Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Ο κόσμος μας γέμισε από <<φυσιολογικούς ανθρώπους>>. Όπου το φυσιολογικό δεν υπάρχει, υπάρχει τις περισσότερες φορές,σαν μια ανάπλαση της τρέλας.
Ψυχαναλύοντας έναν <<φυσιολογικό>> άνθρωπο ο ψυχαναλητής θα βρεί το υπάκουο παιδί, αυτό που λες και γεννήθηκε για να ευχαριστεί γονείς κι όλους τους άλλους.
Ακολουθώντας έναν σφαλμένο εαυτό γι αλλού ξεκινάει μέσα στα όνειρα του κι αλλού βρίσκεται.
Γελοία... ευπρέπεια και παραδόσεις άνευ όρων΄, καταναγκαστικοί.
Μιλώντας χτες με τον Δ.Π, επιτέλους θυμήθηκα πως υπάρχουν οι τρελοί, οι ιδιοφυείς, οι ασυμβίβαστοι, αυτοί που ο χρόνος δεν τους κόβει τα πόδια ούτε την σκέψη, ούτε την ορμή.
Αυτοί που κουνάνε το ζωνάρι τους για φασαρία με την έννοια του ασυμβίβαστου και της αληθινής αξιοπρέπειας κι όχι τσαμπουκάδων με ηλίθιες ρίζες..
Θυμήθηκα μιλώντας μαζί του πως υπάρχουν <<ψωνάρες>> με την καλή έννοια και παπάρες χωρίς τέλος.
(Ο ρυθμός ή υπάρχει σε έναν άνθρωπο, ή δεν υπάρχει ,κατά την γέννηση του>>, είπε μεταξύ άλλων.
Ευγνώμων κι ευτυχής είμαι που μίλησα μαζί του.
Ξύπνησα το πρωί κι άρχισα να σκέφτομαι τι θα έκανε σήμερα ένας Ζορμπάς ή μια Στέλλα, μέσα σε αυτές τις καθημερινές πολεμικές συνθήκες.
Τι θα έκαναν με αυτήν την κατσαρίδα που λέγεται Κράτος και που τόσο σωστά απασχόλησε τον Κάφκα στο έργο του...
Και σκέφτηκα πως ήξερα κάποιους Ζορμπάδες στο νησί.
87 χρονών ο ένας ,κι ο εγγονός δεν τον έφτανε ανεβαίνοντας το βουνό για να ποτίσει τα κατσίκια.
ένας άλλος πάλι στα 70 που έβρισκε νερό με ένα μπαστούνι και μετρούσε εκατοντάδες γυναίκες τουρίστριες στο μέτωπο του...
Μα και λίγους τρελούς νέους που ανάβανε φωτιές στην παραλία και μέτραγαν άστρα και τα ονόμαζαν, νέους που δούλευαν όλη την μέρα και την νύχτα γλένταγαν ως την επόμενη μέρα...
Ζορμπάδες λοιπόν βρήκα στην ύπαιθρο, στην φύση, Στέλλες πολύ λίγες και κυρίως στην πόλη...
Δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει πως η ΣΤΈΛΛΑ ΚΙ Ο ΖΟΡΜΠΑΣ αυτά που ζούμε δεν θα τα ανέχονταν.
Κάτι θα έβρισκαν να ξεσηκώσουν τους πικρούς αμνούς...
Γιατί φυσιολογικοί δεν ήταν.
Γιατί αυτό δεν είναι φυσιολογικό παρά στα όρια ενός παράλογου σουρεαλισμού...
Μα και δεν είναι σουρεαλισμός ότι ζούμε..
Σε λίγο δεν θα μιλάμε ελεύθερα ούτε θα σκεφτόμαστε...
Και τώρα δεν σκεφτ'ομαστε ελεύθερα..
Υπακούουμε απλά τυφλά σαν πρόβατα και πα΄με..
Που πάμε;
Δεν ξέρω...
Πάντως η Ελλάδα αρχίζει να με φοβίζει...
Να με διώχνει μακριά..
Αυτό το παράλογο κτήνος-κράτος που κάθε ημέρα δεν ξέρω τι θα ξημερώσει, με ποιοόν χαβλιόδοντα θα μας δαγκώσει...
Που χωρίς να δικάσει ανθρώπους τους φυλακίζει.
Που αυτός που θα κλέψει λίγα ,καταλήγει στην φυλακή για χρόνια ενώ αυτός που κλέβει ολάκερο προυπολογισμό θα την βγάλει καθαρή..
Αυτό το κτήνος που όποιον του αντιστέκεται βρίσκει τρόπο να τον σκοτώσει ή να τον αδρανοποιήσει...
Φοβάμαι για τις επόμενες γενιές που θα ζουν σε νεκρές συνθήκες...
ΠΟΥ φεύγουν...
Που μένει ο Μητσοτάκης..
ΟΙ δεινόσαυροι και οι ηλίθιοι..
Και τα ανθρωποειδή...
Θέλω να φωνάξη σε αυτό το κτήνος
(Κράτος φύγε, κρατάω μαχαίρι)..

(Αφιερωμένο με αγάπη στον Δ.Π και στην δίψα του για ζωή και στους ανθρώπους ακόμη)..
Ευγνώμων...
Να μην υπάρχει σεξ χωρίς αγάπη.
Φιλίες χωρίς πάθος.
Πατρίδα είναι ότι αγαπάς, ότι ποθεί η καρδιά σου.
Κάτω από μια βελανιδιά ένας σπουργίτης με αγαπάει.
Δεν θέλω τίποτε.
Δεν χρειάζομαι τίποτε.
Δεν με αγγίζει ο κυνισμός, δεν με υποτάσσει η ανορθογραφία.
Προσπαθώ να έχω στιγμές ευτυχίας.
Αυτό σημαίνει μπορώ ακόμη να αγαπάω τους σπουργίτες.
Τους αλήτες.
... Τους ξενιτεμένους.
Κρατώ στην μασχάλη μου λεπτούς αφορισμούς.
Τους χειροκροτώ. Τους επιζητώ.
Οι μεθυσμένοι είναι αχειραγώγητοι, το μόνο που τους ελέγχει είναι το αλκοόλ κι αυτό σουρεαλιστικά.
Όλα φθίνουν και φτύνουν.
Ελάτε στο σαλόνι μας, έχουμε μια μεγάλη παρέα από κόκκινους και μπλε μουσαφίρηδες.
Και δερβίσηδες έχουμε.
Σπάστε την ζωή σας σε κομμάτια.
Πίσω, μπροστά, επανάληψη καμμία.
Ζω σημαίνει εκμεταλλεύομαι τα πάντα υπέρ μου και υπέρ σου.
Διαίρεση και πρόσθεση.
Άκου, δεν θα πέσουμε κάτω, η άνωση μας τραβάει επάνω.
Εκείνος ο μαλάκας που γράφει στο περιοδικό του λάιφ στάιλ ( σε έφτιαξα τώρα), έχει ανάγκη από ξύλο.
Ο πατέρας του του χαρίστηκε.
Ο δικός μου ποτέ..
Μα δεν έφαγα και ξύλο.
Καμμία σημασία.
Άνευ αξίας..
Και ουσίας.
Συνουσία θα πει να αγαπάς την ελευθερία των σωμάτων στην πτώση και στην άνοδο.
Και τι θα πει αγαπώ;
Δεν ξέρω να σου εξηγήσω, αυτό το νιώθεις..
Ερωτευόμαστε συνέχεια, νομίζουμε πως κολλάμε στις πληγές μας.
Πίσω από τις πληγές υπάρχει πάντα η ηδονή
Ηδονή επίσης είναι η λογοτεχνία.
Η μελαγχολία των λύκων..
Ας αλλάξουμε θέμα...
Δεν με ενδιαφέρει ο κυνισμός, ο σουρεαλισμός αρκετά γιατί περιέχει ελευθερία.
Δεν με ενδιαφέρει να με ενδιαφέρει κάτι.
ότι με αφορά θα προκύψει.
ή όχι.
Δεν με ενδιαφέρει.
Με απασχολούν οι σπουργίτες που μπάινουν στα νυχτερινά μαγαζιά χωρίς να φοβούνται..
Χτες είδα έναν τέτοιο.
Άκουγε μουσική κι ήταν πίσω από την καρέκλα μου.
Δεν βάζω στοίχημα αλλά νομίζω κουνούσε το κορμάκι του με τον ρυθμό...
Πείτε στην ποίηση να περιμένει, κάθε παιδί πεθαίνει από πείνα κάθε ημέρα και γίνεται ποίημα.
Κάψτε τους Νάρκισσους του πόνου...
Αφήστε τον πόνο να ανθίσει ελεύθερα.
Και την ελευθερία στις αποφάσεις...
Πως στην πραγματικότητα, όταν αποφασίζεις για κάτι, το μέλλον κατσουφιάζει...

( Οπλίζοντας..)
Ωραία περιγράφεται η ακτή σου,, μέσα από τις κόγχες σου, γαλάζια στίγματα,
στην αγκαλιά σου εκβολές αρχαίων ποταμών.
Έρχεσαι μέσα από φλόγες, ληστές και Κύκλωπες φυγαδεύουν τα άδεια στόματα,
τα σφραγίσαμε να μην ακούσουμε κι άλλα ψέματα,
τα σφραγίσαμε, να μην πουν μια αλήθεια που θα φέρει κι άλλα ψέματα.
Ας μείνουμε λίγο τώρα μέσα στην σιωπή,
ένα θολό αεράκι μας κινεί τα νήματα κι οι τζίτζικες ξαν...ά μιλούν για Καλοκαίρι.
Ας μείνουμε μέσα στην γαλήνη της νύχτας,
μιας νύχτας χωρίς υποσχέσεις και φτηνά αρώματα από επιδερμίδες βαλσαμωμένες και φοβισμένες.
Πετάς μακριά τα αγκάθια των μαύρων ρόδων,
φτιάχνεις αποσκευές και το σπίτι στον Νότο σου γελά σαν Παράδεισος ξεχασμένος.
Πως ξεχαστήκαμε μέσα στους ανθρώπους,
πικροδάφνες μασούσαμε και αλάτι,
κι ήταν η αλμύρα τόση που ξεχάσαμε πως τα πολυτιμότερα ήταν αυτά που προσπερνάγαμε βιαστικοί και αγνώριστοι,
κι αγνώμονες.
Ωραία περιγράφονται οι ήχοι του ξημερώματος σε μια ταράτσα,
φλούδες συναισθημάτων κάτω από την αμηχανία της φλυαρίας των γνωστών...
Όμορφος είσαι και ωραίος,
ένας΄καινούργιος κόσμος του βυθού.
Άπαντα τα ευρισκόμενα στην γυμνή σου την κοιλάδα,
πως ξεχαστήκαμε κλεισμένοι στην κοιλιά των ερπετών.
Ας νιώσουμε πρώτα,
μετά να μάθουμε, ας αγγίξουμε πρώτα, μετά να δούμε,
ύστερα να πράξουμε και μετά να σηκωθούμε επάνω.
Πολύ καιρό ήταν το κεφάλι μας χωμένο μέσα στην άμμο.
πολύς ο καιρός δίχως την δροσιά των πρωινών φυλλωμάτων,
την κρύπτη του τέρατος την τίναξα κι ότι έμεινε το σκόρπισα...

( Επιστρέφοντας)
Ελεύθερος ,είναι ο άνθρωπος που διατηρεί την αυτονομία του με ακέραιη την αξιοπρέπεια, τώρα ,πως αυτό μπορεί να ισορροπήσει σε μια χώρα διόλου αυτόνομη, είναι ένα θέμα).
Αυτά είπε ο Χ. και κατέβασε στο λαρύγγι του λίγο δροσερό ποτό.
Η Σ. τον κοίταξε καλά και έπειτα παρατήρησε το πέταγμα των πουλιών ώσπου χάθηκαν στον ορίζοντα.
(Είναι καιρός που έχει χαθεί η έμπνευση από τους ανθρώπους), συμπλήρωσ...ε και κάπνισε ένα τσιγάρο εκείνη.
(Κι όμως! Όπου κοιτάξεις κάτι γίνεται σχετικά με την τέχνη), είπε αυτός βαριεστημένα και βαριά.
(Όταν η τέχνη περιγράφει συνεχώς την κρίση, δεν είναι τέχνη, είναι μια περιγραφή της πραγματικότητας), του είπε και έστειλε μακριά δαχτυλίδια καπνού.
Η Σ, σκέφτηκε πως οι άνθρωποι δεν γυρνούν γυμνοί στο σπίτι τους μόνο για την αίσθηση της γύμνιας τους αλλά περισσότερο γιατί έχουν νικηθεί από την ζέστη, τα βράδυα δεν κάνουν έρωτα ούτε φροντίζουν ο ένας τον άλλο παρά ελάχιστα.
( Ας το παραδεχτούμε πια, έχουμε νικηθεί) συνέχισε να μιλάει σχεδόν μόνη της.
(Εγώ δεν έχω ακόμη νικηθεί), απάντησε κι αυτός με λίγο θυμό στην φωνή.
(Γιατί; Πως το λες αυτό);
( Γιατί ακόμη ψάχνω την ευτυχία, γι αυτό, γιατί ακόμη ονειρεύομαι).
Η Σ, σκέφτηκε πως είχε ένα μέρος δίκιου, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό.
Έπειτα σκέφτηκε πως βαριόταν απίστευτα, είχε κουραστεί να βλέπει τους ανθρώπους να περιστρέφονται γύρω από την σκιά τους, γύρω από τον εαυτό τους που περιφερόταν σαν σκιά.
Έμειναν μόνο κάτι φράσεις μεγάλων κι εμπνευσμένων ανθρώπων που τις έλεγαν άλλοι εδώ κι εκεί, οι μεγάλοι αυτοί άνθρωποι ήταν νεκροί από καιρό..
Ηπιε μια παγωμένη μπύρα και κοίταξε την πλατεία.
Τα Ματ περνούσαν μπροστά από τα καφέ της πλατείας και μερικοί από αυτούς χτυπούσαν τις ασπίδες τους με θράσσος...
Ζούμε σε ένα πέλαγος ηλιθιότητας, σκέφτηκε λυπημένα, ηλίθιοι αυτοι, ηλίθιοι κι εμείς, σκέφτηκε.
ήθελε να τελειώσει την μπύρα της και να φύγει μακριά.
Να χαθεί σε μια άλλη χώρα που ο πόλεμος των ανθρώπων θα είχε πάψει.
Μα που ήταν αυτό εκτός από τον χώρο των κοιμητηρίων;
Εδώ κάθε μέρα κι ένας πόλεμος.
Κι οι πολίτες χωρίς ασπίδα καμμιά, μόνο η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία, ή μήπως όχι;
Μετρούσε τις μέρες για να φύγει, να καταφύγει στο νησί..
Εκεί η κουκουβάγια, ο γρύλος κι όλα τα ζωντανά ,θα της θύμιζαν λίγο την ζωή που έτρεχε μακριά από τα δάχτυλα της μα και που μπορούσε να κρατήσει την αίσθηση τους στην καρδιά της να νιώσει λίγο ελεύθερη κι όμορφη σαν παιδί της μητέρας γης...
Μια σταγόνα ελευθερίας που γινόταν μέρες μέρες ποτάμι και την δρόσιζε...
Παράξενες μέρες, ξένοι οι άνθρωποι...
Την αγγίζει και από το μαλακό υπογάστριο χιλιάδες χρωματιστές πεταλούδες πετούν στο δωμάτιο.
Τον φιλάει κι οι απαλές νευρικές απολήξεις απλώνονται έξω από το στόμα.
Τα χέρια σπάνε,
σπάνε τα δάχτυλα σε κλωστές που να σαρώσουν ζητούν θύελλες.
Διεγείρει ο ενθουσιασμός τους.
Ο ενθουσιασμός είναι η πιό όμορφη παγίδα, μπορείς να τεχνουργήσεις με απίστευτη έμπνευση και να επεκταθείς πέρα από τα συνήθη όρ...ια και γνωστά.
ΔΕν υπάρχει βία.
Οι αυτοβιογραφίες τους τώρα βγαίνουν στο φως.
Κάθε ερωτική συμφωνία είναι η ανάγνωση των άγνωστων βιογραφιών..
Χορεύουν γύρω από την φωτιά, χορεύουν γύρω από τον αφαλό τους.
Ένας χαρούμενος δρυοκολάπτης αρχίζει να τρώει τον φλοιό τους, αυτόν που τους αναγκάζει να κινούνται πρός τα μέσα.
Δεν υπάρχει βία.
Ο πόθος θα συναντήσει κι άλλους αδελφούς.
Την αγγίζει και χιλιάδες στόματα ανοίγουν στα κύτταρα της.
Τρώνε αχόρταγα και γητεμένα.
Αυτός κατεβαίνει από μια ξερή πλαγιά.
Πέρασε κάμποσες θάλασσες για να την βρεί εδώ.
Αυτό που μένει τώρα είναι να πετάξουν.
Πέραν της ανάγνωσης της βιογραφίας θα αρχίσει η πτήση.
Αρκεί να κρατήσει ο ενθουσιασμός.
Δεν υπάρχει κάτι πιό δύσκολο να πετάξεις έξω από το σώμα σου.
Για να πετάξεις μέσα σε ένα άλλο...
Η στιλπνότητα της αφής είναι προάγγελος...

( Αισθησιασμός σε πληρότητα)
Το τυπικό σχήμα των φιλιών μας είναι νότες και λέξεις,
το δέρμα καίει, σαν την άμμο στην μέση του θέρους,
οι αφές και τα δάχτυλα , δεν υποκρίνονται,
οι παρυφές της αγκαλιάς μας , επεκτείνονται πέραν του ουράνιου θόλου,
ω! Τι χρόνος δύσκολος για έρωτες,
μα να που η γάτα του πόθου ανασκίρτησε, ξεδιπλώθηκε και με το νύχι της έκαψε την πλάτη, τα μάτια, τα χέρια.
Κουρσάροι ληστές, κυνηγοί κεφαλών, έκ...αναν πέρα,
να αφήσουν να περάσει ο άγιος έρωτας,
να συντρίψει τις καρδιές μέσα στο τρέμουλο μιας γλυκιάς εγκατάλειψης
εσύ λες,( σε κοιτώ και σε θαυμάζω),
εγώ λέω, (μπορώ να αφήσω την ζωή μου στα χέρια σου),
τόσο όσο χρειάζεται μια πεταλούδα να στολίσει ένα λουλούδι,
ένας ιππόκαμπος ,να διασχίσει έναν βυθό χορταριασμένο.
Το τυπικό σχήμα των φιλιών μας συνέχεια αλλάζει,
νομίζω αυτό είναι από μόνο του ωραίο.

( Το σχήμα των φιλιών)
Το καταφύγιο κάτω από ένα πεύκο.
Η αλμύρα του μεσημεριού.
Ένα χάδι από αέρα μέσα στην λάβα .
Οι αγκαλιές. Η αφή της ηδονής.
Οι βάρκες στο λιμάνι.
Ένα σταφύλι κόκκινο.
Η σιγουριά πως τίποτε πλέον δεν σε ξαφνιάζει.
Η γαλήνη μέσα στα θέλω.
Η αγάπη.
Η μουσική και τα βιβλία.
... Οι τρελαμένοι τζίτζικες.
Τα χρώματα στα βότσαλα.
Οι αισθήσεις χωρίς όρια.
Αυτά. Κι άλλα τόσα είναι η αιτία που μπορούμε ακόμη να αντέχουμε.
Κάποτε όμως, πρέπει να μάθουμε μέσα από όλα αυτά να σηκωθούμε στα πόδια μας .
Και να αντιμετωπίσουμε το τέρας του φόβου γυμνοί...
Τίποτε δεν υπάρχει πέρα από το δωμάτιο της ταράτσας,
μόνο ένα λευκό μαργαριτάρι στο πάτωμα, ένα πουκάμισο κι ένα φουστάνι στην ντουλάπα, κρεμασμένα άστατα.
Οι ένοικοι του σπιτιού φυγαδεύτηκαν για πάντα, μια Κυριακή σκυφτή σαν ηλικιωμένη.
Καπνίσαμε ένα τσιγάρο κι ήπιαμε λίγο ουρανό.
Οι ΔΕυτέρες θα είναι άγριες από εδώ και κάτω.
Η ταράτσα γκρεμίστηκε από έναν εργολάβο.
Έτσι αγάπη μου ξεκίνησαν τα ...χαλασμένα των ανθρώπων.
Μικρές κουκίδες στον παγκόσμιο χάρτη, σαν σκατά ενός ελέφαντα πικραμένου.
Αυτός που τώρα έγινε μυρμήγκι.
Μα ο θρήνος δεν ήρθε, ο θρήνος υπάρχει από κάτω, αν είχε υπάρξει μια ελπίδα θα υπήρχε και για εμάς τώρα.
Μάτια ξεπλυμένα και βαριά στο σκοτάδι μετράνε δεκάρες.
Κάποιος τους παραμύθιασε πως ήταν λίρες.
Ο μύθος λέει πως ο Άρης ήταν θεός του πολέμου.
Τώρα φορά ένα ρούχο φθαρμένο και ζητιανεύει τις παλιές ημέρες.
Τότε που ο μόχθος γύρευε ήλιο και μπέσα.
Έτσι την έβγαζαν τότε οι άνθρωποι.
Παξιμάδι, ντομάτα, θυμάρι, λάδι και ρίγανη.
Κι ο έρωτας παντού σαν φύλακας άγγελος.
Μέχρι την ώρα που όλα τα γκρέμισε η μόμα.
Κι ο καθρέφτης του κόσμου κλάπηκε...
Αυτό που υπήρξε τώρα δεν υπάρχει...
Στα χαλάσματα θα σε βρώ μια άγια ημέρα.
Τότε που η μνήμη θα υπάρχει...

(Τα χαλάσματα)