Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015


Πολλές ευγενικές πράξεις κι αυτές που διέπονται από την καλοσύνη, οδηγούν πολλές φορές τους άλλους σε κορεσμό. Νοιώθουν αυτοί που τις δέχονται ,την αίσθηση του κορεσμού. Όμως με την στενή έννοια της παρατήρησης μπορεί κανείς να καταλάβει πως ο κορεσμός οφείλεται σε κάποια αδυναμία του δέκτη ή κάποια έλλειψη της αντίληψης πως η κακία σκοτώνεται από την καλοσύνη. Και πως το να επιλέγει κανείς να ζήσει στηρίζοντας το κακό γενικότερα είναι σαν να μην επιφέρει καμιά αλλαγή γύρω του ενώ συνεχίζει να εξαπλώνει την μάστιγα αυτή. Δεν υπάρχει καμία γοητεία στο να κάθομαι και να περιμένω το αναπόφευκτο τέλος. Και φυσικά επίσης καμία γοητεία στο να παραμένω αθώος ως προς το δούναι και λαβείν, τίποτε δεν εξασφαλίζει την όποια αντίληψη του άλλου ως προς την πράξη αυτή καθαυτή. υπάρχουν κι αυτοί που θεωρούν δεδομένο πως οι άλλοι οφείλουν να δίνονται σε αυτούς. Μένει το εξής, να ξεχωρίσει κανείς αυτούς που είναι καλοί κι ευγενικοί από θέση ζωής κι όχι από ανάγκη γιατί δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν. Στην απεγνωσμένη αναζήτηση μιας αισθητικής στην ζωή ,υπάρχει και η καλοσύνη , είναι θέμα του καθένα μας πόσο σεβασμό θα δείξει σε αυτό, επίσης πόσο σεβασμό θα δείξει κι ο ίδιος στο είναι του, κανείς δεν εκτελεί κάποια αποστολή με το να φέρνεται τόσο καλά που θυσιάζεται για τους άλλους εκτελώντας κάποιες φορές τον εαυτό του.. Μιλώ για την βαθύτερη ανάγκη της καλοσύνης αισθητικά και υπαρξιακά κι όχι την καλοσύνη που το δέντρο της είναι οι ρίζες ενοχών, οι ενοχικοί πολλές φορές βρίζουν και βρίζονται γιατί κατάργησαν τα όρια και δεν παρατήρησαν πόση ανωτερότητα και δύναμη ψυχική κρύβεται μέσα της. Παρατήρησαν μονάχα μια φευγαλέα ευχαρίστηση του δότη στον δέκτη. Αλλά κι ο δέκτης πρέπει να ευχαριστιέται, όχι μονάχα ο δότης.. ΟΙ καιροί είναι δύσκολοι, καιρός να ακούσουμε και λίγο αυτό που λέγεται ευγνωμοσύνη στο όλον.. Στο κάτω κάτω η καλοσύνη εμπεριέχει σαφέστατα την ελευθερία, αυτό που λίγο πολύ λείπει από όλους μας... {Περί της αισθητικής της καλοσύνης και της ευγένειας

Yπάρχουν κι εκείνα τα φιλιά, που μοιάζουν σαν ιστορίες που δεν είπαμε. Κάθε ένα από αυτά, κάτι διηγείται, χωρίς ανάσα το ακούς και σε συνεπαίρνει, σε φυσάει σε ακτές ,που δεν μοιάζουν να χαιδεύονται από την θάλασσα. Έτσι, ο πόλεμος των φύλων δεν προκύπτει, υπερνικούν τις αντιξοότητες και τις αντιθέσεις, οι διηγήσεις τους.. Και εκείνα τα λεπτά ,διαγράφουν με την δύναμη τους, ολόκληρες εικόνες ζωής ,σε σέπια. Υπάρχουν φιλιά ,που με την δύναμη της καθαρότητας τους χαράζουν την ύπαρξη κι απόκληρος γυρνάς και κυνηγημένος από ένα πάθος που δεν ξεπλύθηκε ποτέ. Γιατί με εκείνη, την αρχαία φωτιά τους, σημαδεύουν τα επόμενα χρόνια . Φιλιά ματωμένα, πλασμένα για να χαράξουν και να υψωθούν μακριά από τα τετριμμένα, δεν μοιάζουν σαν προσκλητήρια μάχης. Πηγαίνουν πιό μακριά από τον πόλεμο που λέγεται έρωτας.. Έτσι , μόνο τα θυμάσαι. Αλλά παίρνεις μια δύναμη από την μνήμη τους, όπως κάνουν οι εραστές χωρίς περιπολίες και ζητήματα ανταμοιβής στην υποχώρηση.. Κερδισμένος είσαι και χαμένος.. -Στην σπανιότητα, των φιλιών

Στο μεταξύ, κανείς δεν μπόρεσε να μας καλουπώσει. Τις ΚΥριακές, τσουλάμε στα Πετράλωνα, πίνουμε κρασί και κοιτάζουμε όλα τα παλιά αντικείμενα καρφωμένα στους τοίχους της ταβέρνας. Μοιάζουν έτοιμα να μας πουν την ιστορία τους. Μαζι μετα τρία μπουζούκια που παίζουν. Κάθε ιστορία από τα παλιατζίδικα την καρφώνω στην καρδιά μου. Τι κι αν οι καιροί ψάχνουν για σφάγια; Εμείς όπως ζήσαμε ,έτσι θα συνεχίσουμε . Περίπατοι ηλιόλουστοι με παιδικά παπούτσια. Κι όση πίκρα και να μας ποτίζουν εμείς εκεί, ακούραστοι, δεν θα αφήσουμε ποτέ τα άλογα να τα σκοτώσουν όταν γεράσουν. Γιατί, κάθε άλογο από αυτά ,είναι μια αρετή της παλιάς κοπής. Στο μεταξύ, κανείς δεν θα μας κάνει να χαριστούμε, κανείς δεν θα μας επιβάλλει τους κανόνες του. Για κάθε βρισιά μια προσβολή και μια αγνωμοσύνη στην πλάτη, εμείς έχουμε ένα χαμόγελο που γίνεται γέλιο.. Περίπατοι ηλιόλουστοι με παιδικά παπούτσια.. -ΤΗς Κυριακής- Υγ. αφιερωμένο στην Κυριακή, την φίλη και μέλος της <<<... >>>.και στην Κυριακή, την έβδομη ημέρα της βδομάδας...

Ομολογεί στον εαυτό της πως δεν τον ξέχασε, η δική τους ιστορία διέφερε από τις άλλες γιατί δεν της δόθηκε χρόνος, η δική τους ιστορία μοιάζει με εκείνο το λουλούδι που ανθίζει μια φορά κάθε έτος, ,βίαιες κινήσεις τρίτων έκοψαν το ανθρώπινο νήμα νωρίς, οι τρίτοι γι αυτό υπάρχουν, για να ξοδεύουν την ενέργεια τους καταστρέφοντας τους άλλους που στα μάτια τους κάτι λάμπει, δεν τον ξέχασε, η ιστορία τους δεν έμοιαζε με υπόσχεση ευτυχίας, ήταν η ίδια η ευτυχία που την ξύπνησε το επόμενο πρωί, ήταν και είναι, η ίδια συγκίνηση, ακόμη και στην μικρότερη ανάμνηση ενός αποσπάσματος τους, ακόμη και στην πιό μικρή εικόνα του, τον φυλάει μέσα στα πιο πολύτιμα των ανθρωπίνων , τον κρατάει δίπλα της πολλές νύχτες που ένα αηδόνι πιάνει να τραγουδήσει έναν θάνατο, τότε εκείνη του λέει, (τον έρωτα να τραγουδήσεις, τον έρωτα κι όχι τον θάνατο), το αηδόνι αλλάζει τον ρυθμό του και της τραγουδάει για το πορτρέτο εκείνου, τότε η γυναίκα τον αγαπάει δυνατότερα γιατί η ανάμνηση του μέσα από την αφήγηση του τραγουδιού δεν έχει την παραμικρή πίκρα, σε ρωτάω εσένα τώρα ξένε, ξέρεις πολλούς έρωτες που δεν αφήνουν καμία πίκρα στο τέλος τους; Ομολογεί στον εαυτό της, -υπήρξα τυχερή- κι ας μην έζησε από αυτό το κομμάτι της ζωής της παρά μονάχα ένα βράδυ, έβρεχε πολύ και τα αστέρια είχαν κρυφτεί τότε... -Η ομορφιά της μνήμης

Θα σου μιλήσω για την Βέρα, ανήκει στην γενιά που αγάπησε τα λουλούδια και δεν τα μετέτρεψε ποτέ σε τσουκνίδες, είναι σημαντικό αυτό για μένα, περισσότερο για εκείνη φυσικά.. Με Την Βέρα μιλάμε πολύ, με περνάει μια δεκαετία αλλά μοιάζει αγέραστη, είναι ένα κορίτσι- γυναίκα. Εκείνη μου μιλάει για τις ιστορίες της ζωής της κι εγώ προσπαθώ να τις πω χωρίς διαπραγματεύσεις, έτσι ασκούμενη κι αρχάρια στην γραφή όπως πάντα. Δεν υπάρχουν αντιθέσεις παρά ελάχιστες μεταξύ μας, όπως εκείνη χύνεται στην ζωή αθώα κι αιματώδης χωρίς να κάνει συμβιβασμούς, έτσι γράφω κι εγώ, με την καρδιά μου που χορεύει με τον νου, χωρίς επεξεργασία τελική.. 'Εχουμε συμφωνήσει πως είναι απαραίτητα και τα δυό.... Μου λέει για τους εραστές της, αυτούς που έγιναν κι αυτούς που δεν έμειναν παρά μόνο με την υπόσχεση της. Με διαβεβαιώνει πως ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται μόνο μια φορά , αυτά είναι εμπόδια για την ελευθερία και την αγάπη μου λέει..αυτά είναι κλισέ. (Τι έιναι η ζωή ρε Βέρα); την ρώτησα σήμερα αφού βγάλαμε τον σκύλο της βόλτα. (Η ζωή είναι ένα σμίξιμο με ίδιες κι αντίθετες δυνάμεις, είναι μια άσκηση που είναι όμορφο να γοητεύεσαι κι όχι να φοβάσαι και να βαριέσαι από αυτήν), μου λέει και με γοητεύει καθώς στέλνει δαχτυλίδια καπνού στον ουρανό. Τα μάτια της διηγούνται μόνα τους άμα τα κοιτάξεις προσεκτικά... (Μόνο άσκηση είναι ρε Βερα, εσύ ένα παιδί του έρωτα το βλε΄πεις μονάχα σαν άσκηση); Την ρωτάω και την κοιτάζω να γελάει. (όχι βέβαια, η αθωότητα είναι ένα αποτέλεσμα καθώς κι η γνώση από τον στοχασμό και την πείρα επάνω στην ζωή, αυτό είναι ένα επί μέρους κομμάτι της άσκησης, εμείς λοιπόν την άσκηση αυτή την βλεπουμε σαν παιχνίδι), με διαβεβαιώνει με τον τόνο της φωνής της. ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. (Επιπλέον υπάρχει τόση ηδονή εκεί έξω, σε αυτό το άγνωστο που δεν μπορείς παρά να δοθείς με έναν ήσυχο κρότο). (Κι αν πέσεις καμιά φορά από ουρανοξύστη); Ρωτάω με πείσμα. (Ε τοτε θα χω την χαρά πως δεν πέθανα από ανία). Και σκέφτομαι πως δεν είναι τσιτάτα αυτά που λέει, τα εννοεί με τις αποδείξεις των πράξεων της. Και την αγαπάω περισσότερο κι από αυτήν την αγάπη δεν θα μπορέσω να γράψω ποτέ με επιμέλεια την ζωή της, είμαστε κι οι δυό τόσο απείθαρχες και ζώα χωρίς δημόσιες σχέσεις και γραφεία, είμαστε εκτός με λίγα λόγια από φύση κι από θέση.. (Η Βέρα κι εγώ

Στέκεται αναποφάσιστη στο σταυροδρόμι, έχει τα χέρια στις τσέπες. Διαρκώς αναποφάσιστη, έτσι θέλει, η αποφασιστικότητα έχει προφάσεις και προθέσεις. Δεν είναι έτσι αυτή. ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ γρήγορα, κάπως αδέξια. Κοιτάζει γύρω, τον σκέφτεται, τι να σκέφτεται; Σκέφτεται τον κόσμο των γουρουνιών που κρύβονται πίσω από ένα κολιέ με διαμάντια,_ ξέρω, κλισέ-. Αυτός δεν είναι έτσι, ωχ, σκέφτεται ,κατάφαση. Δεν είναι έτσι αυτή, δεν ζει από τις καταφάσεις, από τις αρνήσεις, έζησε. Με αυτές τάισε τα φτερά της. Τον σκέφτεται. Τα πόδια της πίσω στη φτέρνα καίνε. Όλα ζεστοί, μικροί αποχαιρετισμοί, ναι ξέρει, αυτή τους ξέρει. Και ξέρει πως κι αυτός τους ξέρει. Αυτός. Αυτή. Εκείνοι. Οι άνθρωποι. Αυτός ο φριχτός, αυτός ο υπέροχος κόσμος, όλα αυτά κι εκείνα, αυτά που κατοικούν κάτω από τα βλέφαρα. Καίγεται για την ζωή. Η ζωη την καίει, την έχει κάψει, όχι, έτσι έπρεπε να γίνει, για να μάθει να φοράει φτερά, για να μπορεί να φεύγει, να πετάει, να πιστεύει στιγμές στιγμές πως είναι ελεύθερη. Τρομερή γοητεία οι πτήσεις. Και αυτά που δεν λέμε. Περπατάει σιγά τώρα. Κοιτάζει γύρω της, σαν να περπατάει μαζί της. Ποιος ; Εκείνος. Αυτός που της μιλάει για άλλους κόσμους. όχι, δεν θα σου μιλήσω για αυτά που της λέει. Δεν είναι έτσι αυτή. Αυτή λέει,( όποιος κομπάζει είναι μέτριος), δεν της αρέσει η μετριότητα κι ας ξέρει πως είναι δύσκολο να ξεφύγεις από αυτήν. Δεν είναι έτσι αυτή. Δεν είναι έτσι αυτός. Δεν είμαστε έτσι εμείς. Περπατάει χαμογελώντας. Φεύγει... -Εικόνες- υγ. αφιερωμένο

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015


-Οι αλήτες του Ντάρμα, η αλήτισσα της Αμοργού και το μεθυσμένο σαν μωρού χαμόγελο του πατέρα μου- Ο Σεπτέμβρης ήρθε γλυκά, είπα να τον καλωσορίσω στην άλλη παραλία όπου είναι προσβάσιμη με την βάρκα ή με τα πόδια. Είναι μια γλώσσα θάλασσας χυμένη επάνω στην άμμο και με πολλά πολλά χαμηλά δέντρα όπου η σκιά τους είναι ευλογία, από κάτω τους ξαπλωμένοι δεκάδες Ιταλοί και Γάλλοι με λίγους Έλληνες κρύβονταν από έναν ήλιο που επιτέλους δεν καίει τόσο πια. Ξάπλωσα επάνω στο μπλε μου μαντήλι κι άρχισα να διαβάζω τις ορειβατικές περιπέτειες του Κέρουακ, ο ορίζοντας καθαρός και το κύμα ελάχιστο. Ο Τζακ μιλούσε για πεταλούδες και Βούδες και αλήτες του Ντάρμα, κι εγώ νοερά ενώ ήμουν στην Αμοργό ήμουν κι εκεί, μέσα στο έργο του Τζακ, κι εγώ εντελώς ξαφνικά, κι ενώ είχα ανέβει και κατέβει το μονοπάτι το φιδογυριστό που έσκιζε το βουνό για να έρθω σε αυτήν την παραλία φίλε, εντελώς ξαφνικά, είδα κι εγώ μια πεταλούδα που πετούσε γύρω μου, πρόσεξα πως υπήρχε μια ησυχία με θυμάρι, φασκόμηλο, δεντρολίβανο, θάλασσα, γλάρους, ήλιο και μια ατμόσφαιρα που δεν χαλούσε την μαγεία της ένας μασερ με ένα μικρό κότσο κάτω από τα αρμυρίκια , είχε φέρει ένα σπαστό ειδικό κρεβάτι κι έκανε Θιβετιανό μασαζ στους λουόμενους, κι εγώ φ'ιλε τότε κατάλαβα πόσο ανάξιος είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ενσυναισθανθεί όλα αυτά. Την φύση που διάχυτα χαρίζει τον έρωτα της σε ε΄μας, κάτι απολίτιστους γελοίους τυπάκους που νομίζουν πως έχουν ερωτευτεί , πως έχουν γίνει κομμάτια όπως όλα εκείνα τα χαμομήλια και τα φασκόμηλα και τα πουρνάρια κι η ρίγανη φίλε, που ενώ τα πατάμε το μόνο που κάνουν είναι να διαλύονται σε μυρωδιά, σε κάτι γελοίους τυπάκους και τύπισσες που κατά την εγκατάλειψη από το <<αντικείμενο>> του πόθου έβγαλαν δηλητήρια και μίσος και κατασπάραξαν με ανοιχτές κοιλιές το συκώτι των αγαπημένων υποτίθεται, ω, πόσο μάταιη και τυφλή η ύπαρξη του ανθρώπου φίλε. Κι έγινα μια αλήτισσα του Νταρμα και της Αμοργού κι άφησα τα πράγματα μου κι έπιασα να ανεβαίνω και να κατεβαίνω ξανά το μονοπάτι, και πότε πότε, έιιι φίλε, άρχισα να τ ανεβαίνω στο βουνό από επάνω, κι η ρίγανη μυριζε, κι έτρεχα κι οι αλήτες του Ντάρμα δεν γαμούσαν τίποτε παρά χάιδευαν το βουνό μαζί μου με ευγνωμοσύνη, , κι έτρεχα, και άνοιγα τα χέρια μου σαν αετός, ε, τι νομίζεις, κι ΄'ακουσα όλες τις κότες να τσακώνονται και τον κόκορα να φωνάζει, και χάιδεψα έναν γάιδαρο, και γέμισε το χέρι μου χώμα, είχε φαίνεται κυλιστεί πριν, και πόσο όμορφη αίσθηση αυτή της ελευθερίας φίλε, και φώναζα χόιιιιιιιιιιιιι Ποπη, Χέιιιιιιιιιιιιι Πόπη, ξέχνα τα όλα, κι άνοιξε το μάτι μου κι η καρδιά μου και ήρθε φως στο μυαλό μου, και το δέρμα μου ηρέμησε φίλε, το στομάχι σταμάτησε να πονάει, χόιιιιιιιιιι Πόπη, δεν έχεις ηλικία, έεειιι Πόπη, κοίτα τον αετό, γίνε μέρος όλου αυτού που ζεις τώρα κι έγινα φίλε, κι ηρέμησε το είναι μου, και σταμάτησε να με νοιάζει η ασχήμια γιατί δεν υπήρχε, όοοιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι Πόπη, άσε τους άλλους να νομίζουν αυτό που νομίζουν, εσύ δες ξανά τον εαυτο σου, δες αυτό που σου λεει, τι ζητάει από εσένα, θέλεις ένα όστρακο ή θέλεις να αφήσεις τα μαλακά σου μόρια λεύτερα, ναι, θέλεις αυτήν την ελευθερία που ζητούν οι αλήτες του Ντάρμα, και πήγα στην παραλία γεμάτη και γέλαγα σαν να είχα κυλιστεί με όλα τα ζωντανά ττου νησιού στην γη, ευγνώμων και γεμάτη ενέργεια, μια ενέτγεια που έλαμπε, και μετά πήρα την Χ. κι ήρθαμε σπίτι, ενώ σιγά σιγά χαμήλωνε ο ήλιος γλείφοντας το βουνό και βάλαμε μουσική του Γούντυ Άλλεν, και έειιιιιιιιιιιιι φίλε πιάσαμε να χορεύουμε και το σπίτι γέλαγε, γέλαγε, κι εμεις χορεύαμε, χορεύαμε σαν παιδιά πάλι, και καθώς έκανα έναν κύκλο στο πάτωμα σκέφτηκα τον πατέρα μου ο οποίος είναι σε ένα κάδρο ακριβώς απέναντι μου, και τότε σκέφτηκα πως αυτό το βουνό κάποια στιγμή μου χαμογέλασε, σαν μεθυσμένο, σαν μωρό, σαν το γέλιο του πατέρα μου, και τότε έκλαψα λίγο φίλε, έκλαψα και γέλαγα, ω Γη, πόσο γλυκά ήρθε ο Σεπτέμβρης, και πόσο κάθε πόνος παίρνει τον δρόμο για το τέλος του όταν θέλει αυτός που τον κουβαλάει, και πόσο ασυγκράτητα είμαι ευτυχισμένη με το τίποτε που ξαφνικά γίνεται το όλον, από αύριο, στις μέρες μου εδώ, θα είμαι μια αλήτισσα του Ντάρμα και της Αμοργού και θα βλέπω το χαμόγελο του πατέρα μου σαν μεθυσμένου και σαν μωρού επάνω στα βουνά...

Βροχή στην πόλη , απέραντη βροχή με γκρίζα πέπλα και δόντια λύκων, κι όλοι κρύβονται μέσα στα αυτοκίνητα με το χαλασμένα καθίσματα, ενώ ένας γιατρός ξεπουλάει τις ιστορίες των διάσημων αρρώστων του σε κάποια περιθωριακή στέγη της Νέας Υόρκης σε κάποιο αδηφάγο περιοδικό κίτρινο όπως η ζήλεια, και μια γυναίκα άρρωστη από την μοναξιά και την ματαιοδοξία, καμουφλάρει τις φωτογραφίες της, ή βάζει κάποιες που της μοιάζουν στον εικονικό ψηφιακό κόσμο, απέραντη η πεδιάδα των αυλοκολάκων ενσκήπτει στο γρήγορο θέαμα , απέραντη η κοιλάδα των μετρίων ,εναποθέτει θαυμασμό για κάποιους που αντί ταλέντου και βίου περπατημένου στον κόσμο των βιτσίων και των παθών, αυτών που λέγονται τρελοί γιατί δεν περπατούν στην γνωστή διέλευση, αντί ταλέντου και καρδιάς ανοιχτής, διαθέτουν μια υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση και θράσος εκατό χορδών που παίζουν φάλτσα, άνθρωποι σε δίνες μοναξιάς, άνθρωποι σε παροξυσμό συλλέγουν μικρότητες, κι εγώ συλλέγω πένθος για την Ηλέκτρα και την Μήδεια και την Αντιγόνη, εδώ σε ένα συρτάρι που ξεχείλισε πια διαψεύσεις, τι είσαι, τι είμαι από τι είμαστε, ναι, κατοικώ ξανά σε μια θλίψη που έγινε σπίτι μου, να νοιάζομαι να μην βλέπω άλλο την βλακεία , να παθιάζομαι να μην ακούω την ηλιθιότητα κάποιου που αλλάζει την φωνή του μιλώντας σε ένα μωρό ή σε ένα σκύλο, τόση θλίψη που γεννήθηκε από το άπλετο φως, να μην αντέχω τις κοινοτοπίες και το ρίγος της ανάπαυσης της πνευματικής, να αναπολώ τον θάνατο σαν τις παλιές καλές ημέρες , τότε που το εγώ ήταν εμείς, να ξεφυλλίζω άλμπουμ σφραγισμένα με βουλοκέρια κόκκινα και να αναρωτιέμαι γιατί το πένθος είναι μαύρο ενώ είναι λευκό , να λέω σιγανά ενώ μετρούν λεφτά για να αγοράσουν αγάπη εξαγόμενη, να λέω όπου η θλίψη κι ένας ρυθμός της , και να προχωρώ με βήμα γρήγορο με μάτι αγριεμένο, δεν είναι το ψέμα που με τρομάζει αλλά όσα το ανθρώπινο είδος μπορεί να κάνει για να το ζήσει ή να το μεταφέρει στους άλλους, να έχω τώρα στη τσέπη μιας καμπαρντίνας το χέρι και να λέω , ω, πόσο φοβερό ,αυτή η θλίψη μου επιτρέπει να κατέχω ένα μικρό είδος ελευθερίας, μια κι η ευτυχία στον καιρό μας δεν είναι παρά μια επιπόλαια πόρνη που μοιράζει τραπουλόχαρτα, ναι, εδώ θα είμαι, έτσι πεισματικά κι ανυπόφορα αντιδραστική απέναντι σε αυτούς που δεν ξέρουν πόσο ανυπόφορα κυλάει ο καιρός χωρίς την αγάπη, χωρίς αυτήν, όλα τα άλλα με ξεκουφαίνουν και με αηδιάζουν γιατί ξέρω, σε μια αχίλλειο φτέρνα περπατάει ο κόσμος και σε ένα έπος του τραγικού... Και ποιος είναι άραγε ο τραγικός; Αυτός που το ξέρει ή αυτός που δεν το ξέρει; -Η βροχή ,έφερε θλίψη χωρίς ξεθώριασμα-...

Ο έρωτας στις μέρες μας, μοιράζεται με δελτία, αποδείξεις παροχής, αυτόγραφα, αφιερώσεις σε ποιήματα αμφιβόλου ποιότητας κι ανέραστων υποδείξεων. Το παιχνίδι εστιάζεται κυρίως στον βασιλιά και την βασίλισσα επάνω σε λεκτικά σκάκια. Οι λέξεις τραβούν τον δρόμο τους κι οι πράξεις τραβούν ένα περίστροφο που δεν οπλίζεται ποτέ, όχι από φόβο για την τιμωρία, αλλά από μια ανάγκη του να μην κάνεις παρέα με ανάξιους στην κόλαση. Γιατί η κόλαση είναι όλα όσα ξέρεις γύρω από τον παράδεισο και πόσο λίγη είναι η παραμονή σου σε αυτόν. Έτσι μια μέρα γράφεις μια επιστολή, -αγαπητέ μου Χ. δεν σε σκότωσα γιατί ξέρω να απολαμβάνω πόσο σκοτώνεις καθημερινα τον εαυτό σου, απολαβάνω πόσο υπέροχα κατεβάζεις στο πηγάδι τον άλλοτε θρυλικό ανδρισμό σου-, μαλακίες, πετάς την επιστολή στο καλάθι. Ο έρωτας στις μέρες μας έγινε ζήτημα των χρηστών, ένα διάλειμμα στην αταραξία. Κι ενώ τραβάμε στην πλάτη ,κάτι βαριά από σύννεφα πρωινά ,κοιτούμε λιγωμένοι στο κενό αναρωτώμενοι, γιατί ο έρωτας στις μέρες μας έγινε ασφυξία; Κι όμως, κυκλοφορούν ανάμεσα μας αυτοί που ξέρουν να δίνουν κομμάτι από το συκώτι και το στήθος τους... Και χωρίς να αναζητούν με πάθος κι εμμονή να πούνε <<είμαστε πάτσι>>. -Περί έρωτος

Είναι καιρός τώρα που φεύγω, διακριτικά και με αρκετές παύσεις στα ενδιάμεσα διαστήματα του πίσω μπρος, νοσταλγία ,για αυτούς που τους άκουγα να καίνε αντί για καρβουνάκια σε αόρατα θυμιατήρια, λέξεις, νοσταλγία για αυτούς που κάθονταν μπροστά σε μια μπάρα κι έπεφταν πίσω μεθυσμένοι, όχι από το αλκοόλ, αλλά από την δύναμη της έκθεσης σε μάτια αδιάκριτα, από την δύναμη της αμπογιάτιστης ελευθερίας , μπαγάσας κι άσπλαχνης. Είναι καιρός τώρα που καταλαβαίνω, πόσο εξόριστη νοιώθω, όταν όλα αυτά εκεί πίσω, έγιναν μόδα από επιτήδειους, σαν χάδια μιας πόρνης σε πελάτη ανιστόρητο στα χάδια. Να, μπροστά μου ο χάρτης των λαθών, των γεωγραφικά αγεωγράφητων στα ανθρώπινα . Μπλέκομαι με τους Σύριους πρόσφυγες για να μπλέξω το δίκιο μου που το έκαναν άδικο κι ας ξέρω πόσο λίγη είμαι μπροστά στον ξεριζωμό. Γιατί δεν υπάρχουν οι λέξεις να με κινήσουν στην έκρηξη και το αίμα είναι παγωμένο. Μια λύπη του Κορτάσαρ, μπλέκεται στην καρδιά μου με ένα τρομπόνι, μια λύπη του χτες, με εκτοπίζει από το σήμερα. Περπατώ σαν εξόριστη και σαν ξένη ,στα λημέρια των λύκων και των ξεχειλωμένων από το σάλιο γραφιάδων, περπατώ έξω από τα σύγχρονα σφαγεία των <<θεσμών>>, κλαίουσα και ντροπιασμένη, κι όταν κάποιος γράφει ένα ποίημα και πιστεύει πως εκείνο το χαμίνι στις γραμμές του τρένου θα σωθεί, ή , από μια δημοσιευμενη εικόνα του σε ένα έντυπο <,ψαγμένο>>, τότε πιό πολύ κλαίω, από μια σιωπή σε υποβολή.. Σιωπηλά ψάχνω στα σύννεφα κάτι που να με φέρνει πίσω, αλλά στέκεται αδύνατον, αδύνατον μου φαίνεται και να σωπάσω και να μην φωνάξω την δειλία μου. Μια μέρα να έρθει και να τα γυρίσω όλα τούμπα και να τα κάψω. Θλίβομαι και συνθλίβομαι παρακολουθώντας σαν μαστουρωμένη, από μια πικρή αλήθεια, όταν οι τράπεζες πάψουν, τότε οι άνθρωποι θα γίνουν αίμα στους δρόμους. Ως τότε, σαν εξόριστη σκιά θα βλέπω την κουλτούρα της ζωής να γίνεται μόδα -καμιά κουλτούρα δεν κατέχει, όποιος δεν περπάτησε σε πεζοδρόμια-.. Ώσπου το ψεύτικο να γεμίσει τρύπες και να σκάσει σαν μπαλόνι, ώσπου η ελευθερία δεν θα εξαρτάται από κράτη, πατέρες, μητέρες, συζύγους, πληρωμένη μόρφωση ανεπίδεκτη μαθήσεως, ως τότε θα περιμένω, να ανθίσει ένα νυχτολούλουδο μέσα σε γραφεία ανήλιαγα, κι ανθρώπους που φορούν μάσκες ενός παράλογου θιάσου να πέσουν.. Κι ακούς; πάλι βρέχει.. -Η οργή της θλίψης

(Θα το εκτιμούσα πολύ, αν δεν μου δίνατε περισσότερη προσοχή από όση θα δίνατε σε ένα χαρτί τσαλακωμένο, πεταμένο στο καλάθι,) είπε η γυναίκα στον άντρα που την ακολουθούσε στον δρόμο, ήταν ένας άγνωστος,εκείνη , ήταν γεμάτη, από μια πένθιμη ντροπή. (Κι εγώ θα το εκτιμούσα πολύ, αν μου δίνατε όλη σας την προσοχή), είπε αυτός με μια άγρια έπαρση.Χωρίς ίχνος αισθητικής που της ταίριαζε... (Μάλλον ανήκετε σε αυτούς που τους μεγάλωσαν νταντάδες κουνώντας τους μέσα σε ένα καρότσι, θορυβώδες από την μοναξιά του), είπε και τον κοίταξε κατάματα. Αν μπορούσε, με ένα της βλέμμα θα τον είχε σκοτώσει, η αναίδεια, που δεν ήταν ερωτική, την εκνεύριζε και η ντροπαλή της φύση κρυβόταν τώρα, κάτω από σεντόνια κόκκινα

Ας δούμε λίγο τι σημαίνει παρατηρώ, στην παρατήρηση, εκτός των αισθήσεων, λαμβάνουν μέρος δυνάμεις εξαιρετικές, όπως οι προσωπικές εκκρεμότητες, αδυναμίες, πεποιθήσεις ή επιθυμίες. Η παρατήρηση ,είναι κάτι που ή το έχεις από παιδί ή το αποκτάς από τον βίο σου και πάντως είναι ένας πνευματικός τρόπος εξάσκησης καθημερινής . Εν τέλει ,ίσως η παρατήρηση είναι αυτό που μένει μετά το τέλος της παρατήρησης, όταν ελεύθερα διαχέονται οι πληροφορίες εκτός της στενής έννοιας αυτού που λέμε πραγματικότητα. Αν παρατηρούσαμε τα πράγματα <<βλέποντας>>, τότε ο κόσμος μας θα ήταν λιγότερο ασαφής και η γνώση γι αυτά θα ήταν μια πυξίδα με σαφή προορισμό, την εξέλιξη και την πραγματική πρόοδο. Όμως ,στην σύγχρονη εποχή, ο προσωπικός χρόνος είναι λίγος κι έτσι καταλήγουμε να <<βλεπουμε>> σαν μεθυσμένοι. (Να σημειώσουμε εδώ πως κάποιος μεθυσμένος μπορεί να παρατηρήσει πολύ περισσότερα από όσα ένας νηφάλιος).. Επίσης ,ας σκεφτούμε πως θέλει πολύ προσωπικό μόχθο ώστε η παρατήρηση να μην μας κάνει καχύποπτους.. -Κάτι πολύ λίγα, για την παρατήρηση

Σου μιλούσα, έπαιρνα ένα στιλέτο κι έκοβα τις λέξεις από την ρίζα τους, αυτές δραπέτευαν από εμένα κι έφταναν στο στήθος σου, για λίγο, γιατί μετά τις έβγαζες από την πόρτα σαν να ήταν άλογα γερασμένα , έτοιμα να τα σκοτώσουν αφού δεν μπορούσαν να τρέξουν. //////// <<Συχνά μιλάμε αφηρημένα ή έτσι, χωρίς να υπάρχει αποδέκτης, όμως οι άλλοι νομίζουν πως μιλάμε γι αυτούς, λέμε για τον κακό μας τον καιρό κι αυτοί νομίζουν πως μιλούμε για τον δικό τους>>, σου είπα ένα βράδυ που έσταζαν τα κεραμίδια κίτρινο χρώμα.. <<Κανείς λόγος ανησυχίας, δεν μπορούμε να περιοριζόμαστε, σταμάτα να σκέφτεσαι ενοχικά>>, είπες κι έβαλες στο ποτήρι σου λίγο <<παλιό>> ουίσκι. ///////// Είχες κάτι από έπαρση, στον τόνο της φωνής σου, αλλά εγώ ήμουν από αυτούς που ήξεραν πως πουλάς φύκια για μεταξωτές κορδέλες, οι άλλοι αρέσκονται να ακούνε λέξεις από στόματα που ξερνούν αλήθειες των άλλων σαν να ήταν δικές τους.. . Αρέσκονται στο να είναι μαζοχιστές, να υποφέρουν από ένα είδος λατρείας για το είδος εκείνων που θεωρούν εαυτούς, κατώτερους, εξαιτίας της δήθεν φανερής ανωτερότητας- στο μάτι αυτών-, του ομιλητού τους. Είχες έναν εκνευριστικό τρόπο να κουνάς τα χέρια σου σε ακροατήρια μεθυσμένα από την απραξία και το ποτό... Είχες επίσης έναν άρρωστο σκοπό, να πιάσεις την καλή σαν να ήσουν ένας τυχοδιώκτης όπως πάντα υπήρξες και γι αυτό επιβίωσες. //////// Ήρθες προς το μέρος μου, εγώ ρουφούσα το κίτρινο των κεραμιδιών και το έφτυνα στους τοίχους. Το κατάλαβες.. ////// <<Κουράστηκα, θα φύγω, σου εύχομαι να έχεις καλή επιτυχία στα σχέδια σου>>.Είπα, απλά και σταθερά.. <<Δεν έχω κανένα σχέδιο μικρή μου, μείνε>>, είπες κι είδα τα μάτια σου να θωπεύουν σκοτάδια που τα έσπαζε το κίτρινο. <<Γιατί δεν έχεις αφήσει τον εαυτό σου να δείξει την σύνθλιψη του μπροστά στους άλλους, γιατί πάντα ζητούσες κάποιον να σε σώσει την κατάλληλη στιγμή της κατάδυσης σου>.; <<ΈΤσι είμαι εγώ, είμαι αλήτης, δεν αξίζω να με αγαπάει κανείς αλλά εσύ με αγαπάς, έτσι δεν είναι >>; <<Δεν σε αγάπησα, σε συμπάθησα γιατί μου έδινες πολλές απολαύσεις και υλικό στο θέμα της παρατήρησης, αυτό ήταν όλο, ένα ρομάντσο μονότονο κι απλό>>, σου είπα. /////// Έριξες το ποτήρι στον τοίχο με δύναμη, τα κομμάτια του απλώθηκαν παντού. Σε έστειλα στον αγύριστο κι ας ήμουν 15 χρονών, ήξερα από παιδί ως που μπορεί να απλωθεί ο άνθρωπος και να ρουφήξει από την ζωή των άλλων με βαρβαρότητα, εσύ απλά το έκανες με τέχνη, έτσι έλεγαν οι άλλοι... ////// Από τότε , κατάλαβα πως οι άλλοι νομίζουν πως είμαι απλά πολύ γλυκιά καθώς ακούω και δεν μιλάω, όταν τους το χαλάω αυτό λέγοντας αυτά που πιστεύω, με αντιπαθούν βαθιά.. Και τράβηξα μια γραμμή λίγο μοναχική, κάποτε μαύρη και κάποτε κόκκινο του αίματος, αυτό μου άρεσε. ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ, ειδικά όταν χορεύεται με την διάθεση κάποιου που ενώ νιώθει πεθαμένος, περιφέρει την θανατίλα σαν να είναι φίδι και το σκοτώνει ο ίδιος σαν να είναι ο Άη- Γιώργης -Κάποτε, ένας Φθινόπωρος

Kαθώς διάβαζα τις σημειώσεις της, διαπίστωσα πως αναφέρονταν στον ίλιγγο μιας πεταλούδας. Μιλούσαν με μια ευγένεια έκφρασης, με απελπισία και την οδύνη που συνοδεύουν μια αληθινή τραγωδία. Δεν επρόκειτο περί ενός παραληρήματος με κρυφές Ναρκισσιστικές αναφορές , αφορούσε το δράμα που λέγεται ζωή. Κι αυτό που μου έμεινε τακτοποιώντας τα φύλλα ήταν πως εξαιτίας του τόσο απρόοπτου, βάρβαρου κόσμου που ζούσε η μόνη της άμυνα ήταν να τα ζει σαν μια πεταλούδα...αλλά πάντα σε ίλιγγο. Ίσως σε αυτό συνέβαλε και ο ταυτόχρονος τρόμος και η ατέλειωτη αγάπη που είχε για την ζωή. Αλλα΄αυτό δεν ήταν η ηδονή που κρύβεται στον πόνο; Το να αφήνεσαι κυλώντας στον πόνο εκατοστό εκατοστό και ζώντας τον σε μεγάλη έκταση και βάθος, μέσα από αυτόν, ζεις την ηδονή και την οδύνη που κρύβονται στον έρωτα.. -Παρατηρώντας τον ίλιγγο μιας πεταλούδας

Από την στιγμή, που ο νοσοκόμος, με οδήγησε στον νεκροθάλαμο όπου αναπαυόταν ο πατέρας μου, έκανα την πρώτη σοβαρή μου σύσταση με τον θάνατο. Μια σφαίρα βρήκε την κεντρική μου αρτηρία και το αίμα έβαψε τον τοίχο. Στάθηκα κοντά του και το κρύο με έκανε να τρέμω. Έμεινα να τον κοιτάζω. Η ησυχία έξυνε το δέρμα μου, μου στεκόταν αδύνατον να του μιλήσω. Πήρα το παγωμένο του χέρι μέσα στο δικό μου, ξεκούμπωσα μαλακά το ρολόι του κι αποφάσισα να το κρατήσω σαν φυλαχτό για πάντα. Φώναξα τον νοσοκόμο αλλά αυτός είχε ως φαίνεται ξεχάσει την παρουσία μου στο υπόγειο δωμάτιο, έτσι πάντα συνέβαινε στην ζωή μου, τυχαία γεγονότα που πυροδοτούσαν δοκιμασίες και κάποιος αόρατος επιστήμονας με έκανε πείραμα προς μελέτη. Τεστ αντοχής, τεστ γνώσης, τεστ τεστ τεστ.. Έτσι παρέμεινα εκεί, ο πατέρας ήρεμος ξαπλωμένος στα λευκά σεντόνια. Θυμήθηκα μέρες πριν που προλάβαμε να πούμε αμοιβαία συγγνώμες και λόγια που έδειχναν την αγάπη μας ο ένας στον άλλον. Παρέλυσα από το κρύο και από την σύσταση με τον θάνατο, ο θάνατος κρατούσε στο στόμα του ηδυπάθεια, ο πατέρας ήταν ήρεμος και γλυκός όπως πριν.. Κι ενώ άρχισα να μεταβαίνω σε κάποιους άλλους κόσμους, τότε ακριβώς με θυμήθηκε ο νοσοκόμος.. Από τότε, κρατώ πάντα μέσα στην κάθε ημέρα μου ένα λεπτό σιγής για τους αδύναμους, για τους μοιραίους, για τους εγκαταλειμμένους, γι αυτούς που δεν φοβήθηκαν να αφήσουν τους Ιούδες να τους φιλήσουν στο στόμα σαν αυτό το φιλί να δείχνει το μελλοντικό αντικείμενο προς θάνατο, τους αυτόχειρες, τους νεκρούς ποιητές, τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να γεννηθούν, γι αυτούς που έζησαν τον πόλεμο, αυτούς που δεν μπόρεσαν να αγαπήσουν άλλον πέραν του εαυτού τους και πολλούς άλλους. Αυτό το λεπτό σιγής είναι που μου σταθεροποιεί συνεχώς την επαφή μου με την ζωή και τους ανθρώπους. Αυτό το λεπτό σιγής είναι η συνέχεια μου μετά τον πατέρα. {Αφιερωμένο σε όσους αγαπώ