Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018


Με κοιτούσες με μάτια αλύγιστα, μετρούσες τους παλμούς της ανίερης ησυχίας Ήταν η ησυχία που σε αναγκάζει να ξημερώσεις μαζί με το πρώτο φως Γύρω μας ο παλιός κόσμος βυθιζόταν στο ηφαίστειο της Σαντορίνης Γύρω μας ο ήλιος ξερνούσε χολή Μετά τράβηξα για την Αμοργό μόνη, είχα έναν παπαγάλο για να μιλάει στους άλλους αντί για εμένα, του είχα μάθει όλες τις λέξεις που μιλούν οι μεθυσμένοι.. σε αγαπώ για πάντα, μου αρέσεις, είσαι μοναδικός... Πήρα το πρώτο δρομάκι και γύρισα κατά την Δύση, ύστερα κοίταξα προς την Ανατολή Δεν είχα οράματα, δεν είχα παρά συμπόνοια για ότι παίρνει μαζί του ο μέγας Αφέντης, αυτός με το δρεπάνι, μα εκεί στην Αμοργό , μια νύχτα γαλήνης, ήρθε η Αποσπερίτισσα η Αφροδίτη, είχε χιλιάδες αστέρια στα μαλλιά και τα μάτια της έσταζαν βύσσινα, με δίδαξε, χωρίς να με χαλιναγωγήσει, μέρες ατέλειωτες και νύχτες, μου είπε πως οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι, ώσπου να πεθάνουν, μου είπε πως η νεα ημέρα παίρνει το χρώμα που της δίνεις, έτσι, σιγά σιγά ,ημέρεψα χωρίς να γίνω χώμα, άρχισα να σκέφτομαι και να αισθάνομαι όπως στην πρώτη μου νιότη, τότε που οι αγέρηδες των νησιών κατοικούσαν στο λευκό μου ρούχο, και σε ξέχασα, σε ξέχασα, μάρτυς μου ο Αυγερινός πως σε ξέχασα, και σε συγχώρησα , ο παλιός κόσμος έφυγε μαζί σου αλλά αυτά που έμειναν τα κουβαλώ εδώ, εδώ, για μένα... { Εναρμονιση

Οι μητέρες οι πέτρινες, φτιάχνουν κουκούλια και τυλίγουν τα παιδιά τους. Μέσα σε πένθιμη ατμόσφαιρα τα κοιμίζουν με νανουρίσματα της Μήδειας. Τα κουκούλια έχουν φόβους - τέρατα, ξεδιπλώνουν ιστορίες για να μην μπορούν τα παιδιά να κοιμηθούν. Ο 'υπνος να γίνεται ωδή στην αυπνία. Αργότερα η Μήδεια θα συγχωρεθεί, αλλά τα κουκούλια θα είναι μέγγενη στα μάτια του κόσμου. Όλα αυτά τα κουκούλια έκαναν τον Χαλεπά να πελεκάει μάρμαρα μέρα και νύχτα.. Τον Μποντλαιρ να χάνεται σε βιβλία γράφοντας για μια κρεολή. Και τους ευαίσθητους να γίνονται δέκτες και να λύνουν αινίγματα που μπλέκονται με τον χωροχρόνο ξέροντας πως τα μεταφυσικά είναι απολύτως φυσικά. Στον κόσμο των ανθρώπων δεν ξέρεις ποιον να πρωτοσυγχωρέσεις. Τον εαυτό σου που αφέθηκες ή αυτούς που διατηρούν το δικαίωμα να χαλούν τα όνειρα σου;

Όταν είμαι στην πόλη κι ενώ περπατώ κι ενώ βρίσκομαι με αγαπημένα πρόσωπα ,βλέπω σχεδόν μπροστά μου τους στίχους του Τζελαλαντίν Ρουμί ,τότε γίνομαι ο περιστρεφόμενος δερβίσης που κινείται μεταξύ ουρανού και θάλασσας. Κοιμάμαι σαν στίχος του και ξυπνώ μέσα σε μια θάλασσα που έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιο μου. Τότε αντιλαμβάνομαι πως μια ημέρα μπορεί να είναι μια αιωνιότητα. Οι λέξεις που την περιγράφουν είναι ευγνωμοσύνη για την λήθη του θανάτου και την ιερουργία της ύπαρξης. Απλα πράγματα, όπως η βόλτα στο πάρκο, κουβέντες με ανθρώπους άγνωστους που έχουν σκύλους, φωνές πουλιών που σε κάνουν να νιώσεις παιδί, δρομάκια με δέντρα που διαχέεται το μωβ χρώμα, χελιδόνια που ανακαλύπτεις να φτιάχνουν τα σπίτια τους στις γωνίες ενός παλαιού μπακάλικου, αγορά βιβλίων , πέρασμα από την Φωκίωνος και ξαφνικά να σε φωνάζει ένα πολύ όμορφο πλάσμα-ξωτικό με κόκκινα μακριά μαλλιά, -η Κορίνα- και να σε αγκαλιάζει τόσο σφιχτά που αισθάνεσαι ανθόκηπος , να περνάς από κάποια παλιά ταβέρνα και να λες πως θα ήθελα να πιω ένα κρασί έξω σήμερα και το βράδυ να βρίσκεσαι χωρίς να έχεις κάνει κάτι εσύ γι αυτό, με κρασί και αγαπημένους φίλους . Λατρεμένους φίλους! Πόσο δύσκολο και πόσο εύκολο είναι να γίνεσαι ένας περιστρεφόμενος στίχος!

ίσως αν ζούσε η Μέριλιν να τραβούσε από επάνω της εκείνο το μεταξωτό λευκό σεντόνι και να το πέταγε στα σκουπίδια, το σανελ νούμερο πέντε να το άδειαζε στον τοίχο ζωγραφίζοντας μια μοναξιά που θα την κοιτούσε στον καθρέφτη. Και ελεύθερη από περσόνες και άθλιους έρωτες να αναγνώριζε στον Ντι Μάτζιο το δικαίωμα της αφοσίωσης και της αγάπης. Το φάντασμα της μητέρας, να το έδιωχνε στην έρημο της Αριζόνας καθιστώντας τον εαυτό της απαλλαγμένο από ενοχές και διπολικές διαταραχές. Και θα ζούσε τα γενέθλια της σήμερα σβήνοντας τα κεράκια σε μια τούρτα με μεγάλα καραμελωμένα αμύγδαλα. Αλλά ο χρόνος αδέκαστος είναι και πλανεύει τις αρετές των ανθρώπων όταν οι ρωγμές βγάζουν νύχια προς τα μέσα. .......................................................... Ο Μίκι δεν θα σκορπιζόταν άχαρα σε παραμορφωτικές πλαστικές , αναγκαστικές μετά από πολύωρες μάχες στο μποξ με τον εαυτό του,κι η άγρια ορχιδέα του θα τον αγαπούσε μέχρι θανάτου. Κι οι ειδήμονες και μη , δεν θα αποθέωναν αργά το ταλέντο του. Αλλά τα πάθη είναι άγρια και εξημερώνονται στην ιδιωτική προσωπική κόλαση- αφού ο έχων αυτά -δεν θα παραχαράξει την ιστορία του βγαίνοντας όρθιος από τον κύκλο της φωτιάς. ............. Όλοι βασανιζόμαστε από τους προσωπικούς μας δαίμονες. Άγια η στιγμή που θα παίξουμε τράπουλα μαζί τους μια νύχτα με γεμάτη σελήνη και θα τους φτύσουμε στα μούτρα τον άσσο μπαστούνι. ................................. Κι ύστερα δεν θα αναζητούμε τα τσιτάτα των μεγάλων που εμείς ονοματίσαμε έτσι για να βολευόμαστε πως είμαστε μικροί και κλεισμένοι στην βολική κοιλιά της μιζέριας, ούτε τις πόζες τους και την εφήμερη ζωή τους. Η ματαιοδοξία δεν θα ράγιζε τις στιγμές μας.. .............. Η ζωή μας δεν θα διακατεχόταν από δυσθυμία και δεν θα περπατούσαμε στα γόνατα. Κι όρθιοι και γεμάτοι οργή για τα άδικα και τα παράλογα , θα βγαίναμε στους δρόμους απλώνοντας το αίμα μας στους δρόμους, για να δουν τα λάθη οι επομενοι και να μην βλάψουν οι επόμενοι τους επόμενους. ................ Η ανθρωπότητα βρίσκεται στις κίτρινες φολίδες της αυπνίας και τα όνειρα της είναι γεμάτα εφιάλτες. Μια παγκόσμια διπολική διαταραχή στέλνει τους ανθρώπους στα επειγοντα, αλλά κανείς δεν θα υπάρχει εκει για να προστρέξει, γιατί γι αυτό η μεγαλύτερη δύναμη και ίαση ειναι μονο ο ένας για τον άλλον.

Πολλές φορές, τις ώρες που τσακίζομαι από τις μνήμες αναλογίζομαι πότε ένιωσα το πρώτο δέος διαβάζοντας ποιήματα μέσα από το άλγος και την ευδαιμονία της ζωής. Γυρίζω σαν δερβίσης στις ταβέρνες που με πήγαινε ο πατέρας μου και άκουγα ρεμπέτικα ενώ αναρωτιόμουν, γιατί τον έναν τον έλεγαν Τσιτσάνη και τον άλλον Μάρκο. Πριν πάω καν στο σχολείο, είχα αποφασίσει πως όταν μεγαλώσω θέλω να με λένε με το μικρό μου όνομα. Όταν έμεινα στο υπόγειο κι ο πατέρας είχε ήδη φύγει στο νησί, πολεμούσα την μνήμη του προσώπου του που μου έφερνε πόνο από την απουσία, αραδιάζοντας παιχνίδια σε μια κουρελού στην αυλή και στήνοντας παραστάσεις με αυτοσχέδιους διαλόγους. Καθώς σήκωνα τα μάτια στον ουρανό οι όγκοι των πολυκατοικιών με έκλειναν ψυχικά και ο ηλιος δεν μου παραδινόταν εύκολα. Οι κυρίες στο ρετιρέ, τίναζαν τα χαλιά τους και οι σκόνες έπεφταν επάνω μου, η μια από αυτές κάποια ημέρα, επισήμανε στην άλλη την προσοχή πως ένα παιδί είναι καθισμένο κάτω στην αυλή κι έτσι διαπίστωσα πόσο αόρατοι γίνονται κάποιες φορές οι άνθρωποι όταν μένουν στα υπόγεια... Αλλά ο κόπος που έκανα για να δω τον ήλιο, μου έφερνε στην καρδιά ένα ποίημα που γέμιζε με σθένος κι αισιοδοξία αυτόν που προσπαθούσε να βρει το φως μέσα στο σκοτάδι. Από παιδί εκτίμησα όσους υπερέβησαν εαυτώ στις αντίξοες συνθήκες και διατήρησαν την ακμή και την καθαρότητα της καρδιάς τους. Τα επόμενα ποιήματα ήταν στιγμές αντίδρασης στο ασφυκτικό περιβάλλον του σχολείου συνειδητοποιώντας -όχι χωρίς πόνο- πως η ζωή είναι ένα σύστημα με κανόνες κι όταν κανείς τους υπερβεί και δεν θέλει να γίνει ομοιόμορφος με τους υπόλοιπους τιμωρείται παραδειγματικά προς γνώση και συμμόρφωση των υπολοίπων. Τα μπλε του κοβαλτίου ποιήματα, τα διάβασα στην τραγιάσκα του παππού και το λευκό μπλουζάκι του πατέρα που με έβαζε να του σηκώνω τα μανίκια ένα εκατοστό. Η ομορφιά, η αγνότητα των παραβολών του παππού και η εσωτερική ειρήνη του πατέρα με τους προσωπικούς του δαίμονες ήταν τα ποιήματα που με στήριξαν γερά στην ολισθηρότητα μιας ανηφόρας που δεν διαφαινόταν το τέλος της. Μεγάλωσα πολύ ώστε να μπορέσω να καταλάβω την έννοια της ευγνωμοσύνης και την δυνατότητα να σπας την ζωή σου σε χρονικές περιόδους και να την περιγράφεις εντός σου σαν ποιήματα. Και μπορώ να χαίρομαι βαθιά που αποκήρυξα από νωρίς το εσωτερικό αλαζονικό μου ζώο- όχι χωρίς κόπους και θυσίες. Τώρα, κάθε ημέρα, εδώ και χρόνια ,αποκηρύσσω από την ζωή μου άλλα παρόμοια ζώα. Χάρισα αρκετό χρόνο σε αυτά, χάνοντας τον δικό μου. Αλλά ότι έρχεται ,δεν έρχεται τυχαία στην ζωή, έχει λόγο και θέση.. Πριν κλείσω τα μάτια μου θέλω να προλάβω να πω ευχαριστώ στα πάντα, στις ήττες, στις νίκες ,στην ζωή και στους ανθρώπους. Κι ίσως να χυθώ σε έναν μπλε κοβάλτινο ύπνο , με λέξεις που θα προέρχονται από ακουαμαρίνα και θα μου διηγούνται από την αρχή την ζωή μου σε αποσπάσματα που θα βρέχονται από νερό.. αυτοβιογραφίες

Ο πατέρας τώρα εχει λευκά χέρια Μου μιλάει και ακούω την συγκίνηση Είναι μέρες που κινούμαι ανάμεσα στο πλήθος και βλέπω λευκά χέρια φυτρωμένα στους ώμους μου Λέω, είναι ο πατέρας μου που κινείται μαζί μου στον κόσμο κι ας είναι αόρατος..

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018


Ίσως την πιο πικρή ατμόσφαιρα μπορείς να την βρείς στις αφηγήσεις ενός πολυτραυματία του έρωτα μέσα σε ένα σκυλάδικο νύχτα Σαββάτου, στο σκουλήκι που ξαφνικά παρατηρείς στο χώμα καθώς υποδέχεται το φέρετρο , στις υπερτιμημένες φιλίες με τις γυαλισμένες προσόψεις, στα γκισέ των ταμείων που δίνουν τις κομμένες συντάξεις, στις μνήμες της νιότης με τις υπερβολές σε ακμή και χρόνο ενεστώτα, ίσως ο ενεστώτας που πονάει καθώς γέρνει επάνω του ασφυκτικά ο αόριστος, ίσως ο μέλλοντας που ασθμαίνει, ίσως κι η αδυναμία να σπαράξεις σαν λύκος το εγώ σου. Ίσως και τα μοναχικά σπίτια με τους μοναχικούς ανθρώπους. Η ζωή που περνάει δίπλα σου κι εσύ κοιτάς τα καπούλια της προσηλωμένος στο καθήκον..

-Μου δίνετε την φωτιά σας; -Σας δίνω όλον τον κόσμο εκτός από εκείνον τον τρελό δανειστή που κρύβω μέσα μου. -Όλοι φιλοξενούμε έναν δανειστή . -Τότε όλοι ξέρουμε το κοντό σχοινι του δήμιου. -Και πως αλλιώς; Φυσικά και το ξέρουμε. Εσείς είστε ευτυχισμένος που ξέρετε ήδη τόσο πολλά; -Ειλικρινά όχι. Θαυμάζω αυτούς που δεν ξέρουν , θα έλεγα τους ζηλεύω. -Ελάτε τώρα, ανάψτε μου το τσιγάρο κι ύστερα θα μιλήσουμε λέγοντας μικρές ιστορίες ο ένας στον άλλον. -Θα αφορούν άλλους; -Θα αφορούν όλους μας. Ελάτε, πλησιάστε στο τσιγάρο μου την φωτιά σας.

υτοί που είναι γέννες δράκου από την πολύ μικρή ηλικία αντιλαμβάνονται πως γεννιούνται με ένα καρφωμένο βέλος στην καρδιά. Αυτό ακριβώς είναι που τους βοηθάει να απλώνουν μακριά τους αισθητήρες και την αντίληψη τους. Αυτό και τους καθιστά μοναχικούς ακόμη κι όταν βρίσκονται ανάμεσα σε ένα μεγάλο πλήθος.

- Πόσο μακριά πιστεύεις πως μπορείς να πας λεξικογραφώντας τον κόσμο; -Δεν με ενδιαφέρουν οι αποστάσεις, με ενδιαφέρουν οι εικόνες, μου αρέσει να μπορώ να οπτικοποιώ. -Κι είναι τόσο ενδιαφέρον αυτό για εσένα; -Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο το να θέλω να σε αγκαλιάζω όπως τώρα, εννοώ να έχω ανοιχτή καρδιά στο άγγιγμα σου. -Δεν μου αρέσει το να τα βάζεις αυτά μαζί. -Είσαι εγωίστρια ή μου φαίνεται; -Ίσως, βλέπεις τρέμω την ώρα που θα κάνεις εικόνα την φυγή σου. -Δεν θα υπάρχει φυγή όσο θα μπορούμε να μετεωριζόμαστε ο ένας μέσα στον άλλο αλλά και μόνοι. -Πιστεύεις ο μετεωρισμός δεν αφαιρεί στοιχεία από την αντίληψη της πραγματικότητας; -Φυσικά και αφαιρεί αλλά όταν έρθει η ώρα η γείωση δεν είναι απότομη αλλά φυσική όπως το περπάτημα, εξάλλου ποιός από τους δυό μας ζητάει την πραγματικότητα;- -Έχεις δίκιο, για όλα αυτά σε αγαπώ. -Κι εγώ, και σε αγαπώ γιατί στολίζεις αυτόν τον κόσμο κι όχι απλά γιατί είσαι μέρος του...

Την αγαπούσα, γιατί δεν εξανθρωπίστηκε, ούτε αυτό επεδίωξε, κοιμόταν μαζί με την μνήμη του κόσμου και ταυτόχρονα ξεγλιστρούσε μακριά, είχε ένα παιδικό λυχνάρι, όποτε γινόμουν συντρίμια το άνοιγε και ξεχνούσα τις τομές, άλλοτε εγκάθετες, άλλοτε κάθετες ή οριζόντιες ,αλλά πάντα οδυνηρές. Όταν μιλούσαμε για τους νεκρούς μας, τα μάτια μας φωταγωγημένα έτρεχαν στις λεωφόρους. Μέρα παρά μέρα παίρνω τις επιστολές της από τον άλλο κόσμο, πότε με μια υπενθύμιση ή ένα τυχαίο γεγονός να μου φέρνει εμπρός μου πόσο πολύ την αγαπούσα. Έγειρε στον ύπνο της ,είπαν, αλλά εγώ ήξερα πως την πήρε μαζί της η θάλασσα. Αυτό μου εξιστορεί το αίμα που ενώσαμε μια νύχτα που τα άστρα έσταζαν μέλι... (.......)

(Η επίσημη αναγνώριση πως ζείτε, γίνεται μόνο από κάποια συγκεκριμένα έγγραφα που εσείς δεν έχετε αλλά ούτε κι εμείς), είπε ο υπάλληλος κάποιας δημόσιας υπηρεσίας. Βαριόταν φριχτά την γυναίκα που τον κοίταζε με άδειο βλέμμα. Η αλήθεια ήταν πως η γυναίκα που βρισκόταν απέναντι του ήθελε απλά κάποιος άγνωστος να της βεβαιώσει πως ζούσε μιας και χρόνια τώρα δεν μιλούσε με κανέναν άλλον εκτός της γάτας της.. (Άρα είμαι νεκρή), είπε ήρεμα στον υπάλληλο. (Από όσο βλέπω ναι), είπε εκείνος και έσκυψε στα χαρτιά του. Η γυναίκα πήγε στο σπίτι της, βρέθηκε στην ταράτσα και πήδηξε στο κενό.. Ήθελε να βεβαιωθεί επειγόντως ότι ζούσε. Η αλήθεια είναι πως μόνο η γάτα της την αναζήτησε..

Από τότε που θυμάμαι φεύγουμε, κουμπωμένα μάτια ενός γιόγκι που μετράει τα άστρα ,στην παλάμη μας. Ο παλμός της καρδιάς μας ενώνεται με τα βήματα ενός σκύλου μακριά στις αγορές ,οι χασάπηδες των εθνών ζητούν να μας αφανίσουν, χωρίς αιδώ και δεύτερη σκέψη. Μα εμείς φεύγουμε, νεκρές μητέρες πρόλαβαν να μας δώσουν ευχές, νεκρές φύσεις προσκυνούν την μία φύση, την σοφότερη όλων. Αδύνατον να θυμηθώ που πάμε, κάπου που να σέβονται το φως, σου είπα ,κι ένας κρότος πέρα στον ορίζοντα ακούστηκε, ηταν η ιστορία του ανθρώπου ,κρεμασμένη στο δέντρο μας είπαν τότε αντιληφθήκαμε πως όλοι εμείς έχουμε πληγές στους ώμους.. Και φεύγουμε, μήπως και μείνουμε γυμνοί όπως ήρθαμε...

Συγκέντρωσες όλα σου τα καμένα και έφτιαξες βιογραφικό, χρόνια και χρόνια σε θυμάμαι να τραβάς δρόμους για μια σταδιοδρομία. Είχες κίτρινα μάτια, θυμάσαι; Τόσα χρόνια και δεν άλλαξαν χρώμα από τις διαδιακασίες της ταρίχευσης. Από την Αίγυπτο τράβηξες γραμμή για το Παρίσι εξουθενωμένος, χωρίς την ιερουργία της πόρνης. Ότι με πονάει, είναι που δεν με άφησες να σε πενθήσω σε καταχώρησα μαζί με τους άλλους, γίνατε οι περισσότεροι εκμαγεία μνήμης στον Αχέροντα . Τόσα καμένα κι ούτε μια τρύπα πάνω σου, μια ρωγμή για να μπει το φως. Και δεν σου έμαθες τόσα χρόνια πως οι σταδιοδρομίες χτίζονται με πτώματα; Μονότονες είναι οι λιτανείες στο ασήμαντο. Σήμερα ή αύριο θα είσαι ένα επίθετο σε μια ταφόπλακα μαρμάρινη, για να βρεις θέση χρειάζεσαι μέσον , πρέπει να γνωρίζεις αυτόν που θα σου ρίξει το χώμα.. -Ούτε μισό πένθος-

Οι μητέρες οι πέτρινες, φτιάχνουν κουκούλια και τυλίγουν τα παιδιά τους. Μέσα σε πένθιμη ατμόσφαιρα τα κοιμίζουν με νανουρίσματα της Μήδειας. Τα κουκούλια έχουν φόβους - τέρατα, ξεδιπλώνουν ιστορίες για να μην μπορούν τα παιδιά να κοιμηθούν. Ο 'υπνος να γίνεται ωδή στην αυπνία. Αργότερα η Μήδεια θα συγχωρεθεί, αλλά τα κουκούλια θα είναι μέγγενη στα μάτια του κόσμου. Όλα αυτά τα κουκούλια έκαναν τον Χαλεπά να πελεκάει μάρμαρα μέρα και νύχτα.. Τον Μποντλαιρ να χάνεται σε βιβλία γράφοντας για μια κρεολή. Και τους ευαίσθητους να γίνονται δέκτες και να λύνουν αινίγματα που μπλέκονται με τον χωροχρόνο ξέροντας πως τα μεταφυσικά είναι απολύτως φυσικά. Στον κόσμο των ανθρώπων δεν ξέρεις ποιον να πρωτοσυγχωρέσεις. Τον εαυτό σου που αφέθηκες ή αυτούς που διατηρούν το δικαίωμα να χαλούν τα όνειρα σου;

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018


Αντιγόνη, αγαπημένο μου εκατόφυλλο ποίημα, από την πρώτη στιγμή που σε αντίκρισα κάθε ημέρα και καθε νύχτα έχει ένα διαφορετικό χρώμα. Σε βλεπω να σκάβεις βαθιά για να δεις κι ύστερα σκέφτομαι τι πιο πολύ με γοητεύει; Η δύναμη της επιθυμίας σου αυτής η πως οταν δεις θα εκδικηθείς τον εαυτό σου ; Φλόγα των κεριών στα μάτια σου, δέκα δράκοι χυμμένοι στα βήματα σου, πόρτες που ανοιγοκλείνουν είναι τα βλέφαρα σου. Λατρεμένη μου , εσύ που κάνεις ένδοξη την κάθε στιγμή μου, ντύσου το φως, στην θάλασσα που έφτιαξα για εσενα τερμάτισε την αγωνία μου. Αμόλυντη και ακέραιη υποσχεςου πως θα διατηρήσεις την αγάπη μου για εσενα, εσύ που τόσο όμορφα κι απροκάλυπτα αθώα ξέρεις να ζεις. Μείνε μια αιώνια πόζα στους οφθαλμούς μου, αθάνατη στην καρδιά και στον νου. Τα σκουπίδια της ζωης λυγίζουν στην ύπαρξη σου, ατελές το είναι μου χωρίς αυτήν. Ανήθικη να είσαι, και μοιραία, κρατώ ένα πινέλο και ρίχνω ατελώς χρώματα σε κάτι που μάλλον είναι το φυσικό σου πρόσωπο. Στην Αντιγόνη των αιώνων

Οι μισές αγάπες καταλήγουν στην στέρνα της απώλειας, αυτό εστί βήματα που ξεκίνησαν να πάνε εμπρός και κατέληξαν προς τα πίσω. Κουβέντες. Αναταράξεις στον βυθό. Να ζεις για να δίνεις ένα θάμβος και μιαν έκσταση. Κόπος, ιδρώτας κι αίμα. Σπίτι με υγρασίες και σκόνη. Κουβέντες. Βαρύ το τίμημα τους. Ύστερα στην επισήμανση γίνονται άφαντες. Μαύρο χιόνι. Οπλίζω το κεφάλι μου, να φύγει μακριά ζητά από τα ειπωμένα. Σχεδόν όλα τα είδαμε. Επεισόδια εγκεφαλικά, καρκίνους, εμφράγματα, ψυχικά επεισόδια σε κλειστά κτίρια, φυλακές, έμπορους των εθνών, τόκους και δανεικά αγύριστα, κατάντιες απροκάλυπτες, γυμνές γέννες από δέρμα. Οι μισές αγάπες καταλήγουν στην στέρνα της απώλειας. Μιλούν μόνες τους για τις εκβάσεις χωρίς εσένα κι εμένα. Έξι το πρωί με βρίσκει μια μαμή, ζητάει να με γεννήσει. Αλλά εγώ φεύγω με τα πόδια αγκαλιασμένα. Χορτάτος. Αξιοπρεπής και μόνος , μια κουκίδα από κάτι. Με τα ελάχιστα. Χωρίς να προλαβαίνω να πενθήσω. Κι ότι αγάπησα αλογα και φωτιές. Γιατί αυτό θέλησα. -Η φόρμα της εξάντλησης-

Όλοι οι Ιούδες, σε κατασταση ημικαταληψίας λαμβάνουν και δίδουν τον τελευταίο ασπασμό. Η συγχώρεση κείτεται επάνω σε ενα γεμάτο σύννεφο από δάκρυα. Τους είδαν για τελευταία φορά σε κάποια αίθουσα δικαστηρίου να τρώνε ευλαβικά σχεδόν , ψωμί ,και να πίνουν κρασί κόκκινο. Στο τέλος του γεύματος στάθηκαν εξω στον περίβολο . Εκεί είδαν αλυσοδεμένους, δέκα κρατούμενους, πιασμένους σφιχτά στους καρπουσ με τους κρίκους ,ο ένας με τον άλλον. Σαν ζώα προς σφαγή, φοβισμένοι και πιασμένοι σε μια εξουθενωτική αυπνία. Τα ανθισμένα δέντρα των νεραντζιών πληγωναν τις αισθήσεις τους ακόμη περισσότερο. Στην παιδική ηλικία ακούγοντας τις διηγήσεις περί Ιούδα και θεού , τα μάτια μου στάζανε αίμα. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως ο θεός έγινε τιμωρός εκδικητής για να υπάρχειη ανθρώπινη δικαιοσύνη. Τους Ιούδες της ζωής μου τους συγχώρεσα. Ζήτησα σχεδόν επιτακτικά να με συγχωρέσουν κι αυτοί για όσα κι ότι δεν κατάλαβα. Τα ζητήματα περί θεου βρίσκονται στην μελέτη της φύσης. Εκεί ολα δικαιώνονται γιατί η αρχη όλων ειναι η αγαπη. Ακόμη και σε υποθέσεις που πρέπει να λήξουμε μέσα μας. Μακάρι η ανθρώπινη ιστορία να πάψει να υπάρχει σαν το οδοιπορικό του πάσχοντος....

Ότι αγάπησα κι ότι με αγάπησε, βράχοι και θάλασσα. Ηλιος και σύννεφα με αλάτι. Εδώ ζω την εσωτερική ζωη μου. Εδώ βρίσκεται το δέντρο μου. Εδώ θυμάμαι να γίνομαι άνθρωπος και αέρας. Εδω είναι το καστρόσπιτο της καρδιάς μου. Και πάντα ο πατέρας έρχεται. Έρχεται και μου μιλάει με την γλώσσα των πουλιών.

Όταν ξυπνούσε και τον σκεφτόταν, ένα δελφίνι ένιωθε να καρφώνεται στην πλάτη της,, μια άγνωστη σε βυθό θάλασσα,, έσκαβε όλα τα μυστικά της δωμάτια. Η θάλασσα, γέμιζε το μυαλό της και καθώς μιλούσε κοχύλια και φύκια στόλιζαν το στόμα της. Στην πλάτη της έλαμπε ένα ασημένιο πτερύγιο, μπορούσαν ομως να το δουν μονάχα τα παιδιά...