Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βέρα που αγαπώ

Ήξερα Κάποτε ένα κορίτσι που το λεγαν Βέρα,
ήταν από τους ανθρώπους που την κυνηγούσαν οι περιπέτειες, τις κυνηγούσε κι αυτή,
ίσως το χε στο D,N.A. της.
Μου είχε μιλήσει για έναν τύπο που την είχαν σκλαβώσει τα μάτια του,
ήταν αυστηρά ανατολίτικα κι υγρά σαν λίμνες με σκοτεινό βυθό,
δεν ήταν πως του άρεσε αλλά ήταν τέτοια η δουλειά του,
κυκλοφορούσε με ένα γκριζόμαυρο περίστροφο πάντα σε μια κρυφή τσέπη,
κι όποτε έπεφτε επάνω της ,να την αγκαλιάσει, το περίστροφο χαμογέλαγε με την κάνη του.
Ο τύπος αυτός ήταν πολλά υποσχόμενος στις επιχειρήσεις της νύχτας,
το χε στην πέτσα του να βγάζει χρήμα και να αυγαταίνει,
μα ήταν στα προσωπικά του ηλίθιος,
από άντρας πολλά βαρύς κατέληξε μετά από χρόνια,
στα χέρια μιας βιτσιόζας αριστοκρατικής κυρίας,
τον έκανε το σκυλάκι της κι ο έρωτας του γι αυτήν μετά από ένα χρόνο κατέληξε στο κοιμητήριο.
Γνώρισε πολλά η μικρή μας Βέρα,
κάναμε παρέα και μου λεγε ιστορίες,
για μεσήλικες γυναίκες που παρίσταναν κάτω από κορσέδες τις Λολίτες,
σαν ύαινες έπεφταν πάνω στην αντρική τροφή, τράβαγαν με τα λευκά τους δόντια το θύμα,
τσακώνονταν άγρια σε ποιάν ανήκει ο φτωχός κι ανίδεος στην αισθητική όψη του καθρέφτη.
Γνώρισε καλλιτέχνες, επιστήμονες, ποιητές, επιχειρηματίες,
κι ενώ όλοι την λάτρευαν ήθελαν να την αλλάξουν,
δεν τους άρεσε το  against the wind,
μισούσαν αρκετά και το like a rolling stone,
δεν είχαν άδικο, ούτε και δίκαιο.
Από όλα τα χρόνια που κάναμε παρέα με την Βέρα ένα πράγμα μου άρεσε,
υπερβολικά ,για να μην την αγαπώ ως αδελφή ψυχή.
Πως από όλα που έζησε μέσα σε μια ζωή θυελλώδη,
αυτό κράτησε.
Να περνά την ζωή της απαρατήρητη με συνέπεια στρατιωτική.
Δεν της άρεσε να ξεχωρίζει.
Είχε από πολύ μικρή καταλάβει τους κινδύνους,
αυτός που εκτίθεται κινδυνεύει στα χτυπήματα κάτω από την ζώνη και στην λήθη.
Ζούσε σε μια άδοξη αύρα αλλά φωτισμένη,
αρκετά φωτισμένη
ώστε να χάνει και να κερδίζει παίζοντας ένα μονάχα ζάρι.
Αν σκεφτείς τις πιθανότητες δυσκολίας στο άθλημα αυτό,
θα τα χάσεις.
Μετά από χρόνια έχασα την Βέρα,
όμως συνεχίζει να περπατά μαζί μου σε μοναχικούς δρόμους,
στην σκέψη και στην καρδιά μου,
κάθε φορά που την σκέφτομαι τα μάτια μου τρεμοπαίζουν,
έχουν χαθεί οι άνθρωποι μέσα στους ρόλους
και στις ιδιότητες,
δεν είναι εύκολο να παραμένεις
ο εαυτός σου σαν το πιό πιστό αντίγραφο σου...
 

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Τα κουνούπια

Βαράνε στο ψαχνό, εδώ, τα κουνούπια ,στο σύμπλεγμα του Νότου,
πίνουν αίμα κατευθείαν από την πηγή,
αναπαύονται τις νύχτες χορτασμένα.
Τα παραμύθια με τους βασιλιάδες και τις πένθιμες βασίλισσες,
διεγερμένα, βρήκαν απόηχο στις επόμενες γενιές,
αν μπορείς κάτι να αλλάξεις είναι οι παραμυθοήρωες,
πάντα θα βρίσκει ένα ηλίθιο κουνούπι ρόλο βασιλικό να υποδυθεί.
Μέρες παράξενες και ξένες περασμένες στο γόνατο,
γονικλισίες σφιχτές στους κυπρίνους,
ας είναι πάλι,
δεν θα γονατίσω για να βλέπω,
θέλω ο ήλιος να βρέχει τις κλειδώσεις μου,
γύρω μου τα κουνούπια γραμμές σκοτεινές,
ας είναι πάλι,
βλέπω και αγαπώ ακόμη, πέρα από το σύννεφο των κουνουπιών,
θα βγεί ένας νέος ρόλος για μια αράχνη,
ίσως να ζω ακόμη να δω το τέλος του κύκλου του αίματος,
ίσως και κάποτε τελειώσει κι αυτός ο χορός ο κόκκινος των εντόμων...

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Σςςςςς

Ένας σκύλος κλαίει στο κοντινό μπαλκόνι.
Είναι από την μοναξιά μέχρι να ρθεί το απόγευμα.
Παιδιά παίζουν σε μια αυλή όπου οι από επάνω ρίχνουν τα σκουπίδια τους.
Το μικρότερο παιδί κλαίει από την έλλειψη ενδιαφέροντος των μεγαλύτερων αδελφών.
Διαμερίσματα τρυπιούνται με τρυπάνια να καμουφλάρουν τις αδυναμίες τους,
ίσως αν καλυτερέψει η όψη τους βρεθεί ενοικιαστής.
Στην γειτονιά αυτή η μητέρα μου κάνει μετακόμιση,
την βοηθώ κι εγώ στην μεταφορά, ακούγοντας παλιές αναμνήσεις της.
Αφράτες, μαύρες γυναίκες ,περνούν μπροστά από το τυροπιτάδικο
κουνώντας τα καπούλια τους,
κάποιοι πεθαμένοι μαλάκες τις κοιτούν πεινασμένα.
Στις δημοσιεύσεις της κυριακάτικης εφημερίδας τρίτο κόμμα βγαίνει ο τρόμος.
Αυτή η μικρή σύνθεση της γειτονιάς είναι ένα κομμάτι της χώρας μου.
Εδώ ζω, ενώ κάθε μήνα κάποιος φίλος φεύγει μακριά της.
Κατά τα άλλα η μέρα διαδέχεται την επόμενη.
Κάτω από το σεντόνι του τρόμου, για τα μελλούμενα, οι κάτοικοι κοιμούνται.
Είναι που τόσα χρόνια ήταν αρουραίοι κι όχι μέρμηγκες,
καθένας για την πάρτη του κι ο πρώτος αναμάρτητος δεν είχε τίποτε να πετάξει εκτός από αναμνήσεις,
τι θα μπορούσε πάντα να είναι κι όχι τι είναι..
Κι εγώ περιφέρομαι ανάμεσα σε όλα αυτά μουδιασμένη,
μιλάω με φίλους κοντινούς για τις εξελίξεις και για τις ποντικοουρές.
Δεν είναι λαός,
είναι κάτοικοι,
κι εγώ φυσικά κατοικώ εδώ και ζω.
Όμως δεν μιλώ,
ςςςςςς, η χώρα κι οι πόλεις της κοιμούνται.
Ισως ένας θόρυβος δυνατός να ξύπναγε τα πάντα...

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Το πάθος καθώς ερημώνει ο κόσμος

Ήθελε να απλωθεί στην αγκαλιά του, να του πει,
αγάπη μου, πόσο υπέροχος άντρας είσαι,
να χαθούν σε ένα δωμάτιο από έρωτα,
ίσως  σε  ένα δωμάτιο ξενοδοχείου,
μοκέτα λίγο φθαρμένη, κι ένα σταχτοδοχείο γεμάτο στο πάτωμα,
ίσως  σε μια ταράτσα που κοιτά τον Λυκαβηττό,
ίσως στο πάρκο,
ίσως σε ένα υπόγειο γκαράζ κάπου στο κέντρο,
σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο με μυρωδιές άλλοτε κόλλας
 ζαχαροπλαστείου
κι άλλοτε υγρασίας και παλιού ,
θα ακουμπούσε την πλάτη της σε μια σκάλα και καθώς αυτός θα την αφαιρούσε από τον εαυτό της
θα έπεφταν πάνω τους όλα τα βιβλία,
ίσως σε ένα μπαρ που θα δέσποζε η Μπίλυ κρυμμένοι μέσα στον κόσμο,
ίσως σε ένα εγκαταλειμμένο αμάξι κάπου σε έναν ανοιχτό δρόμο,
σε έναν σταθμό τρένου με καιρό σταχτόγκριζο,
επάνω σε ένα βρεγμένο παγκάκι όπου όλη νύχτα συνομιλούσε με την βροχή.
Ήθελε να του μιλήσει για την παρακμή, να του δείξει τους δρόμους που έζησε σαν μαινάδα,
κάποτε, και τώρα μερικές φορές,
να απλώσει το αίσχος του καιρού σε σχοινιά ακροβάτη,
να πατήσουν πάνω του, να το διώξουν μακριά τους,
να ιστορήσουν τα παλιά τους κατορθώματα σαν παλιοί πολεμιστές σε μια ροκ αλάνα,
να ξαναφανταστούν ο ένας μέσα στον άλλο πως είναι άνθρωποι,
ήθελε να του πει απλωμένη στην αγκαλιά του,
αγάπη μου, πόσο υπέροχος άντρας είσαι,
και καθώς θα λέει την λέξη άντρας θα γεμίζει η καρδιά της από την ουσία της λέξης..
 

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Το φιλί

Το φιλί είναι μίμηση ερωτικής πράξεως,
συνουσία μεταξύ υγρών,
μαλακής κοιλότητας ,στην πλάτη της σελήνης τόξα,
τρεμούλιασμα σε όψεις υγρές ανατομικές,
στιλέτο οι  γλώσσες και πότε σαν φαρδιές λεωφόροι στην χάση του ονείρου.
Μην συμβουλεύεσαι τους μάντεις του σώματος,
μην συμβουλεύεσαι τους γνωρίζοντες καλά την ανατομία του .
Κάθε φιλί είναι η ήττα σου κι η νίκη στα δεινά σου.
Πότε σαν ερημίτης και πότε σαν βασιλιάς διέρχεσαι στο στόμα,
το βρέχεις,
λούζεσαι κι εσύ στο μαύρο πηγάδι χρυσαλίδες, πεταλούδες απόκληρες.
Ανυψώνεσαι, καταδύεσαι,
ίλιγγος,
μέθη!
Η ένωση κοντινή, πυρετός ασημόχρυσος και μπορντώ.
Πάρτε με κι εμένα μαζί σας στόματα,
βαρέθηκα τον τόσο κόσμο,
να λουφάξω λίγο τις πληγές μου μέσα σας,
τις φωνές της τραγικότητας να κάνω απόλαυση,
να απλωθώ σαν μια τελεία στο σύμπαν χαροπαλεύοντας μέσα στην φωτιά.
Δεν υπάρχουν υλικά αναγνωσμένα,
τίποτε,
τίποτε εκτός από εκείνο το ωραίο ατίθασο τέρας στην γωνία στο δωμάτιο,
ζητά να ενωθεί με ένα άλλο, λίγο όμοιο.
Αδράξτε τις ορμές σας,
κάντε τις πλοία γιγάντια, κανένας ναύτης και πλήρωμα.
Μόνοι είμαστε,
παλεύουμε στην άβυσσο,
αυτός που στον άλλο θα παραδοθεί αυτός νικητής,
μα κι αυτός που τον έκανε να παραδοθεί έτσι απόλυτα και γυμνός.
Το φιλί είναι μίμηση ερωτικής πράξεως,
αγνώστου προέλευσης κι αγνώστου σκοπού.
Ένας μικρός ρόγχος πριν την ζωή
κι όλη η ζωή φαντάζει κάτω από τα κλειστά δωμάτια της ίριδας σαν υποσχόμενο θαύμα.
Κάθε φιλί μια ρωγμή στην θάλασσα...
 

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Παραμυθάκι ήσυχο και μόνο...

Σε μια ταβέρνα όπου σύχναζαν ζώα, βρέθηκε ένας στοχαστής,
λυπημένος αυτός, και κρύος στο βλέμμα.
Άντρες-κοτόπουλα έδειχναν χτύπημα πυγμή σε ένα τραπέζι,
καθώς τους άκουγε, ένας από αυτούς ψέλλισε, ήθελα να είμαι σύμβολο.
Βασιλιάς μέσα σε γυμνούς υπηκόους,
από ρούχα, από τροφή, από σκοτωμένο μυαλό, σκέφτηκε ο στοχαστής, μα δεν μίλησε.
Χοίροι πιωμένοι βαριά στα χέρια τον σήκωσαν.
Τον έκαναν ένα γύρο μικρό,
ένας χοίρος από όλους, τον στοχαστή σαν πρόσεξε, άρχισε να φωνάζει.
( Έλα κι εσύ στον πίνακα του πολλαπλασιασμού, με το τουφέκι, με τον νόμο, με την κάνη στον κρόταφο).
Απλά είναι τα πράγματα, αυτός που δεν πολλαπλασιάζεται δεν γνωρίζει και διαίρεση, σκέφηκε ο στοχαστής και δεν μίλησε.
Κι άρχισε από το μυαλό του να αφαιρεί.
Τους άντρες χοίρους, τους άντρες κοτόπουλα.
Ένιωσε μια στιγμιαία απελευθέρωση και μια ηδονή.
Και πρόσθεσε εικόνες που εξυπηρετούσαν τον σκοπό του της αφαίρεσης.
Μα ενώ ταξίδευε σε άλλους κόσμους, ξαφνικά είδε  που έστεκαν τα πόδια του.
Κι η άθλια ταβέρνα ξανά εκεί και όλα τα ζώα...
Κι αυτός αναχωρητής, μεν, μα μόνο στην φαντασία..
Πέρασαν τόσοι αιώνες και οι  ταβέρνες του κόσμου γεμάτες.
Από κοτοπουλα, από χοίρους, από ιδέες που είχαν ασθένεια.
Αυτός ο πίνακας του πολλαπλασιασμού,
αυτή η μανία των συμβόλων των νεκρωμένων από νευρώνες,
Την τροφή ζητά ο άνθρωπος πρώτα από όλα,
μα αυτή εξαντλείται ολοένα,
τώρα άνθρωποι-δεινόσαυροι
δυναστεύουν με τον πίνακα όλους τους χοίρους και τα κοτόπουλα.
Κι ο στοχαστής βλέπει,
δέκα δεινόσαυροι τον κόσμο τον ρίχνουν,
ύστερα πίνει και ζαλισμένος ξεχνάει.
Κι αυτός ο πίνακας τρομερότερος από ποτέ...

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Ιάσωνας ήταν μυημένος

Το σκαλί που κατέβαινε στην εκατόμβη της υπνοπαιδείας
δεν το πάτησε ο Ιάσωνας,
δεν άφησε τα μάτια του να κοιμηθούν διαβάζοντας,
αυτός όποτε διάβαζε πετούσαν οι κόρες του αστραπές,
η καρδιά του χτυπούσε σαν κεραυνός,
αδύνατον να κοιμηθεί τις νύχτες,
περπατούσε σαν υπνοβάτης πάνω από τις ταράτσες να μιμηθεί την κίνηση των άστρων,
άφησε το γονεικό δωμάτιο κι αλήτευε με τα πουλιά.
Αλαφροίσκιωτος αλήτης.
Έγραφε ποιήματα στην Ομόνοια,
στα μπαρ, με τις πόρνες, χάριζε κατανόηση για όσα έβλεπαν,
έτυχε να είναι, βλέπεις, παιδί ,από τον παλιό καιρό, της Ίσιδας.
Όταν τον γέννησε του έδειξε με τα δάχτυλα της στραμμένα κάτω
αυτά που δεν είχαν εξήγηση με τα λόγια,
του είπε να της υποσχεθεί να ψάξει την λεπτή ομορφιά των πραγμάτων που είναι κρυμμένη,
δεν τα βλέπουν είπε οι άνθρωποι, ούτε τα οσμίζονται,
ίσως κάπου κάπου να φαντάζονται.
Η πρώτη μύηση στην ομορφιά του Ιάσωνα στην ομορφιά έγινε σε μια άλλη ζωή.
Έψαχνε κοιτώντας κάτω από τα φουστάνια των γυναικών να γίνει αθάνατος.
Ρούφαγε το νέκταρ της πεταλούδας κι έσπαγε αυτός, διαλυόταν και ξανά γινόταν σύνθεση.
Την δεύτερη φορά που ξανάρθε στην ζωή θυμήθηκε πως ήταν γιός της Ίσιδας.
Πάλευε συνεχώς με τον Κρόνο,
να κατακτήσει τον χρόνο ήθελε, να βρεί ,που είναι κρυμμένα.
Ήξερε πως ήταν θνητός,
μα έψαχνε την κατανόηση, ήταν αυτό που χρειαζόταν για να κατακτήσει την γνώση,
κι άρχισε να βλέπει το πλούσιο φως της διάκρισης.
Κι άρχισε να μάχεται στις δυσκολίες της ζωής μια κι αυτό η Ίσιδα ήθελε,
να εκπαιδεύει τα παιδιά της, γενναία και ικανά να γίνουν να αντέξουν την ζωή.
Ήρθαν στιγμές που ο Ιάσωνας λιποψύχησε μέσα στους ανθρώπους,
όμως αντέχει ακόμη,
ο Κρόνος πάντα αρέσκεται να τρώει τα παιδιά του,
κι ο άνθρωπος ακόμη αρέσκεται να δείχνει πως ξέρει,
μα δεν ξέρει τίποτε...
Ωραίε μου Ιάσωνα,
κάποτε είδα τα μάτια σου,
έβγαζαν σπαθιά και τρύπησαν τα δικά μου.
Από τότε σε ψάχνω στις πολιτείες και στην θάλασσα...
 

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Μαυρόασπρο

Άφησε με,
να σου μιλήσω για τον πατέρα μου, κατέβαινε από το βουνό με έναν σφαγμένο αμνό στα χέρια,
ράγισε η καρδιά του όταν μετά από χρόνια κατάλαβε ότι ήταν ο ίδιος.
......
Γυναίκες μέδουσες ξεδιπλώνουν τα παιδιά τους στο τραπέζι
σαν να ταν τροφή για το μεσημεριανό,
αν τις οπλίζεις δεν θα καταλάβεις πότε θα γίνεις κι εσύ ενα σφάγιο.
.....
Μα αν θέλω να είμαι δίκαιη ,θα σου μιλήσω, τις μηχανές πολέμου
δεν τις φτιάχνουν οι γυναίκες,
μόνο ετοιμάζουν την στιγμή.
......
Άφησε με,
να σου μιλήσω θέλω για την μητέρα, σαν ήταν παιδί φύλαγε τα πρόβατα
να μην τα εξαφανίσει ο λύκος,
σαν έλειψε ένα από αυτά ,ο δικός της πατέρας σκληρά την τιμώρησε,
σκέφτηκε τότε να γίνει κι αυτή λύκος.
.......
Αυτά που θες να πείς πάρε ανάσα,
αν τα πείς ,καθαρά θα δεις,
πως είμαστε πληγές, άλλες γεννημένες από τους άλλους
κι άλλες από εμάς τους ίδιους.
.......
Ετούτος ο κόσμος με τρομάζει,
τώρα πιό πολύ, από ποτέ.
Σαν την μέδουσα γυρνά εδώ κι εκεί και παλεύει να μας κάνει ασπόνδυλα,
δίχως κόκαλα και δίχως αίμα.
.......
Κι εμείς, σαν χαλασμένες μηχανές σκορπάμε τρόμο,
από σιωπή,
από φόβο,
από έλλειψη ψυχής.
......
Γύρω μου μολυβένιοι στρατιώτες και κουκλίτσες πλαστικές,
κραδαίνουν λοβοτομημένες αισθήσεις,
τα ονομάζουν έρωτες,
τα γεννούν και μετά τα σκοτώνουν.
Κάθε πέντε, κάθε επτά μήνες.
......
Δεν είναι οι παράδεισοι μόνο τεχνητοί,
είναι κι οι άλλοι, αυτοί που ψάχνουν μια ταυτότητα.
Χωρίς κόπους ζητούν την ύπαρξη.
......
Άφησε με να σου πω,
σαν να ζούμε τα κατακάθια μιας ρωμαικής γιορτής,
ο έρωτας είναι ένα άλογο που πεινάει,
όμως άλογο είναι, δεν ζητά χαλινάρι, ούτε εντολές στο περπάτημα.
......
Να δοξάζουμε αγαπώντας,
σαν μοιραίοι συνωμότες καμμιά ελπίδα, ακούς;
Καμμιά ελπίδα να ζήσεις σαν άνθρωπος.
Θα σε φιλοτεχνήσουν κάποτε σε ένα υπερσύγχρονο μουσείο σαν μια κόπια.
Η ζωή είναι μια αλάνα,
κάποτε κερδίζεις, κάποτε χάνεις.
.....
Τα πηγάδια της αβύσσου πάντα μπροστά στα πόδια σου.
Κι είναι στιγμές που τα πόδια μου βάζω στους ώμους μου για να πετάξω.
Κι ο Πήγασος με κοιτά με μια σάρκινη ειρωνεία....

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Μια μορφή του Λεβιάθαν

Ήταν ο Λεβιάθαν μπροστά μου κάτω από το φως από κερί,
πίναμε κι οι δυό ποσότητες ατέλειωτες
σε μια κουρασμένη σοφίτα.
Εκείνη την μέρα είχε διαλέξει να φανεί μπροστά μου,
με δυό κεφάλια, τέσσερα πόδια και χέρια. Ήταν γυναίκα και άντρας ταυτόχρονα.
Ήδη μεθυσμένος ,μου μιλούσε για το δράμα του ανθρώπου
όταν χωρίστηκαν τα δυό φύλα κι άρχισε ο φοβερός πόλεμος.
Κι ενώ ξεδίπλωνε μπροστά μου ιδέες που έλαμπαν,
ακαριαία και πρός στιγμή ένιωσα τις διπλές ιδιότητες των φύλων.
Κι εκείνες οι ιδέες ήταν σαν το κρασί,
είχαν κάτω από την διαύγεια μια πίκρα...
Μόλις φάνηκε το πρώτο φως, ο Λεβιάθαν ξεγλίστρησε έξω,
κι ενώ μόνος μου ήμουν πιά,
η σοφίτα ήταν πιό κουρασμένη,
σαν εμένα που πρός στιγμή ένιωσα και τα δυό τα φύλα.
Και σκέφτηκα τι θα έκανα πιά χαμένος μέσα στους ανθρώπους,
σαν ένας που θα ψαχνε το άλλο του μισό,
καταράστηκα και μαζί είχα ευγνωμοσύνη για τον Λεβιάθαν,
τυλιγμένος στις ολονύκτιες αναθυμιάσεις των αισθήσεων και του ποτού...

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Πεινάς παιδί μου;
-Πεινώ μάνα και διψώ. Νιώθω μια κούραση πικρόγλυκη, σαν να μαθα σε μια στιγμή τα ύστερα του κόσμου και κοίταξα τα γιατί με μια μανία καυστική,
κι ούτε λίγο βάλσαμο να αφήσω στα βλέφαρα εκείνων που αγαπώ δεν με αφήνει ο καιρός.
-Κι όμως παιδί μου, σώπασε,
τα αστέρια του ουρανού στα χέρια σου κι η γη στα πόδια τα δικά σου.
-Μα δεν μου φτάνει μάνα ο χρόνος,
δεν μου φτάνουν μόνο αυτ...
ά.
-Τότε παιδί μου ταξίδεψε σιγά, φτάσε σε κείνα που θέλεις,
δείξε ευγνωμοσύνη και υπομόνεψε στις στιγμές. Ο θάνατος πάντα κοντά και δίπλα σου, σου φυτεύει την ανάσα του.
-Δεν τον φοβάμαι μάνα,
ούτε τον αγαπώ.
Να προλάβω, ζητώ ,να αφήσω λίγο βάλσαμο στα μάτια αυτών που αγαπώ, φοβάμαι μήπως δεν προλάβω.
-Θα προλάβεις παιδί μου,
όσο πεινάς και διψάς θα προλάβεις...

( Στην Κ.Β)
Στέκομαι σε ένα δωμάτιο.
Κοιτάζω έναν άντρα που κοιμάται, δίπλα του κοιμάται ένας σκύλος.
Νιώθω στιγμιαία την δόνηση.
Ο άνθρωπος κοιμάται νευρικά, σαν σκύλος..
Κι ο σκύλος δίπλα του κοιμάται ήσυχα σαν άνθρωπος..
Βγαίνω από το δωμάτιο κρατώντας ένα ήπιο χαμόγελο.
Κοιτάζω έναν φάκελο που ήρθε σήμερα το πρωί.
Γράφει...
Υπομονή, τα οικονομικά μεγέθη θα ενισχυθούν και πάλι..
Σκίζω νευρικά τον φάκελο.
...
Κρατώ την εικόνα στο δωμάτιο.
Κι αμέσως σκέφτομαι πως κανένας πόλεμος δεν μπορεί να χαλάσει αυτήν την δόνηση.
Μόνο αν δεν υπάρχουν σκύλοι πιά...
Να συμπονούμε ο ένας τον άλλο,
όχι όμως, τόσο ,ώστε ο κόσμος να μοιάζει μια απέραντη ελεημοσύνη..

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η Έλλη-Ρίτα της νύχτας

Βρισκόμενος σε ένα καταγώγιο με στριμωγμένες ψυχές.
Πήγαινα καιρό εκεί από μια παρόρμηση να τιμωρήσω τον εαυτό μου. Κι όχι μόνο αυτό. Με εξυπηρετούσε να κοιτώ και να μυρίζω τα κατακάθια για να πλουτίσω αφαιρώντας κάτι στατικό από το πνεύμα μου.
Δεν ήταν οι γυναίκες ντυμένες χυδαία, άλλωστε αυτό εξυπηρετούσε το επάγγελμα. Κρατούσαν συντροφιά σε άντρες συνήθως λιπόσαρκους, όσο περισσότερα ποτά κερνούσαν τις γυναίκες τόσο καλύτερα πληρώνονταν.
Είχα σιχαθεί από καιρό την ακαδημαική μου καριέρα και ήξερα να μην τα βάζω με τον εμετό που προκαλούσαν οι συνάδελφοι, αλλά να σιχαίνομαι τον μηχανισμό του συστήματος.
Εκείνη την συγκεκριμένη μέρα είχα πληροφορηθεί από έναν αγαπημένο φοιτητή, πως ο <<διάφανος>>, ξεχωριστότατος συνάδελφος Α.Π, είχε χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του ως αρουραίος, είχε πείσει τον φοιτητή ο οποίος κοιμόταν στην καρέκλα του μήνες για να τελειώσει μια γραπτή εργασία που θα ταξίδευε ως το εξωτερικό, να τον βοηθήσει ώστε η εργασία αυτή να τύχει προσοχής ανάλογης..
Πως θα μπορούσε μόνος του εξάλλου;
Και φυσικά για άλλη μια φορά τοποθέτησε τον εαυτό του ως δημιουργό και στο βιβλίο του κόπου έβαλε το όνομα του νεαρού ως βοηθού...
        Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχα πνίξει τον εμετό μου ακούγοντας μια πληροφορία τέτοια. Στον <<συναδελφικό>> χορό όλοι ήξεραν, μα κανείς δεν μιλούσε.
Ο Α.Π ήταν προσκεκλημένος μέρα παρά μέρα στα υπουργικά γραφεία, έδινε διαλέξεις και ήταν ξεχωριστός καλεσμένος στα κανάλια της ντροπής και της χυδαιότητας.
        Τα υπαρξιακά μου διλήμματα κάθε μέρα με κατάπιναν με γλώσσες καυτές.
Έτσι για αρκετό διάστημα αδύναμος να αντιδράσω μα κι αδύνατον να χλευάσω δημοσίως τον οικόσιτο χοίρο-πρύτανη της διαφθοράς, έσερνα λυπημένος το κουφάρι μου και ερχόμουν να κεράσω την Ρίτα και τον εαυτό μου ήσυχα ποτά, να ξεχαστώ στην νιρβάνα του αλκοόλ και να σύρω μετά τα πόδια μου στο σπίτι ξεχασμένος...
          Η Ρίτα με είχε μάθει πιά και κρυφά από το γελοίο αφεντικό- σκύλο του μαγαζιού με σέρβιρε ποτά γνήσια κι όχι μπόμπες.
Είχα ξεχαστεί στον εβένινο ποταμό των ματιών της και την παρατηρούσα ακόμη μια φορά.
Ακόμη μια φορά μαγνήτιζε τα μάτια μου η ευγένεια της που έκρυβε την χυδαιότητα των ρούχων της.
Θα έβαζα στοίχημα πως τα περισότερα χρόνια της ζωής της τα είχε περάσει σε ένα ακριβό προάστιο, σε σπίτι με κήπο και πιάνο και γαλλικά.
Μα αν δεν ήταν έτσι τότε σίγουρα κουβαλούσε μέσα της γονίδια αριστοκρατικά.
Η Ρίτα ήταν για μένα μόνο, δεν βιάζονταν να πιούν στην υγειά της οι άλλοι κι ο σκύλος αφέντης του μαγαζιού την είχε προειδοποιήσει πως θα την έδιωχνε.
      Ώσπου βρέθηκα εγώ. Κάτω από το μεθυστικό καταφύγιο του Τερζή μιλούσαμε για σωρούς θεμάτων. Κι έβλεπα καθαρά πως οι γνώσεις της δεν ήταν μόνο αυτές του δρόμου.
Ήταν σφίγγα κι εγώ πολύ ευγενικός για να την πιέσω να μάθω την ζωή της.
Οι ζωές συσκευάζονται κάποιες φορές και πετιούνται σε μια μέρα στα σκουπίδια...
Ήμουν λοιπόν χαλαρός, αρκετά νηφάλιος ακόμη.
-Θα σε λέω Δέσποινα, αν δεν σε πειράζει, της είπα ανάλαφρα.
-Είσαι φίλος εσύ, πες με όπως θες, είπε και κάθισε δίπλα μου.
Φορούσε ένα άρωμα που μου θύμιζε την αυλή της μάνας μου που δέσποζε το νυχτολούλουδο...
           Εκείνη την στιγμή ξεχώρισε από τα σκυλοτράγουδα μια φωνή. Ακριβώς δίπλα μας.
Παγωμένος ιδρώτας έλουσε τον σβέρκο μου και το αριστερό μου χέρι από τον καρπό και κάτω έπιασε να μουδιάζει...
ΉΤαν αυτός, ο Α.Π, ο νυσταγμένος πόντικας της σκατοπόλης...
Κατέταξα την έκπληξη μου και τον κοίταξα.
       Αυτός διέγραψε το βλέμμα μου και την κοίταξε έντονα ,ίσως όπως ένας δράκος..
-ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ, τι Δέσποινα και παπαριές τσαμπουνάς ρε Δημήτρη; Έλλη την λένε και θα πάρει πούλο από φοιτήτρια και θα προεισαχθεί σε πουτάνα. Έχεις να πατήσεις μήνες στα μαθήματα μου, είπε και παλινδρόμησε στο ψηλό σκαμπό για να πέσει. Την κοιτούσε με ξέφρενο μίσος και οργή..
Με μάτια κατακόκκινα και μεθυσμένα έπιασε την μπάρα να μην πέσει. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει ενώ εγώ άρχισα να βλέπω μόνο κόκκινο μπροστά μου. Θυμάμαι ολοκάθαρα πως μια κόκινη βλένα απλώθηκε στα μάτια μου κι άρχισα να βλέπω τα πρόσωπα και τα αντικείμενα κάτω από το κόκκινο.
         Το κόκκινο ρυτίδιασε στην φλέβα του λαιμού μου και στους κροτάφους μου. Μια απίστευτη ενέργεια εισέβαλλε ξαφνικά μέσα μου και το μόνο που ήθελα ήταν να τον σύρω έξω και να τον βάλω να πιεί και να πνιγεί από αυτό το κόκκινο...
Έτρεμα σύγκορμος.
       Η Έλλη-Ρίτα το κατάλαβε και έπιασε απαλά το γόνατο μου σαν να ήθελε να με ακινητοποιήσει, το κατάφερε για λίγο κάνοντας με να νιώσω πως αυτή ήθελε να ενεργήσει.
Αυτός συνέχισε απόλυτα μεθυσμένος και καθόλου ευρηματικός στα λόγια, τα λόγια του ήταν σαν πεθαμένα σκατά, σκατά μεν, αλλά πεθαμένα.. Σαν ξεραμένοι σβούροι μουλαριού...
-Παίρνεις καλές πίπες Έλλη; Έχω κάτι για σένα, είπε και πρότεινε τον καβάλο του, κρατούσε τον καβάλο του γέρνοντας δεξιά αριστερά στο σκαμπό κι άρχισε να γελά μόνος του.
        Η Έλλη σηκώθηκε σταθερά και στάθηκε μπροστά του, τα μάτια της κένταγαν φωτιές.
- Τα αρχίδια σου μαλάκα είναι άσφαιρα, άκληρα, αν μια τρίχα τους πέσει κάτω κανείς δεν θα ασχοληθεί, αν πέσεις κάτω κανείς δεν θα σε ακούσει. Είσαι ολόκληρος μια τρύπα που βγάζει πύον και σκατά, βρωμάς σαν να είσαι ασθενής. Είσαι βαριά άρρωστος, σέρνεσαι με ορούς και σωληνάκια στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου και κανείς δεν ακούει να σφαδάζεις από τους πόνους, κανείς δεν ακούει τις κραυγές σου, πεθαίνεις ζητώντας μορφίνη να ησυχάσεις λίγο μα κανείς δεν είναι εκεί, όπως δεν ήσουνα κι εσύ όταν πέθαινε ο πατέρας σου, εσύ έλειπες, έτρεχες  να διαβάσεις και να εξαντλήσεις νούμερα κι ανθρώπους.
Κι ενώ έφτιαχνες αριθμούς ο πατέρας σου σε καταράστηκε, να πας έτσι όπως αυτός. Κατάμονος και με μπηγμένα τα καρφιά σαν τα καρφιά στον σταυρό στα χέρια του.
Περπατάς συνέχεια ανάμεσα σε σταυρούς μαλάκα, μα θα το δείς σαν ρθεί η ώρα να ανέβεις στον δικό σου.
Πάρε τώρα τα αρχίδια σου και φύγε, προσβάλλεις τον αέρα που παίρνω..
           Είδα το πρόσωπο του να γίνεται πράσινο, καφέ, μετά σαν να πήρε το κόκκινο από το δικό μου, σαν να άλλαξε σε μια μάσκα κέρινη, έγινε ένα κέρινο ομοίωμα σε ένα μουσείο από θλίψη και κερί. Σηκώθηκε και σκούπισε τα σάλια που άρχισαν να τρέχουν από τα πλάγια του στόματος, ζήτησε μια φουσκωμένη δερμάτινη τσάντα από την κοπέλα πίσω από το μπαρ που ήτανν σαν στήλη άλατος, με τρεμάμενα χέρια έψαξε να βρεί το πορτοφόλι του, πλήρωσε, περπάτησε στην πόρτα και την άνοιξε.
        Λίγος αέρας της πόλης μπήκε μέσα, σαν φρέσκος, σαν να ρχόταν από ένα βουνό.
Όταν η φιγούρα του χάθηκε από τα μάτια μας είδα την Έλλη- Ρίτα να με κοιτά με δάκρυα στα μάτια.
-Μην με ρωτήσεις τίποτε, είπε, αυτός ο άνθρωπος είναι ο πατέρας μου.
Σηκώθηκε και πήγε πίσω από την μπάρα.
Εκείνη η γλυκόπικρη αίσθηση της καλοσύνης που ερχόταν από το ποτό είχε χαθεί.
Όμως εγώ ''ενιωθα λιγότερο μόνος...
Αύριο θα έκανα κάτι για τα υπαρξιακά μου διλήμματα.
Αν μπορούσα θα το έκανα εκείνη την στιγμή...
 

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Σκέψεις πρωινής

Οι ωραίοι άνθρωποι όμορφα καίγονται.
Ακόμη κι οι στάχτες τους λάμπουν σαν πυγολαμπίδες, σαν γυαλισμένα φτερά πεταλούδας.
Όποτε βρίσκομαι σε τέτοιες στάχτες γενναία τους κλαίω.
....
Οι αποχωρισμοί είναι πάντα δύσκολοι,
μα δυσκολότερο να ανάβεις και να σβήνεις φωτιές σε ατέλειωτα πήγαινε έλα.
....
Οι αφορισμοί είναι μια πνευματική άσκηση ανάμεσα σε κείνα που ξέρεις κι εκείνα που φαντάζεσαι.
...
Οι στάχτες αυτές μου θυμίζουν τον άνθρωπο του παλιού και του νέου κόσμου.
Από τότε μέχρι σήμερα λίγα έχουν αλλάξει.
Ο άνθρωπος ήθελε να γίνει θεός.
Προσπάθησε να ανέβει στα ουράνια μα έπεσε κάτω με έναν θόρυβο ιλιγγιώδη.
Με όλους αυτούς τους σιδεροκέφαλους νόμους έφτιαξε τον ανεξέλεγκτο νόμο της ηθικής.
Κατέληξε έτσι να πέσει ακόμη χαμηλότερα κι από την ίδια του την φύση,
πούλησε την ψυχή του, την βούληση και την αξιοπρέπεια.
Δειλιασμένος κυνήγησε το πρώτο ζώο που είδε μέσα του.
Το εξόντωσε και απώλεσε την βούληση του, την όραση του.
.....
Οι ωραίοι άνθρωποι κάπου αυτά τα ξέρουν, τα μυρίζουν κάτω από το καύκαλο της άμυνας.
Ίσως τους μένει λίγη αξιοπρέπεια, λίγη ντροπή για πράξεις ασχήμιας που άθελα τους συμμετέχουν.
Σαν απλά νούμερα,
σαν θεατές.
Το αιώνιο κυνήγι των θηρίων.
Οι αδύναμοι να είναι οι δυνατοί του κόσμου, οι κυρίαρχοι με το ένστικτο του πρωτόγονου ανθρώπου.
.....
Σκοτωμοί αργοί με το χέρι ενός χειρούργου.
Τόσοι πολιτισμοί, τόσες ιστορίες κι ο κόσμος άοσμος.
Άκαμπτος.
.....
Οι ωραίοι άνθρωποι όμορφα καίγονται.
Μέσα σε αυτήν την ατέλειωτη σε όγκο ανθρώπινη θράκα θα δείς τις στάχτες τους,
σαν πυγολαμπίδες,
σαν γυαλισμένα φτερά πεταλούδας.
....
Όποτε αποχαιρετώ τέτοιους ανθρώπους τους κλαίω.
Καμμιά στιγμιαία μεταμφίεση δεν φοράω.
Ένα ανθρώπινο κουβάρι είμαι από σάρκα  αίμα και πνεύμα.
Όπως κι εσύ που με κοιτάς με μάτια διψασμένα.
.....
Κι εγώ διψώ, μα εδώ είναι έρημος...
Σε ένα μελαγχολικό μουσείο πινάκων η Άννα ανακάλυψε το δάκρυ της Λεβάνας,
εκείνης της θεάς, που στις πρώτες ώρες ,της γέννησης, χάριζε στο βρέφος την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Όταν βγήκε από το μουσείο, ένιωσε μόνη στον κόσμο.
Κι όλοι φορούσαν ρούχα εκτός από αυτήν.
Αποφάσισε τότε να απολαύσει την μοναξιά της,
να μην λυπάται άλλο που δεν μοιραζόταν με κάποιον άλλο την ομορφιά του κόσμου.
Και μέρα παρά μέρα επισκεπτόταν το μουσείο των πινάκων.
Και κάθε φορά κατέληγε να βγαίνει από εκεί γυμνή.
Κι έφτασε η μέρα που δεν ντρεπόταν για την γύμνια της.
Είχε αποκτήσει στα μάτια της αυτην την χαρακτηριστική γλυκύτητα αυτών που δεν έχουν ελπίδα πιά για τίποτε.
Μα ένιωθε πιό γεμάτη από ποτέ...

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

ένα κορίτσι ντυνόταν δάκρυα,
γύρναγε στα κοιμητήρια τις νύχτες,
αφουγκραζόταν τους νεκρούς,
πιό πολύ της τρυπούσαν την καρδιά κείνοι οι πεθαμένοι
που ζητούσαν τις χαμένες γυναίκες τους,
κουνούσαν τα μνήματα με τις φωνές τους,
περισσότερο ήσυχες ήταν αυτές, αποκαμωμένες από τον έρωτα
όταν τον ζούσαν.
Τους σκόρπαγε παστέλι, μήπως γλυκάνει τον πόνο,
αργότερα, αρκετά μεγαλωμένη, έλεγε,
...
μην ξεχνάτε τους νεκρούς
όταν τρανή ευτυχία σας φιλά το στόμα...
Σκόρπαγε τότε βιολέτες,
νερό έριχνε στα μνήματα,
να πιούν οι νεκροί να ησυχάσουν...
ένα κοριτσάκι φτιάχνει με τις κούκλες του συμπλέγματα ανθρώπων καθισμένο σε μια κουρελού.
Υπάρχει βία και απόγνωση, θέλει να τα κατευνάσει παίζοντας, να τα εκθέσει σε μια καθαρή αίθουσα των ματιών.
Σε μια διπλανή πολυκατοικία ένα αγόρι φτιάχνει μάχες αραδιάζοντας στρατιώτες, έχει μίσος και είναι μόνος του.
Την νύχτα, όταν τα παιδιά κοιμούνται, οι κούκλες βρίσκονται με τους στρατιώτες φυγαδευμένα.
Εκεί βρίσκουν καταφύγιο για να ξεχάσουν τους σκοτεινούς ρόλους.
Κι όποια θα είναι η εξέλιξη των παιδιών μεγαλώνοντας ίσως θα έχει μια μικρή σχέση με τους ρόλους που έδωσαν στα παιχνίδια...
Αλλά τα παιχνίδια πάντα φυγαδεύονται τις νύχτες..
άκουγες την λέξη σ αγαπώ και χαμογέλαγες
την πρόφερες σε μια καύλα και σε μεθυσμένα δωμάτια,
ποτέ δεν σκέφτηκες πως αυτή την λέξη θα την πρόφερε
ένας γέροντας στην αγαπημένη του καθώς την έχανε για πάντα.
Είναι που αντί για φωτιά με σπίρτο ανάβεις τις ματιές σου,
καθώς κατακόρυφα χαράζονται στον γαλανό θόλο,
στα πουλιά που νυσταγμένα ετοιμάζονται να κοιμηθούν,
ένα από αυτά είπε σ αγαπώ κι ύστερα κούρνιασε με μια ψυχή διπλωμένη και γαλήνια.

Χόρχε

Ο Χόρχε αποσυρόταν από τους άλλους μένοντας τις περισσότερες ώρες σε μια βιβλιοθήκη.
Μελετούσε με μια φρικτή εμμονή όλες τις ιδέες.
Τις ιδέες, όχι τους ανθρώπους, έκοβε με ψαλίδι εκστατικός και φόραγε τις ιδέες.
Στο τέλος κυκλοφορούσε ανάμεσα στο πλήθος με έναν εγκέφαλο παραφορτωμένο.
ΤΙς λίγες φορές που τον συνάντησα στην ζωή μου σκέφτηκα πως ένας εγκέφαλος τόσο φορτωμένος ήταν το ίδιο επικίνδυνος με έναν άδειο...
Στο τέλος ξέχασα το πρόσωπο του και θυμόμουν μόνο το όνομα του.

H A.

Η πολυκατοικία που μένει η Α. κολυμπάει στα σκατά.
Η Α. κουμπώνει την μύτη της
όμως τα μάτια της πάντα είναι ανοιχτά.
Η γάτα περιμένει κάθε πρωί να φάει από τα χέρια της,
αυτή περνά ανάμεσα τους προσέχοντας.
Όμως το στρίφωμα του φουστανιού λερώνεται ακουμπώντας τα.
Δεν είναι πάντα εύκολο να τα αποφύγει.
Η Α. είναι σαν μια αυτοκρατορία που έχει το κεφάλι της γυρισμένο πίσω.
Σαν κάποιες πόλεις, κάποιες χώρες.
Αυτό που την κρατάει ,είναι πως ακόμη μπορεί να αγαπάει.
Ακόμη και χωρίς αντίκρυσμα.
Όμως θα υπάρχει πάντα πρόβλημα αν συνεχίσει να κρατά το κεφάλι της πίσω.
Στο μεταξύ τα σκατά θα σωρεύουν την μάζα τους επικίνδυνα.
Κι οι μέρες θα διαδέχονται τις νέες μέρες.
Κάποια βήματα δεν περιέχουν την ικανότητα του χάους.
Κάποια βήματα είναι σαν το πέσιμο το αδιάκοπο στο κενό.
Καθώς πέφτεις το κενό μεγαλώνει μπροστά σου.
Αυτό που σε κρατάει είναι το να μπορείς ακόμα να αγαπάς.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Η τρυφερή εξομολόγηση σε έναν κούκο-ψάρι

Λιάζουν τα γεννητικά τους όργανα σαν να θελαν να τα κάνουν φρούτα αποξηραμένα,
θα τα δώσουν ο ένας στον άλλο με την αβρότητα ενός χοίρου οικόσιτου.
Θα μεθοδεύσουν τις αναχωρήσεις και τις επιστροφές τους
σαν τυπικοί ηλίθιοι και όχι τεχνητά.
Αρκεί;
Οι μέρες ξοδεύονται μικρό μου,
κάτω από την τέντα στο μπαλκόνι ταξιδεύει ένας λυτρωμός τυφλός,
δεν σε βλέπω, ούτε κι εσύ.
Μυρίζω μόνο.
Όσα μπορώ να κάνω θα τα κάνω.
Ο Μίλερ έλεγε πως τα γηρατειά είναι θέμα συνήθειας,  αν συνηθίζεις να περπατάς σαν γέρος έτσι θα γίνεις.
Παντόφλες.
Κρεβάτι.
Κι ένα φλέμα που καταπίνεις.
Σιχασιά.
Εσύ δεν είσαι έτσι.
Μα κινδυνεύεις να κάνεις τα αντανακλαστικά σου εξαρτημένα.
Από το << φαίνεσθαι>>
Ενώ << είσαι>>
Η ανθρώπινη κενοδοξία. Την δικαιούσαι. Σε ένα βαθμό.
Οχι στον πρώτο ενικό.
Οι γονείς σου έπαιξαν τον ρόλο τους με φινέτσα.
Και λοιπόν;
Φτιάχνεις έναν τάφο για να έχεις γαλήνη.
Μούμια γλυκιά σε λιβάδι αδύναμο.
Είδες έναν προορισμό, έγκαιρα;
Εσύ που ταξίδεψες τόσο...
Μουσική. Ζωγραφική. Λογοτεχνία. Και πάντα οι πέτρες.
Εκεί κρύβεις τις αδυναμίες και τις δυνάμεις σου.
Ξέρω.
Αφιερώνεις μέρες και νύχτες να επεξεργαστείς τις σημειώσεις σου.
Μισό φορεμένο χαμόγελο.
Καλημέρα, καληνύχτα.
Κι οι πόρνες ξεκουράζουν τα βυζιά τους στα χέρια σου.
Μεθοδεύεις αργά την αναχώρηση σου και δεν το ξέρεις.
Πικρόγλυκος.
Οχι. Καμμιά υποψία μην αφήσεις ,πως ζεις ,στους άλλους...
Συνηθίσαμε να παριστάνουμε τους νεκρούς.
Με παντόφλες που έχουν δερμάτινο πάτο, σαν τα σπάνια βιβλία σου.
Δεν υποφέρω.
Σε τάραξα; Σε ποιό βαθμό;
Νηστεία μεθυσμένη.
Φωτιά που καίει στο στήθος σου, την βλέπω. Σαν την ουρά ενός παγονιού στο δέντρο.
Θυμάσαι.
Ραβδώσεις στις κοιλιές των ερπετών, σε νανουρίζουν με γροθιές.
Δώσε τον όβολο σου κύριε στον Τομ Σόγερ...
Φιοντόρ; Που καίγεσαι;
Σε μυρίζω.
Το ξέρεις.
Τρυφερά αρχικά, μετά πιό άγρια, έτσι θέλεις.
Οι λέσχες βιβλίων σήμερα πάσχουν από δυσεντερία, κάπου κάπου θέλουν λίγο ήλιο.
Σαν τα μάτια σου.
Μικρό μου.
Όταν θαυμάζεις και σέβεσαι κάποιον, φοβάσαι για την ελευθερία σου.
Τι κρίμα!
Κι άδικο γι αυτόν που στα προξένησε.
Μεγαλοστομούντες ρήτορες και ποιητές γυρίζουν την χώρα.
Κι ούτε μια σταγόνα σπέρμα στο παντελόνι τους...
Τι κρίμα για τους ακολουθητές τους!
Ρασιοναλιστές, φετιχιστές του κώλου.
Κι όλα τα σκατά τους.
Εσύ δεν είσαι έτσι.
Γι αυτό σου μιλάω.
Γελάς κάπως αμήχανα.
Θα λείψω για λίγο.
Σε αγαπώ.
Μωρουδένιες λέξεις θα ανακτήσω.
Αντεύχομαι.
 

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Αέρας και νερό, μετά η φωτιά και τέλος η γη

   H Άννα συνήθιζε να εξηγεί τον πόνο που προκαλούν οι άνθρωποι με έναν λεπτό και άυλο τρόπο.
ΔΕν υπήρχαν <<λογικές εξηγήσεις>>, υπήρχε μια ασάφεια που καθρέφτιζε το χάος μέσα της και το χάος που υπήρχε στους άλλους.
   Μιλούσε για παλιές ψυχές, πίστευε πως κάποιοι άνθρωποι έρχονταν <<εδώ>> κουρασμένοι, τα τόσα ταξίδια τους στον χρόνο είχαν στενέψει αρκετά τα περιθώρια τους στο να καταννοούν και να συγχωρούν εύκολα. Οι τρικλοποδιές της ζωής δεν είχαν την ίδια ένταση πάνω τους, αυτών οι λεπτές κεραίες έπαιρναν μια μικρή δόνηση λύπης σαν να είχε μετακινηθεί ολόκληρο βουνό πάνω τους και κινδύνευαν να συνθλιβούν κάθε δύσκολη στιγμή...
   Την άκουγα πάντα με ενδιαφέρον, βέβαια τα κατάφερνε σχεδόν πάντα και μου ξέφευγε, όταν την ρωτούσα πως γίνεται με τόσες ζωές που υποτίθεται είχαν διασχίσει δεν είχαν αναπτύξει την υπομονή, ή, την γνώση των καταστάσεων και των ανθρώπων, δεν είχαν αντοχές.
(Αυτά δεν μπαίνουν σε καλούπια, δεν είναι κουτάκια), μου απαντούσε και αφηνόμουν σε μια τρυφερή λάμψη στα μάτια της που θύμιζε κάτι από αγάπη και εξυπνάδα, σαν ένα ζώο που κρυβόταν πίσω από μια πυκνή βλάστηση.
       Την Άννα την αγαπούσα με τον δικό μου τρόπο, δεν μπορώ όμως να κρύψω πως αυτό που με καθήλωνε ήταν ο έρωτας που συνέβαινε να μας τυλίγει σαν το φως ενός φεγγαριού μέσα από τις μισάνοιχτες γρύλιες.
    Είχε φωτιά. Πάθος. Όρεξη για παιχνίδι. Έπαιρνε ρόλους, όχι αυτούς τους επιφανειακούς στις αποχρώσεις του γκρι. Τι γελοίο... Η ανθρωπότητα ήταν ακόμη μια φορά σαν ένας ασθενής βαριά που ψαχνε φάρμακο και έψαχνε μέσα από το σεξ να βρεί ίαση. Αυτό κακό δεν ήταν, όμως ήταν φαιδρό να πιστεύουν πως μπορούσαν να διασχίσουν τις κοιλάδες των αισθήσεων παίρνοντας έναν απλό ρόλο μιας αμαζόνας ή μιας σαδίστριας ή ενός μαλάκα που κάτω από τα στρώματα λίπους της κοιλιάς του προσπαθούσε να κάνει το σώμα του να ιππεύσει απειθάρχητα πάνω σε μια ανέραστη γυναίκα που ήταν γυναίκα μόνο στο σχήμα.
      Μου άρεσε γιατί ήταν έξω από αυτά. Είχε κάψει πολλές φορές τα φτερά της κυνηγώντας χίμαιρες,
αυτό την έκανε ακόμη πιό γοητευτική και μυστηριώδη.
      Ναι, ήμουν από αυτούς που πάντα με ελκύαν οι γυναίκες που σερναν ένα μυστήριο. Αυτό που ενώ νομίζεις πως το ξέρεις την επόμενη στιγμή ανακαλύπτεις πως αυτό που ξέρεις είναι  μια άκρη του νήματος.
Ήθελα να πάρω την αρχή του και να ακολουθήσω τον Μινώταυρο στην πιό σκοτεινή σπηλιά του...
       Ακόμη θυμάμαι..
Ήταν μια βροχερή νύχτα έξω, μια ευεργετική βροχή έπεφτε χαράζοντας μυρωδιές από χώμα, έμενα κοντά σε πάρκο τότε. Άκουγα την σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού και κατάπινα ουίσκυ καπνίζοντας σειρές τσιγάρων. Είχα ανοίξει το παράθυρο κι η βροχή έμπαινε μέσα σαν πεταλούδα κυνηγημένη από παιδικά τέρατα.
     Χτύπησε η πόρτα, όταν άνοιξα η Άννα μπροστά μου ήταν μια υγρή φλόγα που έσταζε νερό.
Τα μαλλιά της ήταν φυσικά κόκκινα, μέσα τους πάλευαν σπασμένο κοκκινόχωμα και μπούκλες γυαλιστερές . Τινάχτηκε σαν γάτα.
-Ήρθα, είπε και τα μάτια της με αρπάξαν με τις δαγκάνες τους.
-Ήρθες, απάντησα και την αγκάλιασα κάνοντας τα χέρια μου τανάλιες.
Έβγαλε το μαύρο της παλτό κι είδα την γυμνή κεχριμπαρένια επιδερμίδα να φέγγει σαν λαδολύχναρο στο ημιφωτισμένο δωμάτιο.
       Ξαπλώσαμε κι αρχίσαμε να ταξιδεύουμε στην σκοτεινή πλευρά της μουσικότητας που άγγιζε όλα τα ξωτικά τα κρυμμένα στο δάσος του μυαλού μας.
Τι χρώμα έχει το μυαλό μας; Μαύρο ή κόκκινο;
-Με φοβάσαι; Με ρώτησε ενώ με την γλώσσα μου έμπαινα στο στόμα της, έβλεπα τα μάτια της ολοκάθαρα, η ίριδα μεγάλωνε με την χάρη ενός αιλουροειδούς.
Εκείνη την ημέρα ήταν τίγρης...
-Ίσως λιγάκι, είπα ενώ τραβούσα τα μαλλιά της μαλακά φιλώντας την.
Τα φιλιά έχουν διαβαθμίσεις.
Είναι υποσχέσεις.
Είναι η Εδέμ.
Η κόλαση της επιθυμιάς που αλυχτά σαν λύκος.
Θέλει.
Θέλει.
ΠΡώτα κάναμε έρωτα με φιλιά. Στο στόμα.
Γλυκιά εξάντληση.
Αντίσταση.
Άφεση.
Παράδοση.
Λυρισμός.
Βροχή. Φωτιά.
Κι όλα θέλαν την γη. Το σώμα.
όταν μπήκα μέσα της έγινε γη. Με τράνταξε από τους κρατήρες της που ξυπνούσαν αδηφάγα.
Υγρή γη. Νερό παντού.
Ποιά είναι τα όρια των ανθρώπων; Πότε τελειώνει ο έρωτας;
Δεν αρκούσε να τρέμουμε, να αφήνουμε τα υγρά μας με πορφυρές εκρήξεις.
-Κι άλλο, ζήταγε σαν την μάγισσα που έριχνε ξόρκια.
Κι αυτές οι ίριδες να παρεμβάλλουν μέσα στις δικές μου σαν εξόριστοι, σαν νομάδες που σπαζαν παγόβουνα αιώνων.
      Που τελειώνει ο έρωτας;
Τι χρώμα έχει ο εγκέφαλος;
Κι η καρδιά γιατί ξαφνικά γίνεται ένα μαζί του;
Το ένα δίνει το αίμα με ρυθμό.
Το άλλο το παρακολουθεί ανελέητα.
Μπαίναμε ο ένας μέσα στον άλλο.
Μάλλον μια τρύπα από το σύμπαν λευτέρωνε όλη την ενέργεια που είχε καταπιεί.
Κοσμική διέγερση.
Αφύπνιση.
Μετά εξάντληση.
Ρέαμε μέλι στο δωμάτιο μέσα στην σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Η τίγρης χορτασμένη με θεράπευε από την αρρώστια μου.
Δεν θυμόμουν πιά τον θάνατο. Ο Μεφιστοφελής είχε μεθύσει.
Μεθυσμένος, παραδομένος στο σμίξιμο μας ξέχασε για λίγο την προθεσμία.
Τις υπογραφές.
Έξω ο πρόστυχος κόσμος είχε κατεβασμένο το κεφάλι.
Και τα βρακιά του. Ένας τεράστιος φαλλός τον σοδόμισε γερά. Του βγαλε τα σωθικά του σε χαρτιά.
Τα τύλιξε σαν σουβλάκι. Με μπόλικο κρεμμύδι. Κάτι να καίει...
     Τελειώσαμε με φιλιά. Ο κόσμος σταμάτησε να τρέχει. Ο πλανήτης δεν μιλούσε κουρασμένος.
Κι εμείς.
     Όταν ξύπνησα βρήκα το παλτό της δίπλα μου.
Που πήγε; Βγήκε γυμνή; Που πήγε;
Από τότε δεν την ξαναείδα.
Πέρασαν χρόνια.
Ο χρόνος μεταμοσχεύει τρύπες, φυτεύει άλλες.
Μια μέρα περπατούσα στην Σόλωνος ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων αδιάφορο.
Καμμία θωπεία στα μάτια μου.
Καμμία στην καρδιά μου.
Μόνο υποσχέσεις.
Και ξαφνικά εντελώς, ανακάλυψα πως δεν είχα απαντήσεις στις υποσχέσεις.
Καμμιά διάθεση να ανακατευτώ.
Αναχωρούσα από καιρό.
Αν ήμουν στην έρημο γυναίκα με πόσες καμήλες θα με αντάλλαζαν;
Σαν άντρας στο Θιβέτ πόσα μανιτάρια θα μασουλούσα για να μαλακώσω;
Είμαι ένα άγριο θηρίο μέσα σε μια χώρα ξοφλημένη.
Λες να είναι η παλιά ψυχή της που δεν άντεξε;
Η δικιά μου είναι τόσο παλιά που δεν την αντέχει;
Από τότε που μου ρίχνει η Μυρτώ την Ταρώ μου βγαίνει ο ερημίτης και ο κόσμος..
Κάτι μου λείπει για να ολοκληρωθώ.
Και ποιός μου λέει πως μετά δεν θα ξαναζητώ κάτι πέρα από αυτό;
Είναι στιγμές που ζηλεύω τους ανθρώπους αγελάδες..
Μα δεν κρατά πολύ κι αυτό...

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Το νησιώτικο μούχρωμα

H ηρεμία από το νησιώτικο μούχρωμα ήρθε στην πόλη,
απαλή βεντάλια τα χρώματα.
Να ζεις επικινδύνως θα πει να δίνεις την ψυχή σου,
να ανοίγεις όλα της τα μουσκεμένα φύλλα.
Η συνεννόηση γίνεται τότε άκοπη,
λεπτό μεταξένιο χαρτί που αντέχει.
Αν μπορούσα να τελειώσω,
εδώ θα τέλειωνα την ζωή μου,
πάνω σε ένα πλάτωμα της συγκίνησης,
σε τούτο το οροπέδιο που τα μάτια μου αντικρύζουν,
αυτό που θα πρεπε να είναι η ζωή.
Πλαταίνω τις αισθήσεις,
βρίσκω τρόπους να τις εξεγείρω,
επεκτείνομαι,
ένας μικρός κομήτης μέσα στο δωμάτιο,
μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου τρεμοπαίζει,
σαν το κερί ,κείνο το χλομό, ενός Πάσχα που σε γύρευα.
Βράδυ Σαββάτου κι εγώ ένα σβησμένο άστρο,
ή τότε που οι δαίμονες με έσπρωχναν στην αίθουσα με την γνωστή εικόνα πάνω από τον δικαστή,
παρακαλούσα να πεί αθώος για τον Εωσφόρο,
αργότερα θα με σταύρωνε σαν αυτόν σε κείνη την εικόνα,
έτσι είναι αν θες να ζεις με ανοιχτά, φύλλα της ψυχής και βρεγμένα.
Τώρα εδώ,
ήρεμη πιά, με τα λιοντάρια χορτασμένα,
δίπλα στο αρχαίο μάρμαρο θέλω να δω,
αυτά τα μάτια σου,
μούχρωμα νησιώτικο,
θα υπάρχει  η ζέστη από το χάδι του ήλιου,
θα υπάρχει αυτή η σιωπηλή συνεννόηση,
κοίτα με,
μίλα μου,
δεν χρειάζεται να ανοιγοκλείσεις τα χείλια σου,
σε ακούω κοιτώντας σε,
σε καταλαβαίνω.
Μούχρωμα βρεγμένο...

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ

Aπό έναν παράξενο πλανήτη ,είχε έρθει κάποτε,
ένας άντρας -ψάρι,
πολύ μικρή ήταν για να ξεχνά και πολύ μεγάλη να τον θυμάται,
μιλούσαν με χρώματα, αντί να χρησιμοποιούν λέξεις.
Αυτή έλεγε, (Σήμερα είμαι λιλά),
κι αυτός ( σε παρακολουθώ, είμαι μαύρο).
Η πλήρης αστοχία και ευστοχία ,ταυτόχρονα,
ήταν που αν και πολύ νέοι ήταν αυτοκαταστροφικοί,
είχαν βάψει το δωμάτιο με ποιήματα των καταραμένων,
αυτός έκλεινε τα μάτια και σκάλιζε στην ηλεκτρική κιθάρα μεταξένια αγκάθια,
τα φορούσαν στο κεφάλι τους αναπαλαιώνοντας μια εικόνα του Χριστού,
όχι από θρησκευτική μανία,
από μια αγάπη στα πάθη των ανθρώπων που ράγιζε τα μάτια της πάνω τους.
Αυτός ερχόταν κι έφευγε,
σαν μια βαλίτσα ταξιδιώτη.
Με περισσότερη ταχύτητα από κείνη, έψαχνε τον πάτο στο πηγάδι.
Κι έπειτα χάθηκε, το ίδιο ξαφνικά όπως την ημέρα που ήρθε.
Μετά από μια δεκαετία η κοπέλα που συνεχώς φορούσε μαύρα και μωβ,
ένιωσε πως αυτός έπαιζε με μια ακτίδα του θανάτου,
ένιωσε το τέλος να της τυλίγει το κεφάλι, σαν αύρα αγίου σκοτεινή.
Έψαξε και τον βρήκε,
μίλησαν ξανά για χρώματα κι εκείνη η κιθάρα, άρχισε να ηχεί σαν ένα άλογο
που βιαστικά ,κάποιος αόρατος γίγαντας είχε φορέσει στον λαιμό του αλυσίδες.
Το άλογο ξεχύθηκε στο δωμάτιο με στόμα αφρισμένο.
Όμως ο άντρας-ψάρι είχε βρει μια μέθοδο να μπεί στο πηγάδι,
πιό πολύ τον πάτο έψαχνε με ΄φλέβες ανοιγμένες, κόκκινες.
Κι ενώ αυτή ήταν ξανά μακριά του μέσα σε όλη της την ύπαρξη,
βυθίστηκαν άμμος και σημάδια του θανάτου.
Και ξαφνικά ήξερε.
Ο δρόμος του κάτω κόσμου ανοιχτός κι απέραντος.
Τον θρήνησε χρόνια.
Φόρεσε στα μαλλιά της βιολέτες και σκορπίστηκε στους ορίζοντες.
Σαν κύλησε ο καιρός σαν μπάλα φωτιάς,
άρχισε να τον ακούει στα όνειρα της, τα επιμήκυνε προσεκτικά,
τα άπλωνε,
τα καθάριζε με σανταλόξυλο, αυτό που λάτρευαν κι οι δυό τους,
σκόπευαν σαν μεγαλώσουν να το μυρίσουν στην Ινδία...
Αυτό που της έλεγε, ήταν, ζήσε.
Βρήκε μια δερματόδετη βαλίτσα του πατέρα,
συνέλλεξε ανθρώπινα πορτρέτα και βιβλία.
Μεγάλωσε πιά, για λίγο ξέχασε πως κάποτε έβαζε χρώμα στις διαθέσεις,
τις μέρες και τις νύχτες.
Κι ήρθε η μέρα που ένας άλλος άνθρωπος-ψάρι,από τα ίδια τα πετρώματα,
από τα ίδια λόγια του Δον Χουάν μπολιασμένος,
κι αυτός μιλούσε με δεκάδες χρώματα.
Όταν της πρωτομίλησε άκουγε πως μιλούσε με λέξεις.
Μα την επόμενη κατάλαβε την ώχρα,
το πορφυρό,
το μπλε,
το κοραλλί,
το τυρκουάζ...
΄΄Ανοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω.
Ένα μπλουζ από μετάξι άπλωσε κόκκους.
Κι είδε πως υπάρχουν στην θάλασσα απέραντα πλάσματα σε ποικιλία.
Ένας καρχαρίας που δαγκώνει μόνος του τα μάτια του,
μικρότερα ψάρια,
φάλαινες που γυρίζουν ταξιδεύοντας επηρεασμένα από την φιλοσοφία των δελφινιών...
Το νερό.
Υπόγλυφο κι άλλοτε παγωμένο.
Αλάτι.
Κάτω από το δέρμα λέπια.
Σοφιστές και επιστήμονες το κοιτάζουν μελετώντας.
Κι αυτή γελά σαν ένα πουλί μελετηρό.
Κάθε που νυχτώνει προσπαθεί να κοιμάται νηφάλια.
Κι είναι το πηγάδι πάντα που προκαλεί να το κοιτάξει.
Όμως αυτή καλεί τα χρώματα...
Σαν τους παλιούς ινδιάνους διαβάζει τον καπνό τους.
Κάθε χρώμα από κάτω του καίγεται...
 

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΕΥΑ

Όταν κατάλαβε η Εύα τι της συνέβαινε, ο ήλιος έβγαινε κρύβοντας τα φτερά του μέσα στα σύννεφα, συνέβη τότε, ένα περίεργο φαινόμενο. Εναλλάσονταν τα σύννεφα βαριά, γκριζομόλυβα ανάμεσα στο πορτοκαλί του ήλιου με αχνές κόκκινες κουκίδες μέσα του. Μια βροχή πάλευε με την αλυσίδα της φωτιάς, ακραία φαινόμενα καιρικά ακολουθούσαν αυτά τα ψυχικά των ανθρώπων.
      Η κοιλάδα της αντίληψης φάνηκε στην κορυφή του λόφου, είχε σκοτώσει αδιάκριτα τον πάγο που χε σωρευτεί από καιρό εμποδίζοντας το πραγματικό από αυτό που ήθελε να υπάρχει μέσα της.
Από παιδί ήξερε να ναι φευγάτη, είχε βρεί τον τρόπο να μπορεί να αντέχει μια σκληρή πραγματικότητα με το να φεύγει, δεν ήταν ο πόνος που απέφευγε, αυτόν΄έμαθε στα πέντε της να τον κοντρολάρει, τόσο ώστε να μην πέφτει κάτω, του δινε διαβαθμίσεις, 'εμαθε την ένταση του και τον έλεγχε, βασικά έμπαινε μέσα του και με αυτόν τον τρόπο δεν μπορούσε ο πόνος να την ορίσει, τον ήξερε καλά όσες μάσκες και να φορούσε. Αυτό που δεν άντεχε ήταν η μιζέρια, όχι ο ίλιγγος του πόνου.
      Όταν τον γνώρισε έγινε αποκρυπτογράφος του. Μπήκε στον πύργο που έκρυβε τις σκέψεις του μέσα σε παλιά τετράδια των προπάππων. Ευλαβικά τα διάβαζε χωρίς να δείχνει τον κρατήρα που άρχισε να χάσκει μπροστά της. Έβλεπε καθαρά παράλληλες ζωές να μπλέκουν απεγνωσμένα διψώντας για γνώση και παρατήρηση. Έψαχναν δίχως να ξέρουν τον τρόπο πως θα βρούν ένα λιμάνι να αφήσουν λάσκα τα σκοινιά του πλοίου τους, όχι να ξεκουραστούν, μόνο να χυθούν στο χρυσαφένιο φως του ήλιου, αυτού που ήταν ο ζωοδότης ευεργέτης όλων, αυτό το να ξέρεις πως κι άλλος ζητά τούτο το φως, δεν υπήρχε συγκίνηση στο γνωστό, στον ίδιο τρόπο αναζήτησης, στις ομοιότητες, ήταν πιό βαθύ, στεκόταν κάτω από πολλούς φλοιούς της γης,
ηταν σαν ένα σπάνιο λουλούδι που άνοιξε την ίδια στιγμή τους στήμωνες του κι η σκόνη τους απομάκρυνε για χρόνια, κι όμως ήταν ένας θηλυκός κι ένας αντρικός που μαζί ξεπήδησαν στο άπειρο, ήταν σαν αδελφές ψυχές που άδικα έχασαν την ζωή τους χώρια.
        Μα δεν ήταν το άδικο, ούτε η αυστηρότητα του μαζί για πάντα, ήταν πιό βασικό από αυτά.
Έλεγε μέσα της, ξέρω πως τώρα είναι λυπημένος, τώρα χαίρεται, έστελνε την σκέψη της σαν κόκκινη γύρη κοντά του κι ένιωθε πως έβλεπε αχνά την αύρα της αυτός, ακίνητος κρύβοντας από τον εαυτό του την συγκίνηση.
     Παρουσίαζε τον εαυτό του πέτρινο, σαν κομμάτι από κείνους τους λιθόστρωτους κήπους, δεν άφηνε να περάσει έξω κάτι από αυτόν που παρουσίαζε κάτι εύθραστο, έγινε με τα χρόνια αφηρημένος, σκεπτικός κι ας μίλαγε στις παρέες, ας γέλαγε δυνατά, ας φαινόταν σαν μηχανή ελέγχου.
      Ήξερε πως δεν την πίστεψε, ήταν οι κοινές παραστάσεις περσόνων κι ανθρώπων σημαντικών μιας άλλης εποχής που χαν περάσει από την ζωή του και κατά κάποιον τρόπο την σημάδεψαν.
Έψαξε κάπως άτακτα να ξαναβρεί αυτούς που χαν για πάντα χαθεί σε άλλα πρόσωπα, ήξερε καλά αυτό το παιχνίδι των λυγμών αυτή, το χε κάνει πολλές φορές...
       ΒΡήκε τότε την δύναμη κι έβαλε αντικρυστά τις σέπιες της φωτογραφίας τους, παρόμοια πρόσωπα ενέπνευσαν πάθος, παρόμοια πρόσωπα χάρισαν πόνο, παρόμοια πρόσωπα χάθηκαν στον δρόμο του κάτω κόσμου...
     Βρήκε την μητέρα υπομονή και της ζήτησε χέρι βοηθείας, της είπε πως αυτός δεν την πίστεψε.
Και τότε αυτή της φύσηξε μητρικά φτερά προστατευτικά. Μα δεν ήθελε προστασία, αυτή είχε ταχτεί να αγαπήσει πέρα από τα φτωχικά μίζερα όρια, χρόνια και χρόνια γύρευε να πετάξει την φλύκταινα της προστασίας. Κι είχε πάψει πιά να δείχνει κέρινη...
      Δεν ήταν ο πόθος που ξόδευε τις σκέψεις της, ήταν πιό πέρα από αυτή. Ούτε μια ηλίθια μικροαστική αφοσίωση. Μια γυναικεία μισαλοδοξία. Τον άφησε λεύτερο, έκανε τις αποκρυπτογραφήσεις μόνη της.
         Κι εκείνη την μέρα η Εύα κατάλαβε. Κείνη την μέρα που έπαιζε κρυφτό ο ήλιος και τα σύνεφα.
Κάθε άνθρωπος φτιάχνει μια φυλακή που κρύβεται μέσα της. Άλλος πίσω από ένα παιδί, άλλος πίσω από μια δουλειά, πίσω από ένα σπίτι, πίσω από έναν γονιό, τα λεφτά.
Αν άφηνε την φυλακή αυτή θα ήταν χωρίς σκοινί προστασίας. Θα έλαμπε η δημιουργία μέσα του και θα μεγαλουργούσε, σαν υποσχόμενο θαύμα, σαν το τρέμισμα ενός αστέρα διάπλατου στο σκοτεινό σύμπαν.


Κι οι μορφές θα ταν λεύτερες σε πλανήτη υγιή και φωτεινό.
ΔΕν ήταν η αγάπη, ήταν πέρα από αυτό.
Θα παρέκαμπτε την φυλακή της με την δημιουργία, όπως κι αυτός .
Κι ίσως κάποτε λυτρωτικό το φως θα μεγαλουργούσε στα πλάσματα, σαν τις ιστορίες που άκουγε από τους προγόνους της με το ένα χέρι στο πηγούνι της και το άλλο αγγίζοντας το περβάζι στο παράθυρο.
Είναι πικρόγλυκη η ζωή, σαν την αγωνία της χρυσαλίδας στην μεταμόρφωση της πεταλούδας..
Στάδια και δρόμοι που γίνουνται πυρκαγιές...