Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018



Κάποτε χρειάζεται να αφεθείτε σε έναν χορό για δύο, όπου λαμπρά τα αστέρια θα φωτοβολούν στα μάτια σας καθώς άπλετα και αφοσιωμένα θα κοιτάζετε τον παρτενέρ σας. -Ορίστε; Σε εμένα μιλήσατε; Είπε η γυναίκα και κοίταξε παραξενεμένη τον άγνωστο άντρα που της πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί μέσα σε μια βαρετή αίθουσα παρουσίασης βιβλίου κάποιου που του περίσσευε η αλαζονεία όπως συνήθως περισσεύει στους μέτριους. -Φυσικά και σε εσάς. -Και τι σας κάνει να πιστεύετε πως θα δεχτώ να μιλήσω μαζί σας; -Μα γιατί ειναι φανερό πως ζητάτε έναν χορό όπως κι εγώ. Ζητάτε να αφοσιωθείτε σε έναν άνθρωπο και έναν χορό, απλά πράγματα. Μας έχει μουλιάσει η βροχή και τα προπατορικά αμαρτήματα μας έχουν κάνει την καρδιά δύσπιστη στο να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ξοδευόμαστε σε ανούσια τερατώδη πραγματα λες κι έχουμε μια αιώνια ζωή.Δεν κινούμαστε επειδή προτιμούμε την ακινησία γιατί είναι σίγουρη και βολική. Τον κοιταξε προσεκτικά, τα μάτια του ήταν δυό κεντριά που έσταζαν μέλι και το πρόσωπο του ήταν ένας ήρεμος μαγνήτης. Κατω από την ηρεμία εκείνου του προσώπου ενυπήρχε ένα πάθος που στροβιλιζόταν γύρω της. -Μιλάτε όμορφα, θα μπορούσατε να είστε ένας ποιητής ή ένας τρελός που μιλάει πολύ εύκολα σε μια άγνωστη μόνο και μόνο για να ελευθερώσει τις όποιες ψυχικές του εξάρσεις. Άναψε τσιγάρο και τον κοίταξε, τα δάχτυλα της το κρατούσαν απαλά και άφηνε τον καπνό να γεμίσει τα πνευμόνια της. -Δεν είμαι κάτι παραπάνω από αυτό, ένας άνθρωπος που ζητάει απεγνωσμένα να χορέψει μαζί σας και μετά να σας κάνει μπάνιο ετοιμάζοντας σας για έναν ύπνο που μόνο τα βρέφη μπορούν. Θέλω για λίγο να ματαιώσω την ασχήμια και την προσποίηση πως ζούμε κανονικά ενώ ζούμε σαν ζόμπι αφήνοντας άστοχα την ζωή να περνάει δίπλα μας. Μην με αφήσετε . Το πρόσωπο του δεν σκόπευε σε μια ικεσία, ήταν απόλυτα μυσταγωγικό και γνωστό από πριν σε εκείνη, της ήταν οικείο και μπορούσε να του αφεθεί. Την στιγμή που τελείωσε το τσιγάρο της, την σκοτεινή οχλαγωγία έσπασε ένα μπλουζ που η Νίνα κάποτε είχε επιβάλλει με τους δικούς της τρόπους στο κοινό. Την αγκάλιασε κι άρχισαν να χορεύουν σαν τις μεταξωτές κλωστές του ποιητή, εκείνου που έζησε σαν ποιητής και οχι σαν μια μαριονέτα που χαριεντίζεται πετώντας σοφιστίες και αόριστες, υπερτιμημημένες σαχλαμάρες γύρω. -Πως σε λένε; Τον ρώτησε ξέπνοη μπαίνοντας βαθιά στα μάτια του που σαν να τα κύκλωσαν ξαφνικά μικροί ήλιοι. -Οκτώβρη, εσένα; -Αντιγόνη, απάντησε με μια ελαφριά πίκρα που εκείνος την έπιασε στον αέρα γιατί ήξερε την πηγή της ( Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.) Αυτό ήταν σκέφτηκε, η ρίζα της άγριας κοινής τους πίκρας , το είχε πει ένας ποιητής που ζούσε τις νύχτες στο φως των κεριών κρατώντας την ζωή του όσο μπορούσε μακριά από το άπληστο μάτι. Αυτόν τον ποιητή που είχαν αγαπήσει τόσο πολλοί και συνεχίζουν να αγαπούν σε όλον τον πλανήτη , και που σήμερα ένα κατακάθι του καφέ που λεγόταν ποιητής- ανερχόμενος από τα σόσιαλ μίντια -τον είχε στην ομιλία του ακριβώς περιγράψει σαν ένα τίποτε.. Τους κοιτούσαν τώρα όλοι παραξενεμένοι, σαν διεγερμένοι από κάτι άγνωστο που έξυνε τις ρωγμές τους... -Οκτώβρης-

Πιο πολύ από ποτέ,εκείνο που μας τελειώνει καθημερινά είναι πως δεν ζούμε ανθρώπινα αλλά εξανθρωπισμένα. Το επόμενο βήμα θα είναι να κοπεί το νήμα της εξανθρωπισμένης αυτής ζωής από μια μηχανή. Εκτός αν προλάβει η γη που όλα αυτό δείχνουν . Γεγονός είναι πως όποιος επιδιώκει και ζει σαν άνθρωπος δέχεται απίστευτο πόλεμο από τον εξανθρωπισμένο καθώς οι εξανθρωπισμένοι ενώνονται σαν δυνάμεις εκτός από τις κοινές αρχές τους έστω και ασυνείδητα. Δεν πρόκειται για κάποιο στοίχημα που χρειάζεται να κερδηθεί , είναι ζητημα ζωής και θανάτου. Αυτό που δεν είναι κατανοητό είναι πως η αγάπη έγινε ένα μεσοδιάστημα ανάμεσα στους πολλούς εαυτούς και όχι μέρος θυσίας του Εγώ με κεφαλαίο. Ζούμε βαυκαλιζόμενοι ότι ζούμε. Η κατσαρίδα του Κάφκα δεν είναι απλά διαχρονική, ζει και βασιλεύει στο φως και το σκοτάδι. Θυσιάζοντας πάρα πολλά και θυσιαζόμενος για να ζήσεις σαν άνθρωπος, πολλές φορές αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο, ο μονομάχος παντα υποφέρει με έναν πολύ ιδιαίτερο, σκληρό τρόπο. Αλλά τελικά υπερισχύει αυτό που διαμόρφωσες κι αυτά που σε διαμόρφωσαν στην ζωή, ο τρόπος που βλέπεις, ο χαρακτήρας.. Είναι ένας τίτλος ο χαρακτήρας που δεν φαίνεται στα πτυχία τα καρφωμένα στον τοίχο, φαίνεται στην αξιοπρέπεια που ζεις τις ήττες, τις νίκες , τις εμπειρίες σου αλλά και η καθαρότητα των επιδιώξεων σου που και τις επικοινωνείς στους άλλους. Αυτοί που δεν ζουν μέσα στην τυφλότητα ζουν αληθινά σαν άνθρωποι κι όταν βρουν ο ένας τον άλλον τίποτε δεν θα τους χωρίσει ως τον θάνατο, αόρατοι κρίκοι τους ενώνουν και τους δίνουν δύναμη.

Οι αλήθειες είναι σαν γριές με μαύρα μαντήλια στο κεφάλι που τραβάνε ανηφόρες.... τραβάνε πάνω στο βουνό* φορτωμένες και πάνε. Που πάνε οι αλήθειες; Γιατί έρχονται καταπάνω μου; Θέλω από το άλλο. Λίγο παραμύθι, λίγο αψέντι. Μα πιο πολύ χρειάζομαι εκείνες τις ρωγμές που τις σφραγίζουν οι σιωπές, εκείνες τις απλές τελετές που άγγελοι μας οπλίζουν- με την γόνιμη εν τέχνη αφοσίωση τους- μέσα στα ποιήματα τους, χωρίς αφιέρωση για τον κοινό τόπο της πληγής μας.

Τα σύννεφα που κυματίζουν* πουλιά τα περνούν τραγουδώντας, περπατώ στην άσφαλτο κρατώντας την καρδιά μου στα χέρια, ένα επείγον περιστατικό στο κέντρο της πόλης εξελίσσεται καθώς μια πεταλούδα με σημαδεύει με το φλόγιστρο της, είναι τα μάτια σου που μύριζαν Άνοιξη, είναι τα μάτια σου φορεμένα στα δέντρα.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018


Κάθε ένας από εμάς έχει έναν δράκο στην ψυχή για να προστατεύει την αθωότητα του και την ομορφιά του κόσμου..

Με μαγεύουν οι επιδερμίδες που μοιάζουν σαν να έχει χυθεί επάνω τους κεχριμπάρι, η βροχή στα κεραμίδια των παλαιών σπιτιών, τα βλέμματα καθώς μοιράζουν αβέβαιες υποσχέσεις, τα αρώματα πίσω από τα γόνατα που εξαίσια τυλίγουν μιαν ατμόσφαιρα, τα τακούνια τα μετρημένα, σαν λυκνιστικές βεντούζες επάνω στη άσφαλτο, τα φιλιά των ερωτευμένων, σκαλωμένων σε μια ξύλινη σκάλα, θα έλεγε κανείς, πως όλα αυτά τα συνδέει η ροή που πάλλεται απρόσκοπτη.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018


Η ζωή μοιάζει σαν χίμαιρα μέσα στο μάτι ενός αλόγου. υγ. Φράση που την << είδα>> στον ύπνο μου..

H αστική ζωή έχει συνδεθεί με την σταδιοδρομία. Και η <<απαίδευτη>> παιδεία συνδέθηκε με την καταγγελία της μη ομορφιάς και της ανύπαρκτης αθωότητας. Αγνοώντας συστηματικά πως η καταγγελία χωρίς την ύπαρξη αγώνα είναι μόνο μέρος επίδειξης.. Και πως να μιλήσει κανείς για ομορφιά όταν μακριά είναι από τα φυσικά τοπία, μακριά είναι από την ελεύθερη ανάσα των ανθρώπων; Μακριά από μια ημέρα που ξημερώνει σαν μελαγχολικό Φθινόπωρο και στην διάρκεια αλλάζει όψη φωτιζόμενη από τον ήλιο βάζοντας όλη της την δύναμη να γίνει Καλοκαίρι; Και ποια είναι η αθωότητα όταν χρησιμοποιείται από αυτούς που καταγγέλουν κι αυτούς που καταγγέλονται πως είναι γνήσια αντίτυπα κι εκφραστές αυτής, χωρίς να έχουν παρακολουθήσει τον ατέλειωτο ομαδικό σχηματισμό στο πέταγμα των πουλιών ή το παιχνίδι που κάνει ένα ψάρι πετώντας σχεδόν έξω από το νερό; Κουράστηκε η ομορφιά, έγειρε στους ώμους της Αντιγόνης και της Ελένης, ψάχνοντας καταφύγιο μεγαλοπρεπές και σιωπηλό. Η σπηλιά του θανάτου εύκολα μεταβολίζεται στο νησιώτικο λευκό των σπιτιών κι εξίσου εύκολα γίνεται ζωή από μια κίνηση στο παλαιό μονοπάτι ενός ανθρώπου ή το μάτι μιας κατσίκας στο άγουρο χωράφι. Να πονούν οι αρθρώσεις να ανέβεις στον βράχο να σκίσεις το αλάτι, να είσαι λυγερόκορμος στο άπλωμα της νύχτας και να μην ξέρεις πότε θα σβήσει το δικό σου καντήλι ανάβοντας το καντήλι των νεκρών. Να βλέπεις σεισμό στον ύπνο το ξημέρωμα σε κάποια άλλη γωνιά του πλανήτη κι αυτός να έχει ήδη συντελεστεί καταπίνοντας την ελπίδα στον δρόμο με τις κερασιές. Να σε πληγώνει εξίσου η παρουσία και η απουσία με τα νεφελώματα της στο Κρόνιο τοπίο όπου η Αφροδίτη να σώσει προσπαθεί τα άμοιρα παιδιά της από τον χαμό. Ο Χαμός της ανύπαρκτης ύπαρξης.. Μόνο χαραγματιές κι όψιμα δάκρυα ,αντί της συνειδητότητας πως οφείλεις να ζήσεις με όλες σου τις αισθήσεις ενάντια στον θάνατο ,κάποτε με θάρρος και δόντια κοφτερά και κάποτε με ένα λιτό χαμόγελο που αγναντεύει τον κόσμο.. Κοιμάσαι με τον γρύλο να σκίζει τους τοίχους με τον ήχο του, μαζί με την ευωδιά του νυχτολούλουδου που σχεδόν σε πληγώνει . Που σαλεύει ο κόσμος; ρωτάς κι αναρωτιέσαι.. Ως πότε θα ξεχωρίζει σε δούλους κι αφέντες , ορατούς κι αόρατους- επιλεκτικά ενθυμούμενος; Ως πότε θα κυνηγάει την ουρά του σαν ένα ζώο πληγωμένο από την τυφλότητα, Πολύφημος μέσα στους Πολύφημους; Περπάτα καρδιά μου, περπάτα όσο μπορείς, να λες καλημέρα και να συγχωρείς. Μα να βλέπεις όχι με ορθάνοιχτα μάτια, αυτά δεν μπορούν πολλά να δουν από την έκπληξη του φωτός που απότομα χύνεται μέσα τους. Και περίμενε- σκάβοντας και περπατώντας την άλλη ημέρα, εκείνη που όλα θα συμβούν, ανοίγοντας και θεραπεύοντας πληγές από τον θρόμβο της ύπαρξης.. Αμοργός

Τι δουλειά έχουν οι γάτες, ένα αηδόνι κι η Μαρία Κάλλας; Δεν θυμάμαι πολλές φορές τα όνειρα μου. Όμως στην διάρκεια της χτεσινής νύχτας θυμάμαι πως είδα ότι κρατούσα στο χέρι μου ένα νεκρό αηδόνι κι έκλαιγα σπαρακτικά για τον θάνατο του. Αυτός ο αδιάκοπος , δυνατός σπαραγμός θα μπορούσε ίσως και να με ξυπνήσει, όμως εκείνη την στιγμή μπήκε ξαφνικά στην θλιμμένη ατμόσφαιρα, η φωνή της Μαρίας Κάλλας και καθώς άρχισε να ανεβάζει υψηλές νότες γεμίζοντας το δωμάτιο ,αυτός ο σπαραγμός άλλαξε κι έγινε σπαραγμός ευδαιμονίας, ανυπομονησίας για το επόμενο άνοιγμα της νότας, η βεντάλια των ήχων της δημιούργησε μέσα μου μια απίστευτη διέγερση χαράς και συγκίνησης και καθώς δονούμουν πλέον κανονικά μέσα τους ένοιωσα το αηδόνι να ζωντανεύει και να πετάει μακριά μου. Άρχισα να κινούμαι χορευτικά ,αφημένη κυριολεκτικά στην φωνή της , γύριζα όλο το δωμάτιο κι άρχισα να πετάω, πετούσα ψηλά και προσγειωνόμουν μαλακά . Καθώς άρχισα να σκέφτομαι μέσα στο όνειρο πως οι αρθρώσεις μου ξαφνικά έγιναν σαν της γάτας άνοιξε η πόρτα του σπιτιού κι οι γάτες που ήξερα εδώ στο νησί άρχισαν να μπαίνουν στο δωμάτιο γεμίζοντας σκιρτήματα χαράς την ατμόσφαιρα και την καρδιά μου.. Περπατούσαν σαν μικρές πριγκίπισσες, η μια μετά την άλλη, οι γάτες εδώ έχουν παράξενα ονόματα, ανθρώπινα, θα μπορούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα κομμμωτήριο ή στο γκισέ μιας υπηρεσίας στο δημόσιο ή οτιδήποτε άλλο, μερικά ονόματα αυτών είναι Σούλα, Ζαχαρίας, Λίτσα, Τζένη, Ευαγγελία. Άρχισα να χορεύω μαζί τους καθώς η Μαρία χτυπούσε απαλά τους τοίχους με την φωνή της και τα ραγίσματα της. Στον χορό μας υποτίθεται με έναν τρόπο άρχισαν να μου μεταδίδουν την σοφία τους,ένοιωθα πως σκεφτόμουν από μέσα τους.. Αυτά που θυμάμαι είναι πως ίσως έχω γίνει πολύ άδικη κυνηγώντας και διεκδικώντας το δίκαιο και πως η σοφία έρχεται όταν δεν την ψάχνεις πλέον... Ξύπνησα και σκέφτηκα πως αύριο γιορτάζει η Λαγκάδα, το χωριό μας, επειδή είναι της αγίας Σοφίας , θυμήθηκα τις άριες της Μαρίας και τις γάτες και μπήκα εδώ. Διάβασα από μια φίλη την Βάγια -όπου δανείστηκα και την φωτογραφία της Κάλλας με τον Παζολίνι- πως σαν σήμερα πέθανε η Καλλας, δεν παραξενεύτηκα, ξέρω από παιδί πως η γνώση κι η πληροφορία δεν έρχονται μόνο από τις πηγές που μας έχουν μάθει. (Δεν ήταν τυχαίο που την είδα , την άκουσα στον ύπνο μου.) Οι ημέρες του δικού μου καλοκαιριού φτάνουν σιγά σιγά στο τέλος τους. το φθινόπωρο θα ρίξει τις κιτρινωπές του ζωγραφιές κι οι άνθρωποι θα θυμούνται πότε πότε πως κάποτε υπήρξαν παιδιά.. Μαρία Κάλλας Τραγουδιστής όπερας Ημερομηνία θανάτου: 16 Σεπτεμβρίου 1977 Τόπος θανάτου: Παρίσι, Γαλλία Αιτία θανάτου: Καρδιακή προσβολή

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018


Γύρω στις πέντε το ξημέρωμα, με επισκέφτηκε ο άγιος Μάμας, τον έβαλα να καθίσει και να πιεί ένα ρόφημα. Ήταν παιδάκι και το μικρό του σπίτι είναι ένα εκκλησάκι μέσα στον περίβολο της μεγάλης εκκλησίας της Παναγιάς. -Δεν πιστεύω στους αγίους, του είπα, ωστόσο είσαι καλοδεχούμενος. -Εδώ δεν ξέρετε πια τι να πιστέψετε, ακόμη και γι αυτό που λέτε πως δεν πιστεύετε η πίστη σας αργοσαλεύει , απάντησε σοβαρός. Δεν είχα και να πω πολλά, ένα βουνό με πλάκωνε στο στήθος. Η απουσία από τον κόσμο του κουνελιού μου με αποδυνάμωνε, ίσως εγωιστικά ,ίσως και γιατί θυμήθηκα τον θάνατο του παππου μου που συνέβη πάλι εδώ , στο νησί με το φαλακρό, άγριο τοπίο. Καθισμένο το παιδάκι -άγιος μπροστά μου κατάλαβα, ένα μέρος της αθωότητας αποχωρούσε , μάτια ανυπέρβλητα αθώα δεν θα με κοίταζαν πια, ούτε το χάδι μου θα έβρισκε αυτην την άγνωστη τρυφερότητα που πηγάζει από τα πιο λευκά σύννεφα. Δεν ήθελα να σπαράξω άλλο,ήταν επείγον να διώξω τον κόμπο από τον λαιμό που με έπνιγε και να αποχαιρετήσω. Το παιδάκι- άγιος το κατάλαβε. -Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω άλλο, μου είπε. Απλά ήρθα να χαιρετήσω ένα πλάσμα που κατοικεί πια αλλού, και να του δείξω τον δρόμο. Μείναμε λίγο μαζί κι ο κόμπος στον λαιμό δυνάμωνε, ήθελα να παραδοθώ στον ύπνο και να ανακουφιστώ. Ο άνθρωπος σκαρώνει με τον νου του ότι μπορείς να φανταστείς για να μαλακώσει τον πόνο και την οδύνη του φυσικού θάνατου. Έτσι πιάστηκα σε ένα όνειρο, πως τάχα ο μπαμπάς μου έβαζε ρεμπέτικα κι η Σαπφώ στεκόταν κάτω στα πόδια του ξαπλωμένη σαν χανουμάκι κι ο παππούς μου είχε ένα χαμόγελο πληρότητας και αρμονίας.. -Αφιερωμένο-

Δευτέρα με συναντάς στην Αρκεσίνη Τρίτη μιλάμε μέσα στην θάλασσα, τι κάνεις , που θα πας το βράδυ, που θα βρεθούμε. Τετάρτη πηγαίνουμε στην αγία Άννα και μου δίνεις έναν κόχυλα, Πέμπτη τον έχω στο αυτί μου και ακούω τα μυστικά της θάλασσας. Παρασκευή τραβάμε στον δρόμο με τις φραγκοσυκιές, μεθυσμένοι ξύνουμε την πλάτη του φεγγαριού με τα δόντια μας. Το Σάββατο ,γονατίζω μπροστά σε μια εικόνα που δεν έχει άγιο αλλά έναν ρεμπέτη που παίρνει αγκαλιά έναν μπλουζίστα. Χορεύουμε ότι χορεύεται. Αποφεύγουμε να πούμε << σε αγαπώ>> ο ένας στον άλλον, κατά βάθος οι σάρκες μας έχουν καεί από την ανάγνωση των πόθων των Κυκλάδων. Κυριακή τραβώ τον δρόμο για το φαράγγι, τραβώ τα γόνατα μου στο στήθος μου, αποφασίζω να ζήσω μόνη μου για να μην αναγκαστώ να σου πω πως στιγμές στιγμές αυτή η ζωή δεν αντέχεται. Και οι Κυκλάδες ανεβαίνουν στην καρδιά μου, όλη η αλμύρα μπαίνει στις πληγές μου, εδώ συναντώ τον άνθρωπο. Αυτός ο άνθρωπος γνωρίζει την ρίζα όλων των πληγών και γι αυτό αποφεύγει τις αναλύσεις. Εδώ ζεις κατακόρυφα, ανεβαίνεις και μετά πέφτεις. Επτά ζωές δεν περιγράφονται εύκολα. Αποχωρισμός πάλι. Βουρκώνω από αλάτι.

Κάθε αγκαλιά είναι ένας γρίφος που ζητά την λύση του. Και κάθε αντίο είναι μέρος της που δεν λύθηκε και δεν αναγνώστηκε.

Σκέφτηκα την φράση του ROBERTO JUARROZ, (το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο είναι σα να τον σώζεις). Άρχισα να χορεύω αιωρούμενη, χωρίς αναμνήσεις, τα βράγχια ενός γιγαντιαίου ψαριού μου φυσούσαν νότες, είναι κάτι βραδιές στα νησιά που νομίζεις πως όλοι οι άνθρωποι σε σώζουν ενώ χορεύεις, διώχνουν την σκιά σου που σε καταδιώκει αδιάκοπα κι ο χρόνος είναι ένα τίποτε καθώς λάμπεις πιάνοντας την ασημένια πλάτη της σελήνης. Κι εσύ δεν είσαι κάτι άλλο εκτός από ένα μέρος του τοπίου.
Τις νύχτες κοιμάμαι μέσα σε ένα ενυδρείο, ξυπνώ και ο ήλιος ρουφάει τα λέπια μου. Κινούμαι μέσα στην ημέρα και την νύχτα προσπαθώντας να σχηματίσω τον δικό μου χρόνο. Να μην με νοιάζει να βρω τα κουμπιά των άλλων. Ενδιαφέρομαι γι αυτό που μας συνδέει τυχαία. Για την μοιραία σύμπτωση της ομορφιάς. Ενδιαφέρομαι για την μελέτη του μικρόκοσμου που απλώνεται μέσα στον μακρόκοσμο. Διαβρώνομαι με την μάζα, με τις κοινές ώρες πλεύσης. Με αφορά η μυσταγωγία του φωτός και της νύχτας. Το μαγικό πάτημα της γάτας στο σοκάκι κι ο διαλογος χωρίς τροφή. Οι αφιερώσεις χωρίς προορισμό. Εν τέλει με αφορά να παρατηρώ την ζωή και να την ζω ελεύθερα. Όσο μπορεί να ζήσει κάποιος που ζει με το <<δέρμα>> του <<πολιτισμού>> των ανθρώπων.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018


Για σκέψου, τίποτε δεν έχω να πω, τίποτε να ακουμπήσω σε αυτό το κομμάτι του μπλε, την λουρίδα του ουρανού με τους αετούς καρφωμένους επάνω του, με τα μάτια να ανιχνεύουν και να βρίσκουν πίσω από το ανάγλυφο,από το <<βλέπω>> να ξέρω την φθορά, την αλμύρα των δακρύων που ζύμωσαν την θάλασσα οι πνιγμένοι με τα βαρκάκια του μεροκάματου, να κατανοώ τους πληγωμένους, εκείνους που έχουν ρωγμές βαθιά τους, αυτός ο αιμάτινος κόσμος πόσο σκοτάδι τρέφει και τρέφεται, ο αόριστος κι ο ενεστώτας που συγκρούονται σαν κομήτες σε μια αυλή νησιώτικη, τα γιατσέντα που γέρνουν το κεφάλι στην ταράτσα πριν η σελήνη τα γητέψει, τους γέροντες που ξέρουν πως τίποτε δεν ξέρουν, θεωρίες για την φωτιά και την πλημμύρα, τον κόσμο που παλεύει να χαθεί, για σκέψου, δεν έχω τίποτε να πω, από τότε που γεννήθηκα ξέρω, ο άνθρωπος παλεύει να τελειώσει τον εαυτό του με πολλούς διαφορετικούς τρόπους αλλά δεν έχει συνείδηση επί αυτού, αν είχε ,θα κοιτούσε το πρόσωπο του μια έναστρη νύχτα σε ένα πηγάδι και θα άλλαζε τα μάτια που <<βλεπει>>, τόσα μνημόσυνα κι ούτε μια μνήμη για να σώσει αυτό που σώζεται μετά τον θάνατο. -Αφήστε λίγο αέρα -

Τι ξέρεις για τα εργοτάξια των αισθημάτων; Τι θυμάσαι από αυτά που διάβαζε η γιαγιά σου στο φλυτζάνι; Θυμάσαι τον παππού που ερχόταν με τον Κίτσο φορτωμένο με ντομάτες και η μυρωδιά τους έφτανε σε εσένα από το προηγούμενο στενό; 100 φορές βούρτσιζες τα μαλλιά σου κάτω από το φεγγάρι για να γίνουν δυνατά και στο βάθος της λόζας τα βιολιά έκαναν τα πόδια να υψώνονται. Μέσα σε ετούτους τους καιρούς έχει χαθεί το ύψος, η μνήμη σου όποτε πιάνει εικόνες της αθώας εποχής σε ποτίζει δέος και κόμπους από συγκίνηση. Συγκίνηση σαν αγιογραφία ενός αγίου που ποτέ δεν βρέθηκε, σαν το εκατοστό κελί της Παναγιάς που δεν το βρίσκουν ποτέ, αυτή η δυνατή επιθυμία του ανθρώπου να χτίζει με μυστήρια το άγνωστο.. ΠΕρπατούσες ξυπόλητη στο μονοπάτι και σου έκαιγε ο ήλιος τις πατούσες με τις καυτές πέτρες αλλά εσύ έκανες ασκήσεις αντοχής γιατί κάτι μέσα σου σε προετοίμαζε για τα αυριανά εργοτάξια αισθημάτων. Αυτό το ζώο μέσα σου που σε κάνει να προβλέπεις μουδιασμένη πόσο τραγικό θα ήταν αυτό το Καλοκαίρι, κληρονομιά της γιαγιάς που έβλεπε σκηνές ζωής μέσα στα ονειρα.. Εκείνη την αθώα εποχή προσπαθώ να εγείρω και να την κλείσω σε ένα μικρό μπουκάλι . Αλλά όλα κλείνουν, όλα κλείνουν από μια αόρατη μέγγενη, οι άνθρωποι λειτουργούν σαν μηχανοκίνητα, τρώνε, κάνουν σεξ και αφοδεύουν. Αν τους πεις σε αγαπώ θα πέσει ο ουρανός επανω τους. Οι άνθρωποι δεν έχουν στέγη τα αστέρια, εξαϋλώνονται χωρίς την ανάγκη του βάθους της ύπαρξης. Υπάρχουν απλά γιατί έτσι έτυχε, να υπάρχουν από μια σύμπτωση. Συμπτώσεις που συνευρίσκονται μέσα σε τεράστια εργοτάξια αισθημάτων. Ευτυχείτε , λέει ένας κούκος την νύχτα αλλά κανείς δεν τον ακούει, εξάλλου ένας κούκος δεν φερνει την Άνοιξη ούτε ανοίγει τα Καλοκαίρια...

Η διαφορά στο να ζεις σαν πωλητής αντί να ζεις σαν απολαυστής δεν είναι μόνο τεράστια αλλά είναι και καθοριστική..

Γύρω στις πέντε το ξημέρωμα, με επισκέφτηκε ο άγιος Μάμας, τον έβαλα να καθίσει και να πιεί ένα ρόφημα. Ήταν παιδάκι και το μικρό του σπίτι είναι ένα εκκλησάκι μέσα στον περίβολο της μεγάλης εκκλησίας της Παναγιάς. -Δεν πιστεύω στους αγίους, του είπα, ωστόσο είσαι καλοδεχούμενος. -Εδώ δεν ξέρετε πια τι να πιστέψετε, ακόμη και γι αυτό που λέτε πως δεν πιστεύετε η πίστη σας αργοσαλεύει , απάντησε σοβαρός. Δεν είχα και να πω πολλά, ένα βουνό με πλάκωνε στο στήθος. Η απουσία από τον κόσμο του κουνελιού μου με αποδυνάμωνε, ίσως εγωιστικά ,ίσως και γιατί θυμήθηκα τον θάνατο του παππου μου που συνέβη πάλι εδώ , στο νησί με το φαλακρό, άγριο τοπίο. Καθισμένο το παιδάκι -άγιος μπροστά μου κατάλαβα, ένα μέρος της αθωότητας αποχωρούσε , μάτια ανυπέρβλητα αθώα δεν θα με κοίταζαν πια, ούτε το χάδι μου θα έβρισκε αυτην την άγνωστη τρυφερότητα που πηγάζει από τα πιο λευκά σύννεφα. Δεν ήθελα να σπαράξω άλλο,ήταν επείγον να διώξω τον κόμπο από τον λαιμό που με έπνιγε και να αποχαιρετήσω. Το παιδάκι- άγιος το κατάλαβε. -Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω άλλο, μου είπε. Απλά ήρθα να χαιρετήσω ένα πλάσμα που κατοικεί πια αλλού, και να του δείξω τον δρόμο. Μείναμε λίγο μαζί κι ο κόμπος στον λαιμό δυνάμωνε, ήθελα να παραδοθώ στον ύπνο και να ανακουφιστώ. Ο άνθρωπος σκαρώνει με τον νου του ότι μπορείς να φανταστείς για να μαλακώσει τον πόνο και την οδύνη του φυσικού θάνατου. Έτσι πιάστηκα σε ένα όνειρο, πως τάχα ο μπαμπάς μου έβαζε ρεμπέτικα κι η Σαπφώ στεκόταν κάτω στα πόδια του ξαπλωμένη σαν χανουμάκι κι ο παππούς μου είχε ένα χαμόγελο πληρότητας και αρμονίας.. -Αφιερωμένο στην Σαπφώ, το κουνελάκι μου που θέλησε να ησυχάσει εδώ, στο νησί-

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018


Μερικά πράγματα που ξέρω για τον Ιούλιο. Αν ήταν άντρας, θα ήταν συνεχώς σε μια εφηβική υπαρξιακή αναζήτηση της ζωής σε πληρότητα, θα είχε μαλλιά μακριά και μαζεμένα σε έναν κομψό αριστοκρατικό κότσο. Αν ήταν όνειρο θα ήταν το όνειρο του Ουόλτ Ουίτμαν, εκείνο που μιλούσε για την καινούργια πολιτεία των φιλων όπου η εύρωστη αγάπη υπήρχε στις πράξεις αυτών που έμεναν εκεί. Καρπούζια σε μια μικρή νησιώτικη αυλή βαμμένη με ασβέστη. Παραλίες περπατημένες για ώρες, απόκρημνες. Γλάροι που αρπάζουν ψωμί από τα απλωμένα χέρια των επιβατών στα καράβια. Σπίτια που ανοίγουν στον ήλιο διώχνοντας την χειμωνιάτικη υγρασία. Όλες οι υποσχέσεις που δεν πραγματώθηκαν και συγχωρέθηκαν για την αδυναμία τους. Ένα φαράγγι που κρύβει τις σαύρες της γνώσης επιμελώς μέσα στις πέτρες. Μικρές υποσχέσεις αθανασίας μέσα σε αρτηρίες ποτισμένες από λευκό κρασί. Έρωτες χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Η φράση του Νίκολα Βιργίλο , (βγάζοντας το αλεξίσφαιρο γιλέκο ζέστη). Αν ήταν γυναίκα θα ήταν μια γυναίκα με πάθη και πάθος για ζωή. Η ανέγερση του Καλοκαιρινού κόσμου-ονείρου μας ας είναι για όλους μας εφικτά. Ποτέ κανείς δεν λύγισε όταν έζησε με τέχνη.