Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Ώρα πρωινή, μου χτύπησε την πόρτα, μαύρα μαλλιά ως την μέση,
μάτια κάρβουνα, βραχιόλια στο μισό χέρι,
άφοβη κι ωραία όπως μόνο τα μυστήρια μπορούν.
....
Την πέρασα μέσα ,και το στόμα της σαν ανθισμένος κάμπος μίλαγε,
(να σε πείσω μου είπε για την Αίγυπτο και την Αμοργό, πως κάποτε συνέβη, ένας άντρας εξόριστος δάσκαλος ήρθε στο νησί σου,
από τότε κατοικεί μέσα σου, πολύ πριν γεννηθείς,
με το δεξί ...του πόδι να κουτσαίνει, ακουμπούσε το πρόσωπο του σε ένα ξύλινο μπαστούνι, δυό φίδια κοιτάζουν το κάθε ένα από την αντίθετη μεριά).
......
Της είπα (γνωρίζω, φέτος μου ήρθε ξανά εκείνη η δύναμη της χρονοφυσαλίδας, μου μίλησε ξανά σε όσα κρύβω από εμένα, θα τον αναζητήσω πέρα από αυτά που ξέρω, ξέρω, το κομμάτι του υπάρχει μέσα μου,
γι αυτό μπορώ να συγχωρώ σαν άντρας)..
.....
Εκείνη γέλασε και άρχισε να κοιτά τις φωτογραφίες των χαμένων αγαπημένων μου προσώπων , στον τοίχο.
Άρχισε να γίνεται πιό ωραία από το φως,
γλυκά με σίμωσε και μου φίλησε τα χέρια κάνοντας με να γεμίσω καρπούς ντροπής.
Ύστερα πλησίασα να την φιλήσω στα δυό μάγουλα που ήταν μουσκεμένα από λεπτά δάκρυα.
μα έφυγε σαν αέρας διαπερνώντας την πόρτα.
.....
Στην μέση του δωματίου τότε στάθηκα αναψοκοκκνισμένη,
( θεέ μου είπα, πόσες ζωές υπάρχουν μέσα μου και δεν το ξέρω εκτός από εκείνες που ήδη ψηλάφισα με την αρχαία μνήμη).
Φυσικά δεν υπήρχε απόκριση, υπήρξε μόνο, μια μικρή λάμψη,
νομίζω ήταν το μάτι της γυναίκας που αντάμωνε με την ηλιαχτίδα στην μέση του πατώματος,
την φόρεσα και βγήκα έξω,
κάτι από Δαίμονες και Αγγέλους άρχισα να πλάθω σαν πλαστελίνη στο μυαλό μου,
απλά ήθελα να γίνουν σιγά σιγά όλοι αυτοί φίλοι μου....

(Deja vu μεταξύ Στρούμπου Λαγγάδας)...
Νομάδες ας είμασταν,
στα βάθη της μακρινής Ανατολίας και μέσα στις σφίγγες της Αιγύπτου, να κοιμόμαστε,
κάτω από μιναρέδες κι ερωτικούς πίνακες στα μουσεία της Δύσης, να συνουσιαζόμαστε,
για μια κρεπάλη τίμια, όπου γυναίκες θα αγαπούσαν τους άντρες χωρίς λέξεις.
Νομάδες ας είμασταν,
μουσικοί με κρουστά στα πόδια, στα χέρια γκέμια από άγρια άλογα.
ΣΤις κορυφές των βουνών των μοναχικών να γοητεύαμε ...λύκους,
ΣΤΙς λίμνες τις πράσινες βρύα στα μάτια και καλόδεχτα σήματα από πουλιά διψασμένα.
Αχ, άγρια η ψυχή μου πλέει, ανυπότακτη, αδίστακτη στην ανυπομονησία,
στην γαλάζια φωταψία πικρών αστεριών.
Κοιμήσου θάνατε,
κοιμήσου, τράβα μακριά.
Αυτός ο πλανήτης ανήκει σε μικρά φτωχά πρόβατα.
Άνθρωπο,ι αν είμασταν, θα θυμόμασταν το γιατί,
γιατί έτσι άδοξα κοιμήθηκε το συκώτι του Προμηθέα,
γιατί ο Σωκράτης προτίμησε να πιεί το δηλητήριο,
γιατί τελικά ο Χριστός δεν συνάντησε τον Βούδα παρά μόνο σε μια μαύρη τρύπα του χαμένου χρόνου.
Μέσα στους νομάδες θα ήθελα να ήμουνα,
ένα άγριο παιδί και ατίθασο, αρκετά λάγνο και μικρός παρατηρητής του κόσμου ετούτου.
Μα τώρα ότι κατάφερα, τον παρατηρητή του εαυτού μου να εντοπίσω,
σκληρός αυτός σαν πέτρα.
Και άτακτος στο χάος μέσα μου.
Αχ, άγρια ψυχή μου,
κάψε ότι μπορείς με την γλώσσα, τα χέρια και τα μάτια σου.
Μα τον νου σου, νομάδα κάνε τον,
σε παρακαλώ,
μέσα στην συμμετρία των νομάδων να καείς μια ημέρα φωτεινή μέσα στις Κυκλάδες,
εδώ που όλα το φως τα καίει.
Εδώ, που σαν σπερματοζωάριο επέπλευσες και επέβαλες την ένωση μέσα στο ωάριο...

(Η συμμετρία των νομάδων)
Έχεις δει τις γυναίκες ,πως κοιτάζονται μεταξύ τους ,σαν αγρίμια που οσμίζονται τον κίνδυνο, σαν κάποια άλλη γυναίκα, ωραία, συστηθεί από κάποιον άλλο στην παρέα τους;
Έχεις ακούσει την αράχνη στο μυαλό της γυναίκας, πως φτιάχνει ιστούς να πείσει για την αδυναμία της φύσης της, πως τάχα μου είναι θύμα και χρειάζεται την πλήρη προστασία ενός μυρμηγκοφάγου ή κάποιου που είναι απόσταγμα, μητρικού ή ...πατρικού, ευνουχισμού;
Έχεις δει τα μικρά αγόρια που μετρούσαν το μέγεθος του πουλιού τους ,πως μεγάλωσαν και παίρνουν τον ρόλο του κοκόρου σε ένα φτωχό κοτέτσι;
Έχεις ακούσει πόσα ψέμματα έχουν πει ανάμεσα τους για να πείσουν ο ένας τονάλλο, για το πόσες γυναίκες ακριβώς πήραν στο κρεβάτι τους;
Κι αυτές που τους αντιστάθηκαν, ω, αν μπορουσες να ακούσεις με πόσες πρόστυχες περιγραφές μεταξύ τους μοιράζονταν στύσεις και στάσεις που ποτέ δεν συνέβησαν...
Ο έρωτας δεν θα υπάρξει σε αυτούς τους ανθρώπους ποτέ σαν αλήθεια.Και σαν βίωμα. Δεν θα πληγωθούν από την απεγνωσμένη μοναξιά του ερωτευμένου, ούτε θα γίνουν χαμαιλέοντες για να γευτούν τις εκδοχές του.
Αυτοί, μόνο ίντριγκες θα ζήσουν και λειψές σωματικές ανταλλαγές υγρών.
Τα σώματα στον έρωτα, είναι κλεψύδρες που αδειάζουν την άμμο το ένα κομμάτι στο άλλο με την προυπόθεση να σκοτώσουν τον θάνατο και να ακινητοπιήσουν τον χρόνο.
Ετούτα τα κήτη εγωισμού και αδυναμίας της σκέψης δεν θα ζήσουν ποτέ τον έρωτα γιατί ποτέ δεν θα έχουν την δύναμη να δοξάσουν τον άλλο.,
Καποτε ο έρωτας περπατά ξυπόλητος στα αγκάθια για να βρεθεί στην πλούσια κοιλάδα της απόλαυσης , της πληρότητας και της γνώσης.
Μπορεί να ντυθεί και ζητιάνος και να ικετέψει.
Να γίνει μαινάδα και να σαρώσει θύελλες.
Μα καταλήγει να γίνει ο εαυτός του...
Ευγενής και άγριος και πάντα κυρίαρχος.
Το πάθος,, που διαβάζεται λάθος στο τέλος ποτέ δεν υπήρξε πάθος παρά μια απομιμηση.,
Έτσι προχωρούν οι άνθρωποι, σαν ξένοι, μονότονοι πάντα με την πανοπλία τους έτοιμη για να μην τραυματιστούν.
Μα δεν ξέρω κάποιος να έγινε άνθρωπος γιατί δεν πόνεσε ποτέ του.
Δεν έπιασε πάτο στο πηγάδι, δεν έκλαψε, δεν πνίγηκε από δάκρυα, δεν χόρεψε με τον πόνο...
Ο έρωτας είναι η μοναδική δύναμη που απαλλάσει τον άνθρωπο από την ανία της ύπαρξης και το δεδομένο της αδυναμίας του.
Ίσως κι η τέχνη κι η επιστήμη αλλά με κάποιον άλλο τρόπο.
Ετούτα τα όρθια κτήνη δεν θα το μάθουν ποτέ, ετούτα τα κτήνη σαβουρώνουν ότι βρούν στο πέρασμα τους.
Δεν πλήττω μόνο βλέποντας τους, μου ξυπνούν και το αρχαίο ένστικτο του δολοφόνου..

(Σκέψεις στην άμμο)
Τα μάτια σου, είναι γραφίδες μετωπιαίου σπαραγμού,
τα κοιτάζω και ξεχνώ από τον κόσμο την σοβαροφάνεια και το δυσβάσταχτο κενό,
των ανθρώπων την χαύνωση, δεν την παλεύω,
την κορύφωση της ανιαρής ευγένειας σε δεύτερο πρόσωπο ξεχνώ.
Μόνο σαν τα κοιτώ, θυμάμαι, πως ο ιδρώτας στον αυχένα πυροβολεί κάτω την πλάτη,
πως τα χέρια θελουν να ξεπεράσουν τα τεταγμένα όρια
κι οι λόφοι των αυτιών ζητούν να ακού...σουν αυτό που βρίσκεται πίσω σου, βαθιά σου,
αυτό που καλά κρύβεις μέσα σου.
Τα μάτια σου, μια ώριμη εφηβεία,
το χαμόγελο σου, μια άτακτη ιστορία δρόμου, μια μαστιγωσιά από τις συνουσίες του δρόμου,στους αδένες.
Όσα έζησες καλά τα κράτησες,
δεν τα περιφρόνησες με έπαρση απο την γνώση,
δεν τα πέταξες στις λίμνες του εγωισμού να γίνουν λάσπη.
Η κατσιφάρα του νησιού σου ταιριάζει,
φύλο άντρας και βγήκες σαν ήλιος, ύστερα χάθηκες σε πυκνά φυλλώματα της αθέατης κίνησης των ισχύων όταν αποφασίζουν να μην κάνουν μια επόμενη κίνηση.
Μάτια καστανά με χυμένο μέσα τους πράσινο...

(Μάτια από κατσιφάρα)

*κατσιφάρα είναι η πυκνή,χαμηλή νέφωση στα νησιά
Η διακριτικότητα είναι πλέον πολυτέλεια, ραγιάδες της μνήμης σέρνουν απελπιστικά το κεντρί της πληγής τους,
το μπήγουν πάντα στον πιό αδύναμο ή πρόθυμο στην αναζήτηση για παρέα.
***
Γίνε όμορφος, δεν θα καγχάσω, το γέλιο σου δεν θα χορτάσω, θα πεινάω γι αυτό, με μάτια φλογισμένα.
***
Ζούμε άγρια, ζούμε παράλογα, μακριά από την φύση των ανθρώπων,
είμαστε οι εν δυνάμει <<Κiller>>.
***
Φετιχιστές του... φόβου ή των πιό σκοτεινών ενστίκτων.
***
Μα εγώ, με άδειασα σε ένα πηγάδι, να μην παραβιάσω με θέλγητρα ψεύτικα την ομορφιά σου.
Με έκανα πέτρα κι ύστερα ψωμί και ψάρι.
Να ξέρω να χορταίνω την πείνα σου χωρίς να κουράζω.
****
Σε πήγα στα βράχια και ξύσαμε αλάτι, βάλαμε στις πληγές μας να πλυθούν.
****
Έπειτα, επάνω σε ένα βράχο μεσοπέλαγα,
μονάχα εμείς και οι γλάροι αλλάζαμε δέρματα και σώματα.
***
Σε νιώθω.
Κάθε σούρουπο που το νησί αλλάζει θωριά.
Κάθε πρωί που το φως καίει.
Δεν είναι παράλογη η αγάπη, παράλογο είναι να κάνεις πως δεν την βλέπεις..
***
Ας αδειάσουμε τα ποιήματα στην θάλασσα.
Σαν μπούμε μέσα τους, άλλα νησιά, αχαρτογράφητα, θα φανούν.
Είναι όσα κατάπια και δεν σου είπα μεσάνυχτα σε μια γεμάτη σελήνη.
Είναι όσα κεντριά μου έμπηξες και έγιναν τριαντάφυλλα λευκά.
Έτσι θα γινόταν γιατί είσαι όμορφος..

( Ο Κυκλάδος)
Βέρα
(Σε κάθε άνθρωπο,υπάρχει ένας παρατηρητής κι ένας απολαυστής. Ο παρατηρητής, αναλαμβάνει να μεταφέρει τις πληροφορίες από το εξωτερικό περιβάλλον στο ενδότερο κι ο απολαυστής αναλαμβάνει να αφήσει τον παρατηρητή να απολαύσει μέσα από αυτές τις πληροφορίες αυτά που του είναι πιό ευχάριστα και κοντά στην φύση του)
Μύρωνας
(Και δεν υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιος από τους δυό επικρατεί περισσό...τερο; Θέλω να πω ειναι σε πλήρη αρμονία αυτοί οι δύο;)
Βέρα
(Ασφαλώς και δεν υπάρχει πλήρης αρμονία και ισορροπία, Ας πούμε σε εμένα υπάρχει αυτός ο παρατηρητής σε τόσο έντονο βαθμό που δεν με αφήνει να απολαύσω, συνεχώς αμφισβητεί και ζητά την αλήθεια. Έτσι ο απολαυστής πολλές φορές παίρνει τον δρόμο του αποχωρισμού κατάκοπος).
Μύρωνας
(Αυτό είναι κρίμα, εξάλλου κάποιος θα έπρεπε να πει στον παρατηρητή σου πως δεν υπάρχει μία αλήθεια, υπάρχουν πολλές, όσο για την αμφισβήτηση , αυτό καλό είναι, αν δεν συνέβαινε αυτό θα καταπίναμε περισσότερα σκοτάδια από ότι τώρα..)
Βέρα
(Το τρομερό είναι όταν ο ένας αμφησβητεί τον άλλον, τότε τα πράγματα είναι πιό δύσκολα ακόμη)
Μύρωνας
(Νομίζω πως η αρμονία και η ισορροπία έρχονται όταν πια σταματήσεις να ψάχνεις μόνος σου, θέλω να πω, έρχονται τα πράγματα και σε ψάχνουν, υπάρχουν καταστάσεις που επαναλαμβάνονται μόνο και μόνο γιατί ο παρατηρητής σου δεν έλαβε το μάθημα που έπρεπε. Αλλά βλέπω πάνω σου την αγωνία, γιατί;)
Βέρα
(Ο Σκούρτης έγραψε κάποτε,-κάθε μια μαρτυρία και μια μήτρα ζωής και θανάτου. Μέσα σε αυτές τις αμέτρητες μήτρες ερωτεύτηκα τη ζωή και το θάνατο. Το θάνατο περισότερο. Ερωτεύτηκα τον ήχο του τρόμου-.
Ίσως αυτό είναι, αυτό)
Μύρωνας
(Τους συγγραφείς μην τους παίρνεις σοβαρά, οι περισσότεροι είναι ανιαροί ψυχάκηδες, απλά κράτα κάτι από τους καλύτερους)
Βέρα
(Ασφαλώς δεν τους παίρνω σοβαρά, ο συγκεκριμένος πάντως δεν ξεκίνησε με έναν υπνόσακο και κατέληξε να κάνει πίπες σε ένα γραφείο κάποιους εκδότη, ούτε χαριεντίστηκε, τσαμπουκάς και περίεργος ήταν έτσι ακριβώς είναι και τώρα που δεν είναι νέος)..
Μύρωνας
(Έχεις δίκιο. Άκου, ας αφήσουμε τον παρατηρητή τώρα στα χέρια του απολαυστή)
Βερα
(Με ποιόν τρόπο;)
Μύρωνας
(Με την αφή και την γεύση. Θέλω να σε φιλήσω, θέλω να σε γευτώ, όλα τα άλλα είναι απίστευτα ανιαρά γύρω μου. Μόνο εσύ κι η θάλασσα, τα πουλιά και τα ζώα έχουν κάποιο νόημα, μου δίνουν ενθάρρυνση για να ανατραπώ..
Από τις ανατροπές ξεκινούν όλα)...
Απλώθηκε γύρω της σαν δέντρο κι όλα σταμάτησαν εκτός από τους ήχους του νησιού ..

(Άσκηση διαλόγου)
Η μύγα ακούραστη, γυρνά κολλώντας από μπούτι σε μπούτι κι από χέρι σε χέρι.
Ο υποψήφιος εραστής, κρατώντας μια μπύρα στο χέρι ακούραστος κι αυτός,
ζητά να φιλοξενήσει το φύλο του σε μια τρύπα γυναίκας.
Τρύπα να ναι κι ότι να ναι.
(Είσαι πολύ όμορφη, μου αρέσεις), μιλά με εκείνο το μικρό, πικρό του στόμα.
Στην πραγματικότητα τον θορύβησε βαριά όταν ένα ξανθό σκυλί με μακρύ μαλλί και κώλο ντυμένο με... κουραδοκόφτη του έθιξε το πέος του...
Ο πούτσος, από τότε,έγινε πέος.
Ο σεξισμός γυρνά στις παραλίες σαν την μύγα, το μάτι κολλάει από βυζί σε βυζί κι από κώλο σε κώλο.
(Αχ, μην μιλάτε έτσι, γυναίκα είστε, οι γυναίκες το σεξ πρέπει να το περιγράφουν απαλά, σαν να μην συμβαίνει κάτω από αγριεμένες ορμόνες κι εγκέφαλους που φλέγονται, να, κρύψτε λιγάκι τις λέξεις κα κάντε τις απλά να υπονοούνε την πράξη).
(Είσαι πολύ όμορφος, μου αρέσεις), λέει αυτή στο αυτί ενός ξανθού θεού με μπούκλες κι ύστερα σκέφτεται, αυτός θέλει μια τσούλα για να τον ταρακουνήσει.
Μα δεν είναι οι λέξεις.
Είναι οι προθέσεις κι όλοι αυτοί οι ανέραστοι άνθρωποι.
Με φύλα 'αδεια από επιθυμία γυρνούν σαν την μύγα γύρω γύρω.
Πότε για να γαμήσουν και πότε για να συμβεί μέσα τους το καλοκαίρι.
Δεν έχουν αφρούς στα γεννητικά όργανα τους ούτε υγρά για να κυλήσουν βαθιά μέσα τους...
Κι είναι κι αυτές οι αγαπούλες, όλο καρδούλες και σάχλες και κορδέλες που αντί να μπαλαματιαστούνε στην άμμο, κρατούν το χέρι ο ένας του άλλου και καταστρέφουν το ηλιοβασίλεμα...
Κανείς πια δεν κάνει σεξ σαν να κάνει εξέγερση.
Εναντίον στον εξαγνισμό και στον θάνατο...
Δεν υπάρχει μόνο το ηθκό έγκλημα που εκτελείται με την γραφή, υπάρχει κι η ένωση των σωμάτων που συμβαίνει σαν τιμωρία εξιλέωσης.
(Είσαι υπέροχη, μου αρέσεις)
(Είσαι παπάρας, είσαι ένα ανέραστο πέος χαμένο σε έναν μαζικό συλλογισμό).
Ο Αύγουστος ξερνά στις ακτές του τέτοιους εραστές και τέτοιες ερωμένες.
Που αν τους διαβάσεις τον Εμπειρίκο θα τρίξουν τις αρθρώσεις τους στα χέρια και θα ακούσεις το σπάσιμο τους δυνατά σαν να το νιώθεις.Γυναίκες από μπετόν αρμέ...
Οι άνθρωποι δεν γαμάνε, δεν γαμιούνται, δεν κάνουν έρωτα, δεν μυρίζουν σεξ.
Παπαριές λένε, όλη μέρα προκαλώντας απίστευτη ανία.
ΟΙ πραγματικοί εραστές τον Σεπτέμβρη ανταμώνουν.
Όταν το πέταγμα της μύγας δεν είναι τόσο συχνό και δεν σπάει τα νεύρα.
Κρεβάτι χωρίς ναρκισσισμό είναι ουράνιος θόλος.
Ας το εξηγήσει κάποιος σε τούτα τα λειψά αποφάγια.
Ούτε αγαπούλες χωρίς καύλες, ούτε καύλες που ονομάζονται αγαπούλες έτσι για να αλλάξουν όνομα.
Η συλλογική τρομοκρατία ,ευνουχίζει σιγά σιγά κάθε μικρή, συνειδητή ή ασυνειδητη εξέγερση..
Είπαμε, ένα μέρος εξέγερσης ξεκινά από το σεξ.
Γνήσιο , καλό, ιδρωμένο, καυτό χωρίς εξαγνισμό σεξ, χωρίς Ναρκισσιστικά συμπλέγματα.
Χωρίς μαύρες τρύπες και στυλάρια...
Χωρίς θεοποιήσεις και κραυγές.
Κάψτε ότι ζητούν από εσάς τα άλλα μάτια για να καούνε.
Καείτε πρώτα από αυτά που ζητάτε εσείς...
Κι αυτή μύγα θα πάψει να ενοχλεί τόσο...

(Περί μύγας και σεξ)
Αυτό, που από παιδί με συγκινούσε, ήταν οι συμμορίες,
όχι οι παρέες και οι τύποι οι παμφάγοι. οι τυπικά νομοταγείς.
Οι παρέες στερούνται το αρχέγονο ένστικτο της θυσίας ο ένας για τον άλλον,
οι παρέες απλά στηρίζουν τις θέσεις τους και διασκεδάζουν τον καιρό τους μιλώντας και πίνοντας.
Την επόμενη μέρα, ξεμέθυστοι θα πάνε στην δουλειά τους κι η μνήμη δεν θα υπάρχει παρά σαν μια κουκίδα στον καθρέ...φτη, σαν μυγόχεσμα.
Οι συμμορίες είναι σαν να έχουν αλλάξει αίματα νύχτες σελήνης ,
αυτοί που πριν ήτανε ξένο,ι ύστερα από αυτό ,έγιναν αδέλφια.
Όχι αδέλφια-σύντροφοι του μεροκάματου της μιας βδομάδας,
μακριά από αυτούς τέτοια μιζέρια.
Αν τα παιδιά δεν στριμώγνονταν στους παιδότοπους της αηδίας κι ήταν έξω στα πάρκα θα ξεκινούσαν οι αυριανές συμμορίες του μέλλοντος.
Συμμορίες πόλεων εναντίον συμμοριών κρατών...
Παιδί ανήκα σε μια σχολική συμμορία που τα αγόρια δεν μαθαίνανε τι είναι φαλλοκράτης ούτε νταβατζής...
Έπειτα μεγαλώνοντας άρχισα να κάνω φίλους κι άρχισα να μετράω μαχαιριές.
Κι όμως ποτέ δεν θέλησα φιλίες, συμμορίες γλυκόπικρες αναζήτησα,
απλά δεν υπήρξα τυχερή.

( Φιλίες και άφιλα πτώματα)
Όταν η ίντριγκα βαθαίνει
τότε η πεταλούδα της ποίησης κωφεύει...

( ας ξαποστάσω κάτω από την διαβολική συκιά)
Η ανταύγεια του πάθους της, έπεσε στο πρόσωπο του
Σύστηκε μέσα του ο γήινος κόσμος κι αποσύρθηκε για τον δρόμο του νερού
Αποξενωμένος από όλα, άρχισε ένα γλυκό παραλήρημα που δεν το άκουγε κανείς άλλος, παρά η ψυχή του κι όλα της τα παράθυρα άρχισαν να ανοίγουν.
Το ένα μετά το άλλο, το ένα μετά το άλλο.
Ο ύπνος του μετά από αυτό το αντάμωμα των βαθύγλυκων ματιών της, έγινε εφιάλτης.
Την έβλεπε κά...θε ημέρα να παίρνει το γνωστό δρόμο, ακολουθούσε τους λαγόνες της και το άρωμα του κορμιού της.
Είχε γίνει ένα αγρίμι, περπατούσε πίσω της και προσπαθούσε να μυρίσει τα μαλλιά της, τον λαιμό της, πίσω από το απαλό θρόισμα του φουστανιού της, τους καρπούς της που κρατούσαν ένα μικρό τσαντάκι χαλαρά και με μια κίνηση όλο χάρη.
Κι έπειτα το θέλω του άρχισε να διασχίζει όλα τα άγχη του, τις αγωνίες του, έπιασε να τα γλυκαίνει, να τα απλώνει μέσα του σαν ένας ήλιος μετά από πολλά άγρια σκοτάδια.
Τα μάτια της ήταν γκρίζα, πυκνωμένες βλεφαρίδες σκίαζαν τις ίριδες και το στόμα της ένα βύσσινο μισάνοιχτο.
Σαν το χρώμα του πάθους του γι αυτήν.
Ήξερε πως ήταν από αυτές τις γυναίκες, τις κυριαρχικές και αγέρωχες, αυτές που με λύσσα έπαιρναν πάντα αυτό που ήθελαν.
Δεν ήταν ηλίθιος, ήταν κεραυνοβολημένος , άφησε το πάθος να μπει μέσα του ολοκληρωτικά.
Η ανία κι η αηδία του για τον υπόλοιπο κόσμο έπαψε.
Τα πάντα τώρα ήταν εκείνη, δεν ήταν απλά μια τυχαία αφορμή για να αλλάξουν όλα μέσα του.
Ήταν η ειμαρμένη του.
Δεν έχει σημασία πως γνωρίστηκαν, δεν έχει σημασία πως ακριβώς κουρελιάστηκε όλος ο κόσμος της λογικής του.
Αυτή ήταν σαν την <<μαύρη χήρα>>, αυτό το είδος αράχνης που σαν συνουσιαστεί με το αρσενικό το καταβροχθίζει με επιμέλεια.
Τον έκανε πότη και του ρούφηξε ότι είχε σε χρήμα.
όμως αυτός, ποτέ δεν μετάνιωσε.
Γιατί ήξερε από την αρχή πως θα τον εξαφανίσει.
Όμως αυτός, ανήκε σε κείνο το γενναίο και σπάνιο είδος των ανθρώπων που ζουν το πάθος τους σαν μεταμόρφωση.
Γιατί ένα μέρος του πάθους είναι κι αυτό, η μεταμόρφωση...
Κι ένιωσε ευλογημένος που βρέθηκε άλλο ανθρώπινο πλάσμα να τον απελευθερώσει από το άθλιο εγώ του.
Ακόμη κι αν μετά ότι είχε για να ζήσει σε έναν γήινο κόσμο του το κατέστρεψε...
Τέτοιες στιγμές δεν μετριούνται σαν συνηθισμένες.
Και ποτέ δεν την απομυθοποίησε, ποτέ δεν έπεσε στα μάτια του.
Ήταν αυτή που του έμαθε πως στην ζωή εκτός από το να την διασχίζεις με τα πόδια μπορείς να κάνεις πτήσεις αργές.
Πως το πάθος είναι ένας κυκλώνας, μια συγκέντρωση γιαγαντιαίων δυνάμεων που στριμώχνονται στο στήθος σου και δεν τις ήξερες ποτέ...
Αυτό ακριβώς,
οι δυνάμεις που δεν ήξερες πως έχεις εγκλωβισμένος,μέσα σε μια μικρή, νοικοκυρεμένη ζωή, αυτό ακριβώς, αυτή η λυσσασμένη αδυναμία στην μη εγκατάλειψη σου πάνω σε έναν άλλον,
αυτό ακριβώς,
εκείνες οι δυνάμεις που λες και έρχονται στην επιφάνεια αφού έχουν νικήσει τον Αχέροντα,
αυτό ακριβώς, που χρόνια ολόκληρα δεν 'ηξερες πως έχεις,
αυτό ακριβώς είναι που απαιτεί ευγνωμοσύνη γιατί το εζησες.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να λάμψει σε μια στιγμή αιωνιότητας.
Όποιος μετάνιωσε για ένα μεγάλο πάθος που βίωσε είναι μωρός

(Περί πάθους)
Η αληθινή αξιοπρέπεια, δεν κάνει καμμία φασαρία και καμμιά προσπάθεια για να αποδείξει την ύπαρξη της. Αν ήταν μέρος ενός σπιτιού θα ήταν η στέγη του.
Αυτό φυσικά ,έχει σαν συνέπεια πολλές φορές να δέχεται ήττες από το θράσσος την ευτέλεια την βλακεία και την ίντριγκα. 'Ομως αυτό δεν έχει καμμία σημασία, γιατί η αξιοπρέπεια, στέκεται ψηλότερα από ήττες και νίκες.

Μπορεί να έχει λίγο μοναχική πορεία, αλλά δεν συμβιβάζεται κι αυτό είναι τα πάντα...
Στο σοκάκι μεθυσμένοι, γλυκοναρκωμένοι από την επήρεια της ρακής ακούνε το λαούτο, ένα μπουζούκι, ένα μπαγλαμαδάκι και μια κιθάρα.
Ρεμπέτικα του Μάρκου και του Τσιτσάνη, σκέφτομαι, αλήθεια, πως έγινε κι ο ένας επιβλήθηκε με το επίθετο κι ο άλλος με το μικρό του όνομα;
Δεν βαριέσαι, γιατί να αναρωτιέμαι, ας απολα'υσω την βραδιά.
Το φεγγάρι έπιασε να φαίνεται πάνω από τα σπίτια, μπλεκόταν οι κλωστές... του με τις νότες τα πρόσωπα των μουσικών και των πελατών.
Στο μπλε τραπεζάκι στην γωνία κάθεται ένας Γάλλος ακαθορίστου ηλικίας σιγοτραγουδούσε τον Μάρκο.
Έμοιαζε σαν αρχαιολόγος ή σαν ιστορικός τέχνης. Μιλούσε και με άλλους Γάλλους δίπλα του.
Πολλοί Γάλλοι και Ιταλοί στο νησί φέτος.
Έμοιαζε παραδομένος στο μπουζούκι.
Ξαφνικά ήρθε μια παρέα Ελλήνων και δεν υπήρχε ούτε μια καρέκλα. Άρχισαν όμως να χορεύουν. Οι Ιταλοί τους κοίταζαν γελώντας, τους άρεσε πραγματικά αυτό που έβλεπαν.
Χόρευαν όμορφα, ήταν από 40 ως 60 ηλικιακά αλλά είχαν κέφι εφήβων. Φτιαγμένοι από ψημένη ρακή σίγουρα, αυτή σε χτυπάει ύπουλα...
Αρκετά γρήγορα βρέθηκε μια κουρελού κι ένα καφάσι από μπύρες, τους έφεραν και ψημένη ρακή και συνέχισαν τις σπονδές στον Διόνυσο.
Το φεγγάρι φαινόταν καθαρά πια, είχε διασχίσει την τροχιά του και στεκόταν πάνω από τα κεφάλια μας. Είχα ήδη αρχίσει να αισθάνομαι την λάμψη της σιωπής του στο στήθος μου.
Οι μουσικοί άλλαξαν ρότα, άρχισαν να παίζουν κρητικά. Η ατμόσφαιρα φορτίστηκε από γνήσιο συναίσθημα καθηλωτικό και διαυγές .
Η Κρήτη μιλάει μέσα μου σαν κατακόρυφη ποίηση.
Σκέφτηκα την φράση του ROBERTO JUARROZ, (το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο είναι σα να τον σώζεις).
Έτσι νιώθω ακούγοντας Κρητικά.
Ο Θ., το ένα παιδί που έχει το μαγαζί έχει μπλε μάτια. Σέρβιρε ποτά και μετά έπιασε κι αυτός να παίζει κιθάρα. Κάποιος μου είπε πως οι παλιοί Αμοργίνοι είχαν μπλε, καθαρά μάτια, αν είχαν θα ήταν σαν αυτά.
Παιδί με καρδιά γλυκιά ο Θ. ξεχειλίζει γλυκύτητα φιλοξενία και κινείται σαν την γάτα.
Το ίδιο κι ο αδελφός του, ο άλλος που έχει το μαγαζί. Μοιάζουν σαν μεγάλες παιχνιδιάρικες γάτες.
Τα Κρητικά ανοίγουν ρήγματα βαθιά, σε κάνουν να θες να βρείς τα νώτα του θεού.
Άπειροι σχηματισμοί αγάπης διαφαίνονται και υφαίνουν κόσμους από λέξεις.
Σκέφτομαι, θα ήθελα μια νύχτα να ξεράσω όλα τα ξύδια του κόσμου, όλη την χολή τους, να μείνουν ξέσκεποι από αυτά, να ορφανέψουν από την πίκρα , την οργή που υποβόσκει και τις πληγές τους.
Δεν είμαι Χριστός, μπορώ όμως να κλάψω διαβάζοντας ένα ποίημα ή όταν βλέπω τις άπειρες γραμμές στο στόμα μιας γραίας γυναίκας ή αν δω ένα ζώο κακοποιημένο.
Ξαφνικά βλέπω στα μάτια της Ε. αρκετά μακριά μου να κυλά ένα δάκρυ, το σκουπίζει βιαστικά και μετά από δέκα λεπτά φεύγει.
Σκουπίζουμε τα μάτια μας για να μην δούν οι άλλοι τις αδυναμίες μας.
Ενοχικά και σαν ξένοι από εμάς...
Τα Κρητικά μετά από λίγο είναι μια κήτη όπου ποτάμια κυλούν ξέπνοα.
Υπάρχει λυρισμός στην νύχτα.
Τόσες διαφορετικές γλώσσες ενώνονται με αυτήν, της μουσικής..
Είμαι εδώ..
Για όσο...
Όταν αποφασίσαμε να φύγουμε και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια του γυρισμού άρχισαν πάλι να ριζώνουν στην καρδιά μου ουτοπίες και ιδέες που γίνονταν μάτια.
Έτσι είναι μια ιδέα, μια σκέψη, ένα μάτι που σε κοιτά ίσια και ανάποδα...
Παράδεισος δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει ποτέ. Αφού δεν υπάρχει γιατί δεν χτίζουμε όλοι από έναν μέσα μας;
ίσως τότε οι ίσκιοι μας να γέμιζαν φως....

( Η χτεσινή βραδιά στην -κάτω γειτονιά- στο παραδοσιακό καφενείο το Λουκάκη)
υγ. υποκοριστικό του Λουκά , έτσι θέλουν να το γράφουν τα παιδιά που το έχουν, Λουκάκη κι όχι Λουκάκι . Τους αγαπώ πραγματικά..

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Ένα παλιό μαξιλάρι κι ένα κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο,
το παιδί κοιμάται κι η κάμαρα ησυχάζει,
ο παππούς το φιλά στο μέτωπο κι η γιαγιά το σκεπάζει.
Το τριζόνι έξω στο δρομάκι ύπνο δεν έχει.
Το καντήλι πάντα αναμμένο κι η στάμνα γεμάτη νερό.
Το φαγητό σκεπασμένο κι η γάτα το μυρίζει από μακριά.
Σςςςςς,
μην κάνεις θόρυβο, αν ξυπνήσεις το όνειρο του θα σηκωθεί ταραγμένο.
Είναι νωρίς ακόμη να δακρύσει για τον χρόνο που φεύγει.
Κάποτε η ζωή ήταν γεμάτη από μικρά πράγματα κι αθώα.
Κάποτε πίστευες πως είσαι αιώνιος.
Μόνο η πεταλούδα που νεκρή έπεφτε και η παύση των τζιτζικιών πονήρευαν το παιδικό πνεύμα.
Πως αυτός ο παράδεισος δεν θα κρατήσει για πάντα..

(Αναπόληση)
Τραγούδι από μετάξι,
σε παρατηρώ και τα μάτια μου γλυκαίνουν, βυθίζονται σε έναν υγρό κόσμο.
Ολες οι πλάνες μου, στον τοίχο βγάζουν μάτια, σε κοιτούν και μαλακώνεις.
Δεν ήταν ποτέ απροσπέλαστος ο κόσμος μου,
ο φόβος σου ήταν, αυτό το αρχαίο κτήνος με το μαύρο σπαθί.
Κι ύστερα, μόλις έπαψε το αηδόνι, εσύ έγινες τραγούδι.
Καταπίνω τις νότες σου στον λάρυγγα και σε εξυψώνω.
Κι έκανα, όλου του κόσμου τις προδοσίες,, μια συγνώμη.
Έτσι εξυψώθηκα για σένα,
τώρα σε τραγουδώ σε ένα μικρό δωμάτιο που μπαίνει ο ήλιος.
Έχω παρέα έναν λευκό σκύλο,
φίλος και ακούραστος ακροατής μου.
Το να μην είσαι μόνος σε αυτόν τον πληκτικό κόσμο είναι κάτι,
μα σπουδαιότερο μοιάζει να έχεις φίλο τον εαυτό σου.
Έτσι το ύστερα μοιάζει μια όμορφη, τρυφερή περιπέτεια.

(Κλωστές και ήχοι)
Μπαίνοντας στο παραδοσιακό καφενείο της Μοσχούλας, σήμερα Κυριακή, αρκετοί ήταν καθισμένοι και ευρισκόμενοι σε πλήρη χαλαρότητα.
Πλησιάζοντας να πληρώσω, ένας γάτος τίγρης, αδύνατος με πράσινα μάτια με κοίταξε.
Τον πλησίασα, τον χάιδεψα και απλώθηκε σαν βεντάλια δείχνοντας μου την απαλή του κοιλιά. Πόδια και νύχια σε έκταση. Αφέθηκε ρονρνορίζοντας..
Αμέσως ένα πουλάκι πέρασε τιτιβίζοντας πάνω από το κεφάλι μου, κρατούσε στο ράμφος του κάτι. Ανέβηκε στο ταβάνι, απολύτως παραδοσιακό με ξύλινα δοκάρια, χάθηκε για λίγο μέσα στα ξύλα κι αφού τάισε το μικρό πέταξε έξω από την πόρτα.
Άνθρωποι και πουλιά σε ηρεμία ενός Βούδα.
Τα τζιτζίκια γύρω, χαλούν τον κόσμο.
Ένας άλλος κόσμος σκορπίζεται μπροστά μου απλώνοντας ένα μαγικό χαλί εντυπώσεων.
Ερχόμενη στο σπίτι μου έπιασα τα γέλια καθώς θυμήθηκα τον παππού μου μέσα από κάποιες διηγήσεις του, ο πολύχρωμος υφαντόκοσμος της μνήμης δεν με αφήνει ποτέ όσον αφορά όλα τα αγαπημένα μου πρόσωπα..
Ήταν Απόκριες , ακόμη δεν είχαν αρραβωνιαστεί με την γιαγιά.Η γιαγιά ήταν μαζί με την μητέρα της σε αυτό το καφενείο και γινόταν γλέντι με βιολιά.
Ο παππούς την είχε χορέψει πολλούς κάβους, συρτό και μπάλο.
Κάποια στιγμή ένας Χωραίτης έμπορος που είχε έρθει με το μουλάρι του στολισμένο με χάντρες κι είχε κάνει εντύπωση σε όλους, την ζήτησε σε χορό από την μητέρα της.
Χορευαν συρτό αρκετές φορές.
Ο παππούς έπινε κρασί κι άρχισε να φτιάχνει μέσα του μαύρα σύννεφα.
Σαν χόρεψαν μπάλο την μισή νύχτα ο παππούς συννεφοκαμένος πια γύρισε το τραπέζι ανάποδα.
Η γιαγιά ανησύχησε αλλά δεν έδειξε τίποτε, ωστόσο ο πυρετός της αγάπης της είχε ανέβει τόσο ψηλά που έπιασε το άστρο της Αστάρτης...
Την μνήμη αυτή την κρατώ από τα 14, τόσο ήμουν όταν μου τα έλεγε ο παππούς κι ήμουν καθισμένη στα γόνατα του.
Η γιαγιά Καλλιόπη σαν μου είπε ο παππούς ( αυτά έκανε η λαλά σου κόρη μου για να με φουρκίσει), του είχε πει.
(Ωχ καημένε, ήντα κάθεσαι και λες στο παιδί, όσα θυμάται ο γέρος τα λέει και γελά το σήμερα).
Βέβαια πρόσεξα την λάμψη στα μάτια της.
Δεν ήταν η γυναικεία ματαιοδοξία, ήταν η γνήσια αγάπη που χε απλώσει στον χρόνο κι ήταν λίμνη που κολυμπούσαν μέσα της αυτοί οι δυό...
Ο παπούς γέλασε και τον έσφιξα στην αγκαλιά μου.
Δεν τον αγαπούσα, τον λάτρευα και τον θαύμαζα..
Καθίσαμε στο τραπέζι και φάγαμε, ήταν Κυριακή σαν σήμερα..
Είναι ώρες ώρες που μου λείπουν τόσο που νιώθω μόνη μου μέσα σε ένα νησί που είναι δικό μου μεν, αλλά έγινε έτσι από μέσα τους...
Και τι δεν θα έδινα να άκουγα για λίγο την φωνή του παππού μου..
Φορές φορές ,νιώθω μισή, έτσι είμαι, σαν τους σκέφτομαι είμαι μια βαρκούλα χωρίς πανιά, με πάει το πέλαγος σαν να είμαι ξενικό τραγούδι,
σαν να με κοτούν οι γλάροι και λένε,
που πας, που πας έτσι μονάχη και λυπημένη;
Έπειτα κοιτάζω τις φωτογραφίες τους και μαλακώνω..

( Ημέρα Κυριακή
ΠΟυ πάνε οι λέξεις όταν φεύγουν από το στόμα,
με κατακόρυφες πτήσεις φεύγουνε και πάνε, 
ύστερα ο απόηχος της φυγής τους συνοδεύει μια μοναξιά στο δωμάτιο,
έναν περίπατο στην άβυσσο και πάνε, σαλεύουν στα σκοτάδια κι άλλοτε φωτίζουν τις στρογγυλές γωνίες σε όσα δεν είπαμε.
Μπορείς να προσποιηθείς, μπορείς να γευματίσεις μέσα στην κόγχη τους 
την πείνα της ζωής σου.
Αυτό είναι το πιό δύσκολο,
όσα που λες να τα εννοείς.
Το τελευταίο μου ποδήλατο ήταν μια λέξη που δεν τήρησες,
το τελευταίο νεύμα σου ήταν η φυγή σου.
Όλα που λέγαμε, ήταν όσα θέλαμε
μα δεν μπορούσαμε να πράξουμε.
Κάθε λέξη έχει μια άλλη απέναντι,
αμφισβητεί την ύπαρξη της άλλης, το μόνο που μένει
είναι η πιό συγκινησιακή εντύπωση της μίας,
ίσως κι η έκφραση στα μάτια κατά την εκφορά.
Ο άνθρωπος είναι δύστροπος και δύσπιστος,
γι αυτόν ακριβώς τον λόγο οι λέξεις αντί αυτού παράγουν ένα έργο,
ένα θεατρικό μονόπρακτο για λίγους θεατές.
Μέσα στους πολλούς οι λέξεις χάνονται,
αλλοτε πάλι γλινονται κυματοθραύστες...

(Η υπόθεση των λέξεων)
Εδώ οι φίλοι είναι μέλι, αναλαμβάνω τον ρόλο του<< απολαυστή>>, καινούργια λέξη, ιδιωτικής χρήσεως.
Ο ήλιος στο νησί καίει και το άσπρο θυμίζει πάντα την άλλη Ελλάδα.
Τα παγκάκια δέχονται τρυφερές αγκαλιές κάτω από τα αρμυρίκια.
Μετά από μέρες ξαναγίνομαι επιτέλους παιδί, ξαναχτυπά η καρδιά μου με τους ρυθμούς του <<απολαυστή>>.
Η απόλαυση έχει γαλήνη, έχει τα παιδικά μου μάτια ξαπλωμένα στο φαράγγι και στα βουνά τα γυμνά.
Στα βράχια απλώνονται μικρές πεταλίδες, στην αμμουδιά σοκολατένιοι άνθρωποι.
Σαν μυριστώ την ίντριγκα της πόλης πετάω μακριά.
Ο απολαυστής μου διαβιβάζει μικρά κύματα ευτυχίας, δεν επιζητώ την ευτυχία που σαρώνει θύελλες.
Θέλω αυτό, την πετσέτα γύρω μου και να περπατώ προς την φωκιότρυπα, εκεί που κολυμπούσα κάποτε μαζί τους.
Θέλω αυτό, αυτήν την μικρή ελευθερία μου , θέλω αυτό, την ευτυχία που είναι μια αγάπη αυτόνομη.
Πέταξα τα πολλά, κρατώ τα στοιχειώδη.
Το γαιδουράκι και τα πουλιά, τις γάτες και τις χαρές τους..
Μιλάω ξανά με την γλώσσα των ζώων, αυτή μου έλειψε, όχι η πολυλογία των ματαιόδοξων ανθρώπων...
Ναι, το κατσίκι με πλησίασε όπως πέρυσι, ναι, τα πουλιά δεν φοβούνται εδώ την ανθρώπινη παρουσία.
Πετάω ξανά.
Πετάω στο μέλι των φίλων μου.
Των ελαχίστων κι αληθινών...
Κι έκανα καινούργιους.
Κι η μέρα με αρπάζει γλυκά από το χέρι.
Λέω, είμαι ελεύθερη, δεν είναι απαραίτητο να με αγαπούν, αρκεί να βρίσκω εγώ λόγους να αγαπώ τους άλλους...
Απλώνομαι σαν χαμομήλι, ανθίζω πάλι.
Απαλλαγμένη από τα γελοία και τα μικροπρεπή.
Εδώ εξάλλου ο ουρανός είναι απέραντος που χωρά τα πάντα.
Η ζωή είναι απόλαυση, είμαι ο απολαυστής της.
Ακόμη κι η λύπη κομίζει θησαυρούς...
Ναι, επιτέλους...τραγουδάω με τα αστέρια και τους γρύλους.
Πανδαισία αισθήσεων και αισθημάτων.
Οι φίλοι μου εδώ είναι από μέλι.
Ρουφάω και την τελευταία τους σταγόνα..
Σκορπίζομαι και ανασυνθέτομαι...
Η αγάπη είναι ελευθερία...
Η ελευθερία είναι ένα θαύμα.
Κι εγώ ένας ταπεινός θαυμαστής της...
Νησί μου..
Είμαι ο θαυμαστής σου, σε πίνω και σε τρώω, ακούς την καρδιά μου;
Χτυπάει πάνω στο στήθος σου...

-Τρίτη της γαλήνης
Συγκατοικούμε με πολλούς άλλους χαρακτήρες μέσα μας,
άλλοτε αυτοσυστήνονται κι άλλοτε σιωπούν,
στους μακρινούς αμπελώνες μας, αγόρια και κορίτσια χορεύουν,
μητέρες από μακριά, τους γνέφουν με άσπρα μαντήλια,
ενώ οι πατέρες οδηγούν πλοία μέσα στις θάλασσες.
Κι ενώ σημαντικά κι ασήμαντα χαρτογραφούν πίνακες και πυξίδες,
έρχεται η στιγμή να πετάξουμε μακριά τους.
Μέσα στο νερό να γίνουμε ασήμαντοι κι ανώνυμοι,
σαν το ωάριο ωριμάσει, ένας νέος άνθρωπος γεννιέται σε μια κοντινή ενδοχώρα.
Τότε ακριβώς ,τα μάτια μας κοιτάζουν χωρίς ηλικία και με χάρη.
Το Αιγαίο μέσα στις Κυκλάδες φωτίζει τον ανήλιαγο εαυτό μας.
Δεν ζητούμε ολοκλήρωση,
μια ταύτιση αδιόρατη μα καίρια.
Είναι η στιγμή του χρόνου η δική μας μέσα σε μακρινές λίστες αναχωρήσεων.
Και κάτι που υπάρχει πέρα από την χαρά και την λύπη...

-Αυτοί που ζούνε στα νησιά-
Υφάλμυρη η γυναίκα γονατίζει, τις ιέρειες του έρωτα ταίζε,ι με κρασί, αίμα και σάρκα/
Σε ένα μαύρο πλοίο ,αφημένη, κοιτάζει τις μέδουσες και τους εραστές/
Στην έκσταση επάνω, άντρες πρόστυχοι και άγριοι,
αυτοί που θέλησαν να γίνουν άγιοι πιό πολύ την εκδικήθηκαν,
την μίσησαν,
μόνο οι πιστοί του παράλογου την έκριναν με λογική.
Ο βυθός, το σπίτι της, ταράζεται, από λίγα δάκρυα για τον χαμένο αδελφό της/
Αιώνες δυό, αιώνες τρείς,
μια θαλάσσια ανεμώνη ανάμεσα στα στήθια της φωνάζει,
ποιό ήταν αυτό που περισσότερο, την έκανε γυναίκα-ψάρι,
ο αδελφός της ή όλοι οι έρωτες που δεν υπήρξαν ένας/
Την κοιτάζω τώρα, σαν πλωραία πανωραία σε ένα αρχαίο καράβι,
τίποτε δεν άλλαξε από τότε που ξεκίνησε ο κόσμος...

(Υφάλμυρη γυναίκα)
Διαβάζω βιβλία αγαπημένων, (τελειώνω σύντομα το μπαρ Φλωμπέρ του Αλέξη Σταμάτη), με περιμένουν αρκετά βιβλία ακόμη του Στέφαν Τσβάιχ, το κουκλόσπιτο έχει γεμίσει βιβλία και αστέρια που μπαίνουν από την πίσω βεράντα.
Η βλακεία κι ο σκοταδισμός της Αθήνας είναι πολύ μακριά.
Καθημερινώς περπατώ και έχω κάνει τα πόδια μου γερά σαν πέτρα.
Καθημερινώς εξασκούμαι στην γλώσσα των ζώων, αυτό σημαίνει πως ξεφεύγω αρκετά από την προσποίηση των λέξεων, ξεχνώ δηλαδή πως με τις λέξεις πουλάς κάτι άλλο από αυτό που στην πραγματιικότητα είσαι...
Ξαναθυμάμαι με τρυφερότητα κομμάτια της παιδικής ηλικίας που είχα ξεχασμένα...
Ανακαλύπτω πως η ευαισθησία είναι ένα αρκετά μεγάλο μέρος δύναμης.
Αποφάσισα να μην την κρύψω ποτέ για να δείξω κάτι άλλο, όποιο κόστος κι αν έχει αυτό...,
Δεν είμαστε πωλητές, είμαστε απολαυστές.
Αυτός ο απειροελάχιστος κόκκος που είμαστε μέσα στο αχανές σύμπαν χρειάζεται να ζήσει ένδοξα και αληθινά.
ΔΕν είναι κακό να στέλνουμε στον διάολο κάποιους που το αξίζουν αυτό με το σπαθί τους...
Ο αυτοσεβασμός είναι το πρώτο πειστήριο της απόλαυσης...
Ναι, εδώ βρίσκω ξανά κομμάτια μο,υ που στην πόλη ήταν γεμάτα σκόνη και μου θάμπωναν τον νου..
Ένα κομμάτι από αυτά ,με βρήκε κάπου ενώ περπατούσα, μου ζήτησε εξηγήσεις, μου είπε πως οι βλάκες κι οι επηρμένοι δεν αντιμετωπίζονται με ευγένεια αλλά με δυνατές κλωτσιές, εγώ το 1913 άφησα την ευγένεια να με κυριαρχήσει τόσο ώστε να γίνει ηλιθιότητα.
Πάντα όταν περπατώ κάνω τις πιό γεμάτες και διαυγείς σκέψεις.
Εντάξει, ήταν λάθος από μέρους μου, αλλά αυτό σημαίνει στο κάτω κάτω, πως αφού ακόμη κάνω λάθη κι ενώ είμαι αρκετά έμπειρη ,πως έχω ακομη αρκετές δόσεις αθωότητας και ειλικρινούς διάθεσης απέναντι στους άλλους χωρίς να έχω γίνει<< πονηρίδης>> και προκατειλημένη βάζοντας τους άλλους σε κουτάκια..
Ναι, έχω αρχίσει να αλλάζω...
Συνεχίζω να ζω..
Δεν υπάρχει χώρος για μικρές απρέπειες εδώ κάτω, όταν τα βουνά φιλούν τα σύννεφα κι η θάλασσα με τους μικρούς φυκιώνες της κυκλοθυμικά αγκαλιάζει τα σώματα.
Ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος συναντούν το πνεύμα των παλιών ανθρώπων.
Βουτάω στο χάος ξανά και ξανά αφήνοντας την τάξη γι αργότερα.
Από το χάος βρίσκω κι άλλα κομμάτια στολισμένα κι απαλλαγμένα από εμένα.
Είμαι μια τυχαία συνάντηση μιας τυπικής γιορτής.
Προσκαλεσμένη αναπάντεχα.
Τίποτε δεν ξοδιάζεται χωρίς λόγο, όλα έχουν την σύλληψη της δημιουργίας στο έπακρο.
Κατοικώ στα πηγάδια.
Στα χαμόμηλα και στα φασκόμηλα.
Αναβρασμός.
Άτυπες συμφωνίες του είναι.
Είμαι μέσα στο φίδι που τρώει την ουρά του.
Για μερικά δεύτερα νιώθω το όλον..
Εισβάλλω σαν νερό παντού.
Και το νερό με κατακτά χωρίς να θυμάμαι την μήτρα της μάνας που κολυμπούσα μέσα της.
Μια άγρια κι άγια απελευθέρωση σε συμφωνίες πνευστών.
Είμαι κύτταρα που πετούν.
Λέξεις χωρίς κατεύθυνση.
Αφημένη στην άμμο κοιτάω τις Κυκλάδες και τα αρχαία εδώλια.
Αγαπώ σε!
Υμνώ σε!
Ευγνώμων που ακούω το αίμα μου να κυλάει ζωντανό και ζεστό.
Η θαλπωρή της ψυχής είναι σπουδαίο πράγμα...
Ατενίζω την κάθε ημέρα με μάτια καινούργια, από νερό.
Άθελα μου φέρνω το νερό στο σπίτι μου.
Το καθιστικό, χορεύει μέσα του κολυμπώντας.
όταν κοιμάμαι έχω βράγχια, όταν ξυπνάω τα μάτια μου είναι νερό....

( Τρίτη