Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015


Ο μεγάλος , ο ανήμπορος ύπνος των ζωντανών, θα αναγκάσει τους νεκρούς να ξυπνήσουν, ξέρουν, οι νεκροί βλέπεις, πόση αιωνιότητα χωράει σε ένα μάτι γεμάτο απάθεια, σε ένα χέρι που βολεύεται μόνιμα, στην τσέπη ενός ρούχου, ή σε ένα χέρι που κολλά τα δάχτυλα του σε μια χειραψία με κάποιο άλλο, που κρύβει θάνατο. Μα και ξέρουν πόσο ο αιώνιος ύπνος των ζωντανών κάνει το πνεύμα της γης να πεθαίνει σιγά σιγά... [Ακαμψία

Μπορούσες να πεις, πως έτρεμε μια φλούδα από το μαύρο φεγγάρι, μέσα στα μάτια σου Πως, όλα τα Πέλαγα που είχες δει,συναντήθηκαν σε ένα σταυροδρόμι Πως έσκισες όλες τις λευκές σου σελίδες Πως έπεσε στην χώρα ένας ιός που κατέτρωγε μαζικά όλα τα αισθήματα Πως μύρισες το αίμα μου, που με έκαιγε, φοβήθηκες και το έβαλες στα πόδια Πως ακλόνητος ξυπνούσες, μέσα στην ενδοχώρα μου κάτι πρωινά άδεια Πως η μελαγχολία του Σεπτέμβρη πάντα σε καθήλωνε σαν να ήσουν σε αναπηρικό καροτσάκι Ένα μην πεις, πως τάχα με αγάπησες κι αυτό σου φτάνει, γιατί τίποτε αληθινό από αυτά που μπορούσες να κάνεις δεν μου είπες Γιατί η αλήθεια είναι, πως νοσούσες κι εσύ ,όπως οι άλλοι ,από υπέρμετρη <<ψυχική αφλογιστία>> Κι ενώ αυτό το διαπίστωσα γρήγορα, έπαιξα με τα ζάρια Οι εξάρες ήταν δικές σου... {Αφλογιστία

Τα σουρεαλιστικά γραφτά ενός βότσαλου Ο μαγεμένος ταξιδιώτης Η ευγένεια των αισθημάτων Τα πρόσωπα που νιώθουν οικεία με το σούρουπο Ο καθαρός καθρέφτης απέναντι σε ένα παράθυρο {Ζεν} υγ. ή αλλιώς ,πότε θα πάω στο νησί ..

Στην θέση του φύλου της ,υπήρχε ένα λουλούδι, εκείνος έσκυβε, το μύριζε και το αγκάλιαζε με το στόμα και το χέρι του. Οι θνησιγενείς κοιλάδες ήταν πίσω τους , κάπνιζαν πύον και μίσος, εκείνοι ήταν συνεπαρμένοι, έμοιαζαν σαν να ζητούσαν ο ένας τον άλλον με διαφορετικό σώμα. <<Πες μου , πες μου>>, της έλεγε ενώ την σήκωνε ψηλά, <<πες μου, ποιο είναι αυτό που μετανοιώνεις πραγματικά γιατί επέτρεψες να σου συμβεί>>; Την κατέβασε και εκείνη τον κοίταξε ευθεία στα μάτια ενώ κάτω από τα δάχτυλα της ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. <<Δεν είναι οι ανήθικες, ή οι κακές πράξεις που με πλήγωσαν, το βασικότερο ήταν όχι γιατί επέτρεψα να μου συμβούν, το βασικότερο είναι πως οι άνθρωποι που τις έκαναν δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, παρίσταναν πως είχαν, πόζαραν με αυτοσχέδιους ελιγμούς κι εγώ η ανόητη, ω, εγώ η ανόητη ποτέ δεν τους είπα πως είναι ατάλαντοι, πως είναι μικροί κυπρίνοι και κακοί ηθοποιοί, αυτό ήταν η μεγαλύτερη πληγή μου κι αυτή θα είναι>>.. Την πλησίασε και είχε μια υπόσχεση από δάκρυα στο βελούδινο βλέμμα του.. <<Κάποιες φορές όταν αφοσιωνόμαστε και αγαπάμε τους ανθρώπους δεν θέλουμε να βλέπουμε, αυτό είναι όλο>>.. <<Δεν παράβλεψα τίποτε, πίστεψε με, το πιο άσχημο ακόμη, είναι πως αυτή τους η προσπάθεια κι οι ελιγμοί ώστε να πείσουν πως έχουν ταλέντο, αυτή η προσπάθεια ,θεωρήθηκε από εμένα σαν αδυναμία ή σαν μια προσπάθεια για καλυτέρευση ενώ στην πραγματικότητα αυτό όλο ήταν μια χυδαιότητα, εξάλλου αποδείχτηκε στην συνέχεια πόσο χυδαίοι υπήρξαν, όμως κι εγώ θεωρώ πως για όσο διάστημα ήμουν μαζί τους και τους υπεράσπιζα σαν ταλαντούχους της ζωής υπήρξα κι εγώ χυδαία>>.. <<Ερωτεύτηκες αληθινά>>; Την ρώτησε και στάθηκε με τέτοιον τρόπο κόντρα στον ήλιο που λες και του τρύπαγε τα μάτια κάθε ακτίνα του, ένα ήρεμο και γαλήνιο φως της ζέσταινε το δέρμα την ώρα που τον κοίταζε.. <<Λίγοι ήταν αυτοί που ερωτεύτηκα, εκ των υστέρων φάνηκε πως ήταν πραγματικά ταλαντούχοι, είτε σε μια μορφή τέχνης ή είχαν ταλέντο στην τέχνη της αισθητικής της ζωής και πάντως κανέναν δεν ερωτεύτηκα πραγματικά αν δεν διέθετε και τα δυο>>.. <<Εμένα με ερωτεύεσαι>>; την ρώτησε και άγγιξε με το χέρι του το φύλο της.. <<Ναι, είσαι μια ροή από εκπλήξεις>>, είπε και έκλεισε τα μάτια της... {Ιεροτελεστίες της ερωτροπίας

Το μαραγκούδικο, τις Κυριακές, έλαμπε από την παστάδα της καρδιάς σου Βάζαμε λαικά και χορεύαμε επάνω στο τσιμέντο, πίσω, στο βάθος, το πριονίδι γελούσε 'Εβγαζες το αχ και το έπιανα μέσα μου και σου χτυπούσα παλαμάκια καθώς μου έδειχνες ένα ζειμπέκικο Από πόνο ήσουν φτιαγμένος αλλά το ανάμεσα σου στον κόσμο ήταν αεράκι και φωτιά που σιγόκαιγε Χορεύαμε μαζί και στέναζαν τα ξύλα, ενώ το στενό πίσω από την κλειστή μας πόρτα αναρωτιόταν, που βρίσκαμε τόσο πόνο και χορεύαμε για να τον ξοδέψουμε... {Του πατέρα } υγ. αφιερωμένο στην Χαρίτα που με την σημερινή της εκπομπή με ταξίδεψε χρόνια πίσω....

Το τελευταίο μας γεύμα, ήταν γεμάτο ευγενικές αντιφάσεις, ασυγκράτητη σαρκική όρεξη και μικρές νευρικές παρατηρήσεις του ματιού , καθώς ανοιγόκλεινε, για να σαρώσει την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Το κρεβάτι γυμνό, κι ο σουμιές έτριζε, σαν ένα όνειρο, που έσβηνε στο στήθος της Αφροδίτης. Στο βάθος της πόλης, ένα περιστέρι μπερδεύτηκε σε μια ρόδα αυτοκινήτου κι ένας επιχειρηματίας τίναζε με ένα ρεβόλβερ τα μυαλά του στον τοίχο. Αλλά εμείς βυθισμένοι στο να τρώει ο ένας τον άλλον τίποτε από τα κοσμικά δεν αφήναμε να μας αγγίξει. Μια αχαλιναγώγητη επιθυμία κεντούσε τις ορμές. Και καθώς γευόμαστε ο ένας τον άλλον, ξέραμε με ακρίβεια πως ήταν το τελευταίο μας γεύμα.. Κι ήταν αυτό το συναρπαστικότερο, μύστες κι εραστές καθώς είμασταν ,ο έρωτας μας δεν θα πέρναγε στην λήθη και στο πένθος.. Μια τρυφερή κλωστή θα ήταν από αιωνιότητα {Το τελευταίο μας γεύμα

Η παλιά σκάλα έτριζε, καθώς η γυναίκα των λουλουδιών κατέβαινε, αφήνοντας πίσω της ένα αρωματισμένο θρόισμα. Την είχα γνωρίσει γύρω στην δεκαετία του 70, μέναμε σε ένα παλιό σπίτι στην Πλάκα, ένας ξενώνας μπορείς να πεις, που νοίκιαζε τα δωμάτια μια γυναίκα κάπως μεγάλη και με κουλτούρα Ευρώπης, της τότε Ευρώπης να εξηγούμαστε.. ************. Την γυναίκα των λουλουδιών την έλεγαν Βέρα, κάπνιζε στριφτά τσιγάρα και έπινε βότκα, σε ποσότητα όση ,μπορούσε να αντέχει το στομάχι ενός άντρα. Ήταν απόλαυση να την βλέπεις, τις Κυριακές έπαιζε πιάνο μαζί με την κυρία Μαργαρίτα, την ιδιοκτήτρια του σπιτιού, έβλεπα τα μάτια της να ανοίγουν και πολύχρωμες πεταλούδες κατάπιναν τα μαύρα πουλιά που με έπνιγαν. Ήταν γεμάτη από έναν μαγνητισμό που ξεχείλιζε, ήταν γεμάτη από μια σεξουαλικότητα που συνόδευε επάξια ένα πορτρέτο αριστοκρατορικό. ************ Την ημέρα που ανταμώσαμε στο κρεβάτι του δωματίου της, ένας δεινόσαυρος κατέφθασε κι έσβησε από την μνήμη μου όλα τα παλιά σώματα. Τα στήθη, τα φιλιά, τα λαγώνια, τις οσμές, τις αφές, όλα κατέληξαν να γίνουν στάχτη στην φωτιά της Βέρας. ************ Ο έρωτας που ένιωσα για την Βέρα ήταν ένας δεινόσαυρος που ΄συντομα με μεταμόρφωσε από εραστή του ποδόγυρου σε αφοσιωμένο εραστή της Βέρας. Εκείνη το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή, στην αρχή αυτό της αρκούσε αλλά μετά θέλησε να με δοκιμάσει στέλνοντας μου να δοκιμάσω την σάρκα των φιλενάδων της, αυτές έπιναν μαζί μου , καπνίζαμε και μετά τις έστελνα διακριτικά στο σπίτι τους. ************ Σιγά σιγά, διαπίστωσα πως το σώμα της Βέρας ήταν το εκτόπισμα ενός άλλου κόσμου, δεν θα μπορούσα ξανά να δω τον κόσμο με άλλο μάτι, ούτε να νιώσω εκείνους τους μαγικούς θησαυρούς που αναδύονταν καθώς κυλούσα μέσα της, τίποτε πια δεν ήταν ίδιο και τίποτε πια δεν μου αρκούσε εκτός από αυτήν. Εκείνη το κατάλαβε, το κατάλαβε κι έχανε αργά αργά το ερωτικό της ενδιαφέρον. ************ Ήταν Κυριακή όταν βρήκα μια επιστολή επάνω στο κρεβάτι μου όπου μου έλεγε καθαρά πως με είχε βαρεθεί, έφευγε για κάπου όπου όλα της ήταν άγνωστα. Ναι, η Βέρα ήταν από αυτούς που πάντα έφευγαν κι εγώ ανήκα στο είδος όπου έμενα σχεδόν για πάντα όταν ερωτευόμουν. Με είχε ερωτευτεί αλλά δεν μπορούσε να το κρατήσει για πολύ.. Μου άρεσε η ελευθερία της αυτοδιάθεσης της, σχεδόν με καύλωνε αυτό.. Έτσι κατέληξα με ένα περίστροφο στο στόμα μια άλλη Κυριακή, άκουγα την κυρία Μαργαρίτα να παίζει πιάνο και θυμήθηκα ξανά τα δάχτυλα της, σχεδόν άκουσα το θρόισμα της και τα βήματα της στην παλιά σκάλα.. Καθώς ένιωσα μετά τον κρότο του περίστροφου τα μυαλά μου να τινάζονται στον τοίχο μαζί με αίματα και ζουμιά την είδα να μπαίνει στο δωμάτιο. Μετά πέθανα σκεφτόμενος πως ήταν στα αλήθεια ο μοιραίος μου έρωτας και αποσύρθηκα. Πρόλαβα να την ακούσω να φωνάζει ένα Γιατίιιιιιιιιιιιιιιιιιιι;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; -Η Βέρα, ο μοιραίος έρωτας σε μια περιγραφική σμίκρυνση

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015


Τελευταία ,μιλώ με έναν από τους πεσόντες θεούς, έπεσε μια νύχτα στην ταράτσα μου, μαζί με κάποιους αστερισμούς που πέθαναν εκατομμύρια χρόνια πριν. Οι αστερισμοί έγιναν μια λαμπερή σκόνη μα εκείνος έμεινε στην ταράτσα. Είναι πολύχρωμος κι η φωνή του είναι αδύναμη. <<Γιατί φοβάστε να λέτε πως αγαπάτε επηρεασμένοι από το τέρας του εγωισμού>>; Μου είπε ένα βράδυ, που του ανέβασα μερικά φρέσκα φρούτα και λευκό κρασί, δεν μπορούσα να δω το πρόσωπο του κι ούτε μπόρεσα , μόνο τα χρώματα του έβλεπα και βλέπω. <<Τι να σου πω, αν σκεφτείς πως έτσι μάθαμε αιώνες τώρα. ή σκεφτείς. πως αυτό, κάποιοι πολύ ικανοί στον χειρισμό της μάζας το συνδύασαν με την θρησκεία , αγάπη ίσον θρησκευτικό σύμβολο πίστης και άλλα δεινά, ε, έτσι μπορείς να καταλάβεις πόσο πληγωμένοι ή ενοχικοί γίναμε στην διάρκεια των αιώνων>>, του είπα και σέρβιρα κρασί. <<Πόσος χαμένος χρόνος, επίσης πόσος χαμένος χρόνος στην υποταγή σας στους καλούς τρόπους, όσο χαμένος χρόνος είναι στην μη κατάθεση της αγάπης άλλο τόσο είναι στο να μην μπορείς να πεις πόσο αντιπαθείς ή μισείς τον άλλον για τους δικούς σου λόγους>>, είπε και δεν έκανα καμιά προσπάθεια να δω το πρόσωπο του γιατί άρχισα να σκέφτομαι ενώ γευόμουν τους καρπούς ενός πλούσιου αμπελιού. <<Και σκέψου πόσο ευεργετημένοι είμαστε ,που σε αυτήν την τρύπα της γης που βρισκόμαστε, έχουμε τόσο ήλιο, είμαστε λουσμένοι στο φως κι όμως συμπεριφερόμαστε σαν να ζούμε σε σκοτάδια>., του είπα και άκουσα κάπου μακριά τον θόρυβο μιας μηχανής με πειραγμένη εξάτμιση. Συνέχισα να του μιλάω ενώ κοίταζα τον ουρανό με ξεφτισμένα αστέρια, στο νησί θα ξαναδώ το πλανητάριο, σκέφτηκα χαμογελώντας. <<Μου είπες, πως είσαι ένας πεσμένος θεός, την πρώτη νύχτα που σε είδα, όμως εδώ και μέρες, ενώ συνομιλούμε, καταλαβαίνεις πως δεν πιστεύω στους θεούς, μα τέλος πάντων τι είσαι, πως γίνεται να λες πως είσαι θεός αφού ούτε εσύ πιστεύεις στην θεωρία αυτή>>; <<Είμαι το υποσυνείδητο, αυτό είμαι, έχω χιλιάδες κόσμους να σου δείξω και να σε κάνω να ελευθερωθείς από τα τυφλά δεσμά σου, μπορώ να σε απαλλάξω από εκατομμύρια σχοινιά που σε δεσμεύουν με φόβους και σύμβολα χειραγώγησης, υπό αυτό το πρίσμα ,είμαι ένας θεός αν δεχτείς πως θεός είναι αγάπη, ευγνωμοσύνη, ελευθερία και αυτάρκεια>>. <<Μάλιστα, αυτό είναι υπέροχο που λες , αλλά για πες μου γιατί πεσόντας>.; <<Μα γιατί κανείς δεν ασχολείται με εμένα πια, ο χειρισμός από τα αόρατα τέρατα που σας ελέγχουν, για την πλήρη υποδούλωση σας, αγωνιζόμενοι για την ύλη και την κατάκτηση της δεν σας αφήνει να με δείτε και να ασχοληθείτε με αυτά που κουβαλώ σαν γνώση και σαν κουμπί στο να κατανοήσετε εαυτούς και τους άλλους>>, είπε και σώπασε για ώρα. <<Θες να λευτερωθείς από όλα αυτά που σε απομακρύνουν από εσένα, τον αληθινό σου εαυτό, και δεν σε αφήνουν να βγεις στο φως αυτόνομη κι ελεύθερη>>; <<Το ρωτάς>.; είπα σχεδόν λαχανιασμένη από την έξαψη. <<Τότε, να έρχεσαι εδώ επάνω στην ταράτσα, τις νύχτες ,με αυτό το γευστικότατο κρασί, θα πίνουμε λίγο και θα βυθιζόμαστε μαζί στα σκοτάδια, θα δούμε μαζί όλους τους <<μπαμπούλες >> και τους ψεύτικους προφήτες καθώς και τους άρρωστους ψυχικά καταγραφείς της ιστοριας της ανθρωπότητας, καθένας από εσάς είναι κι ένα απειροελάχιστο κομμάτι της αλλά δεν παύει να αποτελεί κομμάτι , μαζί θα δούμε τι πραγματικά υπάρχει μέσα σου, χωρίς τις ενοχές και τις παρωδίες της ατέλειωτης αυτής αλυσίδας σάπιων προθέσεων και πράξεων που πληρώνεις σαν θύμα πριν γεννηθείς>> <<Λένε πως αυτός που δεν φοβάται τίποτε, μπορεί να γίνει τέρας>>, του είπα. <<Έτσι τους βολεύει αιώνες τώρα, στο κάτω κάτω, εξαρτάται πόσο φως θέλει να δώσει , αυτό που παίρνεις να το ξαναδίνεις, αυτό είναι ο νόμος της φύσης. Έλα τώρα, ας πιούμε στην υγεία όσων θέλουν να ζήσουν κι όσων αγάπησαν και μίσησαν, οι άλλοι ας κοιμηθούν όρθιοι, εμείς θα καταβυθιστούμε και ύστερα θα ανέβουμε στην επιφάνεια, έτσι δεν θα είμαι κι εγώ ένας πεσόντας αλλά κάποιος που καθώς σε λευτέρωσε λευτερώθηκε κι αυτός στον ουρανό>>.. Έτσι είπε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια, ποτέ δεν είναι αργά για τίποτε όταν το θέλεις με όλη την καρδιά σου, σκέφτηκα.. {Διάλογοι με έναν πεσόντα θεό}

Τα κορίτσια με τις καμέλιες, έγιναν γυναίκες στην επόμενη ζωή, που κεντούσαν στα κάδρα τους, αίμα. Κεντούν στον αιώνα που διανύουμε, ένα πένθος που δεν μπορούν να μοιραστούν, με τα πουλιά και τους ανθρώπους. ////// Γιατί είναι ένα πένθος αλλοπρόσαλλο, δεν έχει τα στοιχεία του μύθου ούτε του τραγικού, δεν στέκεται αλώβητο στον χρόνο. ////// Μικρές λεπτές ξυραφιές που διασχίζουν το χάος χωρίς το ελάχιστο αντίκρισμα.. ///// Η αναλγησία της εποχής, φθείρει ζώντες και νεκρούς. ///// Κι αυτές, για να αντέξουν τον πόνο αυτού που δεν μπορεί να μοιραστεί ,ζουν σαν νεκροζώντανοι οργανισμοί ανάμεσα στον κήπο της λήθης και της γνώσης. ///// Φωνάζουν, αλλά κανείς δεν ακούει πραγματικά, το συνοθύλευμα της ανθρωπότητας δεν επιτρέπει στις αισθήσεις να ανοίξουν τις πόρτες μιας αντίληψης οριστικής. //// Εξηγώ στην Λ., λείπει η οξύτητα στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα ,διχασμένοι ανάμεσα στην σκόνη του χρόνου. ///// Η αναλγησία των πράξεων είναι διχαστική, παραμένει σαν δηλητήριο κι όχι το οξύ που μεταφέρει η αλήθεια αλλάζοντας την ροή. Η διανοητική αγνωσία μαζί με την ανάλγητη συμπεριφορά δεν επιτρέπει στα κορίτσια με τις καμέλιες να θρηνήσουν ούτε τους άντρες να κατανοήσουν. ///// Στα ήσυχα κοιμητήρια αν δεις κορίτσια με λευκές καμέλιες μάθε πως προσπαθούν να πενθήσουν, για να ξαναγεννηθούν ωραίες και μοιραίες στον χρόνο, όπως αρμόζει στις γυναίκες που ξέρουν πως ήρθαν στον κόσμο ως γυναίκες.. -Η λήθη έχει μεγαλύτερο σπαραγμό ή το πένθος ? >> ΥΓ. τα κόμιστρα μιας άλλης εποχής..

όσο γράφεις, ο δράκος της λύπης ταξιδεύει με μια γόνδολα, άλλοι τόποι περιμένουν τον ταξιδευτή, βροχή ατέλειωτη σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι, δάχτυλα που δακρύζουν επάνω στα πλήκτρα σε ένα πιάνο, δάχτυλα που βογκούν, καθώς ο δράκος παίρνει αυτό που έγραψες, το κάνει σίδερο και μέλι, τα κοιτάς με έναν μικρό θρίαμβο καθώς το τοξικό περιβάλλον φεύγει απρόβλεπτα, μόνος σου γεννιέσαι και μόνος σου πεθαίνεις, μέσα στην κοσμική ατμόσφαιρα

Ο ποταμός που χύνεται στην θάλασσα, επιτρέπει να διακρίνουμε το σμίξιμο των φυσικών στοιχείων, η αγκαλιά που δεν είναι σφιχτή, επιτρέπει να αισθανθούμε, ότι δεν είναι απαραίτητα απλόχωρη για εμάς, οι πόλεις, που επιθυμούν τα νησιά ,χύνουν δάκρυα κάθε φορά που βρέχει, κι εγώ , μια μέρα, μάζεψα όλα τα αδέσποτα και μίλησα μαζί τους, μου επέτρεψαν να ακούσω τις περιγραφές τους για όσα αφορούσαν τις συμπεριφορές των ανθρώπων και τις διασκεδαστικές τους νύχτες, κι εσύ, με έβλεπες να καπνίζω το τελευταίο μου τσιγάρο βυθισμένος σε μια αόριστη έκσταση, κι ανεβαίναμε τα σκαλιά του λόφου αμίλητοι και πνιγμένοι μέσα σε μια όμορφη σιωπή.. {Ο μονόλογος των προσμονών}

Οι παρυφές της καρδιάς, βρίσκονται μέσα στις ίριδες των ματιών, ανεμπόδιστες και γνήσιες κόρες της Αφροδίτης και του Δία, είπε η Ελισάβετ στον άντρα που στεκόταν πλάι της. Ο άντρας που ξοδεύει το μίσος του για μια γυναίκα ,ενοχλώντας την χρόνια ,και εξαντλώντας τις λέξεις σε δειλία ενάντια της, προβάλλοντας την άρρωστη μανία του σε ηδονοβλεψίες της κίτρινης επικεφαλίδας, αυτό το είδος του άντρα θα έπρεπε να είναι τροφή για όλα τα σαρκοφάγα ψάρια, είπε η Ελισάβετ στον άντρα που στεκόταν πλάι της. Κι η γυναίκα που χάνει τον καιρό της, σκεπτόμενη αυτό το είδος, είναι σαν ένας παίχτης που παίζει σκάκι ενώ δεν ξέρει, η ζωή είναι ρόδα κι αγκάθια, και πολλά άλλα είναι, και πολλά άλλα που πιστεύεις πως τα ξέρεις ενώ δεν ξέρεις τίποτε, είπε ο άντρας και χάιδεψε τα μαλλιά της. Τα δάχτυλα του ήταν σαν μετάξια χυμένα σε κόκαλα. Θα σε διηγηθώ με την αφή, της είπε. Κύλησε τα δάχτυλα στα μαλλιά της σκαλώνοντας πότε πότε σε κάποια τούφα κι ύστερα κύλησε στον αυχένα της. Στάθηκε για πολύ ώρα εκεί χαιδεύοντας την επιδερμίδα της που σιγά σιγά ράγιζε. Άνοιγε. Θα σε μάθω με την αφή, της είπε. Θα ήθελα να με μυρίσεις, η μυρωδιά υπερβαίνει της αφής στην επανάληψη των χρόνων, του απάντησε. Τότε εκείνος κόλλησε επάνω της, κόλλησε ώσπου λεπτές σταγόνες ιδρώτα χαράχτηκαν στο μέτωπο τους. Την μύρισε, αρώματα του κέδρου αντάμωναν με πατσουλί και σάνταλο επάνω σε ρόδα. Κανείς δεν μπορεί να εξαντλήσει τον άλλο μόνος του, εννοώ κανείς δεν μπορεί να συλλέξει όλη την ουσία του άλλου, μονάχα δύο μπορούν να επιδοθούν σε αυτήν την εξάντληση, μονάχα ο έρωτας φυλάει στις απαρχές του το μαχαίρι και το βελούδο που χρειάζεται για να πεις πως έζησες τον έρωτα, αυτό της είπε και έπειτα προχώρησε στην αρχή της πλάτης της. Πόσα σχήματα είμαστε; τον ρώτησε λυγισμένη από το χάδι του. Πολλά, όσα μπορεί η φαντασία να υφάνει, κι άλλα τόσα σχήματα που φτιάχνει η ψυχή με το τρομακτικό , παρατηρητικό της μάτι, της είπε. Ύστερα μια πεταλούδα μπήκε μέσα στο δωμάτιο από το ανοιχτό παράθυρο. Καθώς η Ελισάβετ την κοιτούσε, σκέφτηκε πως αλλιώς κολυμπάς με τις αισθήσεις, αλλιώς με την σκέψη μέσα σε έναν άνθρωπο. Και πως το μίσος είναι κλειστοφοβικό, επίσης κλειστοφοβική είναι η καχυποψία.. Εκείνη είχε μονάχα ενδιαφέρον και ανάγκη να ζήσει, αλλά είχε και έρωτα κι αγάπη, ίσως αυτό ένιωθε εκείνος καθώς την χάιδευε και γι αυτό αναστέναζε λες και λευτέρωνε κομμάτια ουρανού από το στήθος του... [ Η καλοσύνη στην ύψιστη υπερδιέγερση, ποτέ δεν λανθάνει] υγ1 γράφουμε ,για να αποφύγουμε τις στενώσεις της καρδιάς, άριστο όμως για την καρδιά είναι ,ο γράφων ,να ακολουθεί στην ζωή του όσα η καρδιά του, του υπαγορεύει σε λέξεις... υγ,2 αφιερωμένο στην Μαρία Πετρίτση

Καίμε την ύλη μας, επάνω στις πέτρες των αρχαίων, τόσο παλιοί κι εμείς, όσο η λέξη αμαρτία, η λέξη πρέπει, η σαύρα που περιμένει μέσα στην ανήλιαγη σχισμή, μας κοιτάζει ένα καυτό μεσημέρι, ο κόσμος φλέγεται, ο κόσμος φλέγεται κάτω από το δέρμα μας, επιρρεπείς και ωραίοι στο ανέφικτο, στην χίμαιρα που προσδίδει γοητεία στην ζωή που περνάμε , κάτω από τα βαμβάκια της ψυχής μας ,που άλλοι μας αναγκάζουν να τα κάνουμε σίδερα, ωραίες στιγμές, που πεινάνε για ένα μας βλέμμα, μια αφή, μια οσμή, κι εμείς λυγισμένοι από τις ηδονές να ανεβαίνουμε ολοένα προς τα επάνω, εκεί που ο ίλιγγος διψασμένος μας ορμάει με δόντια γερά, εκεί που κάτω από μια μουριά δυο παιδιά πρωτοδιαβάζουν τι μπορεί να είναι έρωτας και τι σημαίνει ψέμα, καίμε την ύλη μας επάνω στις πέτρες των αρχαίων, κι όσο καιγόμαστε ευλογημένοι νιώθουμε γιατί τίποτε από εμάς δεν θα μείνει, κανείς δεν θα μπορέσει να θυμιατίσει λείψανα, μόνο μια εύπορη κοιλάδα θα κυλάει μέσα στις φλέβες, ώσπου να ξεκουμπώσει για πάντα εκείνο το φως, εκείνο το φως που κολυμπάει στα σκοτάδια...... { Στοχασμοί της αφής }

Με κοιτούσες με μάτια αλύγιστα, μετρούσες τους παλμούς της ανίερης ησυχίας Ήταν η ησυχία που σε αναγκάζει να ξημερώσεις μαζί με το πρώτο φως Γύρω μας ο παλιός κόσμος βυθιζόταν στο ηφαίστειο της Σαντορίνης Γύρω μας ο ήλιος ξερνούσε χολή Μετά τράβηξα για την Αμοργό μόνη, είχα έναν παπαγάλο για να μιλάει στους άλλους αντί για εμένα, του είχα μάθει όλες τις λέξεις που μιλούν οι μεθυσμένοι.. σε αγαπώ για πάντα, μου αρέσεις, είσαι μοναδικός... Πήρα το πρώτο δρομάκι και γύρισα κατά την Δύση, ύστερα κοίταξα προς την Ανατολή Δεν είχα οράματα, δεν είχα παρά συμπόνοια για ότι παίρνει μαζί του ο μέγας Αφέντης, αυτός με το δρεπάνι, μα εκεί στην Αμοργό , μια νύχτα γαλήνης, ήρθε η Αποσπερίτισσα η Αφροδίτη, είχε χιλιάδες αστέρια στα μαλλιά και τα μάτια της έσταζαν βύσσινα, με δίδαξε, χωρίς να με χαλιναγωγήσει, μέρες ατέλειωτες και νύχτες, μου είπε πως οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι, ώσπου να πεθάνουν, μου είπε πως η νεα ημέρα παίρνει το χρώμα που της δίνεις, έτσι, σιγά σιγά ,ημέρεψα χωρίς να γίνω χώμα, άρχισα να σκέφτομαι και να αισθάνομαι όπως στην πρώτη μου νιότη, τότε που οι αγέρηδες των νησιών κατοικούσαν στο λευκό μου ρούχο, και σε ξέχασα, σε ξέχασα, μάρτυς μου ο Αυγερινός πως σε ξέχασα, και σε συγχώρησα , ο παλιός κόσμος έφυγε μαζί σου αλλά αυτά που έμειναν τα κουβαλώ εδώ, εδώ, για μένα... { Εναρμονιση )

Η ζωή μας ,είναι ένα επεισόδιο σε κάποιο κοσμικό σήριαλ που ξέρει να γίνεται απόκοσμο Δεν με ενδιαφέρει η ίντριγκα Η λιτανεία των λυπημένων κορασίδων που αναβράζουν κομψές ιστορίες κάτω από τα παρθενικά σεντόνια τους ,δεν με γοητεύει Οι τυχοδιώκτες που γυρεύουν έρωτα για να ξεχάσουν την μίζερη ύπαρξη τους, την φαντασία μου δεν θα τροχίσουν με μαχαίρι Αυτοί που ψάχνουν τον θεό σκοτώνοντας ανθρώπους, για εμένα, καρικατούρες είναι, μιας αυστηρότητας και μιας εκμηδένισης της ύπαρξης Οι γυναίκες που σαν θηρία κυνηγούν φαλλούς να στολίσουν μέσα από το εσώρουχο τους δεν με ενδιαφέρουν, σκληρή είμαι και με αυτές που πληρώνουν για να λένε πως έχουν μια αγάπη.. Οι εραστές οι παράνομοι ,που μένουν πιστοί μεταξύ τους βρίζοντας τους συζύγους τους, μου μοιάζουν αξιολύπητοι. Αυτοί που βιάζουν παιδιά ή τους αφαιρούν την ζωή δεν μοιάζουν στον Λεβιάθαν, στην άλλη όχθη βρίσκονται ,όπου μισάνθρωποι παριστάνουν ανθρώπους.. Μοιάζει παρακινδυνευμένο να πω, κουράστηκα από όσα ξέρω, κι όμως μια φρενήρης χαρά εντοπίζεται στην μεριά που στο στήθος μου μιλά ένα αδέσποτο σπουργίτι, του τραγουδώ πόσο της μόδας έγινε η λέξη αδέσποτος, έρωτας, αγάπη, κι όμως μια υπόγεια οπτασία καθοδηγεί τα βήματα μου, και μου λέει, περίμενε, περίμενε, στο τέλος του δρόμου κάτι υπάρχει από την περίφημη συστοιχία των αγγέλων, των πεσμένων, των γκρεμισμένων, των πεσόντων, των άγρια ειρηνικών. Κι ενώ περιμένω, κρεμάω το χαμόγελο σου στην ταράτσα, το χαμογελο σου, είναι όλοι οι αλήτες που άξιζαν να αγαπηθούν πέρα από τον χρόνο.. Δεν παραιτούμαι, όσο ξέρω πως υπάρχουν αυτά τα χαμόγελα, λίγο σκάρτα και λίγο παιχνιδιάρικα σαν σκάκι που παίζεται στον ουρανό με τα άστρα. Ένα επεισόδιο είναι η ζωή μας και το σύμπαν ανεξερεύνητο κι εμπύρετο, κάτι από αυτόν τον πυρετό είχα δει μέσα στα μάτια σου.. {Ονειροπαγίδες χωρίς καταστολή}

Μιλούσες πολύ, οι λέξεις σου, κομμάτια με μελάνι κόκκινο , χάραζαν έναν κύκλο στο πάτωμα, πράγμα απογοητευτικό, γιατί τον ήξερα καλά, ήξερα την διαδρομή και την κατάληξη του. Μιλούσα πολύ, ήταν που ήθελα να κρύψω το πεινασμένο ζώο που φωλιάζει μέσα μου, σου έγνεφε κι εσύ δεν το έβλεπες. Σκέφτηκα πως μας χώριζαν οι λέξεις και η όραση, όταν σκέφτηκα πως υπάρχουν εκείνα που μας ενώνουν, αισθάνθηκα κουρασμένη να τα ψάξω. Δεν υπήρχε λόγος, η ζούγκλα της πόλης μοιάζει ανίκητη, ανίκητη κι η θέληση μου να τρέξω επάνω της και να χυθώ στην λάβα της. Όταν έφυγα από κοντά σου, θυμήθηκα γιατί εκείνους τους ποιητές τους είπαν καταραμένους, από κάτι υπέφεραν που ζητά την πλήρη εξύψωση μετά από αιματώδεις διαδρομές υπόγειες.. Κι αναθάρρησα.. {Απόσταση}

Η ευτυχία ,μοιάζει με έναν αδέξιο χειρισμό της ΄τύχης, ΄μοιάζει με κάτι που χωρά μέσα στα μάτια μου, μα δεν έχει διάρκεια στην καρδιά μου. Ότι την μιμείται , το φυγαδεύω, Έτσι σε φυγάδευσα κι εσένα, γιατί τόλμησες να ακουμπήσεις τα αισθητικά, αισθηματικά, ανθρώπινα όρια ,αυτού του λεπτού μαγνήτη της αδεξιότητας της τύχης, σε φυγάδευσα, για να μην σε σκοτώσω, αρκούν οι τόσοι εν δυνάμει φονιάδες που κυκλοφορούν ανάμεσα μας, αυτό τηρώ αιώνες τώρα, φυγαδεύω, για να μην σκοτώσω. Μοιάζει παραλογισμός, πόσοι άνθρωποι σκοτώνουν τις μέρες τους και τις μέρες μας για να μιμηθούν την ευτυχία. Κάθε τέτοιου είδους μίμηση ,είναι η φτώχια της πραγματικότητας, αυτή που λέει πως ο άνθρωπος είναι πρώτα ζώο. Για να γίνει ευτυχισμένο, χρειάζεται να γλείψει τις πληγές του κι ύστερα του άλλου. Αλλά όλα αυτά μοιάζουν σαν πτήσεις εκτός ορίων. Κι εσύ ήσουν ακριβώς μέσα σε τεντωμένες γωνίες και διατάσεις που δήθεν σφύριζαν ανέμελα. Κι αυτό το δήθεν, δεν μπορούσε να γίνει τιμονιέρης μέσα στις θύελλες. Η ευτυχία ,είναι στην τελική ένα κουκούτσι που είσαι τυχερός αν δεν σου καθίσει στον λαιμό... {Σκέψεις για εκείνο το κουκούτσι της ευτυχίας}