Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Παλεύω να αποθαρρύνω εκείνον τον πικρόγλυκο εαυτό μου, παλεύω να τον πείσω να μην μπαίνει ανάμεσα μας, να θυμάται πόσο λαμπερή μπορεί να είναι η ζωή, ενίοτε συμβαίνει και να είναι και σκιώδης, να κρατά χίλια φίδια στον κόρφο της και να σε δαγκώνει ύπουλα με το στόμα τους, συμβαίνει η θεά τύχη να αγνοεί την ύπαρξη σου, μα να, χιλιάδες πουλιά κρυμμένα στα δέντρα φωνάζουν γλυκά τα βράδια, η βροχή χρωματίζει το χώμα, η καρδιά μου ανοίγει, μιμείται μια βεντάλια χρωμάτων του ουράνιου τόξου, βλέπει την δική σου, παίζουν ένα ιδιαίτερα ωραίο παιχνίδι, ναι, μελαγχολώ κάθε ημέρα, ναι, παίρνω τον πόνο των άλλων εύκολα μαζί μου, ναι, πληγώνομαι εύκολα, αυτό, αυτό δεν θα αλλάξει, όμως αυτό το μικρό θαύμα, να κοιμάσαι την νύχτα κάνοντας μια πρόβα θανάτου-ο ύπνος πρόβα του θανάτου είναι- και την επόμενη καθώς ξυπνάς διαπιστώνεις πως ακόμα ζεις, όπως τότε, που δεν θυμάσαι, πως να θυμάσαι πως από όλα τα σπερματοζωάρια επικράτησες εσύ, μετά μπήκες σε ένα μικρό γαλάζιο σπίτι από ζελατίνα, που να θυμάσαι, όμως θυμάσαι τους έρωτες που σε μαχαίρωσαν, κι εσύ μαχαίρωσες γιατί πάντα έτσι γίνεται, θυμάσαι τα παιδικά καλοκαίρια που κυνήγαγες τον τζίτζικα
γιατί ήθελες να δεις πως τραγουδάει, θυμάσαι και αγαπάς, να, αυτό μου συμβαίνει, γεμίζω ολόκληρη ευγνωμοσύνη γιατί υπάρχω, κρεμιέμαι με συνέπεια από μια κλωστή αιωρούμενη στο σύμπαν, κινώ τα δάχτυλα μου και γράφω, σαν δεν βαριέμαι μιλάω, μα να, αυτό μου συμβαίνει, έρχεται εκείνος ο άλλος εαυτός ο απέραντα εγωιστής που βρίσκει ηδονή στην λύπη, στον πόνο, φωλιάζει μέσα σε ένα κουκούλι από αίμα, και μου λέει, μου λέει πως τίποτε δεν αξίζει, όλα είναι γνωστά και προκαθορισμένα, πως δεν έχει ελπίδα το ζώο άνθρωπος, συμφωνώ παίρνοντας όλες τις τραγικές εκδοχές υπόψη μου, μα γεμίζω σκοτάδι, με ακινητοποιεί, με κάνει σκλαβάκι του, ίσως και να διασκεδάζει, παλεύω και του ξεφεύγω, θέλω να ρθω να σε αγκαλιάσω, θέλω φορές φορές να αγκαλιάσω κι όλον τον κόσμο, όχι δεν είναι κάτι γλυκερό, είναι κάτι που έχει μέσα του απέραντο φως, σαν στάχυα στα χωράφια, σαν θάλασσα από χρυσάφι στο μυαλό μου, μια αίσθηση πως απλώνομαι παντού, πως προεκτείνομαι, πως ενώνομαι με όλους, πως χωράμε όλοι χωρίς ιδιοτέλειες, ναρκισσιστικές υποτέλειες, του ξεφεύγω και έρχομαι και σε βρίσκω τα βράδια και τα ήσυχα μεσημέρια , την ώρα που μια γάτα στην απέναντι ταράτσα τεντώνεται, την νιώθω, είναι ο ήλιος που την ζεσταίνει, να ένα ακόμη στοιχείο που μας ενώνει, ανθρώπους ζώα, χαιδεύω τα μαλλιά σου και καταπίνω μια γεύση αγάπης, ε΄χει γεύση η αγάπη, έχει την πιο δυνατή γεύση και αφή, και αυτός ο εαυτός τότε με ξεχνάει, τον ξεχνάω κι εγώ, τι ωραία αυτή η άπνοια μνήμης, περπατώ με τα χέρια στις τσέπες σαν χαμίνι κι άλλοτε προβάρω ρόλους μιας παλιάς ντίβας μέσα μου, περπατώ στον δρόμο με το βήμα της, διασκεδάζω με τα βλέμματα των άλλων, τι άλλαξε και ξαφνικά με κοιτάξαν περπατούσα σαν χαμίνι, λίγο σκυφτή, έχει πλάκα, έχει ενδιαφέρον, μόνο αυτός ο εαυτός με φοβίζει, αλλά πάλι για σκέψου, ίσως να πρέπει να υπάρχει κι αυτός,ίσως να πρέπει να υπάρχει , ίσως μια ισορροπία όμως μεταξύ μας, μα υπάρχει κι ο άλλος ο εαυτός, εκείνος που με κοιτάει όλες τις ώρες, παρατηρεί επικρίνει κατακρίνει, αυτός ο αυτολογοκριτής, με κουράζει, ναι, πιο πολύ αυτός με συναρπάζει, αυτός ο εαυτός που ξέρει πως κάθε ύπνος είναι πρόβα θανάτου και ευγνωμονεί που ζει ακόμη, αυτός που έχει έρωτα και αγάπη και τεράστιο ενδιαφέρον για όσα είναι αθώα και περιέχουν ομορφιά, αυτή είναι η λάμψη της ζωής, η ομορφιά....

Αγαπώντας και χαρίζοντας
Έφυγες βιαστικά τον Ιούλιο, τώρα σιγουρεύτηκα πως δεν υπάρχει κάτι πέρα από την στάχτη του θανάτου. Είχες υποσχεθεί, θα μου φανερωνόσουν αν πέθαινες πρώτη.
Αν ζούσες ,θα γιόρταζες σήμερα. Θα μιλούσαμε στο τηλέφωνο και κάπου παρακάτω θα βρισκόμασταν.
Θα μελετούσαμε ξανά εκείνη την εποχή.
Δεκάδες βραχιόλια σαν της Τζάνις και ινδικές φούστες, θυμάσαι;
Στικ ινδικά να καίγονται στο δωμάτιο και τα βινύλια να βγάζουν φωτιές σαν εκείνους τους μάγους από το στόμα.
Δεν σε θρηνώ, όχι, απλά αν υπήρχες θα μιλούσαμε για τόσα. Θα μιλούσαμε για την εποχή των υποκριτών, αυτήν που διανύουμε με τόση περηφάνια, θα μιλούσαμε για τα μάτια μας που ήταν αθώα, να, αυτό μου λείπει, μαζί μοιραστήκαμε αυτήν την αθωότητα, δεν ήμασταν για τίποτε υποψιασμένοι..
Και να σου πω κάτι μικρό μου; Τώρα με υποψιάζει η πολλή καλοσύνη, πρώτη ήττα, το συνειδητοποίησα πολύ τελευταία, πρώτη ήττα.
Παρατηρώ και περιμένω την αντίθετη πλευρά του χαμόγελου, εντάξει, όχι πως δεν πιστεύω, αλλά να, μαζεύτηκαν τόσα..
Μουλιάσαμε μαζί στην λίμνη των υποκριτών...
Χόρευες στα Στύρα με ένα μεθυσμένο φεγγάρι, χορεύαμε μαζί και η ενέργεια μας ενωνόταν, μπορούσε να διαχέεται και να γίνεται φως.
Πρώτος έφυγε ο Πάνος πριν δεκαπέντε χρόνια, φέτος εσύ.
Άνοιξα την πόρτα μου σήμερα, βγήκα έξω και μίλησα λίγο με τον ουρανό.
Έβγαλε κάτι γκρίζα βαμβάκια που μου μπούκωσαν την διάθεση.
Θα γιόρταζες σήμερα.
Όταν είπα την κόρη μου ΚΑΤΕΡΊΝΑ ήταν γιατί αγαπούσα το όνομα σου μέσα από εσένα.
Ποτέ δεν υποκρίθηκες για να αποφύγεις..
Ποτέ δεν έγινες λιπόψυχη.
Ποτέ δεν υπήρξες νευρωτική.
Μασουλάω κάτι λέξεις που τις βγάλαμε μαζί σαν κωδικούς μυστικούς επικοινωνίας.
Χάι Σάπαραλ, γατόνι, ψζουνινίνιον...
Το να έχεις μπέσα είναι χαρακτηριστικό βαρύ σαν ιστορία..Και φυσικά δεν έχει φύλο.
Αλήθεια, θυμάσαι το <<χαμένο>>, ναι αυτό το γοητευτικό πλάσμα που έμοιαζε στον Lou Reed, δούλευε στο νεκροτομείο για να κάνουν οι φοιτητές της ιατρικής μελέτες, θυμάσαι; Ήταν μέσα στην ηρωίνη πιο βαθιά κι από τυφλοπόντικα.
Τον είδα μια μέρα, είναι μια χαρά κι έχει δυο παιδιά. Φεύγοντας είπαμε θα τα πούμε, σιγά μην τα λέγαμε..
Δεν έχει σημασία, σημασία έχει πως γλύτωσε...
Λοιπόν Κατερίνα δεν υπάρχει τίποτε μετά τον θάνατο ε; Ο Επίκουρος είχε δίκιο λοιπόν, μόνο εκείνος ο πατέρας μου κι ο παππούς μου με έχουν μπερδέψει αφού όσα μου είπαν στο όνειρο μου συνέβησαν, έχω και μάρτυρες...
Λοιπόν; Τίποτε δεν υπάρχει εκεί που είσαι τώρα; ή περνάς τόσο καλά που όλα εδώ κάτω σου φαίνονται απίστευτα ανιαρά και ανούσια;
Ίσως και να είναι αυτό.
Άκου, εδώ κάτω ζούμε σε ένα απίστευτο κομφούζιο. Η έπαρση , η υποκρισία, οι σωτήρες, η βλακεία έχουν θριαμβεύσει. Ναι, και όσο πάμε λιγοστεύουμε....
Αλλά άκου, εγώ θα σου βάλω το αγαπημένο μας τραγουδάκι και θα στο χαρίσω δίχως αναφιλητά.
Αν τον βρεις τον Lou εκεί πες του πως πάντα θα τον αγαπάμε, εντάξει;
Μου λείπεις Rocky, κάνε ένα τζόιντ πάνω από τα σύννεφα..
Οι αληθινοί φίλοι σαν φεύγουν πονάει πολύ......
Αυτό δεν συνηθίζεται...
Με λένε Πόπη και είμαι καλά -έχω καθαρίσει τα τελευταία 6 χρόνια από τις φιλοδοξίες- η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να διατηρηθώ σε αυτά τα επίπεδα κρατώντας σε ισόποσες δόσεις την αξιοπρέπεια και πιο πολύ από όλα την δυνατότητα να αγαπώ και να αγαπιέμαι.
Σε τούτη την βαρβάτη-βάρβαρη εποχή της κρίσης όλους αυτούς που κοιτούν τους ανθρώπους με την έπαρση ενός κοκορόμυαλου τους γράφω κανονικά στις σόλες των μποτών μου- μαύρες παρακαλώ- γιατί δεν ξέρουν πως πραγματικά κανείς στην πραγματικότητα δεν θα τους θυμάται κανείς μόλις στρίψουν την γωνία του δρόμου.
Είμαστε αστραπές , αυτό είμαστε στην χοάνη του χρόνου,
το ζήτημα είναι να υπάρχουμε αγαπώντας...
Με αγάπη Πόπη..

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Εποχή της ευτυχίας

Αγαπημένε μου,
δεν ζω από θαύμα, είναι φορές που ζω μέσα στο θαύμα, μπορώ να αγγίξω τα χείλη της αβύσσου χωρίς να χαθώ, ο θάνατος δεν είναι ένας αόρατος κίνδυνος ούτε μια μακρινή αγωνία, είναι η φυσική κατάληξη των πραγμάτων.
Αγαπημένε μου,
όταν θα μπω την γη εκεί κάτω, τότε θα σηκωθούν στο αέρα χιλιάδες πουλιά και θα τραγουδούν πολύχρωμα.
Παραιτήθηκα από την αρρώστια της μνήμης. Δεν με νοιάζει κάτι άλλο εκτός από το τώρα. Αυτό να ζήσω, αυτό να στραγγίξω μέσα μου.
Είναι καιρός που η κάμπια έγινε πεταλούδα, την έβλεπα να απομακρύνεται από το κουκούλι της και πέταξε μπροστά μου.
Αγαπημένε μου,
λάμπω από αγάπη. Λάμπω από την επιθυμία της ζωής. Λάμπω από την εξέγερση μου στην ατονία και στην νωθρότητα.
Θέλω να αγαπώ και να αγαπιέμαι.
Αγαπημένε μου,
δεν ζω από θαύμα, ζω το θαύμα.
Κρατώ βαριά την θλίψη για ότι δεν είναι ευτυχισμένο, για όποιον δεν μοιράστηκε το φως, τον άνεμο επάνω στην βουνοκορφή, στο ποτάμι δίπλα, για όποιον δεν μύρισε τα κίτρινα φύλλα και δεν έκλαψε για τον χαμό τους από την μητέρα δέντρο.
Αγαπημένε μου,
οι λευκές νεκρές κόρες της Ρέας ξύπνησαν μετά από έναν αιώνα ύπνου.
Είναι πανέμορφες, χορεύουν στα ακροδάχτυλα, ριγώ από συγκίνηση καθώς τις βλέπω, τις ακούω, τις μυρίζω.
Αγαπημένε μου,
αγαπώ αυτούς που δεν μπόρεσαν να με αγαπήσουν γιατί με έκαναν δυνατότερη μα και πιό εύθραστη. Μπορώ να κυλιέμαι στο χώμα σαν το καύκαλο της χελώνας μα μπορώ και να πετάω.
Είμαι ότι σκέφτομαι.
Είμαι ότι νιώθω.
Ότι δίνω κι ότι παίρνω.
Αγαπημένε μου,
ας προστατέψουμε την ζωή μας, είναι το μόνο που χρωστάμε.

Ημέρες παράξενες

όλα τα θέλησα, και τα ρόδα και τα αγκάθια τους, την σκουριά των πλοίων την χάιδεψα δοξαστικά και πένθιμα, δεν χειραγώγησα συναισθήματα, ορφάνεψα πολλές φορές από αγάπη, λάτρεψα τα σχήματα των χειλιών, των ματιών, των σύννεφων, του ίχνους ενός φιλού ζωγράφισα στο τζάμι και κάλεσα ένα αλήτικο σπουργίτι να το γευτεί, ράμφος με στόμα του είπα, κατάλαβες, είμαι από αίμα, είμαι χώμα, κάποτε γονάτισα σε μια κιθάρα, την χάιδεψα, μιλήσαμε καταλαβαίνεις, μην με ρωτήσεις πως γίνεται, μα αυτό έγινε, έγινα νότα, κατάπινα νότες, όλα τα θέλησα, και μίσησα τα κόμματα και τις τελείες, γιατί να υπάρχουν οι τελείες, γιατί να υπάρχουν τα κόμματα, λαχτάρισα πολλά και μου δόθηκαν, κάποτε με κόπο, κάποτε αβίαστα, μα πιό πολύ πληγώθηκα από αυτό που αμφισβήτησε την ιδιότητα μου σαν άνθρωπο, να αγαπώ και τα ρόδα και τα αγκάθια, μετά τράβηξα δρόμους μοναχικούς, μετά τράβηξα δρόμους προς την θάλασσα, με πότισε αλμύρα και νερό, κλάψαμε από χαρά και λύπη, ζήσαμε καταλαβαίνεις; Ζήσαμε, εγώ κι όλοι οι εαυτοί μου απλωμένοι σε ένα σεντόνι που μάζευε ελιές, οι εαυτοί μου και εγώ, και ξέρεις; Πολλές ήταν οι φορές που σιωπούσαμε από ντροπή και δεν μας έβλεπαν οι άλλοι, μόνο που μύριζαν το πάθος μας και μας πλησίαζαν, φεύγαμε, τώρα δεν φεύγω, κάθομαι ανάμεσα στους ανθρώπους και με όλους αυτούς τους εαυτούς και χαιρόμαστε, χαίρομαι, λάτρεψα, μας λάτρεψαν, ίσως όχι όλους μα δεν υπάρχει δα τέτοια απαίτηση, μόνο να, ένα παράπονο, που δεν αγαπούν όλοι και τα αγκάθια , μόνο τα ρόδα αγαπούν, κι αυτά όποτε ξεχαστούν και νιώσουν λίγο τον κήπο των ανθρώπων...

μπλε βροχή

Ο χρόνος είναι στάχτη. Πέφτει επάνω μας και γύρω μας.
Σε βρήκα μια νύχτα της βροχής, φορούσες ένα παλτό γκρίζο. Με τύλιξες στα χέρια σου και μπήκα μέσα στο βλέμμα σου.
Επίμονα με πήρε το μπλε τους .
Ο δρόμος λεγόταν οδός αγγέλων.
Πεύκα παντού κι ένας σκύλος μεγαλόσωμος ήταν πίσω από μια μεγάλη πόρτα.
Περπατούσαμε, περπατούσαμε και η βροχή περνούσε μέχρι τα κόκαλα μας.
(Ενθουσιάζομαι και απογοητεύομαι με μεγάλη ευκολία από τους ανθρώπους), σου είπα κι εσύ πέρασες το χέρι σου γύρω από την μέση μου.
Μου άρεσε πως δεν είπες τίποτε, με έσφιξες δυνατά.
Η βροχή ψαχούλευε τα πρόσωπα μας.
Τα μάτια μου άρχισαν να ξεβάφουν λίγο μαύρο ανακατεμένο με βροχή.
Έπιασες με τα δάχτυλα σου και το πήρες τρυφερά κι έπειτα το έφερες στο στόμα σου.
(Γεύομαι τα μάτια σου), μου είπες.
Δεν μου είχαν ξαναπεί κάτι τέτοιο, καταγοητεύτηκα. Σχεδόν θορυβήθηκα.
Τα βήματα μας έμπλεξαν με τους ήχους της βροχής.
Είχα μεγάλη ανάγκη να σε πω αγάπη μου αλλά δεν το έκανα.
Αν το έκανα τόσο γρήγορα τόσο γρήγορα θα την σκότωνα την λέξη.
Κι εσένα .
Τα πουλιά ήταν βουβά και καλά κρυμμένα στα δέντρα.
Φτάσαμε δίπλα στην γραμμή του τρένου.
(Φωνάζουμε όπως στην ταινία); μου είπες γελώντας.
Αρχίσαμε να ουρλιάζουμε σαν παιδιά.
Κι εκείνη την στιγμή κατάλαβα πως δεν είχε σημασία να πω την λέξη αγάπη μου.
Αλλά να αγαπώ την κάθε μου στιγμή σαν να ήταν τελευταία.
Ήμουν τυχερή,
δεν είσαι από αυτούς που το βάζουν στα πόδια. Και ξέρεις να ζεις θριαμβικά...
Έπειτα γεύτηκα το μπλε στα μάτια σου.
Δεν είχα ξαναγευτεί μπλε,
μόνο εκείνο της θάλασσας και του ουρανού.
Μόλις το δοκίμασα μπήκε σαν θύελλα μέσα μου η ελευθερία.
Ένιωσα απεριόριστα ελεύθερη....

οι άγιοι καταραμένοι των λιμανιών

Οι λέξεις έπεφταν ζαλισμένες πάνω στο βρεγμένο δάπεδο, η βροχή την περασμένη νύχτα είχε ξεπλύνει όσα μπορούσε.
Υπάρχουν κι εκείνα που δεν πλένονται.
Επαναλαμβανόμενα μοτίβα, εισαγωγή, εξαγωγή ανθρώπων σαν να ήταν φρονιμίτες επάνω στην καρέκλα ενός γιατρού κουρασμένου από την βρομιά των ανοιχτών στομάτων.
Έχω μυρίσει τέτοιες βρόμες που έχουν έρθει από εσωτερικά στόματα.
Δεν με αποστείρωσα και δεν με φύλαξα όσο θα έπρεπε.
Και λοιπόν; Αμόλυντη βγήκα, μόνο στην αρχή λίγη κούραση κι έπειτα ένα πρωινό ξεκίνησα πάλι για το λιμάνι.
Στο λιμάνι, παίζουν μουσικοί μαύροι, τρομπέτες και σαξόφωνα .
Πίνουμε και καπνίζουμε. Ένα γυάλινο μάτι πάντα μας κοιτάζει σαν γάτος που αυτοτραυματίστηκε. Είναι του Μπάμπη. Γύρω στα εξήντα, έχει ξεχάσει τον αριθμό των γυναικών που πήγε. Και τι παράξενο, είναι από αυτούς που αγαπούν την γυναίκα. (Η γνήσια γυναίκα είναι σαν την καλή λογοτεχνία, ποτέ δεν την ξεχνάς, σε έχει σημαδέψει χωρίς κόπο), αυτά λέει κι εγώ ξαναπίνω με τους άλλους.
Είμαι πάντα νηφάλια. Μόνο μια νύχτα δεν ήμουν, τότε που μου είπαν πως πέθανες από την βελόνα. Οι λέξεις έπεφταν πάνω μου σαν τίγρεις, μου ξέσκιζαν την καρδιά και έκαναν την χολή μου λάσπη.
Ο Μπάμπης είχε πέσει πάνω μου και φώναζε, ( μην κάνεις έτσι κούκλα μου).
Τράβηξα το πένθος πάνω μου σαν μαγνήτης, πάντα το τραβούσα, είχα μια σαφή τάση στο δράμα από παιδί. Βασικά πενθούσα μέσα μου, ένα μαύρο σεντόνι είχε καλύψει τα πάντα. Δεν έβλεπα, δεν αισθανόμουν, μόνο άκουγα τους μαύρους μουσικούς να παίζουν και έβλεπα μπροστά μου φυτείες και σκλάβους. Και κάτι από μέσα μου έπιανε να ελαφραίνει.
Μετά κατάπινα βιβλία, είχα κολλήσει με τους καταραμένους, τους ξενύχταγα και τους έβαζα να πιούν. Ο Μπωντλαίρ ζητούσε όπιο και εγώ του χάιδευα μάτια. ( Κλάψε μαζί μου για όλα, εγώ για σένα κι εσύ για μένα), αυτά του έλεγα και ξαπλώναμε σε ένα ντιβάνι σαν αδέλφια.
Μια αλαφιασμένη νύχτα με έβαλε να πιω λίγο από το αίμα του.
Έτσι γίναμε αδέλφια. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάποιες φορές συμβαίνει να υπάρχουν άνθρωποι που από παιδιά τραβούν τον πόνο σαν το μητρικό γάλα.
Μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια σε είδα στον ύπνο μου.
Ταραγμένο βλέμμα όπως πάντα κι όμορφος σαν διάφανος. ( Την Φέντερ την κράτησε αυτός ο γέρο τράγος ο ενεχυροδανειστής), μου είπες και μου χάιδεψες τα μαλλιά.
(Έχεις ανάγκη συνεχώς από αγάπη, θέλω να σε προσέχεις), αυτό είπες κι εγώ ράγισα.
Έχω, σκέφτηκα σαν ξύπνησα αλλά τώρα ξέρω.
Δεν χρειάζεται δα τόση προσπάθεια να την αποκτήσω, χρειάζεται προσπάθεια να την διατηρήσω..
Σαν ήρθε η νύχτα έβαλα στο στόμα μου το βυσσινί κραγιόν και τράβηξα στα μάτια μου μαύρο μολύβι.
Πήγαινα στο λιμάνι, στους γνωστούς αγαπημένους μουσικούς.
Χάρηκα τόσο που σε είδα στον ύπνο μου, είσαι πάντα η πρώτη μου αγάπη.
Μπήκα στο μαγαζί και με χαιρέτησε ο Μπάμπης. (Ωραίο κραγιόν), μου είπε γελώντας.
(Άθλιε, όλα τα προσέχεις), απάντησα και κάθισα δίπλα του.
Κανείς δεν μπορούσε να δει την λύπη μου, γελούσα και μιλούσα με όλους.
Δεν έκανα κάποιο ρόλο, όχι, απλά από παιδί έμαθα να κρύβω τον πόνο μου από τα μάτια τα αδηφάγα.
Στο λέω να το ξέρεις, στον πόνο των άλλων οι άνθρωποι έχουν μάτια αδηφάγα.
ίσως και λίγη ηδονή να πετά την φωτιά της σαν το σπίρτο στο οινόπνευμα...

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Μια απροσδόκητη συνάντηση

Το σώμα έχει μνήμη όταν το αν'αγλυφο  του ενώνεται με κάποιου άλλου.
Όχι μια τυχαία συνεύρεση, όχι θωπείες δίχως εγκράτεια στο ημίφως κι άδειασμα των γεννητικών οργάνων στην χοάνη.
Μιλώ για το στόμα που ανοίγει την πόρτα, μπαίνεις μέσα σε αίθουσες χωρίς φρουρούς.
Στόμα με στόμα.
Σώμα μέσα στο σώμα.
Μάτια μέσα στα μάτια.
Οργανωμένες πτήσεις από το υποσυνείδητο, σύμπλεγμα σωμάτων στο ακίνητο τοπίο του χρόνου.
Ναι, τέτοιες στιγμές ο χρόνος αδειάζει μέσα σε μια απέραντη κοιλάδα.
Με τρυφερότητα.
Με πάθος που κανείς άλλος δεν κατοίκησε με τέτοιον τρόπο. Με μοναδικό τρόπο.
Δεν μπορεί κανείς παρά ελάχιστα να περιγράψει εκείνα τα συνταιριάσματα φωτός.
Κανείς δεν μπορεί να μεταφέρει το μελωμένο άδειασμα των αρτηριών, κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια το τι συμβαίνει όταν επτά χρόνια δεν κουράστηκαν δυό σώματα το ένα το άλλο.
Και κανείς δεν μπορεί παρά ελάχιστα να καταλάβει γιατί έφυγε εκείνη από κοντά του.
Την είχε κουράσει η <<συνθήκη>>  τους, η αμοιβαία τους εξορία σε μια άλλη ζωή που προσποιόταν την αληθινή ζωή.
Μόνο όταν βρισκόντουσαν υπήρχε λόγος της αληθινής ύπαρξης.
Σαν βρύσες άδειαζαν ο ένας μέσα στον άλλο κόκκινο πυρ.
Σαν έβγαιναν στον δρόμο τα μέλη τους ήταν κομμένα στα δύο.
Μεταμορφωμένες πεταλούδες που έπαιζαν στο στενό του ξενοδοχείου.
Και μετά αλλού ο ένας, αλλού ο άλλος.
ΑΥτή δεν ήταν τόσο ψύχραιμη όπως εκείνος.
Όταν τον ζητούσε το σώμα της είχε πια πληγές.
Είχε δεσμευτεί από την ύπαρξη του και δεν κοιτούσε άλλα μάτια από τα δικά του.
Κι ήρθε η μέρα που δεν μπορούσε να αντέξει άλλο αυτήν την κατάκτηση.
Είχε σκεφτεί, ή μαζί ή χώρια..
Και βρήκε ένα υποκατάστατο και το ονόμασε το άλλο της μισό.
ΛΕς και υπάρχουν μισά από εδώ κι από εκεί, λες και κάθε ημέρα μπορεί να δει κάποιος τον ήλιο μέσα σε άλλα μάτια...
Ομύθος του άλλου μισού γρήγορα ξεπλύθηκε κι έφυγε σαν χάρτινη βαρκούλα.
Γιατί ποτέ το σώμα του δεν  πέταξε με το δικό της.
Είχε φύγει πολύ άκομψα, του είχε πετάξει κάτι ηλίθιες δικαιολογίες.
Ουσιαστικά πίστευε πως το πάθος υπήρχε στην γωνία.
Σαν εκείνο, των επτά χρόνων...
Που κοιτάζονταν και τα μάτια τους γίνονταν κόκκινες και διάφανες λίμνες..
Που χύνονταν στην θάλασσα.
Μπλε περιστροφή.
Κόκκινη.
Άδειασμα.
'ΟΛων των στοιχείων που απαρτίζουν την μνήμη.
Τα σώματα τους είχαν ενωθεί σε μία ίδια μνήμη.
Το πάθος...
Μην ακούς αυτούς που το κακίζουν, έχουν πέσει και δεν θεραπεύτηκαν ποτέ, σαν φοβισμένα ποντίκια τρέχουν στις παγίδες τους και μιλούν για την αγάπη, ενοχοποιούν το πάθος πως κάποτε τελειώνει...
Αστειότητες...
Μικρά γκρίζα ποντίκια...
Αλλά εκείνη έφυγε κι από το υποκατάστατο χωρίς να ξέρει πως το είχε βαπτίσει υποκατάστατο.
Δοκίμασε την ζωή της.
ΣχΈΣΕΙς.
Τρίμηνες, τετράμηνες, εξάμηνες, σαν τις δόσεις των δανείων.
Πόρτες και παράθυρα που ανοίγουν και κλείνουν με θόρυβο...
Το όνομα του θύμιζε ήλιο, αυτόν τον ήλιο που της είχε φορέσει στο κεφάλι της κι αυτή του το γύρισε με σκοτάδι...
Πέρασαν ΄΄εξι ολόκληρα χρόνια.
Τον σκεφτόταν συχνά.
Γιατί καμμιά αγκαλιά δεν ήταν η δική του.
Γιατί κανένα άλλο σώμα δεν είχε κοινή μνήμη με του δικού της..
Δάκρυα στα πάρκα.
Στα σφαγεία.
Στην θάλασσα.
Τ δάκρυα την 'επνιγαν.
Δεν είχε κατάθλιψη, είχε λύπη.
Μια βαριά απίστευτη λύπη..
Αν γυρίζαμε το πλάνο σε εκείνον θα βλέπαμε ακριβώς την ίδια λύπη, το ίδιο κενό.
Μόνο που αυτός δεν κυνήγησε άλλα σώματα.
Σαν να ήξερε πάντα πως δεν υπήρχε λόγος...
Το έριξε στην δουλειά.
Αυτή έγραφε και φωτογράφιζε.
Έκανε μια μικρή έκθεση και προχώρησε στην έκδοση δυό βιβλίων...
Και ζούσε στην <<συνθήκη>> της.
Αυτός ασχολιόταν με την γη. Καλλιεργούσε και πουλούσε μόνος του.
.................................................................................................
Πέρασαν έξι ολόκληρα χρόνια.
Όλη την ημέρα είχε μια προαίσθηση περίεργη.
Πως ενώ αργόσβηνε η ζωή της κάτι θα συνέβαινε σήμερα και θα ξανααισθανόταν τον ήλιο.
Περπάτησε τον ίδιο δρόμο που κάποτε μαζί είχαν περπατήσει.
Άδεια, σαν καταραμένη σκιά περπατούσε χωρίς να αισθάνεται.
Ήξερε πως ήταν καταραμένη, να μην ευτυχήσει ποτέ της.
Κι έγραφε για να ξεχνά τον θάνατο.
Κι ενώ περπατούσε τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του.
Ήταν εκεί, μπήκε στα μελένια τους χρώματα.
Χύθηκε σαν αγρίμι μέσα τους..
-Αλίκη; Δεν μου μιλάς; Αυτό της είπε και στάθηκε μπροστά της .
Ψηλός και περήφανος πάντα.
Με υπόγεια κύματα από τα πόδια του μιας θερμότητας να τρέχουν στα δικά της.
Φιλήθηκαν στο μάγουλο.
Ο κόσμος έπαψε.
Ο χρόνος ξαναχύθηκε στην σιωπή.
-Με πλήγωσες αλλά δεν σε μίσησα ποτέ μου, πως θα μπορούσα άλλωστε;
Τον άκουγε και η πληγή άρχιζε να ανοίγει...
-Συγνώμη, ψέλλισε.
Κι έπειτα αυτός την ρώτησε γιατί ενώ ήταν τόσο όμορφη και γλυκιά όπως τότε είχε αυτήν την λύπη.
-Που την βλέπεις την λύπη; Του είπε και μπήκε στο αυτοκίνητο του για να την πάει όπου πήγαινε.
-Πίσω από τα μάτια σου, της είπε.
Όταν κάθισε δίπλα του της πήρε το χέρι και το φίλησε.
Τα μάτια του ήταν κάστανα με διαλυμμένο πράσινο, υγρά και έντονα.
Την έκαιγαν όπως τότε.
Άρχισε να την ρωτάει πως είναι.
Εκείνη απαντούσε αλλά τότε ακριβώς σκεφτόταν την πρωινή διαίσθηση της πως κάτι θα συνέβαινε.
Κι όταν άρχισε να περπατά στην αρχή του δρόμου πως κόμπιαζε σαν παιδί..
Κι είδε μπροστά της πως ήταν αυτός ο μόνος που την είχε στα αλήθεια αγαπήσει.
Οι άλλοι την ήθελαν γιατί ήταν πολύ ερωτική.
Κι ας μην είχαν κοινή μνήμη μαζί της...
Βούρκωσε.
Ένα δάκρυ σκούντηξε το μάγουλο της.
Έκλαιγε κι αυτός.Όταν της σκούπισε το δάκρυ το χέρι του έτρεμε..
................................................................................................
Ζούσαν στην <<συνθήκη>> τους όπως πάντα.
Αλλά τα επτά χρόνια ήταν πολύς καιρός.
Και τα έξι που άνοιξαν απότομα το στόμα τους κι άρχισαν να πεινάνε.
Τα φύλαξαν για λίγο...
-Μερικά πράγματα είναι καρμικά, της είπε κι οδηγούσε μαλακά.
ΘΥμήθηκε από πόσους γελοίους εραστές της είχε ακούσει αυτήν την φράση.
Και σκέφτηκε πως ετούτος ο άντρας που ζούσε στην γη και ζούσε από αυτήν είχε το μεγαλύτερο δικαίωμα να το πει αυτό από κάποιον που ζει σε ένα γραφείο.
Γιατί αυτός ήταν πιό κοντά στα αερικά των σύννεφων και του νερού από οποιονδήποτε άλλον.
Κι ίσως σκέφτεται πιό καθαρά από αυτόν που σκονίζει τις αισθήσεις του μέσα στα χαρτιά.
Γιατί συνήθως αυτά που διαβάζει τα καταπ'ινει και δεν ακούει τις αισθήσεις του μέσα στις γνώσεις..
..........................................................................................................
Ήταν μια παροσδόκητη συνάντηση.
Ήταν καρμική ίσως ίσως και να ήταν θέμα τύχης και μόνον...
Αλλά το σατόρι εκείνη την στιγμή, "της άνοιξε την ψυχή της.
Δεν έχουν όλα τα σώματα την ίδια μνήμη...


΄Σατόρι (βουδιστικός όρος για την φώτιση στο Ζεν.Είναι η κατανόηση. Μια βαθιά κατάσταση φώτισης...