Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014


Πίνουμε. Καπνίζουμε. Μιλάμε. Κάνουμε έρωτα. Χύνουμε. Πίνουμε. Καπνίζουμε. Μιλάμε. Κάνουμε έρωτα. Χύνουμε. Κολλάμε ο ένας επάνω στον άλλο. Και σαν να πεθαίνουμε. Κάπου πάμε. Ίσως ένας τέτοιος έρωτας είναι ένας άλλος θάνατος. Ίσως αυτός ο άλλος θάνατος είναι το άλλο πρόσωπο μας , περίμενε να βγει από την κρυψώνα του ώσπου να βρει ο ένας τον άλλον. Για να πίνουμε. Για να καπνίζουμε. Για να μιλάμε. Για να κάνουμε έρωτα. Για να χύνουμε. Να πεθαίνουμε.. Απολύτως ερωτικόν

αντού οι φρέζιες μαστιγώνουν το πρόσωπο μου, οι κάλυκες των όπλων σίγησαν κι έκανα ειρήνη με εμένα κι ύστερα με όλους. Χτυπάω τις πόρτες, τις νύχτες που είναι ανήσυχες στα νησιώτικα σπίτια, κι ο βοριάς με εξοντώνει. Σου μιλάω γιατί μπορώ να φωτογραφίσω μέσα μου τις λέξεις. Υποφέρω από ένα είδος δυσλεξίας, η αδυναμία επικοινωνίας μου έγκειται στο ότι για να κατανοήσω τι μου λέει ο άλλος χρειάζεται να δω εικόνες. Λέξεις εικόνες. Και οι αισθήσεις, οι μούσες του αρχαίου σπιτιού πάντα εκεί μένουν και περιμένουν να απλωθώ πέρα από εκείνες. Η Ανατολή με φέρνει σε κόντρα με την Δύση, οι δυο τους με πετούν και με περιέχουν. Μα ίσως στην Ανατολή υπάρχουν τα περισσότερα κομμάτια μου. Οι συνοικίες με τα μπαχαρικά όπου άγιοι φτωχοί μένουν σε τρώγλες από άμμο και οι καμήλες οσφρίζονται νερό στην όαση, εκεί, εκεί που ένα μικρό παιδί μετράει τα άστρα, εκεί που μια γυναίκα τραγουδάει για έναν άντρα, εκεί όπου παλιοί ποιητές έλιωσαν τα παπούτσια τους για να ζήσουν και να γράψουν όσα είδαν. Χόρεψε μικρή κοπέλα, τον λαγόνα σου κούνα κάτω από το άγρυπνο μάτι ενός φιδιού, στην μέση ενός βρόμικου δωμάτιου που μοιάζει για μαγέρικο, εκεί, εκεί κούνα τα στήθια σου ανάλαφρα στην αρχή κι ύστερα δύσκολα, πιο δύσκολα, χάντρες ασημιές θορυβούνται κάτω από την άγουρη σάρκα σου, έλα και γέλα, σήκω ψηλά και στριφογύρνα θανάτους, μεστούς θανάτους, πέρνα τους χαλινάρια, σβήστους στην αυλή της άθλιας τρώγλης σου, όμως βασίλισσα είσαι γιατί άναψες χίλιους πόθους, ακόμη και σε άντρες σακατεμένους, πληγωμένους από την ορφάνια και την φτώχεια. Στην Ανατολή τρέχει ο λογισμός μου, και πάντα η Δύση δίνει μαθήματα οικιακής οικονομίας και αισθητικής, δίνει με την δύναμη που της παρέχει η εξουσία κραδαίνοντας μαστίγιο της προόδου και όπλα. Παιδί της Δύσης κι εσύ αγαπημένε ψάχνεις να βρεις τις αλήθειες κάτω από τα σφραγισμένα στόματα. Μα στην εποχή που ζούμε, σαν λαβωμένα περιστέρια, άσε με να σου χορέψω ότι θυμάμαι από την Ανατολίτικη ζωή μου. Τον πόθο να καρβουνιάσω και να ξυπνήσω την γλυκιά μέθη που θα σαρώσει γρήγορα το σώμα. Και να σε κάνω να με αγαπήσεις σαν να είναι τώρα η πρώτη φορά μας... -Χορεύοντας προς την Ανατολή-

Ο ήλιος δεν αποχωρεί εύκολα πια, οι νύχτες απαλά ζεστές και γλυκές μεταφέρουν το άρωμα των νεραντζιών. Κάπου υπάρχει ένας ποιητής, ο εαυτός του και ένα κοινό που τον αφουγκράζεται πότε σαν άνθρωπος και πότε σαν μαιμού. Σκέφτομαι. Φταίει μόνο το κοινό που συμπεριφέρεται σαν μαιμού τακτοποιώντας εξωτερικά μιμητικές κινήσεις ή ο δημιουργός που δεν προσπάθησε αρκετά ώστε να επικοινωνήσει βαθύτερα με κάθε έναν από αυτούς ώστε να επιτύχει η περίφημη<< συνουσία>>; Κάθε έργο είναι σαν ένας έρωτας, είναι το σπέρμα που έχει μπει στο ωάριο και έχει γεννηθεί ο ερωτικός καρπός, είναι ένα αυτόνομο και ζωντανό πράγμα. Ουσιαστικά όλα έχουν ειπωθεί. Απλά κάποια έχουν ξεχαστεί και κάποια τα θυμόμαστε. Αυτό που διαφέρει είναι ο τρόπος. Άλλος μιλάει σαν βελούδο, άλλος σαν ξυράφι, άλλος σαν περίστροφο, άλλος σαν χελιδόνι. Μα για να αγαπήσει το κοινό, το έργο μέσα από τον δημιουργό του χρειάζεται να γίνει ένα μαζί του, χρειάζεται να γίνει μέρος αυτής της ύλης. Ύλη που αντιπαλεύεται με τον θάνατο. Γιατί ότι είναι ζωντανό βγάζει την γλώσσα στον θάνατο αλλά ταυτόχρονα είναι κι ένα υποψήφιο θύμα του. Η γραφή είναι ζωντανός οργανισμός. Έχει πέντε, και ίσως και έξι αισθήσεις. Και υπάρχει γνήσια γραφή και γραφή που μιμείται. Αυτή που μιμείται συνήθως έχει ένα κοινό από μαιμούδες. Η γνήσια γραφή, ο γνήσιος γραφιάς καλύτερα, φτάνει τα πράγματα στον πάτο. Τα εξερευνά συνήθως με βυθόμετρο. Κι εκεί βλέπει τις σκιές, τα ανάγλυφα, το σχήμα και το αντίθετο τους. Γιατί τίποτε δεν είναι ένα, δεν υπάρχει μία αλήθεια. Διασχίζουμε την εποχή των δήθεν, πάντα έτσι ήταν, αλλά τώρα πολύ περισσότερο τα γνήσια έργα δεν προβάλλονται, τώρα οι σύγχρονοι ποιητές διαβάζοντας τόνους από σελίδες και τόμους μιμούνται άλλους χωρίς να το επιδιώκουν ή κάποιες φορές επηρεάζονται τόσο ώστε να πιστεύουν πως γεννήθηκαν με την γλώσσα αυτού του ποιητή που έχουν διαβάσει περισσότερο. Τώρα που πιο πολύ από ποτέ χρειάζεται η ελπίδα μέσα από τα έργα , τώρα πιο πολύ από ποτέ επικρατούν οι φελοί ή οι συνεχιστές κάποιων παλαιοτέρων.. Μα δεν με ενδιαφέρει η συνέχεια ή η μίμηση. Με ενδιαφέρει βαθιά το νέο. Επικρατεί αγλωσσία. Αλλά επικρατεί κι η αγλωσσία των σωμάτων.. Οι άνθρωποι πέφτουν ο ένας επάνω στον άλλο χωρίς να νιώθουν πως είναι ο ένας μέσα στον άλλον. Φαλλός, αιδοίο σαν ναυάγια. Δεν κάνουν έρωτα. Έχουν υποκύψει στην αγλωσσία των σωμάτων.. Ο έρωτας είναι πρόβα του θανάτου. Σαφώς πεθαίνεις επάνω στην συνουσία καθώς όχι μόνο βγαίνεις έξω από το σώμα σου αλλά για αρκετά λεπτά μπαίνεις στο σώμα κάποιου άλλου. Σαφώς προβάρεις τον θάνατο καθώς στην διάρκεια της συνουσίας ζεις σαν να πεθαίνεις, σαν να μην υπάρχεις την επόμενη στιγμή διότι εδώ που τα λέμε δεν είναι το ζητούμενο η επόμενη στιγμή της ζωής σου αλλά αυτή ακριβώς που πεθαίνεις. Οι ποιητές πρέπει να μάθουν από την αρχή να κάνουν έρωτα. Το κοινό να ξεχάσει τις μαιμούδες στον ωραίο τους κήπο και να αρχίσει να ψάχνει τι είναι γνήσιο, να ξαναθυμηθεί ποιο ακριβώς είναι γνήσιο. Το κοινό χρειάζεται να αρχίσει να πίνει. Το αλκοόλ σαφώς βοηθάει στην λήψη των πληροφοριών μέσω των αισθήσεων, μιλούμε για αυτήν την ποσότητα ακριβώς που θα βοηθήσει να κρυφτούν οι αναστολές του λήπτη, γι αυτήν ακριβώς που ο λήπτης δεν θα είναι παθητικός αλλά δημιουργικός ταυτόχρονα. Ναι, ότι με γοήτευσε στην παραμυθοιστορία του Χριστού ήταν ο μυστικός δείπνος. Από τότε, κανείς δεν σκέφτηκε κάτι τέτοιο. Μόνοι οι ποιητές και οι εραστές αυτό κάνουν, έστω κι ασυναίσθητα. Συνουσιάζονται. Μιλούν με το βαθύτερο είναι. Γίνονται ένα. Πλένουν ο ένας την ψυχή του άλλου. Μέσα στον χρυσόμαλλο ήλιο. Μέσα στην αγάπη. -Σκέψεις για την ποίηση και τον έρωτα και την αγλωσσία-

Μιλάς τον κόσμο και τον κάνεις να υπάρχει, εγώ που σε ακούω, ξεχνώ τις μεταλλαγμένες ιδέες, τους μεταλλαγμένους ανθρώπους, την πικρή αντιγραφή των διεστραμμένων και εξουσιαστών αρουραίων και κατσαρίδων σε πλήρη απαρτία. Μίλα μου για τον κόσμο σαν να είναι ποίημα, με το ποίημα μπορώ να χορέψω και νέκταρ των νησιών να πιω. Καθώς ακούω την φωνή σου, το δωμάτιο γίνεται ένα καράβι χυμένο στον ήλιο που πέφτει μέσα στην θάλασσα. Κολυμπάμε. Μιλάμε. Γελάμε. Ανοίγουμε τους νευρώνες καθρέφτες μας. Κάνουμε έρωτα σαν τους πρωτόπλαστους, δίχως ενοχές και υποκατάστατα της ηδονής. Η ηδονή είναι πηγή φωτός. Πάλι δεν μας φτάνει. Το πολύ γίνεται πιο πολύ και στο τέλος γίνεται το απόλυτο. Περπατάμε τον έρωτα μακριά από τις εκκλησίες, το μόνο που ακούω σε αυτές είναι το λιβάνι και ο πόνος των ανθρώπων. Περπατάμε τον έρωτα αυτόν μέσα σε τεράστιες αίθουσες όπου παίζονται παραστάσεις μόνο για εμάς. Έπειτα περπατάμε στον κόσμο. Δεν σου λέω είσαι ο κόσμος, σου λέω μίλα μου για τον κόσμο. Αυτό το κομμάτι του κόσμου που μου μιλάει είσαι εσύ. Σε φαντάζομαι να περπατάς στην φύση, να τρέχεις σαν ζαρκάδι και ένα έντομο που φωσφορίζει να έρχεται στο στήθος σου. Ο ποιητής κατοικεί στην φύση. Εσύ πάντα τρέχεις πάνω στα αστροφωτισμένα βουνά τις νύχτες. Εισπνέω. Εκπνέω. Μακριά από θυσίες και πρόβατα και λύκους. Μακριά από τους μεταλλαγμένους. Μακριά από ληγμένες ιδέες. Εσύ μίλα μου τον κόσμο. Αυτομάτως γίνεσαι ποίημα. Μπορώ να το χορέψω. Να το υψώσω μέσα μου. -Σαν να ποιείς τον κόσμο-

Θέλω να υπάρξει μια μέρα που θα τους πάρουμε τα σώβρακα. Σε όλους αυτούς που εξαπατούν τις ζωές μας φορώντας στολές και τρώγοντας λέξεις στο στόμα σαν καραμέλες ικανές να συγκινήσουν τον κάθε ανάξιο και αδύναμο δέκτη στο άκουσμα τους. Σε όλες τις στολές θέλω να βάλουμε φωτιά και να βάλουμε στην θέση τους κάτι άλλο, όλοι οι τίτλοι έχουν στολές αν το σκεφτείς αντικειμενικά.. Να ανοίξουν τα φρενοκομεία και να μπουν οι ασθενείς στα γραφεία των πολιτικών και των πολιτικάντηδων και να τους ζητήσουν τσιγάρα, ύστερα να τους πετάξουν τον καπνό στα μούτρα και να τους κλείσουν στα λευκά δωμάτια. Να τους αρχίσουν τα ηλεκτροσόκ και τα χάπια. Και σφαλιάρες. Κι ύστερα να τους πάρουν τα σώβρακα και τα κουστούμια. Κι αυτό λέει να γίνει παντού, να μεταδοθεί σαν ιός από χώρα σε χώρα. Οι γεωργοί και οι ψαράδες να βγουν χορεύοντας στην πλατεία που παρέλυσε το σύνταγμα και να ξημερώσουν εκεί περιμένοντας κι όλους τους άλλους. Οι πλατείες όλου του κόσμου γεμάτες και τα τρελάδικα γεμάτα από αυτούς που καλλιέργησαν την τρέλα. Αμόκ στα τρελάδικα. Να γκρεμίσουμε τον παλιό κόσμο και να ξεκινήσει ο νέος.. Να μπούν στο περιθώριο αυτοί που είναι πολύξεροι και τίποτε δεν έχουν ζήσει.. Γιατί επίσης όλοι αυτοί είναι νεκροί όπως οι πολιτικοί.. Να πάνε στα αζήτητα όλοι αυτοί οι δήθεν <<άνθρωποι του πνεύματος>>, όλοι αυτοί που κουβαλούν διάφορα συμπλέγματα και κρίνουν και κατακρίνουν σύμφωνα με τα συμφέροντα τους... Σύμφωνα με την ηλικία τους, την φήμη και την κλίκα. Στην κλίκα δεν μπαίνει κανείς αυτόφωτος.. Κι αν κάποιος είναι εκτός κλίκας και κάτι δημιουργήσει και γουστάρουν, αυτοί άνετα θα τον αντιγράψουν αφού η υπογραφή των πρώτων δεν κυκλοφορεί σε βιβλίο ή σε πίνακες ή ότι... Ηλεκτροσόκ που θα διαγράψει την μνήμη τους, να τι θα τους χάριζα άνετα... Κοιμόμαστε ανάμεσα σε νεκρούς. Χρόνια τώρα. Απλά όμως τώρα η θανατίλα είναι παντού και πιο ζωηρή από ποτέ... Είμαστε παιδιά της θανατίλας χωρίς να το έχουμε απόλυτα συνειδητοποιημένο.. Και κανείς δεν υπάρχει να το φωνάξει να ξυπνήσουμε... Να τους πάρουμε τα σώβρακα ρε.. Να βγουν γυμνοί στους δρόμους δίχως τις στολές τους... Ούτε μπάτσοι, ούτε πολιτικοί ούτε παπάδες... Όλοι για όλους κι όλοι για όλους.. Να τους πάρουμε τα σώβρακα. Μας έχει πάρει σβάρνα η μπόχα της θανατίλας... Καπνίζω και σε περιμένω. Μια ημέρα ή μια νύχτα... -Περί θανατίλας και στολών-

Σε πολεμάω με τον γυναικείο μου μανδύα, πέπλα από χίλιες ηδονές στα αθάνατα σημεία του πόθου, εκείνης της καύλας που δαγκώνει με το δόντι τις πέτρες και τις λιώνει, τις κάνει χιόνι και καίει την Άνοιξη. Με φιλάς με χίλιες γλώσσες. Μελετάς όλες τις ανατομίες μου. Γίνομαι ρήμα που κυλάω, επίθετο που γίνεται μέλι και γάλα. Με πολεμάς βγάζοντας τον γυναικείο μου μανδύα. Τα φύλα μας μιλούν κάνοντας το υπογάστριο να βγάζει φλόγες. Στάχτες και αίμα. Και υγρά και καυτή άμμος. Ο πίνακας στον τοίχο στραβώνει από την ένταση του πόθου και του πολέμου. Μας κοιτάζει και χύνει χρώματα. Δεν θα δοθούμε έτσι απλά ο ένας στον άλλον. Δαγκώνω. Σε δαγκώνω. Με δαγκώνεις. Είμαστε μέσα σε μια διάφανη φούσκα του χρόνου. Μέσα σε αυτήν γίνομαι ωμή θεότητα όπως κι εσύ. Βασικά καίγονται οι θεοί γύρω μας. Όλα τα σύμβολα εξορίζονται μακριά μας. Σε φιλάω. Με φιλάς. Ο χρόνος σκορπίζεται σαν χάδι, το τελευταίο χάδι επάνω σε μια μαργαρίτα. Με πίνεις. Με τρώς. Σε πίνω. Σε τρώω. Οι σάρκες μας χύνονται σαν άλογα αφρισμένα. Λιώνουμε αργά σαν κεριά επάνω στο τελευταίο τραπέζι ενός κόκκινου εστιατορίου. Ο πιο ωραίος τρόπος να κάνεις έρωτα σε μεταφορικό μέσο είναι το τρένο. Στο τελευταίο βαγόνι. Όταν η φούσκα αυτή του χρόνου σκάσει θα χυθούμε έξω σαν τους τελευταίους πολεμιστές. Αλλά όσο ο νους και η καρδιά γεμίζουν από ηδονή και πόθο η σάλπιγγα του πολέμου δεν θα σταματήσει ποτέ. Ο έρωτας είναι ο πιο γλυκός πόλεμος... -Έρωτα ανίκητε στην μάχη-

Το δώρο της αγάπης είναι ένα σπάνιο πουλί, ένα δέντρο με ρίζες που φτάνουν ως την θάλασσα, μια γυναίκα κι ένας άντρας μέσα σε μια βάρκα που την διασχίζει λειαίνοντας την επιφάνεια της. Βυθίζομαι και ανασαίνω , ανεβαίνω, πεθαίνω, ανεβαίνω με έναν τρομακτικό θόρυβο στα σύννεφα, τα σύννεφα είναι μια ετοιμόγεννη γυναίκα με την μήτρα της στα μάτια μου, τα σύννεφα είναι αιμομιξίες υδρατμών και καπνών από τα εργοστάσια, ότι έμεινε από αυτά. Ριπές αέρηδων και φλογοβόλα μας ρίχνουν, εκείνη η αδιόρατη θλίψη της ζήλιας των ανθρώπων όταν βλέπουν την ευτυχία των άλλων ακόμη με πληγώνει. Η έπαρση της μοναξιάς τους ακόμη θριαμβεύει. Φεύγουμε μακριά από όλα αυτά, όχι πως δεν θα συνεχίσουν να υπάρχουν, όχι πως δεν θα υπάρχουν χιλιάδες νεκροί ανάμεσα μας. Αλλά εγώ γοητεύομαι που δεν υπάρχει κάτι στάσιμο ανάμεσα μας, γοητεύομαι που μοιραζόμαστε χιλιάδες μυστικά αυτού του αόρατου κόσμου μας. Δεν μου αρέσουν τα είσαι δικός μου , είσαι δικιά μου, μου αρέσει το φως που μπαίνει από παντού, γοητεύομαι από την αίσθηση της ελευθερίας. Η αγάπη είναι ελευθερία. Είναι μια νίκη και μια ελπίδα. Ο θάνατος μας περιμένει. Αλλά εμείς ξεχνούμε την ύπαρξη του. Με τις αμυγδαλιές να φτάνουν στα χέρια μας. Με τα ρόδα να μυρίζουν χελιδόνια. Αλλάζουμε ως το μεδούλι. Είπες να αντέξω την αγάπη σου, εγώ αν και άσχετη με τα θεία μπήκα μέσα σε ένα μικρό εκκλησάκι και άναψα ένα κερί. Η φλόγα του μου έκαψε τα μάτια. Όταν απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλο τα γόνατα μας τρέμουν. Είναι από την ένταση και την μικρή λύπη. Αλλά οι αποχωρισμοί είναι απαραίτητοι στο δυνάμωμα της αγάπης. Μετά αγαπώ τα πάντα. Μετά από εσένα αγαπώ τους πάντες. Ακόμη κι αυτούς που μόνο αντιπάθεια μου εμπνεύσανε κάποτε. Λαβαίνω και τρώω. Το σώμα και το αίμα σου. Αμνοί ανάμεσα στους ανθρώπους. Και λουλούδια. Αγάπα με ακόμη. Όσο μπορείς και όσο αντέχεις. Δεν υπήρξα ποτέ κάποιος απλός κι εύκολος άνθρωπος. Κι εσύ το ξέρεις, σαν να το ήξερες πάντα,,, -Η αγάπη είναι το δέντρο της ζωής, εμείς είμαστε τα φύλλα-

Μα εγώ είμαι εδώ ακόμη, με μια λύπη που ήρθε ξαφνικά, μοιάζει με εκείνην που συμβαίνει σαν έχεις εκθέσει τον εαυτό σου ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους. Κάποιες φορές οι άνθρωποι θυμούνται πως είναι και λύκοι, παίρνουν στα δόντια τους κομμάτια της καρδιάς σου και τρέχει το αίμα της από το μεγάλο σκληρό τους στόμα. Εγώ είμαι εδώ ακόμη, γυρεύοντας τον παππού τον πατέρα την γιαγιά μου εκεί στο νησί που είναι κάτω από τις πυκνές νεφώσεις, σε ένα ήσυχο κοιμητήριο ξαγρυπνούν μιλώντας μεταξύ τους για όλες τις ιστορίες της ζωής τους. Η γιαγιά παθαίνοντας άνοια το μόνο που θυμόταν ήταν όλα όσα αφορούσαν ερωτικές ιστορίες και καμώματα. Μου μιλούσε ώρες ατέλειωτες για αυτά όλα ξανά και ξανά από την αρχή. Ο πατέρας θα μιλάει για την Τρούμπα , τον Μάρκο και τον Τσιτσάνη ενώ θα έχει στο αυτί του ένα τσιγάρο και θα κοιτάζει τα κεντήματα του ουρανού. Ο πατέρας ήταν από τους άντρες που δεν ντρέπονται να κλάψουν μπροστά σε μια γυναίκα.. Ο παππούς θα μιλάει για την παλιά Αμοργό και τους ανθρώπους της, φυσικά θα μιλάει άγρια στον πατέρα να κόψει το τσιγάρο. Έπειτα θα τους λέει ιστορίες σαν παραβολές.. Και οι ήρεμοι κάτοικοι του κοιμητηρίου θα τους ακούνε με προσοχή κι άλλοτε θα γελάνε. Αγαπώ τους αλαφροίσκιωτους. Τις ανεράδες, αχ πόσα τους είχα τάξει να τις συναντήσω στο παλιό ξέφωτο.. Βρέχει σήμερα. Βρέχει νεκρούς και κυκλάμινα. Τα πίνω σαν κρασί μπρούσκο. Ζητώ τους αγαπημένους μου όπως η γη το νερό. Ας τους έχω μέσα μου. Καμιά φορά αυτό δεν φτάνει. Θέλω να περπατήσω στην βροχή στο νησί και να καθίσω στην ταβέρνα του Νίκου και να ακούσω ρεμπέτικα. Να στάζω νερό ώσπου να βραχεί το πάτωμα. Να χορέψω την συννεφιασμένη Κυριακή και να ακούσω τα πουλιά να κεντούν νότες από τα μεθυστικά λαρύγγια τους. Θέλω να μεθύσω. Τελευταία όσο και να πιω μου φαίνεται δεν μεθάω. Θέλω να βρω όλα τα αρχαία εδώλια και να κλάψω επάνω τους σαν παιδί. Μου λείπει το νησί, ίσως τώρα που βρέχει ακόμη πιο έντονα. Θέλω να βρω τον βράχο που μοιάζει σαν προφίλ ενός αετού και να κοιτάξω το ατέλειωτο μπλε που θα χύνεται μπροστά μου. Να χυθώ κι εγώ με όλες μου τις αισθήσεις μέσα του. Πάντα ήμουν μια ανυπόμονη καρδιά. Και για να την προστατέψω έμαθα την υπομονή... Θέλω να χυθώ σε αυτό το μπλε και να χύσω αυτήν την λύπη. Θέλω να γίνω ένα άχρωμο διαφανές κάλυμμα από αλαβάστρινο δέρμα. Να ντύσω για λίγο με αυτό τους ανθρώπους, με αυτό το αλαβάστρινο δέρμα να αφεθούν στις εξωτερικές επιδράσεις.. Αυτό είναι η λύπη.. -Εξόριστη στην Αθήνα , εξόριστη και στο νησί-

Πριν από αυτήν την ζωή μου, μέσα στον πατέρα μου υπήρχα, κάτω από μια γέφυρα ρουφάγαμε χασισάκι άγιο κι ο Μάρκος έβαζε τα σεκλέτια του επάνω στις χορδές του μπουζουκιού, οσιομάρτυρες οι ρεμπέτες λουφάζανε μέσα στην κουφάλα του βουνού, έπειτα πηγαίναμε στα καταγώγια και ρουφάγαμε κρασί και λύπη, την λύπη της φτώχειας και την ένδειξη της ανθρωπιάς. Κοιτάζαμε τα μάτια των γυναικών που όλες τις γούσταρε ο Μάρκος, μα για λίγες έγραψε, ο Μάρκος έλαμπε, οι μάγκες βαράγανε τα κουτσαβάκια έξω σε κάτι στενά που ούτε οι γάτες δεν κατούραγαν , οι μάγκες χορεύανε με το ένα μανίκι κάτω, άκουγα το κομπολόι με τις χάντρες να βαράει ήχους, η μαγκιά τότε δεν ήταν έπαρση, ήταν αλήθεια και πόνος, ήταν η Ελλάδα στα γόνατα, αυτό που ήταν πάντα εκτός από λίγες στιγμές, γι αυτό οι μάγκες χόρευαν κι εγώ έβλεπα δερβίσηδες να καταπίνουν όπιο, μετά ήρθα σε αυτήν την ζωή κι άρχισα να ακούω τα μπλουζ κι όταν διάβασα λίγα για την ζωή της Μπίλλυ ξαναθυμήθηκα εκείνη την άλλη ζωή ,που ζούσα μέσα στον πατέρα μου, όπιο, αλκοόλ κατάνυξη, πόνος κι έρωτες, κι έγιναν μέσα στην καρδιά μου φτερά και πέτρα κι αλάτι, φωτιά και νερό, αντιφάσεις πολλές για μια και μόνο κατάφαση.. -Αφιερωμένο στον πατέρα μου Αντώνης Συνοδινός ο Σερέτης-

Γερμανοτσολιάδες, Αμερικανοτραφείς, Αγγλομαθείς κι ανάλγητοι, οι γενιές που πέρασαν από τους χωματόδρομους της Ελλάδας καθισμένοι στα ακριβά αυτοκίνητα. Βασιλιάδες, πρίγκιπες και Ιούδες. Η Φρειδερίκη βαπτίζει αβέρτα παιδιά στα ρημαγμένα από την φτώχεια χωριά. Έπειτα ήρθαν αυτοί που ξεκλήρισαν γενιές, τους έβγαλαν από τα σπίτια τους, τους έβγαλαν τα χρυσά δόντια, τους πήραν ότι πολύτιμο και τους έκαψαν φτιάχνοντας οχυρά από πτώματα. Αυτοί που περισσότερο από όλους καταβλήθηκαν από την τρέλα του ανθρώπου ήταν αυτοί, οι Άριοι φύλαρχοι της τρέλας. Και οι δικοί μας που για να ζήσουν φόρεσαν κουκούλες κι έδειχναν με τον δείκτη τον επόμενο. Τρελοί αυτοί, αδύναμοι εμείς κι ηλίθιοι μα πάνω από όλα προδότες. Από όλα τα ελαττώματα την προδοσία απεχθάνομαι, για να προδώσεις κάτι άλλο έχεις υπάρξει πριν. Άφιλος, αγνώμων, ηλίθιος μα πάνω από όλα τιποτένιος. Φτιαγμένος μόνο για να τρως να γαμάς και να χέζεις. Αυτοί σκότωσαν πρωθυπουργούς, αυτοί φυλάκισαν αγωνιστές, αυτοί έπνιξαν επαναστάσεις. Οι προδότες επαναστάσεις δεν κάνουν ποτέ. Ποτέ δεν τόλμησαν σαν νέοι να σηκώσουν ανάστημα στον πατέρα ή την μάνα που τους πήδαγε την ύπαρξη.. Τους βλέπω σχεδόν κάθε ημέρα μπροστά μου. στον <<ναό της Δημοκρατίας>>, στις εκκλησίες, στις σκατόφατσες στην τηλεόραση, τους ακούω στα ραδιόφωνα. Γερμανοτσολιάδες, Αμερικανοτραφείς, Αγγλομαθείς κι ανάλγητοι. Ποτέ τους δεν υπήρξαν Έλληνες. Κανείς από δαύτους δεν δούλεψε, δεν έκλαψε από ένα ποίημα, μόνο το χρησιμοποίησε σε λόγους σε πλατείες. Κανείς από δαύτους δεν θαύμασε τον Αριστοτέλη ή τον Πλάτωνα, δεν κοίμισε τον φόβο του για τον θάνατο μελετώντας τον Επίκουρο, κανείς δεν έπεσε σε έκσταση διαβάζοντας Όμηρο. Έχιδνες ανάμεσα στους ανθρώπους, βόδια που αφήνουν παχιές κουράδες όπου βρεθούν. Όλοι μιλάμε για προδότες. Όμως τι πραγματικά ξέρουμε; Αν γνωρίζαμε οι δρόμοι θα γέμιζαν από φωνές του λαού. Ο λαός είναι ένα ποντίκι στο εργαστήριο. Κάποτε σκότωναν με αέρια, τώρα σκοτώνουν με οικονομικό πόλεμο. Αλλά αυτοί πάντα αυτό έκαναν. Κι εμείς καλά γνωρίζουμε πως πάντα με κουκούλες, με όπλα τις νύχτες, με συνεννοήσεις μυστικές οι προδότες θριάμβευαν. Πόσο καλά ξέρουμε την σημασία της προδοσίας; Δεν μιλώ για θεωρίες συνωμοσίας ή εθνικιστικές φαυλοκρατίες, μιλώ για το μικρόβιο της προδοσίας που τρέχει μέσα στο αίμα όπως στων άλλων το αίμα τρέχει η τρέλα κι η έπαρση των αυτοκρατοριών. Καημένη χώρα, καμμένη και σε εγκατάλειψη. Με το χέρι ανοιχτό για ελεημοσύνη. Αν ο ζητιάνος μπορούσε θα έκοβε το χέρι του.... Το τραγικό ακόμη δεν συνέβη. Θα συμβεί σαν καταλάβεις.. Σαν καταλάβω. Γιατί αν ξέραμε δεν μπορεί, στους δρόμους θα ήμασταν και θα φωνάζαμε. Ψωμί, παιδεία, Δημοκρατία... Καημένη μου χώρα..

Ξαπλώνω με τα χέρια ανοιχτά, μικρές τρύπες από τα καρφιά που τους έσκαψα, οι πληγές τους ανοίγουν σαν βεντάλιες σαν σε θυμηθώ, ο χρόνος ξεκουμπώνει ένα βλέφαρο, το μάτι με κοιτάζει, κι είναι τα καρφιά αβέβαια, τι να πονέσουν, τις αρχαίες πληγές μου ή αυτές που έσκαψα μόνη, το μόνο σίγουρο είναι, πως όταν σε θυμάμαι, ομάδες πουλιών έρχονται στο δωμάτιο και στην καρδιά μου φωλιάζουν προστατεύοντας το αίμα, το αίμα που φύλαξα για σένα.. -Άτιτλο-

Πολύ πρόσφατα μιλούσα με κάποιον ο οποίος είναι αναγνωρίσιμος λόγω επιθέτου. Ξεχωρίζω σε δυο <<ομάδες>> τα γνωστά επίθετα και την χρήση που κάνουν οι κατέχοντες. Φυσικά είναι αυτοί οι οποίοι φτιάχνουν το επίθετο μόνοι τους κι αυτοί οι οποίοι το κληρονομούν από τον πατέρα τους. Αν χρησιμοποιούν το επίθετο για να γαμούν και να εξυπηρετούνται ποικιλοτρόπως είναι φυσικά απολύτως μαλάκες. Ο γνωστός αυτός ο οποίος και παρά τρίχα να πολιτευτεί μου έλεγε με περηφάνια πόσες <<γκόμενες>> έχει στο καρνέ του και πως τις παίζει. Του είπα γελώντας πως είναι μαλακισμένες μάλλον ,σαν αυτόν. Γιατί, με ρώτησε ο κουραδόμαγκας και έμοιαζε έτοιμος να βαρέσει μπουνιά- α ναι, πουλάει και μαγκιά ενίοτε σε κάτι άλλους παπάρες που τον πιστεύουν-. Γιατί αυτές πηδιούνται με το επίθετο σου καλέ μου, του απάντησα όχι με σένα, δεν σε νοιάζει; Δεν είναι σίγουρο αυτό που λες, μου είπε σοβαρός. Κρατήθηκα να μην βάλω τα γέλια. Είναι απόλυτα σίγουρο καλέ μου όπως σίγουρο είναι πως αυτό ισχύει και για τους άντρες. Ξέρω πολλούς που πηδήχτηκαν και άλλους που παντρεύτηκαν τέτοια επίθετα. Μαλάκες οι μεν μαλάκες κι οι δε. Αν πιστεύεις πως έρχονται για εσένα τότε άλλαξε επίθετο για μια βδομάδα, όπως στην ελληνική ταινία -έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;- και βγες στην αγορά να δούμε τι θα σαβουρώσεις. Εννοείται μιλάμε για σαβούρες πάντα... Τότε γέλασε και μου είπε πως έχω πολύ πλάκα και πολύ με πάει γιατί έχω μπέσα. όπως κατάλαβες ο άνθρωπος δεν κατάλαβε τίποτε από όσα του είπα. Μετά σκέφτηκα ολόκληρος Ωνάσης παντρεύτηκε εκείνη την ανέραστη ψυχρή μάγισσα για το επίθετο της και είπα πάει στο καλό, ας μην δίνω σημασία και νευριάζω με τον κάθε παπάρα. Για εδώ μέσα τώρα λέω σιγά σιγά να αρχίσω κάτι ψιλοδιαγραφές, κάτι μάγκες που από την πολλή μαγκιά γέρνουν στο πλάι και κάτι άλλους που λόγω της επιθετολαγνείας νομίζουν πως μπορούν να γαμήσουν κι όλον τον γυναικείο πληθυσμό.. Σκατά στο στόμα τους... Κρίμα γιατί κάποιοι είναι και συγγραφείς, θα μου πεις γιατί άνθρωποι δεν είναι κι αυτοί; Δεν έχουν δικαίωμα στην μαλακία; Έχουν αλλά έχω την απαίτηση να το γνωρίζουν. Πάντα αυτός που γράφει έχει λίγη αυτογνωσία. Ας είναι.. Προσωπικά τα επίθετα δεν τα έχω περί πολλού, πάντα γουστάρει η καρδιά μου όταν με λένε Ποπάκι ή παπάκι. Το επίθετο το φτιάχνεις αν με εννοείς, αν είναι να σε φτιάχνει χέστα φίλε... Με πολλή love Πόπη.. -Επιθετολαγνεία-

Ζούμε και κινούμαστε ανάμεσα σε ανθρώπους λεκέδες. Σε απόβλητα και θολά νερά. Κράτα μου το χέρι εσύ, περπάτησε μαζί μου και πάμε μακριά τους. Με φοβίζουν αυτοί που υπάρχουν μέσα σε στενά παράθυρα, που μέσα από μια ηθική εγωιστική και πικρόξινη κάνουν ανήθικες πράξεις παριστάνοντας τους καλούς, καλυμμένοι μέσα σε μια μεμβράνη αβρότητας κι ευγένειας. Πιθανολογώ πως θα περάσει ένας αιώνας για να γίνει ο άνθρωπος από απόβλητο άνθρωπος. Για μένα ξέρεις και καταλαβαίνεις, σου είπα, στα ζόρικα όλα φαίνονται.. Και στους σύντροφους της καρδιάς σου και τους φίλους. Ας πούμε μνημονεύουμε τον Πετρόπουλο και τον θαυμάζουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε ούτε για μια στιγμή την τελευταία σύντροφο της ζωής του, μαζί πήγαιναν στα νεκροταφεία και ανακάλυψαν πως θάβονταν οι άθεοι.. Και για να είμαστε τυπικά ειλικρινείς δεν θυμόμαστε τον Πετρόπουλο. Κανέναν δεν θυμόμαστε. Ασχολούμαστε με ανθρώπους παράσιτα που αντί για έργο φλυαρούν δεξιά κι αριστερά τον ναρκισσισμό τους. Υπόξινοι και γλοιώδεις.. Χτες σε μια ταβέρνα άκουγα τον Μάρκο πάλι,( ήθελα να σ αντάμωνα να σου λεγα καμπόσα κι αν δε σου γύριζα το νου να μου κοβαν τη γλώσσα). Μάρκος μέσα σε μια όμορφη ταβέρνα στα Εξάρχεια. Προσπαθώ να ζήσω, αλλά αν κι όχι ιδιαίτερα κοινωνική παρ όλα αυτά έχω ανάγκη τους ανθρώπους. Πρέπει να τελειώνουμε με τους λεκέδες και τα απόβλητα.. Προσωπικά θα ήθελα να μπορούσα σε όλους αυτούς να έκοβα την γλώσσα. Θα τους την έκοβα και θα την πετούσα στα σκυλιά.. Αν δεν τελειώσουμε με αυτούς δεν θα υπάρξει άλλος Πετρόπουλος άλλος Μάρκος άλλος Τσιτσάνης. Να τελειώνουμε με την εποχή των λεκέδων.. Να αρχίσει ο άνθρωπος. Ο έρωτας. Να ανθίσει η παιδεία. Καμιά δικαιολογία πάλι για την μη Αναγέννηση μας, εμείς δεν ζήσαμε Μεσαίωνα. ή ζήσαμε και ζούμε; Για μένα ξέρεις. Στα ζόρια φαίνονται όλα. Χωρίς έρωτα κι αγάπη τα λουλούδια πεθαίνουν. Κι οι νεκροί πολλαπλασιάζονται.. Ζουν δίπλα μας αλλά δεν τους βλέπουμε. Νιώθουμε όμως την ανάσα τους στον σβέρκο μας. Σε αγαπώ.

Πεθαίνω από αγάπη, πεθαίνω για την αγάπη, βασικά αυτό είναι το γάλα και το μέλι μου. Αν μου στερήσεις αυτήν την ικανότητα και δυνατότητα μπορείς να δεις πως θα μαραθώ, θα σβήσω σε μια γλάστρα σαν λουλούδι που δεν μύρισε κανείς.. Κάποτε αγαπούσα έναν άντρα τόσο άσχετο με θέματα καθαριότητας , όταν έπιασε να βρέχει , ανοίξαμε το παράθυρο να μυρίσουμε το χώμα, έμενε σε μια παλιά μονοκατοικία, μάλλον ακούγαμε Madrugada, ναι, μάλλον αυτό και ξαφνικά επάνω στο μικρό λευκό τραπέζι μας, τύπου καφενείου, άρχισαν να συρρέουν δεκάδες σαλιγκάρια,το πιστεύεις; Εμείς πίναμε το ποτό μας κι άφθονα σαλιγκάρια μας έκαναν παρέα, ω, ήμασταν απίστευτο δίδυμο, θυμάμαι κι όταν πήγα στην τουαλέτα και στην κουζίνα δεκάδες σαλιγκάρια έτρεχαν παντού. Κάπου θυμάμαι είχα νευριάσει, τόσα σαλιγκάρια μέσα στο σπίτι ρε παιδί μου, είχα πει, να κάνουμε κρέμες από το σάλιο τους. Αλλά αυτός είχε γελάσει και μετά εμείς ξεκαρδισμένοι βγήκαμε στο κέντρο κάπου να μαζέψουμε βροχή. Τις παλιές αγάπες σου να τις σέβεσαι, αλλιώς είσαι τσογλάνι... Όλες οι αγάπες που πέρασαν από την ζωή σου είσαι εσύ... Ραγίζω από συγκίνηση.. Έτσι μου έλαχε να ζω, γεμάτη εικόνες, αγάπη, έρωτα και συγκίνηση. Ξέρεις; Ο ερωτας είναι μια πιο πλατιά αντίληψη απόαυτά των σεντονιών μας, ο έρωτας είναι μια λαμπάδα που σιγοκαίει πάντα στην καρδιά μας και στον νου. Ζωή χωρίς έρωτα είναι σκατά κι απόσκατα. Ζωή χωρίς αγάπη είναι τσουκνίδες στα βράχια.. Γι αυτό ακριβώς. επειδή ξέρω να αγαπώ και να ζω θριαμβευτικά τον έρωτα με αγαπούν, με ερωτεύονται και δεν με ξεχνούνε. Αυτή η ανάγκη για αγάπη κι έρωτα είναι αρχαία, έρχεται πριν την ύπαρξη του ανθρώπου, τι νόμιζες; Έρχεται πριν την ανακάλυψη του σύμπαντος. Το σύμπαν φίλε είναι η αγάπη, φέρε τον Αινστάιν τώρα να πιούμε κόκκινο κρασί και να μιλήσουμε για θεωρίες ακούγοντας Κάλλας η Τζαζ. Το σύμπαν είναι η αγάπη. Τώρα καλούμαι να αποδείξω πως έχω προχωρήσει τις θεωρίες πράξεις μου. Κάθε μέρα το κάνω. Σε ένα πράγμα δεν θα προχωρήσω παραπέρα.Να συνθηκολογήσω στο εξής.. Το απλά να με συμπαθείς αντί να με ερωτευτείς ή να με αγαπάς. Εγώ δεν συμπαθώ απλά, εξάλλου. Η ζωή είναι πολύπλοκο πράγμα. Ξέρεις γιατί; Γιατί είναι γαμημένα απλή.. Να τιμάς τις παλιές αγάπες και τις παλιές φιλίες.. Δεν σου κάνω κήρυγμα, όχι, χωρίς αυτά όμως θα ήσουν κάτι άλλο... Υγ. θέλω να κάνω κάτι δημιουργικό, να καώ σαν πεταλούδα δημιουργώντας κάτι.. Η ζωή δεν μετριέται τελικά από τον χρόνο... Μετριέται με αλήθεια, πόνο, αγάπη, έρωτα, εραστές, ερωμένες και τέχνη. Όλα είναι δρόμος.. Κι όλα είναι αγάπη. Ακόμη και το μίσος, μεταμφιεσμένη αγάπη είναι που δεν αναπτύχθηκε... -Περί αγάπης και έρωτα, είναι μια υπέροχη Άνοιξη-

Λίγες λέξεις έπεφταν στο πάτωμα σαν σαύρες, οι σαύρες κινούσαν την γλώσσα τους σε όλες τις κατευθύνσεις, ο άντρας κι η γυναίκα σφραγισμένα συρτάρια, ότι δεν έπρεπε να ειπωθεί, αυτό ακριβώς είχε ειπωθεί. Μοτίβα σε επανάληψη και ακαμψία, ο εγωισμός είναι κόκαλα και δέρμα, κάποτε λιώνουν μα κάποτε θεριεύουν, πολλές και περιττές οι λέξεις, πόσο δύσκολο να πεις , ναι, είμαι αδύναμος. Απλά γιατί είμαι άνθρωπος. Μα σαν άνθρωπος καίγομαι και καίω. Μέσα από τις στάχτες διάβασε με, όχι από τις λέξεις.. -Ακαμψία-

Το σώμα μου, το άφησα, στην αυλή μιας γυναίκας ηλικιωμένης, έκανε χρησμούς κοιτώντας τα άστρα στην παλάμη μου, τις κόρες των ματιών μου τις άγγιξε θυμιατίζοντας κάποιες παλιές κατάρες, κατάρες που κουβαλούσα από την γιαγιά και την μητέρα μου, τις έκανε πρόβατα κι έφυγαν μακριά μου, τις έκανε αγγέλους κι έβγαλα στην πλάτη μου φτερά. Μα λυμένο το σώμα μου έφευγε πια από εμένα, στο ποτάμι της ανθρωπότητας βούτηξε, και σαν είδα, το πρόσωπο εκείνης της γυναίκας προσεκτικά, εμένα είδα μετά από χρόνια, κι ενώ γριά ήμουν, κρατούσα στα χέρια κρινάκια της Παναγίας, τα κρινάκια μου μιλούσαν με το στόμα των παιδιών, τραγουδούσαν για εμένα και τον θάνατο που ωραίος μου φαινόταν, σαν άντρας ψηλός κι αγέρωχος, μιλήσαμε γίναμε φίλοι και με ξέχασε σε κείνη την αυλή να κάνω χρησμούς κοιτώντας αστέρια στις παλάμες των γυναικών. -ο χρησμός μιας πεταλούδας-

Ποτέ δεν αγαπούσα το Πάσχα, για μένα το να <<πάσχεις>> ήταν κάτι που είχε πυκνότητα και διαύγεια από την πιο μικρή μου ηλικία. Η φτώχεια κι η αναγκαστική μου συμβίωση μόνο με τον ένα γονιό ήταν μια μικρή σταύρωση , αργότερα αγκάθινο το στεφάνι τα χρόνια μου στο Δημοτικό σχολείο από το καψώνι μιας δασκάλας που είχε παντρευτεί έναν αρχιστράτηγο της χούντας καθώς και τα πειράγματα των συμμαθητών μου. Ήμουν αρκετά παράξενο παιδί, δεν με χώραγε η σχολική ποδιά που μας μαζικοποιούσε σαν νούμερα των Εβραίων στα στρατόπεδα, δεν με χωρούσε η κακία των παιδιών γιατί δεν ήθελα να τους μοιάζω, τίποτε δεν με χωρούσε και σε όλα περρίσευα.. Το Πάσχα έπεφτα κάτω από την μυρωδιά του επιταφίου, η συνοδεία όλου του κόσμου στον επιτάφιο μου φαινόταν η πιο πικρή ειρωνεία. Στην πρώτη δημοτικού θυμάμαι πως σκέφτηκα προς τι όλη αυτή η επιτήδευση λύπης και θρήνου. Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, ας είναι καλά κι εκείνη η ευλογημένη γειτόνισσα που διέθετε τηλεόραση κι έβλεπα αργότερα σε σήριαλ το έργο του Καζαντζάκη.. Ο Χριστός σταυρώνεται κάθε ημέρα , οι πόρνες , οι φτωχοί, οι ορφανοί από γονείς κι από τον εαυτό τους, οι βαριά ασθενείς κι οι χιλιοαδικημένοι το ξέρουν καλά. Οι χώρες που σπαράζονται από εμφύλιους, από στρατιωτικά καθεστώτα το ξέρουν καλά. Προς τι αυτή η επιτήδευση του πόνου και του θρήνου αφού η ανθρώπινη ιστορία επαναλαμβάνεται. Πάντα ένας σταυρός , ένας Ιούδας κι ο Χριστός κι ένας λαός σε αποκτήνωση κι αποβλάκωση και τα φράγκα.. Μόνο μια σταύρωση έζησα σε όλο της το μεγαλείο. Στο έχω ξαναπεί ίσως.. Όταν πέθανε ο πατέρας μου στην Αθήνα από καρκίνο στα 57 του ο γιατρός δεν επέτρεπε να πούμε τίποτε στον παππού γιατί ήταν βαριά άρρωστος από την καρδιά του. Στην γιαγιά το είπαν σχεδόν αμέσως στο τηλέφωνο. Όλη η Αμοργός περνούσε από το σπίτι τους για τα συλλυπητήρια. Κι όλα τα λόγια σφυριχτά και σιγανά μην ακούσει κάτι ο παππούς που στηριζόταν από οξυγόνο ξαπλωμένος στο ντιβάνι του. Πάντως είμαι σίγουρη πως το διαισθάνθηκε, ρωτούσε συνεχώς στα τελευταία του πότε πια μωρέ θα ρθει αυτό το παιδί από την Αθήνα, πότε θα τελειώσουν οι εξετάσεις του; Η γιαγιά σαν έμαθε το μαύρο νέο κατέβηκε στο κοτέτσι και ούρλιαξε για να μην ακουστεί από τον γέρο της. Το χωριό όλο ανατρίχιασε. Λίγο αργότερα πέθανε κι ο παππούς. Πήγαμε στο νησί τα εγγόνια και τα παιδιά του. Φυσούσε κι έβρεχε κολασμένα. Τα στεφάνια μας κινδύνευαν να πέσουν στην θάλασσα σαν φτάσαμε στο λιμάνι. Στο ταξί μέσα νεκρική σιωπή. Φτάσαμε στο φτωχικό μα λατρεμένο σπίτι. Η πόρτα ανοιχτή κι ο αέρας κι η βροχή δυνατά μαστίγια ανταγωνίζονταν με αυτά της ψυχής μας.. Πέρασα το πλατύσκαλο και τον είδα ξαπλωμένο στο φέρετρο.. Γύρω γύρω γνωστοί και συγγενείς. (ΉΡΘΑΝ ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΣΟΥ), είπε η γιαγιά φωνάζοντας. Και τότε μέσα από τα δάκρυα μου ξαναείδα την τραγιάσκα του και την χυμένη γαλήνη στο πρόσωπο του κι ήρθαν οι μυρωδιές από τα λουλούδια που τον πλαισίωναν και με μεθυσαν όπως στον Επιτάφιο. Ένα μέρος της καρδιάς μου έσπασε για πάντα. Έκλαψα όλη την νύχτα όπως οφείλει κάθε άνθρωπος να κάνει για κάποιον που ΛΑΤΡΕΨΕ. ξημέρωσε. Πήραν οι άντρες το φέρετρο στους ώμους και ξεκίνησαν για την εκκλησία. Εγώ είχα την γιαγιά αγκαζέ. Μα σε λίγο περάσαμε μπροστά από το σπίτι του πατέρα μου. Λειχήνες απλωμένες παντού και μούχλα κι ένα σπίτι στα γόνατα. Σαν να είχε διαβάσει τους δυο θανάτους κι αυτό κι έπαιρνε μέρος στο πένθος. Τότε η γιαγιά είπε φωνάζοντας. Κι οι άντρες σταμάτησαν κι όλη η μικρή ακολουθία των ανθρώπων. (ΣΤΑΜΑΤΕΙΣΤΕ ΝΑ ΔΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΟΙΟΣ ΠΕΡΝΑΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ. ΒΓΕΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΩΣ ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΟΥ. ΒΓΕΣΣΣΣΣΣΣ ΠΑΙΔΑΚΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ ΜΟΥ). Όλοι κοιτούσαμε στο μπαλκόνι μήπως βγει ο πατέρας μου, συγκλονισμένοι από την φωνή μιας μάνας που δεν μπόρεσε όλον τον καιρό να κλάψει το παιδί της και μπορούσε τώρα, τώρα θρηνούσε ουσιαστικά και για τους δυο τους. Κι από τότε έσπασε κι ένα άλλο μέρος της καρδιάς μου. Εκείνο το γεγονός ήταν ο δικός μου επιτάφιος κι όσο θα υπάρχω θα υπάρχει μέσα μου σαν μνήμη.... όταν μπήκε ο παππούς στην βάρκα για την μαύρη λίμνη του έριξα κι εγώ χώματα, δεν έφευγα από εκεί ώσπου με πήραν με το ζόρι οι υπόλοιποι. Τώρα χρειαζόταν δύναμη η γιαγιά μου... Πολλά χρόνια μετά ναι, το συνειδητοποίησα καθαρά. Αυτός ήταν ο δικός μου επιτάφιος.. -Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ- Στην μνήμη του παππού Μιχάλη και γιαγιάς Καλλιόπης Συνοδινού. Τα κομμάτια της καρδιάς μου

Καθώς η γυναίκα έκανε μπάνιο, τον είδε πίσω από το τζάμι του ντους να απλώνει στο κρεβάτι και να χαιδεύει το κομπινεζόν της, στοιχείο απαραίτητο στις ερωτικές συνευρεύσεις συμπόσια που είχαν μαζί. Τον κοιτούσε επίμονα, εκείνος το χάιδευε και σαν να του μιλούσε. Η καρδιά της κλώτσησε επίμονα σε τούτο το παράξενο θέαμα. Ένας άντρας κι ένα κομπινεζόν.. Λίγο πριν είχαν περάσει απέναντι, εκεί που η ελευθερία δεν είναι ματωμένη και η ζωή τρέχει σαν αιλουροειδές επάνω στην ουράνια στέγη. Τούτο σημαίνει, πάθος λαμπρόν επιμήκυνε την διαύγεια του σώματος τους, τούτο σημαίνε,ι πως η ένωση τους διευκόλυνε την προέλαση φτερωτών πλασμάτων αόρατων στα μάτια τους αλλά μπορούσαν να τα αισθανθούν, τούτο σημαίνει πως η λύπη διαδέχεται την χαρά καθώς μετά τις σωματικές κορφές που ανέβηκαν επερχόταν η πτώση αλλά ο πόθος ξαναάναβε την φωτιά τους και ξεκινούσαν από την αρχή. Τώρα τον έβλεπε να χαιδεύει το μαύρο δαντελένιο ρούχο της κι ένιωθε σαν να έκανε σπονδές μόνος του στους αρχαίους θεούς. Ένιωσε ιερή συγκίνηση για εκείνον και το ρούχο. Όταν βγήκε από το μπάνιο ακόμη έσταζε νερό. Της χαμογέλασε. Τότε εκείνη σκέφτηκε πως κι οι δυο τους κάποτε θα πεθάνουν και μόνο αυτό το μαύρο μικρό κομψό ρούχο θα συνεχίσει να ζει. Άραγε όσο ζει θα θυμάται το πάθος τους; θα θυμάται με τι τρυφερότητα ο άντρας αυτός το άγγιζε; Θα ήθελε μια θετική απάντηση. Τον χάιδεψε απαλά σαν να ακουμπούσε μια γυαλιστερή τριχωτή γούνα μιας μεγάλης αρσενικής γάτας. Εκείνος ο άντρας είχε σπάσει την στενή της πύλη. Είχαν βγει έξω όλα της τα δαιμόνια διψασμένα και πεινασμένα. Το ίδιο είχε συμβεί και σε αυτόν. Φόρεσε ξανά το κομπινεζόν της..Είχε στο στόμα της γεύσεις ευτυχίας. Και έρωτα.. -Το κομπινεζόν-

Φτιάχνει με τα χέρια της τροφή για τους αγγέλους, ψωμί είναι και λίγο κόκκινο κρασί, έπειτα σκουντά τους νεκρούς και τους ζωντανεύει για λίγο, ξεμοναχιάζει τις μοίρες και τον θάνατο, ελάτε μαζί μου τους λέει, κι όλοι γλυκαμένοι ακολουθούν, και μαζί φτιάχνουν, έναν κύκλο, χωρίς τέλος.. ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ, ΠΕΡΑΣΤΕ ΟΜΟΡΦΑ ΕΤΟΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ.

Ο θάνατος είναι πάντα ο δεύτερος εαυτός μου, πράγμα παράξενο, εγώ που τόσο θαύμασα και ζω την ζωή μου, περνώντας κομήτες και βεγγαλικά , κι όμορφους έρωτες, κοιλάδες φωτός και αισθήσεις απυρόβλητες, εγώ, που τα όρνια ενώ κατέσκιζαν, την σάρκα των πτωμάτων κοιτούσα, κοιτούσα αν είχαν βρει καταφύγιο φτιάχνοντας σπίτι τα σκουλήκια μέσα τους, τις στέπες τις μυρίστηκα με εκείνα τα νεκρολούλουδα που χόρευαν σαν άγριες μπαλαρίνες, τις έρημες ακτές τις έζησα φέρνοντας εραστές κι ερωμένες στους αμμόλοφους τους, τα άλογα τα αγάπησα σαν να ήταν πάντα μια εικόνα λατρείας για μένα, τις μαυροντυμένες γυναίκες που πέρασαν έξω από το μισάνοιχτο παραθύρι μου τις έδιωξα από τα μάτια μου χορεύοντας σαν νερό σε απότιστο λόφο, εγώ που τόσο αγαπώ την ζωή πες μου, γιατί τον θάνατο να μυρίζομαι στον συνάνθρωπο πριν τον βρει το θανατερό βόλι στην καρωτίδα, γιατί να είναι ο θάνατος τελικά ο δεύτερος εαυτός μου, γιατί οι πεταλούδες του νησιού να νηστεύουν την ζάχαρη σαν με δουν, σαν με δουν, τον θάνατο να βλέπω σαν προαίσθημα, θα το ονόμαζα αυτό κατάρα, θα το έλεγα κι άγριο σύντροφο, την ζωή να την ζω τιμώντας την και ζητώντας την σαν την κόρη που ζητά μια αγαπημένη μητέρα.. -Η διαίσθηση του θανάτου- υγ. αυστηρά αφιερωμένο.

Μισώ τα κηρύγματα, προσπαθώ ακόμη και τον εαυτό μου να αποτρέψω από προσωπικές συμβουλές και προτροπές. Βρίσκω το εγώ μου κάπου στην μέση ενός δρόμου που χωρίζεται στα δυο. Το κοιτάζω με χάρη, με κάποια διακριτικότητα, το αφήνω να με ακολουθήσει, όχι τόσο από κοντά ώστε να με ελέγχει , να με χαλιναγωγήσει. Αρκετές οι χάρες που έκανα κάποτε σε άλλα εγώ, τα χάιδεψα, τα έκανα τόξα , έκλεισα την γλώσσα μου σε κάποιο ανθοδοχείο για να μην μιλήσω, χαρίστηκα, έτσι βλακωδώς χαρίστηκα. Εκεί που έπρεπε να βάλω φωτιές, εκεί που έπρεπε να βροντήξω την φωνή μου, εκεί ακριβώς έκανα πίσω, δεν είπα τίποτε και απλά έκλεισα την πόρτα πίσω και έφυγα. Θα ήθελα να έρθει μια ημέρα που να μην έχω τίποτε, να μην έχω μάνα, να μην έχω εραστή, να μην έχω σύντροφο, να μην έχω σκύλο, παιδί, φίλους, να έχω έρθει εδώ από την αρχή. Χωρίς ταυτότητα, χωρίς ζητήματα χρέους, ηθικολαγνείες, υποθήκες και δάνεια άλλων στην πλάτη να κουβαλάω. Χωρίς απαιτήσεις και ικέτες. Θα ήθελα να είμαι απολύτως ελεύθερη. Αυτό με ηδονίζει, η ελευθερία, η αυτονομία, η αγάπη. Θα ήμουν δηλαδή ένα περίστροφο ή ένας τύπος που βλέπει ότι θέλει. Ψάρια στον ουρανό ή λουλούδια στην θάλασσα. Κι ένα περίστροφο, που πριν προλάβει κάτι να σαπίσει, θα του έριχνε μια σφαίρα και θα έπεφτε κάτω. Δεν αντέχω τα κηρύγματα. Και τους συμβιβασμούς σιχαίνομαι ως το μεδούλι. Εδώ είμαι. Δεν ξέρω για πόσο. Αλλά μάλλον εγώ θα το ορίσω..

Ο δρόμος είναι δύσκολος, ολισθηρός και υγρός, δεκάδες γλώσσες γλείφουν σαν βρύα τις πατούσες μου. Δεν κοιμήθηκα καλά χτες, ονειρευόμουν πάλι τα όνειρα μου, τα όνειρα μου στριμώχνονται σε κείνον τον δρόμο που σου είπα, τα όνειρα μου σαν παιδιά ζητούν επιτέλους μια μητέρα. Δεν τα φίλησα, δεν τα χάιδεψα όσο τους έπρεπε, δεν τα έβαλα να καθίσουν αρκετά στην αυλή του νησιού μου να ρουφήξουν ήλιο αρκετό. Έτσι τα όνειρα γίνονται φοβίες, με ρουφούν σε μια άβυσσο παράξενη, ρουφήχτρα με κεντρί. Τσίμπημα ένα, στην καρδιά. Στις αρθρώσεις. Στα άκρα. Στα μυρμηγκιάσματα των δαχτύλων μου. Στο είναι μου. Πολλές φορές ακρωτηριάζομαι μόνη μου, κόβω τα μέλη μου και τα εξετάζω σαν εργαστηριακός γιατρός. Κάθε μέλος μου ρουφάει αγάπη,ποτέ δεν είναι αρκετή. Αυτό το ζώο μέσα μου συνεχώς ζητάει, συνεχώς μου φωνάζει, (κοίταξε με είμαι εδώ, μην με σκορπάς στους πέντε ανέμους, αγάπησε με κι εσύ γιατί διαφορετικά θα σε τσιμπήσω σαν σκορπιός. Ύστερα θα αυτοκτονήσω με την ουρά μου). Μια καινούργια εποχή ζητάω ολόκληρη. Μια καινούργια γυναίκα έρχεται στο μέρος μου. Πλάσμα πνιγμένο από θηλυκότητα, κατεβαίνει τους λόφους με τις λεμονιές και με πνίγει με τον αισθησιασμό της. Κι όμως, το σώμα της από την καρδιά της φλέγεται. Η καρδιά της είναι αυτό, που εσείς το ονομάζετε μυαλό της.. -Ανίκητη και ηττημένη-