Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Το όνειρο της Πανδώρας

Στον ύπνο της, είδε, πως αυτός που αγαπούσε, πέθανε.
Τόσο  τον αγάπησε και τον πίστεψε που το υποσυνείδητο της λειτούργσε τελετουργικά.
Φύτεψε γρήγορα μια ελιά κι ένα αμπέλι.
Από τα μάτια της ξεχύθηκε μια αγριεμένη θάλασσα.
Πήρε το πτώμα του και ανέβηκε τον λόφο.
Φορώντας μαύρα.
Με στόμα κόκκινο και λευκά δάχτυλα.
Είχε την δύναμη ενός άντρα γίγαντα.
Ανέβαινε τον λόφο.
Με την πλάτη ραγισμένη, με τους ώμους γυρτούς, με τα κόκαλα να εξέχουν από το ρούχο,
σαν ενός αγγέλου, που χάθηκε, σε άτακτη πτήση.
Ανέβαινε τον λόφο.
Είχε διώξει τις μαινάδες, τον αρχαίο χορό, τις μοιρολογίστρες.
Ακούμπησε τρυφερά τον άντρα στο χώμα σαν έφτασε στην κορυφή του λόφου.
Αρχαία πουλιά με εκατό μάτια έκαναν ένα σύννεφο πάνω τους.
Προστασία στην τελετή, με τα φτερά τους.
Ενώ κατέβαινε από τον ουρανό μια βροχή με ταχύτητα φοβερή.
Με πυκνότητα και ορμή αγριεμένων θεών.
Έπιασε να τον κλαίει εκεί, δίπλα στην ελιά και στο αμπέλι.
Πρώτα φόρεσε το προσωπείο της Αφροδίτης.
Ύστερα της Ήρας.
Της Παναγίας της σιωπηλής.
Της Ινδής θεότητας.
Του ερέβους.
Της ανυποκρισίας, της πίστης.
Τον έκλαψε με χίλιους τρόπους.
Ώσπου συντονίστηκαν στον θρήνο τα σπλάχνα της.
Θρήνος βαρύς, βαθύς, έσκιζε τον λόφο.
(Σ αγαπώ), ούρλιαζε η γυναίκα, (όχι για μένα, για σένα).
Αυτός ένα πτώμα ενός άντρα γενναίου, γενναίος θα υπήρξε, γιατί χαμόγελο πλατύ αφέθηκε στο στόμα του, την ώρα που αποχωρούσε η ψυχή από το σώμα.
Κι ωραίος, όπως αυτοί που σκλαβώνουν για πάντα την γυναίκα με ένα τους βλέμμα.
Με σώμα δυνατό, σαν των αρχαίων.
Μαλλιά σγουρά και πυκνά..
Τον ξάπλωσε ανατολικά. Του αγκάλιασε τα χέρια και τα ένωσε .
Τον έπλυνε με λάδι μεθυστικό.
Τον άπλωσε σε ένα λευκό σεντόνι.
Μα δεν μπορούσε ακόμη να τον χαιρετήσει για πάντα.
Έφτασε το απόγευμα, καθώς κόκκινο χλωμό μέσα στο κίτρινο χανόταν στον ουρανό, τα πουλιά με τα εκατό μάτια ήρθαν επάνω τους.
Με τα ράμφη τους τα χρυσοπόρφυρα τύλιγαν τον άντρα, παραμέριζαν την γυναίκα καθώς τα έδιωχνε.
Ύστερα από το τελευταίο δάκρυ, άρπαξαν τον χαμένο άντρα και πέταξαν.
Στην αρχή χαμηλά.
Μετά λίγο ψηλότερα.
Γυάλιζαν τα μάτια και τα ράμφη τους, σαν ο τελευταίος ήλιος της μέρας να χε ζωγραφιστεί πάνω τους.
Και μετά, απότομα χάθηκαν στην ατέλειωτη έκταση του ουρανού.
Μόνο ένα μακρινό, μαύρο σημάδι, σαν κουκίδα...
Μετά, τίποτε...
Αυτή ξάπλωσε στο χώμα, καθώς η νύχτα ερχόταν, στο μπράτσο της έχοντας, την ουράνια μέρα,τον Αιθέρα και τον έρωτα.
Την ρώτησε ο Έρωτας, για πόσο καιρό θα τον πενθούσε ακόμα.
Αυτή, τυλιγμένη στα μαύρα της μετάξια, είπε, (για πάντα).
Είχαν πιά στεγνώσει τα μάτια της. Ήταν κατακάθαρα και λευκά.
Τα μακριά της μαλλιά περασμένα σε μια μαύρη κορδέλα.
Η μέση της μια δαχτυλήθρα, ευάλωτη και γυναικεία.
(Δεν σου αρμόζει το πάντα), είπε ο Έρωτας γελώντας αχνά.
( Εγώ θα κρίνω. Θα περάσω στην άλλη διάσταση, όπου η ζωή φτερουγίζει ανυπεράσπιστη στα χέρια των ανθρώπων. Ακόμη και να δίνομαι στους άντρες, αυτό θα ναι ένα τίποτε. Μόνο μια υπόσχεση ζωής. Εγώ θα κρίνω. Κανείς πια δεν θα μπορέσει να ανοίξει όλες μου τις αίθουσες, κανείς πια δεν θα δεί μέσα στα δωμάτια μου το χάος και την νύχτα, τον έρωτα και την ημέρα, τις μοίρες να χτυπιούνται μεταξύ τους ποιά θα με κερδίσει ως τρόπαιο. Εγώ θα κρίνω).
Κι έπειτα από αυτά τα λόγια όλοι έφυγαν.
Έμεινε μονάχη, δίπλα στο αμπέλι και την ελιά.
Πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Με ένα βουβό παράπονο. Με κείνη την γοητευτική λάμψη αυτού που είχε χάσει το πιό πολύτιμο,
απλωμένη στο πρόσωπο της. Στα χέρια της, σε όλο το σώμα. Θ'υμιζε λίγο την γοητεία των λαμπρών πόλεων που χάθηκαν στην φωτιά και στον πόλεμο, αυτήν την λάμψη που υπέβοσκε, γι αυτό τόσο άπιαστα γοητευτική ήταν....
Όταν ξύπνησε ήταν ιδρωμένη. Είχε αυτήν την χλωμιασμένη λάμψη, διάχυτη στο σώμα και στο πρόσωπο.
Άρχισε να κλαίει βουβά.
Καθώς ντυνόταν.
Καθώς άνοιγε το παράθυρο.
Καθώς η ανυπαρξία της ύπαρξης της ήταν δίπλα της, πιό αδυσώπητη και επικίνδυνη από ποτέ..
Κι οι αλήθειες να φτιάχνονται με την ίδια τέχνη που φτιάχνονται τα ψέματα, σκέφτηκε...

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Τίποτε άλλο...

Άφραγκος κι άνεργος.
Κοιτά την ατζέντα του, αυτοί που ξέρει είναι μισοί συγγενείς κι οι άλλοι φίλοι, βασικά είναι μια ατζέντα δίχως αντίκρυσμα. Δεν υπάρχει κανείς να του δώσει στέγη και τροφή.
Δεν έχει σημασία τι έκανε αυτός κάποτε γι αυτούς.
Όταν δεν έχεις φράγκα τίποτε δεν έχει σημασία για κανέναν. Είσαι ο κανένας.
Αν γυρίσεις τον χρόνο πίσω θα δείς την ίδια ρίμα.
Χωρίς λεφτά κολυμπάς στα σκατά.
Είσαι έκθετος.
Προφήτες σαν τον Χριστό αγαπήθηκαν μετά θάνατο.
Κι οι φτωχοί καλλιτέχνες.
Κι οι φιλόσοφοι.
Οι διανοούμενοι.
Δεν ταιριάζει σε αυτόν τον κόσμο η ευαισθησία σκέτη.
Όλοι οι προφήτες έγιναν θρησκείες, ήταν ο Δούρειος ίππος για τον φόβο, να φοβηθούν οι στερνοί, οι επόμενοι.
Τα υπόλοιπα ήταν χρήσιμα για την διάδοση του πολιτισμού.
Μα να θυμάσαι, λες και δεν το ξέρεις, όποιος πολιτισμός υπάρχει, όσο υπάρχει το χρήμα, πάντα θα πέφτει, θα ξεχνιέται, θα βεβηλώνεται.
Οι Θεόφιλοι θα γυρνούν τον κόσμο στις ταβέρνες, ένας πίνακας με αντάλλαγμα την τροφή.
Η ανυπαρξία της τροφής για τους αδύναμους και για τους φτωχούς είναι βαρβαρότητα.
Δεν υπάρχει πολιτισμός. Τότε γίνεται μουσειακό είδος, μια περιφερόμενη Σαλώμη στα σχολεία.
Στις χώρες τις πολιτισμένες...στα γραφεία.
Ακόμη και τα πολύ κοντινά σου πρόσωπα σε εξουσιάζουν όταν δεν παράγεις χρήματα και παράγουν αυτοί.
Το χρήμα τι είναι; Παραγωγή. Σπίτι, τροφή, ρούχο.
Ένας απολυταρχικός σύζυγος στήνει το παιχνίδι όπως θέλει.
Είσοδος, έξοδος στο σπίτι με μέθοδο δικιά του.
Κι ο γονιός...
Η ελευθερία που απολαμβάνεις δεν είναι παρά μια επιτρεπόμενη με ξένους από σένα όρους.
Θα σας γαμήσω όλους, λέει κάποιος που το μόνο που αναγνωρίζει στον εαυτό του είναι η παραγωγή του χρήματος.
Σπίτια και χώρες διαλυμένες.
Συχνά ξεχνιόμαστε λατρεύοντας την τέχνη, αρπάζουμε την μέρα πιό σθεναρά.
Μα αν αυτή ακόμη δεν έχει αντίτιμο στην αγορά ή δεν την έβγαλες με τους γνωστούς κανόνες έξω από εσένα, τότε θα ζείς περίεργα, στο περιθώριο ενός ατομικού ματιού, μιας συνθήκης εξωτερικής.
Είναι σχεδόν αδύνατον να ζήσεις από την τέχνη, αδύνατον να πορευτείς μόνος, έτσι άγνωστος, δίχως επικύψεις, υποκλίσεις.
Καθένας που φορά τον λευκό χιτώνα της αγαθοεργείας ή της βοήθειας, έχει ραμένα στην φόδρα όπλα και μαχαίρια, ανά πάσα στιγμή που δεν θα γονατίσεις θα στα καρφώσει όλα στην πλάτη.
Κοίτα την ατζέντα σου.
Αν ήσουν κάποτε κάποιος (φράγκα ή γνωριμίες), και τώρα δεν είσαι, γίνεσαι ο κανένας.
Σχεδόν αυτόματα...
Η τροφή του Φιοντορ τώρα είναι η αγορά. Πουλάς, αγοράζεις.
Δεν υπάρχει επέκταση.
Έτσι λοιπόν αν μια κρύα μέρα αποφασίσεις να πέσεις στο κενό γιατί θυμάσαι την λέξη αξιοπρέπεια, λίγοι θα σε κλάψουν.
Θα ξεχαστείς την επόμενη.
Τόσοι θάνατοι γύρω...
Η μισή ανθρωπότητα ένας ζητιάνος.
Κι ο λιπόσαρκος ανθρωπάκος φιλανθρωπεί.
Κάτω από τα στρώματα του λίπους του χαίρεται.
Μα αν αξίζει ντροπή σε αυτόν που ζητιανεύει μια δόση είτε δηλητηρίου, είτε πακέτου χρήματος, ΄ποση ντροπή αναλογεί σε αυτόν που δίνει με αντάλλαγμα την σιωπή;
Την χαμένη ελευθερία της μαύρης Ηπείρου, των τόσων λαών;
Κλεμενοι πολιτισμοί στα Μουσεία. Αφού δεν τους αναγνωρίζεις σαν ανθρώπους αλλά τους αναγνωρίζεις σαν επέτες πρός τι η φύλαξη του αρχαίου τους πολιτισμού;
Μιλώ απλά, τα σύνθετα τα αφήνω σε αυτούς που μιλάνε πολυσύνθετα γιατί έχουν κάτι να κρύψουν.
Στα μέσα μαζικής αποβλάκωσης,
στην Βουλή, στους ανθρώπους που πεινάνε, στα πανεπιστήμια που σκότωσαν τα παιδιά τους αφού τους στράγγιξαν την ελπίδα.
Πέτσες με κόκαλα.
Σύγχρονες κάστες.
Υπάνθρωποι.
Ανθρωποειδή σε μαζική ψύχωση.
Κοιτάζω τους δρόμους.
Κουτιά-σπίτια.
Σκουπιδαριά. Χωματερές.
Είμαι τόσο άθλια άραγε που δεν βλέπω τίποτε άλλο, παρά μόνο έναν σταυρό με καρφιά στην πλάτη της ανθρωπότητας;
Δεν το θέλω, ούτε το επιδιώκω, όμως οι φωνές αυτών που πονάνε σπάνε τα αυτιά μου.
Συχρονίζομαι με το πένθος τους.
Τραγουδάω λυπημένα.
Πένθος.
Αυτό.
Μια λυπητερή χωματερή ο κόσμος.
Ένα μικρό αγοράκι που παίζει με ένα παιχνίδι στα σκουπίδια.
Από κάποιο παιδί που το βαρέθηκε...
Κι αφού δεν έχει να ταίσει το στομάχι του παίζει για να ξεχάσει την πείνα του.
Ξεχνιέται η πείνα;
Το κρύο;
Αυτό που κάθε μέρα μεγαλώνει και μας καταπίνει με το κρύο του σάλιο;
Σε αφήνω τώρα.
Για λίγο.
Κάψε όμως την ατζέντα.
Δεν υπάρχει λόγος.
Μόνο το μυαλό και την καρδιά σου φύλαξε.
όσο αντέξουμε....

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Αγαπήσου...

-Έχεις μια λύπη στα μάτια σου και όταν σου μιλώ δεν κοιτάς εμένα, του είπε και σηκώθηκε από δίπλα του. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε την βροχή, είχε αργήσει τόσο πολύ να ρθεί η βροχή...
        Εκείνος, αργά, ήρθε πίσω της. Χάιδεψε την πλάτη της κάτω από το μικρό μπορντό ζακετάκι.
Άφησε το στόμα του στον λαιμό της. Παραμέρισε τα μαλλιά της. Την μύρισε. Άκουγε το μικρό στρογγυλό ζώο μέσα της να βογγάει. Ήθελε να αγαπηθεί, όπως κι εκείνος.
      Όλοι θέλουν να αγαπηθούν αλλά δεν βρίσκουν τον τρόπο, δεν έχουν την ίδια ταχύτητα στο αίμα.
Δεν εκπέμπουν την ίδια θελκτική μυρωδιά.
Μούσκευε τον λαιμό της με  φιλιά. Στο δωμάτιο δεν υπήρχε μουσική. Τα φιλιά είχαν τον χώρο που τους αξίζει. Σιωπή κόκκινη. Έξω η βροχή. Η μαύρη καμπαρντίνα στο κρεβάτι. Αυτή να τρέμει από την προσδοκία.
Από την εκμηδένιση των αντιστάσεων, αντιστάσεις όσο για να ανάψει περισσότερο η φλόγα, όμως τώρα δεν είχε την διάθεση για τίποτε άλλο εκτός από εκείνον.
      Γύρισε και τον φίλησε κι εκείνη.
-Άνοιξε τα μάτια σου, του είπε. Θέλω να με βλέπεις.
Την κοίταξε. Είδε τις πυγολαμπίδες να χορεύουν. Τις κόρες των ματιών να απλώνονται σε μια έκσταση. Την ήθελε. Από την πρώτη φορά την ήθελε.
Τα φιλιά άνοιγαν. Τα χέρια άνοιγαν. Τα σώματα άνοιγαν. Χόρευαν ο ένας γύρω από τον άλλο.
-Με φοβίζει λίγο αυτή η ένταση, της είπε.
-Γιατί;
-Ξέρεις...
-Φοβάσαι μήπως αναγκαστείς να φύγεις μακριά τους;
-Ναι.
-Γιατί; Δεν μας αξίζει η ευτυχία;
-Ως πότε;
-Όσο...είπε αυτή και μούδιασε στην σκέψη ενός τέλους.
- Όταν χάραξα την ζωή μου δεν είχα στο μυαλό μου αυτό που ζούμε, της είπε και την κοίταξε διαπεραστικά.
-Ουτε εγώ...αλλά να, μας συνέβη.
-Είναι εξοντωτικό κι όμορφο.
-Γι αυτό το αφήνουμε...
Πήγαν στο κρεβάτι, στόμα με στόμα, χέρια με χέρια.
Άλλο η έλξη, άλλο ο έρωτας, άλλο η ανάγκη, άλλο η αγάπη. Ήταν όλα μαζί.
        Βούλιαξαν ο ένας μέσα στον άλλο. Κάθε φορά ήταν σαν να ήταν η πρώτη. Η ανάγκη τους να είναι ο ένας μέσα στον άλλο ήταν τόσο μεγάλη που κάθε φορά ξεπερνούσε σε δύναμη κι ομορφιά την προηγούμενη.
      Βούλιαξαν. Υγρός κόσμος. Μέγας. Κολύμπησαν με ορμή σαν ψάρια. Αργά και έντονα. Να βρούν την πηγή της πληρότητας. Κείνης της έκστασης που με την υφή της σε προετοιμάζει για κάτι άλλο, πέρα από την έκσταση. Είναι μια κοιλάδα που βγάζεις όλα σου τα ρούχα.
Σκοτώνονται οι ντροπές σου. Οι φόβοι σου. Οι αντιστάσεις σου στο να δίνεσαι στον άλλο...
       Βούλιαξαν. Έπειτα η ηδονή τους ανάγκασε να πετάξουν. Στην οροφή του δωματίου.
Έπειτα στον ουρανό. Έπειτα σε έναν κομήτη με μια φλεγόμενη μπλε ουρά.
        Τα ζώα που είχαν μέσα τους ήταν ενωμένα. Ήταν στρογγυλά κι άφοβα. Είχαν αλλάξει τον τρόπο που έβλεπαν. Τον τρόπο που ένιωθαν. Που αντιλαμβάνονταν την πραγματικότητα, αυτήν που τώρα άλλαζε.
Είχαν αλλάξει οι χώροι, οι χρόνοι, δεν υπήρχαν ρόλοι.
Στροβιλίζονται. Αναπνέουν σαν να πεθαίνουν.
Είναι μέσα της και της τραβάει τα μαλλιά. Λιώνει πάνω στο μάγουλο της. Κι αυτή λιώνει, εξατμίζεται...
Λιώνει πάνω της, μέσα της. Ουρλιάζουν. Ουρλιάζουν. Αυτά τα δυό μικρά ζώα είναι τώρα ένα, το ζώο αλυχτά στον κόσμο. Είσαι δικός μου κόσμε, φωνάζει.
Ουρλιάζουν. Κι αυτό. Τώρα δεν πρέπει να χαθεί η έκσταση ούτε η πείνα. Αν χαθεί η πείνα θα πέσει η έκσταση. Οι ηδονές είναι κόρες της θάλασσας.
Το ζώο ξαναρχίζει την διαδρομή του.
Αυτή στήνει μπροστά του το κορμί της με έναν άλλο τρόπο, την βλέπει σαν να μην την είδε πριν.
Σαν να μην την έζησε.
              Έπειτα όλα βυθίζονται πάλι. Κι ανυψώνονται.
ΟΥρλιάζουν. Κι η βροχή ξεσηκώνει έξω από το σπίτι την γιορτή της. Υγρός κόσμος παντού.
       Ύστερα σταματούν, κοιτάζονται. Νεροσταγόνες ιδρώτα. Σπουδή στο γυμνό. Σπουδή στον κόσμο.
Έξω από αυτούς ο χρόνος δουλεύει. Οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι. Οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Τα νήπια ζωγραφίζουν με κηρομπογιές. Οι αισθήσεις φτωχαίνουν μέσα στην πραγματικότητα.
Κάποιος θα ψυχαναλύει έναν κοιλαρά μεγιστάνα και κάποιος θα καβλώνει από ένα νεανικό μουνί.
            ΌΜως ο έρωτας ο αληθινός είναι ασβέστης, βάφει τον κόσμο καθαρίζοντας την βρωμιά...
-Δεν μας αξίζει να ζούμε ευτυχισμένα; Τον ρωτά με αγωνία.
-Σε όλους αξίζει, δεν θα πρεπε να το λες αυτό, εσύ που γράφεις. Είπε αυτός και τα μάτια έγιναν λυπημένες μαύρες λίμνες ξανά.
-Κι εσύ που επίσης γράφεις δεν υποψιάζεσαι τον κόσμο που υπάρχει εκει μακριά για εμάς; Εδώ;
-Μαζί σου είμαι τόσο ευτυχισμένος που όταν φεύγεις σκέφτομαι κάτι συνέχεια.
-Τι; Ρωτά αυτή με ολάνοιχτα μάτια παιδικά.
-Πως ένας ευτυχισμένος άνθρωπος δικαιούται να πεθάνει μια ωραία Άνοιξη...

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Το κίτρινο

Κίτρινη εποχή μου
χαλί από φύλλα
χαμόγελα που δεν φώτισαν πρόσωπα
εφημερίδες παλιές στο καλάθι,
ένα παλιό σπίτι στην εξοχή, μόνο του, στέκεται, μέσα στην παλιά του αίγλη.
Γυναίκες με κίτρινα μάτια αδειάζουν τα χρόνια τους στον Έβρο,
παιδιά που δεν έζησαν παιδικά, μιλάνε στις κίτρινες αυπνίες μου,
η ραστώνη που χάλασε από μια άθλια γεύση,
η μέθη που όταν συνέβη χάλασε δυό σπίτια σε δυό κίτρινα παλιά τραπέζια,
ξεφτισμένα.
Μοίρες απόκληρες βουβά κουβεντιάζουνε,
σκυφτές, μαγκωμένες,
πάνω σε μια κίτρινη σφραγίδα,
στις υπογραφές τις αναλφάβητες,
στην αίθουσα του δικαστηρίου μια κίτρινη εικόνα πάνω από τον πρόεδρο,
έπιασε να μιλά βαριεστημένα για όσα έβλεπε.
Κίτρινα μικρά λουλούδια στην αυλή μου,
πενθούν καλοκαίρια,
κι οι μεγάλοι ζωγράφοι του αιώνα αρπάζουν λίγο κίτρινο από τα φιλιά μας
και απλώνουν στο κάδρο.
Με τέτοιο χρώμα θα υποδεχτώ τον Χειμώνα,
εδώ στην γαλάζια λίμνη που επιμένω να υπομένω,
αν δεν ήταν τόσο το κίτρινο θα περνούσα στην δράση,
στην πράξη που το κίτρινο θα το κανε ώχρα
κι η ώχρα θα ζητούσε στο σώμα της αρκετό κόκκινο...

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

<< απροσδιόριστο >>

Xρειάστηκαν χρόνια να γίνει ο κανένας,
να  τον βλέπουν οι άλλοι, σαν  την σκιά την διαφανή
την καμπύλη στον ώμο, την απρόβλεπτη,
καθώς μόνο ένα φτερό από κάποιο πουλί προσδιόριζε πως αυτό ήταν ώμος.
Λαξεμένοι κρόταφοι και μύτη γυρτή σαν του γύπα.
....
Εκείνος ο άντρας ανήκε στο είδος των φτερωτών.
.....
Ντυνόταν τις φωνές των άλλων, τις νύχτες και πέταγε.
....
Κάποτε ένα απρόσεκτο του πέταγμα τον έφερε σε μια ταράτσα,
από την υδροροή ξεπήδησε μια γυναικεία φωνή που τον ξάφνιασε,
τραγουδούσε σαν μια πόλη που καιγόταν,
μπορούσε να οσμιστεί επάνω της τις στάχτες και το θειάφι,
τις περασμένες δόξες της χωρίς ντροπές και θλίψη.
Μόνο έτσι, σαν κάτι που χανόταν σε μια στιγμή.
......
Πέταξε κατά κει, χωρίς να σκεφτεί τίποτε, εκτός του άκρατου ενδιαφέροντος και της αρχέγονης έλξης.
.....
Όταν είδε την γυναίκα μέσα του όλα σείστηκαν,
όλα άλλαξαν σχήμα και προοπτική.
.....
Χαμένες θάλασσες στροβιλίστηκαν σαν θεραπευμένες μπαλαρίνες μπροστά στα πόδια του.
Πολιτείες μαγικές έλουζαν το κορμί τους στο ανάγλυφο του δικού της.
Αλλόκοτα ζώα κούρνιαζαν στα στήθια της.
.....
Θέλησε να της φανερωθεί.
Προσπάθησε πετώντας γύρω της.
Τίποτε.
Μύρισε με την γυρτή μύτη του την οσμή της.
Τίποτε.
Εκείνη συνέχιζε να τραγουδά και να χορεύει εκστασιασμένα σαν μύστης μέσα σε όνειρο.
Δεν τον έβλεπε.
.....
Έβαλε φωτιά στα φτερά του.
Τίποτε.
Σαν τα δηλητηριασμένα, εκείνα πουλιά, που πέθαιναν στις ακτές, από την μόλυνση, έγινε.
......
Τίποτε.
Εκείνη δεν έβλεπε τίποτε.
Αλλά αυτός είχε για πρώτη φορά δει τι ήταν ο έρωτας κι είχε προσπαθήσει χρόνια να είναι ο κανένας.
.....
Αποφάσισε όπως μπορεί να βρίσκεται κοντά της,
να την βλέπει,
να την ακούει,
να την μυρίζει,
όλα αυτά, μα δίχως την δυνατότητα να την αγγίξει.
.....
Κι έφτασε η μέρα που πιά δεν άντεχε χωρίς να μπορεί να έχει αυτό το άγγιγμα.
.....
Και σαν κανένας ήρθε πάνω από τον ύπνο της.
....
Αφού την θαύμασε για τελευταία φορά,
πήρε μέσα του την εικόνα της.
Με τα κατεστραμένα του φτερά έφτασε δίπλα της.
Άνοιξε το τεράστιο ράμφος του,
την κατάπιε σαν το πιό πεινασμένο ζώο στην γη.
όλη του η πείνα ήταν γι αυτήν.
.....
Όμως ενώ ξανά ήταν μόνος του
έπαψε να είναι ο κανένας,
είχε πάρει για πάντα μέσα του την εικόνα της.
Και ήταν αδύνατον να αλλάξει αυτό το πάντα..
 

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Αυτό που δεν είχα ποτέ μου

Πεθύμησα βαθιά αυτό που δεν είχα ποτέ μου
το πήρα μαζί μου στην σκοτεινή λεωφόρο, μέσα σε μια κόκκινη βελούδινη τσάντα το φύλαξα,
το πήγα στο λιμάνι και του έδειξα τα πλοία που έφευγαν,
πάντα έχω μια θλίψη γιατί φεύγουν χωρίς εμένα,
κι αυτό που δεν είχα ,συμφώνησε, κι έγειρε λυπημένα το κεφάλι,
ύστερα ταίσαμε τους γλάρους και τους δώσαμε ονόματα.
Καθίσαμε σε ένα σάπιο παγκάκι κι ήπιαμε την πρωινή δροσιά,
ήταν παγερή και διάφανη,
τρύπωσε στην καρδιά μας κι έμεινε όσο της το επιτρέψαμε.
Ύστερα βουλιάξαμε σε μια σιωπή υπέροχη,
τόσο ευγενική που μούλιασε τα μάτια μας.
Πάλευε το Φθινόπωρο να βρεί έναν συγχρονισμό μαζί μας,
στην μεγάλη αγορά πάσχιζε να δώσει χρώματα από πεσμένα φύλλα.
Πέρασε από μπροστά μας ένας αδικημένος οργανοπαίχτης,
φυσούσε την καρδιά του στα χέρια,
κούρδιζε διψασμένα την λατέρνα,
οι νότες της έμπαιναν μέσα μου, θρόιζαν μυστικό φως,
κι εγώ πόναγα γι αυτό,
να, που μπορούσα ακόμη να πονάω,
μαζί με αυτό που δεν είχα και με τον ήχο της λατέρνας.
Μαζί με τα σπάργανα μιας ζωής στα απόνερα του παλιού λιμανιού.
Τα αλήτικα σπουργίτια.
Τα χαμένα αντριλίκια,
τα γυναικεία σαράκια,
την νιότη που σημαδεύει τα ύστερα του ΄κόσμου.
Μετά ήρθε το απόγευμα,
πήγα μαζί του στα προσφυγικά της Αλεξάνδρας,
του έδειξα κάτω από το απαλό φως τις σφαίρες στους τοίχους,
έτρεχαν οι σφαίρες ξύνοντας τα αυτιά μας,
ακούγαμε την αγωνία των πολέμων,
ούρλιαζαν τα κτήρια, μάγκωναν με τα σημάδια τους τα μάτια μας,
παρέλαση λυπημένη των ανθρώπων,
κι ύστερα ξαφνικά,
ξαφνικά άρχισα να απολαμβάνω την ανάσα μου,
κατάλαβα πως μπήκα στην πορεία μιας ανάρρωσης από παλιά αρρώστια.
Βρέθηκα μαζί του στο ουζερί του μπάρμπα Ηλία,
στάξε ούζο στα ποτήρια μας, είπα γελώντας,
κι ο μπάρμπας ντροπαλά κατέβασε το κεφάλι,
ψέλλισε,
μα είστε μόνη, γιατί δυό ποτήρια; Θα ρθεί παρέα;
έχω παρέα,
είπα αδίστακτα,
έχω μαζί μου αυτό που δεν είχα ποτέ μου,
όπως η Αντιγόνη,
η Ισμήνη,
η Ελένη,
η κυβέλη,
η Έλλη.
Σαν να καταλαβαίνω, είπε αυτός κι έφερε μεζέδες για δύο,
πρόλαβε να μου σφίξει τα χέρια, πρόλαβα να του πω,
είναι που δεν πρόλαβα να ηττηθώ ούτε να αναμετρηθώ,
στις διαστάσεις του χρόνου,
της αφής το άγγισμα.
Και καθώς από τα δέντρα ξεπρόβαλλε γιγαντιαίο το φεγγάρι,
μου πιανε τα μάτια θεέ μου και τα στράγγιζε.
Κι άρχιζε η λυπημένη σονάτα στο σεληνόφως,
πόση θλίψη θεέ μου κι έπεσα στα γόνατα,
ενώ γύρω μου οι άλλοι τσούγκριζαν αγέρωχα ποτήρια,
στην υγειά σου έλεγαν,
και το ούζο άνοιγε δρόμο στην μύτη μου,
έμπαινε αχόρταγο στο συκώτι μου, στον πνεύμονα μου.
Μετά σηκώθηκα,
αγόρασα μια γαρδένια από ένα γυφτάκι, το χάρισα σε αυτό που δεν είχα ποτέ μου.
Ακούμπησα το κεφάλι μου στο αψιδωτό παραθύρι,
θέλω να σου πω για την ζωή μου πριν πεθάνω, του είπα,
ίσως έτσι με καταλάβεις,
με νιώσεις κάτω από την πέτσα σου,
με σύρεις στα κόκαλα σου,
άξιζε χίλιες φορές να πλανηθώ,
έτσι μπόρεσα να σε αγαπήσω,
να σου μιλάω τώρα κι εσύ μέσα σε σιωπές να ακούς,
να ακούς,
να  λαμβάνεις ήχους,
κι ύστερα αυτή η σιωπή,
μυσταγωγία, παλεύω μέρες και νύχτες με τους εαυτούς μου,
να μπορέσω να σε σκοτώσω,
μα τι παράξενο!
Κάθε ένας από αυτούς βρίσκει έναν λόγο να σε αγαπήσει.
Κι έμεινε αυτό εκεί ως το ξημέρωμα μαζί μου,
ύστερα πήρα τον δρόμο του γυρισμού,
μαζί μου ακολούθησε μια αγέλη άγριων σκύλων,
και κοίτα τι θαύμα!
μύρισαν την λύπη μου και δεν με πείραξαν,
ο αρχηγός από αυτά γυρνούσε και σκυλομίλαγε στα άλλα,
με συνόδευσαν ως την Πλατεία Αμερικής, έφτασα σπίτι,
έπεσα να κοιμηθώ ευγνωμονώντας, κι ας είχα ακόμη λύπη.
Έγινα δέντρο,
άνοιξα τα κλαδιά μου κι ακόμη θυμόμουν,
πόσο αγαπώ αυτό που δεν είχα ποτέ μου,
η ειμαρμένη κοιμήθηκε κι όλα γύρω σκοτείνιασαν...

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ο αρχαίος πολιτισμός των ανθρώπων σε δέκα βήματα

θέλω να σου μιλήσω για τον αρχαίο πολιτισμό, τον πολιτισμό που έζησα με τον παππού μου τα καλοκαίρια στο νησί.
Ο άνθρωπος αυτός μου έμαθε την γοητεία να ακούω ιστορίες και την αγάπη να διαβάζω.
Θα στα πω σαν χορευτικά βήματα.
Βήμα πρώτο.
Όταν ένα παιδί κάνει λάθος μιλάς με ιστορίες-παραβολές. Αυτοσχεδίαζε ο άνθρωπος και φανταζόταν ήρωες και σκηνές, τα μετέφερε με τόση ζωντάνια που τα ζούσες και έδινες μόνος σου το δίκιο και το άδικο.
Απλά και χωρίς ηθικοπλαστικές λοβιτούρες. Οδηγούσε εμάς τα εγγόνια στην λύση, την κατανόηση του λάθους μας απλά και αυθόρμητα. Με μια σοφία που την εμπιστευόσουν όχι γιατί ήταν γηραιότερος αλλά γιατί αυτή η σοφία ενέπνεε ευγένεια.
ήταν από τους λίγους που είχε τελειώσει το σχολείο αλλά αυτό το μάθαμε πολύ αργότερα, δεν ήταν αυτό που τον βοηθούσε στο κύρος και τον σεβασμό.
Βήμα δεύτερο.
Ο παππούς ήταν μαραγκός. Αγαπούσε την δουλειά του όσο δεν έπαιρνε. Ζητούσε τα χρήματα που άξιζε η δουλειά και η ποιότητα του ξύλου που χρησιμοποιούσε, όχι κάτι πέρα από αυτό.
έσκυβε πάνω από τα σαμάρια ώρες ατέλειωτες, στο τέλος τα σκάλιζε υπομονετικά, σκάλιζε άλλοτε λουλούδια κι άλλοτε πέταλα να φέρνουν γούρι στον ζευγολάτη και στο ζώο..
Τα σαμάρια του ακόμη βρίσκονται <<ζωντανά>>, στα κυκλαδονήσια..
Βήμα τρίτο.
Αγαπούσε τον οίνο. Πάντα έφτιαχνε κρασί μόνος του και γέμιζε τα βαρέλια.
Το κρασί δεν το πίνεις μόνος σου, έλεγε, χρειάζεται παρέα.
Πολλά τα βράδυα που το Καλλιό τον φώναζε από την ταβέρνα. Μα αυτός ήθελε ακόμη να πει ή να ακούσει μια ιστορία.
Φίλευε κόσμο και κοσμάκη με ρετσίνα, κόκκινα μάγουλα κι αγάπη που πάντα περίσευε.
Βήμα τέταρτο.
Υπήρχε πάντα μια απορία μέσα μου. Πως μπορούσε να συνενοείται με τους ξένους, ποιόν κώδικα επικοινωνίας είχε αναπτύξει. Αργότερα κατάλαβα. Δια της συμπάθειας και της περηφάνιας.
Συνήθιζαν να κάθονται με τις ώρες οι τουρίστες στο μαραγκούδικο,μιλώντας ώρες ατέλειωτες με τον παππού και τον πατέρα μου.
άκουγες γέλια και έβλεπες αγκαλιές ανθισμένες...
Ναι, τον αγαπούσαν κι οι γερμανοί, τους εξηγούσε για την κατοχή κάνοντας κινήσεις και δείχνοντας φωτογραφίες, θυμάμαι ακόμη έναν ψηλό μεγάλης ηλικίας άντρα να σκύβει το κεφάλι του.
Το βράδυ ήπιαν ρακές στην Λόζα..
Βήμα πέμπτο.
Η αξιοπρέπεια ήταν η πρώτη φωνή μέσα του.
Ο τρόπος ζωής ήταν τέτοιος που καμμία πράξη του δεν εκδήλωσε ποτέ ζήλια, κλοπή, συκοφαντία.
Δεν κορόιδευε τον τρελό του χωριού, του μίλαγε γλυκά σαν περνούσε έξω από το κατώφλι.
Επίσης δεν ήσουν αξιοπρεπής αν εσύ έτρωγες και δεν έδινες στον άλλο να φάει.
Η τροφή είναι για όλους, έλεγε...
Βήμα έκτο.
Η εργασία είναι ένα πολύτιμο αγαθό, έλεγε.
Αυτό σήμαινε πως ενώ είχε να παραδώσει σαμάρια στα νησιά και να πληρωθεί <<καλά λεφτά>>, καθυστερούσε για να αποκαταστήσει την ζημιά σε κάποιον που χάλασε το αλέτρι του.
Αν ο γεωργός δεν είχε εργαλεία η γη δεν θα του έδινε λεφτά, έλεγε.
Αν ο γεωργός δεν είχε λεφτά του έλεγε, δεν πειράζει, θα μου δώσεις φάβα όταν θα βγάλεις..
Βήμα έβδομο.
Τα νησιώτικα σπίτια έχουν φτιαχτεί στην πλάτη των γαιδουριών, μας έλεγε.
Τα γαιδούρια έπρεπε να φάνε και να πιούνε όπως κι ο άνθρωπος...
Καμμία καθυστέρηση, είτε βροχή είτε αέρας...
Ο Κίτσος ήταν φίλος της οικογένειας, ήταν μέλος...
Βήμα όγδοο.
Αν τράβαγα το σκοινί με την γιαγιά σου, συνήθιζε να μου λέει, δεν θα μασταν μαζί.
Όταν ο ένας το τραβά παιδί μου, ο άλλος χρειάζεται να το αφήνει λάσκα...
Βήμα ένατο.
Διάβαζε τα πάντα, συνεχώς διάβαζε. Η γιαγιά μας φώναζε, θα τυφλωθείτε μωρέ από το τόσο διάβασμα.
Στα 16 περίπου άφησα στο τραπέζι τον Μπουκόφσκι ε΄να μεσημέρι καυτό που ο τζίτζικας παραληρούσε...
Δήθεν το ξέχασα..
Τον είχε τελειώσει το επόμενο μεσημέρι...
Γιαγιά ( δεν μου λες βρε θηλυκό εσύ, ίντα βιβλίο άφησες και δεν ηκοιμήθη βρε ο άνθρωπος όλη νύχτα μόνο τον πήρε ο ύπνος με τα γυαλιά του και το βιβλίο στα χέρια ε);
Την άλλη μέρα ο παππούς γελώντας με ρώτησε πόσες ώρες κάνει το αεροπλάνο ως την Αμερική,
πόσο ατέλειωτη χαβούζα είναι αυτή η κοινωνία, πως ο αγροτικός γιατρός μια χαρά ήταν τελικά ακόμη κι αν τον έβλεπαν σπάνια αφού και στην Αμερική οι άνθρωποι πέθαιναν, πως να, καλός άνθρωπος μωρέ αυτός αλλά πίνει πολύ και θα του χαλάσει το συκώτι κι είναι κρίμα, και τι καλά να σαι λεύτερος αλλά με τόσες γυναίκες βρε κόρη μου θα χάσει το μυαλό του..
Από τότε όποιος μιλούσε για την Αμερική στην ταβέρνα και την εκθείαζε έβαζε δαιμονικά γέλια κι έλεγε αμέτε βρε στην ευχή του θεού μα δεν ηξέρετε ίντα γίνεται κι εκεί...
Βήμα δέκατο.
Αν άξιζες τον κόπο τελικά κανείς δεν θα σε ξεχάσει.
Θα περνούν έξω από την πόρτα σου αυτοί που σε έζησαν και θα σκύβουν το κεφάλι.
Αφήνοντας ένα δάκρυ.
ή την τιμή που πρέπει σε έναν ήρεμο πολεμιστή.
Αυτό συμβαίνει ακόμη δεκαετίες μετά.
Το παλιό μαραγκούδικο είναι τώρα το σπίτι μου.
Αυτός ο πολιτισμός δεν θα ξεχαστεί ποτέ
Από εμένα.
Από όσους έζησαν τον πολιτισμό σε δέκα βήματα.
Όταν ακούω να λένε κάποιοι πως είμαστε ζώα και άθλιοι και κλέφτες λυπάμαι.
Λυπάμαι τον κόπο εκείνων των ανθρώπων.
Τον πολιτισμό των νησιών..
Δεν θα γονατίσω ποτέ..
ΟΤΙ και να συμβεί..

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Σκέψεις πρωινής

Aδύνατον να είσαι χρήσιμος στην ανθρωπότητα αν δεν ήσουν ποτέ χρήσιμος για τον εαυτό σου.
Μοιάζει λίγο σαν ένα ταξίδι σε τεχνητούς παράδεισους.
Νιώθω.
Σκέφτομαι.
Πέρα από ότι με βολεύει, βολικό μοιάζει να στέκομαι μονάχα σε όσα ξέρω.
Κάποιος που δεν μπορεί να δει πέρα από το ασφυκτικό εγώ του, λέει πως αυτό πάιρνει χρόνο από την ζωή σου.
Τι είναι η ζωή αν την ύστατη στιγμή σταθείς μπροστά στον καθρέφτη με μάτια άδεια;
Ο πόνος, όταν δεν σε πονάει πια, είναι χρήσιμος.
Τότε αρχίζει η γνώση στο αρχαίο του κάστρο.
Περνάμε δύσκολα.
Πιό πολύ ακόμη γιατί ο καθένας λέει και κάνει ότι του ρθει στο κεφάλι.
Γεμίσαμε νευρώσεις, μιλάνε γύρω μας άνθρωποι γεμάτοι εγωισμό, είναι γιατί έχασαν και δεν ήξεραν να χάνουν.
Τους αποδεικνύεις το αυταπόδεικτο.
Δεν μπορείς να κλαίς συνεχώς γι αυτά που έχασες, χρειάζεται να πας παρακάτω.
Οχι επαναλαμβάνοντας την ελεύθερη πτώση αφού δεν είσαι έτοιμος.
Πιό χρήσιμο μου μοιάζει να ταίσω έναν άστεγο.
Να ανακατευτώ μαζί με αυτούς που μαζεύουν βιβλία για τα παιδιά, να μιλήσω στα παιδιά, να τους δώσω αγάπη, να μιλήσω μαζί τους για την ελπίδα.
Δεν με αφορά ένας κυπρίνος που έχασε την ζωή του όπως λέει ενώ πήγε στα σαράντα και το μόνο που έμαθε είναι να ναι κυπρίνος...
Νιώθω πως το ζητούμενο είναι να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε...
Να δεχτούμε έτσι αγόγγυστα αυτά που εξυπηρετούν τους λίγους.
Κάποτε δούλεψα για καιρό σε ένα εργοστάσιο.
Στα 16.
Έβαζα το ραδιοφωνάκι στον πάγκο μου, δούλευα στην παραγωγή.
Συσκεύαζα μπότες για τον στρατό.
Ζευγάρωνα από ένα βουνό νούμερα, δεξί- αριστερό νούμερο 40, 45, 44..
Κάποια στιγμή δεν σκεφτόμουν τίποτε.
Πήγαινα σπίτι με το λεωφορείο της επιστροφής κι έβλεπα ανθρώπους, νούμερα και δεξί αριστερό.
Την επόμενη μέρα, έγραψα ένα χαρτί και το κόλλησα στον πάγκο μου.
ΕΓΡΑΦΕ, ΣΚΕΨΟΥ.
Όποτε το έβλεπα δεν αφηνόμουν στον αυτοματισμό μιας παραγωγής, σκεφτόμουν κι άλλα.
Αυτά που με το ζόρι διάβαζα από ένα βιβλίο την χτεσινή νύχτα γιατί έκλειναν τα μάτια μου...
Αυτός ο αυτοματισμός είναι ίδιος με το να ακούς συνεχώς ειδήσεις.
Αναπαραγάγεις μέσα σου σκατά.
Τα ίδια και τα ίδια.
Τα μιλάς με φίλους.
Τσακώνεστε.
Ύστερα φιλιώνετε ήσυχοι πιά, σαν να βγκήκατε στον δρόμο και φωνάξατε...
Σαν τον αυνάνα που τραβά μαλακία περιμένοντας να νιώσει έρωτα..
Χρειάζεται να σκεφτόμαστε.
Να φανούμε χρήσιμοι ο ένας στον άλλο.
Δεν πάει άλλο να ανακατεύουμε νευρώσεις.
Αν κάποιος χρειάζεται να πάει σε γιατρό να κοιτάξει για ψυχικά νοσήματα , πες του το.
Αφού τον άκουσες για λίγο.
Δώσε του χρόνο.
Δώσε σε σένα.
Αν πιστεύεις πως τον πήρε και δεν γίνεται τίποτε προχώρα.
Είναι η εποχή, που βασιλεύει ο νάρκισσος που πονά.
Σου λέει, πονάω, πονάω, κοίτα με.
Ρουφάει την ενέργεια σου, νιώθεις άδειος, νεκρός.
Δεν είναι αυτό χρήσιμο για κανέναν.
Δεν σου λέω, πέτα τους αδύναμους, πέτα τις αδυναμίες τους όμως, μην τις φοράς.
Αυτό θέλουν, να είμαστε ένας πόνος, μια πληγή και τίποτε άλλο.
Ένας πόνος που πολλαπλασιάζεται σαν σταφυλόκοκκος...
Και σαν πόνος μονάχα  καμμιά αντίδραση δεν θα υπάρξει.
Αγάπα τις νευρώσεις σου και περπάτα πιό πέρα.
Αγάπα τις ήττες σου και περπάτα...
Θέλω να είμαι χρήσιμη στην ανθρωπότητα.
Την μικρή, αυτή που ξέρω.
ΌΧΙ σαν υπάλληλος δημοσίου, να ακούω και να βλέπω χωρίς να καταλαβαίνω τι γίνεται.
Δεν θέλω άλλες πληροφορίες.
Θέλω να αντιδράσω.
όμως μόνη μου θα μουν γραφική με μια ντουντούκα στο χέρι.
Στο κάτω κάτω ολάκερος Διογένης δεν κατάφερε να ξυπνήσει τον άνθρωπο..
Αντιδρώ με το να συμμετέχω σε πράγματα.
Ακόμη κι ένας καθαρός δρόμος μοιάζει να ξυπνά ελπίδες.
Μια καθαρή γειτονιά.
Αδικίες που περνούν από μπροστά μου κι εγώ κάνω πως δεν βλέπω.
Το να χεις μια βιβλιοθήκη γεμάτη και να θυμάσαι όσα διάβασες, να κάνεις μελέτες, μεταφράσεις,
κι έξω στον δρόμο σου να βουλιάζεις στα σκουπίδια δεν με βεβαιώνει πως είσαι πολιτισμένος.
Το να την λες στους μαύρους μέσω των φίλων σου σε κάποιες συζητήσεις δεν με πείθει πως δεν είσαι ρατσιστής.
Ξέρω, αν μπορούσες θα τους έβριζες...
Μακριά από ηλίθιους και φανατισμένους..
Από ανθρωποειδή που στέκονται στα δυό πόδια.
Προσπαθώ να ενεργώ μέσω της αγάπης.
Είμαι χρήσιμη σε μένα.
Προσπαθώ να είμαι και στους άλλους.
Καμμιά φορά μου θυμίζω έναν κούκο στο νησί.
Ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη.
Αν όμως γίνουν πολλοί, τότε γίνονται θαύματα.
Ακόμη κι οι εποχές θα γίνουν ίσως αυτές που ήταν κάποτε...
Θέλω να ζήσω
Κι εσύ.
Ας μην ζούμε μόνοι μας...

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Το γέλιο του Κρόνου

Ο Κρόνος γι αυτούς που ξέρουν είναι πλανήτης ιδιαίτερος.
Όταν επισκέπτεται τον γενέθλιο χάρτη, παραδίδει μαθήματα από πόρτα σε πόρτα.
Κάποτε έτρωγε τα παιδιά του,
έτσι τον φαντάστηκαν οι παλαιότεροι.
Σε ήρεμο απομεσήμερο κι ενώ ο Κρόνος άρχιζε την διέλευση στον δικό μου οίκο,
αποφάσισα να φάω σε μια ταίστρα μαζί με τα πουλιά.
Από μια ποτίστρα μαζί με άλογα να πίνω νερό.
Ενώ άρχιζε ο πόλεμος με ιαχές άγριες,
ενώ ο ουρανός γινόταν κόκκινος,
ενώ η γη ανατάραζε τα πέπλα της.
Κυνήγησα τις χελώνες και τα καβούρια να φορέσω το προστατευτικό καύκαλο.
Τα φίδια εξόντωσα να μην κινδυνέψω από το δηλητηριώδες δάγκωμα.
Στην ράχη ενός ελέφαντα ανέβηκα και φώναζα μέσα στην ζούγκλα,
να φοβηθούν τα μικρότερα ζώα.
Εξαργύρωσα δέκα νομίσματα κι αγόρασα θάρρος βάζοντας ενέχυρο τους φόβους μου,
χρειάζονται κι αυτοί κάποιες στιγμές...
Τέλος απόκαμα κι έμεινα σε μια σπηλιά.
Έτρωγα ακρίδες και χώμα μήπως και αλλοιωθεί η σάρκα μου και γίνω αέρας.
Κι όταν κι αυτό έγινε,
σε μια γωνιά σκοτεινή της σπηλιάς φάνηκε ένα πλάσμα γεμάτο φώσφορο.
Στραφτάλιζε και χόρευε υπνωτικά.
Στα δέκα του χέρια κρατούσε ένα σχοινί με κουδούνια μικρά.
Χόρεψε παιδί μου, φώναζε,
χόρεψε,
χόρευε αφρικάνικα,
κάνε θυσίες στους ανύπαρκτους θεούς,
γύρνα όπως οι ινδιάνοι γύρω από την φωτιά,
κυνήγα τις χίμαιρες,
ρούφα το μεδούλι από αυτά που βλέπεις.
Κι ενώ τα μάτια μου ξετυλίγονταν σαν φίλμ κινηματογράφου,
και πότε περνούσαν χρόνια,
πότε αιώνες,
είδα και κατάλαβα.
Ο κίνδυνος υπάρχει πάντα και απομυθοποιεί,
το κακό μου πορτρέτο,
τα κίβδηλα χαρακτηριστικά του εαυτού μου,
την αιματένια όχθη μου που ποτίζω τα θηρία.
Τους στρατηγούς της λογικής που κάνουν αρχηγό το παράλογο εγώ μου,
αυτούς που ταξιδεύουνε ινκόγκνιτο και δίνουν εντολές.
Ω! Πόσα ακόμη χρειάζεται να κάνω, για να γίνω άνθρωπος;
Και από πόσα να φυλαχτώ για να παραμείνω έτσι;
Κι ενώ οι αλήθειες σέρνονταν σαν ερπετά στα πόδια μου,
τότε έπεσα στα γόνατα,
τα μάτωνα καθώς διέσχιζα αγκάθια και πέτρες,
κι εκεί ακούστηκε το Κρόνιο γέλιο,
σύστηκε έξω από την σπηλιά μου και ξεγυμνώθηκα από το παλιό δέρμα μου.
Από τότε,
άλλοτε κοιτώ τον ήλιο όρθια και πότε στα τέσσερα,
είναι ατέλειωτο και βαρύ το έργο μου,
να βρώ την ισορροπία αυτή,
την λεπτή γραμμή  ανάμεσα ,στο θηρίο και στον άνθρωπο.
Και τα δυό να υπάρχουν χωρίς να καταπιέζει το ένα το άλλο.
Στο μεταξύ μακελάρηδες θριαμβευτές περνούν αγόγγυστα έξω από την σπηλιά μου.
Κι εγώ ένας αιμάτινος θρόμβος είμαι του πατέρα και της μητέρας μου.
Προς το παρόν τίποτε άλλο...
 

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Με κούρασε ο βερμπαλισμός στις σχέσεις των ανθρώπων,
σαν έρθει η δύσκολη στιγμή με μανία σκίζουν τα απομεινάρια,
κρατούν σαν σαρκοφάγα ότι απέμεινε και το απλώνουν
από πόρτα σε πόρτα λέγοντας,
να, αυτό ήταν,
να, αυτό ήταν.
Κανείς που στην πραγματικότητα θαύμασε δεν μπορεί να φερθεί σαν σαρκοφάγος.
Κι ίσως αυτό που θα ταν πιό ωραίο να ήταν,
στάχτες σε πορσελάνινο κουτί να πεταχτούν στην θάλασσα,
σ...
αν να ταν ένας τενόρος που έχασε την φωνή, ή ταυρομάχος που
μετάνιωσε.
Με απλά λόγια,
αξίζει τον άνθρωπο να δείς στο τέλος ενός κοινού περίπατου,
εκεί θα δείς αν στα αλήθεια τον θαύμασες και τον αγάπησες.
Πάρτε τώρα, από μπροστά μου τούτη την κουρτίνα,
με ΄κούρασαν φρικτά οι μεγαλοστομίες και οι ορμόνες οι σαπισμένες.
Στο πρώτο καφενείο που θα βρώ, θα παίξω ζάρια με τον εαυτό μου,

απαλλαγμένη από καιρό απ το ανόητο εγώ μου...
Να παίζεις, κι όχι μόνο να μιλάς...
Γυναίκες από χαρτί, δίπλα σε άχρηστους άντρες,
ξιφασκούν νευρώσεις, προσπαθώντας να διεγείρουν έναν κόσμο που βρίσκεται σε απάθεια, και πλήρη σε ερήμωση.
Ατρόμητες, μα ανίκανες να γίνουν γόησσες στο μεσονύκτι.
Ρημαγμένοι οι δρόμοι από σκουπίδια,
τρέμουν στην πραγματικότητα μήπως τους καθαρίσεις,
μήπως φανεί μια φλούδα τυφλοπόντικα πάνω τους και φύγεις.
Αντλώ γοητεία από ότι κρύβεται,
αυτό που δεν ...
φαίνεται γυμνό στο μάτι,
αυτό που συμπυκνωμένο τρέχει κάτω από το φαρδύ στέρνο σου.
Αυτό που η λαγνεία μιας γυναίκας κρύβει με λεπτότητα
κάτω από διπλωμένες γάμπες,
έναν απαλό στεναγμό καθώς καταπίνει τον καπνό.
Κι ένας άντρας που διασχίζει την άσφαλτο
με το κεφάλι ψηλά σαν να θέλει να αγγίξει ουρανό.
Κάποιες φορές φοράω το δέρμα και των δυό φύλων,
να καταλάβω έτσι προσπαθώ τις διαφορές.
Δεν είναι μονάχα η υπόφυση,
ούτε η επιτυχία η πολυσυζητημένη της συναισθηματικής νοημοσύνης.
Είναι που αφήνουμε κάτω από το χαλί αυτό που είμαστε.
Ή αυτό που θα μπορούσαμε.
Και τίποτε να υπόσχεται αγάπη.
Ελευθεριότητες για το τίποτε.
Η πραγματική ελευθερία ξεκινά από αυτό που φοβήθηκες σαν ήσουνα παιδί.
Σκότωσε το.
Με άλλα λόγια, σκοτώσου.
Αυτή η γη κουράστηκε να κουβαλά στην πλάτη της πτώματα
που νομίζουν πως έχουν ζωή.
Αρπάζω την λύπη σου.
Μα αγαπώ την χαρά σου.
Ένας θηλυκός Λούκη Λουκ αισθάνομαι στην πόλη
κι ας είμαι χωρίς άλογο.
Κρατώ ένα τσιγάρο στην άκρη στο στόμα μου στραβά.
Κραδαίνω κι ένα σχοινί,
αδύνατον να τιθασεύσω τις χίμαιρες μου.
Σε τούτον τον κόσμο, δεν ταιριάζω..
Kaφενεία στην άκρη των δρόμων στάζουν ερημιά,
πρόσωπα αφύσικα χλομά τραβούν τσιγάρο.
Υπηρεσίες του δημόσιου τραβούν κουπιά με τα χέρια υπαλλήλων φοβισμένων, ακούνε σχεδόν υπομονετικά τα παράπονα του πολίτη
του ενταφιασμένου κράτους.
ΔΕΗ κλπ.
Ένα φαγώσιμο στα όρθια;
Περπατάς ζαλισμένα, σε δρόμους που οι κινέζοι, δουλεύουν σαν μυρμήγκια ξεφορτώνοντας φορτηγά.
Μυρωδιές από μπαχαρικά μαγειρ...
εύονται σμίγοντας με τα εγχώρια.
Το ελληνικό τσάι εξαφανίζεται...
Αριστοτέλους, σαν γυναίκα γυμνή στέκει και παραμιλά.
Κάπου μυρίζει ουρητήρια, εκεί ακριβώς σεργιανούν πένθιμα αδιάφορες πόρνες.
Σαλιαρίζει ένας πονηρός γέρος και ζητά έκπτωση.
5 εβρό η πίπα.
Θέλεις ή δεν θέλεις καλέ;
Μπάτσοι νεαροί περνούν αλυσίδες σε έναν ξυρισμένο νέο άντρα.
Μπράβο παιδιά, φωνάζει μια κυράτσα με σακούλες εμπορικού κέντρου.
Αιωνόβιοι εραστές της πόλης τα περιστέρια.
Γειά σου, μου λέει ένας μαύρος γίγαντας.
Στο Παρίσι οι μαύροι έχουν ενσωματωθεί στο κράτος. λέει άγρια ένας απόφοιτος της Αρχιτεκτονικής.
Για σκέψου, σκέφτομαι.
Μαζί με άλλους θα μιλά εναντίον των ρατσιστών...
Περνώ κρατώντας την καρδιά μου.
Κλουβιά με πουλιά πολύχρωμα, ζώα ασφυκτικά περιορισμένα, κλαίνε το ζωικό στοιχείο τους.
Μαλάκα, μαλάκα φωνάζει ένας μεγάλος πράσινο-γαλάζιο παπαγάλος.
Οι κινέζοι μυρμηγκοφωλιές.
Πρεζόνια σε αποσύνθεση εξαργυρώνουν λήθη.
Το κράτος εξαφανίζεται.
Κάτω από την αναμονή της επίσημης επίσκεψης..
Στις κρεμασμένες εφημερίδες τα έντερα μας..
Αρκετά παρακάτω αρχαία ευρήματα σε κλουβιά φυλακισμένα.
Σε φυλακές, όχι επιφυλακή.
Τα κοιτούν τουρίστες με χαρμολύπη.
Φωτογραφίζουν.
Τι νιώθετε σαν τα κοιτάτε;
Δεν έχει τόση ζέστη σήμερα...
Κρατώ την οσμή της Αθηνάς.
Ψάχνω την οσμή των ανθρώπων.
Δοκιμάσατε το νέο άρωμα του...;
Γυρνώ πίσω σαν κύκλωπας.
Το μόνο μάτι που μου έμεινε το φορώ σε ένα μονόφθαλμο γατόνι.
Αυτό πολέμησε.
Πάλεψε.
Εγώ κάνω μόνο ανακύκλωση.
ΓΥΑΛΊ, ΧΑΡΤΊ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟ κλπ.
Δεν προλαβαίνω να τα πετάξω στους κάδους.
Τα μαζεύουν μαυρούληδες σε καρότσια του σούπερ-μάρκετ...
Αγαπώ την πόλη μου.
Αλλά μάλλον αυτή με ξέχασε από καιρό...
Δεν βαριέσαι, έχει ο θεός.
ΟΙ θεοί πάντα έχουν.
ίσως βέβαια να μαστουρώνουν για λίγο με χόρτο.
έχει κι από αυτό μπόλικο..
Τέλος κοιτώ τον ουρανό.
ΔΕν θα βρέξει;

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Λίγο βούτυρο στο ψωμί σας παρακαλώ;

Είναι φορές που νομίζεις πως πέθανες. Η ημέρα που ανοίγει τα μάτια της δεν ζεσταίνει τα δικά σου.
Μέρες από σίδερο. Επάνω στο στήθος σου.
Στα πόδια σου.
Στα βήματα σου.Στον καθρέφτη.
Μιλάς μόνος.
Αποσύρεσαι, καιρό τώρα.
Οι άλλοι δεν το βλέπουν γιατί μιλάς.
Οι άνθρωποι ξεγελιούνται σαν τους μιλάς, τους αρκεί αυτό για να πιστέψουν πως είσαι μαζί τους.
Είναι φορές που ξέρεις καλά πως έχασες.
Χρόνο.
Χάθηκες σε ψευδαισθήσεις, στους απόηχους...
Σαν να έπαιξες ρώσικη ρουλέτα, σαν να έκανες ένα ταπεινό συμβόλαιο με τον Μεφίστο και σε ξεγέλασε.
Κι εσύ κι αυτός.
Και τι σημαίνει χάνω;
Τι κερδίζω;
Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι πως τα πάντα είναι ενέργεια.
Όταν κάτι σου αρέσει και αγαπάς έχεις πολύ ενέργεια.
Θα σου πω μια αλήθεια.
Κουράστηκα την αλήθεια, κουράστηκα να την συζητάω, να την βλέπω.
Καιρό τώρα παρακαλώ τους έκπτωτους αγγέλους να με λυτρώσουν από δαύτην.
Γιατί είναι μέρες που νιώθεις σαν να πέθανες.
Αφήνεις τους άλλους να παίζουν στην σκηνή μαζί σου.
Τους αφήνεις να πιστεύουν πως είσαι κι εσύ ένα κομμάτι του έργου.
Ένας άγριος ή ένας τρυφερός ρόλος.
Μια μαριονέτα.
Ένας απόηχος.
Συγχώρα με. Έχω λύπη.
Μάλλον κάτι πιό βαθύ.
Σκέφτομαι να αλλάξω δέρμα.
Μα στέκεται αδύνατον.
Επίσης αδύνατον μου φαίνεται να φωνάξω δυνατά μέσα στον δρόμο, ή σε μια αίθουσα.
Να πω, όλα είναι μαλακίες, παπαριές για να ξεγελάμε λίγο τον χρόνο.
Εμάς και τους άλλους...
Οι αλήθειες είναι σαν τις γριές με τα μαύρα μαντήλια στο κεφάλι που τραβάνε ανηφόρες, σαν εκείνες του Μπαλάφα θυμάσαι, τραβάνε πάνω στο βουνό φορτωμένες και πάνε.
Που πάνε μωρέ οι αλήθειες;
Γιατί έρχονται καταπάνω μου;
Θέλω από το άλλο.
Λίγο παραμύθι, λίγο αψέντι.
Θα ανακάμψω, έτσι΄ήμουν πάντα.
Γίνομαι στάχτη και ξαναγεννιέμαι.
Κάποτε αυτό με εντυπωσίαζε, τώρα πιά όχι.
Είναι που το ξέρω.
Αυτό το ρήμα ξέρω τελικά είναι που με έχει κουράσει.
Μιλάνε,
μιλάνε,
μιλάνε για προσωπικές ιστορίες, για σχεδόν τα πιό πολλά που μιλάνε ξέρω.
Την συνέχεια.
Το τέλος.
Κι αφού τόσο με κούρασε αυτό το ξέρω, τότε γιατί στον διάβολο έπεφτα πάντα με τα μούτρα για να μάθω;
Νιώθω λίγο κουρασμένη.
Πολύ.
Θα ανακάμψω.
Ξέρω,
ξέρω...

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

ημερολόγιο

Το πρωί ξύπνησα με ένα γυναικείο πρόσωπο, στον ύπνο μου ήταν
κι ερχόταν από την θάλασσα,
άνοιγε το στόμα της κι έμπαινε στο δικό μου,
μου στελνε λέξεις που κροτάλιζαν τα δόντια τους σαν δράκοι.
Οι δικές μου στην άκρη στέκονταν σαν παιδιά που τα χαν μαλώσει.
Κι έπειτα έκσταση άρχισε να στίβει τα μαλλιά της στους ιστούς μου
και να λύνονται γόρδιοι δεσμοί.
......
Το μεσημέρι φίλεψα έναν άστεγο που ψαχνε τα σκουπίδια
και μια σειρά πεινασμένων γατιών που κουνούσαν τις ουρές.
Εκτός της χαράς αυτής που πήρα τίποτε.
......
Το απόγευμα θυμήθηκα κάποιους φίλους και τους πήρα στο τηλέφωνο,
υποσχεθήκαμε να κάνουμε ένα πάρτυ στην ταράτσα.
Μια μέρα.
Όταν θα είχαμε τα κέφια μας.
......
Το βράδυ κατέληξα στο κέντρο με συντροφιά ένα ζευγάρι.
Ποτάδικο γνήσιο και παλιό.
Κι όταν γέμισε κόσμο, το φιλικό ζευγάρι άρχισε τα δικά του.
Ζήλιες για να ανάψουν τον πόθο και το ενδιαφέρον.
Μου φάνηκε φυσικά απίστευτα βαρετό.
Εγώ ήξερα κάποτε ζευγάρια που άναβαν πόθους σε όλους με τον πόθο τους,
κανένας απ έξω,
μην σκεφτείς σωματικά συμπλέγματα,
κάποιοι από αυτούς έτσι βέβαια κατέληγαν,
όμως οι περισσότεροι έφτιαχναν πνευματικά συμπόσια.
Με νυσταγμένα μάτια στο τέλος της νύχτας, πίνοντας με διαλείμματα στις κουβέντες,
άλλοι έλεγαν, θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα,
άλλοι πάλι έλεγαν, μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο,
πάντα ο κόσμος.
Σήμερα τίποτε.
Δυστυχία να μην νιάζεσαι για τίποτε...
......
Σαν γύρισα σπίτι ξέβαψα τα μάτια μου,
μου αρέσει πάντα να τονίζω τις σχισμές τους,
έβαφα τα βαμβάκια μαύρο και σκεφτόμουν την γυναίκα στο όνειρο.
Την έκσταση που μου φύσηξε μετά τις λέξεις...
Πρώτα τα μάτια κοιτάζω στους άλλους και μετά τις λέξεις.
Αν κάτι από τα δυό δεν μου κουμπώνει, περνάω μπροστά τους αδιάφορα.
......
 Κοιμήθηκα και πριν με παρασύρει κάποιο όνειρο σκέφτηκα.
( Ακόμα νοιάζομαι για μένα. Για σένα).
Αλλά μου λείπουν εκείνες οι παρέες ακόμα...

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Στημένες πόζες στην αίθουσα από γυαλί.
Πηγαινοέρχονται, ταράζουν την ατμόσφαιρα, γεμάτη από καπνό.
-Τι κάνετε; Με θυμάστε;
Άνθρωποι αθώοι σαν πρόβατα, πονηροί σαν την αλεπού που κρύβει έρεβος στα νύχια της.
Η νύχτα πάλι.
Η νύχτα. Ζητάει.
Κρύβω κάτω από το τραπέζι το ένα μου πρόσωπο.
Σε σκέφτεται.
Η μουσική είναι μια αληθινή μορφή της τέχνης.
Κομπάρσοι γύρω μου παριστάνουν τους ηθοποιούς, πότε έγι...
ναν;
Όλοι έχουν δικαίωμα στην έκφραση και στον θάνατο.
Δαγκώνω προσεκτικά τα νύχια μου.
-Δεν είναι καλό να κόβετε τα νύχια σας, δεν σας ταιριάζει.
Σκέφτομαι, πότε πρόλαβες να με γνωρίσεις για να ξέρεις τι μου ταιριάζει;
Είμαι παντού αταίριαστη.
Συνθήκες εραστών σε υπόσχεση.
Δεν μου αρέσουν οι υποσχέσεις.
Κομπιάζουν καθώς παλεύουν να πείσουν για την αλήθεια τους.
Ροή. Βουή.
Το θέατρο είναι από γυαλί, τα βλέπω όλα διάφανα.
Κανείς δεν έχει σκάψει βαθιά όπως ο Σαρλ ή Κάρολος ή ότι..
Παραφράσεις, μεταφράσεις στο γόνατο.
Λήγω άδοξα.
Παίρνω τον εαυτό μου και φεύγω.
Βγαίνω έξω, ζεστή η βραδιά.
Σε σκέφτομαι.
Σε διώχνω.
Κι εσύ δεν ξέρεις τι να κάνεις.
Στο κοντινότερο μπαρ, κάποιος θα ψιθυρίσει, αλήθειες.
Μου αρέσει ο Τσαρλς, με βολεύει.
Δεν παλεύει να με πείσει,με πείθει απλά κι αβίαστα.
-Που πάτε κυρία μου; με προλαβαίνει ένας ιππόκαμπος.
-Στον διάολο, εκεί που ανήκω, του λέω με λύσσα.
Είμαστε πολλοί εδώ, δεν αντέχουμε.
Και ξανά η Μπίλλυ δοξάζουσα. Να, αυτό θέλω...
Η παταρού

Κατέβασα από το πατάρι εκείνα τα παλιά παπούτσια,
κάνουν λίγο 70nties
διαθέτουν βελούδινα μαύρα τακούνια κι είναι λεπτά.
ΔΕν πρόλαβαν να ακούσουν τότε που ζούσαν για τεκμήρια,
ο φίλος μου ο Κ. λέει είναι καλύτερα να είσαι μισθωτός αντί ελεύθερος επαγγελματίας.
Η εποχή σήμερα είναι μια δήλωση εφορίας,
δεν έχει να κάνει με κείνη της παταρούς που δεν είχε τεκμήρια.
Γυαλίζω όλα τα παλιά μου...
βινύλια,
τακτοποιώ και όλα τα βιβλία, τα βιβλία μετακομίζουν και στην τουαλέττα ανά τακτικά χρονικά διαστήματα...
Βαρέθηκα,
παντού ένας φόρος αποσπά την προσοχή και γίνεται λόγος.
Λες σε λίγο να φορολογείται και η ευτυχία;
Περιποιούμαι τα αντικείμενα εκείνης της εποχής,
τότε ήμουν μόνο χρώμα,
λες αν ξαναγίνω χρώμα να αποτελέσω λόγο για τεκμήριο;
Κοιτώ την παταρού σαν αφοσιωμένος σκύλος,
ελπίζω αυτή η αφοσίωση να είναι η μόνιμη μου άμυνα
σε τούτους τους σύγχρονους κυνηγούς κεφαλής.
Αυτοί που μετράνε τις όψεις της ζωής μέσα από νούμερα,
έχουν πρόβλημα με το κάτω κεφάλι,
γι αυτό όποιο κεφάλι βλέπουν να κινείται το νιώθουν εχθρό τους,
που είσαι Σαχτούρη,
που είσαι Καρούζε,
ήθελα να ανάψω την πόλη σαν νέος Νέρωνας,
αυτό που με κρατά είναι όσα περπάτησα με εκείνα τα τακούνια,
όλα γραμμένα στην λεπτή τους σόλα,
πως να βάλω φωτιά και να τα κάψω όλα;
Ευτυχώς που πέθανε και ο Κούρκουλος,
θα πλεύριζε την Μελίνα κι αυτή με μάτια μαινάδας όλα θα τα έκαιγε,
άστα φίλε,
είχε κάνει πολλές μαλακίες κι αυτή..
Συνοδοιπόροι και φιλεύσπλαχνοι σε μια άδεια χώρα,
από φίλους, (παίρνουν όλοι τον δρόμο μακριά από εδώ),
αναμασούμε τι θα κάνουμε χωρίς τους βαρβάρους,
τι θα κάνουμε πάντα ρωτάμε, λες και πάντα δεν τους είχαμε,
έξ Ανατολής και Δύσης,
πες μου παππού πως τα καταφέρναμε πάντα,
να τρώμε το μάτι του λιονταριού ο ένας από τον άλλο,
ένας εδώ, άλλος εκεί,
κι αυτό το ατέλειωτο διαίρει και βασίλευε ανάμεσα μ...
ας,
αυτός ο ηλίθιος μόχθος της ζήλειας,
και να λέμε συνέχεια την λέξη ανάμεσα,
όχι μέσα μας,
όχι μέσα μας,
μισώ τις φιλευσπλαχνίες των χριστιανών,
των αστών,των χορηγών,
της περιρρέουσας βλακείας,
της αποπνικτικής ατμόσφαιρας,
μην με ακούς πιά,
παρακολουθώ τους αναχωρητές της ερήμου,
άλλοι από ταράτσες,
άλλοι σε αεροπλάνα, τρένα, καράβια,
σου λέω να ακούσεις,
ο καθείς όπου φύγει έφυγε...
Γράφω ανορθόγραφα, καθώς πιστεύεις πως παίζω το παιχνίδι της γάτας,
καπνίζω τσιγάρα σωρό,
ισιώνω τα ρούχα στην κρεμάστρα και κοιτάζω,
λίγο ζάχαρη στο τομάρι που φοράς,
λίγο αφοσίωση στο έργο των δύο θεατών,
μα πέρα από αυτό μια ζωή εκτείνει τα μάτια της,
προτείνει να αφεθώ στο κύμα του μοιραίου,
στην ηχηρή πρόσκρουση με αυτά που πιστεύω,
έχουν γνώση για τον εαυτό τους οι φαροφύλακες
και ξέρουν,
...
αυτό που ισχύει σαν αλήθεια κι αυτό που της μοιάζει.
Τα ανορθόγραφα και ιδιωτικά μέρη ενός δράματος
μου τα ΄μαθε καλά κάποιος που ήξερε να παίζει χρησιμοποιώντας ανθρώπους,
αυτό που κράτησα από την ανήθικη φύση του ήταν πως
στην βάση του ήταν ένας μαχητής της ζωής,
κι ότι ήταν,
από τις συνθήκες έγινε κι όχι από ένα βίτσιο περίπλοκο.
Γράφω ανορθόγραφα αλλά ξέρω καλά την λύση που δίνει η τελεία.
Τα ρούχα στέκονται ήσυχα
ακολουθούν την ησυχία που έχει το κεφάλι μου
σαν κοιμάμαι.
Ο ύπνος δεν με εμποδίζει να ζω...
Νάρκισσοι κοιτούν το άδειο βλέμμα τους στις φτωχικές βιτρίνες του κόσμου,
οι κούκλες στις προσόψεις κέρινα ομοιώματα,
κάποτε είχα βρεί μια τέτοια κούκλα στον δρόμο,
την έντυνα και την θαύμαζα, παιδί ήμουν και περίμενα να ζωντανέψει.
Δεν μπορεί η κέρινη όψη σου να ανταποδώσει θαυμασμό.
Το ξέρεις.
Στο μεταξύ γίνονται οι Νάρκισσοι μαύροι κύκνοι,
περνούν έξω από τα σπίτια μας,
προσπαθούν μανιασμένα να...
φτιάξουν μια άλλη θεώρηση για τον κόσμο τους,
μήπως και γίνουν περιεχόμενο κι αυτοί.
Φιλούν με άδειο στόμα.
Με σπλάχνα λειψά από αίμα.
Αγάπη.
Επαναλαμβανόμενα.
Ο κόσμος γυρίζει πάντα.
Αν πάνω του σε πιάσει ίλιγγος σταμάτα να κατέβεις.
Κάπου σταμάτησα κι εγώ,
κοιτάζω.
Τους μαύρους κύκνους.
Την λίμνη που στέρεψε από την ξηρασία.
Την ψάχνω μέσα στα μάτια σου.
Ο κόσμος παράλογος, περισσότερο από ποτέ ζητά να τον ψάχνω με λογική.
Μα πως να γίνει;
Εκείνος ο παιδικός φόβος του μπαμπούλα έγινε Νάρκισσος,
αδύνατον να συμβεί κάτι χωρίς κίνητρο.
Οι ενδοχώρες μας παλεύουν γι αυτό.
Να δονήσουν τις χώρες, να τις ζωντανέψουν.
Να ξαναγεννηθούν τα μάτια μας.
Πίσω από τα μάτια η εικόνα του κόσμου σαν μεμβράνη.
Μην με χαλάς σαν να μουν κέρινη.
Ζω, διαπιστωμένα.
Και τους μαύρους κύκνους αγάπησα και απάλυνα.
όσο μπόρεσα.
Άνθρωπος είμαι.
Ένας κόκκος στην έρημο...
Κάποτε, οι ώρες, μου μοιάζουν σαν πλοίο σε καραντίνα.
Σαν να παλεύει το πλοίο να αποφύγει μια επιδημία.
Αλλά η αίσθηση μου πως αυτό δεν παλεύεται είναι ισχυρή.
Παλεύω τότε να ανακτήσω όλα μου τα εσωτερικά χαμόγελα.
Κι όταν περπατάω ανάμεσα στους άλλους κάποιοι ίσως μπορούν και τα ανιχνεύουν.
Μου χαμογελούν έτσι αυθόρμητα.
Εκείνη ακριβώς την στιγμή νιώθω πόσο πολύ καίγομαι από ζωή.
Βρίσκω αυτόματα ...
την γενναιόδωρη αισιοδοξία μου και λέω, θα περάσει η επιδημία αυτή, θα περάσει.
Κι ένα μικρό λαχτάρισμα ευγνωμοσύνης γονατίζει μέσα μου κι απλώνεται σαν δέντρο.
Αφραταίνει, απλώνει ώσπου πια είμαστε ένα.
Τότε αισθάνομαι σαν ένα λιοντάρι που κινείται στην πόλη χορτασμένο...
Το λέω στους άλλους και επεκτείνεται ακόμη περισσότερο,
υπάρχει η μαγεία,
υπάρχει στην φύση μας, υπάρχει παντού...