πάτωμα,
ενώ λίγο πορτοκαλί χύθηκε από τις μασχάλες τους,
τα φιλιά τους ακόμη απόηχοι στην αίθουσα σαν μαστίγια ανυψώνονται,
τότε ακριβώς εμφανίστηκε για λίγο μπροστά τους ο θεριστής του θανάτου.
Μόνο τότε κατάλαβαν πως ο έρωτας κι ο θάνατος είναι σιαμαία αδέλφια.
Μόνο τότε ζήτησαν ο ένας από τον άλλο να κοιμηθούν μαζί.
Σε εκείνο το αφάνταστα κιτς θέατρο που μύριζε ουρητήρια και σπέρμα...
Θα ξαναβρεθούμε όταν η παλίρροια θα χει ανεβεί στα μάτια σου
θα κρατάμε λίγη κούραση στον αυχένα μας
κι εκείνη την στιγμή ένα αστέρι απογευματινό θα φωτίσει περισσότερο τις προθέσεις μας,
τότε ακριβώς ένα φύλλο κιτρινο θα προσγειωθεί στα γόνατα μας,
θα κοιταχτούμε με σταθερότητα κι οι συρμοί της πόλης θα ουρλιάζουν μαζί με τις φωνές μας,
αυτός που θα τρομάξει πρώτος,
αυτός θα είναι ο πιό γενναίος..