Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018


Για σκέψου, τίποτε δεν έχω να πω, τίποτε να ακουμπήσω σε αυτό το κομμάτι του μπλε, την λουρίδα του ουρανού με τους αετούς καρφωμένους επάνω του, με τα μάτια να ανιχνεύουν και να βρίσκουν πίσω από το ανάγλυφο,από το <<βλέπω>> να ξέρω την φθορά, την αλμύρα των δακρύων που ζύμωσαν την θάλασσα οι πνιγμένοι με τα βαρκάκια του μεροκάματου, να κατανοώ τους πληγωμένους, εκείνους που έχουν ρωγμές βαθιά τους, αυτός ο αιμάτινος κόσμος πόσο σκοτάδι τρέφει και τρέφεται, ο αόριστος κι ο ενεστώτας που συγκρούονται σαν κομήτες σε μια αυλή νησιώτικη, τα γιατσέντα που γέρνουν το κεφάλι στην ταράτσα πριν η σελήνη τα γητέψει, τους γέροντες που ξέρουν πως τίποτε δεν ξέρουν, θεωρίες για την φωτιά και την πλημμύρα, τον κόσμο που παλεύει να χαθεί, για σκέψου, δεν έχω τίποτε να πω, από τότε που γεννήθηκα ξέρω, ο άνθρωπος παλεύει να τελειώσει τον εαυτό του με πολλούς διαφορετικούς τρόπους αλλά δεν έχει συνείδηση επί αυτού, αν είχε ,θα κοιτούσε το πρόσωπο του μια έναστρη νύχτα σε ένα πηγάδι και θα άλλαζε τα μάτια που <<βλεπει>>, τόσα μνημόσυνα κι ούτε μια μνήμη για να σώσει αυτό που σώζεται μετά τον θάνατο. -Αφήστε λίγο αέρα -

Τι ξέρεις για τα εργοτάξια των αισθημάτων; Τι θυμάσαι από αυτά που διάβαζε η γιαγιά σου στο φλυτζάνι; Θυμάσαι τον παππού που ερχόταν με τον Κίτσο φορτωμένο με ντομάτες και η μυρωδιά τους έφτανε σε εσένα από το προηγούμενο στενό; 100 φορές βούρτσιζες τα μαλλιά σου κάτω από το φεγγάρι για να γίνουν δυνατά και στο βάθος της λόζας τα βιολιά έκαναν τα πόδια να υψώνονται. Μέσα σε ετούτους τους καιρούς έχει χαθεί το ύψος, η μνήμη σου όποτε πιάνει εικόνες της αθώας εποχής σε ποτίζει δέος και κόμπους από συγκίνηση. Συγκίνηση σαν αγιογραφία ενός αγίου που ποτέ δεν βρέθηκε, σαν το εκατοστό κελί της Παναγιάς που δεν το βρίσκουν ποτέ, αυτή η δυνατή επιθυμία του ανθρώπου να χτίζει με μυστήρια το άγνωστο.. ΠΕρπατούσες ξυπόλητη στο μονοπάτι και σου έκαιγε ο ήλιος τις πατούσες με τις καυτές πέτρες αλλά εσύ έκανες ασκήσεις αντοχής γιατί κάτι μέσα σου σε προετοίμαζε για τα αυριανά εργοτάξια αισθημάτων. Αυτό το ζώο μέσα σου που σε κάνει να προβλέπεις μουδιασμένη πόσο τραγικό θα ήταν αυτό το Καλοκαίρι, κληρονομιά της γιαγιάς που έβλεπε σκηνές ζωής μέσα στα ονειρα.. Εκείνη την αθώα εποχή προσπαθώ να εγείρω και να την κλείσω σε ένα μικρό μπουκάλι . Αλλά όλα κλείνουν, όλα κλείνουν από μια αόρατη μέγγενη, οι άνθρωποι λειτουργούν σαν μηχανοκίνητα, τρώνε, κάνουν σεξ και αφοδεύουν. Αν τους πεις σε αγαπώ θα πέσει ο ουρανός επανω τους. Οι άνθρωποι δεν έχουν στέγη τα αστέρια, εξαϋλώνονται χωρίς την ανάγκη του βάθους της ύπαρξης. Υπάρχουν απλά γιατί έτσι έτυχε, να υπάρχουν από μια σύμπτωση. Συμπτώσεις που συνευρίσκονται μέσα σε τεράστια εργοτάξια αισθημάτων. Ευτυχείτε , λέει ένας κούκος την νύχτα αλλά κανείς δεν τον ακούει, εξάλλου ένας κούκος δεν φερνει την Άνοιξη ούτε ανοίγει τα Καλοκαίρια...

Η διαφορά στο να ζεις σαν πωλητής αντί να ζεις σαν απολαυστής δεν είναι μόνο τεράστια αλλά είναι και καθοριστική..

Γύρω στις πέντε το ξημέρωμα, με επισκέφτηκε ο άγιος Μάμας, τον έβαλα να καθίσει και να πιεί ένα ρόφημα. Ήταν παιδάκι και το μικρό του σπίτι είναι ένα εκκλησάκι μέσα στον περίβολο της μεγάλης εκκλησίας της Παναγιάς. -Δεν πιστεύω στους αγίους, του είπα, ωστόσο είσαι καλοδεχούμενος. -Εδώ δεν ξέρετε πια τι να πιστέψετε, ακόμη και γι αυτό που λέτε πως δεν πιστεύετε η πίστη σας αργοσαλεύει , απάντησε σοβαρός. Δεν είχα και να πω πολλά, ένα βουνό με πλάκωνε στο στήθος. Η απουσία από τον κόσμο του κουνελιού μου με αποδυνάμωνε, ίσως εγωιστικά ,ίσως και γιατί θυμήθηκα τον θάνατο του παππου μου που συνέβη πάλι εδώ , στο νησί με το φαλακρό, άγριο τοπίο. Καθισμένο το παιδάκι -άγιος μπροστά μου κατάλαβα, ένα μέρος της αθωότητας αποχωρούσε , μάτια ανυπέρβλητα αθώα δεν θα με κοίταζαν πια, ούτε το χάδι μου θα έβρισκε αυτην την άγνωστη τρυφερότητα που πηγάζει από τα πιο λευκά σύννεφα. Δεν ήθελα να σπαράξω άλλο,ήταν επείγον να διώξω τον κόμπο από τον λαιμό που με έπνιγε και να αποχαιρετήσω. Το παιδάκι- άγιος το κατάλαβε. -Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω άλλο, μου είπε. Απλά ήρθα να χαιρετήσω ένα πλάσμα που κατοικεί πια αλλού, και να του δείξω τον δρόμο. Μείναμε λίγο μαζί κι ο κόμπος στον λαιμό δυνάμωνε, ήθελα να παραδοθώ στον ύπνο και να ανακουφιστώ. Ο άνθρωπος σκαρώνει με τον νου του ότι μπορείς να φανταστείς για να μαλακώσει τον πόνο και την οδύνη του φυσικού θάνατου. Έτσι πιάστηκα σε ένα όνειρο, πως τάχα ο μπαμπάς μου έβαζε ρεμπέτικα κι η Σαπφώ στεκόταν κάτω στα πόδια του ξαπλωμένη σαν χανουμάκι κι ο παππούς μου είχε ένα χαμόγελο πληρότητας και αρμονίας.. -Αφιερωμένο στην Σαπφώ, το κουνελάκι μου που θέλησε να ησυχάσει εδώ, στο νησί-

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018


Μερικά πράγματα που ξέρω για τον Ιούλιο. Αν ήταν άντρας, θα ήταν συνεχώς σε μια εφηβική υπαρξιακή αναζήτηση της ζωής σε πληρότητα, θα είχε μαλλιά μακριά και μαζεμένα σε έναν κομψό αριστοκρατικό κότσο. Αν ήταν όνειρο θα ήταν το όνειρο του Ουόλτ Ουίτμαν, εκείνο που μιλούσε για την καινούργια πολιτεία των φιλων όπου η εύρωστη αγάπη υπήρχε στις πράξεις αυτών που έμεναν εκεί. Καρπούζια σε μια μικρή νησιώτικη αυλή βαμμένη με ασβέστη. Παραλίες περπατημένες για ώρες, απόκρημνες. Γλάροι που αρπάζουν ψωμί από τα απλωμένα χέρια των επιβατών στα καράβια. Σπίτια που ανοίγουν στον ήλιο διώχνοντας την χειμωνιάτικη υγρασία. Όλες οι υποσχέσεις που δεν πραγματώθηκαν και συγχωρέθηκαν για την αδυναμία τους. Ένα φαράγγι που κρύβει τις σαύρες της γνώσης επιμελώς μέσα στις πέτρες. Μικρές υποσχέσεις αθανασίας μέσα σε αρτηρίες ποτισμένες από λευκό κρασί. Έρωτες χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Η φράση του Νίκολα Βιργίλο , (βγάζοντας το αλεξίσφαιρο γιλέκο ζέστη). Αν ήταν γυναίκα θα ήταν μια γυναίκα με πάθη και πάθος για ζωή. Η ανέγερση του Καλοκαιρινού κόσμου-ονείρου μας ας είναι για όλους μας εφικτά. Ποτέ κανείς δεν λύγισε όταν έζησε με τέχνη.

Το τραγικότερο σημείο των καιρών μας είναι πως υπάρχουν φλογισμένες καρδιές δίχως φλόγιστρα. Κι αν αυτό σας φαίνεται απλό και δίχως σημασία, έχω να σας πω ,πως αυτό είναι ικανό ώστε εξαιτίας του να καταγραφεί η πτώση του ανθρωπίνου είδους- εκτός των λοιπών εγκλημάτων του - κατά της ανθρώπινης ζωής και κατά παντός είδους. Γιατί οι φλογισμένες καρδιές μετατρέπονται σε φλογερές και αυτή η διαφορά αφορά τα ουσιώδη. Η ζωή δίχως φλόγιστρα είναι μια απλή περιφορά στον πλανήτη, σαν μια περιφορά ενός άγνωστου επιταφίου, επιτρέψτε μου, ενός καταδικασμένου σε τυφλότητα.

Ονειρεύτηκα πως ήμουν μέσα σου, κοιλάδες ευδαιμονικές έγιναν οι αρτηρίες μου και στο μέρος της καρδιάς μια θαλάσσια ανεμώνη, ένα ανοιχτό παράθυρο στο σοκάκι άφηνε τις κουρτίνες να χορεύουν στον φρέσκο αέρα και μια ντροπαλή δροσιά χρύσιζε στο κάτω σπίτι, όταν έγινε νύχτα, από τον γυάλινο φεγγίτη στην παταρού άρχισαν να μπαίνουν τα αστέρια του ουρανού, γέμισε φωτοχυσίες το δωμάτιο και έμπαιναν στο στέρνο μας μεθοδικά, λάμπαμε αστέρια χωρίς όνομα, ύστερα σου είπα πως σε ξέρω πριν την σύλληψη σου σαν άνθρωπο, σταθήκαμε απέναντι ο ένας από τον άλλον και γίναμε ψάρια που χόρευαν εκστασιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο, παράλληλοι κόσμοι ενωμένοι σε έναν, δίχως φόβο για τον θάνατο και το άγνωστο σύμπαν, γίναμε εκβολές αισθήσεων αβίαστα, τρυγήσαμε τα μυστικά μας και τα σκορπίσαμε έξω από τον νησί, τόσο φως δεν χωρά μυστικά, ύστερα θυμήθηκα πως μέσα σου είχα την πρώτη μου ενόραση που την ονόμασα Όσιρι, καθώς περπατούσα ανάμεσα στις θυμωνιές και τις ρίγανες φώναξα τον Όσιρι, μετά διάβασα γι αυτόν και ήξερα πως ένα κομμάτι μου ήρθε από την Αίγυπτο εδώ, έγινες Αμοργός και σε δόξασα με χίλιες ευχές για την καλοσύνη που μου μεταβίβασες μέσα στο όνειρο, ασίγαστα και χωρίς φραγμούς, πετάξαμε πάνω από το μικρό πικρό φαράγκι, πάνω από τις λευκές φιγούρες των σπιτιών, πάνω από τα ταβερνάκια που ησύχαζαν πια από τις ανθρώπινες φωνές, κι ύστερα βρεθήκαμε σε μια σπηλιά που ένας άγγελος με λευκά μαλλιά γέμισε με μια χλομή αύρα την ατμόσφαιρα, μας χαμογέλασε γλυκά και τα μάτια του ήταν αλάτι και πέτρα, τον αγάπησα αμέσως, πετάξαμε σαν άνθρωποι πια κρατώντας κάτι από μια ευλογημένη σιωπή ευγνωμοσύνης, εσύ κρατούσες το φτερό του καρχαρία του ποιητή κι εγώ έναν κόχυλα που μου έφερε τους ήχους στο αυτί όλων των καραβιών που ταξιδεψα από βρέφος ακόμη, άκουγα κι έκλαιγα, έκλαιγα από χαρά, θεέ μου πόσον καιρό είχα να σπαράξω στο στήθος μου κλαίγοντας από χαρά, ξύπνησα με μάγουλα βρεγμένα κι έκανα μια ευχή, ότι αγαπώ να ζει ευτυχισμένο... - Το όνειρο της χτεσινής νύχτας-

Λίγο πριν το ξημέρωμα γυρίζω από όνειρα που είναι αδύνατον να θυμηθώ. Αυτό που δεσπόζει σε αυτά σίγουρα, είναι ένα παιδί που δεν γύρεψε ποτέ προστάτες, βασίλειο του είναι τα παιχνίδια και η συνομιλία με τα ζώα. Αυτό το παιδί ζητάει να σε φυλάξει από τα θηρία και τις συμπτώσεις τους. Να σου δείξει πόσα λάθη ονόμασες θαύματα. Και τις πόρτες των πεθαμένων που είχαν το όνομα τους στην πόρτα. Στάχυα μπλεγμένα σε κορνίζες και τάματα σε εικόνες. Κόσμος βυθισμένος σε έναν άλλο, αιμάτινο και σκληρό. Τον χτισμένο από επάνω ως κάτω, από πέτρα σαν τάφο. Επεδίωξα σίγουρα να εναρμονίσω την ζωή αυτού του παιδιού με αυτήν του ενήλικα. Παραδόξως κανείς από τους δυό δεν θυσιάστηκε για τον άλλον. Σε όλες τις μάχες και τον πόλεμο. Στις πτώσεις, όπου το αίμα κι οι μώλωπες γαύγιζαν σαν σκυλιά σε υστερικό σοκ, μια πεταλούδα εμφανιζόταν πάντα από το πουθενά. Αυτή σε κάποιο όνειρο μου έδειξε τον τρόπο του πετάγματος. Πτήσεις με χίλια χρώματα. Ενδείξεις ελευθερίας σε εκατό ξέφωτα. Σαν εκατόφυλλα ρόδα σε έκσταση. Η ζωή ρέει και σκορπίζεται αναλόγως πως κινείσαι. Μην σκοτώνεσαι. Υπάρχει η αιωνιότητα για να σε σκοτώσει. Κι η πεταλούδα του Σαχτούρη για να θυμίζει τι είναι ποίηση. Κάπου ανάμεσα μπορείς να ζεις με λυγμούς, γέλια και το τρίξιμο της ζωής το ανεπαίσθητο όσο η ύπαρξη μας.. - Η πεταλούδα που έχει όνομα-

Αιώνες τώρα ,με αιμάτινη κλωστή της καρδιάς, ράβεται εντός μου ο ρυθμός της θάλασσας. Παραφράζοντας την φράση <<μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου» του Γ.Βιζυηνού.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018


Αγαπώ τα ναυάγια στα νησιά, κάθομαι δίπλα στο κουφάρι τους και κάνω την καρδιά μου πουλί, για να μπορέσω έτσι να ακούσω την ιστορία τους, αγαπώ και τα ναυάγια της πόλης, όχι εκείνα που μιλούν πολύ και η ματαιοδοξία τους σκίζει σαν σαίτα τον ουρανό, ούτε αυτά που η γνώση τους αφαιρεί την καρδιά από την γλώσσα, αγαπώ εκείνα τα ναυάγια που λυτρωτική ποίηση κατεβαίνει μέσα σε σιωπές, σίγουρη κι αβίαστη από τις έντονες γραμμές της κόπωσης και της λύπης στο πρόσωπο τους, συνήθως δόξασαν έναν έρωτα και προδόθηκαν χωρίς να τους αφορά διόλου η πράξη της προδοσίας..

Σαν αφή από ρόδα Η ήπια σαγήνη τους δεν κατευνάζεται Ηχούν ρόδα διαβάζοντας μάτια, μάτια εκδηλωμένης ομορφιάς και πίστης σε αυτό που δεν ορίζεται με λέξεις.. Είναι μέρες που μας κατακλύζουν αόρατα τέτοια μάτια.

Μερικά πράγματα που ξέρω για τον Ιούλιο. Αν ήταν άντρας, θα ήταν συνεχώς σε μια εφηβική υπαρξιακή αναζήτηση της ζωής σε πληρότητα, θα είχε μαλλιά μακριά και μαζεμένα σε έναν κομψό αριστοκρατικό κότσο. Αν ήταν όνειρο θα ήταν το όνειρο του Ουόλτ Ουίτμαν, εκείνο που μιλούσε για την καινούργια πολιτεία των φιλων όπου η εύρωστη αγάπη υπήρχε στις πράξεις αυτών που έμεναν εκεί. Καρπούζια σε μια μικρή νησιώτικη αυλή βαμμένη με ασβέστη. Παραλίες περπατημένες για ώρες, απόκρημνες. Γλάροι που αρπάζουν ψωμί από τα απλωμένα χέρια των επιβατών στα καράβια. Σπίτια που ανοίγουν στον ήλιο διώχνοντας την χειμωνιάτικη υγρασία. Όλες οι υποσχέσεις που δεν πραγματώθηκαν και συγχωρέθηκαν για την αδυναμία τους. Ένα φαράγγι που κρύβει τις σαύρες της γνώσης επιμελώς μέσα στις πέτρες. Μικρές υποσχέσεις αθανασίας μέσα σε αρτηρίες ποτισμένες από λευκό κρασί. Έρωτες χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Η φράση του Νίκολα Βιργίλο , (βγάζοντας το αλεξίσφαιρο γιλέκο ζέστη). Αν ήταν γυναίκα θα ήταν μια γυναίκα με πάθη και πάθος για ζωή. Η ανέγερση του Καλοκαιρινού κόσμου-ονείρου μας ας είναι για όλους μας εφικτά. Ποτέ κανείς δεν λύγισε όταν έζησε με τέχνη.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018


Με κοιτούσες με μάτια αλύγιστα, μετρούσες τους παλμούς της ανίερης ησυχίας Ήταν η ησυχία που σε αναγκάζει να ξημερώσεις μαζί με το πρώτο φως Γύρω μας ο παλιός κόσμος βυθιζόταν στο ηφαίστειο της Σαντορίνης Γύρω μας ο ήλιος ξερνούσε χολή Μετά τράβηξα για την Αμοργό μόνη, είχα έναν παπαγάλο για να μιλάει στους άλλους αντί για εμένα, του είχα μάθει όλες τις λέξεις που μιλούν οι μεθυσμένοι.. σε αγαπώ για πάντα, μου αρέσεις, είσαι μοναδικός... Πήρα το πρώτο δρομάκι και γύρισα κατά την Δύση, ύστερα κοίταξα προς την Ανατολή Δεν είχα οράματα, δεν είχα παρά συμπόνοια για ότι παίρνει μαζί του ο μέγας Αφέντης, αυτός με το δρεπάνι, μα εκεί στην Αμοργό , μια νύχτα γαλήνης, ήρθε η Αποσπερίτισσα η Αφροδίτη, είχε χιλιάδες αστέρια στα μαλλιά και τα μάτια της έσταζαν βύσσινα, με δίδαξε, χωρίς να με χαλιναγωγήσει, μέρες ατέλειωτες και νύχτες, μου είπε πως οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι, ώσπου να πεθάνουν, μου είπε πως η νεα ημέρα παίρνει το χρώμα που της δίνεις, έτσι, σιγά σιγά ,ημέρεψα χωρίς να γίνω χώμα, άρχισα να σκέφτομαι και να αισθάνομαι όπως στην πρώτη μου νιότη, τότε που οι αγέρηδες των νησιών κατοικούσαν στο λευκό μου ρούχο, και σε ξέχασα, σε ξέχασα, μάρτυς μου ο Αυγερινός πως σε ξέχασα, και σε συγχώρησα , ο παλιός κόσμος έφυγε μαζί σου αλλά αυτά που έμειναν τα κουβαλώ εδώ, εδώ, για μένα... { Εναρμονιση

Οι μητέρες οι πέτρινες, φτιάχνουν κουκούλια και τυλίγουν τα παιδιά τους. Μέσα σε πένθιμη ατμόσφαιρα τα κοιμίζουν με νανουρίσματα της Μήδειας. Τα κουκούλια έχουν φόβους - τέρατα, ξεδιπλώνουν ιστορίες για να μην μπορούν τα παιδιά να κοιμηθούν. Ο 'υπνος να γίνεται ωδή στην αυπνία. Αργότερα η Μήδεια θα συγχωρεθεί, αλλά τα κουκούλια θα είναι μέγγενη στα μάτια του κόσμου. Όλα αυτά τα κουκούλια έκαναν τον Χαλεπά να πελεκάει μάρμαρα μέρα και νύχτα.. Τον Μποντλαιρ να χάνεται σε βιβλία γράφοντας για μια κρεολή. Και τους ευαίσθητους να γίνονται δέκτες και να λύνουν αινίγματα που μπλέκονται με τον χωροχρόνο ξέροντας πως τα μεταφυσικά είναι απολύτως φυσικά. Στον κόσμο των ανθρώπων δεν ξέρεις ποιον να πρωτοσυγχωρέσεις. Τον εαυτό σου που αφέθηκες ή αυτούς που διατηρούν το δικαίωμα να χαλούν τα όνειρα σου;

Όταν είμαι στην πόλη κι ενώ περπατώ κι ενώ βρίσκομαι με αγαπημένα πρόσωπα ,βλέπω σχεδόν μπροστά μου τους στίχους του Τζελαλαντίν Ρουμί ,τότε γίνομαι ο περιστρεφόμενος δερβίσης που κινείται μεταξύ ουρανού και θάλασσας. Κοιμάμαι σαν στίχος του και ξυπνώ μέσα σε μια θάλασσα που έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιο μου. Τότε αντιλαμβάνομαι πως μια ημέρα μπορεί να είναι μια αιωνιότητα. Οι λέξεις που την περιγράφουν είναι ευγνωμοσύνη για την λήθη του θανάτου και την ιερουργία της ύπαρξης. Απλα πράγματα, όπως η βόλτα στο πάρκο, κουβέντες με ανθρώπους άγνωστους που έχουν σκύλους, φωνές πουλιών που σε κάνουν να νιώσεις παιδί, δρομάκια με δέντρα που διαχέεται το μωβ χρώμα, χελιδόνια που ανακαλύπτεις να φτιάχνουν τα σπίτια τους στις γωνίες ενός παλαιού μπακάλικου, αγορά βιβλίων , πέρασμα από την Φωκίωνος και ξαφνικά να σε φωνάζει ένα πολύ όμορφο πλάσμα-ξωτικό με κόκκινα μακριά μαλλιά, -η Κορίνα- και να σε αγκαλιάζει τόσο σφιχτά που αισθάνεσαι ανθόκηπος , να περνάς από κάποια παλιά ταβέρνα και να λες πως θα ήθελα να πιω ένα κρασί έξω σήμερα και το βράδυ να βρίσκεσαι χωρίς να έχεις κάνει κάτι εσύ γι αυτό, με κρασί και αγαπημένους φίλους . Λατρεμένους φίλους! Πόσο δύσκολο και πόσο εύκολο είναι να γίνεσαι ένας περιστρεφόμενος στίχος!

ίσως αν ζούσε η Μέριλιν να τραβούσε από επάνω της εκείνο το μεταξωτό λευκό σεντόνι και να το πέταγε στα σκουπίδια, το σανελ νούμερο πέντε να το άδειαζε στον τοίχο ζωγραφίζοντας μια μοναξιά που θα την κοιτούσε στον καθρέφτη. Και ελεύθερη από περσόνες και άθλιους έρωτες να αναγνώριζε στον Ντι Μάτζιο το δικαίωμα της αφοσίωσης και της αγάπης. Το φάντασμα της μητέρας, να το έδιωχνε στην έρημο της Αριζόνας καθιστώντας τον εαυτό της απαλλαγμένο από ενοχές και διπολικές διαταραχές. Και θα ζούσε τα γενέθλια της σήμερα σβήνοντας τα κεράκια σε μια τούρτα με μεγάλα καραμελωμένα αμύγδαλα. Αλλά ο χρόνος αδέκαστος είναι και πλανεύει τις αρετές των ανθρώπων όταν οι ρωγμές βγάζουν νύχια προς τα μέσα. .......................................................... Ο Μίκι δεν θα σκορπιζόταν άχαρα σε παραμορφωτικές πλαστικές , αναγκαστικές μετά από πολύωρες μάχες στο μποξ με τον εαυτό του,κι η άγρια ορχιδέα του θα τον αγαπούσε μέχρι θανάτου. Κι οι ειδήμονες και μη , δεν θα αποθέωναν αργά το ταλέντο του. Αλλά τα πάθη είναι άγρια και εξημερώνονται στην ιδιωτική προσωπική κόλαση- αφού ο έχων αυτά -δεν θα παραχαράξει την ιστορία του βγαίνοντας όρθιος από τον κύκλο της φωτιάς. ............. Όλοι βασανιζόμαστε από τους προσωπικούς μας δαίμονες. Άγια η στιγμή που θα παίξουμε τράπουλα μαζί τους μια νύχτα με γεμάτη σελήνη και θα τους φτύσουμε στα μούτρα τον άσσο μπαστούνι. ................................. Κι ύστερα δεν θα αναζητούμε τα τσιτάτα των μεγάλων που εμείς ονοματίσαμε έτσι για να βολευόμαστε πως είμαστε μικροί και κλεισμένοι στην βολική κοιλιά της μιζέριας, ούτε τις πόζες τους και την εφήμερη ζωή τους. Η ματαιοδοξία δεν θα ράγιζε τις στιγμές μας.. .............. Η ζωή μας δεν θα διακατεχόταν από δυσθυμία και δεν θα περπατούσαμε στα γόνατα. Κι όρθιοι και γεμάτοι οργή για τα άδικα και τα παράλογα , θα βγαίναμε στους δρόμους απλώνοντας το αίμα μας στους δρόμους, για να δουν τα λάθη οι επομενοι και να μην βλάψουν οι επόμενοι τους επόμενους. ................ Η ανθρωπότητα βρίσκεται στις κίτρινες φολίδες της αυπνίας και τα όνειρα της είναι γεμάτα εφιάλτες. Μια παγκόσμια διπολική διαταραχή στέλνει τους ανθρώπους στα επειγοντα, αλλά κανείς δεν θα υπάρχει εκει για να προστρέξει, γιατί γι αυτό η μεγαλύτερη δύναμη και ίαση ειναι μονο ο ένας για τον άλλον.

Πολλές φορές, τις ώρες που τσακίζομαι από τις μνήμες αναλογίζομαι πότε ένιωσα το πρώτο δέος διαβάζοντας ποιήματα μέσα από το άλγος και την ευδαιμονία της ζωής. Γυρίζω σαν δερβίσης στις ταβέρνες που με πήγαινε ο πατέρας μου και άκουγα ρεμπέτικα ενώ αναρωτιόμουν, γιατί τον έναν τον έλεγαν Τσιτσάνη και τον άλλον Μάρκο. Πριν πάω καν στο σχολείο, είχα αποφασίσει πως όταν μεγαλώσω θέλω να με λένε με το μικρό μου όνομα. Όταν έμεινα στο υπόγειο κι ο πατέρας είχε ήδη φύγει στο νησί, πολεμούσα την μνήμη του προσώπου του που μου έφερνε πόνο από την απουσία, αραδιάζοντας παιχνίδια σε μια κουρελού στην αυλή και στήνοντας παραστάσεις με αυτοσχέδιους διαλόγους. Καθώς σήκωνα τα μάτια στον ουρανό οι όγκοι των πολυκατοικιών με έκλειναν ψυχικά και ο ηλιος δεν μου παραδινόταν εύκολα. Οι κυρίες στο ρετιρέ, τίναζαν τα χαλιά τους και οι σκόνες έπεφταν επάνω μου, η μια από αυτές κάποια ημέρα, επισήμανε στην άλλη την προσοχή πως ένα παιδί είναι καθισμένο κάτω στην αυλή κι έτσι διαπίστωσα πόσο αόρατοι γίνονται κάποιες φορές οι άνθρωποι όταν μένουν στα υπόγεια... Αλλά ο κόπος που έκανα για να δω τον ήλιο, μου έφερνε στην καρδιά ένα ποίημα που γέμιζε με σθένος κι αισιοδοξία αυτόν που προσπαθούσε να βρει το φως μέσα στο σκοτάδι. Από παιδί εκτίμησα όσους υπερέβησαν εαυτώ στις αντίξοες συνθήκες και διατήρησαν την ακμή και την καθαρότητα της καρδιάς τους. Τα επόμενα ποιήματα ήταν στιγμές αντίδρασης στο ασφυκτικό περιβάλλον του σχολείου συνειδητοποιώντας -όχι χωρίς πόνο- πως η ζωή είναι ένα σύστημα με κανόνες κι όταν κανείς τους υπερβεί και δεν θέλει να γίνει ομοιόμορφος με τους υπόλοιπους τιμωρείται παραδειγματικά προς γνώση και συμμόρφωση των υπολοίπων. Τα μπλε του κοβαλτίου ποιήματα, τα διάβασα στην τραγιάσκα του παππού και το λευκό μπλουζάκι του πατέρα που με έβαζε να του σηκώνω τα μανίκια ένα εκατοστό. Η ομορφιά, η αγνότητα των παραβολών του παππού και η εσωτερική ειρήνη του πατέρα με τους προσωπικούς του δαίμονες ήταν τα ποιήματα που με στήριξαν γερά στην ολισθηρότητα μιας ανηφόρας που δεν διαφαινόταν το τέλος της. Μεγάλωσα πολύ ώστε να μπορέσω να καταλάβω την έννοια της ευγνωμοσύνης και την δυνατότητα να σπας την ζωή σου σε χρονικές περιόδους και να την περιγράφεις εντός σου σαν ποιήματα. Και μπορώ να χαίρομαι βαθιά που αποκήρυξα από νωρίς το εσωτερικό αλαζονικό μου ζώο- όχι χωρίς κόπους και θυσίες. Τώρα, κάθε ημέρα, εδώ και χρόνια ,αποκηρύσσω από την ζωή μου άλλα παρόμοια ζώα. Χάρισα αρκετό χρόνο σε αυτά, χάνοντας τον δικό μου. Αλλά ότι έρχεται ,δεν έρχεται τυχαία στην ζωή, έχει λόγο και θέση.. Πριν κλείσω τα μάτια μου θέλω να προλάβω να πω ευχαριστώ στα πάντα, στις ήττες, στις νίκες ,στην ζωή και στους ανθρώπους. Κι ίσως να χυθώ σε έναν μπλε κοβάλτινο ύπνο , με λέξεις που θα προέρχονται από ακουαμαρίνα και θα μου διηγούνται από την αρχή την ζωή μου σε αποσπάσματα που θα βρέχονται από νερό.. αυτοβιογραφίες

Ο πατέρας τώρα εχει λευκά χέρια Μου μιλάει και ακούω την συγκίνηση Είναι μέρες που κινούμαι ανάμεσα στο πλήθος και βλέπω λευκά χέρια φυτρωμένα στους ώμους μου Λέω, είναι ο πατέρας μου που κινείται μαζί μου στον κόσμο κι ας είναι αόρατος..

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018


Ίσως την πιο πικρή ατμόσφαιρα μπορείς να την βρείς στις αφηγήσεις ενός πολυτραυματία του έρωτα μέσα σε ένα σκυλάδικο νύχτα Σαββάτου, στο σκουλήκι που ξαφνικά παρατηρείς στο χώμα καθώς υποδέχεται το φέρετρο , στις υπερτιμημένες φιλίες με τις γυαλισμένες προσόψεις, στα γκισέ των ταμείων που δίνουν τις κομμένες συντάξεις, στις μνήμες της νιότης με τις υπερβολές σε ακμή και χρόνο ενεστώτα, ίσως ο ενεστώτας που πονάει καθώς γέρνει επάνω του ασφυκτικά ο αόριστος, ίσως ο μέλλοντας που ασθμαίνει, ίσως κι η αδυναμία να σπαράξεις σαν λύκος το εγώ σου. Ίσως και τα μοναχικά σπίτια με τους μοναχικούς ανθρώπους. Η ζωή που περνάει δίπλα σου κι εσύ κοιτάς τα καπούλια της προσηλωμένος στο καθήκον..

-Μου δίνετε την φωτιά σας; -Σας δίνω όλον τον κόσμο εκτός από εκείνον τον τρελό δανειστή που κρύβω μέσα μου. -Όλοι φιλοξενούμε έναν δανειστή . -Τότε όλοι ξέρουμε το κοντό σχοινι του δήμιου. -Και πως αλλιώς; Φυσικά και το ξέρουμε. Εσείς είστε ευτυχισμένος που ξέρετε ήδη τόσο πολλά; -Ειλικρινά όχι. Θαυμάζω αυτούς που δεν ξέρουν , θα έλεγα τους ζηλεύω. -Ελάτε τώρα, ανάψτε μου το τσιγάρο κι ύστερα θα μιλήσουμε λέγοντας μικρές ιστορίες ο ένας στον άλλον. -Θα αφορούν άλλους; -Θα αφορούν όλους μας. Ελάτε, πλησιάστε στο τσιγάρο μου την φωτιά σας.