Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Κάθε νύχτα ,έβαζε τα σκισμένα παπούτσια της και περπατούσε σε όλη την πόλη, δώρο ήταν κάποιου, που έμοιαζε στον Αντίνοο, το πρωί , μόλις ξυπνούσε,, έβρισκε τα παπούτσια δίπλα στο κρεβάτι της, τίποτε δεν θυμόταν , μόνο ένιωθε μια γρατζουνιά στο στήθος της, εκεί που οι παλμοί γίνονται νότες για κάποιο ρέκβιεμ που ποτέ δεν χορταίνεται... - Υπνοβασία

Οταν μιλήσαμε για πρώτη φορά ,στάζαμε αίμα Καταλάβαμε αμέσως πως ανήκουμε στο είδος των μοναχικών Κι όμως, αυτό δεν μας εμπόδισε να απλωθούμε αμέσως ο ένας μέσα στον άλλον Οι βιογραφίες μας ,κουκούλια που τα προστάτευαν μεταξοσκώληκες Κι όλες οι λύπες κι οι χαρές μας είχαν την απόχρωση του αρχαίου Νομίζω, ήταν απόγευμα Αν και δεν σε ξαναείδα, από τότε ,με κυνηγάει η αίσθηση του επείγοντος... Και η ειμαρμένη, συνεχίζει να κάνει σχέδια χωρίς εμένα, ενώ εγώ ,χάνομαι καθώς θυμάμαι όλες τις γραμμές στο πρόσωπο σου, την ώρα που γελούσες σαν παιδί, τότε ήταν που γύρισα σπίτι κουβαλώντας μέσα στις παλάμες μου έναν ολόκληρο ουρανό. - Απογευματινός απόηχος

Κάνουμε κύκλους, βυθιζόμαστε σε ιστορίες αγνώστων, για εκείνους μιλάμε ή για εμάς; Για εμάς μιλάμε μέσα από τους άλλους, κι ας ξέρουμε από το ένστικτο του ζώου πως και ποια ιστορία θα τερματίσει πρώτη. Ας συγκρατήσουμε με λίγη συγκίνηση όποια από αυτές ποτέ δεν ξεκίνησε, ίσως αυτή να ήξερε τα περισσότερα . Σε κάποιο μπαρ της Καραιβικής ένας παπαγάλος θα μείνει στον ώμο του μπάρμαν καθώς θα αφρατεύει ένα κοκτέιλ που το πρώτο του συστατικό θα είναι το αψέντι.. Ξέρουμε να πίνουμε σαν γενναίοι κι όχι σαν αυτούς που ενώ σέρνουν δειλά όλη την ενοχή του κόσμου στην πλάτη τους παριστάνουν τους μοιραίους και τους γοητευτικούς. Καθώς θα καταπίνουμε το αψέντι ένας καταραμένος ποιητής θα τσουγκρίσει το ποτήρι μας. Εις υγείαν! -Το επίμετρο της Δευτέρας-

{Μια παράξενη νοσταλγία} Όταν τον συνάντησε ,αισθάνθηκε την νοσταλγία για κάτι που γνώριζε, γνώριζε αυτά που της έλεγε, τα ήξερε με την ακρίβεια του ανοίγματος των φτερών ενός πουλιού που γυρίζει τον κόσμο του ουρανού. Μίλησαν για τον χρόνο που έφυγε χωρίς να συζητήσουν για τον χρόνο που ερχόταν. Αυτή η νοσταλγία, της λύγιζε τα γόνατα. Πως γίνεται να ξέρεις από πριν , πως γίνεται να νοσταλγείς για κάτι που ενώ δεν το έχεις ζήσει ,ήδη το νοσταλγείς; Της είπε πως ότι έμαθε μέχρι τώρα ,είναι ,πως το μεγαλύτερο δώρο της ζωής είναι η αναπνοή. Απέραντη ευγνωμοσύνη για την ανάσα, κύματα ζωής, κύματα ευγνωμοσύνης για έναν κόσμο που δεν υπάρχει σε αυτήν την πραγματικότητα. Κύματα ζωής για έναν κόσμο που ενώ υφίσταται ,δεν γίνεται αντιληπτός με τα μάτια. ( τι είχε πει ο ποιητής; όχι άλλη πραγματικότητα) Θυμήθηκε εκείνη, τις σημειώσεις για την όραση, την στιγμή που το σκεφτόταν εκείνη, της είπε γι αυτό. Το χέρι της ήταν μέσα στο δικό του, μύριζε ένα γνωστό άρωμα από πριν. Ενώ ο κόσμος συνέχιζε τον ρυθμό της ζωής του σε όλον τον πλανήτη, εκείνη μπόρεσε να δει πως σε μια άλλη ζωή του θα ήταν Ινδιάνος ,σε μια άλλη ιππότης, μύριζε ήδη το βρεγμένο χώμα που πατούσε ο ίδιος τότε, 'ηξερε πως πίσω από αυτά τα μάτια κρυβόταν έντεχνα κόμποι λύπης, κι εκείνος ήξερε σε ποιο μονοπάτι είχε χάσει την δυναμική της. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται χωρίς την φυσική μας παρουσία. Υπάρχει ένας Ωκεανός ριγμένος άτακτα μέσα στα κύτταρα μας. Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς να μιλήσουν και να νιώσουν την αγάπη. Αυτό της είπε όταν την πήγε στο αεροδρόμιο για να μπει στο αεροπλάνο, μάθε να μην αφήνεις το μυαλό σου να σε ορίζει, όσο θα σου μοιράζει αυτό φύλλα από μια τράπουλα σημαδεμένη, εσύ δεν θα νιώθεις... Όταν το αεροπλάνο τυλίχτηκε στα σύννεφα ,ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει, να ξανααρχίσει να νιώθει κι όχι μόνο να σκέφτεται.. Ένιωσε ευγνωμοσύνη κι ένα τεράστιο ζεστό κύμα γύρω της και μέσα της. Εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο με μια αίσθηση νοσταλγίας. Την ίδια που είχε κι εκείνη από την αρχή.. Αλλά ήταν νωρίς για να αρχίσει να αναπνέει ελεύθερα

Είμαστε μια κόκκινη κλωστή από αίμα που αιωρείται ανάμεσα σε σκόνη από τα κόκαλα. Δεν χρειάζεται να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον για να μας νιώσουμε. Περπατούσα στην Πανεπιστημίου κι έβλεπα το ζαρκάδι του Σινόπουλου, δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να το δω ,εκτός αυτής της διορατικής αιώρησης. Αποτύπωσα την εικόνα στην καρδιά μου, έπειτα ήρθε το ζαρκάδι τρέχοντας ανάμεσα από τα αυτοκίνητα και φώλιασε την γλώσσα του στο μάγουλο μου. Ένιωθα ξανά, περπατούσα και σχεδόν χόρευα μαζί με κόκκινες και πορτοκαλί πεταλούδες που έπαιζαν με τα μαλλιά μου. Το φιλί σου, ένα βελούδινο όμικρον κύλησε στον λαιμό μου. Τίποτε δεν ξέρουμε, έλεγα μέσα μου, υπάρχει μπροστά μας ένας κήπος από θαύματα και δεν μας επιτρέπουν να τον δούμε. Έτσι είναι το παιχνίδι αγάπη μου, αν δούμε θα δραπετεύσουμε.. Αλλά όσο θα είμαστε η κόκκινη κλωστή από αίμα που αιωρείται ανάμεσα σε σκόνη από κόκαλα, θα υπάρχει η ελπίδα. Πήρα το βελούδινο δικό σου όμικρον και το κράτησα στην παλάμη. Και ο χρόνος άρχισε ξανά να με πολιορκεί... { Το σκόρπισμα, χωρίς το σφίξιμο

Η γυναίκα Ο άντρας Τα βέλη των ηδονών Το βύθισμα σε μια αυτοκαταγγελία, η ενατένιση των οριζόντων πίσω από αυτήν.. Η προσήλωση της μιας ενδοχώρας μέσα στην άλλη Οι βράχοι που χορεύουν γύρω από την θάλασσα Η υπόθεση της ευτυχίας Η άγνοια του κινδύνου Η τσιγγάνα που διαβάζει το χέρι μέσα σε μια άθλια κουζίνα Ένα μωρό στό διπλανό δωμάτιο που κλαίει Η ζωή που κλαίει Η γυναίκα Ο άντρας Τα βέλη των ηδονών Οι περιστάσεις ενός περίπατου στο Ζάππειο Τα ψέματα των αντιζήλων κι ο φθόνος Ένας κρότος, μια αστραπή Η ζωή που έρχεται, τρέξε να την προλάβεις, τρέξε.. { Εικόνες με ρήγμα

Eίχα μείνει εκεί που με άφησες, οι παλάμες μου ιδρωμένες ,τραγουδούσαν κάποια σκοτεινά μπλουζ, είχαμε σχεδόν μιλήσει για όλα αγγίζοντας τα από έξω, τραβώντας αόρατες γραμμές γύρω μας, με νύχια γαμψά ξύναμε το παρελθόν μας, εκείνη η αυτοκαταστροφή και το τσούλισμα μας στα άκρα, ήταν παρόντες. ΌΠως επίσης παρόντες ήταν κι η συννεφιά που διαλύθηκε από τον ήλιο. Ξέρω ότι αγαπάς τον ήλιο και την Άνοιξη, αγαπάς να βουτάς επάνω στα κίτρινα υγρασιασμένα φύλλα.. Μεγαλώσαμε χωρίς να μεγαλώσουν ολότελα οι ψυχές μας, εκείνο το παιδί βλέπεις, πάντα έχει την ικανότητα να κοιτάζει πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. <<Πολλή ζωή που ξοδεύτηκε έτσι άτσαλα, σαν να χάρισα κόκαλα σε έναν σκύλο που δεν τα είδε ποτέ του, έτσι αισθάνομαι>>, σου είπα. << Να θυμάσαι πως ενώ υπήρξαμε πυρομανείς δεν γίναμε εγκάθετοι>>, έτσι είπες κι άναψες ένα τσιγάρο. Θα μπορούσε να έχει προκύψει κι αυτό.. Κοίταξα τον κηπάκο μπροστά μου με τα λουλούδια και το παχύ χώμα. Κάποια παιδιά έπαιζαν προκαλώντας μια γλυκιά φασαρία. Να σου πω κάτι μυστικά; Γι αυτό επιζήσαμε και δεν ζηλέψαμε την δύναμη των θηρίων, η παιδικότητα μας δεν θα μπορούσε να μας επιτρέψει να ζήσουμε με αυτήν την αποκρουστική δύναμη... Και μας βοηθάει ακόμη κι εκείνη η παλιά μας αφέλεια.. Ωφέλεια είναι.. Έπειτα α΄φησα τα μπλουζ να ξεχυθούν από τα δάχτυλα μου και προχώρησα για το σπίτι. Περπατούσα κάτω από την επίδραση ενός μετεωρισμού. Κι ενός γιασεμιού που έλαμπε με την μυρωδιά του στο νησί μου. Ας μην μας γκρεμίσει τίποτε.. -Τα ορατά και τα αόρατα

Μην με ξαναφωνάξεις πια με το όνομα μου σε αυτήν την άκαρπη διάχυση των αισθήσεων, σε τούτη την άτσαλη βουτιά στο κενό, μην με εντοπίσεις, το παλιό πέθανε, τώρα το καινούργιο βγάζει φωτιά και πάγο, χρειάζεται χρόνος για να επωαστεί ότι τρυφερό υπάρχει κάτω από τις στάχτες, λάμψεις και κρότοι δεν με φοβίζουν, έμαθα να ζω μαζί τους ραγίζοντας. Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο είναι η σιωπή κι η ησυχία που βράζει. Εκείνο που με τρομάζει είναι να μην καταφέρουν να μην με τρομάζει τίποτε.. {Ρωγμή

Την σκότωναν σιγά σιγά ,οι πιό δικοί της άνθρωποι Ανέπτυξε ένα άλλο ένστικτο επιβίωσης με τον καιρό Ήξερε πριν συμβεί ,το κάθε χτύπημα Μα δεν μπορούσε να το αποφύγει λόγω ενός αλτρουισμού που δεν είχε μέτρο και μια πίστη περίεργη στους ανθρώπους Συγχωρούσε ,αλλά δεν ξεχνούσε ποτέ.. Έπειτα, ήρθε η ημέρα που εξαιτίας ενός λουλουδιού φυτρωμένο ξαφνκά σε μια άδεια γλάστρα, άρχισε να ξεχνάει το πόνο και την λύπη της Αφοσιώθηκε σε αυτό Χειμώνες και Καλοκαίρια. Μα ήρθε η εποχή που την γέμισε αγκάθια, όσο κι αν προσπαθούσε να τα αφαιρέσει από επάνω του τόσο αυτό έκλεινε γύρω από τον εαυτό του και δεν πέταγε κανένα μπουμπούκι. Το τελευταίο του αγκάθι ,το έβαλε σε ένα κουτί βελούδινο και το έβλεπε στην γλάστρα του να υψώνεται άδειο από άνθη Κι έπειτα από το κουτί ξεφύτρωσαν κι άλλα αγκάθια. Αναρωτήθηκε, μήπως κάποια αόρατη δύναμη κάτι ήθελε να της πει γι αυτόν τον έντονο αλτρουισμό Μα της ήταν αδύνατον να τον διώξει μακριά της. Ένα περίεργο απόγευμα γεμάτο σύννεφα κατάλαβε. Ο εαυτός της, της φώναξε να σωθεί. Επείγον ήταν να ακούσει αυτήν την φωνή και την άκουσε. <<Σώσε τον εαυτό σου, γιατί για σένα είναι πρώτα πολύτιμος και μετά για τους άλλους>>.,, Όταν κοίταξε στον καθρέφτη της ,είδε ένα κορίτσι πληγωμένο που ήταν πέντε χρονών.. Έτσι έβλεπε τους άλλους, γεμάτους πληγές. κΙ αποφάσισε να τους δει όπως πραγματικά ήταν.. Κι εκείνο το λουλούδι ξανάρχισε να ανθίζει στην γλάστρα της. Μπορούσαν τα κλαδιά του να φτάσουν στον ουρανό.. (Ένα λιτό παραμυθάκι για μεγάλα και μικρά παιδιά