Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018


Η γραφή είναι ένας τρόπος μετακίνησης από το μέσα προς τα έξω. Κατά την διάρκεια της συμβαίνουν πολλές μεταμορφώσεις στον γράφοντα και σχεδόν οι ίδιες στον αναγνώστη. Η γραφή είναι ένας τρόπος ζωής , το ίδιο είναι και η ανάγνωση. Αυτός που γράφει, είναι ένας ερημίτης που υπάρχει στον κόσμο με τους άλλους ανοίγοντας στον εαυτό του κι άλλες ρωγμές, αφήνοντας εκτεθειμένο τον εαυτό του στο φως.. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει άλλες ρωγμές που βρίσκονται μαζί με τις δικές του. Ο συγκλονισμός που συμβαίνει κατά την διάρκεια της γραφής, μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνον του θαύματος που περιγράφεται σε εμπειρίες που ο άνθρωπος έχει ονομάσει έτσι γιατί δεν αντέχει να δώσει άλλη εξήγηση εκτός από αυτήν που έχει μάθει και η οποία περιορίζεται στον χώρο και τον χρόνο.. Η γραφή είναι πολύ σκληρή για να την ξεχάσεις και φριkτά γοητευτική για να της ξεφύγεις..

Άγουρο παιδάκι, θεατής στο αίμα της πληγής από μια οικογένεια που συνέχεια έρχεται, έρχεται σαν καβαλάρης στην έρημο,από πολύ μακριά, χωρίς στεφάνι από δάφνες στο κεφάλι αλλά από αγκάθια, με φωνές, απειλές, μαχαίρια, σφαγές σε υπόσχεση, με πανίσχυρη θέληση για την γνώμη των άλλων και το φαίνεσθαι, κρίνοι σαν τάμα, κι εσύ ένας εκ γεννετής εμψυχωτής στο θα έρθει, αόρατο το θα έρθει αλλά υπερφωτισμένο, ζεστόχρυσο, θα έρθει ο ήλιος, εμψυχωτής στο όλα θα αλλάξουν και το μισοάδειο δωμάτιο θα μυρίσει με φεγγάρι, η γιαγιά δεν θα σε φοβίζει με την γριά με τα κομμένα πόδια που θα σε βάλει στο τσουβάλι, αν δεν φας όλο το φαγητό σου. ............... Τις νύχτες δεν θα αγκαλιάζεις σφιχτά τον λούτρινο αρκούδο, Νίνο τον έλεγες- ζητώντας επειγόντως κάποιος να σου δείξει πως σε αγαπάει, κάποιος να σου μιλάει γιατί εκείνο και όχι το άλλο και όχι γιατί έτσι πρέπει, κάποιος να σου φυλαει όλα τα δάκρυα, μπλε, κόκκινα, μοβ, πορτοκαλί, μαύρα, λευκά, πράσινα. ............. Σε θυμάμαι πάντα να με περιμένεις, να σου λέω το κλασικό υπάρχουν και χειρότερα, ήμασταν ξαπλωμένοι στην στάση του εμβρύου στο γκαζόν του πάρκου, θυμάσαι; ................. Αρπάξαμε την ζωή σαν να ήταν ένα βαγόνι τρένου ξεκοιλιασμένου, το βαγόνι πάντα να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, φόβος, ίλιγγος ώσπου να το προλάβουμε να πηδήξουμε μέσα του, να μπούμε, να δούμε, να αγγίξουμε, να νοιώσουμε, να νοιαστούμε, να καταλάβουμε πως είναι λίγες οι πέντε αισθήσεις.Υπάρχει και η έκτη, όχι γι αυτήν που μιλούν οι απατεώνες και οι γδάρτες ονείρων. .................... Να διαβάζεις για να φεύγεις, να φεύγεις στο θέατρο, το σινεμά, στην μουσική στην ταράτσα, στα ηλιοτρόπια και τις φραγκοσυκιές που σε στόλιζαν στις Κυκλάδες, με θυμάσαι να σου λέω, γεννηθήκαμε μέσα στην σφαγή αλλά την ανατολή και την δύση θα την βλέπουμε με λευκές παλάμες, με λευκά πουκάμισα και στους εκδορείς δεν θα μιλάμε, όμως δεν θα παριστάνουμε πως δεν υπήρξαν. ...................... Σε κυνηγούσαν γιατί σου άρεσε να φεύγεις, ασφυκτιούσες μέσα στα λουστρινένια παπούτσια της Κυριακής που έτριζαν σαν τους φόβους σου στα κλειδωμένα δωμάτια, στο φουστάνι και την καλησπέρα που έπρεπε να πεις με τσιμπιές, στους καλούς τρόπους, μισούσες τους καλούς τρόπους κι όποιους έκρυβαν τις πράξεις τους με λέξεις καλογυαλισμένες. ...................... Άγουρο παιδάκι, μετά από χρόνια συμφωνήσαμε και δώσαμε τα χέρια, ζητήσαμε συγνώμη γιατί δεν προστατέψαμε ο ένας τον άλλον με επιτυχία, όμως τις Κυριακές θα σε στολίζω με ζουμπούλια και φρέζιες, ανεξάρτητα εποχής, σου μιλάω και δακρύζω. Πως επιβιώσαμε και ζήσαμε μέσα σε τόση τρέλα! Εκ γεννετής εμψυχωτές στο παρά πέντε. Να ζήσουμε και να θυμόμαστε.. Εσύ κι εγώ αγαπημένοι. Στα παιδάκια στο απέναντι μπαλκόνι που μεγαλώνουν σχεδόν μόνα τους.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018


Έχω δει το κοιμητήριο στην θάλασσα. Μελωδίες έρχονται από τον ουρανό γεμάτες σπαραγμό αλλά και μια ανατριχιαστικά ωραία ανακούφιση. Καθώς κοιτάζω τα ονόματα των νεκρών, σκέφτομαι πως όλος ο κόσμος είναι μια φλεγμονή χωρίς θεραπεία. Ενώ θα μπορούσε να είναι σπαραγμός ομορφιάς γνωρίζοντας την βεβαιότητα του θανάτου. Κανείς δεν πέθανε από υπερβολική καλοσύνη. Βέβαια αυτό, είναι μια παράγραφος άλλη. Η ουσία είναι στο σκουλήκι. Αυτό που σε τρώει όταν είσαι ζωντανός κι όταν πεθαίνεις.. Όμως ποιός <<θυμάται>> πως η μνήμη μας είναι από νερό;

Στην Μ.Τ Μια ζωή βρισκόμαστε με αποσκευές και αναμνήσεις, απέναντι μας, μια κόκκινη ημέρα, ο Αχέροντας θυσιάζει μια κατσίκα για να μην πάρει μαζί του ένα κορίτσι που πολύ αγάπησε. Θαυμάσαμε την ομορφιά της, το ότι κατάφερε να τον γητέψει ήταν για εμάς θέμα μελέτης της γοητείας και της μαγείας. Αυτή η μαγεία ήταν η δύναμη που μπορούσε να μεταμορφώνει ένα υπόγειο με αρουραίους σε αυλή θαυμάτων, αυτή η γοητεία ήταν η έναρξη της ερωτικής αστροφωτοχυσίας. Οι φροντίδες των ανθρώπων δεν αφορούσαν ζητήματα τιμής για εμάς, ούτε αγάπης που καλλιεργήθηκε στους καθρέφτες των Βυζαντινών αιθουσών. Η αγάπη ήταν το επείγον της ύπαρξης. Η μελέτη της γοητείας εκείνου του κοριτσιού που κράτησε ζωντανό ο Αχέροντας, κατέδειξε σε εμάς δρόμους με ημίφως από κεριά που ανέδυαν αρώματα της Ανατολής, ανθρώπους που δεν αγαπούσαν τους ήρωες και τους μύθους για την αθανασία εκτός από αυτήν του έρωτα. Αυτά ήταν περίπου το περιβάλλον μας. Είπες μια νύχτα στην Αίγυπτο που η ζέστη εγκλώβιζε τις αισθήσεις και τις ανάγκαζε να λειτουργούν σαν μια παγωμένη άρθρωση, (Αν παραδεχτώ πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα έρωτας τότε ξέρω πως θα παραιτηθώ από την ζωή) κι από τα μάτια σου έρευσαν φλογοβόλα. Στην Αθήνα, σε έναν άλλον αιώνα, όταν βρεθήκαμε, ο έρωτας είχε τρυπήσει το δέρμα μας κι έτρεχαν έξω τα σωθικά μας, αλλά είναι τόσο κεχριμπαρένια και γλυκιά η πληγή που δεν την αντιλαμβανόμαστε μόνοι μας, έτσι καταλήξαμε ο ένας στον άλλον να ράβει με επουλωτικές κλωστές τις πληγές και τραγουδούσαμε λέξεις άγνωστες για εμάς. Άλλον αιώνα, αυτές οι άγνωστες για εμάς λέξεις ήρθαν και μας πήραν τα τόξα και εξόντωσαν την φυλή μας, το ποτάμι γέμισε θυμάμαι αίμα και βαμμένα πρόσωπα στα χρώματα του πολέμου, νεκρά ανθρωποτοπία στο νερό του θανάτου. Επιβιώσαμε φωνάζοντας την γλώσσα των Μαπούτσε πως δεν θα νεκροφιληθούμε. Αλλάξαμε φύλα στους αιώνες που περιέγραψε με ποίηση της εικόνας ο Τζάρμους αλλά δεν άλλαξε, τι παράξενο η σχέση, πάντα ήμασταν αδέλφια. Στα αδέλφια δεν είναι επείγον το αίμα, είναι η αγάπη. Και καθώς τα χρόνια περνούν διασχίζοντας ολόκληρες κοιλάδες από χρώματα και εικόνες, γεμίζοντας μας αποσκευές και αναμνήσεις, μας γοητεύει να αναρωτιόμαστε μεταξύ άλλων ετούτο. Ο έρωτας υπήρξε πριν τον άνθρωπο ή η αγάπη; Αφήνουμε το ερώτημα να πλανιέται χωρίς απαντήσεις, ζούμε σε έναν τόπο σκληρό, γι αυτό θα είμαστε απαλοί για να ζήσουμε. Να ζήσουμε! Γιατί η αιωνιότητα είναι ένας θάνατος. Ένα κείμενο που αφιερώνω στην αδελφική μου φίλη Μ.Τ. που έχει γενέθλια σήμερα και που γράφτηκε εντελώς αυθόρμητα και χωρίς επεξεργασίες για όλα τα αδέλφια

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018



Το ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον αλλά ποτέ δεν συναντήθηκαν, ταιριάζει σαν εικόνα με αυτόν που βλέπει από την ταράτσα τα ατέλειωτα φώτα της πόλης κι αναρωτιέται αν υπάρχει κάποιος άνθρωπος εκεί έξω σαν αυτόν για να μιλήσει. Σαν εικόνα εχει την ίδια διψασμένη απόγνωση αν το σκεφτείς..

Τις δύσκολες περιόδους τις ζωής μου τις παρομοίαζα με λουλούδια. Εκείνη την ημέρα που κάθισες στην δερμάτινη μπερζέρα είδα στις πλάτες και τα πόδια σου φυτρωμένα κυκλάμινα . Όταν έφυγες ξημερώματα, έπεσα σε έναν ύπνο που έμοιαζε με πρόβα θανάτου. Είδα μέσα σε όνειρο πως είχα γίνει κόλυβα και με έτρωγες ηδονικά. Ήμουν ακόμη πολύ νέα κι ήξερα πως θα άντεχα να ζήσω χωρίς μελοδραματισμούς όλα τα μέρη της θυσίας. Ήταν η τελευταία ημέρα που σε είδα και δεν έκανα τίποτε για να σε ψάξω και να σε κεντρίσω να έρθεις πίσω. Πέρασαν δεκαετίες ώσπου να αποφασίσω να πετάξω εκείνη την ξεκοιλιασμένη μπερζέρα. Την ημέρα που την κατέβασα στον δρόμο με πήρες τηλέφωνο. Στο μεταξύ κάποιος με φώναζε Αντιγόνη αντί του ονόματος μου. Ήταν η περίοδος που παπαρούνες άνοιγαν τους δρόμους για να περπατώ. Ακόμη ήμουν νέα και μπορούσα να καταπίνω το αίμα μου χωρίς μελοδραματισμούς..
Μια κορνίζα άδεια με κοιτάζει επιτακτικά. Όλοι μου οι εαυτοί ποντάρουν στο να επικρίνουν την πλήρη αυτοδιάθεση μου. Κάπου εκεί υπάρχει μια αναρχική μου προδιάθεση, την είχα πριν επιχειρηθεί η θρησκευτική κατήχηση στην στοίχηση στην αυλή του σχολείου. Επεχείρησα να ξεφύγω από όλα, και της αναρχικής προδιάθεσης και της τακτοποίησης σε κουτάκια. Δεν μπορούσα να αφομοιωθώ. Ζητούσα μια επέκταση χωρίς να πληρώσει κάποιος άλλος το αντίτιμο. Πολλές φορές ανατρέχω στο παρελθόν προσπαθώντας να αποσπάσω κάποια συναισθηματική συνθηκολόγηση για να δικαιολογήσω την άδεια κορνίζα. Στην κοινωνία των ανθρώπων όλα υπάρχουν μέσα σε μια συνθήκη. Αυτή η άδεια κορνίζα μου ζητάει τα ρέστα, ποντάρει στο να παραδεχτώ ότι μέσα σε αυτήν την συνθήκη έπαιξα κι έχασα. Δεν με ενοχλεί η ήττα, με ενοχλεί πως η κορνίζα είναι άδεια ενώ τα περισσότερα μέρη της ζώσας ζωής μου δεν υπέγραψαν αυτήν την συνθήκη. Η συνθήκη δεν επικροτεί την πλήρη αυτοδιάθεση παρά μόνο την ύπαρξη μέσα στην συνθήκη. Θα μπορούσα να χάσω την ζωή μου προκειμένου να μην διαγράψω αυτήν την αυτοδιάθεση. Η επιχείρηση άνθρωπος προυποθέτει την μύηση στην ύψιστη δραματουργία. Όλα συναινούν πως η ανθρώπινη ιδιότητα θα γίνει αντικείμενο επιστημονικής φαντασίας. 'Ισως η τεχνητή νοημοσύνη να κάνει κάποτε μελέτη επάνω στην ανθρώπινη ιδιότητα. Αλλά μέχρι τότε, εκτός της άδειας κορνίζας θα επιθυμούσα και την ανυπαρξία μου ως οντότητα. Επιθυμία μου είναι να κατέχω πως δεν κατέχω τίποτε άλλο εκτός αυτής της αυτοδιάθεσης. Και γνώση μου πλέον είναι πως αυτή η αυτοδιάθεση υπήρχε πριν συνειδητοποιήσω εμένα. Δεν με ενοχλεί να ξέρω πως δεν είμαι τίποτε άλλο εκτός από ένας κόκκος άμμου. Αρκεί να μπορώ να κινούμαι όπως βαθιά επιθυμώ. Κάποτε φλόγιστρα θα ηχήσουν τις καμπάνες. Και η γη θα αποφασίσει για την ύπαρξη ή όχι ενός τέλους. Γιατί δεν μπορεί να ζήσει μέσα σε μια συνθήκη. -Κυριακάτικο ξύπνημα-

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018



Πιο πολύ από ποτέ,εκείνο που μας τελειώνει καθημερινά είναι πως δεν ζούμε ανθρώπινα αλλά εξανθρωπισμένα. Το επόμενο βήμα θα είναι να κοπεί το νήμα της εξανθρωπισμένης αυτής ζωής από μια μηχανή. Εκτός αν προλάβει η γη που όλα αυτό δείχνουν . Γεγονός είναι πως όποιος επιδιώκει και ζει σαν άνθρωπος δέχεται απίστευτο πόλεμο από τον εξανθρωπισμένο καθώς οι εξανθρωπισμένοι ενώνονται σαν δυνάμεις εκτός από τις κοινές αρχές τους έστω και ασυνείδητα. Δεν πρόκειται για κάποιο στοίχημα που χρειάζεται να κερδηθεί , είναι ζητημα ζωής και θανάτου. Αυτό που δεν είναι κατανοητό είναι πως η αγάπη έγινε ένα μεσοδιάστημα ανάμεσα στους πολλούς εαυτούς και όχι μέρος θυσίας του Εγώ με κεφαλαίο. Ζούμε βαυκαλιζόμενοι ότι ζούμε. Η κατσαρίδα του Κάφκα δεν είναι απλά διαχρονική, ζει και βασιλεύει στο φως και το σκοτάδι. Θυσιάζοντας πάρα πολλά και θυσιαζόμενος για να ζήσεις σαν άνθρωπος, πολλές φορές αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο, ο μονομάχος παντα υποφέρει με έναν πολύ ιδιαίτερο, σκληρό τρόπο. Αλλά τελικά υπερισχύει αυτό που διαμόρφωσες κι αυτά που σε διαμόρφωσαν στην ζωή, ο τρόπος που βλέπεις, ο χαρακτήρας.. Είναι ένας τίτλος ο χαρακτήρας που δεν φαίνεται στα πτυχία τα καρφωμένα στον τοίχο, φαίνεται στην αξιοπρέπεια που ζεις τις ήττες, τις νίκες , τις εμπειρίες σου αλλά και η καθαρότητα των επιδιώξεων σου που και τις επικοινωνείς στους άλλους. Αυτοί που δεν ζουν μέσα στην τυφλότητα ζουν αληθινά σαν άνθρωποι κι όταν βρουν ο ένας τον άλλον τίποτε δεν θα τους χωρίσει ως τον θάνατο, αόρατοι κρίκοι τους ενώνουν και τους δίνουν δύναμη.

Οι αλήθειες είναι σαν γριές με μαύρα μαντήλια στο κεφάλι που τραβάνε ανηφόρες.... τραβάνε πάνω στο βουνό* φορτωμένες και πάνε. Που πάνε οι αλήθειες; Γιατί έρχονται καταπάνω μου; Θέλω από το άλλο. Λίγο παραμύθι, λίγο αψέντι. Μα πιο πολύ χρειάζομαι εκείνες τις ρωγμές που τις σφραγίζουν οι σιωπές, εκείνες τις απλές τελετές που άγγελοι μας οπλίζουν- με την γόνιμη εν τέχνη αφοσίωση τους- μέσα στα ποιήματα τους, χωρίς αφιέρωση για τον κοινό τόπο της πληγής μας.

Τα σύννεφα που κυματίζουν* πουλιά τα περνούν τραγουδώντας, περπατώ στην άσφαλτο κρατώντας την καρδιά μου στα χέρια, ένα επείγον περιστατικό στο κέντρο της πόλης εξελίσσεται καθώς μια πεταλούδα με σημαδεύει με το φλόγιστρο της, είναι τα μάτια σου που μύριζαν Άνοιξη, είναι τα μάτια σου φορεμένα στα δέντρα.

Ησυχάζω όταν σκέφτομαι πως για κάθε φασίστα, για κάθε σεξιστή, σκληρόκαρδο, εκδικητή και φιλόδοξο μέχρι θανάτου μπορεί να υπάρξει μια Μπλανς (χωρίς συγκεκριμένο φύλο) που θα μπορέσει να τον κάνει να δει μέσα από τις ρωγμές του εγωισμού του. Για εμένα οποιοσδήποτε κατέχεται από αυστηρή εγωπάθεια είναι ατάλαντος σε όλα -πλην της ανοησίας..

Είναι κάτι νύχτες στο μουσείο του Λούβρου που η Αφροδίτη της Μήλου θυμάται τον τόπο της γέννησης της. Με ένα δέος μυσταγωγίας, κατεβαίνει από το βάθρο της και κάτω από την δύναμη ενός επιτακτικού, αγνώστου προελεύσεως υποβολέα, συνομιλεί με τα άλλα αγάλματα και κοιτάζει έξω από τα τζάμια. Κρατώντας μέσα της όλο το φως της ημέρας φωταγωγεί ότι βρίσκεται κοντά της. Τότε, πιάνει να λέει ιστορίες στα άλλα αγάλματα από την πατρίδα. Πριν ξημερώσει, μπορεί να ακούσει κάποιος ένα μοιρολόι σε όλες τις γλώσσες.. Είναι τόση η ομορφιά της που εκβιάζει -σχεδόν - όλα τα μαρμάρινα πλάσματα να θυμηθούν την μητρική τους γλώσσα και να θαυμάσουν την δική της χωρίς να ξέρουν. Εκείνη στέκεται εκεί και τους παρατηρεί με μιαν ευγένεια,μια κατανόηση και μια λύπη ,που όποιος άνθρωπος θα σταθεί δίπλα της θα θεραπευτεί από κάθε ψυχική και σωματική ασθένεια γιατί θα επικοινωνήσει με αυτό που είναι πέρα από το φως και τα σκοτάδια. Μια δύναμη που ξεπερνάει τον πόνο του ανθρώπου για την γνώση του θανάτου.. Είναι η γνήσια ομορφιά κι η μαγεία της που σε φυγαδεύει μακριά από ότι είναι γνωστό... Ζούμε σε έναν τόπο που κάθε ημέρα είναι γιορτή της αρχαιολογίας..

Είναι πολλά αυτά που περάσαμε, μονοπάτια αδιέξοδα με σπαθιά στην πλάτη και το στήθος, θώρακες με λύπη διαφανή κι εγκαρτέρηση. Στόματα με λεπτά πέταλλα κι αγκάθια, πόδια ανατομίες μυστικών και χέρια που οπλίζουν με αγγίγματα φροντίδες, με προδοσίες και φιλήματα υποσχετικά στην πρώτη βροχή που πεθαίνει , ζωή σε σεντούκια και σημειώσεις σε εαυτούς καθισμένους σε ένα ιατρείο αναμένοντας ή σε δωμάτια αναψυχής, σε εαυτούς ξεχασμένους στο χαμόγελο μιας παιδικής φωτογραφιας , με τρόμους και σκέψεις από χρώματα. Μην ξεχαστείς, στους νεκρούς δεν βάζουμε πια σταυρό στην πόρτα, μόνο στους ζωντανούς φυλάμε ένα κονιάκ και δάκρυα, αχ ναι, πως τάχα τους αγαπήσαμε και μας αγάπησαν να αναπαραστήσουμε στα κόμιστρα γα να δικαιολογηθεί μια απόδειξη. Μόνο η νύχτα συγχωρεί και ξεχνάει. Συνεχίζει η ζωή, ακάθεκτη το έργο της, με κάποιες αναλαμπές χαράς και απώλειες . Δινόμαστε και σφαζόμαστε από φωτιές, έτσι αναπαριστάται η ανατομία των εγκλημάτων και της ζωής εν τέλει. Ανατομία

Τις δύσκολες περιόδους τις ζωής μου τις παρομοίαζα με λουλούδια. Εκείνη την ημέρα που κάθισες στην δερμάτινη μπερζέρα είδα στις πλάτες και τα πόδια σου φυτρωμένα κυκλάμινα . Όταν έφυγες ξημερώματα, έπεσα σε έναν ύπνο που έμοιαζε με πρόβα θανάτου. Είδα μέσα σε όνειρο πως είχα γίνει κόλυβα και με έτρωγες ηδονικά. Ήμουν ακόμη πολύ νέα κι ήξερα πως θα άντεχα να ζήσω χωρίς μελοδραματισμούς όλα τα μέρη της θυσίας. Ήταν η τελευταία ημέρα που σε είδα και δεν έκανα τίποτε για να σε ψάξω και να σε κεντρίσω να έρθεις πίσω. Πέρασαν δεκαετίες ώσπου να αποφασίσω να πετάξω εκείνη την ξεκοιλιασμένη μπερζέρα. Την ημέρα που την κατέβασα στον δρόμο με πήρες τηλέφωνο. Στο μεταξύ κάποιος με φώναζε Αντιγόνη αντί του ονόματος μου. Ήταν η περίοδος που παπαρούνες άνοιγαν τους δρόμους για να περπατώ. Ακόμη ήμουν νέα και μπορούσα να καταπίνω το αίμα μου χωρίς μελοδραματισμούς..

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018



Κάποτε χρειάζεται να αφεθείτε σε έναν χορό για δύο, όπου λαμπρά τα αστέρια θα φωτοβολούν στα μάτια σας καθώς άπλετα και αφοσιωμένα θα κοιτάζετε τον παρτενέρ σας. -Ορίστε; Σε εμένα μιλήσατε; Είπε η γυναίκα και κοίταξε παραξενεμένη τον άγνωστο άντρα που της πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί μέσα σε μια βαρετή αίθουσα παρουσίασης βιβλίου κάποιου που του περίσσευε η αλαζονεία όπως συνήθως περισσεύει στους μέτριους. -Φυσικά και σε εσάς. -Και τι σας κάνει να πιστεύετε πως θα δεχτώ να μιλήσω μαζί σας; -Μα γιατί ειναι φανερό πως ζητάτε έναν χορό όπως κι εγώ. Ζητάτε να αφοσιωθείτε σε έναν άνθρωπο και έναν χορό, απλά πράγματα. Μας έχει μουλιάσει η βροχή και τα προπατορικά αμαρτήματα μας έχουν κάνει την καρδιά δύσπιστη στο να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ξοδευόμαστε σε ανούσια τερατώδη πραγματα λες κι έχουμε μια αιώνια ζωή.Δεν κινούμαστε επειδή προτιμούμε την ακινησία γιατί είναι σίγουρη και βολική. Τον κοιταξε προσεκτικά, τα μάτια του ήταν δυό κεντριά που έσταζαν μέλι και το πρόσωπο του ήταν ένας ήρεμος μαγνήτης. Κατω από την ηρεμία εκείνου του προσώπου ενυπήρχε ένα πάθος που στροβιλιζόταν γύρω της. -Μιλάτε όμορφα, θα μπορούσατε να είστε ένας ποιητής ή ένας τρελός που μιλάει πολύ εύκολα σε μια άγνωστη μόνο και μόνο για να ελευθερώσει τις όποιες ψυχικές του εξάρσεις. Άναψε τσιγάρο και τον κοίταξε, τα δάχτυλα της το κρατούσαν απαλά και άφηνε τον καπνό να γεμίσει τα πνευμόνια της. -Δεν είμαι κάτι παραπάνω από αυτό, ένας άνθρωπος που ζητάει απεγνωσμένα να χορέψει μαζί σας και μετά να σας κάνει μπάνιο ετοιμάζοντας σας για έναν ύπνο που μόνο τα βρέφη μπορούν. Θέλω για λίγο να ματαιώσω την ασχήμια και την προσποίηση πως ζούμε κανονικά ενώ ζούμε σαν ζόμπι αφήνοντας άστοχα την ζωή να περνάει δίπλα μας. Μην με αφήσετε . Το πρόσωπο του δεν σκόπευε σε μια ικεσία, ήταν απόλυτα μυσταγωγικό και γνωστό από πριν σε εκείνη, της ήταν οικείο και μπορούσε να του αφεθεί. Την στιγμή που τελείωσε το τσιγάρο της, την σκοτεινή οχλαγωγία έσπασε ένα μπλουζ που η Νίνα κάποτε είχε επιβάλλει με τους δικούς της τρόπους στο κοινό. Την αγκάλιασε κι άρχισαν να χορεύουν σαν τις μεταξωτές κλωστές του ποιητή, εκείνου που έζησε σαν ποιητής και οχι σαν μια μαριονέτα που χαριεντίζεται πετώντας σοφιστίες και αόριστες, υπερτιμημημένες σαχλαμάρες γύρω. -Πως σε λένε; Τον ρώτησε ξέπνοη μπαίνοντας βαθιά στα μάτια του που σαν να τα κύκλωσαν ξαφνικά μικροί ήλιοι. -Οκτώβρη, εσένα; -Αντιγόνη, απάντησε με μια ελαφριά πίκρα που εκείνος την έπιασε στον αέρα γιατί ήξερε την πηγή της ( Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.) Αυτό ήταν σκέφτηκε, η ρίζα της άγριας κοινής τους πίκρας , το είχε πει ένας ποιητής που ζούσε τις νύχτες στο φως των κεριών κρατώντας την ζωή του όσο μπορούσε μακριά από το άπληστο μάτι. Αυτόν τον ποιητή που είχαν αγαπήσει τόσο πολλοί και συνεχίζουν να αγαπούν σε όλον τον πλανήτη , και που σήμερα ένα κατακάθι του καφέ που λεγόταν ποιητής- ανερχόμενος από τα σόσιαλ μίντια -τον είχε στην ομιλία του ακριβώς περιγράψει σαν ένα τίποτε.. Τους κοιτούσαν τώρα όλοι παραξενεμένοι, σαν διεγερμένοι από κάτι άγνωστο που έξυνε τις ρωγμές τους... -Οκτώβρης-

Πιο πολύ από ποτέ,εκείνο που μας τελειώνει καθημερινά είναι πως δεν ζούμε ανθρώπινα αλλά εξανθρωπισμένα. Το επόμενο βήμα θα είναι να κοπεί το νήμα της εξανθρωπισμένης αυτής ζωής από μια μηχανή. Εκτός αν προλάβει η γη που όλα αυτό δείχνουν . Γεγονός είναι πως όποιος επιδιώκει και ζει σαν άνθρωπος δέχεται απίστευτο πόλεμο από τον εξανθρωπισμένο καθώς οι εξανθρωπισμένοι ενώνονται σαν δυνάμεις εκτός από τις κοινές αρχές τους έστω και ασυνείδητα. Δεν πρόκειται για κάποιο στοίχημα που χρειάζεται να κερδηθεί , είναι ζητημα ζωής και θανάτου. Αυτό που δεν είναι κατανοητό είναι πως η αγάπη έγινε ένα μεσοδιάστημα ανάμεσα στους πολλούς εαυτούς και όχι μέρος θυσίας του Εγώ με κεφαλαίο. Ζούμε βαυκαλιζόμενοι ότι ζούμε. Η κατσαρίδα του Κάφκα δεν είναι απλά διαχρονική, ζει και βασιλεύει στο φως και το σκοτάδι. Θυσιάζοντας πάρα πολλά και θυσιαζόμενος για να ζήσεις σαν άνθρωπος, πολλές φορές αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο, ο μονομάχος παντα υποφέρει με έναν πολύ ιδιαίτερο, σκληρό τρόπο. Αλλά τελικά υπερισχύει αυτό που διαμόρφωσες κι αυτά που σε διαμόρφωσαν στην ζωή, ο τρόπος που βλέπεις, ο χαρακτήρας.. Είναι ένας τίτλος ο χαρακτήρας που δεν φαίνεται στα πτυχία τα καρφωμένα στον τοίχο, φαίνεται στην αξιοπρέπεια που ζεις τις ήττες, τις νίκες , τις εμπειρίες σου αλλά και η καθαρότητα των επιδιώξεων σου που και τις επικοινωνείς στους άλλους. Αυτοί που δεν ζουν μέσα στην τυφλότητα ζουν αληθινά σαν άνθρωποι κι όταν βρουν ο ένας τον άλλον τίποτε δεν θα τους χωρίσει ως τον θάνατο, αόρατοι κρίκοι τους ενώνουν και τους δίνουν δύναμη.

Οι αλήθειες είναι σαν γριές με μαύρα μαντήλια στο κεφάλι που τραβάνε ανηφόρες.... τραβάνε πάνω στο βουνό* φορτωμένες και πάνε. Που πάνε οι αλήθειες; Γιατί έρχονται καταπάνω μου; Θέλω από το άλλο. Λίγο παραμύθι, λίγο αψέντι. Μα πιο πολύ χρειάζομαι εκείνες τις ρωγμές που τις σφραγίζουν οι σιωπές, εκείνες τις απλές τελετές που άγγελοι μας οπλίζουν- με την γόνιμη εν τέχνη αφοσίωση τους- μέσα στα ποιήματα τους, χωρίς αφιέρωση για τον κοινό τόπο της πληγής μας.