Παρασκευή, 5 Απριλίου 2019



Είναι πολλά τα κοινά που με συνδέουν με τον παππού εξ Αμοργού. Ένα από αυτά είναι η θέση του ύπνου. Στην δεξιά μεριά, με το χέρι κάτω από το μαξιλάρι ,στην στάση του εμβρύου. Η καμαρούλα του ήταν μικρή, είχε μια κουρτίνα αντί για πόρτα κι ένα καντηλάκι που το άναβε κάθε ημέρα η γιαγιά. Τα μεσημέρια που κοιμόταν κουρασμένος από το μαραγκούδικο, άνοιγα την κουρτίνα και τον χάζευα πολλή ώρα. Ο ύπνος του θα τολμούσα να πω πως ήταν Παπαδιαμαντικός, γαλήνιος εξωτερικά και γεμάτος φουρτούνες μέσα του. Γιατί είχε πολλές φουρτούνες ο παππούς. Από το δέντρο των παιδιών του. Ήταν ψηλός και καθώς εγώ άλλαζα περσόνες μέσω ρούχων, κόκκινα κοτλέ παντελόνια στα 16 με παλτό Ιούνιο μήνα έτσι για σπάσιμο, ύστερα κελεμπίες και μετά ινδικές φούστες με δεκάδες βραχιόλια λόγω Τζόπλιν, εκείνος φορούσε αιώνια τραγιάσκα και την φανελα που φορούσε ο Βαμβακάρης.Κι όλοι οι άντρες των νησιών. Ύστερα ένα Καλοκαίρι φόρεσα το γιλέκο του με την ινδική φούστα. Ήταν σαν να έχω τον παππού επάνω μου και δεν με ενδιέφερε διόλου ότι ο κόσμος γέμιζε το κενό του σχολιάζοντας συνεχώς το ντύσιμο μου. Από ένα σημείο και μετά δεν ενδιέφερε ούτε εκείνον. Κι αυτό μου αρκούσε. Τις σπανιες φορές που ερχόταν στην Αθήνα ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές μου, σαν να ερχόταν το Καλοκαίρι μέσα στον Χειμώνα. Σήμερα τον θυμήθηκα και τον σκεφτόμουν έντονα, τόσο, ώσπου όλος ο οργανισμός μου έπεσε σε νιρβάνα. Σε κατάσταση Ζεν. Γέμισα από την ήρεμη ματιά του. Τα μάτια του,, μου θύμιζαν γιασεμιά. Ευωδίαζαν, ολόκληρος ευωδίαζε με αυτό που δεν έχει ο άνθρωπος της πόλης. Ο δικός μου παππούς ήταν ένας ποιητής με τον δικό του τρόπο. Αντί μαλώματος και ξύλου μου έλεγε ιστορίες με παραβολές που αυτοσχεδίαζε. Διάβαζε συνεχώς, άφηνα στο τραπέζι τάχα αφηρημένα βιβλία που τα διάβαζε το μεσημέρι και το βράδυ ώσπου να κοιμηθεί κάτω από το λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου- μέχρι Μπουκόβσκι και Κέρουακ διάβασε. Ήταν ο μόνος που είχε τελειώσει το σχολείο αλλά αυτό δεν λέει τίποτε, το σημαντικό είναι η ικανότητα αφήγησης του , η υπομονή και το χαμόγελο. Πως για τα βάσανα που του φορούσαν οι άλλοι σαν τα σαμάρια που έφτιαχνε ο ίδιος για τα γαιδούρια, δεν βαρυγκομούσε, υπέφερε από ιώβια υπομονή Κι όταν απαιτούσα να κάθομαι ολόκληρο γομάρι 19 χρονών στα γόνατα με χόρευε κουνώντας τα πόδια του και τραγουδούσαμε μαζί, νταχτι ρντι νταχιρντι νάτο νάτο το παιδί. Στην Αμοργό τότε, δεν είχαμε φως ούτε λιμάνι, είχαμε όμως παππούδες που στο μισό τους πρόσωπο έλαμπε ο ήλιος και στο άλλο μισό το φεγγάρι. Ισορροπίες χωρίς άσκοπα λογοπλαστικά τερτίπια κι επίδειξη δύναμης. Δεν τσακώθηκε ποτέ παρά μόνο με την γιαγιά μου. Κι όταν ερωτευόμουν μου έλεγε απλά, το προσωπάκι σου λάμπει σαν να καταπιες ήλιο. Και γελούσαμε για την επικοινωνία χωρίς λέξεις γιατί η καρδιά γελούσε. Η καρδιά γελούσε. Θυμάσαι την τελευταία φορά που γέλασε η καρδιά σου;

Πόσο πιο απλή κι ωραία θα ήταν η ζωή αν δεν υπήρχαν ψέματα του τύπου ( να ακυρώσουμε το σημερινό μας ραντεβού, είμαι λίγο αδιάθετος-η, να τα πούμε την άλλη εβδομάδα), φυσικά δεν τα λένε ποτέ, ( θα μιλήσουμε, θα περάσω να σε δω) ( είσαι πολύ όμορφη, είσαι θεά) (α, μα ήσασταν εξαιρετική στην παράσταση) (ειλικρινά σας θαυμάζω) ( θα φτιάξουμε την χώρα σαν να είναι ένα σπίτι για τους πολίτες της) (εμεις θα σας σώσουμε) (Α! Εγω ζω για την ποίηση ) (Θα σε αγαπώ πάντα) (Είσαι ότι πιο όμορφο μου έχει συμβεί) (Δεν με νοιάζουν τα λεφτά) (ότι έφτιαξα στην ζωή τα έκανα μόνος μου) ( Δεν έχω πειράξει μυρμήγκι) Επίσης η ζωή θα είχε αξία αν η αλήθεια ήταν συνειδητοποιημένο από όλους, πως είναι πολλά κομμάτια κι όχι ένα. Θα ήταν όμορφη η ζωή αν το ψέμα ήταν τέχνη και κομμάτι της τέχνης κι όχι μια πικρή αηδία γεμάτη κοινοτοπίες και απόλυτα προβλέψιμες εξελίξεις. Η ζωή για τα γατόνια και τους γυριστρούληδες είναι μια απόλυτα προβλέψιμη ιλαροτραγωδία. Γι αυτό κοπιάζουν διπλά στο να ζήσουν όμορφα. Το να προστατεύεις τον εαυτό σου από τον μη σπαταλημένο χρόνο είναι σήμερα διατριβή.

Κάποιοι προσπαθούν να μας πουν πως η ποίηση και η δημοσιογραφία είναι ένα μεγάλο κρεβάτι που χωράει πολλούς. Ανταμώνουν, χωρίζουν , ξεπαστρεύονται και ξεπαστρεύουν, αντιπαθούν και μισούν ή ερωτεύονται σύμφωνα με τους καπνούς της φωτιάς ενός Ινδιάνου κάπου στο υπερπέραν. .... Οι συμπάθειες καλλιεργούν τις φιλοδοξίες και καλωπίζουν τους υπόγειους θυμούς και τα απωθημένα. Δεν θα αναφέρω τι είναι η ποίηση , αυτό το αφήνω σε δεκάδες ειδήμονες που τα τσούζουν παρέα και τα στέκια τους ακούνε τις μπαναλ ιστορίες τους. ............ Γενικά, πήξαμε από ποίηση, ίσως να βγει και κάτι καλό αλλά πρώτα χρειάζεται να φυγει η σαπίλα. Αυτή που βρωμάει και ζέχνει μοιράζοντας στις κουβέντες τις προσωπικές ιστορίες των άλλων. Οι καλοδιατηρημένοι στον πάγκο ξερνούν όπου βρούν, μαζί με τις προστατευμένες και τους προστάτες τους. Και βγάζουν στην γραμμή όποιον τους γελάσει το μάτι ή χαριεντιστεί μαζί τους ή ζεστάνει και λίγο το κρεβάτι τους. Αλλά αυτό αφορά αυτούς και τους άλλους.Δεν είναι τα σεντόνια το θέμα, το δέρμα είναι. ............... Και πήξαμε και βρωμίσαμε με δημοσιογράφους που δεν είναι δημοσιογράφοι αλλά κίτρινα φύλλα που καλύπτουν τις κρεβατοκάμαρες και λειτουργούν σαν καθρέφτες σε επιδείξεις σεξιστικής δύναμης ή αδυναμίας, οφθαλμοπόρνοι που στήνουν μια προσωπική συνέντευξη -συζήτηση για ένα χτύπημα κάτω από την μέση για συγκεκριμένα πρόσωπα. ................. Δεν με ενοχλούν οι βωμολοχίες, με ενοχλούν οι κιτρινοφυλλαδίτες ,οι σεξιστές, οι φαλλοκράτες,οι εξουσιομανείς, οι φασίστες, οι οφθαλμοπόρνοι που πάντα έτσι κι αλλιώς υπήρχαν στην πολιτική και τα γράμματα. Έχει σημασία τι τονίζεις και τι βάζεις με μεγάλα γράμματα και τι σε εισαγωγικά. Τι θες να αναδείξεις στην φυλλάδα σου. Σιχάματα του είδους, ανθρωποειδή. Δεν θα συμμετέχουμε στο μεγάλο σας κρεβάτι. ...................... Υπογράφω ως πιστή αναγνώστρια από 12 χρονών και μόνον. Ας ξεχωρίσει η ήρα από το στάρι.

Δεν γίνεσαι ποίημα από ανάγκη. Γίνεσαι την στιγμή που γίνεσαι μέρος του κόσμου. Είσαι το όλον και μαζί ένας σπόρος. Ο σπόρος γίνεται ο κόσμος. Ένα ποίημα μιλάει τον κόσμο. Ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι να γίνεσαι ποίημα. Αλλά από την στιγμή που το βιώνεις δεν μπορείς να το αποφύγεις. Γιατί μεγαλύτερη έκσταση από αυτόν τον κίνδυνο δεν υπάρχει. Ίσως να είναι η ίδια ,την ώρα που γεννιέσαι, απλά δεν το θυμάσαι.

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019


'Έρωτας είναι η πτώση στο κενό χωρίς κρότους. Έρωτας είναι αυτό που δεν παίρνει αναβολή. Είναι μια διαδικασία χωρίς όρια και όρους. Είναι ένα γεγονός που σε καθιστά εκτός του κοινού ενώ ο πληθυντικός αριθμός γίνεται ένας χωρίς το εγώ.. Ζητάει θαυμασμό, επιθυμία κι αμέτρητες νύχτες με τα άστρα καθηλωμένα στους οφθαλμούς. Είναι εκείνο το δαιμόνιο που κάνει τον άνθρωπο να απωθεί την κτηνώδη φύση του και να υμνεί την ομορφιά. Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν νιώθει τόσο άτρωτος μα και τόσο τρωτός ταυτόχρονα... Πολλοί μπερδεύουν τον έρωτα με την καψούρα, η καψούρα ξεχνιέται ,ο έρωτας έχει μνήμη. Υπάρχουν κι οι γελοίοι έρωτες, αυτοί που έχουν προδιαγραφές για κλάματα και τελειώνουν θορυβωδώς. Ο έρωτας δεν είναι ανόητος, έχει βλέπεις μέσα στον πυρήνα του την αθανασία. Οι ανέραστοι από φύση και θέση συνηθίζουν να είναι τυφλοί μπροστά του, τον εκδικούνται παριστάνοντας στον ίδιο τους τον εαυτό πρώτα και μετά στους άλλους πως είναι ερωτευμένοι. Ναι, ο καιρός που διανύουμε είναι αντί ερωτικός αλλά ο μέγας ερωτικός γράφτηκε κι έζησε με λαμπρότητα. ¨οποιος δεν κάηκε και δεν θάφτηκε από έρωτα , δεν ένιωσε ποτέ πόσο ψηλά μπορεί να πετάξει το ανθρώπινο όν.. Και παραμένει σαν να είναι τυφλός στην γη.. Ο έρωτας υπάρχει πριν την ανθρώπινη ιστορία.. Κι έχει μονο μύστες..

Αυτό που μένει από έναν θάνατο, είναι η φήμη κι όχι η υπόσταση. Η κακή φήμη ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός Ενώ η καλή, περπατά με την ταχύτητα της χελώνας. Εκείνο που μένει μέσα στην ζωή είναι πόσες φορές συναντήθηκε κάποιος με την ευγένεια και αν κράτησε τον εαυτό του μέσα σε αυτήν πληρώνοντας τα κόμιστρα. Από ένα σημείο και μετά, αντιλαμβάνεται κανείς πως διατηρώντας αυτή την ευγένεια ξεκόβει από τις φιλοδοξίες, την ματαιοδοξία και την ανάγκη της αναγνώρισης. Αλλά από την μη ανάγκη αυτών διακρίνεται ολοκάθαρα η ελευθερία και η αυτονομία της ανθρώπινης ύπαρξης..

Για τους πολύξερους , τους κατά φαντασίαν ψυχικά υγιείς, τους ελιτιστές της βλακείας , τους πολύ νωρίς στα φύκια για μεταξωτές κορδέλες, τους σκάβω τον λάκο σου μέρα παρά μέρα αλλά ψάξε ψάξε θα με βρεις, τους εικονικές πραγματικότητες με διακόσια φίλτρα σε μπαλκόνια μέχρι τουαλέττα, τους αναιδείς μέχρι βαρεμάρας, τους κριτές της πολιτικής ακρίδας, τους αβασάνιστα ετοιμόλογους προς τέρψιν του πλήθους, των ηδονιστών του κάνω φασαρία άρα υπάρχω, τους έχοντες φαγωθεί με τον Λάνθιμο, τους εσύ φταις για όλα και μόνον, τα ψώνια και τους ψεύτες από γέννηση, τους επιτηδευμένους , τους κάθε ημέρα φωνάζω πόσο καψούρης είμαι, τους κοίταξε με , κοίταξε με ,τους θα σε εκδικηθώ μέχρι θανάτου μόλις μου βάλεις τελεία, τους κατακριτές των πάντων, τους δες πόσο όμορφος και πόσο έξυπνος είμαι ρε, τους σόρρυ,δεν σε βλέπω, είσαι κάτω από την μύτη μου,τους ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε, τους ανίκανους να γκρεμίσουν μια φορά τον εαυτό τους και να τον σώσουν, τους φασίστες, τους αγνώμονες και τους ένα επείγον περιστατικό προς εγχείρηση πνευματικής και συναισθηματικής χολής, τους φαντασία μου πλανεύτρα δεν είσαι όμως ψεύτρα, τους με απέρριψες σεξουαλικά είσαι πατσαβούρα, γι αυτούς και γι άλλους τόσους men, για όλους υπάρχει ένας JOKER

ίσως αυτή η γκρίζα εσάρπα της πόλης απομακρυνθεί με το άρωμα των ζουμπουλιών. Ίσως αυτή η πεταλούδα στην κουπαστή της βεράντας ξαναέρθει. Θα κρατιόμαστε από το χέρι και θα γελάμε σαν έφηβοι. Θα ζωγραφίζω χαμόγελα στον καθρέφτη στο ασανσέρ. Θα θυμηθούμε ότι η εφηβεία υπήρξε αλλά μπορεί και να ξαναυπάρξει. Πως η ζωή μια φορά σε φωνάζει με το όνομα σου. Θα διατηρείς την συγκίνηση σαν κάτι μοναδικό. Και τίποτε δεν θα υπάρχει σαν ψεύτικη υπόσχεση. Κι ίσως υπάρξει μια αμοιβαιότητα στον τρόπο που θα κοιτάζουμε τους άλλους να προσπαθούν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Και θα σε φωνάζω με ινδιάνικα ονόματα. Αυτός που χορεύει με τους λύκους. Αυτή που μιλάει με τα παιδιά. Κι ίσως να είναι περισσότερες οι ημέρες που θα ξυπνάμε χαρούμενοι. Από την Άνοιξη που έρχεται.
Της μιλάει μια γκέισα μέσα στο κεφάλι της, σκύβει να την βγάλει κι εκατοντάδες νούφαρα σκαλώνουν στον λαιμό της, λαμπερές φόνισσες οι αντανανακλάσεις του ήλιου της δείχνουν καθαρά πως ότι δεν καταλαβαινουν οι άνθρωποι συνήθως το καταδικάζουν, μα εκείνη ξέρει* γίνεται ο ενδιάμεσος του κόσμου που γνωρίζουμε και εκείνου που απλά υποψιαζόμαστε πως υπάρχει. Της το λέει μια γκέισα και τόσοι άλλοι. Η αντίληψη που έχεις για τον κόσμο μπορεί να σε κλείσει σε ένα μικρό δωμάτιο ή μπορεί να σε οδηγήσει σε κάτι που δεν ορίζεται από το σώμα σου. Εύκολα ξεχνούν εκείνους που βλέπουν με τα άλλα μάτια, δεν είναι ικανή όμως η λήθη να τους σκοτώσει.. Με απέραντη αγάπη στην Φανή

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019


Ένας αληθινά πολυτάραχος βίος δεν χρειάζεται τον κρότο των ηχηρών λέξεων για να περιγραφεί. Εκείνοι που έζησαν πράγματι έντονα και ξεπέρασαν το εγώ τους και τον εαυτό τους, ειδικά στο πλησίασμα του τέλους της ζωής τους, προτιμούν την ησυχία των φυσικών τοπίων και την ανάγνωση των ανθρώπινων ενδοχωρών . Τολμώ να πω ,πως θα με συνέτριβε από χαρά και συγκίνηση η φυσική ανάγνωση της ζωής ενός ρεμπέτη όπως ο Μάρκος , ο βίος των καταραμένων ποιητών κι όλων αυτών που αφοσιώθηκαν στην τέχνη σαν μύστες, των βασανισμένων ψυχικά σαν τον Χαλεπά , όλα τα πρόσωπα της γκέισας και αυτών που επαναστάτησαν στην εξουσία χωρίς να πάρουν κομματική ταυτότητα πεθαίνοντας νέοι, των γυναικών που δεν σταμάτησαν να ζουν σαν ζαρκάδια αγνοώντας εντός τους την φαλλοκρατική και σεξιστική εξουσία αυτού του σκληρού κόσμου..


Παίζει μπουζούκι ο Μάρκος, κι οι αρθρώσεις ξεκλειδώνουν, η καρδιά ανοίγει , ανοίγει πόρτες, μπουκαπόρτες ενθαρρυντικές, στην Σύρα, το φεγγάρι γέρνει και τα ματόκλαδα χύνονται ηλιοβασιλέματα, Ο κόμπος μένει στον λαιμό και ξυπνούν χελιδόνια, μικρά στολίδια στην τραγιάσκα του, η φανέλα του στάζει ήλιους, ο εκδορέας παύει να σφάζει ζώα με ονόματα, το χασισάκι πλησιάζει τις φυλακές σαν πιστός σκύλος , το τενεκεδάκι της ζητιανιάς και της ανημπόριας όλη η Ελλάδα, μελαγχολική και ασθμαίνουσα , παίξε βρε Μάρκο μου να σε ακούσω, να ελευθερώσω όλα τα καναρίνια από τα κλουβιά τους, να ελευθερώσω κι εσένα που χορεύεις σαν να πηγαίνεις στον θάνατο ,αγρίμι των νησιών , άγιε Μάρκο μου, προστάτη του μπουζουκιού και του προδομένου έρωτα. Μνήμη Μάρκου Βαμβακάρη

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019



Ο στίχος << κι αγαπώ κι όλον τον κόσμο γιατί ζεις κι εσύ μαζί >> με ξεπερνάει και μου δίνει κάτι από τον ίλιγγο της ζωής που είναι ζώσα.

Μην μου στέλνεις ποιήματα να διαβάζω. Παράθυρα θέλω να ανοίγω, να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο, ο ουρανός. Να μπαίνω στα τρένα, να διαβάζω την φρενίτιδα της ζωής στα πρόσωπα των ανθρώπων σβησμένη, κίτρινη, αποκαρδιωτική, αυτήν που φορούν πίσω από τις εφημερίδες που κοιτάζουν, οι άνθρωποι της πόλης. Ξοδιασμένες ζωές, κρυμμένες στα συρτάρια, φωτογραφίες γεγονότων ασήμαντων. Τα σημαντικά δεν έχουν χρόνο, αν σκεφτείς τον περισσότερο χρόνο τον δίνουμε για τα ασήμαντα. Γι αυτό μου στέλνεις ποιήματα, αντί να έρθεις εδώ κοντά μου, να μου μιλάς σαν να είναι η τελευταία φορά που με βλέπεις. Σκλάβοι της συνήθειας , σκλάβοι της μεγαλύτερης ματαιοδοξίας, της συνήθειας, λες και θα υπάρξουν κι άλλες ζωές, κι άλλες στιγμές που θα μιλούμε πιασμένοι αγκαλιά κάτω από μουσικές που θα αναβλύζουν σαν συντριβάνι σε παλάτι κρυμμένο στην έρημο. Όλα εκείνα που έμαθες ζώντας, τα κρύβεις μαζευοντας ποιήματα. Αν μπορούσες να αναπαράξεις τον σπαραγμό της ζωής σου θα έπεφτα στα γόνατα. Θα μπορούσα να πω πως άξιζε η ματαίωση των προσδοκιών μας και πως ο θάνατος δεν με φοβίζει πλέον. Μην μου στέλνεις ποιήματα. Την ζωή μας κάνε να υπάρχει σαν ποίημα, με μικρές ακατάστατες παύσεις, για κάθε ενδεχόμενο.

Υπάρχουν αυτοί που έρχονται, εισβάλλουν στην ζωή σου, σαν ένα επείγον περιστατικό. Δίνεται η εντύπωση πως είναι αυτό που σου λείπει εκείνη την εποχή για να συμπληρώσεις την απαραίτητη ενέργεια που χρειάζεσαι για να αντέξεις την ζωή όταν αυτή γίνεται αβάσταχτη. Διαπιστώνεις πως σύντομα αυτό είναι το αντίστροφο. Τα ψυχικά βαμπίρ, ρουφούν άπληστα κάθε σου ενέργεια και η ύπαρξη τους μεταμορφώνεται σε καθρέφτη που καταδεικνύει συνεχώς την δική τους ύπαρξη. Στριφογυρνούν σαν τον αέρα γύρω σου. Αν είσαι μια ευγενική, ευαίσθητη, ειλικρινής ύπαρξη και τους το πεις δικαιολογώντας την έξοδο σου από την ζωή τους θα εισπράξεις το αντίτιμο με σκληρές φράσεις και κάποτε με σκληρές πράξεις. Και τότε φυσικά, καταλαβαίνεις γιατί μπήκαν στην ζωή σου σαν ένα επείγον περιστατικό, είναι το επείγον της δικής σου ζωής που έλαμψε στα μάτια τους, από αυτή ζητούν να τραφούν, όχι της δικής τους. Συγχωρείς μετά από καιρό. Ξεχνάς, ώσπου να διαπιστώσεις πόσα επείγοντα περιστατικά υπάρχουν γύρω σου μασκαρεμένα. Και επείγει να μείνεις όπως είσαι γιατί δεν ξέρεις πως να ζήσεις αλλοιώς. Ο καιρός μας, είναι όλος ένα επείγον περιστατικό. Αλλά δεν έχουμε πολλές ημέρες και νύχτες για να ζήσουμε όπως είμαστε. Γι αυτό εκείνο που μας αφορά είναι πρώτα από όλα το επείγον της ύπαρξης μας και της ζωής μας . Επείγει να είμαστε αυτό που είμαστε κι όχι κομμάτια ενός περιστατικού..

Από συνήθεια, δεν έδιναν προσοχή τα μικρά κορίτσια, στο μαύρο πουλί, που είχαν στην θέση της καρδιάς, κι εκείνο έτρωγε κάθε στιγμή από το αιμάτινο τους δωμάτιο, ώσπου ο κόσμος παραξενεύτηκε από την ξαφνική απουσία τους, ρώτησαν μερικές φορές, μα γρήγορα ξεχάστηκαν από την συνήθεια της ζωής, ώσπου έσβησε ο χρόνος την εικόνα τους, κι εκείνο το μαύρο πουλί ύστερα, πήρε θέση στην καρδιά τους, έτρωγε αίμα στο αιμάτινο δωμάτιο και χαιρόταν, είχε έναν δικό του τρόπο να χαίρεται , και σίγουρα δεν ήταν από συνήθεια..

Στην μνήμη του πατέρα Αντώνιος Του Μιχαήλ, Συνοδινός Με το παρατσούκλι <<Σερέτης>> Σε είδα στον ύπνο μου πατέρα, σήμερα, ξημερώματα, την ημέρα της γιορτής σου,μετά από πολλά χρόνια, μαστόρευες στο πάτωμα μαζεύοντας ξύλα, το σπίτι μας στο όνειρο, δεν το είχαμε φτιάξει, ήταν ξανά μαγαζί, όπως τότε. Δεν ξέρω γιατί δεν συγκρατώ τον εαυτό μου και γράφω εδώ για εσένα -ενώ θεωρώ πως αυτό δεν είναι σοβαρό, αλλά η δική μας αλληλογραφία μπορεί να απαλύνει κάποιον άλλον, σκέφτομαι. Θυμάμαι πατέρα, θυμάμαι πως είχα το κουτί με τα οστά σου στο παγκάκι, περιμένοντας το καράβι της γραμμής για να σε στείλω στο νησί σου, σου μιλούσα και με άκουγες. Έβλεπα το καράβι να απομακρύνεται όταν σε έδωσα στον άνθρωπο και άκουγα σχεδόν την χαρά σου που θα επεστρεφες ξανά στον τόπο σου. Οι άνθρωποι πατέρα, δεν πιστεύουν πως οι νεκροί δίνουν σήματα στους ζωντανούς , εξηγούν και υποθέτουν πως όλα είναι μέσα στο υποσυνείδητο. Αλλά δεν έχουν καμία εξήγηση να μου δώσουν όταν τους εξιστορώ το όνειρο- οδηγία σου σε εμένα, σε ποιον θέλεις να δώσουμε την ξυλεία και τα εργαλεία σου, πράγμα που ζητήθηκε και έγινε από εκείνη την πλευρά, χωρίς εγώ έστω και υποσυνείδητα να έχω σαν πληροφορία αυτήν την επιθυμία κι από τις δυο πλευρές. Τα χρόνια περνούν πατέρα και τα μηνύματα από τους νεκρούς και τους ζωντανούς συνεχίζονται. Το νησί σε αναζητά, ξέρω πως σήμερα θα επιβλέπεις την ατμόσφαιρα του, με εκείνο το μάτι του λαικού ανθρώπου, με το μάτι εκείνου που αγαπούσε τα ζώα και τους ανθρώπους , απλά είχες ψιλιαστεί την αθωότητα των πρώτων, πολύ νωρίς. Καταλαβαίνω πολλές φορές πως αυτά που κάνω και που σκέφτομαι, μοιάζουν με τα δικά σου. Θυμάμαι. Είμαι το κλαδί σου κι είσαι το δέντρο μου. Ξέρω γιατί τα ρεμπέτικα και τα γνήσια, παλαιά κουτούκια με συγκλονίζουν, ξέρω γιατί μου έλεγες να προσέχω. Δεν είμαστε από αυτούς που προσέχουν πατέρα, το ξέρεις καλά αυτό, κι ας έλεγες τα αντίθετα. Θέλω να σε σκέφτομαι με γέλια πατέρα, να χαίρεσαι, να συναρμολογώ το παζλ της ζωής με τα γέλια και τις συγκινήσεις μας. Σε ευχαριστώ που με επισκέφτηκες πατέρα. Θα ανάψω ένα κεράκι για εσένα, χωρίς επικηδείους και λόγους ψεύτικους. Ξέρεις πως ότι λέμε εμείς οι δύο, το πιστεύουμε μέχρι το μεδούλι μας. Με την υποκρισία και τους επαγγελματίες ψεύτες έχουμε κάποιο πρόβλημα άλυτο ακόμη, αλλά αυτό δεν μας κακοφορμίζει την πληγή. Η πληγή θα μεγαλώσει πατέρα αν πάψουμε να πιστεύουμε πως θα κρατηθούμε όρθιοι μέσα στο καράβι με τα δέκα μποφόρ. όρθιοι θα είμαστε πατέρα, εσύ μην πάψεις ποτέ να μου στέλνεις μηνύματα από τον άλλο κόσμο. Βλέπω στεριά τότε, μέσα μου..

Πολλές φορές φοράω το μάτι ενός αλόγου που βρίσκεται σε καλπασμό, βουτάω στο μπλε του κοβαλτίου και καταβυθίζομαι, πότε ανεβαίνω, παίρνω ανάσες και πότε μπλέκομαι σε δίνες στον ανακατεμένο βυθό . Η άβυσσος πάντα είναι ο στόχος, ρούχα αρχαία φορεμένα στην πέτρα, με τον ήλιο να αναπηδάει κάτω από τα βλέφαρα και να διασχίζει την πλάτη πνιγμένη στον ιδρώτα. Η επιθανάτια αγωνία των νεκρών μου ,πολλές φορές μου στραγγίζει τον πνεύμονα, τότε ακριβώς μου κόβεται η ανάσα. Νύχτες που οδηγούνται από την αυπνία, ένας βαθιά ηλικωμένος ερημίτης μου φέρνει την κάρτα του Ιεροφάντη, του λέω, με φοβίζουν τα ιερά, χρειάζεται να γίνω άνθρωπος για να τα αφήσω να με οδηγήσουν σε εκείνη την αόρατη πόρτα. Καταλαμβάνομαι από μέθη ,υγρό μούδιασμα στο μυαλό και την καρδιά, και μια γλυκιά ηρεμία, σαν εκείνη που τα ξέρει όλα από πριν, χωρίς ίχνος αγωνίας, πράγμα που μου συμβαίνει σπάνια. Εξαιρώ τους κανόνες και αυτοαναφέρομαι, οι κανόνες είναι για επίδειξη και ομοιομορφίες. Για εμένα μιλώ ,και το νησί μου, εκείνα τα σύννεφα που μουλιάζουν εντός μου, κι όλες τις γυναίκες με τα λευκά μαντίλια στο κεφάλι. Σε αγαπώ, αλλά ζητώ να είμαι ελεύθερη, είναι εκείνο το μάτι του αλόγου που με μαστιγώνει αλλά και ταυτόχρονα με μαγνητίζει, ακινητοποιώντας με στον χρόνο. Οι ρωγμές μου, είναι μπλε του κοβαλτίου. -Γιατί θυμήθηκα-