Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Παλεύω να αποθαρρύνω εκείνον τον πικρόγλυκο εαυτό μου, παλεύω να τον πείσω να μην μπαίνει ανάμεσα μας, να θυμάται πόσο λαμπερή μπορεί να είναι η ζωή, ενίοτε συμβαίνει και να είναι και σκιώδης, να κρατά χίλια φίδια στον κόρφο της και να σε δαγκώνει ύπουλα με το στόμα τους, συμβαίνει η θεά τύχη να αγνοεί την ύπαρξη σου, μα να, χιλιάδες πουλιά κρυμμένα στα δέντρα φωνάζουν γλυκά τα βράδια, η βροχή χρωματίζει το χώμα, η καρδιά μου ανοίγει, μιμείται μια βεντάλια χρωμάτων του ουράνιου τόξου, βλέπει την δική σου, παίζουν ένα ιδιαίτερα ωραίο παιχνίδι, ναι, μελαγχολώ κάθε ημέρα, ναι, παίρνω τον πόνο των άλλων εύκολα μαζί μου, ναι, πληγώνομαι εύκολα, αυτό, αυτό δεν θα αλλάξει, όμως αυτό το μικρό θαύμα, να κοιμάσαι την νύχτα κάνοντας μια πρόβα θανάτου-ο ύπνος πρόβα του θανάτου είναι- και την επόμενη καθώς ξυπνάς διαπιστώνεις πως ακόμα ζεις, όπως τότε, που δεν θυμάσαι, πως να θυμάσαι πως από όλα τα σπερματοζωάρια επικράτησες εσύ, μετά μπήκες σε ένα μικρό γαλάζιο σπίτι από ζελατίνα, που να θυμάσαι, όμως θυμάσαι τους έρωτες που σε μαχαίρωσαν, κι εσύ μαχαίρωσες γιατί πάντα έτσι γίνεται, θυμάσαι τα παιδικά καλοκαίρια που κυνήγαγες τον τζίτζικα
γιατί ήθελες να δεις πως τραγουδάει, θυμάσαι και αγαπάς, να, αυτό μου συμβαίνει, γεμίζω ολόκληρη ευγνωμοσύνη γιατί υπάρχω, κρεμιέμαι με συνέπεια από μια κλωστή αιωρούμενη στο σύμπαν, κινώ τα δάχτυλα μου και γράφω, σαν δεν βαριέμαι μιλάω, μα να, αυτό μου συμβαίνει, έρχεται εκείνος ο άλλος εαυτός ο απέραντα εγωιστής που βρίσκει ηδονή στην λύπη, στον πόνο, φωλιάζει μέσα σε ένα κουκούλι από αίμα, και μου λέει, μου λέει πως τίποτε δεν αξίζει, όλα είναι γνωστά και προκαθορισμένα, πως δεν έχει ελπίδα το ζώο άνθρωπος, συμφωνώ παίρνοντας όλες τις τραγικές εκδοχές υπόψη μου, μα γεμίζω σκοτάδι, με ακινητοποιεί, με κάνει σκλαβάκι του, ίσως και να διασκεδάζει, παλεύω και του ξεφεύγω, θέλω να ρθω να σε αγκαλιάσω, θέλω φορές φορές να αγκαλιάσω κι όλον τον κόσμο, όχι δεν είναι κάτι γλυκερό, είναι κάτι που έχει μέσα του απέραντο φως, σαν στάχυα στα χωράφια, σαν θάλασσα από χρυσάφι στο μυαλό μου, μια αίσθηση πως απλώνομαι παντού, πως προεκτείνομαι, πως ενώνομαι με όλους, πως χωράμε όλοι χωρίς ιδιοτέλειες, ναρκισσιστικές υποτέλειες, του ξεφεύγω και έρχομαι και σε βρίσκω τα βράδια και τα ήσυχα μεσημέρια , την ώρα που μια γάτα στην απέναντι ταράτσα τεντώνεται, την νιώθω, είναι ο ήλιος που την ζεσταίνει, να ένα ακόμη στοιχείο που μας ενώνει, ανθρώπους ζώα, χαιδεύω τα μαλλιά σου και καταπίνω μια γεύση αγάπης, ε΄χει γεύση η αγάπη, έχει την πιο δυνατή γεύση και αφή, και αυτός ο εαυτός τότε με ξεχνάει, τον ξεχνάω κι εγώ, τι ωραία αυτή η άπνοια μνήμης, περπατώ με τα χέρια στις τσέπες σαν χαμίνι κι άλλοτε προβάρω ρόλους μιας παλιάς ντίβας μέσα μου, περπατώ στον δρόμο με το βήμα της, διασκεδάζω με τα βλέμματα των άλλων, τι άλλαξε και ξαφνικά με κοιτάξαν περπατούσα σαν χαμίνι, λίγο σκυφτή, έχει πλάκα, έχει ενδιαφέρον, μόνο αυτός ο εαυτός με φοβίζει, αλλά πάλι για σκέψου, ίσως να πρέπει να υπάρχει κι αυτός,ίσως να πρέπει να υπάρχει , ίσως μια ισορροπία όμως μεταξύ μας, μα υπάρχει κι ο άλλος ο εαυτός, εκείνος που με κοιτάει όλες τις ώρες, παρατηρεί επικρίνει κατακρίνει, αυτός ο αυτολογοκριτής, με κουράζει, ναι, πιο πολύ αυτός με συναρπάζει, αυτός ο εαυτός που ξέρει πως κάθε ύπνος είναι πρόβα θανάτου και ευγνωμονεί που ζει ακόμη, αυτός που έχει έρωτα και αγάπη και τεράστιο ενδιαφέρον για όσα είναι αθώα και περιέχουν ομορφιά, αυτή είναι η λάμψη της ζωής, η ομορφιά....

Αγαπώντας και χαρίζοντας
Έφυγες βιαστικά τον Ιούλιο, τώρα σιγουρεύτηκα πως δεν υπάρχει κάτι πέρα από την στάχτη του θανάτου. Είχες υποσχεθεί, θα μου φανερωνόσουν αν πέθαινες πρώτη.
Αν ζούσες ,θα γιόρταζες σήμερα. Θα μιλούσαμε στο τηλέφωνο και κάπου παρακάτω θα βρισκόμασταν.
Θα μελετούσαμε ξανά εκείνη την εποχή.
Δεκάδες βραχιόλια σαν της Τζάνις και ινδικές φούστες, θυμάσαι;
Στικ ινδικά να καίγονται στο δωμάτιο και τα βινύλια να βγάζουν φωτιές σαν εκείνους τους μάγους από το στόμα.
Δεν σε θρηνώ, όχι, απλά αν υπήρχες θα μιλούσαμε για τόσα. Θα μιλούσαμε για την εποχή των υποκριτών, αυτήν που διανύουμε με τόση περηφάνια, θα μιλούσαμε για τα μάτια μας που ήταν αθώα, να, αυτό μου λείπει, μαζί μοιραστήκαμε αυτήν την αθωότητα, δεν ήμασταν για τίποτε υποψιασμένοι..
Και να σου πω κάτι μικρό μου; Τώρα με υποψιάζει η πολλή καλοσύνη, πρώτη ήττα, το συνειδητοποίησα πολύ τελευταία, πρώτη ήττα.
Παρατηρώ και περιμένω την αντίθετη πλευρά του χαμόγελου, εντάξει, όχι πως δεν πιστεύω, αλλά να, μαζεύτηκαν τόσα..
Μουλιάσαμε μαζί στην λίμνη των υποκριτών...
Χόρευες στα Στύρα με ένα μεθυσμένο φεγγάρι, χορεύαμε μαζί και η ενέργεια μας ενωνόταν, μπορούσε να διαχέεται και να γίνεται φως.
Πρώτος έφυγε ο Πάνος πριν δεκαπέντε χρόνια, φέτος εσύ.
Άνοιξα την πόρτα μου σήμερα, βγήκα έξω και μίλησα λίγο με τον ουρανό.
Έβγαλε κάτι γκρίζα βαμβάκια που μου μπούκωσαν την διάθεση.
Θα γιόρταζες σήμερα.
Όταν είπα την κόρη μου ΚΑΤΕΡΊΝΑ ήταν γιατί αγαπούσα το όνομα σου μέσα από εσένα.
Ποτέ δεν υποκρίθηκες για να αποφύγεις..
Ποτέ δεν έγινες λιπόψυχη.
Ποτέ δεν υπήρξες νευρωτική.
Μασουλάω κάτι λέξεις που τις βγάλαμε μαζί σαν κωδικούς μυστικούς επικοινωνίας.
Χάι Σάπαραλ, γατόνι, ψζουνινίνιον...
Το να έχεις μπέσα είναι χαρακτηριστικό βαρύ σαν ιστορία..Και φυσικά δεν έχει φύλο.
Αλήθεια, θυμάσαι το <<χαμένο>>, ναι αυτό το γοητευτικό πλάσμα που έμοιαζε στον Lou Reed, δούλευε στο νεκροτομείο για να κάνουν οι φοιτητές της ιατρικής μελέτες, θυμάσαι; Ήταν μέσα στην ηρωίνη πιο βαθιά κι από τυφλοπόντικα.
Τον είδα μια μέρα, είναι μια χαρά κι έχει δυο παιδιά. Φεύγοντας είπαμε θα τα πούμε, σιγά μην τα λέγαμε..
Δεν έχει σημασία, σημασία έχει πως γλύτωσε...
Λοιπόν Κατερίνα δεν υπάρχει τίποτε μετά τον θάνατο ε; Ο Επίκουρος είχε δίκιο λοιπόν, μόνο εκείνος ο πατέρας μου κι ο παππούς μου με έχουν μπερδέψει αφού όσα μου είπαν στο όνειρο μου συνέβησαν, έχω και μάρτυρες...
Λοιπόν; Τίποτε δεν υπάρχει εκεί που είσαι τώρα; ή περνάς τόσο καλά που όλα εδώ κάτω σου φαίνονται απίστευτα ανιαρά και ανούσια;
Ίσως και να είναι αυτό.
Άκου, εδώ κάτω ζούμε σε ένα απίστευτο κομφούζιο. Η έπαρση , η υποκρισία, οι σωτήρες, η βλακεία έχουν θριαμβεύσει. Ναι, και όσο πάμε λιγοστεύουμε....
Αλλά άκου, εγώ θα σου βάλω το αγαπημένο μας τραγουδάκι και θα στο χαρίσω δίχως αναφιλητά.
Αν τον βρεις τον Lou εκεί πες του πως πάντα θα τον αγαπάμε, εντάξει;
Μου λείπεις Rocky, κάνε ένα τζόιντ πάνω από τα σύννεφα..
Οι αληθινοί φίλοι σαν φεύγουν πονάει πολύ......
Αυτό δεν συνηθίζεται...
Με λένε Πόπη και είμαι καλά -έχω καθαρίσει τα τελευταία 6 χρόνια από τις φιλοδοξίες- η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να διατηρηθώ σε αυτά τα επίπεδα κρατώντας σε ισόποσες δόσεις την αξιοπρέπεια και πιο πολύ από όλα την δυνατότητα να αγαπώ και να αγαπιέμαι.
Σε τούτη την βαρβάτη-βάρβαρη εποχή της κρίσης όλους αυτούς που κοιτούν τους ανθρώπους με την έπαρση ενός κοκορόμυαλου τους γράφω κανονικά στις σόλες των μποτών μου- μαύρες παρακαλώ- γιατί δεν ξέρουν πως πραγματικά κανείς στην πραγματικότητα δεν θα τους θυμάται κανείς μόλις στρίψουν την γωνία του δρόμου.
Είμαστε αστραπές , αυτό είμαστε στην χοάνη του χρόνου,
το ζήτημα είναι να υπάρχουμε αγαπώντας...
Με αγάπη Πόπη..

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Εποχή της ευτυχίας

Αγαπημένε μου,
δεν ζω από θαύμα, είναι φορές που ζω μέσα στο θαύμα, μπορώ να αγγίξω τα χείλη της αβύσσου χωρίς να χαθώ, ο θάνατος δεν είναι ένας αόρατος κίνδυνος ούτε μια μακρινή αγωνία, είναι η φυσική κατάληξη των πραγμάτων.
Αγαπημένε μου,
όταν θα μπω την γη εκεί κάτω, τότε θα σηκωθούν στο αέρα χιλιάδες πουλιά και θα τραγουδούν πολύχρωμα.
Παραιτήθηκα από την αρρώστια της μνήμης. Δεν με νοιάζει κάτι άλλο εκτός από το τώρα. Αυτό να ζήσω, αυτό να στραγγίξω μέσα μου.
Είναι καιρός που η κάμπια έγινε πεταλούδα, την έβλεπα να απομακρύνεται από το κουκούλι της και πέταξε μπροστά μου.
Αγαπημένε μου,
λάμπω από αγάπη. Λάμπω από την επιθυμία της ζωής. Λάμπω από την εξέγερση μου στην ατονία και στην νωθρότητα.
Θέλω να αγαπώ και να αγαπιέμαι.
Αγαπημένε μου,
δεν ζω από θαύμα, ζω το θαύμα.
Κρατώ βαριά την θλίψη για ότι δεν είναι ευτυχισμένο, για όποιον δεν μοιράστηκε το φως, τον άνεμο επάνω στην βουνοκορφή, στο ποτάμι δίπλα, για όποιον δεν μύρισε τα κίτρινα φύλλα και δεν έκλαψε για τον χαμό τους από την μητέρα δέντρο.
Αγαπημένε μου,
οι λευκές νεκρές κόρες της Ρέας ξύπνησαν μετά από έναν αιώνα ύπνου.
Είναι πανέμορφες, χορεύουν στα ακροδάχτυλα, ριγώ από συγκίνηση καθώς τις βλέπω, τις ακούω, τις μυρίζω.
Αγαπημένε μου,
αγαπώ αυτούς που δεν μπόρεσαν να με αγαπήσουν γιατί με έκαναν δυνατότερη μα και πιό εύθραστη. Μπορώ να κυλιέμαι στο χώμα σαν το καύκαλο της χελώνας μα μπορώ και να πετάω.
Είμαι ότι σκέφτομαι.
Είμαι ότι νιώθω.
Ότι δίνω κι ότι παίρνω.
Αγαπημένε μου,
ας προστατέψουμε την ζωή μας, είναι το μόνο που χρωστάμε.

Ημέρες παράξενες

όλα τα θέλησα, και τα ρόδα και τα αγκάθια τους, την σκουριά των πλοίων την χάιδεψα δοξαστικά και πένθιμα, δεν χειραγώγησα συναισθήματα, ορφάνεψα πολλές φορές από αγάπη, λάτρεψα τα σχήματα των χειλιών, των ματιών, των σύννεφων, του ίχνους ενός φιλού ζωγράφισα στο τζάμι και κάλεσα ένα αλήτικο σπουργίτι να το γευτεί, ράμφος με στόμα του είπα, κατάλαβες, είμαι από αίμα, είμαι χώμα, κάποτε γονάτισα σε μια κιθάρα, την χάιδεψα, μιλήσαμε καταλαβαίνεις, μην με ρωτήσεις πως γίνεται, μα αυτό έγινε, έγινα νότα, κατάπινα νότες, όλα τα θέλησα, και μίσησα τα κόμματα και τις τελείες, γιατί να υπάρχουν οι τελείες, γιατί να υπάρχουν τα κόμματα, λαχτάρισα πολλά και μου δόθηκαν, κάποτε με κόπο, κάποτε αβίαστα, μα πιό πολύ πληγώθηκα από αυτό που αμφισβήτησε την ιδιότητα μου σαν άνθρωπο, να αγαπώ και τα ρόδα και τα αγκάθια, μετά τράβηξα δρόμους μοναχικούς, μετά τράβηξα δρόμους προς την θάλασσα, με πότισε αλμύρα και νερό, κλάψαμε από χαρά και λύπη, ζήσαμε καταλαβαίνεις; Ζήσαμε, εγώ κι όλοι οι εαυτοί μου απλωμένοι σε ένα σεντόνι που μάζευε ελιές, οι εαυτοί μου και εγώ, και ξέρεις; Πολλές ήταν οι φορές που σιωπούσαμε από ντροπή και δεν μας έβλεπαν οι άλλοι, μόνο που μύριζαν το πάθος μας και μας πλησίαζαν, φεύγαμε, τώρα δεν φεύγω, κάθομαι ανάμεσα στους ανθρώπους και με όλους αυτούς τους εαυτούς και χαιρόμαστε, χαίρομαι, λάτρεψα, μας λάτρεψαν, ίσως όχι όλους μα δεν υπάρχει δα τέτοια απαίτηση, μόνο να, ένα παράπονο, που δεν αγαπούν όλοι και τα αγκάθια , μόνο τα ρόδα αγαπούν, κι αυτά όποτε ξεχαστούν και νιώσουν λίγο τον κήπο των ανθρώπων...

μπλε βροχή

Ο χρόνος είναι στάχτη. Πέφτει επάνω μας και γύρω μας.
Σε βρήκα μια νύχτα της βροχής, φορούσες ένα παλτό γκρίζο. Με τύλιξες στα χέρια σου και μπήκα μέσα στο βλέμμα σου.
Επίμονα με πήρε το μπλε τους .
Ο δρόμος λεγόταν οδός αγγέλων.
Πεύκα παντού κι ένας σκύλος μεγαλόσωμος ήταν πίσω από μια μεγάλη πόρτα.
Περπατούσαμε, περπατούσαμε και η βροχή περνούσε μέχρι τα κόκαλα μας.
(Ενθουσιάζομαι και απογοητεύομαι με μεγάλη ευκολία από τους ανθρώπους), σου είπα κι εσύ πέρασες το χέρι σου γύρω από την μέση μου.
Μου άρεσε πως δεν είπες τίποτε, με έσφιξες δυνατά.
Η βροχή ψαχούλευε τα πρόσωπα μας.
Τα μάτια μου άρχισαν να ξεβάφουν λίγο μαύρο ανακατεμένο με βροχή.
Έπιασες με τα δάχτυλα σου και το πήρες τρυφερά κι έπειτα το έφερες στο στόμα σου.
(Γεύομαι τα μάτια σου), μου είπες.
Δεν μου είχαν ξαναπεί κάτι τέτοιο, καταγοητεύτηκα. Σχεδόν θορυβήθηκα.
Τα βήματα μας έμπλεξαν με τους ήχους της βροχής.
Είχα μεγάλη ανάγκη να σε πω αγάπη μου αλλά δεν το έκανα.
Αν το έκανα τόσο γρήγορα τόσο γρήγορα θα την σκότωνα την λέξη.
Κι εσένα .
Τα πουλιά ήταν βουβά και καλά κρυμμένα στα δέντρα.
Φτάσαμε δίπλα στην γραμμή του τρένου.
(Φωνάζουμε όπως στην ταινία); μου είπες γελώντας.
Αρχίσαμε να ουρλιάζουμε σαν παιδιά.
Κι εκείνη την στιγμή κατάλαβα πως δεν είχε σημασία να πω την λέξη αγάπη μου.
Αλλά να αγαπώ την κάθε μου στιγμή σαν να ήταν τελευταία.
Ήμουν τυχερή,
δεν είσαι από αυτούς που το βάζουν στα πόδια. Και ξέρεις να ζεις θριαμβικά...
Έπειτα γεύτηκα το μπλε στα μάτια σου.
Δεν είχα ξαναγευτεί μπλε,
μόνο εκείνο της θάλασσας και του ουρανού.
Μόλις το δοκίμασα μπήκε σαν θύελλα μέσα μου η ελευθερία.
Ένιωσα απεριόριστα ελεύθερη....

οι άγιοι καταραμένοι των λιμανιών

Οι λέξεις έπεφταν ζαλισμένες πάνω στο βρεγμένο δάπεδο, η βροχή την περασμένη νύχτα είχε ξεπλύνει όσα μπορούσε.
Υπάρχουν κι εκείνα που δεν πλένονται.
Επαναλαμβανόμενα μοτίβα, εισαγωγή, εξαγωγή ανθρώπων σαν να ήταν φρονιμίτες επάνω στην καρέκλα ενός γιατρού κουρασμένου από την βρομιά των ανοιχτών στομάτων.
Έχω μυρίσει τέτοιες βρόμες που έχουν έρθει από εσωτερικά στόματα.
Δεν με αποστείρωσα και δεν με φύλαξα όσο θα έπρεπε.
Και λοιπόν; Αμόλυντη βγήκα, μόνο στην αρχή λίγη κούραση κι έπειτα ένα πρωινό ξεκίνησα πάλι για το λιμάνι.
Στο λιμάνι, παίζουν μουσικοί μαύροι, τρομπέτες και σαξόφωνα .
Πίνουμε και καπνίζουμε. Ένα γυάλινο μάτι πάντα μας κοιτάζει σαν γάτος που αυτοτραυματίστηκε. Είναι του Μπάμπη. Γύρω στα εξήντα, έχει ξεχάσει τον αριθμό των γυναικών που πήγε. Και τι παράξενο, είναι από αυτούς που αγαπούν την γυναίκα. (Η γνήσια γυναίκα είναι σαν την καλή λογοτεχνία, ποτέ δεν την ξεχνάς, σε έχει σημαδέψει χωρίς κόπο), αυτά λέει κι εγώ ξαναπίνω με τους άλλους.
Είμαι πάντα νηφάλια. Μόνο μια νύχτα δεν ήμουν, τότε που μου είπαν πως πέθανες από την βελόνα. Οι λέξεις έπεφταν πάνω μου σαν τίγρεις, μου ξέσκιζαν την καρδιά και έκαναν την χολή μου λάσπη.
Ο Μπάμπης είχε πέσει πάνω μου και φώναζε, ( μην κάνεις έτσι κούκλα μου).
Τράβηξα το πένθος πάνω μου σαν μαγνήτης, πάντα το τραβούσα, είχα μια σαφή τάση στο δράμα από παιδί. Βασικά πενθούσα μέσα μου, ένα μαύρο σεντόνι είχε καλύψει τα πάντα. Δεν έβλεπα, δεν αισθανόμουν, μόνο άκουγα τους μαύρους μουσικούς να παίζουν και έβλεπα μπροστά μου φυτείες και σκλάβους. Και κάτι από μέσα μου έπιανε να ελαφραίνει.
Μετά κατάπινα βιβλία, είχα κολλήσει με τους καταραμένους, τους ξενύχταγα και τους έβαζα να πιούν. Ο Μπωντλαίρ ζητούσε όπιο και εγώ του χάιδευα μάτια. ( Κλάψε μαζί μου για όλα, εγώ για σένα κι εσύ για μένα), αυτά του έλεγα και ξαπλώναμε σε ένα ντιβάνι σαν αδέλφια.
Μια αλαφιασμένη νύχτα με έβαλε να πιω λίγο από το αίμα του.
Έτσι γίναμε αδέλφια. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάποιες φορές συμβαίνει να υπάρχουν άνθρωποι που από παιδιά τραβούν τον πόνο σαν το μητρικό γάλα.
Μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια σε είδα στον ύπνο μου.
Ταραγμένο βλέμμα όπως πάντα κι όμορφος σαν διάφανος. ( Την Φέντερ την κράτησε αυτός ο γέρο τράγος ο ενεχυροδανειστής), μου είπες και μου χάιδεψες τα μαλλιά.
(Έχεις ανάγκη συνεχώς από αγάπη, θέλω να σε προσέχεις), αυτό είπες κι εγώ ράγισα.
Έχω, σκέφτηκα σαν ξύπνησα αλλά τώρα ξέρω.
Δεν χρειάζεται δα τόση προσπάθεια να την αποκτήσω, χρειάζεται προσπάθεια να την διατηρήσω..
Σαν ήρθε η νύχτα έβαλα στο στόμα μου το βυσσινί κραγιόν και τράβηξα στα μάτια μου μαύρο μολύβι.
Πήγαινα στο λιμάνι, στους γνωστούς αγαπημένους μουσικούς.
Χάρηκα τόσο που σε είδα στον ύπνο μου, είσαι πάντα η πρώτη μου αγάπη.
Μπήκα στο μαγαζί και με χαιρέτησε ο Μπάμπης. (Ωραίο κραγιόν), μου είπε γελώντας.
(Άθλιε, όλα τα προσέχεις), απάντησα και κάθισα δίπλα του.
Κανείς δεν μπορούσε να δει την λύπη μου, γελούσα και μιλούσα με όλους.
Δεν έκανα κάποιο ρόλο, όχι, απλά από παιδί έμαθα να κρύβω τον πόνο μου από τα μάτια τα αδηφάγα.
Στο λέω να το ξέρεις, στον πόνο των άλλων οι άνθρωποι έχουν μάτια αδηφάγα.
ίσως και λίγη ηδονή να πετά την φωτιά της σαν το σπίρτο στο οινόπνευμα...

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Μια απροσδόκητη συνάντηση

Το σώμα έχει μνήμη όταν το αν'αγλυφο  του ενώνεται με κάποιου άλλου.
Όχι μια τυχαία συνεύρεση, όχι θωπείες δίχως εγκράτεια στο ημίφως κι άδειασμα των γεννητικών οργάνων στην χοάνη.
Μιλώ για το στόμα που ανοίγει την πόρτα, μπαίνεις μέσα σε αίθουσες χωρίς φρουρούς.
Στόμα με στόμα.
Σώμα μέσα στο σώμα.
Μάτια μέσα στα μάτια.
Οργανωμένες πτήσεις από το υποσυνείδητο, σύμπλεγμα σωμάτων στο ακίνητο τοπίο του χρόνου.
Ναι, τέτοιες στιγμές ο χρόνος αδειάζει μέσα σε μια απέραντη κοιλάδα.
Με τρυφερότητα.
Με πάθος που κανείς άλλος δεν κατοίκησε με τέτοιον τρόπο. Με μοναδικό τρόπο.
Δεν μπορεί κανείς παρά ελάχιστα να περιγράψει εκείνα τα συνταιριάσματα φωτός.
Κανείς δεν μπορεί να μεταφέρει το μελωμένο άδειασμα των αρτηριών, κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια το τι συμβαίνει όταν επτά χρόνια δεν κουράστηκαν δυό σώματα το ένα το άλλο.
Και κανείς δεν μπορεί παρά ελάχιστα να καταλάβει γιατί έφυγε εκείνη από κοντά του.
Την είχε κουράσει η <<συνθήκη>>  τους, η αμοιβαία τους εξορία σε μια άλλη ζωή που προσποιόταν την αληθινή ζωή.
Μόνο όταν βρισκόντουσαν υπήρχε λόγος της αληθινής ύπαρξης.
Σαν βρύσες άδειαζαν ο ένας μέσα στον άλλο κόκκινο πυρ.
Σαν έβγαιναν στον δρόμο τα μέλη τους ήταν κομμένα στα δύο.
Μεταμορφωμένες πεταλούδες που έπαιζαν στο στενό του ξενοδοχείου.
Και μετά αλλού ο ένας, αλλού ο άλλος.
ΑΥτή δεν ήταν τόσο ψύχραιμη όπως εκείνος.
Όταν τον ζητούσε το σώμα της είχε πια πληγές.
Είχε δεσμευτεί από την ύπαρξη του και δεν κοιτούσε άλλα μάτια από τα δικά του.
Κι ήρθε η μέρα που δεν μπορούσε να αντέξει άλλο αυτήν την κατάκτηση.
Είχε σκεφτεί, ή μαζί ή χώρια..
Και βρήκε ένα υποκατάστατο και το ονόμασε το άλλο της μισό.
ΛΕς και υπάρχουν μισά από εδώ κι από εκεί, λες και κάθε ημέρα μπορεί να δει κάποιος τον ήλιο μέσα σε άλλα μάτια...
Ομύθος του άλλου μισού γρήγορα ξεπλύθηκε κι έφυγε σαν χάρτινη βαρκούλα.
Γιατί ποτέ το σώμα του δεν  πέταξε με το δικό της.
Είχε φύγει πολύ άκομψα, του είχε πετάξει κάτι ηλίθιες δικαιολογίες.
Ουσιαστικά πίστευε πως το πάθος υπήρχε στην γωνία.
Σαν εκείνο, των επτά χρόνων...
Που κοιτάζονταν και τα μάτια τους γίνονταν κόκκινες και διάφανες λίμνες..
Που χύνονταν στην θάλασσα.
Μπλε περιστροφή.
Κόκκινη.
Άδειασμα.
'ΟΛων των στοιχείων που απαρτίζουν την μνήμη.
Τα σώματα τους είχαν ενωθεί σε μία ίδια μνήμη.
Το πάθος...
Μην ακούς αυτούς που το κακίζουν, έχουν πέσει και δεν θεραπεύτηκαν ποτέ, σαν φοβισμένα ποντίκια τρέχουν στις παγίδες τους και μιλούν για την αγάπη, ενοχοποιούν το πάθος πως κάποτε τελειώνει...
Αστειότητες...
Μικρά γκρίζα ποντίκια...
Αλλά εκείνη έφυγε κι από το υποκατάστατο χωρίς να ξέρει πως το είχε βαπτίσει υποκατάστατο.
Δοκίμασε την ζωή της.
ΣχΈΣΕΙς.
Τρίμηνες, τετράμηνες, εξάμηνες, σαν τις δόσεις των δανείων.
Πόρτες και παράθυρα που ανοίγουν και κλείνουν με θόρυβο...
Το όνομα του θύμιζε ήλιο, αυτόν τον ήλιο που της είχε φορέσει στο κεφάλι της κι αυτή του το γύρισε με σκοτάδι...
Πέρασαν ΄΄εξι ολόκληρα χρόνια.
Τον σκεφτόταν συχνά.
Γιατί καμμιά αγκαλιά δεν ήταν η δική του.
Γιατί κανένα άλλο σώμα δεν είχε κοινή μνήμη με του δικού της..
Δάκρυα στα πάρκα.
Στα σφαγεία.
Στην θάλασσα.
Τ δάκρυα την 'επνιγαν.
Δεν είχε κατάθλιψη, είχε λύπη.
Μια βαριά απίστευτη λύπη..
Αν γυρίζαμε το πλάνο σε εκείνον θα βλέπαμε ακριβώς την ίδια λύπη, το ίδιο κενό.
Μόνο που αυτός δεν κυνήγησε άλλα σώματα.
Σαν να ήξερε πάντα πως δεν υπήρχε λόγος...
Το έριξε στην δουλειά.
Αυτή έγραφε και φωτογράφιζε.
Έκανε μια μικρή έκθεση και προχώρησε στην έκδοση δυό βιβλίων...
Και ζούσε στην <<συνθήκη>> της.
Αυτός ασχολιόταν με την γη. Καλλιεργούσε και πουλούσε μόνος του.
.................................................................................................
Πέρασαν έξι ολόκληρα χρόνια.
Όλη την ημέρα είχε μια προαίσθηση περίεργη.
Πως ενώ αργόσβηνε η ζωή της κάτι θα συνέβαινε σήμερα και θα ξανααισθανόταν τον ήλιο.
Περπάτησε τον ίδιο δρόμο που κάποτε μαζί είχαν περπατήσει.
Άδεια, σαν καταραμένη σκιά περπατούσε χωρίς να αισθάνεται.
Ήξερε πως ήταν καταραμένη, να μην ευτυχήσει ποτέ της.
Κι έγραφε για να ξεχνά τον θάνατο.
Κι ενώ περπατούσε τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του.
Ήταν εκεί, μπήκε στα μελένια τους χρώματα.
Χύθηκε σαν αγρίμι μέσα τους..
-Αλίκη; Δεν μου μιλάς; Αυτό της είπε και στάθηκε μπροστά της .
Ψηλός και περήφανος πάντα.
Με υπόγεια κύματα από τα πόδια του μιας θερμότητας να τρέχουν στα δικά της.
Φιλήθηκαν στο μάγουλο.
Ο κόσμος έπαψε.
Ο χρόνος ξαναχύθηκε στην σιωπή.
-Με πλήγωσες αλλά δεν σε μίσησα ποτέ μου, πως θα μπορούσα άλλωστε;
Τον άκουγε και η πληγή άρχιζε να ανοίγει...
-Συγνώμη, ψέλλισε.
Κι έπειτα αυτός την ρώτησε γιατί ενώ ήταν τόσο όμορφη και γλυκιά όπως τότε είχε αυτήν την λύπη.
-Που την βλέπεις την λύπη; Του είπε και μπήκε στο αυτοκίνητο του για να την πάει όπου πήγαινε.
-Πίσω από τα μάτια σου, της είπε.
Όταν κάθισε δίπλα του της πήρε το χέρι και το φίλησε.
Τα μάτια του ήταν κάστανα με διαλυμμένο πράσινο, υγρά και έντονα.
Την έκαιγαν όπως τότε.
Άρχισε να την ρωτάει πως είναι.
Εκείνη απαντούσε αλλά τότε ακριβώς σκεφτόταν την πρωινή διαίσθηση της πως κάτι θα συνέβαινε.
Κι όταν άρχισε να περπατά στην αρχή του δρόμου πως κόμπιαζε σαν παιδί..
Κι είδε μπροστά της πως ήταν αυτός ο μόνος που την είχε στα αλήθεια αγαπήσει.
Οι άλλοι την ήθελαν γιατί ήταν πολύ ερωτική.
Κι ας μην είχαν κοινή μνήμη μαζί της...
Βούρκωσε.
Ένα δάκρυ σκούντηξε το μάγουλο της.
Έκλαιγε κι αυτός.Όταν της σκούπισε το δάκρυ το χέρι του έτρεμε..
................................................................................................
Ζούσαν στην <<συνθήκη>> τους όπως πάντα.
Αλλά τα επτά χρόνια ήταν πολύς καιρός.
Και τα έξι που άνοιξαν απότομα το στόμα τους κι άρχισαν να πεινάνε.
Τα φύλαξαν για λίγο...
-Μερικά πράγματα είναι καρμικά, της είπε κι οδηγούσε μαλακά.
ΘΥμήθηκε από πόσους γελοίους εραστές της είχε ακούσει αυτήν την φράση.
Και σκέφτηκε πως ετούτος ο άντρας που ζούσε στην γη και ζούσε από αυτήν είχε το μεγαλύτερο δικαίωμα να το πει αυτό από κάποιον που ζει σε ένα γραφείο.
Γιατί αυτός ήταν πιό κοντά στα αερικά των σύννεφων και του νερού από οποιονδήποτε άλλον.
Κι ίσως σκέφτεται πιό καθαρά από αυτόν που σκονίζει τις αισθήσεις του μέσα στα χαρτιά.
Γιατί συνήθως αυτά που διαβάζει τα καταπ'ινει και δεν ακούει τις αισθήσεις του μέσα στις γνώσεις..
..........................................................................................................
Ήταν μια παροσδόκητη συνάντηση.
Ήταν καρμική ίσως ίσως και να ήταν θέμα τύχης και μόνον...
Αλλά το σατόρι εκείνη την στιγμή, "της άνοιξε την ψυχή της.
Δεν έχουν όλα τα σώματα την ίδια μνήμη...


΄Σατόρι (βουδιστικός όρος για την φώτιση στο Ζεν.Είναι η κατανόηση. Μια βαθιά κατάσταση φώτισης...
 

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Η Μ. κοιτούσε τα αυτοκίνητα να περνούν βουίζοντας ΄΄εξω από τον κήπο του ιδρύματος των παιδιών σε εγκατάλειψη.
Έλεγε μέσα της (κάποια μέρα θα βγώ και θα σας γαμήσω όλους).
Έσφιγγε τα κάγκελα με τα χέρια της ώσπου τα δάχτυλα της να ασπρίσουν.
Λίγα χρόνια πριν έρθει εδώ, σε αυτό το κάστρο του πόνου, η μάνα της με την αδελφή της έβαζαν τις κόρες τους στο διπλανό δωμάτιο, έκλειναν την πόρτα και δέχοντ...αν άντρες διαδοχικά, τα δυό κορίτσια έμεναν βουβά και λίγο μετά ανακάλυπταν παιχνίδια για να ξεχάσουν τις φωνές από το διπλανό δωμάτιο.
Το ψυγείο δεν είχε τίποτε φαγώσιμο τα πρωινά, έπαιρνε πάστα ντομάτας και την άλειβε στο ψωμί.
Μετά κατέβαινε μόνη της κάτω στον δρόμο και σε ένα πνιγμένο υπόγειο παρακολουθούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα να κοιτάζει τηλεόραση.
Μασουλούσε σιγά σιγά το ψωμί και σκεφτόταν (μια μέρα θα σας γαμήσω όλους).
Όταν πια βγήκε από το ίδρυμα, δεν γάμησε κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό της, ώσπου κατάλαβε πως αυτό ήταν μια μονότονη κίνηση επανάληψης με τον ίδιο αποδέκτη.
Κι άρχισε να ενδιαφέρεται πραγματικά για τον εαυτό της και τους άλλους μετά΄από αρκετά χρόνια.
Μεγάλωσε σιγά σιγά ανακαλύπτοντας πως ανοίγοντας το όστρακο βρίσκει κανείς το μαργαριτάρι.
Και συνάντησε ανθρώπους που δεν μεγάλωσαν ποτέ, μόνο ψήλωσαν...
Δεν αφορούσε αυτή η διαπίστωση γυναίκες ή άντρες κατά αποκλειστικότητα.
ΚΟυρέλια γίνονται άνθρωποι και άνθρωποι γίνονται κουρέλια.
Ο καθένας έχει μια ιστορία.
Και σπάνια κάποιος έχει διάθεση να την ακούσει.
Να καταλάβει τις αιτίες και τις αρετές.
Προσπερνούμε αδιάφοροι σε μια πέτσα χοντρή που λέγεται εγωισμός.
Πολύ κοινότυπο θα μου πεις, φυσικά θα σου απαντήσω.
Όμως δείξε μου πόσους ανθρώπους ξέρεις που ενώ όλα γύρω τους σαν παιδιά τους έκρυβαν τον ήλιο λούστηκαν τελικά στο φως του..
Κι έπειτα εγώ θα σου δείξω ανθρώπους που σαν παιδιά μεγάλωσαν σε παράδεισους κι απολαύσεις και λούστηκαν τελικά στο φως του ήλιου.
Ας το πούμε απλά.
ΔΕν μας εντυπωσιάζουν τα κοινότυπα γιατί αλλού έχουμε σκαλώσει...
Η περαστική εντύπωση ενός τυχοδιώκτη, κάποιες φορές έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ένα παιδί που μεγάλωσε στα σκατά αλλά έγινε άνθρωπος.
Μα κι αυτό θα μου πεις, είναι κοινότυπο.
Ενώ ο παραλογισμός και η βλακεία καλα΄κρατούν ψάχνουμε την ζωή σαν στιβαγμένες σκιές στον απόπατο.
ΚΙ αυτό δεν έχει πια ενδιαφέρον...

(Κοινοτυπίες)
Τα απολύτως απλά.
Η φαντασία.
Η βροχή και τα αρώματα της.
Η μυσταγωγία του άγνωστου.
Η έλλειψη χυδαιότητας.
Η Φαντασία.
Το ένστικτο.
Ο άντρας.
Η γυναίκα.
Το ερωτικό κάλεσμα....
Η δίψα.
Η ανάγκη της μη επανάληψης.
Το ένστικτο.
Κι έπειτα μια εικόνα.
Ένα φιλί στον λαιμό της.
Ένα σταθερό χέρι στην μέση της.
Ενώ η βροχή θροίζει ήδη απαλά τα δόντια της.
Το ερωτικό κάλεσμα, ο πρώτος αυτόματος οδηγός ανάμεσα σε δυό ανθρώπους συνήθως διαγράφει την εξέλιξη...

(Βροχόλογα)
Ο άντρας, με το λευκό πουκάμισο, ήταν χωμάτινος κι ας έσερνε γύρω του φωτιά. Ένα χαμόγελο άνοιγε σαν βεντάλια στο πρόσωπο, δίπλα στο στόμα γραμμές έντονες, τα χέρια μονίμως κινητικά και με αδιόρατες πικρόγλυκες ρυτίδες αισθησιασμού στις παλάμες.
Η γυναίκα έκαιγε από καιρό.
Είχε θάψει από καιρό τις πλάνες και τις ήττες τους.
Μόνο οι τελευταίες είχαν αφήσει λίγες κουκίδες λύπης γύρω από τις κόρες τω...ν ματιών της αλλά είχαν εκτοξεύσει και μικρούς πίδακες χαράς γιατί καμμία ευτυχία δεν χτίζεται από πλάνες τυφλές και άχαρες.
Είδε τα μάτια του που έκαιγαν.Μαύρες καταγίδες πριν την νηνεμία.
Το χαμόγελο.
Το λευκό πουκάμισο.
Την παιδική του αφέλεια και την αντρική μελωδία.
Είδε πως κάτω από τα σπλάγχνα του έκρυβε κι αυτός πληγές.
Εκείνο το χαμόγελο τις έκρυβε απαλά, τους είδε δώσει ένα μικρό καταφύγιο να κρύβονται και να μην τον ξυπνούν.
Τον κάλεσε στο νυχτερινό της όνειρο.
Έτσι έκανε πριν δοθεί σε κάποιον, πριν αφεθεί στο ερωτικό κάλεσμα.
Κι αυτός την είδε εκείνο το βράδυ, είχε πέσει ζαλισμένος στα σεντόνια του από το αλκοόλ και κάτι μνήμες που του έσκιζαν το στήθος.
Είχαν μεταμορφοθεί σε δράκους.
Ριγμένοι σε μια κόκκινη έρημο με ένα φεγγάρι που σου σκιζε την ψυχή από το ουρλιαχτό του.
Στην αρχή αναμετρήθηκαν στο ένα μέτρο απόσταση.
Εκείνη αντιλήφθηκε τις πληγές του, του έδειξε τις δικές της χωρίς καθυστέρηση.
Μισοί άνθρωποι, μισοί δράκοι.
Άρχισαν να γλείφουν ο ένας τις πληγές του άλλου.
Οι ανάσες τους ζέσταιναν τα βουνά γύρω από την έρημο.
Καθώς η γλώσσα κινούνταν ενδοδερμικά οι φολίδες τους έκαναν έναν κροταλισό ρυθμικό θόρυβο.
Το φεγγάρι έτριζε.
ΣΙΓΆ σιγά καθώς ο πόνος της παλιάς πληγής απομακρυνόταν άρχισαν να παίρνουν μορφή ανθρώπινη.
Κεφάλι,
Ώμοι.
Χέρια.
Κοιλιά.
Γεννητικά όργανα.
Μόνο τα πόδια κι οι ουρές έμειναν μεταμορφωμένες.
Αλλά ο πόνος είχε φύγει.
Η οδύνη γινόταν έρωτας.
Ενωμένοι πια με φύλα και στόμα χτυπούσαν τις ουρές τους με θόρυβο και ένταση.
Γύριζαν σε μια ρουφήχτρα πάνω από την άβυσσο.
Μπλε κεραυνοί τράβαγαν κάθετες γραμμές ηλεκτρικές στον ουρανό.
Ο έρωτας πάντα ξαφνιάζει.
Οι κεραυνοί σχημάτισαν ένα γράμμα. Το Γ κι ύστερα ένα Ο.
Το Ο, αυτός ο κύκλος της τελειοποίησης.Της ένωσης .
Το Γ σαν μισή πόρτα.
Εκείνη ήταν ολόκληρη , η γυναίκα ήξερε τις μεταμορφώσεις.
Αυτός ,καθώς έμπαινε μέσα της και σπαρταρούσε πέρα από τα ανθρώπινα όρια, αυτός, της έλεγε στο αυτί,
( Μάγεψε με, κάνε μου μάγια όπως εσύ ξέρεις, όμως μόνο σε μένα).
Κι εκείνη δεν τον άφησε στιγμή να καταλάβει πως όλα αυτά γίνονταν σε ένα 'ονειρο.
όταν τελείωσαν σπαραχτικά από την ένταση σαν να λιωσαν τα σπλάγχνα τους και σαν να πήρε φωτιά και το μυαλό τους, τότε μια μπάλλα ενεργειακή κύλισε γύρω από το κρεβάτι τους, ήταν λευκή και παλλόμενη, στάθηκε λίγο δίπλα τους και μετά εξαφανίστηκε.
Δεν χρειαζόταν προστασία.
Ο έρωτας είναι μια δύναμη σπαρακτική.
Ξύπνησαν κι οι δυό σε έναν υγρό κόσμο.
καθένας μακριά από τον άλλο...
Έξω από αυτούς χάραξε το Φθινόπωρο.
Κι εκείνη τον ονόμασε έτσι, ο Φθινόπωρος.
Ήταν από χώμα κι εκείνη καιγόταν από καιρό.
Κι οι δυό καίγονταν καιρό τώρα...
Η ευδαιμονία πάλευε να απλώσει την καρδιά τους.
Δεν άργησε πολύ...

( Ο Φθινόπωρος)
Η αίσθηση απλώνει. Απλώνεται.
Το στόμα..Στο στόμα.
Το στόμα είναι γλώσσα, δόντια και κόκκινη σάρκα.
Η αίσθηση απλώνεται πάνω του, το στόμα δεν είναι μόνο αυτά, είναι όλος ο κόσμος.
Αν ο κόσμος μιλούσε με το στόμα της Αφροδίτης θα ήταν ερωτικός και ευαίσθητος.
Σαν μιλάει με το στόμα ενός παγκόσμιου δικτάτορα ο κόσμος σφραγίζει σαν φυλακή.
Η φωνή του είναι κρυστάλλινη σαν δέκτης της θάλασσας.
Πετάε...ι τις λέξεις καθαρές.
Ατόφιες σαν το πέταγμα των πουλιών.
Εκείνος τις κάνει ατόφιες.
Το στόμα μιλάει αλλά και σωπαίνει, ζητά να ακούσει και το άλλο στόμα.
Ναι.
Μιλάνε μαζί και ακούνε.
Τα στόματα μιλούν ενώ ο ουρανός κοκκινίζει.
Η γλώσσα περνά πίσω από τα δόντια.
Ζητά να ρουφήξει το άλλο στόμα.
Δεν είναι μανία, δεν είναι μια απλή επιθυμία.
Ο πόθος είναι αρχαίος.
Η αναζήτηση είναι. Ενός ήρεμου κρυσφύγετου στον κόσμο.
(Μίλα μου αγάπη μου), θέλει να πει εκείνη.
(Να ξεχάσουμε αυτό που ουρλιάζει γύρω μας) θέλει να πει αυτός.
Το στόμα.
Η φωνή.
Μια κιθάρα υπνωτίζεται. Κάποιος χαροπαλεύει σε ένα κρεβάτι.
Μα πες μου, ποιός; πΟιός φίλησε ένα στόμα από βατόμουρο;
Ανοίγει, κλείνει, κλείνει, ανοίγει.Το στόμα.
Γίνε εύθραστος.
Πως θα με καταλάβεις αλλιώς;
Εγώ θα γίνω στόμα. Από βατόμουρο.
Να σε βάψω κόκκινο.
Μετά πορτοκαλί.
Μετά θα απλώσει η αίσθηση των χρωμάτων, ναι, τα χρώματα έχουν μυρωδιά.
Μυρίζεις μπλε μετά από την αναζήτηση μου.
Ψάχνω.
Σαν ιχνηλάτης.
Μετά το μπλε της απουσίας γίνεται πράσινο, το πράσινο σπάει, εξαφανίζεται,,,
Φυσικά πετάμε , ξέρουμε να κρατάμε τα φτερά μας λαμπερά και γερά.
Σου μιλάω.
( Μίλα μου, αγάπη μου).
Τι να κρατήσει από τις λέξεις;
Περπατάει γρήγορα, η γυναίκα έχει τα χέρια γύρω της.
Την βλέπω.
Είναι εύθραστη.
Πως αλλιώς θα την καταλάβεις;
Και έχει ένα στόμα από βατόμουρο.
Στο κάδρο της μένει το στόμα της.
και το δικό του.
Η αίσθηση απλώνει.
Απλώνεται.
Τίποτε δεν έχουμε ζήσει ως τώρα, ακούς;
Προχωρώ με την γυναίκα.
Είμαστε καταστροφικές, είναι γιατί αναζητήσαμε τόσο πολύ την ευτυχία.
Η ευτυχία είναι παντού, εμείς την είδαμε να έρχεται και να φεύγει.
(Μίλα μου, αγάπη μου)...

( Ο μονόλογος, του στόματος από βατόμουρο)
Ένα αντρικό στήθος κι ένα χέρι βρίσκονται στο δωμάτιο.
Σε ελεύθερη πτήση, όπως κάποτε ένα καναρίνι που το έλεγα Τζόνυ και ερχόταν μόνο του στον ώμο μου ενώ πετούσε πάνω από την βιβλιοθήκη.
Το χέρι δείχνει και χαιδεύει.
Απλώνει σεντόνια και με χαιδεύει.
Μου φέρνει βιβλία και βινύλια.
Μου δείχνει το πρόσωπο μου στον καθρέφτη.
Του λέω να παίξει πιάνο κι ακούω κουφές αόρατες μελωδίες.
Το στήθος γελάει... στέλνοντας αίμα .
Φωνάζει για το νεκροταφείο των ζώων.
Τόσοι θάνατοι για το ανθρώπινο είδος.
Και χωρίς ένα ρέκβιεμ.
Το στήθος λέει πως ξέρει την αγάπη. Πως ο ηδονισμός μένει συνεχώς ανικανοποίητος.
Το στήθος γίνεται μαξιλάρι, τις νύχτες για να κοιμηθώ μου διαβάζει άγια ποίηση.
Αυτών που δεν θα ξαναγεννηθούν ποτέ ξανά ίδιοι.
Ακουμπάω πάνω του σαν νερό, κυλάω πάνω του ενώ ο κόσμος δεν πετά χαρταετούς.
Δεν κοιτάζει την μπάλα των παιδιών που ξεφούσκωσε.
Δεν κοιτάζει τα δάκρυα στο μετρό, δεν ακούει μουσική εκστατικός.
Δεν κοιτάζει την μαγεία των πραγμάτων, άκουσε τους αρρώστους λίγο πριν πεθάνουν και τους στρατιώτες με τα κομμένα μέλη, ξέχασε πως η μαγεία υπάρχει κι είναι παρούσα κάθε στιγμή που θα την ζητήσεις.
Το στήθος με κρατάει όρθια.
Πίσω του υπάρχει η καρδιά που δεν θέλει να σταματήσει.
Ξέρει πως ΄παιδί έμαθα να πηδάω πάνω από φωτιές.
Πως σαν έφηβος κρατούσα πάνω μου ένα στιλέτο γιατί κουβαλούσα τους παιδικούς μου φόβους.
Το χέρι μου μεγαλώνει την αίσθηση της αφής. Με χαιδεύει ώρες ατέλειωτες ώσπου η αίσθηση φεύγει από εμένα και την γυρνώ παντού κι όπου υπάρχει η ανάγκη της .
Παίζει μια φούγκα όταν είμαι λυπημένη.
Μπαίνουμε σε εκκλησίες γιατί θέλουμε να μείνουμε μόνοι.
Να μπούμε στα κύματα μιας εκστατικής γαλήνης.
Τους Χειμώνες μου βάζει γάντια για να μην κρυώνουν τα χέρια μου.
Στις εκδηλώσεις της πόλης είναι στην τσέπη μου.
Πάμε σε μπαράκια και γράφουμε λέξεις κι οι άλλοι μας κοιτούν ειρωνικά.
Αλλά το στήθος μπαίνει μπροστά μου και δεν διακρίνω την ασχήμια των σκέψεων. Δεν χρειάζομαι άλλη ασχήμια.
Καμμία στιγματισμένη πραγματικότητα.
Αγαπούσα πάντα τους μοναχικούς καβαλάρηδες κάτω από το φεγγάρι και τον ήλιο.
Το στήθος και το χέρι είναι αληθινά.
Κι ας μην υπάρχουν σαν πραγματικότητα. Εξάλλου άλλο είναι η αλήθεια κι άλλο η πραγματικότητα.
Τις μεγάλες ώρες χορεύουμε μαζί.
Το στήθος, το χέρι κι εγώ.
Πίνουμε ποτάμια με λευκούς κύκνους και νούφαρα.
Περιττές οι αμφισημίες..
Δεν χρειάζονται καμμιά εκδήλωση χαράς μου για την ύπαρξη τους στην ζωή μου.
Μα τι παράξενο! Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς μπήκαν στην ζωή μου.
Η πυκνότητα των γεγονότων πολλές φορές αδρανοποιεί την μνήμη .
Και κάποια κομμάτια της ζωής μας γίνονται βίαια συγκινητικά.

(Το αντρικό στήθος και το χέρι)
Ο Οκτώβριος ,δεν εργάζεται σε καμμιά εταιρεία και δεν συστεγάζεται σε κανένα γραφείο.
Του αρέσει να διέρχεται τους βρεγμένους δρόμους, να ταίζει περιστέρια και να αγοράζει με ένα σαρδόνιο χαμόγελο κάποιο λαχείο, αυτό ίσα ίσα για να κάνει τον λαχειοπώλη να ΄κάνει μια ευχή γελώντας του.
Είναι ψηλός, ωραίος άντρας και κάπου στο βάθος της καρδιάς του κρατά μια κόκκινη κλωστή που γυρεύει να βρεί την άλ...λη άκρη της σε μια γυναίκα.
Σκέφτεται, πως σε ολόκληρη πόλη, δεν μπορεί, κάποια γυναίκα θα βρίσκεται που ψάχνει με τον ίδιο τρόπο.
Κατά τα λοιπά, πίνει αρκετά αλλά χωρίς συνέπειες.
Τούτο σημαίνει, πως δεν βγάζει χολή στους άλλους πίνοντας, δεν βρίζει, δεν επισημαίνει τον εαυτό του σαν κάτι περισσότερο σπουδαίο από μια σταγόνα βροχής που επιβίωσε επάνω σε ένα τζάμι.
ΕΊΝΑΙ αλάνθαστα ερωτικός. Ευγενικός πέραν της ευπρέπειας αλλά κι αρκετά ευαίσθητος ώστε να υπερασπίζεται τους αδύναμους τούτου του κόσμου.
Αγαπιέται γιατί αγαπάει.
Μένει σε ένα ρετιρέ που ένα τηλεσκόπιο τον βοηθάει να βλέπει τα αστέρια και να τους δίνει ονόματα.
Κάνει πολλές σχέσεις,΄αυτό στο όριο πως αν κάνεις έρωτα πάνω από τρείς φορές τότε δημιουργείς σχέσεις.
ΤΙς αγαπάει και δεν τις βαριέται.
Ώσπου να βρεί την μία, αυτήν που θα ακούει τα πνευστά και θα πίνει ουίσκυ στην αγκαλιά του αραδιάζοντας του ιστορίες που θα πλάθει εκείνη την στιγμή.
Του αρέσει να φορά παλτό από κασμίρι και να τυλίγεται σε κασκόλ χουχούλικα τις κρύες νύχτες.
Λατρεύει τον κινηματογράφο και τα βιβλία.
Τα μαλλιά του είναι σπαστά και καστανόξανθα.
Έχει έναν διάχυτο αντρισμό στο πρόσωπο του.
Αν έκανε κάποιο επάγγελμα θα ήταν αντικέρ καθώς δεν σου είπα, αγαπά τα παλιά πράγματα και ψάχνει την ιστορία που κουβαλάει το καθένα πάνω του.
Τα μαλλιά του είναι μαλακά σαν μετάξι, τα δένει με ένα μαύρο λάστιχο.
Δεν σου είπα, έχει κι έναν σκύλο που τον λέει Τσαρλς, καθώς αγαπούσε πολύ στην εφηβεία του τον Μπουκόφσκι.
Θέλεις κι άλλα για να τον λατρέψεις;

(Οκτώβριος)
'Αλλαξε ο καιρός, οι γάτες επιδέξιες και διαισθητικές μου μίλησαν το πρωί γι αυτό το ζήτημα.
Της αιφνίδιας αλλαγής του καιρού.
Ακροπατώντας, μπήκα στο δωμάτιο μου και ρούφηξα λίγες ακτίνες του ήλιου στα άκρα μου, καλή σύσταση ενός νεκρού συγγραφέα που συνάντησα στο γνωστό βιβλιοπωλείο το μεσημέρι.
Μπήκα στο μπάνιο. Σανταλόξυλο και ρόδο και πίσω λίγο πατσουλί ανακάτεψα με το νερό.
Δεν ξέρω γιατί α...λλά θυμήθηκα τον Μόρρισον και <<τα νέα πλάσματα>>.
Άκου, έχω σοβαρές ενδείξεις πως αγαπούσε το κορίτσι του.
Η Παμελα με τα κόκκινα μαλλιά.
ΠΕθύμησα ολόψυχα αυτούς τους ανθρώπους, αυτούς που δεν μυρίζουν ανθρωπίλα αλλά μυρίζουν χρώματα.
Δεν μπορεί, κάπου θα υπάρχουν..
Έλεγε ο Τζιμ,
(Η θεωρία λέει ότι η γέννηση πρακινείται
από την επιθυμία του παιδιού
να εγκαταλείψει την μήτρα.
Αλλά στη φωτογραφία
ο λαιμός ενός αγέννητου αλόγου
τεντώνεται προς τα μέσα
ενώ τα πόδια είναι αδειασμένα έξω).
Κινηματογραφική ποίηση του 1969.
Αυτός ο κόσμος με κουράζει, είναι λίγες οι φορές που αναζητώ την φυγή μου στην μήτρα, εκεί προς τα πίσω
Αλλά ξέρω,
όλα θα είναι ίδια όποτε και να ξανάρθω.
Ο Φιοντόρ είχε περιγράψει με τέλειο τρόπο την κόλαση του ανθρώπου.
Αυτήν που επαναλαμβάνεται με την πίστη ενός σκύλου...
Εγώ πάλι παρακολουθώ τα γεγονότα,
τα όρθια κτήνη να βγαίνουν έξω και να βρίζουν, αυτά τα πανηλίθια πλάσματα που δεν έσπασαν το τσόφλι του αυγού τους για να βγουν έξω,
αυτό τους βολεύει, αυτό τους θεριεύει, αυτό, πως τράφηκαν από το ίδιο τέρας και δεν έσπασαν ούτε ένα εκατοστό από το τεράστιο κατάμαυρο αυγό τους.
Αν το έκαναν θα τυφλώνονταν από το φως κι αυτό δεν το αντέχουν..
Ακούω τον Τζιμ καθώς περιγράφει την Αμερικάνα πόρνη που εξελίχτηκε άψογα σε νταβατζή..
Αυτούς που πεθαίνουν χωρίς υγεία.
Κι αυτοί που έχουν υγεία να πεθαίνουν χωρίς αγάπη.
Θα το λέω κάθε ημέρα.
Αγαπήσου.
ΠΩς ΑΛΛΙΏς ΘΑ ΡΘΟΎΝ ΤΑ ΝΕΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ;
Εντάξει, όποτε έρθουν...
Φεύγω τώρα καλέ μου φίλε,
θα ξανακούσω κάτι από την λατρεμένη μου ταινία,
αλήθεια, θυμάσαι τίποτε;
Να θυμάσαι,
δεν διαθέτω μόνο αγάπη,
έχω τα κότσια και να την υπερασπιστώ...
Αν δεν είναι δέντρο για να απλώσει κάτω από την φτερούγα του κι άλλους ανθρώπους της κόβω τα πόδια και φεύγω.
Χρειάζεται και να φεύγεις..
Άσε με τώρα,
άκου αυτόν τον μικρό διόλογο και θυμήσου τα όλα....

2-10-2013
Ο άντρας με τον κανελί σκύλο ανέβαινε έναν λοφίσκο γεμάτο πεύκους , Στην κορυφή του δρόμου , βρισκόταν το σπίτι του.
Κάποια στιγμή ,ακριβώς από πίσω του, άκουσε ένα γυναικείο λαχάνιασμα.
Γύρισε και είδε μια ξανθιά γυναίκα που του χαμογέλασε ανάλαφρα.
Είχε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο και μάτια που κάποτε, πρέπει ήταν κεντριά.
Το βλέμμα της στάθηκε σε ένα μέρος της σπονδυλικής του στήλης κι ένα άλλο σ...τάθηκε σε μια από τις φλούδες της καρδιάς του.
-Μένετε εδώ; Ψάχνω την οδό...του είπε και έδιωξε από τα μάτια της μια φράτζα.
-Ναι, ειστε στο σωστό σημείο, μόνο που χρειάζεται να μου πείτε τον αριθμό που θέλετε, γιατί τα νούμερα πηγαίνουν ανάποδα εδώ..της απάντησε, και ο σκύλος που τον έλεγαν Ρεξ άρχισε να βαριέται και πήγε προς το μέρος της.
Την μύρισε και κάθισε δίπλα της ακίνητος.
-ΧΑ χα , πρώτη φορά το κάνει αυτό, συνήθως ζηλεύει τις γυναίκες, τι λέτε πάμε μαζί εκεί που θέλετε; Ο Ρεξ δεν θα ήθελε από ότι βλέπω να σας αφήσουμε να περπατάτε άσκοπα.
-Με μεγάλη μου χαρά, είπε η γυναίκα κι έτεινε το χέρι της λέγοντας, Μαργαρίτα, εσείς;
-Ιάσωνας, χάρηκα πολύ Μαργαρίτα.
-Μυρίζει η χτεσινή βροχή, είπε εκείνη χαμηλόφωνα, πολύ όμορφα είναι.
-Ναι, απάντησε ο άντρας και είδε τον Ρεξ να προχωρά δίπλα της.
-Μου θυμίζεις μια φράση του Έρμαν Έσσε, Μαργαρίτα, από το μυθιστόρημα Ντέμιαν..
-Αλήθεια; Αγαπώ πολύ αυτόν τον συγγραφέα και ειδικά αυτό το έργο του, τι παράξενο! Ποιά φράση ακριβώς;
-Δεν γύρευα τίποτ άλλο από το να προσπαθώ να ζω σύμφωνα με ότι πιό αληθινό υπήρχε μέσα μου. Γιατί ,άραγε τόσο δύσκολο;
Η γυναίκα εντυπωσιάστηκε. Στάθηκε ακίνητη και τον κοίταξε έντονα. έμοιαζε σαν κάποιος να σκηνοθετούσε μια σκηνή από πριν.Βασικά έμοιαζε σαν κάπου να τον ήξερε. Σαν να ήταν κάποτε κλεισμένοι σε μια γυάλινη μπαλλα του χρόνου και κάπου ενώ στριφογύριζαν μαζί η μπάλα σταμάτησε ανγκάζοντας τους να απομακρυνθούν.
Ήξερε ακριβώς τι θα του πει με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα..
-Κάθε ανθρώπου η ζωή είναι ένας δρόμος μέσα στον εαυτό του, μια προσπάθεια να βρει κάποιο δρόμο, το ίχνος ενός μονοπατιού.
΄Κανείς ποτέ δεν υπήρξε ολότελα ο εαυτός του, ωστόσο ο καθένας αγωνίζεται να το πετύχει, και ο κουτός και ο ευφυής, όσο καλύτερα μπορεί.
Τα μάτια της πετούσαν φωτιές.
ΚΙ εκείνου επίσης.
-Δεν μου έχει ξανατύχει κάτι τέτοιο, είπε με τον Ρεξ να πηδάει στον αέρα δίπλα του λες και καταλάβαινε κάτι από αυτό το ιδιαίτερο γεγονός.
-Ούτε εμένα, να σου πω κάτι; Δεν θα πάω εκεί που ήθελα αρχικά, προτιμώ να πάμε μια βόλτα οι τρείς μας, μπορείς;
Συμφώνησε με μια χαρά που δεν κρυβόταν κι άρχισαν να περπατάνε.
Καθώς περπατούσαν κι άκουγαν τις ανάσες τους σκέφτονταν ταυτόχρονα πως δεν ήταν το παράξενο η αγάπη στον ίδιο συγγραφέα.
Ήταν πως πολύ τελευταία είχαν αποφασίσει να αφεθούν χωρίς προλήψεις και ενδοιασμούς στην καθημερινή μαγεία των πραγμάτων, ακόμη κι αυτών που φαίνονταν ασήμαντων...
Λίγα λεπτά καθυστέρησης στο μετρό εκείνη και λίγα λεπτά να μην καθυστερούσε ο Ρεξ μυρίζοντας ώσπου να αποφασίσει που θα μαρκάρει την περιοχή του, πιθανόν να μην ειχαν βρεθεί.
Έμοιαζε σπουδαίο σαν γεγονός.
Ακόμη πιό σπουδαίο ήταν πως το ήξεραν, ήξεραν την σπουδαιότητα του γεγονότος..
Κάποια πράγματα είναι να γίνουν, κάποια άλλα όχι.
Επίσης σπουδαίο είναι να διακρίνεις πίσω από αυτά που φαίνονται ασήμαντα την μαγεία.
Τίποτε τελικά δεν είναι τυχαίο ή τουλάχιστον έτσι έχει διαπιστωθεί για να μην είμαστε απόλυτοι από τους περισσότερους...
Στο μεταξύ από τους ιδρωμένους πόρους του δέρματος τους έβγαινε ένα πολύ ωραίο άρωμα. Το μύριζαν κι οι δύο και αναστατώνονταν.
Μυστικά για να μην κάνουν θόρυβο με κάποια κίνηση και σπάσει ο αόρατος κρίκος της μαγείας...

(Μιλώντας, για την καθημερινή μαγεία των πραγμάτων..)
Δεν σε ξέχασε ποτέ.
Μπορεί να το ξέρεις, καθώς κοιτάς την φωτογραφία της. Εκείνη επιμένει πως καταλαβαίνει τις σκέψεις σου, τις γεμάτες ένταση ώρες.
Της είπα, άκουσε Έλλη , αυτά που λες ,είναι πέραν της λογικής.
(Και ποιός σου είπε πως εμείς οι δυό υπήρξαμε ποτέ λογικοί; Αυτή η παραδοξολογία της λογικής πάντα μας άφηνε αδιάφορους).
Αυτό μου απαντά και μπορώ ως ένα σημείο να το καταλάβω.
Δεν ξέρω π...όσο μπορώ να καταλάβω και πόσο μπορώ να μου επιτρέψω, δεν θέλω να παραβιάσω ιδιωτικές υποθέσεις.
Δεν σε ξέχασε ποτέ. Ισχυρίζεται με αληθινή πειθώ πως όταν σε σκέφτεται ένα ωστικό κύμα την πετάει στην ακτή.
Πως αφέθηκε μαζί σου πολύ πιό μακριά από έναν Ωκεανό.
Μετά τον Ωκεανό.
Μαζί σου άρχισε να αλλάζει, να μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο.
όχι άλλο από αυτό που είναι.
Αυτό που ήταν πάντα και δεν το ήξερε, που δεν το άκουγε όσο και να της το έλεγαν οι άλλοι.
Ποτέ δεν υπήρξατε μαζί. Κι όμως η επίδραση σου ήταν καταλυτική.
Έχουν περάσει κοντά δυό χρόνια.
Κι όμως, μου περιγράφει την συνάντηση σας σαν να συνέβη χτές.
Πέρασε δύσκολα όταν σε έβγαλε υποτίθεται από την ζωή της, την συνέχισε με ανθρώπους που κανείς δεν της ξυπνούσε την αξία της αφοσίωσης. Του θαυμασμού. Του μεγάλου έρωτα.
Αισθάνθηκε πολύ αδύναμη.
Εκτέθηκε σε κινδύνους που αφορούσαν την υγεία της. όΜΩς τα πέρασε, τώρα είναι πιό δυνατή από ποτέ.
Μου λέει πως κρατάει πια κι ένα σπαθί στο χερι και κόβει τα ανθρώπινα αγκάθια, τα κατακάθια ενός 'αχρηστου πικρού βίου, όταν συναντάει τέτοιους ανθρώπους φεύγει μακριά.
Και μετά δεν θυμάται ούτε την σκιά τους...
Δεν θέλησε, μου λέει, ποτέ να ΄σε πιέσει, και να σε κάνει να καταλάβεις με τεχνάσματα ,τον μεγάλο έρωτα που της ενέπνευσες, και την αφοσίωση.
Ξέρω, καταλαβαίνω, είναι καταστάσεις που δεν συμβαίνουν συχνά.
Δεν βρίσκεται κάθε ημέρα μια εξοντωτική δύναμη να σε πετάει έξω από τα λεπτά όρια σου και να εκτεθείς απέναντι σε έναν άνθρωπο.
Να βγάζει ρίζες σαν δέντρο μέσα σου και να τον κουβαλάς με τόση τρυφερότητα για να μην σπάσει και διαλυθεί.
Ακόμη ισχυρίζεται πως σε ήξερε από πριν.
Είναι από αυτά που ο άνθρωπος τα ονόμασε μοίρα για να προσδώσει την άγνωστη φύση της δύναμης του ανθρώπου.
Την βλεπω συχνά,
μπαίνει σε σχέσεις που δεν τις διατηρεί μόλις αρχίσει και χλομιάζει η σωματική ένταση,
της τονίζω πως βρίσκεται στην πιό λαμπερή εκδοχή της, κι αυτή μου λέει κοιτώντας με κάτω από τις πυκνές βλεφαρίδες της πως αυτό οφείλεται σε εσένα.
Να σου πω κάτι;
Είναι η πρώτη φορά που πιστεύω κάτι που δεν έχει καμμία λογική.
Γιατί πως γίνεται να μην συνυπάρχεις με κάποιον άλλον και να πιστεύεις πως υπάρχετε μαζί;
Μοιάζει ολότελα παράλογο. Ένας ψυχολόγος θα μας αποδείκνυε με επιχειρήματα πως όλα αυτά είναι στο μυαλό της.
Κι όμως, αν μπορούσα να διαβάσω τις μυστικές του σκέψεις ίσως να έβλεπα πως κι αυτός σημαδεύτηκε κάποτε από μια δύναμη τέτοια, χωρίς λογική και ελεγχο.
Και τώρα χρειάζεται να μάθεις και κάτι ακόμη.
Αυτήν την γυναίκα την αγαπώ λίγο πριν σε γνωρίσει.
Αλλά η παρουσία-απουσία σου δεν με άφησε ποτέ να της το ομολογήσω.
Όχι εξαιτίας του φόβου μιας απόρριψης.
Αλλά γιατί προτίμησα να είμαι δίπλα της σαν φίλος.
Είναι παράξενο , δεν σε ξέρω, αλλά μας κρατά και τους τρείς μας ένας αόρατος κρίκος.
Εσύ μέσα στην άγνοια των πραγμάτων μοιάζει να είσαι ο πιό άνετος.
Δεν θα σου πω κάτι άλλο.
Δεν ξέρω για εσένα.
Πάντως η Έλλη κι εγώ είμαστε τυχεροί μέσα στην άδικη ίσως μοίρα.
Η ειμαρμένη μας μοιάζει σαν πεταλούδα που υποφέρει από ίλιγγο.
Υποφέρουμε, πάσχουμε αλλά συνεχώς αλλάζουμε.
Κι η τελική μεταμόρφωση μας σίγουρα δεν θα είναι κάτι στατικό.
Ο άγνωστος φίλος σου
Κ.Χ

(Η επιστολή, αφορά μια πεταλούδα που υποφέρει από ίλιγγο)

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ήμουν έξω από το σπίτι μου, είχα τα κλειδιά στο χέρι, έτοιμη να ανοιξω για να μπω
όταν ένα φρικτό κρώξιμο έσκισε τον ουρανό πάνω από το κεφάλι μου.
Λευκά βαμβάκια από ΄συννεφα ταξίδευαν άτακτα κι η λάμψη του ήλιου, εδώ στις Κυκλάδες, για λίγο με τύφλωσε.
Μόλις τα μάτια μου συνήθισαν, αναζήτησα την πηγή της εφιαλτικής φωνής.
Ένα τεράστιο μαύρο πουλί με κίτρινο ράμφος έσκιζε τον ουρανό κρώζοντας.
Διέσχιζε τον ουρανό πιάνοντας έναν αρκετά μεγάλο όγκο και στο διάβα του τα σύννεφα άρχισαν να διαλύονται ώσπου ο ορίζοντας καθάρισε απότομα.
Το πουλί συνέχισε να πετά κι έδινε την αίσθηση ενός εχθρού, σαν στρατεύματα σταλμένα από την μυθική κόλαση να περνούσαν πάνω από την γη έχοντας για αρχηγό αυτό το κατάμαυρο πουλί.
Έβαλα τα χέρια μου γύρω μου φοβισμένη και ταραγμένη περιμένοντας την στιγμή που θα εξαφανιζόταν από το οπτικό μου πεδίο.
Στο μεταξύ γύρω μου όλα είχαν παγώσει από ήχο, πουλιά μικρά δεν ακούγονταν και τα τζιτζίκια απότομα είχαν πάψει. Μια νευρική ακινησία πριν το μεγάλο κακό. Κι άρχισα να περιμένω χωρίς να ξέρω τι.
Την στιγμή εκείνη, φάνηκε στον ουράνιο θόλο ένα μικρό λευκό πουλί που άρχισε να πετάει σαν να έχει χαρά. Μου μετέδωσε απότομα μια αίσθηση ελευθερίας και παιδικής αλήθειας, όλα αυτά σαν αισθήσεις έμπαιναν σιγά σιγά μέσα μου κι απλώνονταν στην καρδιά μου.
Το θαύμαζα κι είχα ξεχάσει το απαίσιο κατάμαυρο πουλί όταν ξαφνικά κι απότομα είδα τον μαύρο του όγκο να ξεχύνεται πάνω στην λευκή ράχη δαγκώνοντας το.
Το λευκό πουλί ξαφνιασμένο ούρλιαξε από τον πόνο κι άρχισε να πετά νευρικά προσπαθώντας να ελευθερωθεί από το φρικτό ράμφος και τα γαμψά νύχια.
Ένα μικρό άσπρο φτερό κατέληξε στα χέρια μου.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου (πεθαμένος από χρόνια) κι
αρχισα να τον φωνάζω μήπως μπορέσουμε να βοηθήσουμε το άμοιρο πλάσμα που δεχόταν ολοένα πιό δυνατές επιθέσεις κι έδειχνε την απορία του.
Η απορία ήταν γαλάζια.
Ο πατέρας μου νεκρός.
(Πατέραααααααααααααααααααααααα(, φώναξα.
Κι ο πατέρας φάνηκε κουρασμένος στην πόρτα και μου είπε να σωπάσω.
Στο μεταξύ, άπειρα λευκά φτερά έπεφταν μπροστά στα πόδια μας και τα αυτιά μας γέμισαν από τους ήχους της πάλης, το μακάβριο κρώξιμο και το αθώο σαν παιδικό κλάμα του μικρού λευκού πουλιού.
Έπειτα σάρκες κάλυπταν το μικρό δρομάκι του σπιτιού μας από το φτερωτό πλάσμα.
Η μάχη ήταν άνιση.
(Πατέραααααααααααααα), φώναξα μα ο πατέρας μου μου θύμισε πως ήταν νεκρός και πως έτσι έπρεπε να γίνει.
Χτυπούσα με μανία στο πατωμα τα πόδια μου καθώς δεν ήθελα να δεχτώ τα λόγια του κι ενώ δεν μπορούσα να αντέχω να βλέπω, έμεινα εκεί κολλημένη περιμένοντας το φρικτό τέλος...
Τελευταίο μέλος από το μικρό πουλί που έπεσε με θόρυβο στα πόδια μου ήατν το πορτοκαλί του ράμφος.
Έπιασα να θρηνώ με μια μανία που πήγαζε πέρα από εμένα. Δεν ήμουν απλά ένα σώμα, ήμουν ένας θρήνος που έπρεπε να γίνει για να σταματήσει το απαίσιο πουλί άλλες πιθανόν επιθέσεις σε αθώα πουλιά που θα περνούσαν κοντά του.
Ο θρήνος μου περιείχε τους θανάτους που είχα δει πριν συμβούν και με έχουν σημαδέψει όχι μονάχα από το γεγονός του συμβάντος αλλά εξαιτίας της αδυναμίας μου να τους αποτρέψω.
Αυτά ήταν μαύρες σκιές επάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων που τελικά πέθαναν, έβλεπα κάτι σαν την αύρα δηλαδή των αγίων στις εικόνες με την διαφορά πως γύρω από τα κεφάλια των χαμένων οι αυρες αυτές ήταν μαύρες.
Όποτε είδα αυτό το πράγμα, όχι στον ύπνο μου, μιλώντας ολοζώντανα με τον χαμένο, όχι σαν όραμα αλλά μέσα στην φυσική διάσταση των πραγμάτων συνέβη ο θάνατος.
Ο Μ. έπεσε με το αυτοκίνητο του στον γκρεμό, ακριβώς όπως είχα διαισθανθεί, (ναι, εδώ είχα διαισθανθεί και τον τρόπο που θα έφευγε), ο Γ. ο Π...
Αυτό το περίεργο πράγμα αλλά πιστεύω απόλυτα φυσικό, προέρχεται από κάποια γονίδια της γιαγιάς μου.
Δεν βλέπω μόνο το κακό, βλέπω και την φωτεινή πλευρά.
Έχω δει την προδοσία μου, έχω δει, διαισθανθεί δηλαδή την αγάπη στο πρόσωπο μου, γενικά είμαι χωρίς να θέλω ένας δέκτης που τώρα πια είμαι απολύτως εξοικιωμένη και δεν μου προκαλεί φόβο ή πανικό.
Αυτό που σου είπα για το μαύρο και το λευκό πουλί το είδα στον ύπνο μου, ξύπνησα ιδρωμένη και φωνάζοντας τον πατέρα μου να σώσουμε το αδικοχαμένο αθώο πλάσμα που τα κομμάτια του έπεσαν μπροστά μας...
Είμαι σίγουρη πως κάτι θα γίνει στον αέρα ξαφνικά και το τίμημα θα είναι το αίμα αθώων παιδιών.
Ήταν ένας εφιάλτης που ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ...
Είμαι αδύναμη γιατί δεν μπορώ να καταλάβω ,ούτε να εξηγήσω την μανία του ανθρώπου να σπέρνει θάνατο και να λαμβάνει εξουσία με την βία, αυτήν την ηδονή της καταστροφής ποτέ μου δεν μπόρεσα να εξηγήσω..
Κι είμαι αδύναμη γιατί πάντα είμαι στην πλευρά των αδυνάτων επειδή η μανία της εξουσίας δεν με γοητεύει, ούτε η δύναμη του παραλόγου...

(Ο εφιάλτης στις 6.40 το πρωί, ημέρα 4-9-2013)
Καλοκαίρια που σε ντύθηκα και σε έκλαψα σαν την σιωπή μετά από κάθε όνειρο/
Ξερολιθιές και αλμυρίκια στην παλάμη μου/
Ώμοι από ροδάκινο που τρώγονταν από στόματα πεινασμένα/
Νύχτες αποσπερίτισσες,, αλήτισσες στην θάλασσα, έπλεναν ηδονές/
Καιγόμαστε από έρωτα κι αγάπη/
Τα σούρουπα στάζαμε τον ιδρώτα της ημέρας/
Είχες πει, ( κανείς να μην με αγαπήσει, κάθε ανυπαρξία αγάπης ένα ποίημα που καίγεται)
Τα μεσημέρια οι πέτρες έκαιγαν κρατώντας ήλιο κι αλάτι/
Στηρίζαμε πάνω τους τους κορμούς μας ευθυτενείς και περήφανοι/
Αγαπώ την μοναχικότητα όταν είναι περήφανη, αυτό είσαι/
Οι πειρατές, οι Μανιάτες ,σε καταστρέψανε πολλές φορές, το είχα στον νου μου, μα ποτέ δεν τους έκανα πόλεμο/
Έγινες ποίημα, μα δεν γράφτηκε για σένα/
Εσύ σε άλλους καιρούς ήσουνα κι εκεί έμεινες, μέσα σε μια φουσκάλα χρόνου/
Γυναίκα άγρια κι ατίθαση είσαι, φιλήδονη μα και ντροπαλή/
Τα στήθια σου τα χάρισες σε άντρες που τα όπλισαν με φωτιά,
τα έκαναν περάσματα στα αστέρια,
να φυλάνε κάθε ανυπόμονη καρδιά μετά από την άγρια πτώση της/
Ο έρωτας καραδοκεί πριν φέξει/
Κι εσύ μου λες πως αποσύρθηκες και δεν τον βλέπεις/
Μα τα μαλλιά σου στάζουν έρωτα κι η όχθη σου απέραντη/
Καίγεσαι/
Κι εγώ μαζί σου καίγομαι/
Λέω στους αδιάβαστους πλανήτες, δείτε πως φλεγόμαστε/
Χωρίς ασπίδες είμαστε μα πάντα δινόμαστε ανυπόκριτα κι άναρχα/
Αμοργό σε είπανε και είσαι μια γυναίκα με μυστήριο/
Κανείς δεν σε διαβάζει εύκολα/
Κι ας πίστεψαν πολλοί πως σε διαβάσανε/

( Αμοργίνιο άσμα, πικρό κι ερωτικό)
Η μελαγχολία των δέντρων,
απλώνεται σιγά σιγά, γύρω μας, σαν διάφανο δίχτυ,
θυγατέρες με κόκκινα φουστάνια παίζουν στις κούνιες,
τα αγόρια κρυφοκοιτάζουν στο μέρος τους.
Ένας αετός τραβά για την φωλιά του,
πες μου αγάπη μου δεν θα ήθελες μαζί του να πετάμε;
Κι ότι λέγεται οικειότητα, να αγνοούμε, σαν μια επιστολή αναγγελίας θανάτου;
Κι αν εσύ θελήσεις στο χέρι σου θα με φυλάξεις,
σαν τραγούδι στη κιθάρα,
ή ακόμη καλύτερα, σαν θεάτρου ρόλος,
εξάλλου η ηθοποία είναι η πιό καθαρή μορφή τέχνης.
Η μελαγχολία των δέντρων την νύχτα γιορτάζει,
εγώ στο πουκάμισο σου, θα μείνω για λίγο ,να φυλαχτώ από τον κόσμο.
Κάτι πολύ άγριο και βρόμικο ετοιμάζεται για όσους ζητούν να είναι λεύτεροι.
Ίσως να προλάβουμε να αγαπηθούμε, πριν πάψει για πάντα η κουκουβάγια
Κι ίσως σου πω πως τίποτε δεν είναι τυχαίο,
θα στο πω την στιγμή που από το πουκάμισο σου θα χω μαζέψει ένα δάκρυ.
Όχι από συμπόνια,αλλά
από αγάπη καθαρή και για τους άλλους.
Μάτια μελιά ,πέφτετε πάνω μου σαν το χαλάζι και ξεχνώ αυτό που έρχεται πριν το τέλος...

(9 μ.μ)
Μισώ την εξουσία.
Της δασκάλας με τον χάρακα, στα σχολεία-φυλακές.
Την εξουσία των <<καλών ανθρώπων>>.
Τους πλανητάρχες.
Την εξουσία αυτού που εξασκεί την μαστροπία στο πάθος μιας γυναίκας.
Αυτού που εξαγοράζει αγάπες χρησιμοποιώντας τα χρήματα.
Αυτών που εξαγοράζουν την τέχνη χτυπώντας την στα γόνατα.
Την εξουσία του σεξ κι ότι κάνει εμπορεύσιμο τον έρωτα.
Τους κατέχοντες μια θέση όπου από αυτήν εξαγοράζουν συνειδήσεις.
Την εξουσία των όπλων.
Τους εμπόρους ναρκωτικών.
Τις φυλακές.
Τα φρενοκομεία.
Τους άφαντους πατέρες.
Την στενότητα μιας επαρχίας, όπου η μητέρα κρατά το στόμα σφραγισμένο ξέροντας πως ο πατέρας βιάζει την κόρη τους. Μισώ την μητέρα γιατί δεν έγινε ποτέ μητέρα.
Μισώ τα μέσα μαζικής τρομολαγνείας.
Την τρομοκρατία των εθνών..
Την εξουσία της παγκοσμιοποίησης.
Την εξουσία των ηλιθίων.
Την εξουσία των φίλων καθώς οι συμβουλές τους είναι προτροπές και διαταγές.
Την εξουσία των άφιλων φίλων.
Τις ταμπέλες-κουτάκια στους ανθρώπους, κάθε ταυτοποίηση, σε κάτι γενικό, από μια ιδιότητα τους αποτελεί μια μορφή εξουσίας..
Την εξουσία του θύματος.
Την αγάπη όταν αυτή μαθαίνει να εξουσιάζει και να εξουσιάζεται από μια λανθάνουσα λατρεία.
Τα φιλήματα τα ειδωλολατρικά στις εικόνες.
Μισώ την εξουσία των αρουραίων ανθρώπων.
Την εξουσία του συγγραφέα ή διανοούμενου που χρησιμοποιεί το μυαλό του πρός όφελος της κρατικής εξουσίας και γενικότερα ασκεί εξουσία όπως ο πολιτικός. (Ας πούμε μπορεί να γράφει τους λόγους ενός παχύδερμου κήτους που λέγεται πολιτικός)...
Μισώ την εξουσία του γιατρού όταν ζητά το φακελάκι.
Την εξουσία των συγγενών.
Την εξουσία των ροπαλοφόρων.
Των εραστών το πάθος, όταν καταλήγει να γίνεται εξουσία.
Την εξουσία των ψώνιων που πληρώνονται αδρά από πλούσιες κυρίες και κυρίους, τούτα τα ψώνια πληρώνονται για να κάνουν τους έχοντες χαμηλή αυτοεκτίμηση , πρός στιγμή να την ξεχνούν.
Μισώ κάθε ειδους στολή.Εκτός του δύτη..
Μισώ την εξουσία των νεκροταφείων.
Μισώ τον άνθρωπο καθώς διαβάζω ιστορία και βλέπω πως τίποτε επάνω του, δεν άλλαξε
Μισώ την εξουσία των απολίτιστων πολιτισμένων..
Μισώ το να μισώ όλα αυτά και να μην κάνω τίποτε για να τα αλλάξω.
(Ένα μόνο κάνω, καθημερινά, σαν προσευχή ενός ινδού,
δεν κάνω αυτό που δεν θέλω να μου κάνουν οι άλλοι)..

( Μισώντας την εξουσία)
Εδώ, πάνω στην πέτρα και στην θάλασσα, ξαγρύπνησα
Υπερεκτιμημένες οι τύψεις κι οι ενοχές μου για τους άλλους
Τα μάτια σου, ακουμπώ, σε ένα μαργαριτάρι από ήλιο και ελαφραίνω 
Μπαίνω στα αμπέλια κι ανασαίνω μαζί με την δική σου σκέψη
Ανεβαίνω την ράχη των βουνών μαζί με τα αγρίμια
Τους μιλώ για εσένα και σωπαίνουν
Όταν σε αγάπησα, τίποτε δεν ζήτησα, κι έτσι αντιστράφηκε ο χρόνος
Πήρες τις σωστές διαστάσεις στην σιωπή μου
Ακούω την ανάσα σου στον ύπνο κι ας παίζουν οι αποστάσεις την υπομονή μου στα ζάρια
Αγαπώ την ανόθευτη ύπαρξη σου
Την γνήσια μποέμικη αλητεία του άντρα
Το παιχνίδι που κάνουν οι άκρες των χειλιών σου φτιάχνοντας ένα χαμόγελο στον καθρέφτη
Τα μάτια σου που με τρυπούν με λόγχες
Την γλυκόπικρη ευδαιμονία του σχήματος σου
Αυτά όλα τα κλείνω μέσα στην σάρκα που μαθαίνει να ιππεύει πάνω από τον χρόνο
Κι ο παλιός ο πόνος μια υφάντρα στο κελάρι, πίνει κρασί και ημερεύει
Είναι η αγάπη που κατοικοεδρεύει κάτω από έναν κόσμο που μέρα με την ημέρα χάνει το στοίχημα της ύπαρξης του
Είναι τα μάτια σου, που σαν κοιτάζω, μουδιασμένος, όλος ο κόσμος σηκώνεται ανατριχιασμένος στις μύτες των ποδιών του
Όχι ο κόσμος έξω,
αυτόν που μαθαίνω μέσα από εσένα..

(Ερωτική μετάπνυση)
το κουνά ελαφρά κι άλλοτε το ανεμίζει σαν την γλώσσα της μέλισσας.
....
Κοιτάζει τον άντρα, αυτός αρπάζει το βλέμμα της και το κάνει καρφί μέσα του.
Πετάει σχεδόν από επάνω της,
θυμίζει χορούς πουλιών και πειρατών που γλυκάθηκαν από έρωτα.
Πότε στις μύτες των ποδιών πατά και πότε στην φτέρνα του.
Περήφανος σαν κάστρο.Έτοιμο να παραδοθεί.
.....
Εκείνη λυγίζει την μέση της και σπάει τα λαγόνια.
μαλλιά μαύρα μακριά σαν φυκιώνες στον βυθό.
Τα πόδια της με βήματα μικρά, τα πόδια της με σανδάλια Αφροδίτης.
......
Ο μπάλος είναι χορός της ερωτικής παράδοσης,
ποιός πρώτος θα παραδοθεί θα φανεί στο τέλος του..
......
Τώρα, αυτός περνά τα χέρια του στην μέση της,
απαλά, σαν να μην θέλει να σπάσει κατι εύθραστο σαν το γυαλί.
Την γυρνά γύρω του,
σαν μύλος που ψάχνει ήλιο κι αέρα.
......
Στις μύτες των ποδιών,
στις άκρες των χειλιών,
κάτω από ένα μαύρο πουκάμισο κι ένα λευκό φουστάνι,
εκεί σκιρτά το ποίημα του σώματος,
κοχλάζει,επωάζεται στην θάλασσα,
καίγεται,
από την φτέρνα περνά το υπογάστριο κι όλα τα μαλακά σπλάχνα.
......
Τώρα την τρέχει γύρω γύρω αγκαλιαστά
την τρέχει τώρα,
αόρατο άλογο τους κυβερνά.
Ο κίνδυνος του έρωτα,
η ατέλειωτη χίμαιρα.
.....
Το βιολί καθώς αντιλαμβάνεται την φωτιά μαλακώνει,
γίνεται γλυκολάλητο, σαν ένα πικρό αηδόνι που ζητά να σπάσει την μοναξιά του.
Και το λαούτο σεβαστικό,
τον τόνο ανεβάζει,
να γίνουν δέντρα οι άνθρωποι, να δέσουνε γερά,
μην τύχει και χαθούνε,
μην τύχει κι αυτός ο ερωτικός θρίαμβος ξεχαστεί από την ζωή,
μην γίνει θάνατος και στάχτη...


(Μπάλος)

Υγ, Παρατηρώντας χτες, φίλους σε ένα γλέντι..
Στην άμμο, θέλω να γράψω σημειώσεις ταξιδιωτών/
Με ένα χαμόγελο του ήλιου/
Στην χαμηλή νέφωση να μασήσω λίγη ευτυχία/
Όση μπορεί να κρατήσει το στόμα μου/
Τι είναι μια ημέρα; Μπορεί όλα, μπορεί και να μην είναι τίποτε/
Είμαι κάτω από τον πελώριο βράχο όπου κατσίκια κοιτούν το άγιο Πέλαγος/
Είμαι δίπλα στην θάλασσα και ξαπλώνω στα βότσαλα/
Η χώρα μου στην θάλασσα βρίσκεται/
Βασανισμένη κι αυτή όπως άλλες, σαν μάνες χαροκαμένες/
Κι εγώ να αρπάζω με απληστία λίγο από το γάλα της ζωής/
Και γύρω μου τόσοι χάνονται/
Ως πότε θα κοιτάζω άπληστα το γάλα κι όχι το αίμα;
Αν ,ήταν η γη, ένα σπίτι ψυχής ,τα καντήλια δεν θα ήταν αναμμένα/
Και τούτος ο Σεπτέμβρης δεν θα μου έκαιγε το στόμα από λέξεις που δεν είπα/
Από πράξεις που δεν έκανα...

(Σεπτέμβρης παράξενος και ξένος
Το δωμάτιο ήταν βαμμένο μενεξεδί
Τα παράθυρα του, ντυμένα λευκή δαντέλα
Το νησί ήταν ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ και νυχτολούλουδα που στάλαζαν σπέρμα από ζάλη
Οι βράχοι, σμιλεμένοι από αλάτι κι ο χαλαζίας από κάτω τους τρέμιζε
Ένα γυναικείο χαμόγελο και μια αντρική ματιά σπάσαν το τοπίο στην μέση
Μπήκαν ως τον λαιμό μέσα στην αφρισμένη θάλασσα και χάθηκαν
Μονάχα οι γλάροι ακούγανε το φτεροκόπημα της ένωσης τους κάτω από αυτήν
Όταν ανέβηκαν στην επιφάνεια, ήταν μισοί άνθρωποι, μισοί , πουλιά με μαυροκόκκινα ράμφη
Είχαν καταβροχθίσει ο ένας τον άλλον αλλά επειδή υπήρχε μεταξύ τους αγάπη, από τα φαγωμένα μέλη ξαναγεννήθηκαν...

(Πάθος
Ο τρόπος για να παίξω ,είναι να ανέβω στις μύτες των παπουτσιών σου 
Έξω από το παράθυρο, ο κόσμος ξερνά χολή και κώνειο
Μα καθώς θα χορεύουμε, σαν σιαμαίες φιγούρες της Αναγέννησης,έχουμε ελπίδες στο όνειρο
Η πραγματικότητα δεν χρειάζεται ρόλους, μόνο τα επιμύθια θα κρίνουν
Τα μάτια σου μυρίζουν γιασεμί
Τα χέρια σου θάλασσα
Σήμερα έπαψε να φυσά ο Βοριάς, σήμερα έχουμε γαλήνη κι άπνοια
Μια κόκκινη πεταλούδα μπήκε από το ανοιχτό μας παράθυρο,
άρχισε κι αυτή να χορεύει μαζί μας
Ο καθρέφτης, απέναντι μας, πρόβαλε τα πρόσωπα
Ώσπου η πεταλούδα κάθισε στον αριστερό σου ώμο κουρασμένη
Κι εγώ στις μύτες των ποδιών σου στηριγμένη, κρατούσα την ανάσα μου μην την τρομάξω
Ο λαιμός σου μυρίζει βουνό μετά την βροχή
Έξω από το παράθυρο η πραγματικότητα είναι μια γριά με πράσινο δέρμα
Βρομάει σήψη, κάθε φορά ξεφλουδίζει κι άλλο της δέρμα
Τυλίγομαι γύρω σου σαν να είμαι καρπός
Καθώς χορεύουμε σαν σιαμαία όντα οι δυνάμεις του ανθρώπου καλά φαίνονται
Γιγαντιαίες κι ακλόνητες, στέλνουν στο πηγάδι της στέρνας ,την μέδουσα με τα μαλλιά φίδια και το φρικτό βλέμμα
Μυρίζεις ουρανό
Ποτέ δεν μπορούσα να πιστέψω πως θα μπορέσω να μυρίσω ουρανό
Στον επόμενο χορευτικό κύκλο η κόκκινη πεταλούδα έφυγε από εσένα κι ήρθε στον λαιμό μου
Καθώς γυρνούσαμε γύρω γύρω σαν τρελαμένοι, λίγη σκόνη έφυγε από τα φτερά της
Έσκυψες και την πήρες με το στόμα σου
Ακριβώς εκείνη την στιγμή η πραγματικότητα έπαψε να υπάρχει

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Ώρα πρωινή, μου χτύπησε την πόρτα, μαύρα μαλλιά ως την μέση,
μάτια κάρβουνα, βραχιόλια στο μισό χέρι,
άφοβη κι ωραία όπως μόνο τα μυστήρια μπορούν.
....
Την πέρασα μέσα ,και το στόμα της σαν ανθισμένος κάμπος μίλαγε,
(να σε πείσω μου είπε για την Αίγυπτο και την Αμοργό, πως κάποτε συνέβη, ένας άντρας εξόριστος δάσκαλος ήρθε στο νησί σου,
από τότε κατοικεί μέσα σου, πολύ πριν γεννηθείς,
με το δεξί ...του πόδι να κουτσαίνει, ακουμπούσε το πρόσωπο του σε ένα ξύλινο μπαστούνι, δυό φίδια κοιτάζουν το κάθε ένα από την αντίθετη μεριά).
......
Της είπα (γνωρίζω, φέτος μου ήρθε ξανά εκείνη η δύναμη της χρονοφυσαλίδας, μου μίλησε ξανά σε όσα κρύβω από εμένα, θα τον αναζητήσω πέρα από αυτά που ξέρω, ξέρω, το κομμάτι του υπάρχει μέσα μου,
γι αυτό μπορώ να συγχωρώ σαν άντρας)..
.....
Εκείνη γέλασε και άρχισε να κοιτά τις φωτογραφίες των χαμένων αγαπημένων μου προσώπων , στον τοίχο.
Άρχισε να γίνεται πιό ωραία από το φως,
γλυκά με σίμωσε και μου φίλησε τα χέρια κάνοντας με να γεμίσω καρπούς ντροπής.
Ύστερα πλησίασα να την φιλήσω στα δυό μάγουλα που ήταν μουσκεμένα από λεπτά δάκρυα.
μα έφυγε σαν αέρας διαπερνώντας την πόρτα.
.....
Στην μέση του δωματίου τότε στάθηκα αναψοκοκκνισμένη,
( θεέ μου είπα, πόσες ζωές υπάρχουν μέσα μου και δεν το ξέρω εκτός από εκείνες που ήδη ψηλάφισα με την αρχαία μνήμη).
Φυσικά δεν υπήρχε απόκριση, υπήρξε μόνο, μια μικρή λάμψη,
νομίζω ήταν το μάτι της γυναίκας που αντάμωνε με την ηλιαχτίδα στην μέση του πατώματος,
την φόρεσα και βγήκα έξω,
κάτι από Δαίμονες και Αγγέλους άρχισα να πλάθω σαν πλαστελίνη στο μυαλό μου,
απλά ήθελα να γίνουν σιγά σιγά όλοι αυτοί φίλοι μου....

(Deja vu μεταξύ Στρούμπου Λαγγάδας)...
Νομάδες ας είμασταν,
στα βάθη της μακρινής Ανατολίας και μέσα στις σφίγγες της Αιγύπτου, να κοιμόμαστε,
κάτω από μιναρέδες κι ερωτικούς πίνακες στα μουσεία της Δύσης, να συνουσιαζόμαστε,
για μια κρεπάλη τίμια, όπου γυναίκες θα αγαπούσαν τους άντρες χωρίς λέξεις.
Νομάδες ας είμασταν,
μουσικοί με κρουστά στα πόδια, στα χέρια γκέμια από άγρια άλογα.
ΣΤις κορυφές των βουνών των μοναχικών να γοητεύαμε ...λύκους,
ΣΤΙς λίμνες τις πράσινες βρύα στα μάτια και καλόδεχτα σήματα από πουλιά διψασμένα.
Αχ, άγρια η ψυχή μου πλέει, ανυπότακτη, αδίστακτη στην ανυπομονησία,
στην γαλάζια φωταψία πικρών αστεριών.
Κοιμήσου θάνατε,
κοιμήσου, τράβα μακριά.
Αυτός ο πλανήτης ανήκει σε μικρά φτωχά πρόβατα.
Άνθρωπο,ι αν είμασταν, θα θυμόμασταν το γιατί,
γιατί έτσι άδοξα κοιμήθηκε το συκώτι του Προμηθέα,
γιατί ο Σωκράτης προτίμησε να πιεί το δηλητήριο,
γιατί τελικά ο Χριστός δεν συνάντησε τον Βούδα παρά μόνο σε μια μαύρη τρύπα του χαμένου χρόνου.
Μέσα στους νομάδες θα ήθελα να ήμουνα,
ένα άγριο παιδί και ατίθασο, αρκετά λάγνο και μικρός παρατηρητής του κόσμου ετούτου.
Μα τώρα ότι κατάφερα, τον παρατηρητή του εαυτού μου να εντοπίσω,
σκληρός αυτός σαν πέτρα.
Και άτακτος στο χάος μέσα μου.
Αχ, άγρια ψυχή μου,
κάψε ότι μπορείς με την γλώσσα, τα χέρια και τα μάτια σου.
Μα τον νου σου, νομάδα κάνε τον,
σε παρακαλώ,
μέσα στην συμμετρία των νομάδων να καείς μια ημέρα φωτεινή μέσα στις Κυκλάδες,
εδώ που όλα το φως τα καίει.
Εδώ, που σαν σπερματοζωάριο επέπλευσες και επέβαλες την ένωση μέσα στο ωάριο...

(Η συμμετρία των νομάδων)