Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Στην μέση της ημέρας άλλαξε ο σκοπός σου πάνω στον μακρόσυρτο χορό,
υπήρχαν θυμάμαι , δίπλα σου,άγγελοι που είχαν στα χέρια,σπαθιά και κρίνους της άμμου.
Χόρευες για κάποιον άνθρωπο που έχασες ,αφού πρώτα τον βάπτισες δικό σου.
Κι ενώ τα πόδια σου ξύριζαν με χαρακιές το πάτωμα, μου φώναξες,
( εξήγησε μου τι ακριβώς σημαίνει μοναχικός άνθρωπος).
Τι να εξηγήσω εγώ, εγώ που θαύμαζα πως γλένταγες την ...λύπη σου!
Κι όλος ο κόσμος κούμπωσε στην φλέβα στον λαιμό σου,
χόρευες κι έκανες αναπαράσταση του τρόμου.
( Μια γέννα είμαι από λύκαινα), ούρλιαζες και γύριζες γύρω από τον εαυτό σου.
Στο τελευταίο ποτήρι που 'έπινα σε είδα να γελάς σαν γερασμένο ξωτικό.
Ω, πόσο μας αλλάζει η θλίψη κι η ευτυχία, σκέφτηκα.
Εκεί είμαστε μόνοι πριν σαλπάρουμε για πάντα απέναντι.
Πήδηξες προς την άβυσσο και σε έχασα για πάντα.
Αυτό το πάντα κρατά ως τα τώρα,
από τότε δεν ξανάδα άντρα να γλεντά την λύπη του έτσι..

( Ο τελευταίος χορός του πατέρα μου)

Το σκυλάδικο της Φ, Νέγρη

Σκυλάδικα, νύχτα Σαββάτου, έπεφταν οι μπόμπες στους λάρυγγες σαν βεγγαλικά,
κάθε ένα από αυτά, σε άλλον φωσφόριζε, σε άλλον γινόταν πηχτό σκοτάδι,
ένα κοπάδι τρέκλιζε σαν βιολί χαλασμένο στην πίστα,
γεμάτη σάλια η πίστα και γαρύφαλλα από τα... κοιμητήρια,
οι έρωτες ξοδεύονταν για να ξεχάσουν το όνομα τους,
δίχως ταυτότητες και σήματα μορς σαν σωσίβια σε λέμβους τρύπιες.
Από παντού μπάζει αλήθειες και βρόμες έλεγε ο τελευταίος Σαμουράι,
στο πρώτο τραπέζι είμασταν και είχαμε θάψει τους θεούς.
Και μια καλλονή από την Ρωσία έψαχνε έπαθλα φιλαρέσκειας, ώσπου απολύτως μεθυσμένη,
την πήρανε στην τουαλέττα τρείς παραδομένοι σε ένα άλλο είδος, άγριας τρέλας.
Η Άννα έκλαιγε τον πατέρα της, ο Μάνος την Ελένη,
με τόσα δάκρυα ξαφνικά επάνω στο τραπέζι ήθελα να τα κάνω όλα σκόνη,
ενώ τα νταιλίκια πέφταν σαν βροχή.
Μα κάπου εκεί ένα χαμόγελο στην απέναντι γωνιά μου κανε νεύμα συμφιλίωσης.
Αυτός δεν φοβόταν τίποτε, εκτός του εαυτού του,
μην μαλακώσει η καρδιά του και γίνει βούτυρο στο ψωμί κάποιου κοπρίτη.
Της νύχτας ήταν καβαλάρης επάνω σε ένα εξάσφαιρο.
Εδώ μέσα είναι όλα, όλα την ημέρα είναι ίδια ενώ φαίνονται άλλα,
έτσι είπε και αισθάνθηκα μέσα του μια ματαιοδοξία, παιδική.
Χρόνια αργότερα τον υπερασπίστηκε για φόνο, ένας που αρεσκόταν να δίνει συνεντεύξεις, ( μεταξύ μας ακομη αυτό κάνει).
Δεν έφταιγε που οι περισσότεροι κλαίγανε γιατί ήταν οινοπνευματώδεις,
ήταν που κινούνταν από το πιό μαλακό μέταλλο,
οι περισσότεροι από αυτούς σήμερα είναι βούτυρο στο ψωμί κάποιου κοπρίτη,
ακόμη κι αυτός της νύχτας που έγινε ο χειρότερος γιατί φοβάται πια τον εαυτό του.
Αυτό που δεν θα ξεχάσω, όμως ποτέ μου, ήταν πόσο ξεύτιζαν οι έρωτες σαν τους αντίκριζες μόλις άχνιζε το πρώτο φως του ήλιου.
Σαν μαραμένα φύλλα στο κατώφλι σου.
Αυτό που ακουμπά ακόμη την μνήμη μου ήταν η ορθογραφία των προσώπων.
Και το τσιγάρο που δεν λέω να κόψω..

Ναίφ ζωγράφισμα

Τις νύχτες τον ζητούσε στα όνειρα της
την ημέρα έψαχνε με το μυαλό της, πως θα ήταν , αν ήταν πλάι του.
Θα του έδενε μια κλωστή κόκκινη στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού.
Ήθελε να του γράψει ( είστε το πιό παράξενο πλάσμα στον κόσμο και πάσχω από ανεπιτήδευτη αδεξιότητα να σας το πω, είστε ένα καπρίτσιο που θυμίζει παλιά εποχή,
ζω χαρούμενα γιατί δεν είστε αλλιώτικος από αυτό, ζω... αβέβαιη γιατί η αντίσταση σας είναι ανήκουστη,ακούτε το ακαταπόνητο πάθος μου και δεν συγκινείστε, έτσι προσποιείστε, ανήκετε σε αυτούς που λατρεύουν τις ονειροπολήσεις μέσα στο σήμερα, είστε μια χίμαιρα και όλες οι αναμνήσεις μου , είναι σε όσα μαζί σας δεν έχω ζήσει).
Κάθε ημέρα έφτιαχνε ένα σχεδίασμα χλομό πάνω στον καμβά της.
Έπειτα σχεδίαζε πάνω του συναισθήματα με χρώματα.
Γονάτιζε μπροστά του και το είχε μπροστά στο παράθυρο να το ταίζει ο ήλιος.
Έπειτα με την τεχνική που είχε μάθει έφηβη, μάζευε αυτές τις ακτίνες τις ηλιοπλασμένες και του τις έστελνε.
Κι όταν ξανά ερχόταν η νύχτα μαζί του ταξίδευε άκοπα ταξίδια της Ανατολής.
Μαζί του ανέπτυσε υπόγεια την τεχνική του ονείρου, το διασκέλισμα του χρόνου, την ανυπότακτη υποταγή στην ανάμνηση.
Ανασύνθεση στα πινέλα και στην τέχνη της εξερεύνησης.
Μια ημέρα 'επιασε να ζωγραφίζει τις πληγές του.
Όλοι έχουν πληγές αλλά οι δικές του ήταν υδατογραφήσεις.
Όσο κρατά ένας στεναγμός ένα πινέλο προχωρά πάνω στο χρώμα.
Τον έλεγαν Μαρσέλ κι ήταν ιδιότυπος.
Πολύ λίγο λιποψύχησε κι είπε να τον αφήσει.
Στην πραγματικότητα περπατούσε μαζί του παράλληλα ενώ το ναίφ προχωρούσε μονάχο του.
Όλα τα συναισθήματα είναι υπερρεαλιστικά...
Τα ποντίκια μαθαίνουν λέξεις, αυτές θα μεταχειριστούν όταν τα δόντια των ανθρώπων θα δαγκώνουν καλώδια.
ΟΙ γάτες χορεύουν με τους σκύλους, αυτό θα κάνουν όταν ο άνθρωπος ανήμπορος θα ναι να περπατήσει, κλεισμένος μέσα στο σπίτι, ανάβοντας φωτιές.
Η θάλασσα θα καθαρίσει.
Τα δέντρα πιό πολύ όρθια θα είναι και θα έχουν ύψος, χαιδεύοντας με τον όγκο τους εκκλησιές και κοιμητήρια.
Το χώμα λίγο θα αργήσ...ει να καθαρίσει από τα ανθρώπινα περιττώματα.
Όταν ο άνθρωπος εκλείψει ο πλανήτης θα ξαναγεννηθεί.
Πίσω του θα χουν μείνει βιβλία μουσική ζωγραφική και μορφές τέχνης.
Η φύση είναι έτοιμη να τα αγαπήσει.
Ο άνθρωπος ήταν πάντα Νάρκισσος κι αδιάφορος.
Ώσπου να καταστραφεί οριστικά, τον εκδικούνται οι αριθμοί.
Ας είναι, τα ζώα θα είναι έτοιμα να ζήσουν ξανά από την αρχή.
Αν μελετούσε προσεκτικά και διδασκόταν από τα ζώα θα ήξερε τον απαραίτητο τρόπο της ζήσης.
Αυτά μου έλεγε πριν μερικές ώρες μια γάτα που την τάισα στον δρόμο.
Μου είπε ευχαριστώ με τον τρόπο της, την ευχαρίστησα κι εγώ γιατί είχα καιρό να ακούσω αυτήν την ωραία λέξη...

( Μικρο-γατίσιο)
Είσαι μέσα μου ο πιό πολύτιμος βλαστός,
φροντίζω να μην σε σκεπάζω με την σκιά μου,αλλά θέλω και να σου μιλάω,
θα μιλάμε για όσα η μια δεν ξέρει στην άλλη,
θα μοιραζόμαστε θαύματα,
ώσπου να κλείσω τα μάτια μου θα χεις την μορφή ενός αγγέλου,
δεν θέλω να πω πως σε ξέρω,
εσύ θα μου δείχνεις τον τρόπο γι αυτό...
Είσαι μέσα μου ο πιό πολύτιμος βλαστός...

( στην κόρη μου)

Σποράκι της ερήμου

Σποράκι της ερήμου σε βρήκα, μα θέριεψες γρήγορα
Κρατιόμουν από την γεύση σου κάπου στο Σύνταγμα και παρατηρούσα τα περιστέρια
Φιλιόντουσαν ανάμεσα στους ανθρώπους
Κάποιοι γονατισμένοι από τις ειδήσεις στις εφημερίδες ,προσοχή δεν έδιναν
Η άκανθα της σκοτεινής σου αγάπης σιώπησε
Και μπήκα σε ένα καφέ για να κρυφτώ από τον ήλιο που έκαιγε ανελέητα
Στον καθρέφτη απέναντι έβλεπα το πρόσωπο μου
Να χαμ...ογελά με λίγο αίμα στις άκρες των χειλιών
Βλέμματα λοξοδρομούσαν να βρούν το δικό μου κι εγώ δεν τους το έδινα
Το σποράκι ζητούσα το δικό μου, εκείνο της ερημιάς στην ψιλή άμμο
Το πονεμένο μου Καλοκαίρι το πέρασα μαζί σου
Κι αν ο έρωτας θα φόραγε σαίτες θα λάβωνε όλο το νησάκι
Μα τώρα, τέλος Άνοιξης, ο κότσυφας έγινε λιοντάρι
Φωλιάζει μέσα στο στήθος μου ώσπου να βγει
Να θρηνήσει την απώλεια σου και την ήττα την διπλή, καθώς ναι, θρηνούν και τα λιοντάρια
Είναι η ζωή μας ένας σταυρός με λυγαριές και πικροδάφνες
Τον κουβαλούν ακούραστα ρομαντικοί κι απόκληροι ενός θεού χιλιοπεσμένου
Καλό κατευόδιο, φωνάζω όποτε βλέπω κάποιον από αυτούς να ξεκινά για τον Αχέροντα που ζωντανοί υπάρχουν αλλά κυκλοφορούν σαν νεκροί
Πικρές μπύρες κερνούσε ο μπάρμαν και τσιγάρα κάπνιζα μανιωδώς
Και υπερτερούσε η γεύση της απώλειας
Σποράκι της ερήμου σε βρήκα, μα θέριεψες γρήγορα
Δεν έκανα τίποτε να σταματήσω την φυγή σου, αντιθέτως την επιτάχυνα δείχνοντας πως συμφωνούσα
Δεν μιλάμε γι αυτά που μας καίνε, μιλάμε για όλα τα άλλα
Κι ο καθρέφτης απέναντι μου έδειχνε το ματωμένο μου χαμόγελου να μεγαλώνει, σαν κάποιου κλόουν
Σκέψου, ειπα στον μπάρμαν, έχεις ξαναδεί χαμόγελα να κλαίνε αίμα;
ΈΧΩ δει, μου είπε, μα έχει περάσει ένας αιώνας...

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Το ατελές

μάτια σου κάρβουνα, τα κάνω θυμίαμα, να μην στερηθεί την ομορφιά τους η φύση/
Μεγαλουργώ καθώς δίνομαι απόλυτα στο φως τους και μικραίνω.
Τόσο μικραίνω που δεν χωράω αλλού εκτός από ένα μικρό κουτάκι.
Το κρατάς και το κοιτάς.
Σαν το ανοίγεις παίρνω τις κανονικές διαστάσεις μου,
αρπάζουμε δυό άλογα και τρέχουμε σε μια πέτρινη Μεσαιωνική πόλη.
Τρέχουν τα άλογα κι εμείς πάνω τους αλυχτάμε σαν δράκοι/
Κάπου μετά τα μεσάνυχτα θα ενωθούμε σε μια δυαδική τελετή που θα έχει μάχη/
Κανείς δεν θα γίνει δικός μας,
όμως θα χουμε αφήσει το σώμα μας πίσω μας για πάντα...

μπαξές αντί μπαξίσι

Εδώ είμαστε,
αν σκεφτείς φτιαγμένοι από άπειρους μανδύες συναισθημάτων,
κάθε μανδύας ,να σκεφτείς ,έχει ένα χρώμα,
ας πούμε την ζήλιας είναι κίτρινο.
Με κάλυψες αρχικά με κόκκινο, εκείνο της αγάπης, έπειτα βούλιαξα μαζί σου σε όλα τα χρώματ...α.Έπειτα έγινα μαύρο κι έπειτα λευκό.
Από παιδί τρώω χρώματα, από παιδί έμαθα να τα ανακατεύω πάνω στα χώματα.
Αυτό είναι θέμα βαρύ αλλά κι ελαφρό ταυτόχρονα.
Τα χώματα ,τα παιδιά και τα χρώματα.
Τι ανία, θα πεις.
Επιτέλους, έχει πάψει να με απασχολεί η γνώμη των άλλων.
Πέρασα χρόνια και κύλησα στα φαράγγια για να σταματήσω να υποδύομαι άλλους ρόλους, τώρα υποδύομαι εμένα.
Όπως με ξέρω και όπως με μαθαίνω.
Μπορώ να μυρίσω τον κίνδυνο σαν αγρίμι, ύστερα πέφτω πάνω του.
Αντιπαθώ την προσδοκία, αντίθετα λατρεύω την συνήθεια της μη συνήθειας.
Όλα τελούν υπό κρίση στην χρήση τους.
Μα γιατί θα μου πεις; Είναι που παγιδευόμαστε στις άπειρες γνώμες.
Η χώρα αυτή είναι ένας σωρός από σκατά και γνώμες.
Μα πως γίνεται να φοράμε άλλους μανδύες εκτός από τους δικούς μας;
Γιατί κι η κάθε γνώμη είναι ένα χρώμα και ξυπνά το συναίσθημα.
Μείνε εσύ ένας Ναπολέοντας, εγώ θα μείνω το χαμομήλι στο βουνό.
Έρχεται ζέστη, η ΆΝΟΙΞΗ μπήκε με κλωτσιές.
Μαζί της μου ξύπνησε κι αυτή η οργή να κάνω τα ανθρωποειδή Κύκλωπες.
Αυτό δεν υπόσχεται εξουσία, αυτό είναι η επιθυμία μου πως όλα εδώ πρέπει να πληρωθούν.
ΕΙΔΙΚΆ η αναλγησία κι η βλακεία.
Άκου, μυρίζω ακόμη την οσμή στον νεκροθάλαμο του πατέρα μου, αυτό με κάνει να σέβομαι την ζωή .
Παρακολουθούμε σαν νεκροφανείς αυτό το ατέλειωτο τέλος.
Η χρεοκοπία ήρθε μα η μαλακοκρατία παραμένει.
Γι αυτό υπάρχει η γραφειοκρατία ακόμη, για να καλύπτει τα προηγούμενα.
Φοράω τον μανδύα μου μαζί με τόσους άλλους.
Αυτό θα σώσω.
Και την γνώμη μου.
Μην είσαι βλάκας.
Την αθωότητα μου προσπαθώ να διαφυλάξω...
Κι ότι μου έμεινε από παιδί..

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Στην μέση της ημέρας άλλαξε ο σκοπός σου πάνω στον μακρόσυρτο χορό,
υπήρχαν θυμάμαι , δίπλα σου,άγγελοι που είχαν στα χέρια,σπαθιά και κρίνους της άμμου.
Χόρευες για κάποιον άνθρωπο που έχασες ,αφού πρώτα τον βάπτισες δικό σου.
Κι ενώ τα πόδια σου ξύριζαν με χαρακιές το πάτωμα, μου φώναξες,
( εξήγησε μου τι ακριβώς σημαίνει μοναχικός άνθρωπος).
Τι να εξηγήσω εγώ, εγώ που θαύμαζα πως γλένταγες την ...λύπη σου!
Κι όλος ο κόσμος κούμπωσε στην φλέβα στον λαιμό σου,
χόρευες κι έκανες αναπαράσταση του τρόμου.
( Μια γέννα είμαι από λύκαινα), ούρλιαζες και γύριζες γύρω από τον εαυτό σου.
Στο τελευταίο ποτήρι που 'έπινα σε είδα να γελάς σαν γερασμένο ξωτικό.
Ω, πόσο μας αλλάζει η θλίψη κι η ευτυχία, σκέφτηκα.
Εκεί είμαστε μόνοι πριν σαλπάρουμε για πάντα απέναντι.
Πήδηξες προς την άβυσσο και σε έχασα για πάντα.
Αυτό το πάντα κρατά ως τα τώρα,
από τότε δεν ξανάδα άντρα να γλεντά την λύπη του έτσι..

( Ο τελευταίος χορός του πατέρα μου)
Η παρθενία στα τόξα των φρυδιών σου έσπασε
Από τις τρύπες τους ήχοι ήπιοι και εβένινοι,
ασύμφωνης μουσικότητας.
Προκρούστες με τιμαλφή στα χέρια σε έξυναν σαν να σουνα μπρούτζινος θεός ριγμένος αιώνες στην θάλασσα,
το μόνο που έκαναν να χαλ...άσουν τα χέρια τους.
Κρατούσα ένα μαχαίρι που με είχες μάθει να πετάω στην καρδιά όταν πρέπει.
ΤΟΥς κάρφωσα καθαρά.
Θυμάμαι την πικρή τους έκπληξη σαν κοίταζα τα μάτια τους
ενώ το αίμα στόλιζε τα πόδια τους.
Ασύμβατοι είμαστε, ψιθύριζες, ασύμβατοι και μόνοι.
Κι όμως εγώ απλά κρυβόμουν μην καταλάβουν την φτιαξιά μου,
τα τεθλασμένα σπίτια μου στα δέντρα.
Ακόμη και τότε λοιπόν έκαιγε μέσα σου ο εγωισμός.
Την νύχτα πετάξαμε τα πτώματα στους γύπες,
ανάψαμε φωτιά και έπιασα να σου φτιάξω ξανά τα τόξα τα σπασμένα στα φρύδια.
Μα αυτό που απόμεινε ήταν ήδη ειπωμένο κι αρκετά πρόστυχο.
Είχες τελειώσει πια και το ρίγος στην πλάτη μου δυνάμωνε.
Τίποτε δεν ήταν τέλειο.
Μόνο το ρετσίνι στο πεύκο έβγαζε δάκρυα γι αυτό,
εγώ ανήμπορη ήμουν και για λίγα δάκρυα.
Έξυσα τα δάκρυα στον φλοιό να μην υπάρχουν και το μαχαίρι γλυκό άρχισε να σου γλείφει τα γόνατα.
Με χαλασμένες αρθρώσεις δεν θα μπορούσες να πας μακριά,
δεν ήταν που τελείωσες, ήταν που νόμιζες πως τίποτε δεν άλλαξε.
Με το επιμύθιο αυτό τράβηξα για τα μαύρα σπίτια,
τώρα τα δέντρα δεν θα μου άφηναν χώρο για να μείνω πάνω τους,
ήταν απόλυτα συννενοημένα.
Το μόνο που κοίταξα ήταν να φυλάξω καλά το μαχαίρι μου,
ακόμη άκουγα τις κραυγές σου καθώς χανόμουν στο βαθύ δάσος.
Μα μετά από λίγα λεπτά τίποτε δεν άκουγα,
τώρα έπρεπε να επιβιώσω κι εγώ...


( Τέλος εποχής)
Αγαπώ τα περίλυπα μάτια, αυτά ,που σε τίποτε δεν αφήνουν ένα περιθώριο πως θα παρηγορηθούν,
τα απογεύματα τα ανοιξιάτικα με τις πικρές βιολέτες στα χέρια,
τα χείλη τα φιλήδονα που διψούν για παιχνίδια αναγνώρισης,
τα στενά δρομάκια που ακούγονται τα τακούνια σαν βασίλισσες προς αναγνώριση,
ένα βιαστικό ανθρώπινο άρωμα που χάνεται μέσα στα άλλα,
και μια φράση σαν μαστίγιο που ποτέ δεν αποκωδικοποίησα,
να σε προσέχεις γιατί είσαι βαθιά ερωτικός άνθρωπος, ενός αγνώστου,
άραγε αν... δεν δοθείς σε όλα αυτά που θαυμάζεις χωρίς να έχεις ερωτική αντίληψη γι αυτά,
μπορείς να πεις πως έστω για λίγο τα γνώρισες;
Κι αυτός ο λυρισμός που ξεχυλίζει σαν θυμίαμα ευλογημένος είναι ή δαμαστής των άγριων όψεων;

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Ελάτε μαζί μου, στο κόκκινο βελούδινο δωμάτιο* να, δείτε! Οι τοίχοι του και το πάτωμα παλεύουν με το βελούδο, ότι κολλάει κι είναι ακίνητο, παλεύει με την κίνηση.
Όπως εσείς με εμένα.
Είμαστε βαθιά μόνοι. Τι λέτε; Θα πιείτε ένα λικέρ από κεράσι ή μήπως ένα παλαιό κονιάκ;
Ω ναι, έχετε δίκαιο, ένα κονιάκ ταιριάζει στην περίσταση.
Μου αρέσετε γιατί ενώ είστε πολύ ευγενικός δεν είστε μαλθακός, ενώ έχε...τε συλλέξει εμπειρίες από τόπους κι ανθρώπους δεν περιφέρετε καμμία έπαρση, απλά φαίνεται πάνω σας μια ήρεμη δύναμη.
Κι όμως, τι κρίμα! Η μήπως όχι; Για το κρίμα λέω, για το άλλο είμαι σίγουρη.
Σας παρακολουθώ τόσον καιρό να ψάχνετε την περιπέτεια με μια γυναίκα σαν να ήταν η τελευταία της ζωής σας, ψάχνετε θαρρεί κανείς να γίνετε το τελευταίο θύμα της. Κι όταν την βρίσκετε, αμέσως ψάχνετε, κάποια άλλη.
Μην με κοιτάτε έτσι, σας αναγνωρίζω όπως ο σκύλος μυρίζει το σπίτι του.
Μόλις νιώσετε την αμφιβολία για τον εαυτό σας αμέσως ρίχνεστε στην μάχη για να κατακτήσετε την γυναίκα, δήθεν θα είναι πιό δυνατή από εσάς, εξαιτίας αυτής της αμφιβολίας. Είστε τόσο εγωκεντρικός κι ευάλωτος...
Δεν το βλέπετε πόσο μοιάζουμε;
Ανήκουμε σε αυτό το δυστυχισμένο είδος των ανθρώπων που η ευτυχία κρατά για λίγο.
Τίποτε δεν μας φτάνει, δινόμαστε μέχρι να μας δοθούνε. Κι όσο νιώθουμε έκσταση είτε πνευματική ή σωματική τόσο η έμνευση μας φτάνει στο κατακόρυφο.
Και δεν εξαντλούμαστε ώσπου να νιώσουμε την δύναμη της κατάκτησης να μας τρελαίνει.
Μα ναι, δεν είναι η κατάκτηση, είναι πως ψάχνοντας για την αγάπη εμείς φτάνουμε παραπέρα.
Ψάχνοντας για κάτι που ίσως να μην υπάρχει. Και τελικά όλοι εξαντλούνται.
Τους γυρίζουμε μέσα έξω, τους δίνουμε τα πάντα κάνοντας τους να μας δοθούν και τότε ακριβώς αρχίζει η άλλη αμφισβήτηση, η αμφισβήτηση στην δική τους δύναμη.
Λατρεύετε να σας αγαπούν αλλά δεν θέλετε και να σας κολλήσουν αλυσίδες στα χέρια και στην καρδιά σας...
Δεν μπορούμε να κρατηθούμε κάπου για πολύ.
Οι άλλοι Μαξίμ το λένε τρέλα, εγώ το λέω έρωτα, το λέω νεότητα.
Μπορώ πάντα να φανταστώ κάτι που θα μου δώσει ομορφιά και να το βρώ.
Κοιτάξτε γύρω σας, οι άλλοι κατηφείς πηγαινουν στα σπίτια τους ενώ εμείς γυρνοβολάμε στο κρεβάτι μας σαν αλιγάτορες ή στην καρδιά τους.
Βέβαια ξέρω, αυτή η αναζήτηση δεν θα έχει τέλος ποτέ, εκτός κι αν..
Εκτός κι αν ωραίε μου Μαξίμ αφήσετε τον εαυτό σας να παίξει μαζί μου, τι λέτε;
ή θα γίνουμε αδέλφια, ή θα αγαπηθούμε τρελά και θα δώσουμε όλες τις απαντήσεις που κανείς από τους άλλους δεν μας έδωσε...
Ακούστε Μαξιμ είμαστε το μέσον που θα μας ελευθερώσει από αυτήν την αιώνια αναζήτηση, έχουμε πιθανότητες, δεν νομίζετε;

Μαξίμ
Σας κοιτάζω κι είναι σαν να κοιτώ έναν καθρέφτη από φως και σκιές.
Αυτό με διεγείρει απίστευτα. Τι λέτε, θα αντέξουμε; Εννοώ να μην κάνουμε κακό ο ένας στον άλλο.

Ισμήνη
Μα τι λέτε; Εδώ δεν κάναμε σε κανέναν άλλο που υπήρξε δειλός και μαλακός σαν σφουγγάρι, σε εμάς το μόνο που θα συμβεί είναι το απίστευτο.
ή μια τεράστια λύπη ή μια τεράστια χαρά, η ευτυχία η ίδια.
Ή μια μεγάλη τρέλα.
Γι αυτό είμαστε εμείς, ας μην ξοδευόμαστε άλλο.

Την αγκάλιασε κι άρχισαν να παλεύουν σαν τίγρεις....

( ένας φανταστικός διάλογος μιας άλλης εποχής)

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Κρατείστε τις πληγές που σας έκαναν γενναίοι άνθρωποι,μην τις κρύβετε από τον ήλιο, μην παριστάνετε πως δεν έγιναν, κάποτε αυτές θα σας κάνουν αδέλφια..
Περπατάμε με ξύλινα ποδάρια, ακονίζουμε με σπαθιά την άκρη τους,
κι ενώ περπατάμε ,οπλές πληγωμένων ζώων ενώνονται σαν ένας ήχος βαρύς και κούφιος,
κι είναι αυτός ο ήχος που μια μέρα θα μπει σε κάποιο νυχτερινό όνειρο μας και θα γίνει εφιάλτης,
είναι το παγκόσμιο αλέτρι που σκάβει βαθύτερα κι από τον θάνατο,
μα για δες ,κι αυτός ο σακάτης, Ναρκισσος έγινε και δεν φοβάται, αρκείται απλά να θαυμάζει τον πόνο του σαν σακάτης...
Έλα να με γνωρίσεις, να με αγαπήσεις σαν να ήμουν πένθος στο μπράτσο σου/
Να μιλήσουμε καθισμένοι απαλά πάνω στο γκρίζο σεντόνι του ουρανού/
Να τρυπήσουν τα μάτια μας από αισθησιακές πευκοβελόνες/
Να απολαύσουμε μαζί έναν περίπατο αναζητώντας όλα αυτά τα χαριτωμένα τίποτε που μας κάνουν να συμπαθούμε και να αγαπούμε κάποιον έτσι αγόγγυστα/
Μελίρρυτος να είσαι και σπάνιος/
Θα ακούσουμε αυτά που θα ...μας καίνε τα μάτια/
Έλα να με γνωρίσεις, να με αγαπήσεις σαν να ήμουν το μικρό λουλούδι που χαιρετάς κάθε πρωί/
Είναι πικρός ο κόσμος, σκληρός σαν καύκαλο χελώνας,
το είχα φορέσει κάποτε αλλά δεν το άντεξα για πολύ/
Γύρω περιττώματα και αίμα, αν με αφήσεις θα σου πω για οσα ξέρω γύρω από αυτά/
Θα σου δείξω τους τρόπους να ξεφεύγεις/
Βάλε με στην τσέπη σου σαν να μουν ένα χαρτάκι με κάποιο ποίημα, διάβασε με και μετά θυμήσου με,
καθώς θα με περπατάς πότε πότε να με χαιδεύεις με τις άκρες των δαχτύλων σου/
'Ελα να με γνωρίσεις, κάποτε με σημάδεψε στην καρδιά κάποιος που δεν φοβόταν τίποτε/
Κι έτσι έκανα τους φόβους φίλους/
Μην με ραγίσεις, φόρα με πάνω σου σαν φυλαχτό, τα φορούσαμε παιδιά, θυμάσαι;
Δεν είμαι μόνο ευγενική, είμαι και λίγο κτήνος/
Πεινάω, διψώ, σκοτώνω την αγάπη/
Για να ξαναγεννηθεί την επόμενη μέρα...

(Σχεδόν ερωτικό)
 

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Ελάτε μαζί μου, θα ταίσουμε τα πεινασμένα πουλιά με τις ψίχες που φυλάμε πάντα στις τσέπες μας.
Ύστερα αγαπημένε μου, θα επισκεφτούμε εκείνο το κοιμητήριο που κοιμάται η ωραία.
Αναρωτήθηκα πολλές φορές γιατί δεν τα λένε κοιμητήρια. Εκεί κοιμούνται τα όνειρα των νεκρών.
Κρατείστε με διακριτικά, μαζί θα ακούσουμε την σαγήνη των λόγων τους.
Και καθώς θα κατηφορίζουμε θα αναπνέουμε το άρωμα μιας διακριτής Άνοιξης.
Μαζί με το δικό μας.
Αναπνεύστε αργά, είναι ωραία μια σύντομη ανάπαυση
Ακρωτηριασμένοι άνθρωποι με σώα τα μέλη τους
σωριάζονται δίχως ελπίδα,
σε ένα βαθύ πηγάδι,
από πάνω τους ρίχνουν αψέντι μάστορες στην δολοφονία εκ προμελέτης,
παρακολουθούν τις συσπάσεις των προσώπων τους.
Δεν υπάρχουν αυθεντίες,
δεν υπάρχουν σωτήρες,
κανείς από αυτούς δεν σκέπτεται σαν μέρος της ανθρωπότητας,
και πιό καλύτερα δεν έχει μέρος αφήσει ελεύθερο στο να αισθάνεται έτσι.
Μα το αψέντι είν...αι βαρύ,
αιώνες τώρα γλυκοναρκώνει συνειδήσεις.
Ο πρώτος που όρθιος θα σηκωθεί θα πέσει.
Τώρα τα συμβόλαια θανάτου έχουν αλλάξει όψη,
είναι μαζικής εκτέλεσης.
μΕτρούν τα ανθρώπινα σφάγια υπομονετικά,
έχουν την υπομονή της αράχνης.
Η σύγχρονη τρέλα είναι μαζική και τρέχει,
ανταγωνίζεται την ταχύτητα φωτός και τον επαγγελματισμό ενός χειρούργου.
Αυτό που θα απομείνει από τα σφάγια κανείς δεν θα φωτογραφίσει.
Ακόμη κι οι θάνατοι θα έχουν λεηλατηθεί.
Ο πολιτισμός έχει τελειώσει,
ότι θυμάστε από αυτόν μην τον κρατάτε σαν καθρέφτη.
Κάτω στο πηγάδι, φωνές κλειδωμένες και ερείπια.
Πάνω από αυτό ένας ήλιος λαμπρός να θυμίζει ότι υπήρξε.
Πέραν της Δύσης και της Ανατολής ο πόλεμος δεσπόζει.
Αφέντης όλων το παράλογο.
Γράφει επιστολή στον πεθαμένο της πατέρα,
μεταξύ άλλων του λέει,
πατέρα, ξέρω πως έχεις χαθεί για πάντα,
κι εγώ εδώ είμαι χαμένη, απλά, έχω παρέα,
το κοινό μας γνώρισμα είναι το άγνωστο,
ούτε ξέρω για σένα που έχεις χαθεί, ούτε για εμένα αυτό το χάσιμο που μας πάει...
Κι έπειτα τσαλακώνει το χαρτί και το πετά στο κενό.
Μετανιώνει για την στιγμή που θα μπορούσε να του διακόψει αυτό το χάσιμο στεναχωρώντας τον...οι ζωντανοί πολλές φορές τρέφονται με ψευδαισθήσεις
Εμπρός λοιπόν,
φώναξε οργισμένα ένας άντρας.
Πάρτε από μπροστά μου όλους τους καλούς και μέτριους ανθρώπους.
Χρόνια τώρα καταστρέφουν τον πλανήτη με την παρουσία- απουσία τους.
Και το χάος φάνηκε ακριβώς μπροστά στα μάτια του όπως ήταν.
Άγνωστο και τερατώδες σε διάσταση.
Σαν τις ιδιότητες αυτών των ανθρώπων.
Που φυσικά κανείς δεν θα τους έπαιρνε από μπροστά του.
Αιώνες τώρα ο πλανήτης από αυτούς κινείται.
Από την πλήρη ακινησία τους....

( Παράφραση)
Θαλασσοκαμωμένος

Με φύκια στα χέρια του την χάιδεψε,
την παρηγόρησε όπως παρηγορούν τα κόκκινα πουλιά την ουρά τους που μόνη στέκεται, δίχως την αφή του ράμφους/
Δεν είμαι ανθρωπιστής, της είπε, αγαπώ τους παγανιστές,
αγαπώ όλες τις θρησκείες,
μα πιό πολύ αγαπώ την μύηση.
Έτσι θα σε γιατρέψω, κάνοντας μια μύηση σε εσένα,
με λατρευτικές τελετές αρχέγονες.
Αν με ερωτευτείς, θα γιατρευτώ, μόνο μην μ...ε αγαπήσεις, είπε αυτή λίγο μελαγχολικά.
Γιατί ότι αγαπώ το αφήνω ελεύθερο, γι αυτό και με φοβούνται.
Και τότε αυτός χάιδεψε τα στήθια της,
κόκκινα κι αυτά και πάλονταν.
Απροκάλυπτα και βασανιστικά φάνηκε τότε η άμμος.
Την γέμισε με αυτήν και έγινε ότι τα κορμιά που ξαπλώνουν πάνω της μέσα στα Καλοκαίρια.
Αν μπορούσαμε να αγαπούμε σαν τους αρχαίους ότι ήταν κάλλος,
τότε θα είμασταν διαυγείς και γαλήνιοι, είπε η γυναίκα και άφησε το κεφάλι της να ξαπλώσει στον δεξί του ώμο.
Υπάρχει τρόπος να κρατάς τον έρωτα σαν την γητειά.
Να μένεις γαλήνιος ενώ καίγεσαι...
Την ένιωσε βαθιά του κι εκείνη πρόσεξε τα μάτια του.
Θάλασσα ήταν,
κάτι από μπλε και πράσινο στο βάθος τους.
Και μικρές κίτρινες τελίτσες.
Σε λίγο ακούστηκαν παφλασμοί κι αδίστακτα άρχισαν να κολυμπούν μέσα τους, το νερό ήταν φιλιά και πλεύσεις αβίαστες.
Όταν τα σύννεφα περνούν μέσα από τα μάτια σου
χαιδεύουν τα μαλλιά σου,
κινούν τα χείλη σου σαν μαγνήτες,
τις λέξεις σβήνεις,
ανάβεις αόρατα κεριά στον εισβολέα αέρα,
γελάς σαν το παιδί που είχε καιρό πολύ να ανοιχτεί σε στοργική αγκαλιά,
τότε,
τότε γίνεσαι ο κάματος ο απόρθητος των σύννεφων.
Τότε ακριβώς σε μια χρονογραμμή θα σε βρω να γέρνεις τον κορμό σου,
και θα είσαι ελιά ή πεύκος.
... Και πιό απλά θα σου χαριστώ γιατί έτυχε σε κείνον τον κάματο να σε αγαπήσω.

( Η τρυφερότητα του σύννεφου)
Ας μείνουμε τώρα λίγο πίσω από το πλήθος,
κρατείστε μου το χέρι και μιλήστε μου για την συντομογραφία μιας απέραντης συμπάθειας...
Η γυναίκα που αντικατέστησε την λέξη αισθάνομαι, με την λέξη συναισθάνομαι.
Οι φτηνές μαγκιές που αντικατέστησαν την ανάληψη της ευθύνης.
Οι πρόωρες σκέψεις των καλοκαιρινών καρπών.
Μια χρυσή άμμος.
Η σκόνη της πόλης.
Τα μαγαζιά που πουλούν τα ζώα σαν να είναι φρούτα.
Ο χρόνος που περνά, που ζητά ολοένα την εσωτερική καλυτέρευση.
Αυτοί που έμαθαν να έρπονται κι οι άλλοι να περπατούνε.
Οι εξιδινεκε...ύσεις όλων των τίποτε.
Το είμαι.
Και κείνο το υπάρχω.
Διακριτές παρουσίες κι οι αόρατες.
Τριλογίες του παράλογου.
Κι η σκέψη πως αυτοί που κάποτε έκαιγαν βιβλία έκαψαν μελλοντικές γενιές.
Ο κόσμος που φαίνεται.
Αυτός που μένει κρυφός.
Οι τρώγλες και τα δίπατα σπίτια στα διαφορετικά προάστια.
Εδώ είναι όλα.
Μόνο ο χρόνος που κυλά αναλοίωτος.
Τα παιδιά που έγιναν απότομα ενήλικες.
Κι οι ευγενείς που έμαθαν να συγχωρούν, όχι από δειλία, μα από κατανόηση.
Είμαστε λάθη και γινόμαστε κάτι άλλο από αυτό.
Όσο βαστούν τα μάτια μας.
Όσο βαστά η καρδιά μας.
Οι λαοί είναι κρεμασμένοι στα παράθυρα και στις οθόνες.
Κι ο δρόμος γυμνός από τα ίχνη μας.
Όλα κυλούν ενώ σπαραζόμαστε,
προσπαθούμε να κρατήσουμε λίγη γαλήνη ενώ στην φλέβα μας μας έσταξαν φθόνο,
αυτός είναι το πρώτο φαρμάκι που χρειάζεται να πετάξουμε.
Κι οι κακές εκδόσεις των εαυτών μας.
Δεν είσαι ηλίθιε ανθρωπιστής, άνθρωπος ήσουν και είσαι.
Αφήστε τις θεωρίες και τους θεωρητικούς στα θυρωρεία μόνους.
Εμείς έχουμε μια μικρή ζωή.
Πολύ μικρή για να μην την ζήσουμε.

(Σκέψεις των 4.57)

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Τα χρώματα της Πηνελόπης και του Οδυσσέα κοιμούνται βαθιά

Η Πηνελόπη κοιμήθηκε πάνω στο άχρωμο γρασίδι των επαγγελματιών εραστών/
Ο Οδυσσέας ψάχνει ακόμη να την βρεί παλεύοντας με τους δαίμονες/
Όλοι μαζί παλεύουν κατά εαυτόν/
Όμως ο Απρίλης έχει ξυπνήσει/
Την σπρώχνει κάτω από τα υφάσματα τα αιθέρια, την χαιδεύει απαλά μήπως άγρια την ξυπνήσει,
μήπως την τρομάξει και δει κατάματα όσα έχασε στον ύπνο της/
Ποιά όλα άραγε εκτός από αυτά που θα την έχριζαν γυναίκα;
...........
Ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη του σύμπαντος
Ξυπνάει και ταρακουνάει με τα κύματα του τις λίμνες τις πράες
.........
Ο Οδυσσέας φοβάται, μην θαρρείς πως με όλα τα βάζει/
Όταν το τέκνο της θήλαζε εκείνος ζήλευε φρικτά/
Γιατί τα στήθια της αυτός τα φλόγιζε, τα ράντιζε, τα πότιζε, τα πεθυμούσε/
Σαν το αγρίμι γύρναγε γύρω τους, πότε το τέκνο θα άφηνε λεύτερες τις αιθέριες ρόγες/
Αυτά τα μαλακά σύννεφα που εκείνος έγλυφε και τα έκανε δυνάμεις λευτερωτικές/
.......
Απόκαμαν οι αισθήσεις, μα όχι για πολύ/
Θα ξυπνήσει η Πηνελόπη/
Θα ξεδειλιάσει ο Οδυσσέας/
Αυτοί οι σύγχρονοι λαθρεπιβάτες του κόσμου/
.......
Θα γίνουν αυτό που έπρεπε πάντα/
Κλειδιά να ανοίγουν τις πόρτες ο ένας του άλλου/
Λίγο τυχοδιωκτικά,
λίγο παράξενα, λίγο σαν το φιλί του Απρίλη/
.......
Αυτού που κάθεται φλογισμένος και αδύνατον του φαίνεται πως...
.......
Πως τον έρωτα τον ψάχνουν επαγγελματικά,
σαν υποσχέσεις ψεύτικες,
σαν ξεψυχισμένα όντα στραβοκάνικα,
ανά τρείς μήνες,
ανά τρείς ώρες, ανά τρία λεπτά
.......
Πως;
Πως θα φωλιάσετε στην κοίτη του σαν αφλόγιστα όπλα;
Σαν μυξιάρικα μωρά και σαν ερπετά σερνόμενα;
Δεν είναι το φύλο, δεν είναι το βυζί,
είναι η απόσταση που παίρνεις από τον άλλο άνθρωπο/
Αυτόν που μάχεται την φύση του,
την ίδια την φύση.
.......
Ακόνισε τα μαχαίρια σου και βγες γυμνός/
Σκότωσε πρώτα τον κακό εαυτό σου,
τον άκαρπο,
σκότωσε την απόσταση που ταλανίζει αιώνες τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη/
Καμμία σχέση δεν έχει η πίστη που σου έμαθαν,
είναι που σαν βρείς 'αλλο σώμα να κουμπώνεις άλλο δεν θα ζητάς...
.......
Ραψωδίες με ρεφρέν σύχρονο,
γεμίσαμε από επαγγελματίες εραστές,
αραιώστε από τους Κηφήνες,
πρώτη η αφή κι ύστερα όλες οι άλλες οι αισθήσεις.
.....
Εγκαρτέρηση καμμιά,
σκοτώστε πρώτα τον εαυτό σας...

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

'Ανευ σημασίας..

Παρακολουθείς το κενό που υπάρχει μέσα σου, κάπου ανάμεσα στο στομάχι και την καρδιά σου.
Κοιτάς γύρω σου. Ευμένειες κι ευγένειες.
Αφροδίτες που λούζονται στην βροχή.
Έξω απ το σπίτι, έξω από εσένα.
Θόρυβοι της πόλης κατεργασμένοι στα μπαλκόνια.
Πίσω από τα μπαλκόνια υπάρχουν άνθρωποι, πάντα υπήρχαν.
Λεπτές ονειρώξεις στα κρεβάτια των εφήβων, μα και στα κρεβάτια ενήλικων που μάχονται με τον εαυτό τους.
(Αφήστε το αυτό, δεν μας κάνει, μεγάλο μπέρδεμα η μάχη αυτή, είναι ώρα για τους ψυχαναλητές).
Κι όμως μικρά θραύσματα σκέψεων περιέχουν χρυσή γύρη ακατέργαστη.
Είμαστε ένας στριμωγμένος κόσμος κάτω από τα σύννεφα.
Μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας κι η όψη των φόβων είναι αρχαίοι.
Άσχημη λέξη, ο φόβος, ή όχι;
Τίποτε δεν είναι άσχημο όταν το γνωρίζεις.
Λοιπόν γνωριστείτε μεταξύ σας γενναίοι μου.
Τι σας εμποδίζει;
Αυτή η μπάλλα η αόριστη που λέγεται μέλλον;
Αφήστε το μέλλον σας κι αρπα΄ξτε το παρόν σας.
Α, ούτε αυτό, είναι τα χέρια σας κλειδωμένα με αόρατες αλυσίδες.
όλος ο κόσμος είναι έτσι.
(Μα γιατί ασχολείστε με τον κόσμο);
Έχει ξεκινήσει μια Δευτέρα που φτύνει λύπες.
Μικρές, μικρές και κοφτές σαν ανάσες.
Μόνο τα λουλούδια δεν γνωρίζουν, κοίτα, άνθισαν στις γλάστρες.
Εμείς μόνο στις δικές μας δεν ανθίζουμε...
Απέραντο φυτώριο.
Φτύνεις ανησυχία, συνεχώς φτύνεις ανησυχία.
Νεύρωση καλύτερα; όχι, αυτό δεν σου κάνει.
Λοιπον τα βιβλία γύρω στο δωμάτιο είναι τίτλοι και χρωματιστά εξώφυλλα.
Αφήσαμε το ιλουστρασιόν και περάσαμε στην επίθεση.
Ναι.
Απλό φτηνό χαρτί. Άνευ σημασίας.
Σημασία έχει πως τα χέρια σου είναι δεμένα με αυτούς τους αόρατους κόμπους.
Καλή μου!
Καλέ μου!
Κοιτάξτε πόσο καλύτερα περνούν οι αγελάδες.
Δεν σκαμπάζουν μια από αυτά που λετε.
Τι θα συμβεί;
Το πολύ πολύ κάποιος τρελός να σας ξετινάξει με μια βόμβα.
Ω, ξέχασα υπάρχουν οι άλλες βόμβες, πιό έξυπνες και φτηνές.
Που κάνουν τον χρόνο σας κολασμένο μέσα στην αόριστη, την αόρατη απειλή.
Τι θα συμβεί σήμερα;
Αύριο;
Κανείς δεν ξέρει, εκτός αυτών που λαβαίνουν μέρος σε τούτη την παρέλαση που αφανίζει ψυχές.
Αφανίζονται ζωές.
Κάποιος πέφτει από την ταράτσα.
Φυλάξου, έρχεται η ώρα που μπορεί να μην νοιάζεσαι γι αυτό.
Το σώμα του πέφτοντας στο πάτωμα κάνει έναν απάισιο θόρυβο.
Κάτι πιτσίλες αίματος έρχονται πάνω σου.
Τώρα νοιάζεσαι;
Ω καλέ μου, όχι, φυλάξου, έρχεται κι η ώρα σου.
Χωρίς εσένα, δίχως σημαίες και σύμβολα.
Ένας φιλήσυχος θάνατος.
Αυτός δεν άντεξε θα πούνε πάλι.
Θα περάσει στα ψιλά.
Στα αζήτητα.
όπως κι εσύ.
Καημένε, δεν μοιράστηκες με κανέναν την αγωνία του θανάτου.
όμως αυτός που έπεσε το έλεγε.
Αλλά κανείς δεν τον πίστεψε...
Άλλη μια Δευτέρα θα πεις και οι τρελοί είναι πίσω από τα κάγκελα.
ΚΙ ΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΞΩ.
Άνευ σημασίας....
Είμαστε όλοι σε καταστολή.
Απλά δεν γουστάρουμε να ποζάρουμε την αλήθεια αυτή.
Κοιμήσου, δεν κινδυνεύεις...
Ακόμα...
 

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Ψυχή, νύχτες πανσέληνες κι αγιάτρευτης τρέλας σε συνόδευσα/
Τόποι μυστήριοι, με θειάφια κι ένας γέρος φαφούτης που μας συστήθηκε σαν διάβολος/
Πορευτήκαμε μαζί την συστοιχία των νεραντζιών κι είδαμε μαζί την Άνοιξη με τα στήθια έξω,
περήφανη κι ασάλευτη σαν την πρώτη ομορφιά που αντικρίσαμε μαζί ταπεινοί κι ήσυχοι σαν την αυγή/
Σε είδα να κλαις με τα φιλήματα σε ένα μπαλκόνι γεμάτο από κισσό,
έπια...νε ο κισσός τα μαλλιά μου και τα κανε φωλιές στα ορφανά τα πουλιά/
Ας δώσουμε στα φτερά τους λίγη αγάπη είπες και τους μοιράσαμε την πρώτη ηδονή των ανθρώπων/
Κι αυτά ενώ πετούσαν μακριά μας λεύτεροι νιώθαμε και μόνοι/
Ήσυχη που ναι η μοναξιά και κρύσταλλο!
Ωραίος που ναι ο έρωτας, σαν τον ποιητή που έχασε για λίγο την πηγαία έμπνευση και τώρα ραγίζει ερασιτεχνικά τα σεντόνια/
Ψυχή, μην με αφήσεις ποτέ μόνη,μέσα στο πλήθος,
μήπως ξεγελαστώ φοβάμαι από την απατηλότητα μιας έκπληξης/
Εκρήξεις χαράζουν τώρα το δέρμα, κοιτάζω τον Ωκεανό της πόλης και βουβαίνω/
Τόσο μεγάλος ωκεανός ο ανθρώπινος, μα τίποτε πάνω του δεν στέκει/
Μοιάζουμε σαν ξεχαρβαλωμένες δοξαριές σε βιολιά μαγεμένα/
Ψυχή, που να ξοδέψω τόση ομορφιά σαν την ρουφούν τα μάτια μου,
ο διάβολος πάντα επισημαίνει τα τόσα λάθη μου/
Μα εσύ ψυχή μου, να σαι κοντά μου και να αγαπάς τα λάθη μου/
Περισσότερο αξίζει ένα λάθος, παρά μια ανθρώπινη ζωή να καταστρέψεις,
όχι από χριστιανικό πάθος, αλλά από αληθινή τρυφερότητα/
Είναι που μου λες, πόσο μικροί είμαστε,
και πως από φόβο παριστάνουμε τους μεγάλους/
Μα τι θα ταν τελικά ένας άνθρωπος δίχως φόβο;
Ίσως να γινόταν ο μεγαλύτερος δικτάτορας,
ή ο πιό άδικος που θα έκρινε τα δίκαια των άλλων/
Σε κρατάω ψυχή μου,
ποτέ μην με αφήσεις μονάχη μου,
μικρή είμαι και φοβάμαι,
όμως στο πρώτο μυστήριο κι άγνωστο που θα συνατήσω στον δρόμο μου , εκει θα χυθώ,
εκεί θα μείνω για λίγο...

(Ψυχο-λόγχη)
Δεν επιθυμούσα τις γλυκόξινες φιλίες που κάνουν οι λύκοι μεταξύ τους συλλέγοντας πρόβατα,
οι έρωτες που παρίσταναν τα βατραχοπαραμύθια ήταν ολότελα βαρετά,
αναζητούσα πάντα την αληθινή ευγένεια και την ομορφιά.
Μια νύχτα γυρίζοντας σπίτι με χτύπησε η μυρωδιά της φρέζιας,
έμεινα εκεί κι άρχισα να γίνομαι αδελφή της,
μπορείς να το πιστέψεις;
Εκείνη την νύχτα ενώσαμε τα αίματα μας και γίναμε αδέρφια,
κανένα άλλο πλάσμα αυτό δεν μου το επέτρεψε...

( Φρέζια της νύχτας)

Λάργκο

Ένα κονσέρτο του Μπαχ για τέσσερα πιάνα
Διάλογος του πιάνου με την ορχήστρα για μερικά δευτερόλεπτα
Κι ο διάλογος που ποτέ δεν έγινε για μια αγάπη
Αυτά είχα στο μυαλό μου περπατώντας στον Λυκαβηττό στην καρδιά της Άνοιξης
Θα πεις χωρίς σημασία
Χωρίς ιδιαίτερη αξία
Έχεις σκεφτεί πόσες αγάπες χάθηκαν πριν υπάρξουν;
Για ασήμαντες λεπτομέρειες, για αναποφάσιστες λέξεις
... Για μερικά δευτερόλεπτα
Κι όμως, θα μπορούσαν να υπάρξουν σαν ήλιος, σαν μεθύσι συμμετρίας, σαν απουσία ανιαρής επανάληψης...
Για 100 δευτερόλεπτα που δεν ειπώθηκαν όσα έπρεπε
Ας ακούσω το δεύτερο μέρος του κονσέρτου
Το λένε Λάργκο
Κι ότι δεν έγινε ενώ άξιζε να γίνει, θα το πω παραίτηση..
Η ζωή του μια υπόγεια πρόβα θανάτου, μια Ρολς που χάθηκε σε ένα υπόγειο τούνελ καρφωμένη με ταχύτητα
Η ζωή της μια πνευματική δοκιμασία σπρωγμένη από ένα σώμα που καίγεται
Αυτοί οι ήρωες μου αρέσουν
κι όμως ζουν ανάμεσα μας
Απλά η μιζέρια έγινε καθημερινός μόχθος και δεν αφήνει να τους δούνε ή κι αν τους δούν το βάζουν στα πόδια
Αναρωτιέμαι όμως αξίζει μια ζωή στοιβαγμένη μέσα στα πλαίσια του <<καλού και του κακκού>> ανθρώπου;
Υπάρχουν ιδιότητες που πάνε παραπέρα, μια ζωή μυθιστορηματική έχει μια ιδιαίτερη αξία όταν την έχεις ζήσει κι αντικρίζεις τον θάνατο...
Το να τρίζεις τα δόντια σου γιατί συνεχώς πατάς στα άκρα έχει ενδιαφέρον σε αίσθηση και γνώση...
Η αφή και ο νους πρέπει να είναι αχόρταγα ζώα...
Bloody Mary

Τις Κυριακές αγνάντευε την θάλασσα η Μαίρη, κόρη ατίθαση και γυναίκα από μεταλλο και φωτιά
Μισούσε τις στίξεις και τα αποσιωπητικά, αλλά μετά τα συνήθισε όπως όλα συνηθίζονται κατά τις βουλές των ανθρώπων
Υδροσταγής και ιδαίτερη 'ηξερε να αγαπάει και να δίνεται ολόψυχα σε ότι άξιζε
Μα το μυαλό της τελευταία με μανία σκεφτόταν κάποιον που δεν ήξερε παρά ελάχιστα
Οι έρωτες καίκια είναι ...και πάνε, πηγαινοέρχονται με τα πανιά λευκά ή μαύρα ανάλογα της υπόφυσης, έλεγε στα θαλασσινά πουλιά
Μια Κυριακή βροχερή και νύχτα αβάσταχτη, πήγε σε ένα υπόγειο να πνίξει την μοναξιά της, μέσα στον καπνό και τα ποτά που κατάπιναν αδίστακτα κάποιοι φαντάροι
όλο την πλησιάζανε και την μυρίζανε σαν αγρίμια
Την προσέγγιζαν σαν να ταν κινούμενος στόχος σε σκοπευτήριο
Κι εκείνη συνέχεια σκεφτόταν αυτόν που ήταν μακριά της, πράγμα που της ΄΄εδινε στο βλέμμα μια θλίψη κι έναν ερωτισμό παράφορο
Και το κοινό του καταγώγιου, μονάχα τον ερωτισμό έβλεπε, πράγμα διόλου παράξενο γιατί γοητεύονταν από αυτό που τους βόλευε
Στο τέταρτο κέρασμα η Μαίρη δεν άντεξε
Κι ενώ ο ΜΆΙΛς γινόταν ένας διάβολος σε συμφωνία μυστική με τον Μεφίστο κι έκανε την τζαζ να ανατριχιάζει με ένα του δάκρυ,
εκείνη ακριβώς την στιγμή η Μαίρη στράγγιξε όλο της το αίμα μέσα στο βρόμικο ποτήρι
Τους έδωσε να πιούνε
Κι οι έρημοι φαντάροι πιό πολύ φανατίστηκαν
Μα αυτή ήταν πια ένα αερικό
Πάνω από την μπάρα τους φώναζε, πείτε με Bloody Mary, κι αυτοί άρχισαν να πίνουν το στήθος της
Το στόμα της το βαμμένο κεράσι
Κι έγιναν όλα αίμα
Ματωμένοι αυτοί κι αδηφάγοι συνέχιζαν κι άρχισαν να δίνουν υποσχέσεις στο κορμί της ....
Μα ήταν ήδη αργά για εκείνους
Γιατί η ματωμένη Μαίρη έμεινε μια σταγόνα από αίμα
Ένας λειψός θρόμβος επιθανάτιος πάνω από την ξύλινη μπάρα
Και σαν κτήνη ήπιαν την τελευταία της σταγόνα,
αχ ματωμένη Μαίρη,
ο άνθρωπος σε όλα προσαρμόζεται, εκεί που δυσκολεύεται ,είναι η αγάπη,
εκεί δεν βρίσκει πολλές επιλογές προσαρμοστικότητας...

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Λείπει το ημίφως και το χρυσάφι της νύχτας επάνω στο δέρμα μας/
σαν κουρασμένοι ταχυδακτυλουργοί βγάζουμε μαχαίρια απ τα μανίκια να σκοτώσουμε την βαριά ανία μιας ατμόσφαιρας θολής και χολιασμένης..

Philip Glass - Koyaanisqatsi (HQ)
This is the re-recorded version of Koyaanisqatsi OST for the movie with the same title. The re-recording of the album featured two additional tracks from the

Ψυχο-λόγχη

Ψυχή, νύχτες πανσέληνες κι αγιάτρευτης τρέλας σε συνόδευσα/
Τόποι μυστήριοι, με θειάφια κι ένας γέρος φαφούτης που μας συστήθηκε σαν διάβολος/
Πορευτήκαμε μαζί την συστοιχία των νεραντζιών κι είδαμε μαζί την Άνοιξη με τα στήθια έξω,
περήφανη κι ασάλευτη σαν την πρώτη ομορφιά που αντικρίσαμε μαζί ταπεινοί κι ήσυχοι σαν την αυγή/
Σε είδα να κλαις με τα φιλήματα σε ένα μπαλκόνι γεμάτο από κισσό,
έπια...νε ο κισσός τα μαλλιά μου και τα κανε φωλιές στα ορφανά τα πουλιά/
Ας δώσουμε στα φτερά τους λίγη αγάπη είπες και τους μοιράσαμε την πρώτη ηδονή των ανθρώπων/
Κι αυτά ενώ πετούσαν μακριά μας λεύτεροι νιώθαμε και μόνοι/
Ήσυχη που ναι η μοναξιά και κρύσταλλο!
Ωραίος που ναι ο έρωτας, σαν τον ποιητή που έχασε για λίγο την πηγαία έμπνευση και τώρα ραγίζει ερασιτεχνικά τα σεντόνια/
Ψυχή, μην με αφήσεις ποτέ μόνη,μέσα στο πλήθος,
μήπως ξεγελαστώ φοβάμαι από την απατηλότητα μιας έκπληξης/
Εκρήξεις χαράζουν τώρα το δέρμα, κοιτάζω τον Ωκεανό της πόλης και βουβαίνω/
Τόσο μεγάλος ωκεανός ο ανθρώπινος, μα τίποτε πάνω του δεν στέκει/
Μοιάζουμε σαν ξεχαρβαλωμένες δοξαριές σε βιολιά μαγεμένα/
Ψυχή, που να ξοδέψω τόση ομορφιά σαν την ρουφούν τα μάτια μου,
ο διάβολος πάντα επισημαίνει τα τόσα λάθη μου/
Μα εσύ ψυχή μου, να σαι κοντά μου και να αγαπάς τα λάθη μου/
Περισσότερο αξίζει ένα λάθος, παρά μια ανθρώπινη ζωή να καταστρέψεις,
όχι από χριστιανικό πάθος, αλλά από αληθινή τρυφερότητα/
Είναι που μου λες, πόσο μικροί είμαστε,
και πως από φόβο παριστάνουμε τους μεγάλους/
Μα τι θα ταν τελικά ένας άνθρωπος δίχως φόβο;
Ίσως να γινόταν ο μεγαλύτερος δικτάτορας,
ή ο πιό άδικος που θα έκρινε τα δίκαια των άλλων/
Σε κρατάω ψυχή μου,
ποτέ μην με αφήσεις μονάχη μου,
μικρή είμαι και φοβάμαι,
όμως στο πρώτο μυστήριο κι άγνωστο που θα συνατήσω στον δρόμο μου , εκει θα χυθώ,
εκεί θα μείνω για λίγο...

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Αυτο-καταστρέφοντας

Περπατάω διασχίζοντας τον κόσμο με διάφανες τις πληγές μου, τις ξύνω προσεκτικά και αδειάζω το παλιό τους δέρμα πίσω μου.
Πολλές φορές στάζουν αίμα.
Πολλές φορές ζητούν να βρώ την πηγή τους. Την βρίσκω, την κοιτάζω, αυτό δεν είναι αρκετό για να πάψουν.
Ξοδεύω το μυαλό μου σε θεάματα γλυκόπικρα.
Αναπολώ την μνήμη μου.
Ανεστορώ.
Σε ζητάω κάτι βράδια που το χώμα βρέχεται από μια ήρεμη βροχή.
Με βάζω μπροστά σε μάτια και στόματα πεινασμένα. Δεν προφυλάσω το εγώ μου, το αφήνω ακάλυπτο.
Κανείς δεν θα το καλύψει εκτός από εμένα. Αλλά έτσι είμαι, κάποτε πολύ γενναία , κάποτε πολύ πένθιμη, απαισιόδοξη πως χάθηκαν τα μαργαριτάρια κι ο βυθός είναι γυμνός.
Νύχτες υπάρχουν που φωνάζω ( είναι κανείς εδωωωωωωωωωω);
Κι εκείνη η ρωγμή στο ταβάνι ανοίγει με χίλια στόματα. Με ρωτάνε.
-Πως ένιωσες στην πρώτη σου εξαπάτηση; Όταν χαμήλωσες το ύψος των χεριών σου για να ανεβάσεις κάποιον άλλο.
-Πως ένιωσες που δεν γεννήθηκες σαν παιδί γιατί δεν σε άφησαν οι άλλοι;
Δεν με ενδιαφέρει, ούτε ζητώ ρέστα.
Άκου, ξέρω καλά να αυτοκαταστρέφομαι.
Και να ξαναγεννιέμαι με τις πασχαλιές.
Αποστρέφομαι τα προσωπεία, τα βαριέμαι απέραντα.
Τόσος κόπος εκ μέρους σου για να κρύψεις ή να φανερώσεις κάτι; Αφού θα το μυρίσω την δεύτερη φορά.
Κι άκου! ΚΑΤΈΧΟΜΑΙ από ιλίγγους. Κάποιες φορές με τραβάει η γη προς τα κάτω.
Βυθίζομαι.
Εκεί υπάρχει το σκουλήκι του θανάτου.
Του αρέσει να με φλερτάρει, μου αρέσει κι εμένα.
Μια γρήγορη πτώση ή μια γρήγορη ανάδυση είναι τα πάντα μπροστά σε μικρές μικρές μίζερες διαδρομές...
Αυτοκαταστρέφομαι.
Δεν κρατώ πολλά για εμένα κι ούτε παριστάνω κάτι άλλο.
Τι κρίμα κι άδικο για εμένα!
Κι όμως! Αυτές οι εκπληκτικές ήττες μου θα με κρατούν νέα.
 Η πορεία μόνο με την πυξίδα της λογικής είναι ένα άγευστο φρούτο.
Μου αρέσουν οι ευφυείς, οι τρελοί, οι καταραμένοι, οι μοιραίοι.
Οι απόκληροι.
ΟΙ νομάδες.
Οι θαρραλέοι.
Βαδίζω σχεδόν πάντοτε στα άκρα.
Και λοιπόν; όταν θα πέσω θα σηκωθώ μόνη μου.
Δεν ζήτησα ποτέ από κανέναν.
Ω, πόσο σκληρό ακούγεται αυτό..
Σου χω πιό σκληρό.
Να λυπάσαι το είδος του ανθρώπου που ποτέ δεν πέθανε από έρωτα, ποτέ δεν τρελάθηκε, δεν ρούφηξε φιλιά στο κορμί του, δεν λεηλατήθηκε σαν κάστρο έτοιμο από καιρό, δεν λεηλάτησε,
δεν έτρεξε με ταχύτητα φωτός στο ερωτικό ειδώλιο.
Αν όλα αυτά είναι αυτοκατασροφή τότε χαίρομαι.
Καλύτερα ένας χαμένος από κάποιον που δεν έπαιξε, έντιμα, να κοιτάς στα μάτια σαν σου μιλάω.
Άσε το στόμα..
Δεν έχω ρέστα.
Και δεν ζητάω.
Μόνο εκείνη η ρωγμή στο ταβάνι κάποιες φορές βγάζει χίλια στόματα.
Παρατάτε με τους λέω,
παρατάτε με...
 

Οι δεσποσύνες του έρωτα

Η πυκνότητα της αγκαλιάς, η λατρεία των ματιών
τα φιλιά στην πρωινή ομίχλη
τα χέρια που κρατούν ένα κομμάτι αγνότητας,
να τον αγαπάς τον έρωτα, να τον πονάς όπως η μητέρα το παιδί,
θα ρθουν μέρες που θα κάθεσαι σε ένα παγκάκι μόνος και πικρός/
Ο έρωτας είναι η αρχή και το τέλος του πόνου.
Στην γλώσσα σου να τον μιλάς και να περηφανεύεσαι,
αν έχεις ικανότητες να ερωτεύεσαι και να σε ερωτεύονται βαθιά με παραδόσεις.
Κι αξίες πρωταρχικές οι πίδακες της ηδονής οι αθάνατες,
όχι μονάχες σαν τις κόρες αλλά σαν γίγαντες γλυκαμένοι από μια περίεργη τρέλα...

Ζωή είναι και πάσχει και χαίρεται

Πάσχουυμε και ανθούμε σε λιβάδια ατέλειωτα
Ο βερμπαλισμός μιας εποχής τέλειωσε
Μα δεν τελειώσαν οι άνθρωποι, δεν τέλειωσαν οι αυλές τους.
Λίγο μικραίνουν αλλά μετά ξαναγυρίζουν,
σε αυτό,
τίποτε γνήσιο δεν χάνεται, μόνο για λίγο ησυχάζει.
Ώσπου να το ξαναβρείς με μάτια κλαμμένα.
Με φτερά στους ώμους σαν σπαθιά.
Θα υπερασπιζόμαστε τις πληγές μας, θα προσευχόμαστε για τον γεωργό στα νησιά τα μικρά,
τ...ις γραίες που μιλούν τις ιστορίες,
τους πάππους με τις τραγιάσκες στα καφενεία.
Τις βόλτες τις φεγγαρόλουστες.
Τα καλντερίμια και τις τύψεις μας.
Αυτά κι άλλα τόσα είναι ο άνθρωπος.
Σαν βρείς μέσα σε αγριεμένα πλήθη έναν άνθρωπο να τον προσέξεις.
Μην τον παραδώσεις στα θηρία.
Ερωτεύσου ή αγάπα τον.
Γιατί η αρκούδα του θανάτου καραδοκεί σε κάθε βήμα.
Δες τις οπές μου, να το θαύμα!
Μετά από τόσες οπές θεραπεύτηκα.
Μέσα στο πυκνό βασίλειο των ανθρώπων στους ελάχιστους, σε αυτούς χρωστώ πως μιλάω ακόμη.
Σαν εμένα πολλοί, απλά δεν φαίνονται.
Καθώς ανοιγοκλείνω τα μάτια μου να ο παράδεισος κι η κόλαση, εδώ...
Ζω μεγενθυμένα, σαν να έχω υπέρταση και σβελτάδα, σε αυτά που διψώ, που πεινώ και περιμένω.
Ανασαίνω πια με διαφάνεια...

Αντί-ποίημα

Δεν ζητούσα την εύνοια των καταραμένων/
Νύχτες σταχτιές, τους έλουζα τα πόδια, να χουν δροσιά να περπατούν ανάλαφρα, σαν το σκάνε από τα κοιμητήρια/
Κάτι τέτοιες νύχτες τους ακούω να κάνουν έρωτα,
αφήνω λίγα λουλούδια και φεύγω/
Ήταν πρώτη του Απρίλη που γέμισε αστέρια και αίμα όλη η πλάση/
Ένας από αυτούς άνοιξε το στήθος μου και φύσηξε αέρα/
Από τότε αξιώνω πως δεν υπάρχουν μονάχα οι καταραμένοι... , ειναι και οι αξιοκατάρατοι/
Τους ιδρυτές της αλλαζονείας κοιτάζω μαζί με τους αγαπημένους/
Φυσάμε λίγο αέρα μέσα στο άθλιο στόμα τους και τους σκοτώνω/
Τους λέμε κοιτώντας τους στο τρίτο μάτι,
υπάρχουν ποιητές που δεν είναι κορόιδα/
Ύστερα πηγαίνουμε βόλτες αστροστολισμένες ώσπου να τους αφήσω εκεί, στο κοιμητήριο/
Αγαπούσα τα κοιμητήρια πριν γίνουν μόδα,
σκέψου κατάντια, ακομη κι ο θάνατος να γίνεται μόδα...Αντ