Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016


Η εποχή αλλάζει, αυτοί που οσμίζονται καλά πίσω από τα κλειστά χαμόγελα ,λένε πως ο κύκλος των ανθρώπων τελειώνει. Αυτοί που έκαναν θρίαμβο τις ήττες τους και βρέθηκαν στις κατακόμβες, αυτό λένε. Κάποιες φορές, οι κατακόμβες είναι μια σωτηρία γεμάτη φως κι οι ήττες γνώση του πόνου, της αγάπης και της ηδονής. Επικρατεί η ασθένεια της αγλωσσίας, δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγραφεί σωστά η ηλιθιότητα του δίποδου ζώου που ονομάστηκε άνθρωπος. Ο πλανήτης΄φοράει αντιασφυξιογόνα μάσκα και περπατάει στα τυφλά. Η ασθένεια της τυφλότητας δεν παίρνει από αντιβιοτικά. Τόσα βουνά από κόκκαλα στα κρεματόρια και τόσο αίμα χυμένο στους δρόμους των πολέμων δεν μπόρεσαν οι λέξεις ως φαίνεται να περιγράψουν στους επόμενους. Κι έτσι, ενω ο πόλεμος έχει μόνο θύματα, παίρνουν νόμπελ ειρήνης αυτοί που γέμισαν πίδακες αίματος μέρη χωρισμένα στα δυό..απλά επειδή σύναψαν κάποια συμφωνία παύσης.. (Ποιός χέστηκε για τα νόμπελ αγάπη μου) Η τραγικότητα δεν περιγράφεται, την ζεις κάθε ημέρα που η ζωή σου εξαρτάται από έναν ηλίθιο που θα πατήσει ένα κουμπί. Οι ειδήσεις είναι πύργοι οργίων. Τα χρήματα είναι πηγή δυστυχίας και έλεγχου των μαζών. Σε λίγο, το πολύ πολύ ,να χωριστούν οι πόλεις με συρματοπλέγματα, εδώ ζουν και διασκεδάζουν οι πλούσιοι, εκεί ζουν και υποφέρουν με άρρωστες σάρκες οι φτωχοί. Η καρδιά έκλεισε, όποιος περιφέρεται με την δική του ανοιχτή το μόνο που θα δει είναι πόσο εκτίθεται περιφερόμενος έτσι. Οι εξαιρέσεις, απειλούνται σαν είδος σε εξαφανιση. Η εποχή αλλάζει, διάγουμε βίο προς το τέλος της. Τρομάζω να βλέπω τον ανθρωποπλανήτη να είναι σαν ένας σκορπιός που μπήγει το κεντρί με το δηλητήριο μέσα του. Γιατί αυτό κάνει αιώνες τώρα το είδος μας, σκοτώνει τον εαυτό του εφευρίσκοντας αφορμές. Εγώ σαν ένας σκορπιός που ξέρει πόσο τοξικό είναι το κεντρί , με απάλλαξα, σαφώς όχι ανώδυνα. Το κεντρί ,προσπαθώ να το κάνω γνώση, αγάπη,εμπειρία και ζωή. Θα θαυμάζω τους ερημίτες καλλιτέχνες και τους καταραμένους των γραμμάτων πάντα θα αναζητώ ,για να δεχτώ λιγο φως. Σε τούτη την χώρα που περισσεύει το φως επικρατεί η συσκότιση.. Αλλά δεν γεμίζω ενοχές που κατοικώ εδώ, βλέπω κι όλοι οι άλλοι που πηγαίνουν.. Η ανθρωπότητα κοιμάται, ςςςςςςςςςςςςςςςςςς, μην την ξυπνάτε. Βλέπει όνειρα πως θα ξεφύγει από την μελαγχολία της. Χαχαχχαχαχα, ιλαρή η τραγωδία της. Μα δεν θα φορέσω πένθος, θα φτιάχνω συμμορίες γλυκιές για να αντέξω να ζω. Και να λέω, ανάθεμα ,πόση βλακεία χωρά στο μικρό μας κεφάλι.. Απέραντη είναι ,και έχει αχνό πράσινο με σπαρμένο καφέ, κόκκοι από σκατά που παλεύουν να φορέσουν δέρμα και οστά. Κι αυτή η λέξη, η αγάπη ρε φίλε, πως λιθοβολήθηκε, στον πάτο της σκιάς μας βασιλεύει, υποφέρει μα δεν μιλάει. Παλεύει με την αγλωσσία που αδίστακτα της υπέβαλαν. Στην υγειά μας, μάλλον μπήκε τώρα το Φθινόπωρο, το έπιασες

Δεν θα είμαστε για πάντα νέοι ,ώστε να αντέχουμε τα δηλητήρια, ο θάνατος θα στρώνει, κόκκινο χαλί στο σαλόνι ,ένα Κυριακάτικο απόδειπνο που θα διαβάζεις στην εφημερίδα την αγγελία της φυγής μου από τα εγκόσμια, πολλά θα μας συμβούν , μόνο κοίτα, μην πεις πως δείλιασες να ζήσεις. Κι αυτοί που φόρεσαν πένθος, αντί για το πρόσωπο της δειλίας τους, για εμάς να μην κλάψουν. Σαν τα ευχαριστώ και τα παρακαλώ θα είναι το δάκρυ τους, σκότωσε τους, πριν καταφέρουν αυτοί να σε σκοτώσουν

Να υπάρχω σε κάτι που αξίζει, αυτό θέλησα, με δόντια και με νύχια να μετρώ τους μετεωρίτες που ούρλιαξαν λίγο πριν χαθούν. Δεν επιθυμώ κάτι άλλο, να με αγαπούν ή να με μισούν, οι ενδιάμεσοι σταθμοί είναι αδιάφοροι. Η αιδώς δεν είναι δημόσιο θέαμα, πάψτε λοιπόν , μια νύχτα τα όνειρα σας θα επιστρέψουν χτυπώντας το στήθος σας

Popi Synodinou 22 Οκτωβρίου στις 3:20 μ.μ. · .. Να τιμάτε τις πόρνες που είναι ιέρειες και τους άντρες που ερήμωσαν τις ψυχές τους λευτερώνοντας ήλιους, των δημοσίων ουρητηρίων την αψιά οσμή μην προσπερνάτε με αηδία κάποιος δυστυχής πέρασε απο εκεί ξερνώντας πόνο, χορέψτε με πλήρεις μετωπικές συγκρούσεις, ετούτος ο κόσμος είναι ένα πορνείο χωρίς ιερά, ούτε όσια, χειρόγραφα κρατούν στα χέρια τους οι άθλιοι των ανθρώπων, κλάψτε με θόρυβο για την Υεμένη κι όλες τις αποικίες των κρατών που οι κυβερνήτες τους είναι τύραννοι. Οι εραστές που άκουγαν τζαζ και άριες κοιμούνται στα γκρεμίσματα, σκέψου πριν γίνεις αποσύνθεση , ανήκεις στην πλειοψηφία των λίγων; Ομπάμα σε περιμένω

Το απάνθισμα της ανθρωπιάς βρίσκεται όταν με εξαντλητική υπερβολή ψάχνεις και βρίσκεις αυτό που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άκρα. Θέλει υπομονή,σοφία, ρίσκο και θαυμασμό στην ζωή για να μην το ξεχάσεις . Ότι σε φωνάζει στην αντίθετη πλευρά παραμέρισε, χωρίς να μετράς απώλειες. Ο δρόμος μας είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα, μάθε να περπατάς, μίλα σε όλες τις γλώσσες για να καταχωρήσεις ύπαρξη. Τους μεταφραστές που δεν είναι <<κοσμικοί>. αλλά από θέση μένουν ερημίτες να τους σέβεσαι και να τους αγαπάς. Τους μιμητές και τους αντιγραφείς της ελευθερίας και της τέχνης , μην τους μετράς , μέτρα την πτώση τους στον χρόνο, στο τέλος θα μείνει ότι είναι αυθεντικό. Τα άλλα παραγράφονται από την μνήμη όταν αυτή δεν είναι επιλεκτική. Βηματισμός

Άνθρωποι οικείοι κι αγαπημένοι, είναι αυτοί που αν μιλήσεις μαζί τους μετά από καιρό ,ανακαλύπτεις πως απλά συνεχίζεις από εκεί που έμεινες σαν να μην προέκυψε απουσία μέσα στον χρόνο, άνθρωποι που δεν τους χωράνε οι λέξεις, άνθρωποι που τους λες αδέλφια, πριν τους γνωρίσεις. Ελάχιστοι ,αλλά αρκετοί για να αντέχεις όσα χρειάζεται να αντέξεις.. Δεμένοι σφιχτά με μετάξια..

Πολλά τσιγάρα ξοδεύτηκαν στις υποκειμενικές υποθέσεις της μνήμης κι ο ουρανός της Κυριακής καπνίζει με μανία . Ντουμάνι οι αισθήσεις να παλεύουν με τις λέξεις, ας σωθεί ότι σε κρατάει ζωντανό

Kαθόμουν απέναντι του, δεν τον πρόσεξα από την αρχή καθώς μια μελαγχολία τύλιγε τα σπλάχνα μου, έφευγα βλέπεις από τον αγαπημένο μου τόπο. Όταν τον είδα πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά με διαπέρασε ένα άγνωστο ρίγος. Ηδυπάθεια , ηρεμία στα μακριά δάχτυλα του καθώς έφτιαχνε τα μαλλιά του πίσω, μια έκσταση και μια βαθιά μελαγχολία αλλά πίσω από αυτά ένας ζωώδης μαγνητισμός που με τραβούσε καταπάνω του. (Δεν είναι ευγενικό να με κοιτάς πίσω από τα γυαλιά), είπε και ευχήθηκα ένα τσουνάμι να με τραβούσε μαζί με το καράβι στον βυθό. Έκανα την αδιάφορη χωρίς να νιώθω καμιά σιγουριά. Ζητήματα αμφιβολίας και υπαρξιακής αναζήτησης ήδη με καταδίωκαν. Το αγρίμι της επιθυμίας έβαζε βαθιά τα δόντια του μέσα μου κι έμεινα να απολαμβάνω το δάγκωμα του. (Δεν είχα καμιά πρόθεση να σε ενοχλήσω), είπα με ειλικρίνεια. Κατέβασα το κεφάλι και χαλάρωσα γιατί τον είδα να σκύβει επάνω σε μια τσάντα και να αφήνει την δραματική ένταση του βλέμματος του από επάνω μου. Κι εγώ αυτόματα πήρα το σημειωματάριο μου κι άρχισα να καταγράφω τα συναισθήματα που μου ξυπνούσε αυτός ο άντρας. Δεν σήκωσα τα μάτια μου, τρέμοντας μην συναντήσω τα δικά του, άκουγα μονάχα νευρικές γραμμές και διακλαδώσεις να τραβιούνται επάνω σε χαρτί με μολύβι, μύριζα σχεδόν την τριβή, κι εκείνον τον μύριζα, μπορούσα να μυρίσω κάθε του τρίχα που είχε αφεθεί στον αρμυρό αέρα, μπορούσα να μυρίσω τα σωληνάρια του χρώματος που είχε πιάσει μέρες πριν. Τον ξανακοίταξα, ήταν σαν να τον ξέρω, ξαφνικά ένας άνεμος έξω από το παράθυρο του πλοίου, με βεβαίωσε πως το ίδιο θα σκεφτόταν κι εκείνος. Η ένταση της μαγνητικής ερωτικής του επίδρασης κλιμακωνόταν, απολάμβανα την εξερεύνηση σαν γυναίκα και σαν παιδί. Με κοίταξε, χιλιάδες πεταλούδες στάθηκαν στην κοιλιά μου, βλέμμα γοητευτικό, μάτια που μιλούν ξερές αλήθειες αλλά και ένας αντρισμός σέπιας, διεκδικητικός, μάτια που μαρτυρούσαν πόσα γυναικεία σώματα είχαν μαζί του σκορπιστεί στα αστέρια. Είχαμε καρφωθεί ο ένας μέσα στον άλλον, ήταν μια τέλεια ταντρική συνύπαρξη αυτό το αντάμωμα, ήξερα πως για να σωθώ μπορούσα να γινόμουν μια αράχνη και να τον τελειώσω, όμως δεν ήθελα, η χαρά κι η λύτρωση μου εξαρτιόταν ολότελα ξαφνικά από αυτόν. Απλά μιλούσα από μέσα μου και του έλεγα πως δεν θα είμαι εύκολος αντίπαλος, μετά σκέφτηκα πόσο βλακώδης είναι μια τέτοια σκέψη, όχι αντίπαλος, παίκτης, μετά εραστής, μετά αγάπη. Ή πρώτα αγάπη και τούμπαλιν; Εγραφα γι αυτόν κι εκείνος με ζωγράφιζε, μια ηλικιωμένη που πλησίασε για να καθίσει κοντά μας προφανώς νοιώθοντας την τρομερή μας ένταση άλλαξε θέση. Τα δάχτυλα του καίγανε καθώς έτρεχαν στο χαρτί, και τα δικά μου τρέχανε, τρέμαμε κι οι δυό, οι ανάσες μας είχαν συγχρονιστεί σε μια, ήταν σαν να είχαμε μπει ο ένας μέσα στον α΄λλον και χορεύαμε αφήνοντας υγρά οσμές και λάβα. Το πλοίο αγκομαχούσε μαζί μας. Τώρα είχαμε γίνει δυό λύκοι που βροντούσαμε την γη με τα πόδια μας. (Να είσαι δικιά μου), ψέλλισε και συνέχισε να ζωγραφίζει και να με αρπάζει με αυτό το φρικτά ωραίο βλέμμα. (Είμαι, πες μου πως σε λένε); είπα σχεδόν παραδομένη σε κώμα.. (Νοέμβρη), μου είπε Και τότε κατάλαβα πως ζωντάνεψα ,ενώ κοιμόμουν χρόνια πριν. Τον είχα δει σε κάποιο όνειρο μου, τότε που ανέβαινα στο άλογο μου παιδί, από τότε τον ήξερα. από τότε τον ζητούσα. Και τίποτε δεν θα ήταν πια εύκολο. Η φωτιά ήδη μας έπαιρνε, το νερό θα την έσβηνε αλλά θα την δυνάμωνε ο αέρας και θα την πήγαινε στην γη, ύστερα θα γινόμασταν ξανά νερό και θα τραβούσαμε περήφανοι στην θάλασσα, περήφανοι και πλήρεις.. ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ ΥΓ. ο πρώτος ενικός δεν αυθαιρετεί και δεν δηλώνει οτιδήποτε

Η ζωή που σε πιέζει να την ζήσεις ολοκληρωτικά και συνεχώς σου παραθέτει παραδείγματα που δεν έχουν να κάνουν με τον χρόνο της φθοράς Η ζωή που την βρίζεις ή την ευγνωμονείς γι αυτό ακριβώς, την δύναμη της πνευματικής αφθαρσίας , αυτό λέγεται μαγεία κι εσύ είσαι ο αποδέκτης κι ο εκτελεστής όλων των ιεροτελεστιών της. Η μαγεία δεν παύει ποτέ να υφίσταται όσο υπάρχουν μύστες και μυημένοι ,ανήσυχα μυαλά και καρδιές γενναιόδωρες. ευγνωμοσύνη

Την τελευταία γκέισα της πόλης, την σκότωσα με ένα τριαντάφυλλο μαύρο, περπατήσαμε σε κάτι στενά δρομάκια και κοιτούσαμε ένα φεγγάρι πνιγμένο σε μια θολή αύρα, άνθρωποι χωρίς πολιτισμό μόλις έβγαιναν από το ξακουστό μουσείο, (άκου ωραία μου, δεν υπάρχει καιρός για γκέισες κι ο τελευταίος σαμουράι δίδαξε τις χορευτικές φιγούρες στους ηθοποιούς του Ταραντίνο , είναι ώρα να φυγαδευτείς μακριά), της είπα και άνοιξα σιγά σιγά την τσάντα μου οπλίζοντας το χέρι μου με το τριαντάφυλλο, ( όμως ο τελευταίος των σαμουράι αποφάσισε να επιζήσει, διόλου παράξενο, αντίθετα θα μου έκανε εντύπωση αν διάλεγε να φύγει, κάποιος χρειάζεται να μείνει πίσω για να ανάψει τα φώτα όταν σβήσουν επιπλέον χρειάζεται να μείνει για να διηγείται την ιστορία στους ανιστόρητους), μου είπε κι έκανε πιό γρήγορα βήματα δίπλα μου,άκουγα την ανάσα της να βασανίζεται προσπαθώντας να με φτάσει. Της ξαναμίλησα για τον Νικολαίδη, μου είπε πως τα έχει ακούσει χιλιάδες φορές από εμένα αυτά, (αυτά ποιά αυτά, υπάρχουν πράγματα που τα χρειάζεται η μνήμη μου για να αντέξω εμένα κι αυτό το φριχτό πράγμα που λέγεται ζωή), της είπα χωρίς εμπάθεια, (δεν αντέχεται η ζωή χωρίς εμάς τις γκέισες του πλανήτη, είμαστε εδώ γιατί οι άντρες έχουν φτάσει να μισούν το φύλο τους, αρκούνται σε μια στύση, ένα κεφαλοκλείδωμα χωρίς δόντια και μόνο με γλώσσα και πιστεύουν πως τελείωσαν με τον έρωτα), ( άστα γιατί κι οι γυναίκες περιμένουν συναισθηματικές , υλικές επενδύσεις και λογάκια για να καβαλικέψουν τον ναρκισσιμό τους και να δώσουν το φύλο τους στην τελική), της αντιγύρισα. Τότε ακριβώς έπιασε να βρέχει, μια άγρια βροχή κάτω από το σκονισμένο φεγγάρι, πράγμα παράξενο, μια μπόρα που μας ανάγκασε να προσφύγουμε κάτω από ένα παλιό κτίσμα για να προφυλαχτούμε, κάτω από το ηλεκρικό φως είδα τα μάτια της, έλαμπαν σαν της γάτας κι απέπνεαν μια ζωώδη δύναμη, μπορούσα να αναπνεύσω μέσα τους, σήκωσα το τριαντάφυλλο και την χτύπησα δυνατά στο μάγουλο, τόσο δυνατά και τόσο πολλές φορές που τα πέταλα του διαλύθηκαν κι άρχισαν να πέφτουν κάτω. Χωρίς ένα δάκρυ έσκυψε και τα μάζεψε, τα έσφιξε στο χέρι της και μόλις άνοιξε την παλάμη της είδα το λουλούδι όπως ήταν αρχικά, σαν να μην συνέβη τίποτε, σαν να μην καταστράφηκε ποτέ, την φίλησα στο μάγουλο, (συγγνώμη, απλά θέλω να κατέβω από αυτόν τον πλανήτη γιατί ζαλίζομαι και δρω σπασμωδικά), είπα κι άρχισα να κλαίω με το στήθος. Με το στήθος έκλαψα κι εκείνη μου φίλησε το χέρι, (δεν είναι ώρα ακόμη να φύγουμε), μου είπε κι αυτή η τρυφερότητα του πληθυντικού ,μου έσκισε την καρδιά. ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ ΘΕΕΕΕΕ ΜΟΥ ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΕΕΕ, ούρλιαξα και κοίταξα το φεγγάρι, είχα ξαφνικά τόση αγάπη που έπεσα στα γόνατα... Απόκριση

Είναι εκεί, δίπλα στο παράθυρο, οι αποσκευές της περιμένουν να αποδράσουν. Η φυγή είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, σκέφεται, το να μένεις και να διαπιστώνεις πράγματα που δεν είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό σου ,και να τα βλεπεις κατάφατσα ,αυτό είναι το δύσκολο. Είχε ηττηθεί, αλλά αυτό δεν την έκανε να πίνει δηλητήρια, χαιρόταν που ακόμη ζούσε διατηρώντας σώα την διανοητική και συναισθηματική της αθωότητα ενώ είχε διδαχτεί ένα ακόμη μάθημα γύρω από τα ανθρώπινα... Σαφείς οι υπαινιγμοί, μέσα της, για μια καλύτερη ζωή. Μάζεψε τα έντερα της, το συκώτι της, το στομάχι και την καρδιά της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο κόσμος έξω υπήρχε σε συστολή και διαστολή, τον άκουγε, σήκωσε την βαλίτσα της και προχώρησε μέσα στο δωμάτιο. Αν μπορούσε κάποιος να δει, θα έβλεπε την βαλίτσα άδεια. Επίσης αν κάποιος μπορούσε να διαβάσει προσεκτικά τα μάτια της μια και στα μάτια είναι όλα γραμμένα θα διαπίστωνε με ευκολία πως αυτή η γυναίκα ήταν αυτό που λέμε φευγάτη από μόνη της. Αυτό έλκυε και τρόμαζε ταυτόχρονα τους άλλους.. - Η μικρή ιστορία μιας φωτογραφίας

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016


Τα ρομάντσα της καλής καρδιάς τα ξέχασες, βγάζεις τα ρούχα σου και πέφτεις σε μια άγρια θάλασσα από δέρμα, καθώς ανακατεύεις την επιδερμίδα της με τα δάχτυλα σου, λευκοί κρίνοι βγαίνουν τρομαγμένοι πίσω από τα ρούχα της. Κοιτάζεις, βλέπεις, καθώς ανακατεύεις την επιδερμίδα της με τα δάχτυλα σου, λευκοί κρίνοι βγαίνουν τρομαγμένοι πίσω από τα ρούχα της. ΔΕν είναι εντελώς γυμνή και δεν είναι χαρούμενη. Δεν είσαι εντελώς γυμνός και δεν είσαι χαρούμενος. Ανήκετε στο είδος αυτών που δεν τους ενδιαφέρει η εκόνα των άλλων για εσάς... Δεν ζείτε όπως οι άλλοι αρέσκονται να πιστεύουν για εσάς.. Τα ωραιότερα ταξίδια είναι αυτά που κάνουμε μέσα στους άλλους ανιδιοτελώς, σκεφτεστε, με πάθος και υπέρβαση, αλλά δεν το λέτε δυνατά, κι ίσως ένας από εσάς, θα πάρει το αυριανό καράβι και θα μπει στο ηχηρό στόμα του... Αμοργός 22-8-2016

H Kίκο, ζούσε σε ένα σπίτι κοντά στην θάλασσα. Τα έπιπλα, τρώγονταν σιγά σιγά από το σαράκι κι ο γάτος της συχνά το έσκαγε από το ανοιτχό παράθυρο. Τα ποτρέτα των γονιών της στον τοίχο, πίσω από την κορνίζα, έμοιαζαν σαν να βγάζουν υγρασία από τα μάτια τους, ήταν παράξενα τα σημεία που ήταν νοτισμένο το χαρτί. Η Κίκο, είχε έρθει σε αυτήν την μεριά του Αιγαίου, ρίχνοντας σε έναν απλωμένο χάρτη στο πάτωμα ,ένα νόμισμα που έδειξε το σημείο αυτό. Ταξίδεψε από τους δρόμους των κερασιών για να έρθει στα στενά με τα φραγκόσυκα και τις πέτρες. Όταν δεχόταν επάνω της τα ανδρικά κορμιά μπορούσε να ξεχάσει αυτόν που της είχε μάθει να μιλάει με την γλώσσα των πουλιών. Γιατί κάθε τους άγγιγμα ήταν και μια διαφορετική νότα , έκαναν έρωτα με την καρδιά τους, τα οστά τους, το δέρμα και τα μάτια τους. Από αυτόν είχε μάθει πόσο πονάει η ηδονή. Αλλά εκείνος είχε διαλέξει κάποια άλλη για να ζήσει, που διέθετε σπίτια με κήπους ολάνθιστους και χρυσό. Η Κίκο περιφερόταν στην παραλία την Άνοιξη με τα χέρια της μπλεγμένα μπροστά της και κοιτούσε αφηρημένα τον ορίζοντα, λες και εκείνα τα περαστικά καράβια θα μπορούσαν να ξαναφέρουν κοντά της αυτόν που της έμαθε τι είναι ο πόνος η προδοσία και η απόλυτη παράδοση σε έναν άνθρωπο. Ήταν σαν να υπήρχε στους δρόμους των κερασιών αφημένο το άλλο της σώμα. Αυτός που γνωρίζει να διαβάζει τα μάτια, ξέρει πως είναι το να ζεις με το μισό σου κορμί. Η μόνη της χαρά, ήταν όταν προετοίμαζε τον εαυτό της σαν ερωμένη. Σιγά σιγά είχε μάθει τους άντρες , ετούτης της νερένιας κουκίδας με τους γλάρους, να μην τρώνε βαριά φαγητά όταν την επισκέπτονταν. Τους έλουζε απαλά και τους τραγουδούσε για να πάρει τα βάσανα τους και να τους ελαφρύνει το βάρος της ύπαρξης. Οι γυναίκες τους δεν μιλούσαν, γιατί στο βάθος ήξεραν να την φοβούνται, ήξεραν πως οι άξεστοι τρόποι των αντρών τους στο κρεβάτι είχαν αλλάξει εξαιτίας της. Οι καπετάνιοι μόλις έφταναν από τον άγριο Ατλαντικό το πρώτο που έκαναν ήταν να χυθούν στα μετάξια του κορμιού της και να χαθούν εκεί πετώντας μαζί της. Η γκέισα του νησιού, μια φορά σκαρφάλωσε σε ένα ύψωμα άγριο και βρήκε έναν χρυσαετό να φυλάει τα μωρά του, κοιτάχτηκαν για λίγο σαν να αναμετρήθηκαν, κι ενώ στην αρχή το πτηνό έδειξε άγριες διαθέσεις μόλις την άκουσε να τραγουδάει με την γλώσσα που της είχε μάθει ο αγαπημένος της έπαψε να την απειλεί και μετά από πολλές ημέρες έψαξε και την βρήκε στο σπίτι της, πετούσε από επάνω της ώσπου κατέληξε να κάθεται απαλά στον ώμο της. Πολλοί που ειδαν το θέαμα είπαν πως θα ήξερε μαγικά, μόνο οι εραστές της ήξεραν την αλήθεια. Πως αυτός που έχει πονέσει σε όλες σχεδόν τις διαβαθμίσεις του πόνου και δεν θέλει να τον γυρίσει πίσω σε κάποιον άλλον ,ξέρει να επικοινωνεί και να ημερεύει τα άγρια ένστικτα κι ας ξέρει πως έτσι εκθέτει τον εαυτό του σε μεγάλους κινδύνους. Η Κίκο έζησε πολλά χρόνια στο νησί αυτό, τις νύχτες έπινε ούζο αντί για σάκε και κοιτούσε τα καράβια που χάνονταν πίσω από τα βράχια, κοιτούσε τα αστέρια που τα κατάπινε ο ουρανός. Και ζούσε μόνο για να δίνει ηδονή και χαρά. ΚΙ ήταν γνωστό πως αν και σκορπισμένη ανάμεσα σε τόσα σώματα ήταν μια ερημίτισσα. Βαθιά ερημίτισσα... -Η γκέισα των νησιών

Θάλασσα αγκαλιάζει, άνθρωπος χάνεται, δέχεται όπου υπάρχει φως, μολύβι, πέτρα και αλάτι. Άνθρωποι και λουλούδια στεγνά από δροσιά. Η εκκλησία ακούει την καμπάνα της . Η πλατεία λουφάζει τον ΣΕπτέμβρη. Είμαστε μικροί, παλεύουμε με τους δαίμονες μας, μέρα νύχτα, νύχτα μέρα. Τα ζώα υπομονετικά στεκουν ενώ σιγά σιγά σκοτεινιάζει, περνούν τα σύννεφα και πυκνώνουν, μια αχλή ατμόσφαιρα στο βάθος καίγεται. Καίγομαι με τους νεκρούς μου και το τσιγάρο. Ένας πειρατής λιβανίζει στο βάθος μιας σπηλιάς, ενώ εμείς κοιτάζουμε αθώα, δίχως έπαρση, με την αθωότητα ενός βρέφους. Χωριό ανέμελο στην χάση της ημέρας. Χωριά που καίνε τους ανέμελους ανθρώπους . Κάποιος κοιτάζει, κάποιος τρυπιέται από το δέρμα της επιθυμίας. Είμαστε μικροί κι άλλοτε είμαστε γίγαντες που βαστούν στην πλάτη τους τον ουρανό. Κι είναι στιγμές που είμαστε εδώλια που αγκαλιάζουν τρυφερά τον εαυτό τους νομίζω τα είχα ξαναδεί όταν ήμουν αγρίμι, με τα αγρίμια χόρευα, με τους λύκους μιλούσα, έλεγα, (Αφήστε τα δόντια σας κάτω από τον λαιμό μιας καθυστερημένης λύπης). Στο καφενείο, ένας καθυστερημένος νοητικά, ρωτάει πότε θα ξαναχτυπήσει η καμπάνα. Εμείς κοιτάζουμε τα σύννεφα και λέμε ( θεέ μου, πότε θα βρέξει; πότε θα βρέξει); Αμοργός ( ημερολόγιο

Ο Σεπτέμβρης εδώ, σε κάνει να σκέφτεσαι πως υπάρχουν τα φυσικά φαινόμενα , κι όχι τα μεταφυσικά. ΕΧθές στην παραλία, ένα μικρό πουλάκι, θα έλεγες σαν παιδί γλάρου, ποδαράκια σαν σπιρτόξυλα, γρήγορο βήμα, σχεδόν τρέχοντας, έτρεχε μπροστά μου και μετά σταματούσε , γυρνούσε το κεφάλι του να με δει. Το ακολουθούσα γιατί εκτός της γαλήνης που μου μετέδιδε ήθελα με την λογική του ανθρώπου της πόλης να δω αν υπήρχε μια σύμπτωση ή συνέβαινε κάτι άλλο. Ναι, έχω μια υπέροχη σχέση με τα ζώα αλλά ετούτο το πλασματάκι ήταν μια πρωτόγνωρη επαφή. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, μόλις το πλησίαζα, πετούσε πάνω από την θάλασσα, κι εκεί που απογοητευόμουνα και έφευγα, νάτο πάλι μπροστά μου. Ξανά, έτρεχε, σταματούσε, γυρνούσε με κοιτούσε έβλεπε πως το ακολουθούσα , συνέχιζε, μόλις το πλησίαζα πετούσε και ξαναερχόταν μπροστά μου. Η κατάληξη ήταν να έρθει μπροστά στην ψάθα μου, ξανά τα ίδια, εκτός της υπέροχης αίσθησης της γαλήνης που μου μετέδωσε, κατάλαβα, θυμήθηκα καλύτερα , τα απολύτως φυσικά, δηλαδή την σχέση του ανθρώπου με την φύση και τα ζώα. Ναι, ο Σεπτέμβρης είναι μαγικός, θυμάσαι τι είναι αυτό που λέγεται άνθρωπος. Σε λίγο θα ξαναπάω στην θάλασσα, εχθές είχε λίγο αέρα, σήμερα δεν κουνιέται φύλλο. Τα νησιά είναι μαγεία. Ευγνώμων

έβλεπα στα σώματα και τα πρόσωπα τους ,τα σημάδια των εραστών και των ερωμένων τους, αυτοί που υπήρξαν όμορφοι και μυστηριώδεις σαν ένας πίνακας δίχως θέμα. Η ομορφιά κι ο ερωτισμός είναι παγίδα, είπες ένα απόγευμα που ο σκύλος του γείτονα έξυνε την πόρτα μας με τα νύχια του. έβλεπα την ομορφιά τους από απόσταση, δεν είχαν λογαριάσει πως ο χρόνος τσουλάει τα δόντια του επάνω τους, τους αρκούσε να γεμίζουν το κρεβάτι τους με πόδια, φιλιά, βογγητά και φωνές. Ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός γυναικών κι αντρών είχαν περάσει από τα χρωματιστά τους δωμάτια Σμίξεις με υλικά διαφορετικά ,μα τόσο ίδια ,αν μπορούσαν να τα δουν από απόσταση. Αλλά τους άρεσε να παραμυθιάζονται λέγοντας στον εαυτό τους πως ερωτεύονταν, έρωτες που με δυσκολία ξεπερνούσαν τους τρεις μήνες, τους άρεσε να παραμυθιάζονται πως είχαν βρει το άλλο τους μισό. Τους έλεγα μοιραίους γιατί ΄΄ηταν όμορφοι κι ωραίοι και δεν το ήξεραν. Δίνονταν στην φωτιά ,χωρίς να λογαριάζουν πως ο χρόνος περνάει και κρατάει στα χέρια του το χαρτί που δηλώνει τον θάνατο. Τώρα που μεγάλωσαν αρκετά ώστε να βλέπουν την περασμένη τους ζωή δεν ήξεραν γιατί να πρωτοκλάψουν. Εκείνος να απορεί που χάθηκε η τύχη του κι εκείνη να κλαίει για όσα δεν έκανε, δεν της αρκούσε ότι είχε είχαν μπορέσει να στριμώξουν δέκα ζωές σε μια. Μου άρεσαν γιατί ήξεραν τι σημαίνει ευγένεια , αξιοπρέπεια με μικρές δόσεις αλητείας, ήξεραν να μην τσιγκουνεύονται στα συναισθήματα τους κι ήξεραν τι ακριβώς σημαίνει να αγαπάς και να αφήνεις τον άλλον ελεύθερο όπως και γνώριζαν τι σημαίνει να είναι ένας λύκος μόνος του. Κύλησαν σε στέπες και αμμουδιές με φοίνικες, αγαπήθηκαν κι αγάπησαν, όμως ποτέ δεν συνέβη να ερωτευτούν και να αγαπήσουν ταυτόχρονα. Μην ξοδεύεις την καρδιά σου σε γελοιότητες κι υπάρξεις άνευ ποιότητας, μου είπες ενώ ο παπαγάλος απέναντι αναπαρίστανε τον ήχο από το τηλέφωνο, τον συναγερμό κι ένα καναρίνι. Πάμε αγάπη μου, σου είπα, άνοιξες την πόρτα , βγήκαμε έξω και τους ξέχασα.. -Κυριακάτικος Φθινόπωρος

Έπιασα ένα σύννεφο, στην αρχή έμοιαζε σαν άλογο, μετά έγινε ένας γέρος Ινδιάνος, ύστερα ένα επιστολόχαρτο. Με φιλοξένησε, γυρνώντας με στην παιδική μου ηλικία, τότε, δεν υπήρχαν οστά που κροτάλιζαν , ούτε επικηρύξεις για τους φτωχούς. Στις μέρες μας, η διεθνής εντολή, είναι να τελειώνουν οι αθώοι, αυτοί που με πείσμα παραμένουν μπροστά από την κουρτίνα. Τα φύλλα των εφημερίδων σε αγριεύουν, οι οθόνες των κινητών σε περιγελούν, η μοναξιά χορεύει οπλίζοντας τόξα, ο στόχος είναι πολλαπλός και εύκολος. Με τα ψέματα γερνάει ο χρόνος. Με τα ψέματα γερνούν οι ιδιοσυγκρασίες των ανθρώπων. Αυτοί που κάτω πέφτουν ,συνήθως δεν ξανασηκώνονται. Αλλά είναι κι αυτοί που παθαίνουν ανοσία. Αμετανόητα ευγενείς και πονεμένοι. Παλεύουν να ζήσουν όρθιοι. Για να διαλυθούν μια ημέρα σαν τα σύννεφα. Μέσα στα σύννεφα γυρεύω τους αμετανόητους αθώους.. - Ανορθόγραφα

Ο εντεταλμένος της σιωπής , άρχισε να χορεύει πίσω από τα κλειστά παράθυρα. Κι έκανε τόσο θόρυβο η σιωπή του ,που πέσαμε στα γόνατα. Με χέρια που σφράγιζαν τα αυτιά. Πάψε τώρα, πάψε, λέγαμε γεμάτοι από αγανάκτηση. Κι έγινε φανερό σε όλους μας ,πως ανίκανοι σταθήκαμε να μιλήσουμε, να σιωπήσουμε, να ζήσουμε. Και έγινε νύχτα, μετά έγινε ημέρα, μα τίποτε δεν άλλαξε αυτήν μας την παράλυση.. Σαν κάποιος να μας δάγκωσε την γλώσσα. Μέσα στο πλήθος κι εγώ σκέφτηκα ,πως όλο αυτό με βόλευε, βλέπεις ,όποτε μίλαγα δεν κρατούσα τα προσχήματα, ούτε τα λεκτικά, ούτε τα χρονικά πλαίσια στον λόγο. Αυτό στάθηκε εμπόδιο σε όσους με πρώτο γνώριζαν, όσα πίστευα κι έζησα ,τα έλεγα αβίαστα , γρήγορα λοιπόν το έβαζαν στα πόδια. Εξάλλου τους γενναίους και τους άξιους για παρατήρηση ,γρήγορα η κοινότητα της σιωπής ,τους απομάκρυνε από τις εστίες της δράσης. Ετσι παντρεύτηκα την σιωπή κι απλά παρατηρούσα, μα τα κρατούσα για εμένα και τρεις φίλους καρδιάς. Οι ιστορίες των ανθρώπων γράφονται με αίμα, σπέρμα, σκατά και λέξεις που έγιναν πράξεις, έτσι σκεφτόμουν κι έτσι ήξερα. Αλλά έμαθα να ζω στην σιωπή απλά χωρίς να την κανακεύω

¨{ Η Όλγα των χρησμών} 'η Όλγα των σιωπών, του φωτός και του ερέβους, κατάπινε πεταλούδες που είχαν σκοτώσει τις κάμπιες, οι πεταλούδες γίνονταν χρησμοί, μια χαραμάδα στον χρόνο, την άφηνε να δει αυτά που θα συνέβαιναν, αυτά που έβλεπε γίνονταν σύννεφα , τα ξεδιάλυνε και τα έλεγε στους άλλους, ένας χρησμός αφορούσε την ίδια, μα είχαν περάσει χρόνια πολλά, χρόνια είκοσι, ο χρησμός μιλούσε για έναν άντρα με όμορφα δυνατά μάτια, με δέρμα που το ζέσταινε ο ήλιος, με χέρια αφαιρετικά, με μνήμη που χάιδευε το μακρινό χτες, θα περπατούσαν για χρόνια στους ίδιους δρόμους, θα περνούσε εκείνη λίγη ώρα πριν από εκείνον στο ίδιο σημείο, θα είχαν γεννηθεί στην ίδια θάλασσα, θα γεύονταν και θα έβλεπαν τα ίδια μα δεν θα συναντιόντουσαν παρά μόνο όταν θα είχαν βρεθεί στο σημείο μηδέν, μηδέν πάει να πει μπορείς να πεις ναι στον θάνατο, μπορει και να πει ,το κοντέρ της αντοχής σου έσπασε, συναντήθηκαν μέσα σε μια οθόνη που αφορούσε γενικά την τέχνη, η Όλγα των χρησμών δάκρυσε, τον ονόμασε γιατσέντο, εκείνος την ονομάτισε αγάπη, εκείνη διαμαρτυρήθηκε, δεν τον πίστεψε, έπειτα άρχισε να καταλαβαίνει, όμως εκείνος ήταν μακριά της, τους χώριζε και τους ένωνε η θάλασσα, ο χρησμός της έσπασε, έγινε και άλλος, όλα της έλεγαν πως θα έφευγε από τον κοινό τους τόπο και θα πήγαινε κάπου που ξανά θα βρεχόταν από θάλασσα, έπρεπε να ζήσει, να επιβιώσει , η ΌΛγα έσπασε σε χιλιάδες κρύσταλλα, ήταν σαν να της μιλούσε το α΄λλο μισό του εαυτού της, όταν τον σκεφτόταν τον ένιωθε δίπλα της, να της αγγίζει τα μαλλιά, να της μιλάει με λόγια παρηγορητικά, να γίνεται φωτιά της, ήταν τόσο σπάνιο για εκείνην που είχε διασχίσει εκατοντάδες τοπία των ανθρώπων , που είχε κατασταλάξει υποτίθεται σε μια διαδικασία σιωπής, καμιάς προσμονής, καμιάς επείγουσας ανάγκης πέραν της χρησιμότητας της στους άλλους, τον ήξερε και δεν τον είχε αγγίξει, την ήξερε και δεν την είχε δει, έπειτα τα έβαλε με την μοίρα της, υπέφερε, έγινε έρεβος και σελήνη, λούφαξε σαν πληγωμένος σκύλος, ύστερα μίλησε στην φίλη που την έλεγε αδελφή της, πλάσμα μαγικό κι ανώτερο, διάβηκαν μαζί την κοιλάδα του πόνου, την βοήθησε να βγάλει στο φως την πληγή της πριν κακοφορμίσει, ύστερα οι οδύνες έγιναν ευγνωμοσύνη, έγιναν άνθη ενός κήπου όπου βασίλευε η γενναιοδωρία των ανθρώπων , ευχήθηκε ολόψυχα μέσα της εκείνος να ζήσει όπως του αξίζει και γύρισε το κεφάλι της στο φως, ύστερα οι πεταλούδες έγιναν ξανά κάμπιες κι οι χρησμοί θα έμπλεκαν με το φως, ο χρόνος θα μεταδιδόταν με τα ρολόγια και το ημερολόγιο αλλά η μαγεία δεν θα σταματούσε ποτέ... έτσι είναι για κάποιους

Επικληση Θεοί του φωτός ,φυλάξετε τον, τα ουράνια παιδιά προσκαλέστε τα στην όψη του, στις μελαγχολικες παραλυτικές βραδιές γλυκύνητε τον, τον χρόνο επιβραδύνετε στα βήματα του, κρατείστε την καρδιά του ανοιχτή κι ωραία όπως ενός αρχαιου θηλαστικού στην άμμο, συνδράμετε τον με την αγάπη σας ,κάθε φορά που μαύρα πουλιά θα πολεμούν με την χαρα του, δωστε χορό στα δάχτυλα του καθε φορά που θα δημιουργεί επάνω σε ενα κάδρο με πορτραίτο, τις σκοτεινες μοίρες αποδιώξτε, την μούμια σβήστε του απο την μνήμη να μην θυμάται τον πρώτο θάνατο, ειναι κουρασμένος ταξιδιώτης, δωστε του νερό και μέλι, κρατειστε τον γερό για να υπαρχει η ζωη μου

Ο φΘΙΝΌΠΩΡΟς ήρθε, με έναν υάκινθο στο στόμα, άνοιξε τρύπες ,ο ήλιος του, στα μάτια μου, με μια του λέξη, ασήμαντος ο κόσμος γύρω, για να με καταλάβει, καρδιές ανυπόμονες σαν άλογα με στήθη γεμάτα φωτιές, το πλήθος βουίζει σαν τα μελίισσια, ότι αποκόμισα από τα ταξίδια μου το σφραγίζω με κόκκινα μολύβια, ότι ωραίο, τις αυγές χάνεται κι έρχεται σε ένα σεντόνι σκισμένο, οι γλυκόξινες φιλίες, ανταριασμένες σαν κύματα με αφρούς σιγοκαίνε λιβάνια, ενώ τα ημερολόγια του πένθους φε'υγουν μακριά μου, να καώ ζητώ, από το φλόγιστρο μιας πεταλούδας, μην με λυπάστε, εσείς όλες οι δυνάμεις που γίνατε πάθη, κάψτε με τώρα, μέσα στο κίτρινο χαλί του Φθινοπώρου. Κέρνα με ένα γύρο θανάτου, ζωή θα σου βγάλω και θα χορέψω, ο αποσπερίτης έγειρε για λίγο στο χώμα κουρασμένος, η Άρτεμη τώρα τραγουδάει πάνω από την πεσμένη Αντιγόνη, καίγονται μαζί μου σε χρόνο μέλλοντα. Το σύμπαν γιορτάζει μέσα σε βλέμμα που φυσάει ηδυπάθεια και μια μελαγχολία που θυμίζει έρωτα.. {...}

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016


Στέκομαι επάνω σε έναν βράχο που βρέχεται από θάλασσα, βλέπω με όλες μου τις αισθήσεις την ένωση του ουρανού με την θάλασσα, αυτό το μπλε είναι ο καλύτερος διαλογισμός, αυτό το μπλε θα ήθελα να μπορούσα να το περιγράψω στους ανθρώπους χωρίς λέξεις, όμως οι λέξεις είναι ένα μέσον επικοινωνίας, δεν μου χρησιμεύουν σε αυτήν την περίπτωση, γιατί αυτό το μπλε είναι η αγάπη, αυτό το μπλε θα ήταν ιδανικό να δίνεται όπως είναι, χωρίς λέξεις, η αγάπη κι η ευγνωμοσύνη δεν περιγράφονται με λεξεις, η αγάπη κι η ευγνωμοσύνη είναι οι θυγατέρες ενός ανώτερου όντος που μόνο να το διαισθανθώ μπορώ , γιατί εκεί μακριά, υπάρχει ένας άγνωστος, υπέροχος κόσμος που οι λέξεις είναι ασήμαντες και αδύναμες για να τον περιγράψουν, τελικά αυτό που μπορούν να κάνουν είναι μια πρόχειρη ανάγνωση του σχήματος του..αν κι αυτό ακόμη,μοιάζει ασήμαντο

Είμαι παιδί, είμαι σκυλί, είμαι γατί, είμαι χορδή από κιθάρα παλιά, μα όχι ξεχασμένη, όταν σε αγαπώ, είμαι ευτυχισμένη, είμαι βροχή, είμαι κι αλάτι και νερό και πληγή γιατρεμένη, γιατί, έχω έναν ήλιο στην ψυχή ,όταν είμαι στο νησ

Kι ήταν όλα απλόχερα και φτιαγμένα από χώμα και πέτρα, ένας ήλιος θρόιζε το σώμα σου καθώς ένα χαμόγελο δικό σου,ηχούσε εσωτερικά, σου είπα πως γίνεται να χαμογελάς κι οι ακτίνες του γέλιου σου να μπλέκονται με αυτές που μάτι ανθρώπινο δεν μορεί να δει; Στο μεταξύ, οι άσπρες πέτρες των σπιτιών, ηχούσαν εκείνο που κρυβόταν το άσπρο των ματιών σου.. -Λευκό κρασί

Του μίλησε για τα μυστικά της πεταλούδας, διέκρινε έναν κύκνο να φωλιάζει στον λαιμό της καθώς τον περνούσε με τα δάχτυλα του, είδε χελιδόνια να λευθερώνονται μέσα από τα μάτια του, επαψαν να μιλούν, η γλώσσα του σώματος δεν δεχόταν τις λέξεις, πράσινα και κόκκινα ποτάμτια έγνεφαν από μακριά, βούλιαξαν στα νερά τους.. -Πνευστά

Μια δυνατή ανακάλυψη που κάνεις όταν ζεις σε νησί, είναι πως μπορείς να περνάς και να γνωρίζεις τα όρια σου με αδάμαστη τρυφερότητα

O Πάμπλο πέταξε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο που ήταν στο κομοδίνο του. Κοίταξε την μικρή κρεολή που είχε κοιμηθεί μαζί του, δεν θυμόταν το όνομα της, ούτε το δικό του. Όλη την νύχτα άδειαζε ένα ποτήρι με άθλιο ουίσκι, εκείνη είχε πιεί τους χυμούς του. Το δωμάτιο βαστούσε ακόμη την υγρασία τους. Έξω στον δρόμο κυκλοφορούσαν όπως πάντα οι καθωσπρέπει φονιάδες των ψυχών. Ο Πάμπλο πολύ θα ήθελε να καθαρίσει τον κόσμο από αυτούς αλλά ήξερε πως αυτό ήταν αδύνατον. Εξίσου αδύνατον του φαινόταν να συγχρονιστεί με τον κόσμο. ΧΡόνια τώρα αυτός κρατούσε μέσα του εκείνο το αγόρι που είχε κακοποιηθεί από τον πατέρα του, θυμόταν ξεκάθαρα όλες τις λεπτομέρειες του βιασμού αλλά δεν θυμόταν το όνομα του. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα καπνού. Το σταχτοδοχείο ήταν γεμάτο γόπες. Σκούντηξε την μικρή κρεολή για να ξυπνήσει. Δεν άντεχε άλλο την παρουσία της. Η νύχτα είχε τσουλήσει τα δόντια της μαζί του. ΔΕν αγαπούσε κανέναν και κανείς δεν τον αγαπούσε. Βαθιά μέσα του ένιωθε κομμάτια ελευθερίας. Όμως δεν θυμόταν το όνομα του. Αλλά κι αυτό δεν είχε σημασία, ούτε πως μπορούσε ακόμη να αναπνέει. Σημασία είχε να κυλήσει η ημέρα και να έρθει η νύχτα. Ο Πάμπλο δεν έχει ενδιαφέρον για εμάς. Ούτε κι εμείς έχουμε ενδιαφέρον για εκείνον. Όμως θα έρθει η ημέρα που όλοι οι Πάμπλο θα αποκτήσουν ενδιαφέρον για το σήμερα κι όχι για το χτες. Και πιστέψτε με, τότε η ιστορία της ανθρώπινης περιπέτειας θα αποκτήσει ενδιαφέρον. Γιατί όλοι οι κάνθαροι θα αλλάξουν πόστο και η σελήνη θα βουλιάξει μέσα σε ασημένιο αίμα την ανθρωπότητα.. ιστορίες χωρίς ενδιαφέρον.

H συγχώρεση είναι μια διαρκής αφήγηση

H γοητεία είναι πολύ ενδιαφέρουσα τα πρώτα λεπτά της επίδρασης της, ύστερα, καθώς διατηρεί ακμαία την υποβολή της χρονικά, γίνεται μόνο υποβολή και χάνει κάτι από την ελευθερία της επίδρασης .. Ελάχιστες εξαιρέσεις του φαινομένου, αποτελούν οι γάτες, η γοητεία τους μοιάζει σαν χαμαιλέοντας.

Ποτέ μην πεις, ποτέ μην πεις, πως δεν σου χάρισα τραγούδια της αυγής, μα ενώ εσύ μου έδειχνες το στόμα σου ανοιχτό, το παραθύρι της ψυχής σου ήταν κλειστό, κι έμεινα σαν χελιδόνι, στων χεριών σου το βελόνι.. ΠΈρασαν δύσκολοι καιροί μα δεν έγινα σκιά κρυμένη στην φωτιά.. μια παιδική μαντινάδα, μεταμεσονύχτια

Χθές ο ουρανός έκρυβε μισό χαμόγελο του φεγγαριού και δίπλα του η Αφροδίτη έλαμπε φορώντας ασήμια. Η θάλασσα δείχνει να ημερεύει, μέρες τώρα είχε αφήσει τα επτά άγρια σκυλιά της που ξερνούσαν αφρούς, σκεπάζοντας με μανία τα βράχια. Το νυχτολούλουδο της λόζας αρχίζει και στέλνει το πυκνό του άρωμα μέσα στο παράθυρο μου όταν μπαίνει η νύχτα. Ο Σεπτέμβρης στο νησί χρειάζεται μια άλλη εξερεύνηση, εσωτερική και μυστηριακή. Ένα άλλο φως κυκλώνει τα σώματα και τα μάτια μας. Θαρρείς και κάποια αόρατη δύναμη μας υποβάλλει σε μια παράξενη μέθεξη.. Αμοργός 4-9-2016

Χθές ο ουρανός έκρυβε μισό χαμόγελο του φεγγαριού και δίπλα του η Αφροδίτη έλαμπε φορώντας ασήμια. Η θάλασσα δείχνει να ημερεύει, μέρες τώρα είχε αφήσει τα επτά άγρια σκυλιά της που ξερνούσαν αφρούς, σκεπάζοντας με μανία τα βράχια. Το νυχτολούλουδο της λόζας αρχίζει και στέλνει το πυκνό του άρωμα μέσα στο παράθυρο μου όταν μπαίνει η νύχτα. Ο Σεπτέμβρης στο νησί χρειάζεται μια άλλη εξερεύνηση, εσωτερική και μυστηριακή. Ένα άλλο φως κυκλώνει τα σώματα και τα μάτια μας. Θαρρείς και κάποια αόρατη δύναμη μας υποβάλλει σε μια παράξενη μέθεξη.. Αμοργός 4-9-2016

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016


Μην με ξαναφωνάξεις πια με το όνομα μου σε αυτήν την άκαρπη διάχυση των αισθήσεων, σε τούτη την άτσαλη βουτιά στο κενό, μην με εντοπίσεις, το παλιό πέθανε, τώρα το καινούργιο βγάζει φωτιά και πάγο, χρειάζεται χρόνος για να επωαστεί ότι τρυφερό υπάρχει κάτω από τις στάχτες, λάμψεις και κρότοι δεν με φοβίζουν, έμαθα να ζω μαζί τους ραγίζοντας. Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο είναι η σιωπή κι η ησυχία που βράζει. Εκείνο που με τρομάζει είναι να μην καταφέρουν να μην με τρομάζει τίποτε.. {Ρωγμή}

Φως της ημερας φως της εσπερας ανελεητο κι επίμονο φως. Eίπαν για σένα τα πάντα, μα λίγοι σε ένοιωσαν λίγοι σε πήραν στα χέρια και το πρόσωπο δεν έπέσαν σε έκσταση. Τολμηροί ιππείς σε ζύγωσαν, σαν κεχριμπάρι στα μάτια σε φόρεσαν κι ύστερα μια λάβα , μια Αίτνα , μια ανοδική πορεία σε κάθοδο, δίχως ντροπή, δίχως μεταμέλεια, έτσι σε γνώρισα, έτσι σε αγάπησα, ´ετσι κάηκα κι αυτό διηγήθηκα σε όσους με ρώτησαν για σένα

Διαβάζει τις επιστολές των υποψήφιων εραστών ή αγαπημένων για κάποιο διάστημα, κανείς δεν είχε την ιδιότητα να την πλανέψει, ώσπου να μπεί βαθιά σε ένα όνειρο, από την πικρή στέπα, ως το μεσημεριάτικο ραχάτι της Μονμάρτης κανείς, από τα νησιά του Αιγαίου που επαναστάτησαν στον βυθό και αναδύθηκαν στην επιφάνεια , κανείς και τίποτε. Πότε πότε ,αναλογιζόταν τι να κάνει ένας τρωκτικός που παρίστανε με άνεση έναν αιλουροειδή, αλλά αμέσως την τύλιγε ένας κλαυσίγελως. Το μέλλον δεν αγρυπνάει με χάρη, ο μέλλοντας ήταν σκεπασμένος με την αχλύ των λέξεων. ΟΙ λέξεις και τα κτίρια δεν χωρούν τους ανθρώπους. Μόνο η ζωή τους χωράει και τους περιγράφει αισθανόμενη το δέος. Η τέχνη του έρωτα ζητάει την σφραγίδα του πένθους. Ως πότε θα πενθείς Μάρθα; αναρωτήθηκε υποψιασμένη για την απάντηση. Και της είπε ο εαυτός της, ώσπου να διασθανθώ το φως πίσω από το σκοτάδι, ώσπου να βρώ αυτόν που θα έχει μελετήσει τα ημερολόγια μιας μοτοσυκλέτας και τα ημερολόγια του πένθους. Τότε θα μπορώ να χυθώ αναμμένη στο τίποτε σαν να είμαι κάτι. Για να μπορώ να διψάω όταν θα έχει πάψει το νερό.. Να διψάω για τον άνθρωπο που δεν θα κυνηγάει την σκιά του όπως η γάτα την ουρά της... Σκίζει τις επιστολές, ξαναγίνεται γάτα.. -Απόσταγμα της φροντίδας
Προχωράει ζαλισμένη από την ζέστη, η πόλη βγάζει φλόγες από το στόμα της, η πόλη θυμίζει έναν δράκο που κρατάει προσεκτικά την τελευταία του φλόγα για τους αναρμόδιους. (Τι ωραία που δεν ανήκω στους αρμόδιους), σκέφτηκε. ( Τι ωραία που δεν ανήκω στους αναρμόδιους), σκέφτηκε. (ΠΟυ ανήκεις); την ρώτησε το στόμα που βρίσκεται πίσω από τον κρόταφο. (Πουθενά, ίσως να ανήκω κάπου που δεν ξέρω), απάντησε. Έβγαλε τσιγάρο, το άναψε, πέρασε κάτω από τα μπαλκόνια που έκαιγαν. Ένα σπίτι ήταν κυκλωμένο από κάγκελα που μιλούσαν για την εγκατάλειψη του.. Κοίταξε ψηλά, τότε είδε πυκνά φυτά να βγαίνουν μέσα από τις γλάστρες. ( Για σκέψου, εδώ στην οδό Χανίων , σε έναν χώρο που είναι σε εγκατάλειψη, κάτι προσπαθεί να ζήσει μόνο του, χωρίς βοήθεια και νερό από κανέναν).. Μια ασίγαστη τρυφερότητα ξεχύθηκε εντός της, για ότι υπήρχε χωρίς να ανήκει κάπου , για ότι ήταν εγκαταλειμμένο από το άγριο μάτι ετούτου του κόσμου που κροτάλιζε απειλές και φόβους, μέσα από την ίριδα αυτού του επικίνδυνου ματιού. Κολυμπάμε ανάμεσα σε μέδουσες που παριστάνουν τα θαλάσσια άνθη, χρειάζεται τρόπος να ξεχωρίσουμε τις ιδιότητες, μια καλή όραση, και κάποτε κάποτε, μια ενόραση ανθρώπου μας χρειάζεται

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Κάθε νύχτα ,έβαζε τα σκισμένα παπούτσια της και περπατούσε σε όλη την πόλη, δώρο ήταν κάποιου, που έμοιαζε στον Αντίνοο, το πρωί , μόλις ξυπνούσε,, έβρισκε τα παπούτσια δίπλα στο κρεβάτι της, τίποτε δεν θυμόταν , μόνο ένιωθε μια γρατζουνιά στο στήθος της, εκεί που οι παλμοί γίνονται νότες για κάποιο ρέκβιεμ που ποτέ δεν χορταίνεται... - Υπνοβασία

Οταν μιλήσαμε για πρώτη φορά ,στάζαμε αίμα Καταλάβαμε αμέσως πως ανήκουμε στο είδος των μοναχικών Κι όμως, αυτό δεν μας εμπόδισε να απλωθούμε αμέσως ο ένας μέσα στον άλλον Οι βιογραφίες μας ,κουκούλια που τα προστάτευαν μεταξοσκώληκες Κι όλες οι λύπες κι οι χαρές μας είχαν την απόχρωση του αρχαίου Νομίζω, ήταν απόγευμα Αν και δεν σε ξαναείδα, από τότε ,με κυνηγάει η αίσθηση του επείγοντος... Και η ειμαρμένη, συνεχίζει να κάνει σχέδια χωρίς εμένα, ενώ εγώ ,χάνομαι καθώς θυμάμαι όλες τις γραμμές στο πρόσωπο σου, την ώρα που γελούσες σαν παιδί, τότε ήταν που γύρισα σπίτι κουβαλώντας μέσα στις παλάμες μου έναν ολόκληρο ουρανό. - Απογευματινός απόηχος

Κάνουμε κύκλους, βυθιζόμαστε σε ιστορίες αγνώστων, για εκείνους μιλάμε ή για εμάς; Για εμάς μιλάμε μέσα από τους άλλους, κι ας ξέρουμε από το ένστικτο του ζώου πως και ποια ιστορία θα τερματίσει πρώτη. Ας συγκρατήσουμε με λίγη συγκίνηση όποια από αυτές ποτέ δεν ξεκίνησε, ίσως αυτή να ήξερε τα περισσότερα . Σε κάποιο μπαρ της Καραιβικής ένας παπαγάλος θα μείνει στον ώμο του μπάρμαν καθώς θα αφρατεύει ένα κοκτέιλ που το πρώτο του συστατικό θα είναι το αψέντι.. Ξέρουμε να πίνουμε σαν γενναίοι κι όχι σαν αυτούς που ενώ σέρνουν δειλά όλη την ενοχή του κόσμου στην πλάτη τους παριστάνουν τους μοιραίους και τους γοητευτικούς. Καθώς θα καταπίνουμε το αψέντι ένας καταραμένος ποιητής θα τσουγκρίσει το ποτήρι μας. Εις υγείαν! -Το επίμετρο της Δευτέρας-

{Μια παράξενη νοσταλγία} Όταν τον συνάντησε ,αισθάνθηκε την νοσταλγία για κάτι που γνώριζε, γνώριζε αυτά που της έλεγε, τα ήξερε με την ακρίβεια του ανοίγματος των φτερών ενός πουλιού που γυρίζει τον κόσμο του ουρανού. Μίλησαν για τον χρόνο που έφυγε χωρίς να συζητήσουν για τον χρόνο που ερχόταν. Αυτή η νοσταλγία, της λύγιζε τα γόνατα. Πως γίνεται να ξέρεις από πριν , πως γίνεται να νοσταλγείς για κάτι που ενώ δεν το έχεις ζήσει ,ήδη το νοσταλγείς; Της είπε πως ότι έμαθε μέχρι τώρα ,είναι ,πως το μεγαλύτερο δώρο της ζωής είναι η αναπνοή. Απέραντη ευγνωμοσύνη για την ανάσα, κύματα ζωής, κύματα ευγνωμοσύνης για έναν κόσμο που δεν υπάρχει σε αυτήν την πραγματικότητα. Κύματα ζωής για έναν κόσμο που ενώ υφίσταται ,δεν γίνεται αντιληπτός με τα μάτια. ( τι είχε πει ο ποιητής; όχι άλλη πραγματικότητα) Θυμήθηκε εκείνη, τις σημειώσεις για την όραση, την στιγμή που το σκεφτόταν εκείνη, της είπε γι αυτό. Το χέρι της ήταν μέσα στο δικό του, μύριζε ένα γνωστό άρωμα από πριν. Ενώ ο κόσμος συνέχιζε τον ρυθμό της ζωής του σε όλον τον πλανήτη, εκείνη μπόρεσε να δει πως σε μια άλλη ζωή του θα ήταν Ινδιάνος ,σε μια άλλη ιππότης, μύριζε ήδη το βρεγμένο χώμα που πατούσε ο ίδιος τότε, 'ηξερε πως πίσω από αυτά τα μάτια κρυβόταν έντεχνα κόμποι λύπης, κι εκείνος ήξερε σε ποιο μονοπάτι είχε χάσει την δυναμική της. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται χωρίς την φυσική μας παρουσία. Υπάρχει ένας Ωκεανός ριγμένος άτακτα μέσα στα κύτταρα μας. Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς να μιλήσουν και να νιώσουν την αγάπη. Αυτό της είπε όταν την πήγε στο αεροδρόμιο για να μπει στο αεροπλάνο, μάθε να μην αφήνεις το μυαλό σου να σε ορίζει, όσο θα σου μοιράζει αυτό φύλλα από μια τράπουλα σημαδεμένη, εσύ δεν θα νιώθεις... Όταν το αεροπλάνο τυλίχτηκε στα σύννεφα ,ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει, να ξανααρχίσει να νιώθει κι όχι μόνο να σκέφτεται.. Ένιωσε ευγνωμοσύνη κι ένα τεράστιο ζεστό κύμα γύρω της και μέσα της. Εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο με μια αίσθηση νοσταλγίας. Την ίδια που είχε κι εκείνη από την αρχή.. Αλλά ήταν νωρίς για να αρχίσει να αναπνέει ελεύθερα

Είμαστε μια κόκκινη κλωστή από αίμα που αιωρείται ανάμεσα σε σκόνη από τα κόκαλα. Δεν χρειάζεται να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον για να μας νιώσουμε. Περπατούσα στην Πανεπιστημίου κι έβλεπα το ζαρκάδι του Σινόπουλου, δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να το δω ,εκτός αυτής της διορατικής αιώρησης. Αποτύπωσα την εικόνα στην καρδιά μου, έπειτα ήρθε το ζαρκάδι τρέχοντας ανάμεσα από τα αυτοκίνητα και φώλιασε την γλώσσα του στο μάγουλο μου. Ένιωθα ξανά, περπατούσα και σχεδόν χόρευα μαζί με κόκκινες και πορτοκαλί πεταλούδες που έπαιζαν με τα μαλλιά μου. Το φιλί σου, ένα βελούδινο όμικρον κύλησε στον λαιμό μου. Τίποτε δεν ξέρουμε, έλεγα μέσα μου, υπάρχει μπροστά μας ένας κήπος από θαύματα και δεν μας επιτρέπουν να τον δούμε. Έτσι είναι το παιχνίδι αγάπη μου, αν δούμε θα δραπετεύσουμε.. Αλλά όσο θα είμαστε η κόκκινη κλωστή από αίμα που αιωρείται ανάμεσα σε σκόνη από κόκαλα, θα υπάρχει η ελπίδα. Πήρα το βελούδινο δικό σου όμικρον και το κράτησα στην παλάμη. Και ο χρόνος άρχισε ξανά να με πολιορκεί... { Το σκόρπισμα, χωρίς το σφίξιμο

Η γυναίκα Ο άντρας Τα βέλη των ηδονών Το βύθισμα σε μια αυτοκαταγγελία, η ενατένιση των οριζόντων πίσω από αυτήν.. Η προσήλωση της μιας ενδοχώρας μέσα στην άλλη Οι βράχοι που χορεύουν γύρω από την θάλασσα Η υπόθεση της ευτυχίας Η άγνοια του κινδύνου Η τσιγγάνα που διαβάζει το χέρι μέσα σε μια άθλια κουζίνα Ένα μωρό στό διπλανό δωμάτιο που κλαίει Η ζωή που κλαίει Η γυναίκα Ο άντρας Τα βέλη των ηδονών Οι περιστάσεις ενός περίπατου στο Ζάππειο Τα ψέματα των αντιζήλων κι ο φθόνος Ένας κρότος, μια αστραπή Η ζωή που έρχεται, τρέξε να την προλάβεις, τρέξε.. { Εικόνες με ρήγμα

Eίχα μείνει εκεί που με άφησες, οι παλάμες μου ιδρωμένες ,τραγουδούσαν κάποια σκοτεινά μπλουζ, είχαμε σχεδόν μιλήσει για όλα αγγίζοντας τα από έξω, τραβώντας αόρατες γραμμές γύρω μας, με νύχια γαμψά ξύναμε το παρελθόν μας, εκείνη η αυτοκαταστροφή και το τσούλισμα μας στα άκρα, ήταν παρόντες. ΌΠως επίσης παρόντες ήταν κι η συννεφιά που διαλύθηκε από τον ήλιο. Ξέρω ότι αγαπάς τον ήλιο και την Άνοιξη, αγαπάς να βουτάς επάνω στα κίτρινα υγρασιασμένα φύλλα.. Μεγαλώσαμε χωρίς να μεγαλώσουν ολότελα οι ψυχές μας, εκείνο το παιδί βλέπεις, πάντα έχει την ικανότητα να κοιτάζει πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. <<Πολλή ζωή που ξοδεύτηκε έτσι άτσαλα, σαν να χάρισα κόκαλα σε έναν σκύλο που δεν τα είδε ποτέ του, έτσι αισθάνομαι>>, σου είπα. << Να θυμάσαι πως ενώ υπήρξαμε πυρομανείς δεν γίναμε εγκάθετοι>>, έτσι είπες κι άναψες ένα τσιγάρο. Θα μπορούσε να έχει προκύψει κι αυτό.. Κοίταξα τον κηπάκο μπροστά μου με τα λουλούδια και το παχύ χώμα. Κάποια παιδιά έπαιζαν προκαλώντας μια γλυκιά φασαρία. Να σου πω κάτι μυστικά; Γι αυτό επιζήσαμε και δεν ζηλέψαμε την δύναμη των θηρίων, η παιδικότητα μας δεν θα μπορούσε να μας επιτρέψει να ζήσουμε με αυτήν την αποκρουστική δύναμη... Και μας βοηθάει ακόμη κι εκείνη η παλιά μας αφέλεια.. Ωφέλεια είναι.. Έπειτα α΄φησα τα μπλουζ να ξεχυθούν από τα δάχτυλα μου και προχώρησα για το σπίτι. Περπατούσα κάτω από την επίδραση ενός μετεωρισμού. Κι ενός γιασεμιού που έλαμπε με την μυρωδιά του στο νησί μου. Ας μην μας γκρεμίσει τίποτε.. -Τα ορατά και τα αόρατα

Μην με ξαναφωνάξεις πια με το όνομα μου σε αυτήν την άκαρπη διάχυση των αισθήσεων, σε τούτη την άτσαλη βουτιά στο κενό, μην με εντοπίσεις, το παλιό πέθανε, τώρα το καινούργιο βγάζει φωτιά και πάγο, χρειάζεται χρόνος για να επωαστεί ότι τρυφερό υπάρχει κάτω από τις στάχτες, λάμψεις και κρότοι δεν με φοβίζουν, έμαθα να ζω μαζί τους ραγίζοντας. Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο είναι η σιωπή κι η ησυχία που βράζει. Εκείνο που με τρομάζει είναι να μην καταφέρουν να μην με τρομάζει τίποτε.. {Ρωγμή

Την σκότωναν σιγά σιγά ,οι πιό δικοί της άνθρωποι Ανέπτυξε ένα άλλο ένστικτο επιβίωσης με τον καιρό Ήξερε πριν συμβεί ,το κάθε χτύπημα Μα δεν μπορούσε να το αποφύγει λόγω ενός αλτρουισμού που δεν είχε μέτρο και μια πίστη περίεργη στους ανθρώπους Συγχωρούσε ,αλλά δεν ξεχνούσε ποτέ.. Έπειτα, ήρθε η ημέρα που εξαιτίας ενός λουλουδιού φυτρωμένο ξαφνκά σε μια άδεια γλάστρα, άρχισε να ξεχνάει το πόνο και την λύπη της Αφοσιώθηκε σε αυτό Χειμώνες και Καλοκαίρια. Μα ήρθε η εποχή που την γέμισε αγκάθια, όσο κι αν προσπαθούσε να τα αφαιρέσει από επάνω του τόσο αυτό έκλεινε γύρω από τον εαυτό του και δεν πέταγε κανένα μπουμπούκι. Το τελευταίο του αγκάθι ,το έβαλε σε ένα κουτί βελούδινο και το έβλεπε στην γλάστρα του να υψώνεται άδειο από άνθη Κι έπειτα από το κουτί ξεφύτρωσαν κι άλλα αγκάθια. Αναρωτήθηκε, μήπως κάποια αόρατη δύναμη κάτι ήθελε να της πει γι αυτόν τον έντονο αλτρουισμό Μα της ήταν αδύνατον να τον διώξει μακριά της. Ένα περίεργο απόγευμα γεμάτο σύννεφα κατάλαβε. Ο εαυτός της, της φώναξε να σωθεί. Επείγον ήταν να ακούσει αυτήν την φωνή και την άκουσε. <<Σώσε τον εαυτό σου, γιατί για σένα είναι πρώτα πολύτιμος και μετά για τους άλλους>>.,, Όταν κοίταξε στον καθρέφτη της ,είδε ένα κορίτσι πληγωμένο που ήταν πέντε χρονών.. Έτσι έβλεπε τους άλλους, γεμάτους πληγές. κΙ αποφάσισε να τους δει όπως πραγματικά ήταν.. Κι εκείνο το λουλούδι ξανάρχισε να ανθίζει στην γλάστρα της. Μπορούσαν τα κλαδιά του να φτάσουν στον ουρανό.. (Ένα λιτό παραμυθάκι για μεγάλα και μικρά παιδιά

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016


ώσπου να αδειάσει η μνήμη, θα σε περιγράφω στα χελιδόνια

Σταγόνες λύπης έλαμψαν στο πρόσωπο, ύστερα μια σταγόνα χαράς ήρθε και προσπάθησε να λάμψει, όμως οι σταγόνες της λύπης ήταν πολλές και την έσπρωξαν μακριά, καθώς έφευγε εκείνη η μικρούλα σταγόνα ,σκέφτηκε, γιατί να είναι μόνη της κι ακολούθησε τις άλλες, τότε το πρόσωπο ,αυτόματα κατέβασε τις γραμμές του και μια ψύχρα επικράτησε στο δωμάτιο, ο κήπος έξω έδιωξε τα αστέρια και το πρόσωπο ακίνητο εγκλωβίστηκε στην απάθεια..το έβλεπα στον καθρέφτη να κουνιέται πέρα δώθε..

Διατηρώ την ζωή μου, σαν ένα μυστικό εκτεθειμένο στο φως, Εκείνα τα λίγα που έμαθα είναι.. { Κρατήστε τις πληγές που σας έκαναν γενναίοι άνθρωποι,μην τις κρύβετε από τον ήλιο, μην παριστάνετε πως δεν έγιναν, κάποτε αυτές θα σας κάνουν αδέλφια

Το 24 ωρο μιας self'ie εξυπηρετεί την αυτοαναίρεση (ένα μικρό ,εύθυμο γράφημα) 5 πρωινή Η περιπέτεια- αυτοπεριήγηση, ξεκινάει από την πρώτη αυπνία, κατά τις 5 το πρωί, χωρίς τσίμπλα στο μάτι, με νεύρα που ξύπνησες χωρίς λόγο , ανοίγεις το φως και διαβάζεις περιοδικό, δεν είμαστε για βιβλία εκτός κι αν είναι κανένα από αυτά που καλύπτουν χρονικά με γρήγορες τσόντες, τότε σκέφτεσαι να κοιτάξεις τον καθρέφτη, μμμ, κοιτάς και δεν βλέπεις κανέναν κύκλο κάτω από το μάτι, κάτι σου αρέσει τραβάς γρήγορα με το κινητό αφού βάζεις λίγο ρουζ, κοιτάς το αποτέλεσμα και χαμογελάς, αχ, θα βάλεις τίτλο, μόλις ξύπησα κι έχω πολλά νεύρα , όλα αυτά ενώ διαλέγεις την καλύτερη, πέφτεις για ύπνο κι αυτήν την φορά κοιμάσαι άνετα μέχρι τις επτά που ξυπνάς. 7πρωινή Πίνεις έναν γρήγορο καφέ και βάφεσαι φυσικά, έχεις ξοδέψει πολλές εργατοώρες για να το μάθεις αυτό, κοιτάς τον καθρέφτη και στήνεις την μηχανή απέναντι σου, τραβάς καμιά εικοσαριά, διαλέγεις την καλύτερη και σκέφτεσαι το καινούργιο πρόγραμμα του photosop, αυτό που κάνει το δέρμα σου πορσελάνη , σκάβει ζυγωματικά και θολώνει διακριτικά στο περίγραμμα έτσι που φαίνεται σαν να βγάζεις μια λάμψη, επιπλέον κάνει κατάλευκα τα δόντια, αφαιρεί ρυτίδες, αχ, κάτι σαν οργασμός σε πιάνει... 9 πρωινή Οι μισοί είναι άρρωστοι στο γραφείο,λείπουν, έχεις όλον τον χρόνο να μπεις στο Facebook και να μετρήσεις τα like. Μετράς, αχ όχι, έχουν πέσει κατά εκατό, θέλεις να φτάσεις τα 1100 με μια φωτογραφία, η άλλη που σε ανταγωνίζεται στους υποψήφιους γκόμενουςέφτασε τα 950, σε πλησιάζει επικίνδυνα.. Γαμώτο, τι πρόγραμμα να έχει αυτή που λέει με θράσος την ηλικία της, έγινε 50 την περασμένη εβδομάδα, δεν μπορεί, σε περνάει και 5 χρόνια, σκατά, πρέπει να τα δώσεις όλα, σκέφτεσαι να φτιάξεις ένα τάχα μου ασυγύριστο δωμάτιο και λιγάκι σουρεάλ , όλα γύρω ανάκατα και να δεσπόζεις εσύ , ω ναι, αυτό είναι, αυτό είναι.. Βγάζεις στο μεταξύ άλλη μια. Φτου, έρχεται ο προιστάμενος, αρχίζεις τις γλύκες και μετά αρχίζεις να δουλεύεις. Απέναντι έχεις τον καθέφτη, φτου, χρειάζεται επανάληψη το botox, νέες μικρές ρυτίδες και γραμμές στο μέτωπο.. ΦΤΟΥ! 4 μεσημέρι Τρως και ξαπλώνεις. Ξυπνάς. ΠΕρνάς τις πρωινές φωτογραφίες στο facebook γράφοντας λεζάντα, εντελώς άκεφη και μέσα στα νεύρα. Τα like πέφτουν βροχή, κάτι χαζές σου γράφουν πως είσαι σαν ένας άγγελος, καλά το ξέρεις εσύ, τους γράφεις πως τις αγαπάς ενώ περιμένεις την αντίδραση εκείνου που σου κα΄νει το βαρύ πεπόνι, τίποτε, βρίζεις, ωστόσο έχεις φτάσει τα 800 μέσα σε μια ώρα, ω, θα πάει καλύτερα αυτή η φωτογραφία, ωστόσο τα σχόλια είναι από τους συνήθεις, ένας γέρος επιχειρηματίας και πάμπλουτος που τον κρατάς για καβάντζα, εκείνος ο ποιητής, ω σούπερ αυτός, ανεβάζεις μετοχές με αυτούς, γι αυτό και συχνά πυκνά φιλοξενείς ποιήματα του, εντάξει έχεις περάσει σήμερα τα σχόλια της ξινής, πάει τέλεια. Δεν κάνει όμως τίποτε αυτός που έχεις βάλει στο μάτι. 7 απόγευμα Δεν έχει πατήσει στον τοίχο σου εκείνος, αυτόματα πας στον τοίχο της ξινής, κοιτάς τα like, ουφ, κουράστηκαν τα μάτια σου, αλλά, αλλά ωχ, δεν είναι δυνατόν της έκανε like, της έκανε like, όχι γαμώ το κέρατο της, όχι ρε , δεν είναι δυνατόν. 9 βραδινή Βγαίνεις για ποτό με τις κολλητές. Βγάζετε η μια την άλλη, η Καίτη σου λέει για ένα καινούργιο photoshop, ενθουσιάζεστε, τέλεια, βλέπεις τις φωτογραφίες που σου έβγλαλαν, πιο ποιητική λες την θέλεις, ποζάρεις χωρίς να φαίνεται πως ποζάρεις, σηκώνεις το κεφάλι να μην φαίνεται η αρχή του διπλοσάγωνου, έχασες τόσα κιλά βλέπεις κι οι γραμμές του προσώπου παίρνουν τα κάτω τους, στο μεταξύ σκέφτεσαι το βαρύ πεπόνι. Τι καψώνι θα του κάνεις αφού είσαι σίγουρη πως περνάει από τον τοίχο σου, θα χρησιμοποιήσεις τον ποιητή και τον επιχειρηματία, ναι, αυτό θα κάνεις, εξάλλου χειρίζεσαι την γλώσσα τέλεια.. Κι αυτήν που μιλιέται και την άλλη, του σώματος.. 12 βραδινή Μετράς τα like, σκατά , ξανά 1000, τι διάολο, έχει κολλήσει εκεί, γαμώ την τρέλα μου σκέφτεσαι, που πάνε όλοι οι άλλοι; Έχεις 5000 φίλους και σου κάνουν like οι 1000, που είναι οι άλλοι; 2 βραδινή Τέρμα, αύριο θα κάνεις το σουρεάλ σκηνικό, θα πας από την Καιτούλα για το νέο photoshop και θα κάνεις κατάσταση, στο βαρύ πεπόνι δεν θα κάνεις like συνεχώς, θα κάνεις μέρα παρά μέρα και μετά μια φορά την εβδομάδα, μην φαίνεται πως τον κυνηγάς.. Πολύ ωραίος γκόμενος σκέφτεσαι, αχ, βέβαια είναι πολύ της κουλτούρας, δεν βαριέσαι όμως, αυτό το ανέχεσαι.. Τέρμα, αύριο θα κάνεις σκηνικό τρελό. Κάτι σαν μικρός οργασμός σε πιάνει πάλι.. Θα ξεπεράσεις τα 1500 , δεν μπορεί, θα πάρεις σβάρνα τους φίλους της ξινής και θα αρχίσεις σε όλους τα like, δεν μπορεί θα ξεπεράσεις το καταραμένο νούμερο το 1000, θα δείξεις και λίγο ώμο, θα ανεβάσεις μετοχές κατεβάζοντας. Οργασμός πάλι...ΚΟιμάσαι επιτέλους

Απόδειπνος ο μυστικός, ιερουργεί το έλεος σου, μαστίγια του Απρίλη, είναι τα λουλούδια του, κι οι μεγάλες εβδομάδες, χάνονται, μέσα στην μικρότητα των ανθρώπων.. Τίποτε δεν είναι μεγάλο αν δεν μπορείς να το αγγίξεις και να το δεις

Κάποτε θυμάμαι, πως ένας γέροντας κατοικεί μέσα μου,, μαζί με άλλους ενοίκους, ένοικοι διαφορετικοί και πολύπλοκα απλοί μέσα στην οντότητα τους. Ετούτος ο γέροντας ,δεν διψάει ούτε πεινάει για τίποτε, το μοναδικό που τον κρατάει αθάνατο, είναι η ειρηνική και ωραία συνύπαρξη της διαφορετικότητας τόσων ανθρώπων. Έχει δει τους σταυρούς , τους Ιούδες, τον Μωάμεθ ,τον Βούδα, και ποτέ του δεν είδε ανάσταση.. Και δεν περιμένει το μάνα εξ ουρανών. Την μητέρα γη, αγαπάει μαζί με την μητέρα του, θυμιατίζει την μνήμη της μητέρας στάζοντας λίγο αλκοόλ στο λαρύγγι του ,καταπίνοντας πουλιά που τραγουδούνε με ρυθμούς έξω από το Βυζάντιο και τις αυτοκρατορίες εκείνων που πονηρεύτηκαν για θεούς του πολέμου και της άδοξης δόξας. Όταν θα πεθάνω, μου έχει υποσχεθεί, στο μνήμα μου θα στέκεται και θα λευτερώσει εκείνα τα πουλιά. Αυτός ο γέροντας, είναι αθάνατος, γιατί ενώ όλα τα χόρτασε ταυτόχρονα ζει με τον ρυθμό του άκοσμου κόσμου , εκείνου που παραμένει αχαρτογράφητος

Κάθε νύχτα ,έβαζε τα σκισμένα παπούτσια της και περπατούσε σε όλη την πόλη, δώρο ήταν κάποιου, που έμοιαζε στον Αντίνοο, το πρωί , μόλις ξυπνούσε,, έβρισκε τα παπούτσια δίπλα στο κρεβάτι της, τίποτε δεν θυμόταν , μόνο ένιωθε μια γρατζουνιά στο στήθος της, εκεί που οι παλμοί γίνονται νότες για κάποιο ρέκβιεμ που ποτέ δεν χορταίνεται... - Υπνοβασία

.. Οταν μιλήσαμε για πρώτη φορά ,στάζαμε αίμα Καταλάβαμε αμέσως πως ανήκουμε στο είδος των μοναχικών Κι όμως, αυτό δεν μας εμπόδισε να απλωθούμε αμέσως ο ένας μέσα στον άλλον Οι βιογραφίες μας ,κουκούλια που τα προστάτευαν μεταξοσκώληκες Κι όλες οι λύπες κι οι χαρές μας είχαν την απόχρωση του αρχαίου Νομίζω, ήταν απόγευμα Αν και δεν σε ξαναείδα, από τότε ,με κυνηγάει η αίσθηση του επείγοντος... Και η ειμαρμένη, συνεχίζει να κάνει σχέδια χωρίς εμένα, ενώ εγώ ,χάνομαι καθώς θυμάμαι όλες τις γραμμές στο πρόσωπο σου, την ώρα που γελούσες σαν παιδί, τότε ήταν που γύρισα σπίτι κουβαλώντας μέσα στις παλάμες μου έναν ολόκληρο ουρανό. - Απογευματινός απόηχος

Αυτό που βλέπει κάποιος, σαν ίχνος της μύγας στον καθρέφτη του, κι άλλος σαν ένα λουλούδι τροπικό , που γεννήθηκε πρόωρα, το ίδιο είναι. Η ζωή κι ο θάνατος είναι. Και μερικές φορές η νοσταλγία των αγνώστων θεών.. υγ. Στέλιο, σε ευχαριστώ πολύ για το βιβλίο σου <<η σοκολάτα και το κερί>>, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο κι εσύ να παραμείνεις έτσι, διότι ταλέντο χωρίς χαρακτήρα ,προσωπικώς, μισή χαρά μου δίνει όπου το συναντώ, άριστος είναι ο συνδυασμός τους για περίεργα άτομα σαν κι εμένα

Κάνουμε κύκλους, βυθιζόμαστε σε ιστορίες αγνώστων, για εκείνους μιλάμε ή για εμάς; Για εμάς μιλάμε μέσα από τους άλλους, κι ας ξέρουμε από το ένστικτο του ζώου πως και ποια ιστορία θα τερματίσει πρώτη. Ας συγκρατήσουμε με λίγη συγκίνηση όποια από αυτές ποτέ δεν ξεκίνησε, ίσως αυτή να ήξερε τα περισσότερα . Σε κάποιο μπαρ της Καραιβικής ένας παπαγάλος θα μείνει στον ώμο του μπάρμαν καθώς θα αφρατεύει ένα κοκτέιλ που το πρώτο του συστατικό θα είναι το αψέντι.. Ξέρουμε να πίνουμε σαν γενναίοι κι όχι σαν αυτούς που ενώ σέρνουν δειλά όλη την ενοχή του κόσμου στην πλάτη τους παριστάνουν τους μοιραίους και τους γοητευτικούς. Καθώς θα καταπίνουμε το αψέντι ένας καταραμένος ποιητής θα τσουγκρίσει το ποτήρι μας. Εις υγείαν! -Το επίμετρο της Δευτέρας

Άνθρωποι τόσο ευαίσθητοι στο άκουσμα της φλόγας που σαν τους νιώθεις είναι σαν να περπατάς επάνω σε νούφαρα με το βάρος μιας πεταλούδας.. -όμορφοι άνθρωποι

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016


Δοκιμάζουμε την ζωή μας ανάμεσα στους κρότους και μια νεκρική ησυχία

ώσπου να αδειάσει η μνήμη, θα σε περιγράφω στα χελιδόνια

Όταν σε βλέπω, θέλω να μην σε βλέπω με σκέψεις, να μην σκέφτομαι αυτό που βλέπω, να είμαι ένα τρυφερό ή φρικτό τίποτε σε κάθε δωμάτιο που κρύβεις τα όνειρα σου

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016


Αυτός που φοβάται να δει το σύμπαν να καθρεφτίζεται στα μάτια κάποιου άλλου φοβάται τον εαυτό του . Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα το πιο ευγενικό και το πιο άγριο ζώο, για να ξεδιπλωθούν όμως ακέραιες όλες οι ιδιότητες του ,χρειάζεται να ζήσει για μεγάλο διάστημα χωρίς τον περιορισμό των προθέσεων και την αναμονή μιας αναγνώρισης αυτών των ιδιοτήτων από τους άλλους. Χρειάζεται με δυό λόγια να ξεφύγει από την στενή αντίληψη πως ο κόσμος είναι περιορισμένος και δεδομένος. Ο κόσμος είναι μέσα στον άνθρωπο, οφείλει να ζήσει χωρίς να το ξεχνάει αυτό. Οφείλει να ζήσει ολόκληρος, ολόκληρος γίνεσαι οταν δίνεσαι ολοκληρωτικά και άνευ όρων, οριστικά μέσα στην αοριστία των πραγμάτων, οριστικά και κινούμενος μέσα στην ακινησία, την φαινομενική ακινησία

Η Άνοιξη είναι θορυβώδης, το πλεονέκτημα της ,υπάρχει στην όσφρηση, όμως έχει τον τρόπο να χτυπάει τους νευρώνες μέσα από την κοιλιά, η κοιλιά οπλίζεται με στόμφο στην επανάληψη, η επανάληψη χαρίζεται στους άτακτους εξερευνητές της ζώσας οπτικής έρευνας των ματιών, τίποτε δεν χαρίζεται απλόχερα στους ικέτες και τους εκβιαστές της ομορφιάς. Τίποτε δεν χαρίζεται στους σερνάμενους στα γόνατα, σε αυτούς που λαθραία εξακοντίζουν κατηγορίες στους άλλους, δίνεται σε αυτούς που δεν απαντούν στην λάσπη και την φτήνια, τα παιδιά της Άνοιξης γνωρίζουν να τα προσπερνούν και να χαρίζουν στην αξία της ζωής τα πάντα, τώρα που μεγαλώνει η ημέρα, μπορούμε να γίνουμε αναπόσπαστο κομμάτι της, μεγαλώνοντας το ανάστημα μας, ενας ένας ,αλλά μαζί ενωμένοι, για την απώθηση των δειλών . Ετούτη η Άνοιξη, δώρα ανθοφορίας φέρνει, με μάτια ανοιχτά και χέρια έξω από τις τσέπες, τραγουδώντας άτακτα έναν σκοπό. Άτακτοι και μοιραίοι έξω από την κολπική μαρμαρυγή του κτήνους... -Στην ημέρα που μεγαλώνει

Η έκτρωση της μνήμης ,είναι ο πιό ασφαλής δρόμος για την επικύρωση της αδράνειας, λες, ξεχνάω για να μην πονάω, λες, ξεχνάω για να μην ξεβολευτώ από το αναπαυτικό μου κάθισμα, λες, θυμάμαι μονάχα εκείνα, που αποδεικνύουν ,αυτά που ήθελα για εμένα. (ΌΛους μπορώ να τους αντιμετωπίσω, όμως με αυτούς που υποφέρουν από επιλεκτική μνήμη ή επιλεκτική αμνησία, μου είναι αδύνατον να επικοινωνήσω). Αυτά σκέφτηκα, καθώς είδα τυχαία δίπλα μου μια παλιά φίλη, δεν με είδε κι εγώ πιό πολύ ένιωσα, παρά εξέτασα πόσο άσχημη αύρα είχε γύρω της, από μικρή υπέφερε από επιλεκτική αμνησία και σκότωνε για να επιβιώσει,( τυπικό δείγμα ενός αρνητικού ιχθύ), γύρισα σπίτι με μασημένη την καρδιά αλλά για ακόμη μια φορά ένιωσα πόσο πιό ελεύθερη έχει συμβεί να γίνω ,απομακρυνόμενη από κάποια πρόσωπα.. Και να τραγουδάω την κάθε μου στιγμή άλλοτε με χαρά, άλλοτε με λύπη χωρίς αυτήν την λογοκρισία. Αλήθεια, έχετε σκεφτεί πόσα ψυχικά βαμπίρ ταίζετε δίπλα σας με την ψυχή σας; Αν ναι και συνεχίζετε, τότε πρέπει να βαριέστε τον εαυτό σας... υγ. Τιμή κι αγάπη στους αληθινούς φίλους

Nα έρχεσαι Να φεύγεις Αλλά, να επανέρχεσαι, σαν ένα κίτρινο φύλλο που περνάει κάτω από την πόρτα Στριμωγμένα όλα ακατάληπτα, αναζητώντας μια ανώδυνη ευτυχία.. Να επανέρχεσαι

Δεν γνωριστήκαμε καλά εκείνον τον Απρίλη, ένας επιτάφιος περνούσε έξω από το κατώφλι μας, τα λουλούδια ράντιζαν την ντροπή μας, ενώ καπνίζαμε νευρικά, ένας ηλικιωμένος έπινε μόνος του κρασί, σε μια ταβέρνα κι οι ρυτίδες του εξιστορούσαν την φιλία του με έναν τραγουδιστή που χάραζε νότες εξάχορδες, δεν γνωριστήκαμε ποτέ, μας κατάπιαν όλα τα ίσως και τα πρέπει, όμως η γη γυρίζει συνεχώς και δοξάζει την ανθρώπινη αγάπη σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει. Και όλα τα αποφθεύγματα χρηστικά είναι θα πεις κι όχι μια νίκη. Να νικάς τα σκοτάδια κι όχι να νικιέσαι, αυτό θα σου πω όταν οι υπότιτλοι θα πίνουν γλυκά ένα κόκκινο φεγγάρι, να ταξιδεύεις θα σου πω , να ταξιδεύεις και να νιώθεις όσα βλέπεις, ας μην γνωριστήκαμε ποτέ, έτυχε βλέπεις να βυθιζόμαστε στον κήπο της αμφιβολίας, γύρω μας πόλεμος κι εμείς μονομάχοι.. - Αμοντάριστο

Όταν ντύθηκα τα μάτια σου, ένας δρόμος άνοιξε μπροστά μου εκείνο το Κυκλώπιο μάτι της σελήνης στόλισε τον καρπό μου Όσα ζήσαμε, στις κορυφές των βουνών φυλάχτηκαν και καθώς έγερνα με ανακούφιση στην θάλασσα, ήπια το όνομα σου, από τότε μικρό φυλαχτό έγινε, στην καρδιά μου το κρατώ και σε φωνάζω.. {Ερωτικό

Όλα τα blues που τραγουδήθηκαν, καθώς η βροχή μαστίγωνε αλύπητα τα τοπία των ανθρώπων και οι πεσμένοι έρωτες, σε αντίκρυζαν από το ταβάνι, δεν είναι άλλο, παρά μια υπόθεση ιερή

Η Άλμα, ήταν πεισματικά αρπαγμένη από την ζωή Γι αυτό δεν ένιωθε ανία Κάτι χαμόγελα της ξέφευγαν αθώα και τεμπέλικα κάθε που ξύπναγε Τις νύχτες, ξεχασμένοι πειρατές της άφηναν στα πόδια της ρουμπίνια, μα εκείνη, κινούσε για την παλιά σπηλιά αδιάφορη, να βρει τον νεκρό πατέρα της προσδοκούσε Να τον ρωτήσει για τα μυστήρια που την κύκλωναν, αυτά που μάταια έκρυβε από τα παιδιά γύρω της Η Άλμα φαινομενικά ήταν μια γάτα, στην πραγματικότητα ήταν ένας διασκεδαστής των ανθρώπων Όποτε περνούσε δίπλα τους, τους άνοιγε την τύχη, από τα φρέκα πρόσωπα τους τότε, ρουφούσε το φως, ακατέργαστο και ζεστό σαν το ψωμί, αυτό το ανεξήγητο σμίξιμο της χάριζε διαίσθηση, μια φωνή δηλαδή, που την ορμήνευε σαν να βρίσκονταν σε έκσταση. Είναι μαγικό ζώο η γάτα, να την ακούς κάθε που σου μιλάει, σου εξηγεί όλα τα ανείπωτα.. Γατοφίλημα

Η μελαγχολία είναι ουδέτερου γένους, μοιάζει θηλυκό, αλλά αντλεί την δύναμη της από τον ουρανό,( γένους αρσενικού), αυτός που την κατέχει, ξέρει καλά πως τον σκεπάζουν βαριά τα σύννεφα, μοιάζει συννεφο-καμμένος και βαρύς, σαν ένα μπαστούνι ηλικιωμένου. Όποιος τον ζει, τον εξετάζει αυστηρά και τον διορθώνει με τις λέξεις.. Ξεχνώντας βάναυσα ,πως η μελαγχολία του έρχεται από μια εσωτερική αγωνία που υπάρχει στους αιώνες.. Ο μελαγχολικός στην πραγματικότητα, ξέρει καλά την σύνθεση του γένους και του φύλου και είναι απροσδιόριστος.. Αυτό πιό πολύ ενοχλεί, το απροσδιόριστο κι όχι η ίδια η μελαγχολία

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016


Με 99 κλωστές, με κέντησε η γιαγιά μου πίσω από τα χαλάσματα, πίσω από το πεσμένο βάρος των πέτρινων σπιτιών, εκεί που γοργόφτερες αλανιάρες φορούσαν πεταλούδες στα μαλλιά. Δεν είδα όταν γεννήθηκα ,ανθισμένους κρεμαστούς κήπους, κρεμασμένους ανθρώπους είδα ,κυνηγημένους από την εξόριστη πατρίδα. Έμαθα γρήγορα, πως υπάρχουν πολλοί θάνατοι, ο ένας είναι να γράφεις κι ο άλλος να σε κοιτάζει ο εαυτός σου στον καθρέφτη επιτημητικά, γιατί άφησες τους άλλους να σε κλαδέψουν επάνω στην πιο ωραία Άνοιξη. Όπως έμαθα πως υπάρχουν και πολλές ζωές κι ότι πιό άγριο να φαντάζει ωραίο ,ότι δεν έζησες. Οι σπηλιές που κρύφτηκα πάντα είχαν παρέα, ιστορίες παλαιών ανθρώπων και μοιραίων. <<Ποιός να είναι πιο μοιραίος, αυτός που είναι μοιραίος για τον εαυτό του ή για τους άλλους>>, αναρωτήθηκα φωναχτά. Και συνεχίζω φωναχτά να αναρωτιέμαι για ποιον λόγο να υπάρχουν τόσα ακρωτηριασμένα μέλη. Με 99 κλωστές με κέντησε η γιαγιά μου, όταν βρω την τελευταία και την χαράξω στο κορμί μου θα κλείσω έναν αιώνα. Άσκεπη, κάτω από το βάρος των αστεριών κι ορφανή από πατέρα και μητέρα. Όσο οι στέγες των σπιτιών θα με βαραίνουν, τόσο η θάλασσα θα με ελαφραίνει. Πριν έρθω εδώ να ζήσω, βαθιά μέσα μου το ξέρω, το κοιμητήριο μου στην θάλασσα ήταν.... -Ο χορός των 99 κλωστών

Χρόνια -Καλοκαίρια από νερό κι αλάτι, σκεφτόσουν την γύρα του θανάτου και της ζωής Παυσίλιπες οι μνήμες έρχονται σαν ψάρια και πλημμυρίζουν την αυλή σου, εκείνην ,που μικρή ,ήσουν εξόριστη.. Ξεπεσμένοι πρίγκιπες , που τότε,έγιναν χίπις κι εσύ τους έλεγες για τα πρόσωπα που κοιμίζονταν κάτω από τον μαύρο ήλιο της μελαγχολίας Κι εκείνοι έδιωχναν το έρεβος με την ανάσα τους Και πίνατε κρασί από κούπες φλογισμένες, εσύ τραβούσες μέσα σου την γυαλάδα των ματιών και με αυτήν κοιμόσουν.. Κι όταν ξυπνούσες, τραβούσες στα βουνά ,στην σπηλιά των νυχτερίδων. Μα όταν τα θυμάσαι ζουν. Ο Αχέροντας δεν σε τρομάζει, πόσες φορές τράβηξες απέναντι, θυμάσαι; Όχι, δεν θυμάσαι, μόνο ετούτο Ομορφιά θα υπάρχει πάντα, σε όποιον την κατέχει, αλλά δεν το ξέρει

Ο ουρανός, φωνάζει ένα όνομα Μετά φέρνει ένα άρωμα από μούχρωμα στην παλιά πόρτα Την ανοίγω και σε βλέπω Εκδηλωμένη επιθυμία και προτροπή στο υπέρτατο Παίρνω μπογιές και βάφω τα σύννεφα, εκεί βγαίνει ένα λευκό πουκάμισο, σχηματίζει καπνό από την ειρήνη των Ινδιάνων Σκωπτικός ο ρυθμός και ελπιδοφόρος Κυλούν οι παλαιές αμυχές στο πάτωμα, ένας άγιος - άγριος ρυθμός βαπτίζει τα σπλάχνα. Τα σπλάχνα παραμερίζουν να περάσει το αίμα, να βάψει το νησί κόκκινο. Το αίμα είναι ένα ζώο ασπόνδυλο, κάνει μια κίνηση μπροστά, μετά κάνει πίσω, έπειτα κυκλώνει ανεμπόδιστα. Το δαιμόνιο του έρωτα κεντρίζει την υπόφυση, η υπόφυση λειτουργεί με μίξεις, με σημειώσεις Πελαγίσιες. Το λευκό πουκάμισο χορεύει, λέει, <<Ξέρεις που πάνε για τον παράδεισο;>> Απαντώ, <<Ξέρω πως θέλω να ξέρω όσα δεν ξέρω>> Δεν μας απασχολούν πια όσα μας ξόδεψαν αλόγιστα. Έχω μια ήρεμη σιγουριά, βαδίζω προς το φως. Κάτω από το σπίτι του λόφου οι νεκροί μιλούν, τους φιλεύω κόκκινο κρασί, ξέρουν, αιώνες βαδίζουν προς το φως. Κάνω ειρήνη με τον πολεμοχαρή εαυτό μου, κάτι με μεταμορφώνει σε μια άυλη μορφή. Είναι πυκνή και βλασταίνει λουλούδια. Παρακαλώ σας, μην τα πατήσετε κατά λάθος.. Φυτρώνουν πάντα στην άκρη ενός γκρεμού, 'ολα κινούνται σε έναν κοινό ρυθμό, αυτή είναι η δύναμη τους, όλα μαζί, με σπρώχνουν προς τα επάνω.. -Ερωτικό

Αυτός που φοβάται να δει το σύμπαν να καθρεφτίζεται στα μάτια κάποιου άλλου φοβάται τον εαυτό του . Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα το πιο ευγενικό και το πιο άγριο ζώο, για να ξεδιπλωθούν όμως ακέραιες όλες οι ιδιότητες του ,χρειάζεται να ζήσει για μεγάλο διάστημα χωρίς τον περιορισμό των προθέσεων και την αναμονή μιας αναγνώρισης αυτών των ιδιοτήτων από τους άλλους. Χρειάζεται με δυό λόγια να ξεφύγει από την στενή αντίληψη πως ο κόσμος είναι περιορισμένος και δεδομένος. Ο κόσμος είναι μέσα στον άνθρωπο, οφείλει να ζήσει χωρίς να το ξεχνάει αυτό. Οφείλει να ζήσει ολόκληρος, ολόκληρος γίνεσαι οταν δίνεσαι ολοκληρωτικά και άνευ όρων, οριστικά μέσα στην αοριστία των πραγμάτων, οριστικά και κινούμενος μέσα στην ακινησία, την φαινομενική ακινησία

Η Άνοιξη είναι θορυβώδης, το πλεονέκτημα της ,υπάρχει στην όσφρηση, όμως έχει τον τρόπο να χτυπάει τους νευρώνες μέσα από την κοιλιά, η κοιλιά οπλίζεται με στόμφο στην επανάληψη, η επανάληψη χαρίζεται στους άτακτους εξερευνητές της ζώσας οπτικής έρευνας των ματιών, τίποτε δεν χαρίζεται απλόχερα στους ικέτες και τους εκβιαστές της ομορφιάς. Τίποτε δεν χαρίζεται στους σερνάμενους στα γόνατα, σε αυτούς που λαθραία εξακοντίζουν κατηγορίες στους άλλους, δίνεται σε αυτούς που δεν απαντούν στην λάσπη και την φτήνια, τα παιδιά της Άνοιξης γνωρίζουν να τα προσπερνούν και να χαρίζουν στην αξία της ζωής τα πάντα, τώρα που μεγαλώνει η ημέρα, μπορούμε να γίνουμε αναπόσπαστο κομμάτι της, μεγαλώνοντας το ανάστημα μας, ενας ένας ,αλλά μαζί ενωμένοι, για την απώθηση των δειλών . Ετούτη η Άνοιξη, δώρα ανθοφορίας φέρνει, με μάτια ανοιχτά και χέρια έξω από τις τσέπες, τραγουδώντας άτακτα έναν σκοπό. Άτακτοι και μοιραίοι έξω από την κολπική μαρμαρυγή του κτήνους... -Στην ημέρα που μεγαλώνει

Η έκτρωση της μνήμης ,είναι ο πιό ασφαλής δρόμος για την επικύρωση της αδράνειας, λες, ξεχνάω για να μην πονάω, λες, ξεχνάω για να μην ξεβολευτώ από το αναπαυτικό μου κάθισμα, λες, θυμάμαι μονάχα εκείνα, που αποδεικνύουν ,αυτά που ήθελα για εμένα. (ΌΛους μπορώ να τους αντιμετωπίσω, όμως με αυτούς που υποφέρουν από επιλεκτική μνήμη ή επιλεκτική αμνησία, μου είναι αδύνατον να επικοινωνήσω). Αυτά σκέφτηκα, καθώς είδα τυχαία δίπλα μου μια παλιά φίλη, δεν με είδε κι εγώ πιό πολύ ένιωσα, παρά εξέτασα πόσο άσχημη αύρα είχε γύρω της, από μικρή υπέφερε από επιλεκτική αμνησία και σκότωνε για να επιβιώσει,( τυπικό δείγμα ενός αρνητικού ιχθύ), γύρισα σπίτι με μασημένη την καρδιά αλλά για ακόμη μια φορά ένιωσα πόσο πιό ελεύθερη έχει συμβεί να γίνω ,απομακρυνόμενη από κάποια πρόσωπα.. Και να τραγουδάω την κάθε μου στιγμή άλλοτε με χαρά, άλλοτε με λύπη χωρίς αυτήν την λογοκρισία. Αλήθεια, έχετε σκεφτεί πόσα ψυχικά βαμπίρ ταίζετε δίπλα σας με την ψυχή σας; Αν ναι και συνεχίζετε, τότε πρέπει να βαριέστε τον εαυτό σας... υγ. Τιμή κι αγάπη στους αληθινούς φίλους

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016


Είχε στήσει το καβαλέτο του και τα πινέλα του ήταν ακουμπισμένα δίπλα του, επάνω σε μια καρέκλα. Αυτό που έβλεπα, συνέβη σε μια κεντρική πλατεία, γύρω περαστικοί που κοίταζαν αδιάκριτα κι αδέσποτα που περνούσαν ράθυμα και ανυποψίαστα. Αντίκρυ του, μια γυναίκα παλαιάς καλλονής, που δίπλωνε τα γόνατα της το ένα επάνω στο άλλο κάπως ντροπαλά. Αυτός ζύγιζε τις γραμμές στου γήινου σχήματος της και πότε έκλεινε το αριστερό μάτι και πότε το δεξί. Πότε πότε έβγαζε έναν αναστεναγμό. Παρατηρούσα αυτά που συνέβαιναν κι εντελώς αυθόρμητα, βρέθηκα να κοιτάζω με το άλλο μάτι, αυτό που φανερώνει τα μυστικά και τα μικρά τίποτε που σχηματίζουν τον καθρέφτη των ψυχικών διεργασιών. Έξαφνα σαν κάποιος κοινός πυρετός άρχισε να τους ενώνει. Εκείνη έβγαζε σπίθες από τα μάτια της κι αυτός τώρα ζωγράφιζε έντονα και γρήγορα σαν να κυνηγούσε χίμαιρες. Αόρατος αιμάτινος θρόμβος τους ένωνε σε κάποιον θρίαμβο που μου ξέφευγε. -Ως εδώ, της είπε και εκείνη χαμογέλασε και καθώς σηκώθηκε μια αύρα Καλοκαιριού με τύλιξε. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό και τον ρώτησα. -Παρακαλώ κι αν δεν γίνομαι αδιάκριτη, πείτε μου,,ποιος θρίαμβος σας ένωσε σε τούτο εδώ το ποτρέτο; Εκείνος ήδη κάπνιζε και είχε απλωθεί, θα έλεγες ,κάτω από τον ανελέητο ήλιο. -Μα είναι απλό, αυτή η γυναίκα δεν διστάζει να ζήσει με τόσο πάθος στην ζωή , έχει τόσο πάθος ,που μέσα από την περιγραφή του σώματος και του προσώπου της μου διηγήθηκε τον δικό μου φόβο που ακαριαία σβήστηκε από μέσα μου. Γιατί τελευταία υπέφερα από τον φόβο του θανάτου. Αυτά μου είπε και αμέσως κοίταξα το πορτρέτο της. Όχι, δεν είδα τίποτε ανθρώπινο, είδα αυτό που είχα νιώσει παρατηρώντας τους. Τον αόρατο αιμάτινο θρόμβο. Και γέμισε ο κόσμος μου ήλιο και φως.. -Ο ζωγράφος και η γυναίκα

Πρέπει να ακούσω Πρέπει μέσα από τις λέξεις όλα να τα σταθμίσω Πρέπει να κατανοήσω Πρέπει να αισθανθώ το βάρος του ουρανού, αλλά ταυτόχρονα να μην ξεχνάω το γέλιο ενός παιδιού Πρέπει μέσα στο δάσος των υποκριτικών συμπεριφορών να μην χαθώ, αλλά και στην δική μου όχθη , όρθια να σταθώ Πρέπει να κοιτάζω τους φόβους μου στην καρδιά αλλά να μην τρέχω και πολύ μακριά Θέλω να φτερουγίσω θέλω τα τραγικά να τραγουδήσω αλλά και την χαρά μου να κρατήσω Μα περισσότερο από όλα, θέλω να ζήσω Πρέπει να ζήσω.. Κόντρα στους καιρούς, το κατάρτι μου να στήσω κι ότι με έπλασε τελικά να μην λησμονήσω.. Θέλω να γίνω αυτό που είμαι ολοκληρωτικά και την δική μου ματιά απλόχερα να χαρίσω Θέλω να μιλήσω Μα πάνω από όλα θέλω να ζήσω.. - Το τραγουδάκι του ναυτικού της ξηράς

Οι εραστές, οι εραστές, που καταπίνουν φωτιές, κάτω από τα σεντόνια και καρβουνάκι γίνονται, σε θυμιατήρι ανατολίτικο, εκεί ,στον βωμό της λατρείας, στον βωμό της θυσίας, μα όταν οι λέξεις αντιδρούν και γίνονται μαχαίρια, με το στόμα φραγμένο από το εγώ, εκείνη η λέξη σε αγαπώ, βιαστικά ειπωμένη, γέρνει και πέφτει, σαν φύλλο φθινοπωρινό που το έδιωξε ο άνεμος.. Έτσι, σαν μια γυναίκα εκδιδόμενη, φοράει το ρούχο της βιαστικά και φεύγει, μετά νεκρώνεται , μετά ξεχνιέται. Αυτό που μένει από έναν θάνατο, είναι η φήμη κι όχι η υπόσταση Η κακή φήμη ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός Ενώ η καλή, ζητιάνα γίνεται ,στα σκαλοπάτια των σπιτιών Οι εραστές, αχ, οι εραστές που δεν έμαθαν ποτέ καλά ,πως ο έρωτας κι η ποίηση έχουν πολύ ξοδευτεί μέσα στους θανάτους και κανείς δεν γύρεψε ρέστα. Ποτέ κανείς δεν γύρεψε ρέστα, μόνο ένα θραύσμα από αλάβαστρο κινείται στο μέσον της καρδιάς. -Οδός Εραστών

Καθώς αναζητώ μέσα στο σήμερα ,την ομορφιά, πολλές φορές με ξεγελάει η ανησυχία κι η λαχτάρα μου πως κάτι βρήκα, από τον κόσμο του χτες. Και καθώς ανακαλύπτω, πως αυτό που βάπτισα όμορφο, ήταν κίβδηλο, πολλές φορές πέφτω στα γόνατα. Τώρα που τα κοκόρια ντύθηκαν αηδόνια κι ανεβαίνουν στα δέντρα, τώρα περισσότερο, το αγρίμι μέσα μου, φωνάζει κι αλυχτά, μέσα στην κίτρινη πόλη. Τώρα που ψεύτικοι τιμητές της ελευθερίας και της αλήθειας, κατηγορούν τους άλλους για μικροαστισμό, δίχως να αποδίδουν τιμές στις ρίζες των ξεριζωμένων που κράτησαν με δόντια και νύχια τον πολιτισμό , τώρα περισσότερο αναγνωρίζω πως τίποτε δεν γνώρισαν από τους παλιούς . Χρειάζεται γενναιότητα και τιμιότητα να αναγνωρίζονται τα λάθη καθώς και περισυλλογή στο ξόδεμα των δυνάμεων. Μπορείς να φλερτάρεις με την θλίψη και την σιωπή. Αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις να βλέπεις. Κι όσο βλέπεις θα ελπίζεις. Γιατί πάντα θα υπάρχει κάποιος ή κάποιοι, που θα βλέπουν όχι απαραιτήτως όπως εσύ ή θα συμφωνούν με εσένα. Πάντα θα υπάρχει κάποιος που ψάχνει μέσα στον κουρνιαχτό των γεγονότων το απολύτως απαραίτητο. Πως όταν υπάρχει αγάπη αληθινή κι όχι ένα υποπροϊόν της- που έτσι το ονόμασαν κάποιοι- θα υπάρχει χώρος να βρίσκονται αυτοί που είναι διαφορετικοί μεταξύ τους και θα διαφωνούν ελεύθερα και δίχως διαξιφισμούς, παράταιρους στην γνώση. Ο παλιός κόσμος δεν στιγμάτισε την ομορφιά με ναρκισσισμούς ή συμπλέγματα ανωτερότητας ή κατωτερότητας. Γι αυτό τα τραγούδια και η ποίηση του τότε, ενώνουν με έναν τρόπο μαγικό και καθηλώνουν. Γιατί έδωσαν γενναιόδωρα ψυχή και αίμα, γιατί οι κώδικες τιμής, την ορφάνια του ανθρώπου, την σεβάστηκαν, δεν της έβαλαν βελούδα και δαντέλες αφού είχε μάθει να φορά λιτό ρούχο. Και ας ήξεραν πως θα πεθάνουν νωρίς, αυτό δεν τους εμπόδισε να δημιουργήσουν με πνεύμα αλύτρωτο το είναι κι όχι το φαίνεσθαι.. Ας πάψουν τα σενάρια τα υποκριτικά. Να πέφτω και να σηκώνομαι. Μα όταν σηκώνομαι ψηλά ,να καταλαβαίνω γιατί ακριβώς σηκώθηκα, όχι για την μη επανάληψη των λαθών, ο αλάθητος πρώτος να σηκώσει την πέτρα και να την ρίξει επάνω του γιατί ο άνθρωπος ένα λάθος από μόνος του είναι. Τα λάθη μας προσδιορίζουν. Ας πάψουν οι αυτοπεριορισμοί κι οι βαυκαλισμοί πως είμαστε αθάνατοι. Όσο ξέρω πως δεν είμαι αθάνατος τόσο τα έργα μου θα μπορούν να βρουν ουρανό και στέγη, αυτό ήταν για μένα ο παλιός κόσμος. -σκέψεις για τον κόσμο του χτες-

ήρθες στον ύπνο μου και γύρω μας ήταν μια σαπισμένη Άνοιξη. Άνθρωποι σε αποσύνθεση, παραληρούσαν για την ευτυχία που έχασαν. Με πήρες στην παλάμη σου και με ταξίδεψες σε δωμάτια που εύκολα έλεγαν << σε αγαπώ>> , εραστές σε σωματική έκσταση. Έίπες, << όσο εύκολα λέει κάποιος αυτήν την φράση ,τόσο εύκολα είναι νοητό πως καμιά εγκεφαλική έκσταση δεν μοιράστηκε, εκτός της σωματικής>>. Δεν είχα παρά να συμφωνήσω, ήμουν στην παλάμη ενός αγνώστου μια τοσοδούλα κι ήταν σαν σαν τον ήξερα από πριν. Είπες, <<αυτοί που πολύ συχνά μιλούν για τα λάθη των άλλων, καλό είναι να μην τους παίρνεις σοβαρά, οι ίδιοι κρύβουν το λάθος της ύπαρξης τους πίσω σπό τα λάθη των άλλων >> Σε κοίταξα κι ένα σύννεφο πουλιών πέρασε από μπροστά μας καθώς πετούσαμε. << Πως γίνεται ενώ είμαστε ορατοί να είμασε αόρατοι; >> σε ρώτησα κι εσύ με έβαλες επάνω στον δεξί σου ώμο ,συνεχίζοντας να πετάμε πάνω από την πόλη. << Μα ελάχιστοι βουτάνε κάτω από το εγώ τους, είναι πολύ φυσικό να συμβαίνει>>. Ήξερα πως έχεις δίκιο. Ύστερα με άφησες κάτω, η σαπισμένη Άνοιξη με δυσαρεστούσε ,αλλά κάτι καινούργιο άρχισε να πάλλεται μέσα μου. Ένιωσα για μερικά δευτερόλεπτα την διαστολή του σύμπαντος, συνειδητοποίησα πόσα σύμπαντα υπάρχουν κι εμείς δεν ξέρουμε παρά το 3 ή το 4 τα εκατό από αυτά. Ένιωσα πως μου είπες κάτι πολύ σημαντικό. Να κολυμπήσω κάτω από το εγώ μου, να βρω το απόλυτο Ζεν.. Ξέρεις κάτι; Ο δρόμος μου είναι γεμάτος εμπόδια, όμως αυτό δεν θα αλλάξει την ρότα μου.. Είμαι από αυτούς που θαυμάζουν τα κατσίκια όταν κάθονται στα βράχια στην άκρη ενός γκρεμού και κοιτάζουν το Πέλαγος.. Ξέρω πως αυτοί που γελούν όταν τους το λέω αυτό έχουν πολύ υψηλό το εγώ τους, τόσο που σκοντάφτουν συνεχώς επάνω του... -Όραμα- 'ονειρο

Αντί για λέξη, σου αφήνω ένα λουλούδι στο κομοδίνο Αντί επιστολών, σου ζωγραφίζω ένα κορίτσι με βαμβακερό φουστάνι που το λένε Ελευθερία. Έχει τα μαλλιά της χυτά στην πλάτη Αντιστέκομαι στον ήχο της γαλότσας ,προσπαθώντας να ακούσω την ανάσα των αγαπημένων μου, όταν κοιμούνται. Δεν ξέρω να γράφω ποιήματα. Μόνο να σου πω, πως έχω καιρό να δω όταν χαμογελάει ένα πρόσωπο να χαμογελούν και τα μάτια του. Και να σου περιγράψω πόσο όμορφα κυλάει ένα ποτάμι στα χέρια μας όταν μας περιγράφει η αγάπη.. υγ. Αφιερωμένο σε έναν αληθινό φίλο

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016


Ανέβηκα στην επιφάνεια του χρώματος, άδραξα τον ανοιχτό του ορίζοντα με μάτι αλόγου, όλα κοντινά και όλα τόσο μακριά μου, δεν χρειάζεται να είμαι ζωγράφος για να βάψω την ημέρα μου και το κάδρο μου, ζω από όλα τα μικρά και μεγάλα φετίχ μου , έτσι ζει ο χρόνος μου, ο χρόνος, με ζει και τον ζω...Στο τέλος της ημέρας αποχαιρετώ τους δερβίσηδες του κόσμου καλοπιάνοντας το κλείσιμο των ματιών μου με μια φράση, <<όλα σήμερα ήταν καλώς καμωμένα>>. Μόλις το νιώσω αυτό κατάσαρκα. παραδίδομαι σε έναν ρόδινο ΄΄υπνο... -Μαθήματα της καλόγνωμης

Όταν ακούω τον Μάρκο ,λυγίζουν τα γόνατα και αναθαρρεύει η καρδιά μου, λευκές και κόκκινες ζαριές, εξάχορδες και τρίχορδες ,τεντώνονται στο μπουζούκι. Η φωνή του είναι η Ελλάδα, μια γυναίκα που τον πούλησε, μια Ελένη, γι αυτήν και για την πρώτη του γυναίκα έγραψε, μαύρες απλές,- γι αυτό σύνθετες εικόνες- κι άλλα χρώματα, σαν αυτά που παίρνει ο ουρανός όταν φεύγει ο ήλιος. Η ζωή του φτώχεια, φυλακές ,χασισάκι λάγνο και τεμπέλικο, να μαστουρώνεις να αδειάζει λίγο το στήθος σου από την στεναχώρια. Ο Μάρκος ήρθε από την Σύρα,ο Μάρκος γέννησε την αγιοσύνη της αμαρτίας και γεννήθηκε γι αυτήν, έγραψε τραγούδια με παρατσούκλια για να πληρώνει την διατροφή της Ελένης και ερωτευόταν σαν λιοντάρι τις άλλες που έδιναν υποσχέσεις με τα μάτια τους. Οι ρεμπέτες τότε ,διάβαζαν τα μάτια ,όπως οι τσιγγάνες διάβαζαν τα χαρτιά, οι σημερινοί άντρες διαβάζουν φορολογικές κλίμακες και κοιτάζουν σε πόσα μέτρα κάτω στην γη θα χωρέσει το κορμί τους, τυχερός ο Μάρκος που δεν πρόλαβε να ζήσει τα σημερινά και την κατάντια . Θα μαστούρωνε κάθε ημέρα, μα δεν θα έπαυε να είναι ρομαντικός, γιατί ρομαντικός είναι αυτός που ρεαλιστικά ζητά και ζει τα πάντα, ως το τέλος. Κι έζησε την αχαριστία της Ελλάδας όταν έπαθε παραμορφωτική αρθρίτιδα, έζησε δηλαδή εξαιτίας της, αυτήν την απολύτως συνηθισμένη κατάσταση που στην αδυναμία, σου όλοι σου γυρίζουν την πλάτη.. Και έβγαλε πιατάκι στις ταβέρνες ο πεντάχρονος γιός του που μαζί πήγαιναν ,γιατί ο ίδιος δεν άντεχε να ζητιανέψει.. Να ζητιανέψει, ποιός; Ο Μάρκος, ο ήλιος και το φεγγάρι της Σύρας, όλες οι γυναίκες κι όλοι οι άντρες μαζί μιας ολόκληρης εποχής και μιας Ελλάδας.. Ένα άγαλμα σε κοιτάζει στο νησί του , όπως όλοι που έγιναν αγάλματα μετά θάνατον.. Μα εμένα η καρδιά μου ζει με τον Μάρκο και τον πατέρα, μνήμες παιδικές, μνήμες εφηβικές, μνήμες σαν γυναίκα.. Με το κρασί και την φωνή του στα ταβάνια. Στις αυλές των ταβερνείων και στα αστροστόλιστα μάγουλα των ζωντανών.. Στα ραδιόφωνα και στα κυπαρίσσια. Στα νησιά τους Χειμώνες. Στα υπόγεια διαμερίσματα όπου πετούν οι κατσαρίδες με τα φτερά. ΌΠως αυτός που ετοιμάζουν τα σύγχρονα γραφεία- νεκροταφεία αυτών που δανείζουν να γίνει ο σημερινός έλληνας.. Αλλά όσο θα ακούμε Μάρκο θα γινόμαστε πουλιά με κόκκινες ουρές, όσο θα τραγουδάει ο Μάρκος το στήθος μας θα παίρνει ανάσες. Γιατί εκείνος , πολλές φορές έπεσε στα γόνατα αλλά πάντα σηκωνόταν. Και δεν υπήρξε ποτέ του ένας τζίτζικας γιατί άλλαξε δεκάδες επαγγέλματα από παιδί.. Και διάβαζε εφημερίδες καθώς τις πουλούσε. Ο Μάρκος ζει μέσα μας..ο Μάρκος είναι η ζωή που μας έχει στοιχειώσει.. -Δυο πρόχειρα λόγια στην μνήμη του Μάρκου, που σαν σήμερα πέθανε

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016


Ένα τσιγάρο δρόμο είχαμε για την ανάβαση στο βουνό, στο φαράγγι, ένας αετός κοιτούσε τα βήματα σου, όπου πατούσες άνθιζαν πανσέδες, το νησί δεν είχε μάθει σε τέτοια άνθη, μόνο στην άγρια ρίγανη και το φασκόμηλο, μιλούσες και τα σύννεφα έφτιαχναν σχήματα κι εικόνες, σε θαύμαζα που δεν φοβόσουν τον θάνατο, ούτε την ζωή, ότι σε δείλιαζε ,ήταν αν θα μπορέσεις να κρατήσεις μέσα στην ζωή σου τα λόγια του πατέρα σου, αυτό μου άφησες κληρονομιά κι ας απεχθάνομαι αυτήν την λέξη, λίγο ύπουλη είναι και κρύβει παγίδες, όμως τώρα πατέρα, σηκώνω το βλέμμα μου στον ουρανό και δειλή αισθάνομαι, καθώς κοιτάζω τους πανσέδες μέσα στα μάτια σου σε μια φωτογραφία παλιά, αναρωτιέμαι φωναχτά, θα μπορέσω άραγε να κρατήσω στην ζωή μου τα λόγια σου, ώσπου να κλείσουν τα μάτια μου, θα μπορέσω; -Του πατέρα

H Bερενίκη, κατοικούσε αλλού, της άρεσε να κοιτάζει τους τάφους στα κοιμητήρια, της άρεσε να παρακολουθεί το άνοιγμα των πτωμάτων σε αίθουσες φοιτητών της ιατρικής, της άρεσε να θυσιάζεται για τους άλλους σαν να εκτελούσε κάποια αποστολή, δεν είχε ερωτευτεί ως τα 30 ,αλλά συχνά πυκνά ,εκτελούσε ερωτικές ασκήσεις στα κρεβάτια αγνώστων, δώρα της μιας νύχτας. Μια ημέρα, που άκουσε σε μια ταβέρνα τον Μάρκο να τραγουδάει, φλόγες τύλιξαν το κορμί της, από την μια η μουσική, από την άλλη ένας ψηλός άντρας με μάτια γιασεμιά, χόρευε θαρρείς ως το ταβάνι, την έκαναν να τα χάσει, ξέχασε αμέσως το φλερτ της με τον θάνατο κι ερωτεύτηκε εκείνον τον άντρα. Του δόθηκε σαν να παραδίδεται για πάντα, εκείνος το κατάλαβε, αλλά γρήγορα φοβήθηκε από το τόσο πάθος, απομακρύνθηκε σιγά σιγά ενώ η Βερενίκη έχανε τον κόσμο από τα μάτια της. Γιατί κοιτούσε με τα δικά του μάτια. Ένα βράδυ, ήπιε τόσο κρασί, σε εκείνην την ίδια ταβέρνα, που γύριζαν τα σπλάχνα της σαν φίδια, πήγε στην θάλασσα, βρήκε κάτι παλιές βάρκες και ξάπλωσε από κάτω τους. Όλοι έλεγαν πως τρελάθηκε ,αλλά εκείνη, ήξερε καλά πια, πως 30 χρόνια φλέρταρε με τον θάνατο, όταν ερωτεύτηκε απλά του παραδόθηκε. Έγινε σύντομα ένα ακόμη επείγον περιστατικό. Αλλά σε εκείνο το λευκό δωμάτιο του νοσοκομείου, έβλεπε μπροστά της τον άντρα με τα μάτια γιασεμιά κι άκουγε από το βάθος του διαδρόμου τον Μάρκο να τραγουδάει. Γελούσε και τραγουδούσε μαζί του..αυτό έγινε για μερικά χρόνια. Ώσπου ο συνταγματάρχης του θανάτου την πήρε τρυφερά στα χέρια του. (Δεν υπάρχει παράδεισος και κόλαση, μόνο έρωτας, πόνος και θάνατος), του είπε ενώ αυτός ήδη τραβούσε την λευκή του κάπα για να την σκεπάσει.. -Η σύντομη ιστορία της Βερενίκης

Από παιδί ,υπήρξα χαοτική σαν προσωπικότητα, δυνάμεις αντίθετες πάλευαν μέσα μου, ωστόσο ,αυτό δεν με εμπόδιζε να ξέρω πως όσο ωρίμαζα θα αισθανόμουν νεότερη, φυσικά αυτό δεν είχε να κάνει με την απαισιοδοξία μου, μπορείς να πεις γεννήθηκα απαισιόδοξη, όμως επίσης πάντα εκεί που κυλάω στα σκοτάδια βλέπω καλά πως κάπου υπάρχει φως. Αυτό το φως βλέπω καθώς τα ραδιόφωνα παίζουν συνέχεια τον Lazarus ενώ γνωρίζουμε όλοι τον φυσκό θάνατο του δημιουργού του. Θαυμάζω τον άνθρωπο που έπαιξε με τον θάνατο του και τον έκανε τέχνη, όσο αυτό το σκέφτομαι, τόσο μεγαλώνει το χάος μέσα μου και γύρω μου. Αλλά, ο θαυμασμός στην τέχνη κάνει το χάος να φωνάζει βαθιά μέσα μου και να μου λέει <<κάνε με κάτι>>, να λέει <<κάντε το κάτι>>. Η ευγνωμοσύνη και ο θαυμασμός μου σήμερα, πήραν ύψος αλλόκοτο.. Είναι αρκετά αυτά, ώστε να καταλαβαίνω την δύναμη της ζωής μέσα από αλλεπάλληλους μικρούς ιλίγγους.. -Ραδιόφωνο

Δεν πρόλαβα να σε ερωτευτώ γιατί αμέσως σε αγάπησα, ο κίνδυνος μεγάλος ήταν, για μια αμοιβαία κατάρρευση, έτσι, έφυγα μέσα στην νύχτα ,κρατώντας ένα μαύρο λουλούδι στην καρδιά. Αυτό κοιτάζω κάθε φορά στον καθρέφτη μου. -Το γενναίο, άτιτλο

17 Ιανουαρίου στις 5:50 μ.μ. · . Όταν η Χ. έμαθε πως πέθανε ο Κ., αυτός που είχε αγαπήσει πραγματικά , (ήταν αυτός που της έμαθε πως ο έρωτας δεν έχει εξουσία εκτός της απόλυτης παράδοσης των υποκειμένων σε ένα κόκκινο και μπλε ποτάμι που το έλεγαν αθανασία ), πήρε την απόφαση και μπήκε στο σπίτι των συγγενών του ένα βράδυ. Μπήκε με πολλές προφυλάξεις και διέταξε την καρδιά της να της δείξει που ήταν κρυμμένη η τέφρα του , αυτό έγινε άμεσα και χωρίς δυσκολία. Έβαλε στο λευκό της μαντήλι κομμάτια της τέφρας και πήγε στο σπίτι της. Ξάπλωσε στο πάτωμα και άφησε τον πόνο της να σπάσει όλα τα τείχη που έκρυβε όλους τους εαυτούς της. Ακούγοντας την αγαπημένη τους μουσική, τον έφερε μπροστά της , η εικόνα του διαπερνούσε τους οφθαλμούς της και έτρεχε σε όλα τα εκμαγεία της μνήμης της. Άρχισε να τρώει σιγά σιγά κι απαλά την τέφρα του, η τέφρα δεν μοιάζει με την άμμο, ήταν σαν μικρές άπειρες σπασμένες πέτρες, κάποιες από αυτές, έγδερναν την γλώσσα της κι άλλες διέσχιζαν τον λάρυγγα με δυσκολία.. Όταν τελείωσε την τελετή αυτή, ήρθε ένα κύμα και την τύλιξε που έμοιαζε με αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν ευγνωμοσύνη ή ευτυχία. Την στιγμή που τελείωνε η μουσική στο πικάπ, τον είδε δίπλα της. Της έπιασε τα χέρια και τα φίλησε, της μίλησε για την άκρα μοναξιά των ανθρώπων όταν ήταν ερωτευμένοι. Της μίλησε πως ο ίδιος αιωρείται , πως οι δυο τους ήταν ένας κοινός αντικατοπτρισμός, πως όφειλε να της το πει, πως η αγάπη τους δεν υπήρξε σαν τίτλος ή σαν πολλές λέξεις που όφειλαν την ύπαρξη τους σε έναν χυδαίο συναισθηματισμό. Δεν είχε δάκρυα, παρά μονάχα ευτυχία και ολοκλήρωση, καθώς τον άκουγε. Έπειτα χάθηκε από μπροστά της αφήνοντας πίσω του ένα μεθυστικό άρωμα σπάνιων ρόδων μιας κοιλάδας του πουθενά και του ποτέ. Η Χ. δεν είχε ποτέ ενοχές όπως έχουν οι περισσότεροι ερωτευμένοι απέναντι στο αντικείμενο του πόθου τους. Αποφάσισε να ασκητέψει. Έκλεισε τα παράθυρα και κλείστηκε στο σπίτι της κόβοντας το τηλέφωνο και κάθε δίοδο επικοινωνίας με το εξωτερικό της περιβάλλον. Μια δυνατή μυρωδιά τριαντάφυλλων και η απουσία της, έκαναν την γειτόνισσα να την αναζητήσει. ΜΕτά από επίμονες κλωτσιές στην πόρτα κατάφερε να την σπάσει και να μπει μέσα. Εκεί, χυμένη στο πάτωμα είδε ανθρώπινη τέφρα. Αυτό επιβεβαίωσαν οι αστυνομικοί που εξέτασαν τον χώρο.. Αυτό που δεν είχε εξήγηση ήταν το από που ερχόταν αυτή η επίμονη μυρωδιά των ρόδων.. Και η τυπική εξαφάνιση της Χ. Φυσικά, κανείς δεν την είδε από τότε... -Ένα παραμύθι για μεγάλους

Ληπηθείτε βαθιά, εκείνους που έχουν κάνει τα μπαρ ναούς και ποτέ δεν άναψαν μέσα τους ένα κεράκι

Όταν χορεύω για εσένα, είναι σαν να σε προλογίζω σε όλα τα άψυχα και έμψυχα όντα. Όταν χορεύεις για εμένα , είναι σαν να διαβάζεις ότι προλόγισα πίσω από τον καθρέφτη. Από δωμάτιο σε δωμάτιο, η θερμοκρασία ανεβαίνει, ενώ η ζώσα πραγματικότητα, σταματά να υπάρχει, λες και κάποιος αόρατος διακόπτης την σταματάει απότομα

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016


Βρεθήκαμε στα δρακόσπιτα, από ένα ύψος του βουνού ,μας κοίταζε ένα αστέρι, φυγάδευσα το εγώ μου, μέσα σε κλαδιά μπερδεμένα, που μιλούσαν όλες τις γλώσσες του ανθρώπου, αυτό νόμιζα πως κατάλαβες ,όταν μου έπιασες το χέρι. Και μια μαγεία ντύθηκε το τοπίο κι εμείς. Μα ύστερα, μια σαύρα μας επιτέθηκε που ήταν πράσινη, δεν μπορέσαμε να αρθρώσουμε λέξη μπρος στον κίνδυνο, καθώς οπλισμένη ήταν η γλώσσα της με αφιόνι. Δεν ήταν που μας πόνεσε το υγρό της, ήταν που μας χάλασε την μαγική στιγμή. Κι όλες οι γλώσσες του ανθρώπου χάθηκαν και μιλήσαμε την μία, αυτή που για όλους είναι κοινή.. Αυτήν που χρησιμοποιούν για τα απαραίτητα της συμβίωσης και της επιβίωσης. Φόρεσα ένα παλιό ρούχο, τρύπιο κάπου κάπου, από τον καιρό. Αυτό, που με κρατούσε σε επαφή με τον παλιό κόσμο. Κι αφού λυγίσαμε, ο καθένας για τους λόγους του, έφυγα τρέχοντας ,προσπαθώντας στις πτυχές του ρούχου μου, κάτι από την μαγεία να κρατήσω. Έτσι μισόγυμνα τα χέρια μου, έπιαναν τα μάτια μου, τους φώναζαν κοίτα, μα τα μάτια κουρασμένα ήταν από όλες τις εικόνες. Κι έφυγα από τα δρακόσπιτα, καπνίζοντας , όσο αντέξω είπα, μαγεία ζήτησα κι όχι κανόνες επιβολής ή υπομονής.. Κανείς να μην λυπάται τον άνθρωπο που διαλέγει την μοναχικότητα, είναι η μαγεία που τον κρατάει ακόμη στην ζωή, αυτήν ζητάει να κρατήσει όρθια. Ορφανός από ανθρώπους, κάποιος μπορεί να ζει, όχι όμως χωρίς αυτό, που τον κρατάει όρθιο και έκθαμβο από την ομορφιά. Η ομορφιά λιτή κι απέραντη είναι, το ρούχο μου να κρατήσω, όσο πάει θα μείνω, ώσπου το φιτίλι που με κρατάει να καεί... -Παραμυθοποιήματα της ανάβασης

Έπεσε η Τροία, πνίγηκα στο θαμπό ανάγλυφο της, καθώς έπεφτε, ένας κρότος κι ένα παραλήρημα, ακούστηκε, ως τον ουρανό. Δεν έχει σημασία τι γράφει κάποιος, αλλά το τι βιώνει, καθώς γράφει. Έτσι, οι λέξεις γρήγορα ξεχνιούνται στο κύλισμα του χρόνου, γρήγορα θα τις ξεχάσεις , όμως στα ελάχιστα δεύτερα που σου χρειάζονται για να νιώσεις την ψυχή που είτε γελάει είτε κλαίει, αυτό που θα νιώσεις, αυτό θα είναι το επίμετρο και η αρχή του γραπτού και του γράφοντος. Η επιδερμική διαδικασία μιας ανάγνωσης δεν ενδιαφέρει. Η χώνεψη της διαδικασίας της γραφής, δεν ενδιαφέρει. Αυτός που μόνο συλλέγει λέξεις θυμίζει μια έκθεση ιδεών που σκορπίζονται στον χρόνο. Έπεσε η Τροία, κρότοι και σπινθήρες από οργή με τύλιξαν στην θέα, η καρδιά μου σταμάτησε στο στήθος καθώς την έβλεπα να χάνεται , για λίγο χάθηκα και μετά επανήλθα. Σαν άνθρωπος πια, σκέφτηκα την αόρατη φυλακή των αισθημάτων καθώς αυτά δεν αγαπήθηκαν από κάποιον άλλον, ναι, σημασία έχει να νιώθεις αλλά και να μπορείς να δεις κατάματα μια ήττα. Μια ήττα στην ανθρώπινη προσέγγιση, σημαίνει την αποδοχή πως δεν μπορείς να ελπίζεις πια για αυτό που υπέστη την ήττα. Ναι, οι άνθρωποι προχωρούν, αλλά καμιά φορά πηγαίνουν προς τα πίσω. Ναι, καμιά φορά οι άνθρωποι ελπίζουν στην ουτοπία της ανθρώπινης περιπέτειας, πως πέραν των αυθόρμητων αποκλείσεων από όσα ξέρουν, υπάρχουν κι άλλα που δεν μπορούν να τα μοιραστούν, γιατί σημασία έχει η κατανόηση, σημασία έχει η γνώση... Αλλά τι θα είναι η γνώση αν ο δρόμος έχει αποκλειστεί από το παγκόσμιο μάτι; Αν έχει αποκλειστεί από την διάθεση του να μοιραστείς με τον άλλον όσα βλέπεις κι όσα ξέρεις; Θα σου πω το προφανές, οι άνθρωποι καταλαβαίνουμε όσα θέλουμε να καταλάβουμε, όσα δεν μας ξεβολεύουν, από την καχυποψία, από την έπαρση, από την μηχανή που έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε... Έτσι καθώς χαιρετώ με οδύνη την Τροία , μην σκεφτείς για μένα κάτι άλλο, ότι μετράει για εμένα, είναι η Τροία που έζησα, που αγάπησα, που πόνεσα και με πόνεσε, δεν είναι οι λέξεις και τα λοιπά ευχολόγια. Αν μπορούσα με αυτά που γράφω, να σώσω μια Τροία ,όλα θα τα έκαιγα. Γιατί λέξεις θα ξαναβρώ, διαβάζοντας, παρατηρώντας, ανοίγοντας λεξιλόγια , όμως ότι αγάπησα βρίσκεται στο μυαλό και την καρδιά μου. Αυτά είναι όλο μου το τοπίο, αυτό δεν θα ξαναβρώ αν η μνήμη μου τα σβήσει. Αυτό που αναρωτιέμαι είναι, ξέρουμε όλοι τα τοπία που κουβαλάμε; Μείναμε στις λέξεις, από τις πράξεις κρατήσαμε ότι νομίζαμε πως καταλάβαμε, γρήγορα όμως κι αυτές θα ξεχαστούν, γιατί εδώ σου λέω, η Τροία έπεσε.. Αγάπησε και αγαπήσου, μόνο αυτό θα μείνει κάτω από τις στάχτες και την σκόνη.. Κι αν σου έχει μείνει λίγο αίμα, κράτα το γερά στις αρτηρίες, είναι πολύτιμο για την ανθρωπότητα που άρρωστη κείτεται σε ένα κρεβάτι.. Περιμένεις με τις λέξεις να σωθεί; Αβέβαιη πια η ίαση.. Ας οπλιστείς με υπομονή.. -Η οργή του Δεκέμβρη

όλα τα σε αγαπώ, τα ΄κανα μαργαριτάρια στον λαιμό, έτσι από πεθυμιά, ή από μεγάλη σκανδαλιά, τα βήματα μου τα κρατώ, για ένα δρόμο λαμπερό, που γλίτσα δεν θα έχει πια, ούτε και τρομερή κατηφοριά. Αναπαύσου εν ειρήνη ότι κι αν γίνει, σίφουνας κόκκινος προς Δυσμάς μα και προς Ανατολάς, ένα τραγούδι θα σου πω και θα είναι λαικό, γιατί τα τζαζ φορέθηκαν πολύ κι αυτό δεν είναι ευγενικό μα ούτε για μένα ανεκτό, παίξε μαζί μου πεταλούδα και γέλα όσο μπορείς, περιπέτεια σαν κι εμένα δεν θα βρεις. Μαντινάδα της μηλόπιτας- Υγ, κυριολεκτικά ,συνέβη, ενώ σκάρωνα μια μηλόπιτα , μην την πάρετε σοβαρά γιατί θα μυρίζετε κανέλλα

Το Καλοκαίρι είχα έναν πατέρα, τον Χειμώνα μια μητέρα, ενδιάμεσα είχα εμένα, με έψαχνα παντού, κρυμμένη πίσω από την πόρτα της ντουλάπας, παίζοντας μόνη μου κούκλες που είχαν ρόλους δραματικούς, με τραβούσε το δράμα, ακόμη με τραβάει, με πίεζε προς τα επάνω, έψαχνα να βρω κάποιο ανάστημα, με πίεζε η αυλή και το υπόγειο, κοιτούσα για ουρανό, κοιτούσα πως θα ξεφύγω από τις μικρές ανόητες ιστορίες της γειτονιάς, κοιτούσα το Καλοκαίρι τα γιατσέντα και τα κρινάκια της άμμου στο νησί κι έβρισκα ανάστημα, ο θείος ο καπετάνιος, είχε φέρει ένα κουτί που όταν το άνοιγες γύριζε γύρω γύρω μια μπαλαρίνα κι ακουγόταν μουσική, είχε φέρει κασετίνες που κι αυτές τις άνοιγες κι έπαιζε μουσική, δεν μου άρεσε αυτή η μουσική, εμένα με τραβούσαν τα δράματα, ο πατέρας που ζητούσε την μητέρα, το ζήτημα του αναγκαστικού χωρισμού, με πονούσε και με κέντριζε, έψαχνα όλα τα κατατρεγμένα πλάσματα και τα έκανα φίλους, ήθελα να τους δώσω ανάστημα καταλαβαίνεις, αυτό έψαχνα, ήθελα ανάστημα, όταν πέφτεις πολύ κάτω είσαι έτοιμος να ανέβεις ψηλά, μισούσα τις γιορτές και τις παρελάσεις, λάτρευα τα κραγιόν στις θεατρίνες, λάτρευα την μυρωδιά στα θέατρα, τις παύσεις στους διαλόγους, τα ρούχα, το ημίφως, την βροχή έξω, να ακούγεται ροκανίζοντας τα τζάμια, ήμουν αλλού, με ρουφούσαν τα πάντα, σε όλα έψαχνα εμένα, εσένα, έψαχνα να ξεφύγω από τον πατέρα και την μητέρα, ζωγράφιζα μαύρα σκίτσα, γελούσα κι έκλαιγα με σπαραγμό, έχεις γελάσει με σπαραγμό, ξέρεις τι είναι να μην θέλεις να ξημερώσει η άλλη ημέρα για να κρατήσεις μέσα σου λίγη ομορφιά, από τότε αποφάνθηκα για εμένα , πως δεν θα με έβρισκα ποτέ, τώρα κάτι ξεθαρρεύει, αλλά το ζώο που κατοικεί κάτω από την σάρκα μου, δεν μου αφήνει παρά ελάχιστα, έτσι θα ζήσω, έτσι θα γίνω, γυρεύοντας ένα ανάστημα που το είδα ελάχιστες φορές, ελάχιστες στιγμές, τσουλήθρες στα σύννεφα, αντισυμβάσεις, πέταλα λουλουδιών που ανοιγοκλείνουν, όπως τα πόδια μια γυναίκας, σκύλοι που χαμογελούν στον δρόμο, άνθρωποι μουντοί και μαραμένοι, εγώ στα νεκρολούλουδα, εγώ στο αίμα, στον δρόμο με τις ορτανσίες, με μια γκέισα, με έναν σαμουράι, με μύθους, στίχους, απορίες κι ακροβασίες στο ελάχιστο... -χωρίς ανάσα

Το πνεύμα σε ανεργία, ονειρεύεται λαθραία καράβια, το ξημέρωμα ,ένα γαλάζιο πτώμα θα αναδυθεί, φορώντας φύκια και κορδέλλες αναγνώρισης. Οι σχολές των επίδοξων εραστών, στα μέσα μαζικής απονεύρωσης, ακυρώνουν την σκιά και τον εαυτό τους. Το εκκολαπτήριο της ελευθερίας ,πάντα ζητάει λύτρα κάτω από ένα μοιραίο χαμόγελο

όποιος νομίζει πως με ξέρει, να με ταίσει μέλι, όποιος με θυμώνει ,να γίνει στον αέρα μπαλόνι, ύστερα από αυτά ,σημασία δεν θα έχει πια, κατά μόνας , κατά πόδας, αυτά θα έχει πάντα η ζωή, γύρνα λίγο την συρταρωτή να σου στείλω ένα φιλί, να σου δώσω μια ματιά να την γυρίσεις στα ζώα και στα παιδιά.. Μαντινάδα του παιδιού

Βρήκα το σχήμα μου, χαραγμένο μέσα σε μια θολωτή σπηλιά, ερπετά κροτάλιζαν ερχομούς και ευχές για τους λυπημένους, άγγελοι έπαιζαν άρπα και λύρα της Κρήτης, ο Ήφαιστος με τον Προμηθέα, μου εξιστορούσαν εικόνες και λέξεις, ο Οδυσσέας ,χαμένος ακόμη στην παραζάλη των Σειρήνων κοιτούσε με μάτι τρομαγμένο, ποιος είναι ο ερχομός που τρομάζει τους ανθρώπους; Αυτό προσπαθούσαν να ερμηνέψουν έξω από την θολωτή σπηλιά, ζουμπούλια και κυκλάμινα έσταζαν φως επάνω στο άμοιρο σχήμα μου, δίχως μοίρα, δίχως στέγη, εκτός από ουρανό, όλα μου τα αρχαία πτώματα, κι εγώ μαζί τους ένας πεσόντας πριν την ώρα του, μα ποιος ορίζει τον χρόνο εκτός της στιγμής, μα ποιος διαβάζει τα αληθινά γεγονότα, εκτός από μια ορχήστρα λυρική που ανεβαίνει στα ταβάνια; Οι ποιητές ερωτεύτηκαν λένε το χάος και τις ορδές των προσφύγων, ο μισός πλανήτης μετακόμισε, ο άλλος φτιάχνει τα νύχια του σφυρίζοντας και το σχήμα μου μέσα στις Καρυάτιδες και τις γκέισες ακόμη να παλεύει, η ζωή τρέχει, η ζωή κερνάει εκπλήξεις ολισθηρές και τα πρόβατα έξω από την δική μου σπηλιά δακρύζουν, έτσι αθώα τα βρήκε ο χαμός και ανέτοιμα, ανοίγω την γλώσσα μου και την μοιράζω να βρουν κάτι για να πουν, μα αυτά αδύνατον να το κάμουν, παίρνω το σχήμα μου , το φουσκώνω αέρα και παίζω μουσική, φτιάχνω νότες να χορέψουν οι δούλοι κι οι ζητιάνοι για λίγο φως, ένα δέρμα έμεινα εδώ, μην με ζητάτε, κανείς πια, ούτε φίλος, ούτε εχθρός, μήτε οι θεοί των ανθρώπων ας με προστρέξουν, έτσι γεννήθηκα, με μια στέγη ουρανό και σύμβολα πεσμένα. Να κρατήσω τον εαυτό μου, να κρατήσω ότι αγάπησα και με αγάπησε, ύστερα το απόβραδο θα βάλω φωτιά στους μυθικούς ήρωες, ψέματα είπαν, όλα χάνονται μέσα στις ώρες των βάνδαλων και των φονιάδων, μα εδώ αφήστε με εμένα, δεν ζητώ την ιστορία να εξηγήσω, τα ανθρώπινα με ενδιέφεραν κι οι ποιητές που χάθηκαν από το μισοφέγγαρο, το ΄ήπιαν λαίμαργα κι έμειναν ματαιόδοξοι, μέσα στα βιβλία και τα κόκαλα, ανοίγω τώρα δρόμο μέσα στην σπηλιά, αν βρείτε τον Διογένη πείτε του πως τον έψαξα, μα απόκριση δεν έλαβα καμιά, μονάχα σχήματα κι ελπίδες που τα ρούφηξε η σκόνη.. -Η στέγη της λύπης-