Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

ΤΟ πιό απλό κείμενο στην φράση ( η αγάπη είναι ένας πληγωμένος εγωισμός)

Όταν τον γνώρισε σε κείνο το καταγώγιο ο κόσμος χωρίστηκε άνετα σε δυό μέρη.
Αυτόν που μέχρι τότε ήξερε και αυτόν που ήθελε να γνωρίσει μέσα από εκείνον.
Ήταν ένας τυχοδιώκτης, μα όχι συνηθισμένος.
Τα μάτια του ήταν αστραπές.
Το σώμα του πεύκος αλύγιστος, μια θέληση τεράστια για ζωή φαινόταν στο βλέμμα του, το άκουγε αυτή το κύμα του, άκουγε το παράπονο του που ρχόταν από την γέννα του.
Πρόσεξε την πληγή του να μην κακοφορμίσει, μπόρεσε να δει και κάτι πέρα από την αντίληψη που είχε ως τώρα για τον έρωτα εκείνη.
Πέταξε δηλαδή την ματαιοδοξία της και την ανάγκη της μήτρας της.
Τον ερωτεύτηκε βαθιά. Αφοσιώθηκε κι ας την φόβιζε αυτό και ας την γέμισε αγκάθια ανσφάλειας.
Μα δεν ήταν έτσι απλό, ήξερε καλά μέσα της πως θα την πρόδιδε εξαιτίας της πληγής που είχε γίνει τυχοδιωκτισμός στο μέρος το ευάλωτο της ψυχής του. Δεν ήταν πως δεν είχε τον τρόπο να την διαβάσει, όχι, διάβαζε τους ανθρώπους σχεδόν αλάνθαστα. Είχε δώσει σάρκα και ψυχή στα πεζοδρόμια, στις πόρνες, στα φτηνά ή ακριβά καταγώγια, στα αυτοκίνητα, στην νύχτα, στα όπλα.
Αυτή ήξερε πως πάνω από όλα αυτά τον εαυτό του πολεμούσε άγρια.
Κι όσα κι αν του είπε δεν μπόρεσε να του αλλάξει την ματιά που είχε στην ζωή και στους ανθρώπους.
Η αγάπη, της είπε μια βροχερή μέρα στο πάρκο, είναι ένας πληγωμένος εγωισμός. Εγώ δεν θα πληγωθώ ποτέ, να προσέχεις, να με αποφύγεις, είναι που δεν με αγαπάς μονάχα με την μήτρα σου, θα σε πληγώσω.
Κι οι δυό το ήξεραν αυτό...
Μα τον είδε που χόρευε τους πληγωμένους στίχους του Μητροπάνου χαράματα, ήξερε κι αυτή από την ζωή, τα σκουπίδια της, τις εκβολές του φθόνου, της αδικίας, έτσι μαθαίνει να κολυμπά ο άνθρωπος.
Μα αν αυτός είχε ταλέντο στα όπλα και στο να τον ερωτεύονται αυτή εδραίωσε μέσα της το ταλέντο που είχε μικρή. Κάπου το χε ξεχασμένο, σε κάτι συρτάρια που μύριζαν φύκια και υγρασία, ήταν το απλό και πολυσύνθετο ταυτόχρονα, <<το ταλέντο του ανθρώπου>>.
Με αυτό το ταλέντο της τον κέρδισε, όσο μπορεί να κερδηθεί βέβαια ένας άνθρωπος που έχει κηρύξει πόλεμο με τον εαυτό του καταρχήν κι έπειτα με τους άλλους....
Τον ζούσε φυσικά σαν γυναίκα αυτόν τον έρωτα. Τον ζούσε σαν σκιά στο κρεβάτι του, στις βλεφαρίδες του που ίσκιαζε ήλιος. Όταν της μιλούσε για τις πόρνες, όταν της μιλούσε για τα όνειρα που έκανε κρυμμένος στους υπονόμους, στα λημέρια, στην πλατεία της ερημιάς, της ασυδωσίας,
των πρόσκαιρων εκπλήξεων...
Όλα κείνα τα έρημα τοπία που είχαν δάκρυα, αίμα, σπέρμα και ιδρώτα.
Οι άλλοι είχαν μια πρόχειρη εκτίμηση για την δική της κατάσταση. Το πάθος της αυτό το λεγνα βίτσιο.
Αυτή το λεγε πάθος. Πως δεν μπορούσε αλλιώς να αντιληφθεί την ζωή, σε ηλίθια στενά πλαισια...
Κι ήξερε πως σε αυτήν την πλευρά της σελήνης έχασκε ο θάνατος...
Έλεγε δυνατά μέσα της ( πως να αντιληφθώ το μεγαλείο της ζωής αν δεν φλερτάρω με τον θάνατο;)
Κι ο εγωισμός ένα φίδι κουλουριασμένο κάτω από το κρεβάτι.
Οι άλλοι την λυπόντουσαν, όταν το κατάλαβε αυτό έφυγε από όλους μακριά.
Θα μπορούσε έτσι να δωθεί όπως ήθελε αυτή. Εξάλλου μισούσε τον οίκτο.
Ήταν ηλίθιοι που την αγάπη της την βάπτιζαν βίτσιο και οίκτο.
Κι έγινε πέτρινη για όλους εκτός από αυτόν.
Πάλεψε για τα τυχοδιωκτικά του όνειρα χρόνια.
Κι ήρθε η μέρα που αυτός επιτέλους σταμάτησε να κυνηγά τις σκιές του.
Θέλησε να βάλει φως της μέρας, άφησε την νύχτα όπως μπορεί ένας άνθρωπος που όλο το μεγαλείο του και την πιό φτηνή του μικρότητα την έζησε στην σκιά της νύχτας.
Και δεν υπήρξε περιθώριο για αυτήν πια.
Έφυγε σαν σκύλος με κατεβασμένα αυτιά, όχι σαν εκείνον τον σκύλο του Οδυσσέα...
Για χρόνια υπήρξε ζωντανή νεκρή.
Έμαθε τα νέα του τυχαία μια μέρα.
Και ξαναθυμήθηκε πάλι <<το ταλέντο του ανθρώπου>>.
Έψαξε να το βρεί κι αλλού.
Στους Ακαδημαικούς.
Στους λογικούς.
στους τρελούς.
Στους ποιητές.
Στους καλο-καλοδιωμένους των γραφείων.
Στους ιδεολόγους υπό συνθήκην.
Στους δειλούς.
Στους ηλίθιους.
Στους καλλιτέχνες.
Στους νεκρούς.
ΔΕν βρήκε τίποτε εκτός από κάτι ψήγματα.
Ψίχουλα στα πουλιά.
Στα κοιμητήρια φαναράκια θυέλλης.
Στους έρωτες.
Όλα είχαν να δώσουν ελάχιστα.
Ένα φρικτό τίποτε με μνήμη χρυσόψαρου.
Και μόνο κείνο το ταλέντο να χορεύει σαν δερβίσης δίπλα της.
Απάνω της.
Στον ουρανό της...
Και κείνη η φράση άραγε τι ήθελε να πει ακόμη να την μεταφράσει.
Είχε δειλία; Είχε γενναιότητα;
Η αγάπη είναι ένας εγωισμός πληγωμένος.
Δεν βρήκε μια μετάφραση.
Χορεύει μόνο σαν δερβίσης ψάχνοντας...

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Η γωνία της ανυπαρξίας

Εδώ είμαι, σε μια άκρη του δωματίου,μετράω τις σειρές των βιβλίων
στέγαστρα ταπεινά ,των πτηνών
κουκούλια μεταξοσκώληκα αυλακωμένα με φιλήματα και καπνό.
Η ζωή τρέχει έξω από το τρένο
με ανοιχτό παράθυρο τα μαλλιά μιας κοπέλας ανακατεύονται
μαζί με τις κουρασμένες ανάσες ενός φτωχού ληστή με γαρύφαλλο στο πέτο.
Το τρένο περπατά στο δωμάτιο
οι παραλήπτες του χάους ακόμη διψούν,
η ατμομηχανή του χρόνου ακίνητη,
τανάλιες στις λέξεις και στην ροή τους.
Τα έργα όλα μεταφράζονται σε δυό πράξεις,
η πρώτη περιγράφει θάνατο, η άλλη την ζωή.
Στο εργαστήριο της ζωής υπάρχει αυτός που ζει περιγράφοντας
υπάρχει κι αυτός που προτιμά να ζει χωρίς την θέληση της περιγραφής.
Άκουσα πολλούς τελευταία να μιλούν για το πέταγμα της πεταλούδας
γι αυτό προτιμώ να την καταστρέψω, την βάζω προσεκτικά ξανά στο κουκούλι της,
ας αποφασίσει αυτή την όποια της συνέχεια.
Εδώ είμαι, σε μια άκρη του δωματίου,
μετρώ τα σύννεφα έξω από το σπίτι,
που θα βρεθώ την νύχτα κανείς δεν ξέρει, ούτε εγώ.
Γράφω για την καρδιά που μοίρα ορίζει ότι τελικά την κατέστρεψε
ή την ασχήμυνε, κι όμως δεν είναι μοίρα αυτό,
απλά έτσι έμαθα από παιδί πως είναι.
Όχι, τίποτε δεν ξέρω
οι εκβολές του αιώνιου ποταμιού είναι εκεί,
κάτω από το τριχωτό  μέρος του κρανίου
και στα αλάβαστρα τείχη της καρδιάς,
πολύς λόγος γίνεται γι αυτήν,
όσοι την διεκδικούν της φέρονται ως να ταν μαρουλόφυλλο,
οι άλλοι πάλι δεν ζουν, φοβούμενοι μήπως αρρωστήσουν βαριά.
Πολύς λόγος γίνεται για τα ασήμαντα,
τα σημαντικά βρίσκουν καταφύγια μυστικά, σκάβουν λαγούμια οι μύστες,
βρίσκουν τα πιό τρωτά και τα ανακτεύουν με σκόνη,
σκόνη από τα κόκαλα και την σκόνη του χρόνου.
Κι αυτό που μένει ένας μικρός θρόμβος αίματος στο πάτωμα.
Καμμιά φορά έχει και το πάτωμα μάτια
όταν τα αντιλαμβάνομαι με την άκρη του ματιού μου ανοίγω την πόρτα και φεύγω.
Δεν είναι βολικό πάντα να φεύγεις, είναι βολικό όμως να μην χάνεσαι μέσα στους άλλους,
στους πολλούς,
η ανθρωπίλα που γεμίζει τον αέρα φοβίζει και το πιό ταραγμένο θεριό,
έρχεται η αποσυμφόρηση τώρα,
αυτός ο μαλακός θρόμβος ο αιμάτινος αρχίζει και κινείται, διάλεξε,
ή θα τον ακούσεις και θα τον περιγράψεις
ή απλά θα τον ακολουθήσεις με το στόμα κλειστό,
εξάλλου υπάρχει κι η πιθανότητα να αγγίξω τα χείλια σου και να κοπώ από το αίμα σου.
Εδώ είμαι, στην άκρη του κόσμου,
το να ζεις σε αυτόν τον αιώνα μοιάζει φορές πολύ πληκτικό
άλλοτε αναντριχιαστικό κι επώδυνο.
Σπρώξε πίσω από τα όρια του θαυμαστού,
γίνε ξανά έμβρυο που θαυμάζει, ίσως έτσι την γλυτώσεις από το χτύπημα που φέρει η μνήμη,
μαζί με την μνήμη σου κουβαλάς και την αρχαία του κόσμου.
Ψευδεπίγραφες εικόνες καλούν να βρείς την αλήθεια σου πίσω τους...

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Απόκοσμος και αιμάτινος ο κόσμος

Όταν ξύπνησα το στομάχι μου ήταν φωτιά. Το κεφάλι μου έσπαζε σε χίλια κομμάτια.
Ξέρασα ενώ έβριζα τις μπόμπες που είχα καταπιεί έτσι γρήγορα κι εύκολα. Ευτυχώς η Έλλη έλειπε και γλύτωσα ένα μεγάλο μέρος της βαρετής γκρίνιας της.
         Είχα βρεθεί σε μια ηλίθια συγκέντρωση  οδοντιάτρων, θα πρεπε να τους έλεγαν βαμπίρ αλλά δεν βαριέσαι. Αυτό που με εκνεύρισε και ταυτόχρονα με ευαισθητοποίησε ήταν η Κ. που ήρθε και με χαιρέτησε. Για πρώτη φορά διαπίστωσα πόσο γελοία ήταν τα μάτια της, βασικά ήταν σαν μάτια χρυσόψαρου λίγο θαμπωμένα από την μυωπία. Συνοδευόταν από έναν φλώρο που το παιζε λίγο άντρας.
         Αλλά αυτό ήταν δικός της λογαριασμός. Ο δικός μου ήταν πως κάθησα με ένα τόσο αδιάφορο πλάσμα. Και το πιό κύριο; Γιατί δεν θυμόμουν τίποτε από το σύμπλεγμα στο κρεβάτι μας. Θέλω να πω όταν κάτι τελειώνει θυμάσαι την καύλα που υπήρχε ή όχι. Εγώ θυμάμαι από τα λόγια μας πως πρέπει να περνούσαμε καλά, δεν θυμάμαι τίποτε όμως από την πράξη, ποιά πράξη βέβαια που απορώ πως ακουμπούσα με τα χέρια μου ένα τόσο αδιάφορο πλάσμα. Αυτό ήταν που έκανε το στομάχι μου ακόμη πιό νευρικό, αυτή η σκέψη, δεν μπορούσα να με ανεχτώ από αυτό, ότι ήμουν για κανα δυό μήνες με αυτό το αδιάφορο πράγμα. Και μάλιστα να θυμάμαι από κάποια λόγια μου πως πρέπει να με είχα πείσει πως την είχα ερωτευτεί ,πράγμα φυσικά που την είχε πείσει κι αυτήν.
         Ξέρναγα δηλητήριο, δεν είχε κάτι άλλο το στομάχι μου. Θυμόμουν τώρα λεπτομέρειες ενώ το κεφάλι μου έπαιζε ταμπούρλο από την χτεσινή βραδιά. Είχα το κινητό μιας ωραίας τύπισσας στην τσέπη μου, είχα και τα φιλιά της Άννας παντού. Την μύριζα ενώ έσπαζε το κρανίο μου.
       Πήρα ταξί και βρέθηκα στο σπίτι της. Δεν ξέρω πως πλήρωσα, πως περπάτησα. όμως θυμάμαι την αγκαλιά της.
Τώρα θυμόμουν πως έκλαιγα στα χέρια της σαν μικρό παιδί. Της έλεγα πόσο ηλίθιος ήμουν που δεν θυμόμουν τίποτε από την πρόσφατη εκείνη περιπέτεια, πόσο γελοίος ένιωθα.
Έδειξε πως πειράχτηκε γιατί μιλούσα για κάποια άλλη όμως γρήγορα με αγκάλιασε και βρεθήκαμε στο πάτωμα.
     Όπως πάντα. Αυτό ήταν καύλα με όλη την σημασία. Δεν τέλειωνε γρήγορα κι από τους δυό μας.
Ζητούσαμε ο ένας τον άλλο σαν ένα αυστηρά ιδιωτικό καταφύγιο στην απελπισία που υπήρχε μέσα μας και γύρω μας. ότι και να συνέβαινε γυρνούσαμε στα σώματα μας.
     Άρχισα να έχω πάλι μνήμη μαζι της. Την επόμενη ημέρα, τις επόμενες ημέρες. Θυμόμουν το στόμα της, το στήθος της, τα πόδια της, την ομιλία μας.
Κι ας μου ξαναρχόταν εκείνη η σκατοδιάθεση φυγής. Η διάθεση να γαμήσω μια  άλλη γυναίκα.
Έπρεπε να χωρίσω την Ελλη όμως το ιατρείο πήγαινε ολότελα σκατά, χρωστούσα παντού. Με είχε στο βρακί της με τα λεφτά της και το ήξερε, το ήξερα κι εγώ. Κι η Άννα επίσης.
        Κι όμως η Άννα δεν ήταν από αυτές που ήθελαν ντε και καλά μια σχέση ζωής. Μου έδινε την ελευθερία μου, κι εγώ το ίδιο.
Είμαστε κοντά στους τρείς μήνες και τελευταία άρχισα να καταλαβαίνω πόσο δικός μου άνθρωπος είναι. Ειδικά μετά την χτεσινή νύχτα. Έκλαιγα με μανία, αηδιασμένος από εμένα, από τους άλλους.
Το τέρας της θλίψης με βάσταγε γερά, έμπηγε τα νύχια του μέσα μου και με διέλυε.
     Η γαμοκρίση. Οι άνθρωποι. Η ανία. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για την ζωή. Έρχονται μέρες που ξημερώνω και βρίζω την ώρα που δεν έφυγα στον ύπνο μου. Δεν αντέχω την ζωή. Είμαι πιό ευαίσθητος από ποτέ. Κι εκτός της Άννας δεν έχω καμμία προοπτική να αγαπήσω άλλον άνθρωπο.
Εκλαιγα και έβγαζα όλα μου τα παράπονα στην αγκαλιά της. Της έλεγα αγάπησε με, όμως δεν αξίζω, πρέπει να φύγεις μωρό μου, είμαι επικίνδυνος για σένα.
        Κι αυτή ρούφαγε το στόμα μου, ανέβηκε πάνω μου ενώ ήμουν αλύγιστος μέσα της, έστριβα μέσα της, την έπαιρνα με δύναμη, γινόμουν αυτό που ήθελε, αυτό που ήθελα, ήθελα να τελειώσει πρώτα εκείνη, κι όπως πάντα ήταν πολλές οι φορές, βαστιόμουν όμως, ήθελα πρώτα εκείνη να μελώσει, να αφεθεί, να νιώσω άνθρωπος κι όχι κτήνος, κι όμως όταν θα βλεπα κάποια άλλη ξανά θα μου σηκωνόταν, όμως αυτό είναι άλλο, αυτό είναι άλλο, είναι μια συνήθεια γαμημένη από παλιά, πολύ παλιά, δεν ήθελα να την αγαπάω, όμως αυτό γινόταν μέρα την μέρα, με κατακτούσε, με έκανε να την θέλω συνέχεια.
      Αρκούσε να την σκεφτώ για να τιναχτώ στα ύψη, να ιδρώσω από την επιθυμία, να τρέμω.
Και χτές, πόσο παράπονο μου βγήκε, ζητούσα τον πατέρα μου, ήθελα να τιμωρήσω τον εαυτό μου που πήγα με κείνο το χρυσόψαρο, ήθελα ξανά την ζωή μου πίσω, ναι, αυτό της έλεγα, Άννα θέλω την ζωή μου πίσω, αυτό που ήμουν κάποτε, κι όμως, δεν έχω καμμιά όρεξη για ζωή.
Μόνο αυτή η καύλα που είχε γίνει έρωτας και ξαφνικά καταλάβαινα πως πήρε την ανηφόρα της αγάπης, που έλιωσα στα χέρια της, τα δάκρυα μου στο στόμα της, το κορμί της να μου δίνει ζωή, δυο απελπισμένοι άνθρωποι που πάλευαν να δώσουν από τα τοιχώματα της καρδιάς τους ενέργεια για να αντέξουμε αυτό το κτήνος που λέγεται άνθρωπος που λέγεται ζωή, όλα τα σκατά που μας μεγάλωσαν, όλα τα σκατά που μας κλείνουν το στόμα, που μας δένουν τα χέρια, οι καυτοί συμβιβασμοί, αυτή η αδιαφορία, αυτό το μπουρδέλο, ο πατέρας μου που μου δωσε την ευχή του ενώ τον κρατούσα στα χέρια μου, το μπουρδέλο που ζω, που δεν το αντέχω, Ούτε η Άννα το αντέχει, μας πνίγει αυτή η γαμημένη ευαισθησία, αυτή η λύπη πως δεν μπορούμε να γίνουμε σαν τα σκατά γύρω μας, να παιρνα δύναμη να τίναζα την ψυχή μου στον διάολο, το κεφάλι μου που σπάει, το στομάχι μου, τα χέρια σε χειραψίες, τις κωλοτρυπίδες που γλείφονται με τα λεφτά, με την κολακεία, με το μίσος, με την ζήλεια, με όλα, με όλα που κάνουν ακόμη πιο πολύ το στομάχι μου να γυρίζει.
        Άννα, Άννα πόσο ηλίθιος είμαι που δεν κατάλαβα πως σε αγαπώ, λυπημένη μου ελαφίνα, γυναίκα από βελούδο, γυναίκα που με κάνεις να θυμάμαι πως είναι μια γυναίκα, τρυφερό μου αγρίμι, έρωτα που γέρνεις πάνω μου, έρωτα που κάνεις τους άλλους να φαίνονται παλιόρουχα, να φαίνονται σκατά, σαν τα σκατά που όλη μέρα τρέχουν στο κεφάλι μου, όχι όμως και στην καρδιά μου, όχι και στην καρδιά μου...

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Τα γελοία πράγματα είναι σιωπηλά

Η τόσο παράφορη επιθυμία της να αγαπηθεί ήταν
που κατέληξε να γίνει γελοία,
ενώ πόζαρε στον ζωγράφο κι αυτή φανταζόταν τον λαιμό της πως είναι κύκνος,
κι ο ζωγράφος πίστευε το ίδιο καθώς πασπάτευε στον μουσαμά τα χρώματα του
ενώ είχε προλάβει να κάνει ναό το εγώ του και του άναβε κεριά κάθε ημέρα.
Μα τι κρίμα, ο λαιμός αυτός έμοιαζε σαν μεταχειρισμένος σωλήνας παλιάς οικοδομής...
Κι ο άνθρωπος που έγραφε όλη μέρα λέξεις στο χαρτί του φανταζόταν πως κάνει τομές
στην ωραία σκέψη, στην καθαρή διανόηση,
ενώ στην πραγματικότητα είχε προλάβει να γίνει μελετητής μιας ολόκληρης σχολής ποιητικής
και την σχολή αυτή με μίμηση φρικτή στα ποιήματα του έβρισκες..
Κι οι δυό εραστές στο κρεβάτι του πόθου έναν γελοίο έρωτα ζούσαν δίχως να παραδέχονται,
υγρά και σάλια διαδέχονταν τους οργασμούς, που ενώ συνέβαιναν, αυτοί συνέχιζαν στο κρεβάτι να βρίσκονται,
αντί στο αστρόφωτο ταβάνι το αλαλάζον.
Μα κι ο κόσμος ολόκληρος γυρίζει ασύστολα,
φαντάζεται πως είναι ολάκερος κόσμος, ενώ μια γελοία  τρύπα κι ακαλαίσθητη είναι
στην μέση του αχανούς σύμπαντος,
ατέλειωτο αυτό κι αδιάβαστο ευτυχώς ακόμη από τα μάτια ....
όμως το σύμπαν φωνάζει, ουρλιάζει και κανείς δεν μπορεί να ακούσει παρασυρόμενος
από την ύπουλη σιωπή των γελοίων...

Άτιτλο

Τα αγγίγματα των χειλιών ανοίγανε δρόμους μυστικούς για την κοιλάδα της έλξης,
ο δρόμος με τις νεραντζιές βάθαινε το μυρωμένο του στίγμα
ένα κοτσύφι βρέθηκε σκαλίζοντας χώματα ανάμεσα σε ένα χλωμό ζευγάρι,
η γυναίκα θύμιζε ηρωίδα που έφευγε από την ζωή καθώς είχε χάσει την δόξα την νεανική της,
ενώ ο άντρας φαινόταν καθαρά πως είχε βυθιστεί στο σκοτάδι της πλήρους ηττοπάθειας καθώς προσπαθούσε άκομψα κι άδοξα να κρατήσει την γυναίκα σε μια μνήμη που ήταν πια νεκρή....

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Η σκιά της πόλης

Η σκιά της πόλης έρχεται πάνω τους όταν την φιλάει
όταν ακουμπά τα μαλλιά της που είναι τις πιό πολλές φορές υγρά
όταν την βάζει με προσοχή στο αυτοκίνητο της επιστροφής στο σπίτι της
Όταν την μυρίζει πίσω από τα αυτιά της
όταν παίρνει τα χέρια της στα δικά του, για να τα ζεστάνει,
για να τα αγκαλιάσει να μην νιώθουν μόνα
Όταν η γυναίκα φεύγει εκείνος στέκεται με την πλάτη στον τοίχο
να προφυλαχθεί από τον αέρα, από τους άλλους ανθρώπους,
μόνο ένας σκύλος τον ακολουθεί τυφλός από αγάπη
Η σκιά της πόλης έρχεται πάνω τους
όταν τον χαιδεύει, όταν του μαθαίνει να γελάει από την αρχή
όταν τον πείθει πως υπάρχουν κι άλλα από την μανία της κατάθλιψης
κι άλλα από τους φόβους που κυκλώνουν τα σεντόνια του την νύχτα
Η σκιά της πόλης πιό βαριά θα είναι από ποτέ
την ώρα που η γυναίκα θα του εξηγεί γιατί θέλει να φύγει
γιατί λατρεύει την ελευθερία
την αγάπη όταν μοιράζεται σε πολλά πρόσωπα
την ανυποταξία της ψυχής της όταν νιώθει κάτι ημέρες που καίνε
την ζωή που στάζει αίμα και λουλούδια μαραμένα.
Πως μισεί τις επαναλήψεις, τους άδειους ανθρώπους,
τους μπουκωμένους από ψέμα
Πως ήρθε η ώρα πάλι αυτή να φύγει, 
η σκιά της πόλης θα ρθεί πιό δυνατή από ποτέ
θα σταθεί στο κεφάλι του σαν ένας μαύρος ουρανός
κοράκια θα συνθλίψουν τα εύθραστα φτερά του,
δεν έμαθε αυτός να τα ράβει μόνος του ποτέ...
 

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Εικόνες δίχως περιγραφές

H μητέρα του ζητιάνευε άστρα τις νύχτες.
Ο σκύλος του φορούσε παλιές ραφές και τράβαγε στο άγνωστο.
Κι αυτός λατρεμένος ιππέας της ευγένειας,
δεν είχαν να κάνουν οι τρόποι του με την καλλιέργεια την άγρια, επιφανειακή των σαλονιών.
Πίσω από τους μικρούς εξευτελισμούς της ζωής πάλι ωραίος ήταν,
δεν αγαπούσε να αναπαύεται σε ηθικοπλαστικές κορδέλλες,
μα λεύτερος κυμάτιζε καράβια χάρτινα στον αέρα που κατέβαινε στα νησιά μας.
Ακουμπούσε τα χέρια του στο πηγούνι που ένα παιδικό τραύμα φιλοξενούσε
και με άφηνε να το περνώ με την άκρη των δακτύλων μου.
Ο μεγαλοπρεπής αρχαιοελληνικός λαός ,που τον ανεβοκατέβαινε ,έλαμπε πάντα τις νύχτες
έμαθα από αυτόν να τον κατοικώ κι εγώ
τρομαγμένη από τον ήχο των αλόγων σιγοντάριζα στις πληγές,
αυτές ξέρουν να κεντούν τις αλήθειες.
Κι έτσι κατέληξα να καλλιεργώ πληγές,
τις έτρωγα με ψωμί που ψήνεται σε μια γη παράξενα όμορφη, μονάχο του,
βάζαμε επάνω του αλάτι και κάτι από εμάς τους δυο.
Κι όταν το ποτρέτο μας ετοιμάστηκε κάτω από την φρικτή απουσία του πλήθους
δάκρυ χαράς ακούμπησε πάνω στους λαξεμένους βράχους
το ήπιαμε και υποτάξαμε λίγο την  δίψα μας.
Για λίγο μόνο, γιατί μαζί μας ήρθαν και τα πουλιά κι έπιναν
θυμίζοντας πως η χαρά η μεγαλύτερη στην δίψα βρίσκεται,
στην πείνα,
στην ζητιανιά των άστρων που ασκούσε με τέχνη η μητέρα του,
στην αποδοκιμασία των πράξεων των σκοτεινών...
Μέρα Απρίλη, ξανθιά,
μέρα που οι έρωτες κατέβηκαν ξανά από το βουνό
γράφοντας ημερολόγια με αυτήν την σπάνια, ωραία γλώσσα ,αυτών που εκτός του έρωτα
αγαπούν τον άνθρωπο,
αυτών που εκτιμούν την ζωή πέρα από τα φθαρτά μέρη της.
Έλαμψε ο Απρίλης μεσοπέλαγα
ξανθός και ήρεμος,
με την ηρεμία αυτού που πραγματικά ξέρει
κι όχι κείνου που νομίζει πως γνωρίζει...
Άγρια βατόμουρα χύνονται από τον ουρανό, μην προσπερνάς κανένα...

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Όσα αγαπώ

Μα εγώ αγαπώ αυτόν που μιλά για την ζωή του
σαν να ναι κείνη την στιγμή βουλιαγμένος στην έκσταση,
σαν ένας πικρόγλυκος μάρτυρας.
Τους δραπέτες από την ανία.
Τα λευκά λουλούδια με ένα θρόμβο αίματος στα χνουδωτά τους πέταλα.
Τις πόρνες που στέκονται στα πεζοδρόμια με το βλέμμα της παρθένας.
Τον έρωτα που γκρεμίζει τους ανθρώπους.
Τα πλήρη γνωρίσματα του αρσενικού και του θηλυκού.
Αγαπώ αυτούς που ξέχειλοι από απελπισία χτίζουν έναν κόσμο απαγορευμένο.
Την μυρωδιά των ανθρώπων σε έναν χειμωνιάτικο κινηματογράφο.
Την εγκατάλειψη μου σε όλες τις γλυκές λεπτομέρειες και τις επικίνδυνες ενός πορτέτου.
Τις αιρετικές διαδικασίες που απαιτούνται για να ζήσεις ωραία.
Την γλώσσα που σαρκώνεται την νύχτα από το στόμα των εραστών.
Τις επισκέψεις κάποια γκρίζα πρωινά στα κοιμητήρια.
Τον υάκινθο και το ζουμπούλι.
Το πατημένο χαμομήλι από την σόλα ενός δικτάτορα.
Την περηφάνεια που είναι ντυμένη με το πορφυρένιο χρώμα της ντροπής.
Το παιδί που ενώ είναι εγκαταλειμμένο αραδιάζει παιχνίδια και αφήνεται σε έναν άλλο κόσμο όπου συγχωρεί για λίγο το άδικο.
Αυτόν που δεν ησυχάζει παρά μόνο την ώρα του θανάτου.
Τον τιμωρημένο που ξαναβρίσκει την ορμή του για ζωή.
Το κοίλο προφίλ των εραστών που ζουν έναν έρωτα απαγορευμένο.
Αυτόν που με την καρδιά του διάλεξε μοναδικό αρχηγό το σύμπαν.
Την αφή. Την όσφρηση.
Τα κρυμμένα.
Αυτό που δεν έχει ειπωθεί.
Αυτόν που χαρίζει την ζωή του σε κάποιον άλλο στηριγμένος πάνω σε μια στιγμή τρέλας...
Αγαπώ αυτά που έχει ο άνθρωπος στα κύτταρα του και τον ξεχωρίζουν από τα άλλα πλάσματα μα τα έχει ξεχάσει...
Αγαπώ αυτόν που με τις πράξεις του τον αναγκάζει να τα ξαναθυμηθεί...

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Τα κουκούλια

Γυρνοβολάς την γη,
είναι μέρες που περισσεύει η αισιοδοξία σου και η αρετή της προσφοράς.
Δρόμοι ασφάλτου γεμάτοι γλίτσα, σκυλιά που πονούν την μοναξιά τους, μητέρες παγωμένες
αιώνια τιμωρούν αυτό που γέννησαν.
Κρατάς γερά τα δέρματα σου, εκατόφυλλα τριαντάφυλλα, τα μάτια σου φωταγωγημένοι δρόμοι
ανάπαυσης, φωτός θερμού κι αιώνια διψασμένου.
Ημέρες γκρίζες, ομιχλώδεις, γερασμένες πρόωρα, σπίτια μοναχικά εκατέρωθεν δέντρων   αφρόντιστων
σαν των παιδιών των πεινασμένων.
Δεν λαμβάνεις προφύλαξη καθώς συσπάσαι, καθώς διαστέλλεσαι, μέσα σε κήπους, που μοιάζουν φιλόξενοι,
των ανθρώπων,
των δειλών, των ακούραστων στο ψέμα, στα πρόσωπα τα υποκριτικά που φωτίζονται από ένα φως χλωμό των κεριών, σε έναν ναό γερόντων.
Βρυκόλακας η ψυχή σου, ψάχνει, ψάχνει,
κάτω από τις φλούδες της , μυρμηγκιάζει αυτή από την πρόσκαιρη χαρά, καθώς νομίζει,
καθώς πιστεύει πως υπάρχει μια αλήθεια πίσω από τα τόσα χαλάσματα,
τα χαλασμένα, τα καημένα τα σώματα που κρύβουν την ντροπή τους μέσα σε ξύλινες μπάμπουσκες,
μέσα σε προτομές πατέρων ευνουχισμένων.
Πικρή βλάστηση, καθώς πίσω από τους κωδικούς που επισημαίνεις, ανοίγεις τα κλειδιά τους,
πικρή ανθρωπότητα, σε βαπτίζεις πικραμύγδαλο να μην λυπάσαι, να μην ξεχωρίζεις από τους άλλους.
Κάποτε δεν έχουν σημασία οι άλλοι, κάποτε έχουν ιδιαίτερη ώστε να ανοίγεις, να θυμάσαι την αρχαία αρετή της προσφοράς, της ανιδιοτέλειας, της αρχαίας πάλι λέω ψυχής σου,
βλέπεις την φλύκταινα καθώς ξερνά επιθετικά δηλητήρια, (άσε με να ανέβω πάνω σου να βγώ πιό πάνω),
λέει ένας φτωχός κι ηλίθιος ξεραμένος από τον ήλιο λωποδύτης που πουλάει πνεύμα λαθραία,
(Άσε με να πάρω λίγο από την αισιοδοξία σου, μοιάζει σαν παιδί), λέει μια κυρία που καταπίνει πασατέμπους σε μια άδεια αίθουσα.
Κι ως που θα πάει αυτό, αναρωτιέσαι, σου είπα δεν έχει τέλος, φυλάξου,
με ρωτάς σφιχτά, γιατί εσύ προσέχεις;
Και βάζω τα χέρια μου αιώνια στην τσέπη, σφυρίζω ανέμελα, βουτάω ένα νεράτζι, το πετάω σε κάποιον άγγελο που ξέπεσε,
(πως από εδώ; δεν ξέρεις να φοβάσαι; εδώ είναι ανθρωπότητα, δεν είναι δηλαδή παίξε γέλασε), του λέω και περιμένω να παίξω κάτω από τα φτερά του.
Με βάζει επάνω τους μαζί με σένα, χαμογελάμε σαν χαζοί καθώς πετάμε,
πετάμε, πετάμε,
κι όταν η καμπάνα χτυπάει μας κάνει αυτός άθελα του να δούμε προσεκτικότερα τα δέντρα.
Αχ, κι είναι στα κλαδιά τους χυμένοι χυμοί, ανθρώπινα κουκούλια φορούν σκουλήκια, βρωμούν σήψη,
βρωμούν θάνατο, κοιτώ τα κουκούλια, δεν διακρίνω προνύμφες, μήτε νύμφες, μήτε ξωτικά μάτια,
μονάχα κάτι άχρωμα ξεπλυμένα, σαν αρρωστιάρικα,
παντού τόση αρρώστια,
ψυχική, υπόγεια, πολύφερνη νύφη, αρπάγας,
κι ούτε ένας μύστης,
ούτε ένας μύστης στις φλούδες της αρχαίας ψυχής, στα καθημερινά κείνα θαύματα, τα μικρά,
αυτά που καταλαβαίνεις πως καμμιά φορά ο άνθρωπος έχει τεράστια δύναμη να διώχνει την ασχήμια,
την πικρία, την θλίψη, τον αυτοσκοπό ενός  αρχαίου κι αυτό θηρίου,
μια μηχανή που τα τρώει όλα, τα κατεβάζει, τα αρμέγει, τα κλέβει, τα δηλητηριάζει,
με αυτό το πανάθλιο κουκούλι,
μόνο κόκαλα και σάρκα,
βουίζει στα αυτιά μου, στα μάτια μου, στα δικά σου,
αρπάζουμε μαζί μια ουτοπία, θησαυρισμα μυστικό των ελαιώνων,
δεν υπάρχει θρησκευτική αγάπη,
δεν υπάρχει ατομική,
άσε την αγάπη λίγο να λουφάξει,
κουράστηκε να παλεύει ανάμεσα σε τόσα τέρατα,
φόρα την ψυχή σου, όλες τις φλούδες της, τις πεταλούδες των σκιρτημάτων της,
φόρα κι εμένα, εγώ εσένα,
ξεκίνησα το μοναχικό ταξίδι μαζί σου,
από την πρώτη στιγμή που τον ομφάλιο λώρο μου τον πέταξαν από το παράθυρο,
δεν με πειράζει αυτό,
έχω πιό πολύ δύναμη τώρα που ξέρω,
άσε με μονάχα λίγο να ξεχάσω αυτά τα φρικτά κουκούλια,
δεν τα αντέχω, καθώς βάζουν όλα τα μέσα να με κάνουν δική τους, μαζί και σένα,
να μας κάνουν κι εμάς να κρεμόμαστε σαν κόκαλα και σάρκα,
δίχως νύμφες, προνύμφες, διχως επιλογές φυγής.
κι αν τα γόνατα μου σακατέψουν, δεν θα γονατίσω,
θα περπατάω με τα χέρια,
με τα χέρια,
με τα χέρια,
θα μπορώ όμως πάλι να κοιτώ σφαιρικά,
διαστέλλοντας, συστέλλοντας, φωνάζοντας, ουρλιάζοντας
κι αν κάποιος με δει ωραίο θα ναι,
ωραίο θα ναι,
όχι όμως και το μοναδικό που θα με κάνει να ξεχνώ αυτά τα φρικτά κουκούλια,
γυμνώστε τα δέντρα, αφείστε τα λεύτερα,
ακούςςςςςςςςςςςςςςςςς;
λεύτερα...

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

ΤΟ υπουργείο της ψυχικής υγείας

Μεγάλο και γκρίζο το κτίριο που στεγάζεται
το υπουργείο της ψυχικής υγείας,
ένας τυφλοπόντικας ράβει σε σελίδες κίτρινες
στοιχεία που αφορούν τις αυτοκτονίες.
Τα σπίτια που σφραγίσανε θανάτους δεν μας αφορούν,
είπε ο πιό χοντρός από τους υπάλληλους του σύχρονου υπουργείου,
απλά στην Ευρώπη ζητούν μια κρυφή αναφορά για τον αριθμό.
Οι αριθμοί μετρούν ζωή και θάνατο κι ευημερούν σε σύγχυση,
πλήρης η σύγχυση κι η περιφρόνηση για την αξία της ανθρώπινης ζωής.
Συνεχίζεται η επίσκεψη στους ακριβούς πεζόδρομους,
συνεχίζεται η επίσκεψη στα αδηφάγα μάτια που κρατούν οι αριθμοί,
αυτοί τώρα μετρούν θύματα,
μα στο κάτω κάτω πάντα υπάρχουν θύματα σε συνθήκες πολέμου,
απλό αυτό και γνωστό.
Και μια Άνοιξη νέα που ο σταυρός προχωρούσε στην πόλη,
ενώ οι πιστοί γονάτιζαν για βοήθεια,
ξανήρθε ο σταυρωμένος ζητώντας κι αυτός πια βοήθεια από αυτούς.
Μετά από κάποια ώρα κουράστηκε να ζητά και όρμησε στο υπουργείο.
Κι αντί για σταυρό αυτοκτόνησε με ένα όπλο λαθραίο,
το είχε πάρει κάπου στην Ομόνοια.
Ήρθε ο υπεύθυνος του υπουργείου κι είπε βάλτε και τούτον στην λίστα,
κρυμμένος κι αυτός ο θάνατος,
κι έπιασε η αθρωπότητα να σταυρώνεται,
να κρατά λίγα λεμονόφυλλα και να πηγαίνει σε έναν ατέλειωτο Επιτάφιο,
πρώτη η Ευρώπη έπινε αίμα και δεν χόρταινε,
ανοίξτε τα ιδρύματα των ψυχικών νοσημάτων,
είπε ένας γέρος που ήταν φύλακας σε κάποιο από αυτά,
αφείστε τους τρελούς να πάρουν μέτρα για την εξάπλωση αυτής της ασθένειας,
ξέρουν καλά αυτοί και πάντα γνώριζαν την απομόνωση.
Παίρνοντας τον δρόμο για το υπουργείο θα κάνουν έναν ακόμη πιό σύγχρονο Επιτάφιο
γι αυτούς που κρυφά κρατούνε τα χαρτιά που μετρούν θανάτους...

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Ακινησία

Μαύρη η πανσέληνος πάνω από την μπλε Τρύπα
χώρα έρημη, χώρα πικρή
Οι κάτοικοι της είναι βοσκοί της θάλασσας,
κάνουν στα ψάρια μαθήματα αλληλεγγύης.
Κατεβαίνουν από τον λόφο με γελοίες λαμπάδες
πληρωμένο το χαράτσι της παθητικότητας το έχουν,
όλοι νεκροί-ζωντανοί, νεκροί με μια κόκκινη ντροπή
Κι η κινούμενη άμμος τους καταπίνει αχόρταγη και προσιτή
Πανβρώμικος ο αρχαίος ναός του Ποσειδώνα πίνει το φεγγάρι
άφαντη η θεά Αθηνά κάνει επίσκεψη στον Άδη
Εξομολογητές- αχθοφόροι θα ακούσουν τον πόνο μας
ο πόνος μας σαν γίνει βουνό θα φανεί το αίμα ξανά στα μάγουλα μας
Θα γίνουν πράξεις που θα φορούν βία
θα καούν ένα βράδυ τα βιβλία στην πλατεία
να ζεσταθούν λίγο τα παιδιά που ζούν στους δρόμους
Ως τότε σκόνη αφρικάνικη θα απλώνεται στα δέντρα
και η κινούμενη άμμος ολοένα περισσότερους θα καταπίνει...

Απρίλης

Στεκόταν μπροστά σε ένα παράθυρο, μετέωρο μπροστά στο πέλαγος,
η θάλασσα πιό μπλε και καθαρή από ποτέ.
Είχε μαλλιά μακριά, ξανθά, πιασμένα με μια βελούδινη λευκή κορδέλλα.
Μάτια αρχαία ελληνικά, σμαραγδένια αμύγδαλα και στόμα κομψού σχήματος, με σάρκα απαλή νηφάλια.
Κάπνιζε διαθέτοντας μια ήρεμη κίνηση στα δάχτυλα, μακριά και λεπτά αυτά.
Νύχια στρογγυλεμένα.
Πρόσωπο φερμένο ίσως από την Αναγέννηση, πίνακας με χρώματα απαλά,μόνο το έντονο βλέμμα του έσπαζε αυτήν την ηρεμία των χαρακτηριστικών...
Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο, τσιτωμένο το ύφασμα έλαμπε καθαρότητα και τόνιζε αυτήν την δροσιά που έβγαινε με ευγένεια και κείνη την διακριτική γοητεία που μόνο ένας τυφλός δεν θα μπορούσε να γίνει σκλάβος ή εραστής παντοτινός...
Έπινε κρασί κόκκινο ενώ στο βάθος του δωματίου έπαιζε ο ήχος μιας κιθάρας..
Καιρό τώρα του είχε μπεί η ιδέα να φύγει από το σώμα του.
Ήθελε να δει τους λαξεμένους βράχους, τον σπάνιο αετό στην κορυφή, τα πλοία, τον φάρο που βρισκόταν απέναντι από μια πτήση υψηλή.
Να ξοδέψει το άσπρο του ματιού του, καίγοντας το στο τόσο φως που διέθετε απλετα το τοπίο.
Ένας γλάρος πέρασε μπροστά, καθώς πετούσε τον κοίταξε πλάγια, η χάντρα του ματιού του τον διαπέρασε στην πλάτη του.
Καθώς απομακρύνθηκε άκουσε το λεπτό του κρώξιμο.
Κοντοζύγιασε τα φτερά του και έπιασε να πετά ψηλότερα ώσπου χάθηκε.
Μια μικρή σταγόνα κόκκινη από το κρασί έμεινε στην άκρη των χειλιών του, έπειτα πήρε άτακτο σχήμα και έπεσε στο πουκάμισο.
Ο ήχος της κιθάρας γλύκαινε, μια ηλιαχτίδα έσμιξε με μια νότα της..
Και τότε του συνέβη...
Ένας μικρός σεισμός που συνέβη μέσα του τον ξεχώρισε από το σώμα του.
Η αποχώρηση αυτή τον έφερε περισσότερο σε μια νεα αίθουσα κι άγνωστη που υπήρχε χυμένο φως.
Το σώμα στάθηκε ακίνητο μπροστά στο παράθυρο.
Μια αβάσταχτη ελαφρότητα τον έσπρωξε κι άρχισε να πετά.
Έφτασε στο ταβάνι, στάθηκε λίγο κι έφυγε από το ανοιχτό παράθυρο...
Η πτήση ήταν χωρίς ρυθμό, άτακτη...
Ώσπου να προσαρμοστεί στο πρώτο πέταγμα πήρε απότομα ύψος και βρέθηκε μέσα σε ένα σύννεφο.
Εκεί ακριβώς μια πεταλούδα γαλάζια τον είδε και πέταξε πλαι του.
Έκαναν κόντρες στην ταχύτητα και στο ύψος..
Κύκλους..
Κύκλους...
Άκουγε τα φτερά της κι έβλεπε ένα θαμπό φως να γυρνά σαν ανάγλυφο δεύτερο σώμα της.
Τα μάτια της τον κοίταζαν παιχνιδιάρικα.
-Είσαι λιγότερο τώρα από 21 γραμμάρια, του φώναξε και πέρασε δίπλα του σκορπίζοντας σκόνη από τα χρώματα της που ήταν μπλεγμένα μέσα στο γαλάζιο...
Τότε αυτός ανέβηκε στην ράχη της.
-Πέτα ψηλά, κάψε με, φτάσε με στον ήλιο, της είπε και μύριζε τα φτερά της,
κάτι από γύρη και σκόνη θειαφιού...
-Θα σε πάω όμως θα καούμε και οι δυο, είπε αυτή περιμένοντας να της απαντήσει..
-Δεν πειράζει, πέτα σε παρακαλώ.
-Πες μου το όνομα σου να το θυμάμαι μετά..είπε αυτή κι η φωνή της χαμήλωσε τόνο.
-ΑΠΡΙΛΗΣ, είπε αυτός και γέλαγε καθώς τώρα πετούσαν ψηλότερα κι ούτε ένας μικρός ίλιγγος δεν ακούστηκε στα σωθικά του.
Ο ήλιος τους τράβηξε απότομα.
Ατέλειωτη φωτιά τους πήρε στο στόμα της.
Κι ένας ήχος βαρύς σαν βροντή διαπέρασε και τους δυο.
Κι έπειτα οργασμικές δίνες.
Κι έπειτα μια ηδονή πρωτόγνωρη ξεχύλισε μέσα στο είναι τους.
ένας μεγάλος στρόβιλος σκόνης και φωτός τους διέλυσε.
Και βρέθηκε αυτός απότομα ξανά μέσα στο σώμα του.
Λίγο πριν βρεθεί ένας τελευταίος οργασμός διαπέρασε την σπονδυλική του στήλη...
Καθώς σαν κευρανοχτυπημένος στεκόταν πάλι μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο κοίταξε το περβάζι το λευκό το μαρμάρινο.
Ότι απέμεινε από την πεταλούδα ένα λιωμένο φτερό που κουνιόταν αδύναμα
και η σκόνη της είχε γράψει γράμματα άτακτα στο περβάζι.
-Στο είπα πως θα καούμε, όμως άξιζε...
ΚΑΙ τον έπιασαν κλάμματα, στην αρχή καυτές, μετά δροσερές σταγόνες...
Κι άρχισε ξανά να ζει μέσα στο σώμα του..
Μα τίποτε πια δεν ήταν ίδιο..
Εκεί έμεινε, να ζει με το τίποτε, αφρόντιστος με δανεική τροφή από τους γλάρους...
Προπάντων αυτό που τον κρατούσε στην ζωή ήταν η μνήμη της πτήσης του κι η γενναία θυσία της πεταλούδας..κι η αβάσταχτη ελαφρότητα του λιγότερο από 21 γραμμάρια...
( η μικρή ιστορία κάποιου Απρίλη)

....


Στο μεταξύ συνεχίζω την κανονική ζωή μου
ο δρόμος πάντα βρίσκεται έξω από την πόρτα μου
τα αδέσποτα που γυρνούνε όλη μέρα
το περίπτερο χωρίς τσιγάρα και το μικρό καφενείο στην γωνία μισοάδειο.
Όμως όταν κοιμάμαι μια τίγρης έρχεται μέσα από το στέρνο μου
... όλη νύχτα τροχίζει τα νύχια της βαθιά στα χέρια μου,
η ανάσα της ενώνεται με την δική μου,
υπάρχω κι εγώ μου λέει, ξέρω τότε πως τίποτε δεν θα συνεχίζεται κανονικά αιώνια...