Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014


Κουνιόταν στην πολυθρόνα της, πάνω κάτω, πάνω κάτω, ένας απαλός ήχος συνόδευε το σπάσιμο των ξύλων στο τζάκι. Εκείνος την έβλεπε και τα μάτια του έβγαζαν ένα παράξενο φως. Οι ίριδες των ματιών του ήταν καπνισμένα φλόγιστρα που αγκάλιαζαν τα γόνατα της και την αρχή του στήθους της. Έβαλε το πόδι του σαν φρένο και σταμάτησε το κούνημα της πολυθρόνας. Εκείνη τον κοίταξε τρεμοπαίζοντας τα μάτια της. Τα μάτια της ήταν σκιστά σαν την γάτας και διαπεραστικά. Έριξε κι άλλο ξύλο στο τζάκι και την πλησίασε. Χάιδεψε τα γόνατα της σηκώνοντας λίγο προς τα επάνω το φουστάνι της, το άρωμα της τον ράγισε, αναδύθηκαν γιασεμιά και ζουμπούλια με λίγο σάνταλο. Εκείνη αναστέναξε βαθιά. Την πλησίασε. Τα δυο ζώα που κρύβονταν μέσα τους πήραν λάβα από τα ξύλα και την επιθυμία τους. Μπήκε στο στόμα της με ολόκληρο το στόμα του. Το τριγύρισε με την γλώσσα του και τα χείλια της άνοιξαν σαν θαλάσσιες ανεμώνες. (Είσαι η δικιά μου γκέισα τώρα), της είπε και μετά άρχισε να γλείφει την καμπύλη στον λαιμό της, παραμέρισε τα μαλλιά της και την μούσκεψε μιλώντας της σαν ακροβάτης ψιθύρων και λέξεων. Τον έσφιξε επάνω της. Τραβούσαν ελαφρά την σάρκα των χειλιών τους ο ένας μέσα στο στόμα του άλλου. (Το φιλί είναι ο προθάλαμος του έρωτα), είπε αυτή και ξέφυγε από την αγκαλιά του. Την έριξε σιγανά στο χαλί. Την δάγκωσε και μερικές σταγόνες αίματος ανακατεύτηκαν με το σάλιο τους. Ένα γλυκόπικρο ζώο τους ράντιζε με τον πόθο του. Μετά δεν ήταν μόνο πόθος, ήταν κάτι σαν γνώριμο, κάτι σαν σάρκα με σάρκα δεμένη με δεσμούς από παλιά. Το σπίτι ράγιζε σαν κρύσταλλο από τις φωνές τους. Δεν μπήκαν ο ένας μέσα στον άλλον, ΄'ηταν κλωστές σάρκας, αίματος και επιθυμίας να καούν με τις ψυχές τους. Αυτή ήταν μια διαβόλισσα με σκιστά μάτια κι αυτός ένας σατανάς σε πλήρη ακμή. Η τελετή της αφής και της γεύσης άρχιζαν σαν απελπισμένοι οδοιπόροι, σαν οδοιπόροι που χρόνια τώρα δεν είχαν δει άνθρωπο.. (Αύξησε το όριο σου), είπε εκείνη με μαλλιά και μάτια από φωτιές , (διώξε όλους αυτούς που ξέρεις, έξω ο κόσμος στάζει λύπη). (Κι εμείς είμαστε λύπη, ο πόθος όταν φτάνει τόσο ψηλά γίνεται λύπη, αδειάζεις και ξεβράζεσαι στην αμμουδιά σαν κούτσουρο), ειπε αυτός και διέσχισε με την γλώσσα του το στόμα της.. (Είμαστε ζωή και θάνατος), του είπε και βρέθηκε επάνω του. Το δωμάτιο έμοιαζε σαν θρυμματισμένη μπάλα Χριστουγέννων, από αόρατα θραύσματα, από έρωτα, από αισθήματα, από αισθήσεις, από αγάπη, από βαθιά λύπη και πίκρα που τώρα γινόταν μέλι... Έξω ήταν όλα στολισμένα, ήταν Χριστούγεννα, μια γυμνόστηθη ακτιβίστρια έκλεψε το θείο βρέφος από την φάτνη, ο παγκόσμιος πόλεμος όπλιζε τα νύχια του, μέσα ήταν ένα σπίτι που παλεύανε δυο άνθρωποι να μην νικήσουν ο ένας τον άλλον, να νικηθούν μόνο ταυτόχρονα οι δυο τους... -Το φιλί της υπόσχεσης

Εντοπίζω τον λυρισμό, σε κάθε τι που δεν έχει και δεν είναι εξουσία. Δεν αντέχω για πολύ την καρτερία αυτών που έχουν καταδικάσει τον εαυτό τους στο να ελπίζουν για πάντα, κάποιες φορές η ελπίδα είναι χίμαιρα. Και εμπόδιο στο να απλωθείς παραπέρα. Ανακαλύπτω συνεχώς ανθρώπους που με εκπλήσσουν αλλά πολύ περισσότεροι λειτουργούν σαν να βρέθηκαν σε ένα οικουμενικό πρότυπο, σαν να βγήκαν από το ίδιο καλούπι στο ίδιο εργοστάσιο, ξέρεις και βλέπεις πως θα κάνουν ακριβώς την επόμενη κίνηση, φυσικά αυτό θυμίζει ακινησία, θέλω να πω πως τίποτε άλλο δεν συμβαίνει από μια επανάληψη. Καμιά οικογένεια εκτός αυτής των φίλων σου,δεν είναι ευτυχισμένη και πλήρης όπως σου παρουσιάζεται. Στην πραγματικότητα ,κάποιος εξασκεί και λειτουργεί εξουσιαστικά, κάποιος δέχεται και κάποιος εξασκεί εξουσία.. Μισώ τα ψυχαναγκαστικά πράγματα. Αυτούς που παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους χωρίς ούτε μια φορά να ματώσουν, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς είναι ο πόνος και η χαρά. Η ηδονή έχει την δική της τέχνη και δεν εξαντλείται παρά μόνο όταν συνθηκολογήσεις με συμβόλαιο της ανυπαρξίας της.. Ανήκω σε αυτούς τους ανόητους που αν διαθέτουν δυο δεκάρες στην τσέπη τους γρήγορα θα μοιράσουν την μια και θα μοιραστούν αυτήν που έμεινε με κάποιον αγαπημένο, επίσης πιστεύω πως η χαρά και η ομορφιά πρέπει να μοιράζεται, πως δεν πρέπει να κρατάς όμορφα λόγια για εσένα μονάχα κι όχι για τους άλλους. Πέρασα μια φρικτή χρονιά αλλά παραμένω καθαρή και ευανάγνωστη. Αυτό που δεν αντέχω είναι να προσποιούμαι για κάτι τελώντας κι ελπίζοντας σε κάποιο όφελος προσωπικό ή ομαδικό. Η να κάνω οτιδήποτε που να αποδεικνύει κάτι που δεν είμαι.. Αυτός ο κόσμος είναι πολύ άσχημος για μένα, φρικτός και ανυπόφορος. Θέλω να τρέξω με μια άγρια αγέλη σκύλων, κάποτε μετά την συναυλία του Γκάλαχερ βρέθηκα περπατώντας ανάμεσα σε μια τέτοια, επειδή ήμουν διαφορετική σαν άνθρωπος, τότε, ήμουν λίγο επιπόλαια άφοβη αλλά και πάντα αγαπούσα τους σκύλους, δεν φοβήθηκα, κάθισα ήρεμη, μίλησα στον πρώτο που έμοιαζε αρχηγός και λίγο μετά τον χάιδεψα στο κεφάλι. Ύστερα αυτός γαύγισε στους άλλους και η κατάληξη ήταν να με φέρουν τριάντα περίπου σκυλιά από την Φιλαδέλφεια ως την Κυψέλη, έξω από το σπίτι μου. Είναι απόλυτα ειλικρινές αυτό που σου γράφω. Αυτό το κορίτσι μου λείπει, αυτό και μερικοί άνθρωποι... Αυτός ο κόσμος ρε φίλε είναι πολλές φορές που με πνίγει.. -Η μελαγχολία της <<εορταστικής >> πόλης-

Σε ολόκληρο το πορτρέτο, δεσπόζει το βλέμμα, το φορούν μάτια γαλάζια, απολύτως καθαρά, διαθέτουν την διαυγή κίνηση των νερών που σπάει ένας κύκνος κολυμπώντας, μιλώ για εκείνο το γαλάζιο που αλυχτά στον ουρανό και στην θάλασσα με έναν φρικιαστικό ωραίο τρόπο. Πρόσωπο φερμένο από τις σελίδες του Ντοστογιέφσκι. Μάτια που κοιτάζουν πέρα, μακριά από αυτό που είναι γνωστό, μάτια που επιβάλλονται με έναν αφαιρετικό τρόπο, χωρίς ίχνος της λάγνας και βρόμικης εξουσίας, μάτια που τσακίζουν το χαρτί σαν στιλέτο, μιλώ για το προφανές, δεν φορούν όλα τα γαλάζια μάτια ένα ωραίο βλέμμα, κι ούτε ένα βλέμμα είναι μόνο ωραίο. Τότε το πορτρέτο παίρνει χρώμα, και ο <<αναγνώστης>> που το διαβάζει μπορεί να καυχηθεί πως κάτι διάβασε, ένα βλέμμα χαρτογραφείται στον χρόνο σπάζοντας τον σε ένα λεπτό, τόσο όσο αφέθηκε να κοιτάξει στο πλάι ή ευθεία στον φακό. Όταν ένα βλέμμα σε αναγκάζει να το αναγνώσεις, τότε οι περισσότερες πιθανότητες είναι το πορτρέτο να αξίζει σε ποιότητα και βάθος. -το βλέμμα- υγ. απολύτως αφιερωμένο

Μην μιλάς, άκου τα γρατζουνίσματα στην πόρτα σου από τα νύχια των τελευταίων εραστών,, μιλούμε για εραστές και η ανθρωπομάζα πιστεύει πως μιλούμε για ορμόνες και σωματικά υγρά, για κάδους αποστείρωσης, για επιδόρπια φαιδρότητας, λιτανείας της ερωτικής σήψης, τι συμφορά να γυρνάς το κεφάλι σου και τα μάτια σου να πληγώνονται από εικόνες που βλέπεις, σώματα σε κάμψη, ηλιοτρόπια με αλυσίδες, ζουμπούλια στα κενοτάφια, ιδέες αγχώδεις με ροπή στην τρέλα, που πήγαν τα χελιδόνια, πες μου, εσύ που γύρευες με το στόμα σου να γράψεις στο τζάμι το όνομα μου, με το χνώτο σου, εγώ έξυνα την φλούδα ενός δέντρου για σένα, μην μιλάς τα πεζοδρόμια βρόμισαν από τα βήματα των ανθρωποειδών, η λίμνη των γέλιων μας συνεχίζει να αναστενάζει , να ακούει, κι εγώ βλέπω, βλέπω και θυμώνω που πήγαν τόσοι άνθρωποι, πως βούτηξαν στον φθόνο κι όλα τα έκαψαν, όλα τα ξεπούλησαν, μόνο τα γρατζουνίσματα στην πόρτα ακούμε κι εσύ κι εγώ, κι 'όμως ενώ βλεπόμαστε κάθε ημέρα, είναι τόση η αναταραχή και η καχυποψία που πληγώνει, κάνουμε πως δεν βλεπόμαστε, πως δεν μας ακούμε, κι ύστερα πειθόμαστε πως ναι, δεν ειδωθήκαμε, έτσι δεν κινδυνεύουμε να δοξαστούμε από έρωτα, αγάπη και αίμα.. -ο κίνδυνος της αφθονίας

Για Εκείνα που κράτησα μίσος και μια αντιπάθεια πράσινη, ήταν για όλους αυτούς, που έκαναν παιδιά σαν να υπέγραφαν συμφωνία για κάποιο συμβόλαιο, δίχως έρωτα και δίχως ζεστή μήτρα τα παιδιά που γεννήθηκαν. Άμοιροι αφιλόξενοι της ίδιας τους της ζήσης, ενοχικά και μοναχικά ,σαν τους σαλίγκαρους βγαίνουν μετά την βροχή και ψάχνουν ένα χαμόγελο να κρεμάσουν στο μέρος της καρδιάς τους... Είδα πολλούς ταξιδιώτες στο λεωφορείο της γραμμής, ή στο τρένο, ανθρώπους που δεν αγαπήθηκαν ποτέ γιατί ήταν αδύνατον να αγαπηθούν από τον εαυτό τους πρώτα. 'Αλλοι πάλι, με χαμηλή αυτοπεποίθηση πλήρωναν για να λένε πως έχουν αγάπη, θεέ μου, ΄πόσο είναι τραγικό να πληρώνεις ή να αναγκάζεις να σε αγαπούν.. Να εκβιάζεις να σε αγαπήσουν. Θα κρατώ πάντα θαυμασμό για τα πλάσματα που ενώ τα <<έκαψαν>> από νωρίς ,οι δικοί τους, ή οι ξένοι χωρίς όνομα, αυτοί αναγεννήθηκαν μέσα από τις στάχτες τους και μπόρεσαν να πετάξουν ξανά, ίσως αυτοί γεννήθηκαν ωραίοι.. Αυτό το πιστεύω, γεννιέσαι , δεν γίνεσαι.. Είναι φορές που κλείνω την πόρτα πίσω μου και δεν θυμάμαι τίποτε από την κοιλάδα των δακρύων, άλλες πάλι θυμάμαι ακόμη και το κλάμα μου που φώλιαζε στο μαξιλάρι μου τις παιδικές νύχτες μου και το ουρλιαχτό που ποτέ δεν βγήκε. Ευτυχώς, δεν έγινα <<καλό παιδί>>, λίγο στον κόσμο μου έμεινα αλλά χωρίς να δείχνω σημάδια κάποιος να με ακολουθήσει αναγκαστικά. Συνήθως αυτοί που <<είναι στον κόσμο τους>> γυρεύουν έναν σιγανό θίασο για συντροφιά.. Όταν είχα πιεί μπύρα στα 16 μου με κάποια που δεν ήταν κάποια αλλά κάποιος που έμοιαζε με την Μπιάνκα Τζάγκερ λόγω του μακιγιάζ και των άλλων προσόντων, μου είχε μιλήσει ακριβώς γι αυτά, μια αφιλόξενη μήτρα, έναν πατέρα βιαστή και άρρωστο ψυχικά, τότε ίσως να άρχισα να καταλαβαίνω πόσο δύσκολη είναι τούτη η ζωή στον πλανήτη γη καθώς η μοίρα μας ξεκινά από την τρυφερή παιδική ηλικία. Από τότε βλέπουμε μπαμπούλες και τέρατα, βλέπουμε βάτραχους να γίνονται πρίγκιπες, ροζ κουκλίτσες και ακροβάτες επάνω στο σχοινί.. Κι αφού όλα ξεκινούν ερήμην μας, αυτά ας κρατήσουμε, τον ακροβάτη που τόσο όμορφα αιωρείται στο σχοινί, τους ωραίους ανθρώπους που όμορφα καίγονται, και πως μπορεί τα παιδιά της αφιλόξενης μήτρας να γίνουν παιδιά που την αγάπη θα ζήσουν και θα ορίσουν ως σύμβολο και ζητούμενο της ύπαρξης.. Προφέρουμε την λέξη αγάπη αλλά δεν την ξέρουμε παρά σαν σημάδι στα λεξικά.. Η αγάπη είναι ευγνωμοσύνη, είναι ομορφιά και κόπος.. -Χωρίς κώδικες - Υγ. αφιερωμένο στην Α. εκείνη ξέρει (μιλήσαμε για λίγο στο ιν μποξ, πως να της μιλούσα όμως για όλα αυτά

Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκέφτονται αυτοί που χτενίζουν τα μαλλιά τους αιώνια με τον ίδιο τρόπο αλλά πολλές φορές αναλογιζόμουν, αν ήταν ο ίδιος τρόπος που χρησιμοποιούν το στόμα τους για να φιλήσουν, αν ήταν ίδιος ο τρόπος που προσέγγιζαν το ταίρι τους, αν ήταν μια ρουτίνα όλη τους η ζωή.Αυτό το πράγμα είναι σχεδόν θνησιμότητα... Είναι άσχημο να περνάς τις μέρες και τις ώρες σου μέσα σε μια ίδια καθημερινότητα, να σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόσουν πριν χρόνια.. Με άδολη αγάπη προσέγγιζα αντρικά πορτρέτα, έγραφα γι αυτά όταν φάνηκε εκείνος, ήταν ψηλός, με μια φράντζα μελαχρινή να πέφτει στο δεξί του μάτι, έσταζε θάλασσα και κάθισε απέναντι μου , σε ένα νησιώτικο ουζερί. Οι γλάροι μιλούσαν φευγαλέα μεταξύ τους και τα ποτήρια τα τσούγκριζαν τουρίστες φερμένοι από τον Βορρά. Μετά αρχίσαμε να κάνουμε τις ίδιες κινήσεις. Μόλις άναψα τσιγάρο εγώ αμέσως άναψε κι εκείνος, έπινα ούζο εγώ, έπινε κι εκείνος, παρήγγειλα εγώ , παράγγειλε τα ίδια κι εκείνος. Ήταν όμορφη αυτή η τελετουργία, έκλεισα το τετράδιο και ξέχασα το πορτρέτο αυτού που χτενιζόταν με τον ίδιο αιώνια τρόπο.. Σηκώσαμε τα ποτήρια εις υγείαν ψελλίζοντας απλώς τις λέξεις, υπόγεια ρεύματα θερμών συναισθημάτων άρχισαν να μας σαρώνουν. Τα μάτια του κάρφωναν τα δικά μου σαν το καρφί στον σταυρό. Τόση ήταν η ένταση.. Και τότε κατάλαβα πως δοκιμάζαμε ακούσια τις δυνάμεις μας , πως δοκιμάζαμε συντονισμένα αόρατες συμφωνίες μη χαλιναγώγησης συναισθημάτων. Παραφέρομαι, σκέφτηκα ζεστή από το ποτό κι εκείνον απέναντι μου. Κύλησαν οι ώρες ακούραστα.. Έφτασε το σούρουπο όταν ήρθε κοντά μου. Μυρίζαμε ούζο και τσιγάρα και κάτι άγριο και ιερό που υπήρχε εκεί για εμάς.. Έβγαλε από την τσέπη του ένα γιατσέντο και μου το έδωσε να το μυρίσω. (έχω μια βάρκα κάπου πιο κάτω, θα ανεβείς μαζί μου, σήμερα έχει το πιο μεγάλο φεγγάρι του χρόνου), είπε. Τον ακολούθησα περπατώντας στην ζεστή ακόμη άμμο. Κάπου παρακάτω πέταξα σε έναν κάδο το τετράδιο που έγραφα για κάποια αντρικά πορτρέτα. Δεν ήθελα να μπω στον πειρασμό να γράψω γι αυτόν, σίγουρα αυτό θα έκανα αν το κρατούσα επάνω μου.. Καθώς φτάναμε στην βάρκα ένας σκύλος πετάχτηκε από μέσα της κι ήρθε κοντά μας.. (Καλώς την μπέμπα), της είπε και την χάιδεψε τρυφερά. (Είναι προστατευμένη από τον άγιο των ζώων), μου είπε και παραξενεύτηκα. (Υπάρχει τέτοιος άγιος); Ρώτησα απορημένη. (Υπάρχει , τον λένε άγιο Μάμα), απάντησε , με βοήθησε να ανέβω στην βάρκα και έβαλε μπροστά την μηχανή. (Πως σε λένε); Ρώτησα. (Σήμερα δεν θα έχουμε ονόματα, απλά θα είμαστε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μας βγαίνει, μπορούμε να λέμε ο ένας τον άλλο Αύγουστο). Έβαλα τα πόδια μου στην θάλασσα, η βάρκα κυλούσε απαλά σαν χαρτί στο νερό, η θάλασσα έσταζε ένα ασημένιο φεγγάρι κι από το ασήμι τρώγαμε κι εμείς με τα μάτια μας ανοιχτά σαν να περιπολούσαμε τον ουρανό. Ξέχασα ποια είμαι και πως με λένε και δεν ήξερα που ακριβώς πήγαινα. Από εκείνη την ημέρα όλα μέσα μου άλλαξαν, σαν να με καθόριζε μια αόρατη πυξίδα.. Ήταν Αύγουστος.. -Αύγουστος

Οι γυναίκες που κρύβονταν μέσα μου κάθε ημέρα δραπετεύουν, ο προορισμός τους πιθανολογώ πως είναι προς το νερό. Συνέχεια διψούσαν εξάλλου, συνέχεια είχαν το στόμα τους κρυμμένο με το στόμα. Γράφοντας για την ζωή τους εξευγενίζω το ζώο μέσα μου και δυναμώνω το δικό τους. Μια από αυτές όμως γύρισε σήμερα,( άσε με να ζήσω) , είπε,( άσε με ελεύθερη). (Ποτέ δεν θέλησα να φυλακίσω κανέναν), είπα. (Τότε κάποιος από τους δυο μας κάνει λάθος), επέμεινε. (εσύ ποια είσαι από όλες); Την ρώτησα, στο μεταξύ ένας αέρας χτυπούσε δυνατά τις τέντες έξω στην βεράντα. (Είμαι αυτή που σε επιβλέπω, εγώ παρακολουθώ τις κινήσεις σου μέρα νύχτα, σου επισημαίνω τα λάθη σου και τα χαρίσματα σου). (Κακώς κάνεις, από σήμερα αποχωριζόμαστε οι δυο μας), της σφύριξα στο αυτί. (Και τι θα κάνεις μόνη σου από εδώ και πέρα); Ξαναείπε με το στόμα σουφρωμένο. (Θα ξαναβρώ το χρώμα της οδύνης), της είπα και άνοιξα την βεράντα. Ότι ήταν παλιό το πέταξα σήμερα, ότι ήταν σάπιο το βούλιαξα σαν βάρκα.. Από σήμερα καινούργιες γυναίκες θα ρθουν να με συντροφέψουν.. Και καμιά δεν θα αφήσω να μιλήσει για τα λάθη μου, όχι από περιφρόνηση στην γνώμη τους αλλά γιατί διψάω κι εγώ, για λάθη, πάθη, για ζωή αληθινή που θα συγκρούεται με το μέλλον, το μέλλον είναι το τώρα.. Οι μεγαλόκαρδοι τις περισσότερες φορές εξαπατούνται, σκέφτηκα, και καθώς ο αέρας κούναγε δαιμονισμένα τις γλάστρες, συνειδητοποίησα πόσο πολύ τιμωρούσα την μεγαλόκαρδη κόρη μέσα μου που είχε εξαπατηθεί πολλές φορές... -Ξεκλείδωμα

Εξόχως παρασιτικοί ήταν οι καλεσμένοι ενός επαγγελματία κοσμοπολίτη, ανακατευόμουν ανάμεσα τους, κρατώντας ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί, μιλούσαν με μια γλώσσα επιτηδευμένη σε σημείο γέλωτος, κρατούσα θυμάμαι τα χέρια μου ακίνητα ώστε να μην φανερώσουν τον εκνευρισμό μου, σκεφτόμουν πόσες άδειες ώρες γέμισαν καταβροχθίζοντας λεξικά που η μόνη χρήση τους ήταν στο να τους βοηθούν να κάνουν μια δήθεν ενδοσκόπηση της ανθρωπότητας. Μιλούσαν με τον στόμφο ενός δικηγόρου ή ενός βουλευτή σε παραλήρημα, κυλούσα δίπλα τους τραβώντας τα βλέμματα τους, άκουγα το σάλιο τους να μένει στην άκρη των χειλιών τους και μέσα μου έλεγα έλεος, έλεος, ποιος θα μας απαλλάξει από αυτήν την κακορφομισμένη πνευματική μούχλα, ύστερα βγήκα στην βεράντα, κοίταξα τα κρεμασμένα αστέρια και η ψυχή μου άρχισε να γαληνεύει. Ένα αντρικό χέρι ακούμπησε στον ώμο μου κι ένα βαρύ άρωμα πεύκου γέμισε την μύτη μου, (Δεν περνάτε καλά, μήπως θα θέλατε να είστε κάπου αλλού); Ρώτησε και διέκρινα στο ζωντανό του πορτρέτο έναν γνήσιο αναζητητή των απολαύσεων. Τα μάτια του ήταν ζωντανά, θα έλεγες πως έκαιγαν, το στόμα του πλούσιο σαρκώδες, τυπικό δείγμα της Μεσογείου. (Θα ήθελα να ήμουν σε ένα χωριό ερειπωμένο, μόλις πέντε σπίτια ξαναχτίστηκαν σε αυτό, από την αρχή). Του είπα και ξαναγύρισα στον ουρανό το βλέμμα μου. (Που είναι αυτό το χωριό); Ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον. (Στην Αμοργό, είναι το χωριό που γεννήθηκε ο πατέρας μου και το μέρος που όλα δείχνουν πως έγινε η σύλληψη μου), του απάντησα και τον άφησα να μου ανάψει το τσιγάρο που μόλις είχα βγάλει από το πακέτο μου. (Αύριο κιόλας, πείτε μου την μέρα που θέλετε να πάμε, θα μου επιτρέψετε να θέλω να πάμε μαζί).. Κοίταξα αυτόν τον μελαχρινό άντρα, αισθάνθηκα σαν να ήταν ο πιο λυπημένος άντρας στον κόσμο κι ας μην έδειχνε η ομορφιά του την αιτία αυτής της λύπης... Το βλέμμα του έδειχνε πως είχε κάποιο μεγάλο ταλέντο χωρίς την συνοδεία της έπαρσης. Αυτό με γοήτευε φοβερά.. (Με τι ασχολείστε αν επιτρέπετε; Και λυπάμαι για την τόσο κοινότοπη ερώτηση αλλά δεν είναι θέμα ερμηνείας σας , πάρτε το σαν γνήσιο ενδιαφέρον)..Ρώτησα και καρφώθηκα στα χείλια του. (Συγγραφέας, είμαι ένας ερασιτέχνης αλιεύς μαργαριταριών ). (Και τι ζητάτε εδώ πέρα); (ότι κι εσείς,,παρατηρώ τους ηλιθίους, ξέρετε ο κόσμος κρέμεται από μια κλωστή, δυστυχώς το ψαλίδι το κρατούν οι ηλίθιοι κι όχι οι λαοί, αυτοί πάλι έχουν καθυποταχτεί σε αυτούς χωρίς να ξέρουν το γιατί).. (Πάρτε με αύριο στο τηλέφωνο να κανονίσουμε πότε θα μπούμε στο καράβι), είπα κι έγραψα σε ένα χαρτάκι τον αριθμό μου. Του έδωσα το χέρι με το χαρτάκι, αυτός το κράτησε δυνατά και μου είπε. (έχω ξαναπάει στην Αμοργό κι έχω επισκεφτεί τον Στρούμπο, ίσως μαζί να δούμε λίγο διαφορετικά το τοπίο). (Δεν μου αρέσουν οι σίγουροι άνθρωποι), απάντησα και πρόλαβα να τον δω να χαμογελάει. (Ούτε εμένα, εγώ τρελαίνομαι για τους ανασφαλείς όπως εσείς), φώναξε πίσω από την πλάτη μου. Σκέφτηκα πως ήταν ένας αληθινά γοητευτικός και ευφυής άνθρωπος, χαιρέτησα όλους ,άνοιξα την πόρτα κι έφυγα. Πίσω μου τα παράσιτα και τα ψώνια ,΄έμοιαζαν σαν ένας όχλος από κατσαρίδες... (Αθήνα-Στρούμπος 2014

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014


Πάλεψα με τα λιγοστά μου μέσα να υπερασπιστώ την ομορφιά. Από παιδί προσπαθούσα να ζήσω μαζί της σε ένα ανήλιαγο υπόγειο, χρειάστηκε κόπος και φαντασία ώστε να διώχνω την ασχήμια της πραγματικότητας και να σχηματίσω μέσα μου, ακλόνητα, αυτά που ζούσαν μέσα μου σαν όμορφα. Στίχοι, διηγήσεις, πίνακες, χρώματα, μουσικές, ταινίες, θέατρο, άνθρωποι. Άνθρωποι; Ναι, αυτοί οι όμορφοι άνθρωποι, που απαλά γέρνουν το κεφάλι σε κάθε χαστούκι της τύχης, αυτής της άδικης κατά συρροή θεάς, αυτοί που άδολα διοχετεύουν και συντηρούν υπολείμματα πολιτισμού στον κόσμο που ρίχνει το κεφάλι στο στήθος με πόνο, με αχ, με ένα γιατί, με ένα διότι.. Κάποιος ολότελα άμυαλος άνθρωπος, στα σίγουρα, μου είπε πολύ πρόσφατα ,πως συνδέει την ευγένεια με τις ενοχές. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς ευγένεια, και δεν θα μπορούσα παρά μόνο ανόητη να είμαι αν δεν σκεφτόμουν αρκετά νωρίς πως οι τύψεις, οι ενοχές σπρώχνουν μαζί με το πάθος τον άνθρωπο να φτιάξει έργο.. Οι πρώτες ενοχές φίλε μου ξεκινούν καθώς ο άνθρωπος προσπαθώντας να φτιάξει τον πολιτισμό σκότωσε το πρωτόγονο ζώο μέσα του, αυτό που λέω αρχέγονο ένστικτο. Ο ήλιος, τα λουλούδια, η φύση, τα ζώα αυτήν την ματιά ζητούν από εμάς, εκείνη την πρώτη, την χωρίς δεύτερες σκέψεις. Μα να, μα να που χιλιάδες σαδιστές και αιμοβόρα αδέλφια μας αυτήν την ματιά την σκότωσαν.. Ευτυχώς, όχι σε όλους, δεν κατάφεραν το τελειωτικό χτύπημα.. Και φυσικά να νιώθεις ενοχές που ζεις σε αυτόν τον πλανήτη μαζί με αυτούς που στραγγίζουν κάθε υγεία και ομορφιά στην γη για χάρη του κέρδους, που ο πόλεμος μαίνεται σε κάθε σημείο αυτής της τρομερής μητέρας που παιδιά της είμαστε για χάρη του κέρδους. Μα πείτε μου αδέλφια, πως αντέχουμε αυτήν την κατάχρηση του αίματος ριγμένο σε τείχη πόλεων και συνόρων σε χώρες που καίνε τα παιδιά τους με την βία, με τα όπλα, με το ψέμα, με την μανία; Και πείτε μου πως σας γεμίζουν ψέματα αφήνοντας τους να σας λένε ενοχικούς όταν είστε από την φύση σας ευγενικοί γιατί έτσι σας έλαχε να γεννηθείτε.. Να νιώθετε ενοχές.. ίσως έτσι μια μέρα σηκωθείτε και φτιάξετε στίχους που θα πληγώσουν τον λεκέ του εγωισμού , τον άρρωστο ναρκισσισμό της επιτυχίας και την έπαρσης για το τίποτε.. Γκρεμίστε τους φτωχοδιάβολους.. Δεν προσφέρουν τίποτε. Γκρεμίστε τον κόσμο του σήμερα, αυτός ο κόσμος σάπισε και ράγισε η τύχη του.. Ο πολιτισμός δεν είναι σφραγίδες γνησιότητας, δεν είναι άπειρες γνώσεις φαγωμένες με επιμέλεια και μεταχειριζόμενες ως ασπίδα για να κρυφτούν οι κάθε είδους απρεπείς πράξεις από άνθρωπο σε άνθρωπο. Γκρεμίστε τους φτωχοδιαβόλους... Και φέρτε ξανά τον Εωσφόρο, τον φέρων το φως, το πάθος, την ηδονή για τα πράγματα, την αλήθεια, την ομολογία για τον φόβο του θανάτου, την ερωτική ανεπάρκεια, ομολογήστε στον εαυτό σας και σε όσους πιστεύετε πως παραμένουν άνθρωποι κι όχι όρθια κτήνη όλα αυτά, πληγιαστείτε από τον έρωτα, την αγάπη, ο πολιτισμός υπάρχει μέσα μας, και εκεί υπάρχει και εκείνο το αρχέγονο ζώο που διαθέτει ορμή και λατρεία για την ζωή και τις ηδονές της. Να έχετε ενοχές που σας ΕΚΛΕΨΑΝ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ, το επόμενο βήμα σας είναι να την ξαναβρείτε. Μέσα στους ανθρώπους, μέσα στο φως, ανακατεμένοι μέσα στις ανάσες , τον θυμό, την λύπη, την αγάπη, την συγνώμη. Γκρεμίστε την τυφλότητα τώρα για όλα αυτά.. Γκρεμίστε αυτήν την πραγματικότητα.. Ψέματα μας είπαν, κοιτάξετε μέσα σας, τότε που είσαστε παιδιά.. Μεγαλώσαμε μόλις νιώσαμε ενοχές, μα στην βάση μας αυτό δεν ήταν ενοχές, ούτε τύψεις, αλλιώς θα φτιάχναμε έργα, θα ζητούσαμε συνεχώς την ομορφιά, έτσι σπρωγμένοι από τύψεις.. Περπατούσα στον δρόμο κάτω από έναν υπέροχο ήλιο και με πνίγανε όλα αυτά.. Και σας τα έγραψα αφού με πνίγουν, βγαίνουν έξω από το στήθος μου και δεν θέλουν άλλο αυτήν την πραγματικότητα. Θέλουν την ομορφιά... -όχι άλλη πραγματικότητα, μόνο ομορφιά- Υγ,1 Αφιερωμένο στην Φεβρωνία

Popi Synodinou 3 Δεκεμβρίου στις 6:11 μ.μ. · . Καθισμένη η Ηλέκτρα επάνω σε μαρμάρινο σκαλί έλεγε,( αυτός είναι ο άντρας ο δικός μου), και η πανάρχαια ευγενική καταγωγή της τραγικής της υπόστασης ,της χάριζε ένα θολό χρυσαφένιο φως στο βελουδένιο της πρόσωπο. Την έβλεπα να μου μιλάει ανοίγοντας τα χείλη αργά, αργά, σαν σε αργή κίνηση, και τα χέρια της άρχισαν να ματώνουν από τις πληγές τις ψυχικές και την ένταση του πάθους της. Ήταν τόση η δύναμη που πρόφερε αυτά τα λίγα λόγια μα τόσο έντονη η όψη των ματιών της που σαν σεισμός κάτι αόρατο με έσπρωξε κάτω.. Πέφτοντας πρόλαβα να την δω να φεύγει από μπροστά μου σαν να την άρπαξε ο Δίας με ένα σύννεφο ξαφνικά κι έμεινε αυτή η ερωτική της ομολογία σαν πένθος επάνω μου.. -Όραμα

Βράδυ Πέμπτης, το αυτοκίνητο διέσχιζε την Ιουλιανού και εγώ έβλεπα τις γνωστές εικόνες, άνθρωποι και ποντίκια, άνθρωποι εξαθλιωμένοι να ψάχνουν στα σκουπίδια, μπάτσοι με σταματημένες μηχανές να ακινητοποιούν ένα αυτοκίνητο , ένας μελαψός άντρας με άγριο μα και φοβισμένο βλέμμα να βάζει τα χέρια του επάνω στο αυτοκίνητο και να κοιτάνε τα χαρτιά του, δρόμοι νεκροί επηρεασμένοι από την ανάπτυξη, Πειραιάς από Πατησίων σε πολύ λίγα λεπτά της ώρας. Κοίταξα με τυχοδιωκτική νοσταλγία τα καράβια, να ήμουν μόνη μου να έμπαινα σε ένα και να κατέληγα σε ένα άγνωστο νησί. Ο εαυτός της περιπέτειας άρχισε να με φλερτάρει επικίνδυνα. Του εξήγησα πως αυτό δεν γίνεται και άρχισα να ψάχνω το μαγαζί που τραγουδούσε η φίλη μου Vanessa Karageorgou. Μόλις μπήκα την μύρισα και είδα τα μαλλιά της χυμένα να καλύπτουν το σώμα της. Τα καθαρά της μάτια με εκείνο το ακαθόριστο χρώμα, πράσινο, μπλε, σμαραγδί, δεν ήξερα να πω, την μικροκαμωμένη της παρουσία να δεσπόζει με μια ροκ ΄πτυχή, ναι φίλε, υπάρχουν άνθρωποι που το ροκ αποκαλύπτεται από την αύρα τους, το σώμα της να συντονίζεται με την μουσική και οι άγριες νότες να εισβάλουν εντός μου με την θαλπωρή της ύπαρξης της. ήταν η δεύτερη φορά που την έβλεπα και για μια άλλη φορά ένιωσα την χημεία , αυτά τα γνωστά δάκρυα της κοινής ματιάς στα πράγματα. Ήρθε κοντά μου και μιλήσαμε. Καθώς μιλούσαμε, όλα επάνω της, τα μαλλιά της, οι κινήσεις των χεριών της, η διαύγεια της σκέψης της, το άδολο της ύπαρξης της εν τέλει μου θύμισε την αγαπημένη μου νεκρή πρόσφατα φίλη. Της το είπα, δεν μπόρεσα να κρατήσω τον συναισθηματισμό μου να βγει με ένα δάκρυ, δεν μπόρεσα να μην νιώσω ξανά πως υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι σαν εμένα που συνεχώς υποστηρίζουν και ζητούν την αγάπη, όχι σαν κάτι δακρύβρεχτο, σαν κάτι που ζητά συνεχώς επιβεβαίωση αλλά γιατί έτσι είναι. Αγαπήσου και αγάπα, αυτό είναι το <,μότο>>, αυτό είναι αν θες ο κώδικας ο μυστικός δείπνος, της επικοινωνίας. Χαρισματική σε όλα της με συγκίνησε βαθιά. Εκτίμησα για άλλη μια φορά την ύπαρξη του διαδικτύου, δεν βαριέσαι, ας κάνουν όσες αναφορές θέλουν, γέμισα την ψυχή μου και γέλασα μέσα μου με όσους σκατόψυχους ή όσους είναι ψωνάρες και το ζήτημα της αγάπης δεν το εκφέρουν κρατώντας ένα αυστηρό προφίλ, δήθεν άξιο σεβασμού και σοβαρότητας που άλλο δεν είναι από μια σοβαροφάνεια. Θέλουμε ανθρώπους σαν την Βανέσσα, ανθρώπους που δεν φοβούνται να δείξουν τις πληγές τους, να μιλήσουν για την απώλεια του πατέρα τους, να μιλήσουν σαν άνθρωποι με τα στρωτά τους τα άτακτα τους, την αλήθεια τους... Καθώς την μύριζα θυμήθηκα την μυρωδιά της χαμένης μου Κατερίνας. Σκέφτηκα, έχασα μια φίλη και βρήκα μια άλλη. Δεν με ενδιαφέρει διόλου το αν κάποιοι θα το δουν σαν μελό, ας το δουν σαν ρετρό θα τους έλεγα, όσο ζω θα δείχνω την αγάπη μου, αυτός είναι ο σκοπός της ύπαρξης μου, ή πιο σωστά ένας από τους σκοπούς της ύπαρξης μου, Η Βανέσσα από χτες ανήκει στην δικιά μου <<γλυκιά συμμορία>>, αρκετά τελευταία έχει αρκετά μέλη, έχει υπέροχα πλάσματα που ανήκουν σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη καταβύθιση και ανάδυση της ύπαρξης, είμαι ευτυχισμένη γι αυτό. Ξύπνησα ξανά μετά από καιρό με τα χέρια μπουνιές, είπα ο κόσμος αυτός μου ανήκει και του ανήκω, έχω αυτήν την ήρεμη δύναμη που δεν ζητά επικυρώσεις ούτε επικυρωτές. Αγαπώ τους φίλους μου, λατρεύω την γλυκιά μου συμμορία, να πάνε να γαμηθούν οι φιλοδοξίες και τα φράγκα και η δόξα, δύναμη σαν αυτή της αγάπης δεν υπάρχει, είμαστε σαν λαός τόσο αχόρταγα μαλάκες που δεν καταλαβαίνουμε φίλε την δύναμη του όλοι μαζί, για αυτό μας πηδάνε αλύπητα, Βανέσσα ξαναβρήκα την παλιά μου φίλη μέσα από εσένα, βρήκα δηλαδή την εποχή της αθωότητας και της ομορφιάς.. Γλυκιά μου συμμορία σε ευχαριστώ.. -Για την Vanessa Karageorgou

Popi Synodinou 7 Δεκεμβρίου στις 5:51 μ.μ. · . Το εγχειρίδιο του <<καλού>> μαλάκα 1.Δεν σε νοιάζει τι γίνεται γύρω σου, ποιος πεθαίνει, ποιοι και γιατί φωνάζουν. 2. Εσύ έχεις την γυναίκα ή τον άντρα σου και το παιδί σου, δεν μπορείς να μπλέκεις σε φασαρίες. 3. Από τα 30 σου και μετά τις σπουδές, βρίσκεις μια δουλειά που δεν σε καλύπτει οικονομικά όπως θα θελες και ψάχνεις γι αυτό δουλειά στο Εξωτερικό.$$$$ 4.Στο μεταξύ βρίζεις συνεχώς την χώρα σου που είναι μπουρδέλο και διεφθαρμένη και εξυμνείς τις άλλες χώρες που δεν είναι τίποτε από αυτά, (όταν ακούς για Siemens φυσικά τα ρίχνεις στους εδώ πόντικες, έξω είναι λούτρινα ζωάκια). 5. Δεν σε απασχολεί καμμιά χρυσή αυγή, ούτε η άνοδος του φασισμού, έγκριτη εφημερίδα της Γερμανίας καλωσόρισε την Λεπέν ενώ και η figaro την φιλοξένησε σε συνέντευξη της. 6. Λες φασίστα τον Ρωμανό που κάνει απεργία πείνας και δεν καταλαβαίνεις τι δουλειά έχουν τα παιδιά των Βορείων Προαστίων σε ληστείες και επαναστάσεις.. και όλα αυτά τα κωλόπαιδα που λέγονται αναρχικοί και αηδίες.. 7. Διότι ποια αριστερά και ποια αναρχία , αυτά είναι ανεφάρμοστες ιδέες.. 8. Στα 35 σου έχεις καταλήξει πως το μοναδικό σωστό , οικονομικό μοντέλο είναι ο καπιταλισμός γιατί αυτό έχει ως τώρα επιβιώσει.. 9. Αποφεύγεις σαν τον διάβολο να ακούς, να διαβάζεις οτιδήποτε φέρει την ανατροπή στο δικό σου σύστημα. 10. Βρίζεις για τις καταλήψεις στα Πανεπιστήμια ,ενώ δεν γνωρίζεις ότι η ελευθερία παράγεται από ελεύθερους ανθρώπους.. 11. Σε ενοχλούν οι ξένοι που έχουν μπει στην χώρα σου και πεθαίνουν από πείνα μπροστά στο Σύνταγμα, εμποδίζοντας τους ανθρώπους να ψωνίσουν μέρες που είναι, αγνοώντας ποιος τους φέρνει και ποιος δεν τους αφήνει να φύγουν, τους λες βρόμικους ενώ πετάς τα σκουπίδια από το μπαλκόνι σου στον κάδο και δεν ξέρεις τι είναι η ανακύκλωση και η παράνομη χωματερή και δεν ξέρεις πόσοι έγιναν πρόσφυγες από την γενιά του παππού σου και του πατέρα σου. 12. Βρίζεις καθημερινώς την χώρα σου ενώ δεν κάνεις τίποτε για να αλλάξεις τα <<κακώς κείμενα>>, διαφθορά , γραφειοκρατία και δημοσιουπαλληλίκι.. 13. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να περνάς καλά ώσπου να βρεις τρόπο να φύγεις από την άθλια χώρα σου αγνοώντας πόσο άθλιος είσαι εσύ και η νοοτροπία σου.. 14. Φυσικά γνωρίζεις για τον εμφύλιο αλλά γνωρίζεις μονάχα όσα σε βολεύουν, και δεν ξέρεις πως ο εμφύλιος δεν ξεπεράστηκε ποτέ.. 15. Ποδοπατάς με όποιον τρόπο αυτόν που θα σε ξεπεράσει στην εργασία, στην ευφυία, αυτόν που θα σου αποδείξει πόσο μαλάκας είσαι.. 16. Κρατάς γερά το κουτάκι σου, θρησκεία, οικογένεια, κρατάς γερά το κουτάκι σου..... Μαλάκα, θυμήσου, μια μέρα τα παιδιά σου θα φάνε την καρδιά σου, εσύ θα φταις με αυτά που τους έλεγες.. Ζητάς υποχρεωτική σίτιση σε αυτούς που παλεύουν μέχρι θανάτου για τα δικαιώματα τους. Θα ήθελα να στο κάνουν στην πλατεία του Συντάγματος κι εγώ μαζί με τα αδέλφια μου να κοιτάζω τα μάτια σου... όχι, δεν σε μισώ, ξέρω απλά πως φταις εσύ που είναι έτσι όλος ο κόσμος

Περπατούσαμε στην Δραπετσώνα, επάνω μας ένα υπόλειμμα βροχής να σκουριάζει στα μαλλιά μας, μια ηλικιωμένη τάιζε γάτες στην γωνία, ήταν αδύνατον να τις μετρήσω με μια πρώτη ματιά. Όταν μπήκαμε στην παλιά αγαπημένη μας ταβέρνα ο Μάρκος στα ηχεία έφερνε γύρους κι απόηχους της Σύρας,( σαν να τον βλέπω μπροστά μου), σου είπα,( ψηλός με εκείνη την τραγιάσκα και το μπαγλαμαδάκι στο χέρι, μας κοιτάζει με μια αρχοντιά που ξέφτιζε τους ψευτόμαγκες, τα κουτσαβάκια της Τρούμπας και τους μπάτσους). (Ο Μάρκος ζει μέσα μας ), μου είπες και χτύπησες την μεριά της καρδιάς σου. Καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι, εσύ στην δεξιά μεριά κι εγώ στην αριστερή. Ο Μάρκος τραγουδούσε για τις μαυρομάτες, υμνούσε την γυναίκα όπως ήξεραν να κάνουν τότε οι άντρες από την θάλασσα.. Κι εμείς μεταξύ Σύρας και Δραπετσώνας αρχίσαμε να βλέπουμε έξω από τα τζάμια της ταβέρνας να πέφτει ξανά η βροχή. Πίναμε κόκκινο κρασί, οι φλέβες μας δυνάμωναν και οι χτύποι στο στήθος δυνάμωναν.. Και τσιγάρα, τσιγάρα στο τασάκι να ανταμώνουν με εκείνα του Μάρκου.. Κάποιος από την απέναντι παρέα σηκώθηκε κι άρχισε να χορεύει, είχε στα μισά του στόματος του ένα τσιγάρο να κρέμεται, μπορούσα να καταλάβω το σάλιο επάνω στο λευκό χαρτάκι. Ο άντρας αυτός από κάτι υπέφερε, τα πόδια του πατούσαν σαν λέξεις επάνω στο πάτωμα, έγραφε ΠΟΝΑΩ, ΠΟΝΑΩ, έγραφε ΑΓΑΠΑΩ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΚΡΥΣΜΑ. Τις ακούγαμε τις λέξεις καθώς στριφογύριζε, δεν φοβόμασταν τον πόνο ποτέ εμείς οι δυο, με τον πόνο βρίσκαμε παρηγοριά στην μη αποδοχή της ξέφρενης ψεύτικης ομορφιάς που μας πασάρανε στις τηλεοράσεις και στις βιτρίνες.. Άρχισα να χτυπάω παλαμάκια, (καίνε τα μάγουλα σου), είπες και άγγιξες το γόνατο μου. (Κι εσένα τα χέρια σου), ψιθύρισα για να μην χαλάσω την τελετή του πόνου που γινόταν χορός. Χάιδευες το γόνατο μου και άρχισες να ανεβαίνεις προς τα επάνω.. Έξυνες με το δάχτυλο το πόδι μου και τα μάτια σου ξέρναγαν κεραυνούς. Εγώ γινόμουν στάχτες και φωτιά. (Πέθανε η γειτονιά των αγγέλων μωρό μου), σου είπα και σταμάτησα να χτυπάω τα χέρια μου, έπινα μανιωδώς μαζί σου, μαζί τώρα γινόμασταν οινόπνευμα. (Τίποτε δεν πέθανε αφού ζούμε εμείς), είπες, (εμείς τους κουβαλάμε μέσα μας).. Σε κοίταξα, τα μάτια σου μαχαίρια, έμπαιναν μέσα μου, μάτωνα, πόσο πονάει ο έρωτας γαμώτο σκεφτόμουνα, Κοίταξα ξανά αυτόν που χόρευε, έγραφαν στο πάτωμα τα πόδια του ακόμη λέξεις.. Τις άκουγα, ξαφνικά σε ήθελα τόσο που θα μάκραινα τον χρόνο που θα σου δινόμουν.. (Σιγά σιγά ανατέλλω), σου είπα, με άρπαξες με το χέρι σου επάνω στο μπράτσο μου, (εσύ ποτέ), είπες και τρόμαξα από την πίστη που είχες μέσα σε εκείνο το αντρικό βλέμμα, ήσουν κι εσύ από την θάλασσα ... (Δραπετσώνα)

Αρνούμαι να κολυμπήσω με το ρεύμα, λόγια να πω που δεν πιστεύω, φίλους να ονομάσω, όσους η καρδιά μου δεν γνωρίζει, έτσι απλά ,για να πω πως έχω φίλους στο σαλόνι μου, αρνήθηκα μια καρέκλα να καθίσω, την αγκαλιά του κράτους να θωπεύσω, να εναγκαλιστώ με δόντια αρουραίων , Τετάρτη Δημοτικού, όταν ήμουν,κατάλαβα πόσο σκληρός είναι ο κόσμος και δεν μπόρεσα να μην το φωνάξω δείχνοντας με το δάχτυλο τον χάρακα του δάσκαλου στους άλλους, κι ας έμεινα μόνη μου κάνοντας παρέα με παιδιά που ξεχώριζαν με την διαφορετικότητα τους, αναζήτησα με πάθος την ομορφιά, αυτή μου χαρίστηκε πίσω από μια έκτη αίσθηση, είδα θαύματα και αδικίες , όλα έγιναν γιατί ο άνθρωπος ψάχνει να βρει τον θεό χωρίς να ξέρει ο ίδιος τον εαυτό του.. Γνώρισα παράδεισους και αυλές με τσουκνίδες που μάτωσαν τα πόδια μου, μα περπάτησα, με την ψυχή μου περπατώ και με αίμα, μα στην ζωή καταφύγιο ένα είχα πάντα, το νησί μου, Αμοργό την είπαν,

Εξόχως παρασιτικοί ήταν οι καλεσμένοι ενός επαγγελματία κοσμοπολίτη, ανακατευόμουν ανάμεσα τους, κρατώντας ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί, μιλούσαν με μια γλώσσα επιτηδευμένη σε σημείο γέλωτος, κρατούσα θυμάμαι τα χέρια μου ακίνητα ώστε να μην φανερώσουν τον εκνευρισμό μου, σκεφτόμουν πόσες άδειες ώρες γέμισαν καταβροχθίζοντας λεξικά που η μόνη χρήση τους ήταν στο να τους βοηθούν να κάνουν μια δήθεν ενδοσκόπηση της ανθρωπότητας. Μιλούσαν με τον στόμφο ενός δικηγόρου ή ενός βουλευτή σε παραλήρημα, κυλούσα δίπλα τους τραβώντας τα βλέμματα τους, άκουγα το σάλιο τους να μένει στην άκρη των χειλιών τους και μέσα μου έλεγα έλεος, έλεος, ποιος θα μας απαλλάξει από αυτήν την κακορφομισμένη πνευματική μούχλα, ύστερα βγήκα στην βεράντα, κοίταξα τα κρεμασμένα αστέρια και η ψυχή μου άρχισε να γαληνεύει. Ένα αντρικό χέρι ακούμπησε στον ώμο μου κι ένα βαρύ άρωμα πεύκου γέμισε την μύτη μου, (Δεν περνάτε καλά, μήπως θα θέλατε να είστε κάπου αλλού); Ρώτησε και διέκρινα στο ζωντανό του πορτρέτο έναν γνήσιο αναζητητή των απολαύσεων. Τα μάτια του ήταν ζωντανά, θα έλεγες πως έκαιγαν, το στόμα του πλούσιο σαρκώδες, τυπικό δείγμα της Μεσογείου. (Θα ήθελα να ήμουν σε ένα χωριό ερειπωμένο, μόλις πέντε σπίτια ξαναχτίστηκαν σε αυτό, από την αρχή). Του είπα και ξαναγύρισα στον ουρανό το βλέμμα μου. (Που είναι αυτό το χωριό); Ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον. (Στην Αμοργό, είναι το χωριό που γεννήθηκε ο πατέρας μου και το μέρος που όλα δείχνουν πως έγινε η σύλληψη μου), του απάντησα και τον άφησα να μου ανάψει το τσιγάρο που μόλις είχα βγάλει από το πακέτο μου. (Αύριο κιόλας, πείτε μου την μέρα που θέλετε να πάμε, θα μου επιτρέψετε να θέλω να πάμε μαζί).. Κοίταξα αυτόν τον μελαχρινό άντρα, αισθάνθηκα σαν να ήταν ο πιο λυπημένος άντρας στον κόσμο κι ας μην έδειχνε η ομορφιά του την αιτία αυτής της λύπης... Το βλέμμα του έδειχνε πως είχε κάποιο μεγάλο ταλέντο χωρίς την συνοδεία της έπαρσης. Αυτό με γοήτευε φοβερά.. (Με τι ασχολείστε αν επιτρέπετε; Και λυπάμαι για την τόσο κοινότοπη ερώτηση αλλά δεν είναι θέμα ερμηνείας σας , πάρτε το σαν γνήσιο ενδιαφέρον)..Ρώτησα και καρφώθηκα στα χείλια του. (Συγγραφέας, είμαι ένας ερασιτέχνης αλιεύς μαργαριταριών ). (Και τι ζητάτε εδώ πέρα); (ότι κι εσείς,,παρατηρώ τους ηλιθίους, ξέρετε ο κόσμος κρέμεται από μια κλωστή, δυστυχώς το ψαλίδι το κρατούν οι ηλίθιοι κι όχι οι λαοί, αυτοί πάλι έχουν καθυποταχτεί σε αυτούς χωρίς να ξέρουν το γιατί).. (Πάρτε με αύριο στο τηλέφωνο να κανονίσουμε πότε θα μπούμε στο καράβι), είπα κι έγραψα σε ένα χαρτάκι τον αριθμό μου. Του έδωσα το χέρι με το χαρτάκι, αυτός το κράτησε δυνατά και μου είπε. (έχω ξαναπάει στην Αμοργό κι έχω επισκεφτεί τον Στρούμπο, ίσως μαζί να δούμε λίγο διαφορετικά το τοπίο). (Δεν μου αρέσουν οι σίγουροι άνθρωποι), απάντησα και πρόλαβα να τον δω να χαμογελάει. (Ούτε εμένα, εγώ τρελαίνομαι για τους ανασφαλείς όπως εσείς), φώναξε πίσω από την πλάτη μου. Σκέφτηκα πως ήταν ένας αληθινά γοητευτικός και ευφυής άνθρωπος, χαιρέτησα όλους ,άνοιξα την πόρτα κι έφυγα. Πίσω μου τα παράσιτα και τα ψώνια ,΄έμοιαζαν σαν ένας όχλος από κατσαρίδες... (Αθήνα-Στρούμπος 2014
Οι γυναίκες που κρύβονταν μέσα μου κάθε ημέρα δραπετεύουν, ο προορισμός τους πιθανολογώ πως είναι προς το νερό. Συνέχεια διψούσαν εξάλλου, συνέχεια είχαν το στόμα τους κρυμμένο με το στόμα. Γράφοντας για την ζωή τους εξευγενίζω το ζώο μέσα μου και δυναμώνω το δικό τους. Μια από αυτές όμως γύρισε σήμερα,( άσε με να ζήσω) , είπε,( άσε με ελεύθερη). (Ποτέ δεν θέλησα να φυλακίσω κανέναν), είπα. (Τότε κάποιος από τους δυο μας κάνει λάθος), επέμεινε. (εσύ ποια είσαι από όλες); Την ρώτησα, στο μεταξύ ένας αέρας χτυπούσε δυνατά τις τέντες έξω στην βεράντα. (Είμαι αυτή που σε επιβλέπω, εγώ παρακολουθώ τις κινήσεις σου μέρα νύχτα, σου επισημαίνω τα λάθη σου και τα χαρίσματα σου). (Κακώς κάνεις, από σήμερα αποχωριζόμαστε οι δυο μας), της σφύριξα στο αυτί. (Και τι θα κάνεις μόνη σου από εδώ και πέρα); Ξαναείπε με το στόμα σουφρωμένο. (Θα ξαναβρώ το χρώμα της οδύνης), της είπα και άνοιξα την βεράντα. Ότι ήταν παλιό το πέταξα σήμερα, ότι ήταν σάπιο το βούλιαξα σαν βάρκα.. Από σήμερα καινούργιες γυναίκες θα ρθουν να με συντροφέψουν.. Και καμιά δεν θα αφήσω να μιλήσει για τα λάθη μου, όχι από περιφρόνηση στην γνώμη τους αλλά γιατί διψάω κι εγώ, για λάθη, πάθη, για ζωή αληθινή που θα συγκρούεται με το μέλλον, το μέλλον είναι το τώρα.. Οι μεγαλόκαρδοι τις περισσότερες φορές εξαπατούνται, σκέφτηκα, και καθώς ο αέρας κούναγε δαιμονισμένα τις γλάστρες, συνειδητοποίησα πόσο πολύ τιμωρούσα την μεγαλόκαρδη κόρη μέσα μου που είχε εξαπατηθεί πολλές φορές... -Ξεκλείδωμα
Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκέφτονται αυτοί που χτενίζουν τα μαλλιά τους αιώνια με τον ίδιο τρόπο αλλά πολλές φορές αναλογιζόμουν, αν ήταν ο ίδιος τρόπος που χρησιμοποιούν το στόμα τους για να φιλήσουν, αν ήταν ίδιος ο τρόπος που προσέγγιζαν το ταίρι τους, αν ήταν μια ρουτίνα όλη τους η ζωή.Αυτό το πράγμα είναι σχεδόν θνησιμότητα... Είναι άσχημο να περνάς τις μέρες και τις ώρες σου μέσα σε μια ίδια καθημερινότητα, να σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόσουν πριν χρόνια.. Με άδολη αγάπη προσέγγιζα αντρικά πορτρέτα, έγραφα γι αυτά όταν φάνηκε εκείνος, ήταν ψηλός, με μια φράντζα μελαχρινή να πέφτει στο δεξί του μάτι, έσταζε θάλασσα και κάθισε απέναντι μου , σε ένα νησιώτικο ουζερί. Οι γλάροι μιλούσαν φευγαλέα μεταξύ τους και τα ποτήρια τα τσούγκριζαν τουρίστες φερμένοι από τον Βορρά. Μετά αρχίσαμε να κάνουμε τις ίδιες κινήσεις. Μόλις άναψα τσιγάρο εγώ αμέσως άναψε κι εκείνος, έπινα ούζο εγώ, έπινε κι εκείνος, παρήγγειλα εγώ , παράγγειλε τα ίδια κι εκείνος. Ήταν όμορφη αυτή η τελετουργία, έκλεισα το τετράδιο και ξέχασα το πορτρέτο αυτού που χτενιζόταν με τον ίδιο αιώνια τρόπο.. Σηκώσαμε τα ποτήρια εις υγείαν ψελλίζοντας απλώς τις λέξεις, υπόγεια ρεύματα θερμών συναισθημάτων άρχισαν να μας σαρώνουν. Τα μάτια του κάρφωναν τα δικά μου σαν το καρφί στον σταυρό. Τόση ήταν η ένταση.. Και τότε κατάλαβα πως δοκιμάζαμε ακούσια τις δυνάμεις μας , πως δοκιμάζαμε συντονισμένα αόρατες συμφωνίες μη χαλιναγώγησης συναισθημάτων. Παραφέρομαι, σκέφτηκα ζεστή από το ποτό κι εκείνον απέναντι μου. Κύλησαν οι ώρες ακούραστα.. Έφτασε το σούρουπο όταν ήρθε κοντά μου. Μυρίζαμε ούζο και τσιγάρα και κάτι άγριο και ιερό που υπήρχε εκεί για εμάς.. Έβγαλε από την τσέπη του ένα γιατσέντο και μου το έδωσε να το μυρίσω. (έχω μια βάρκα κάπου πιο κάτω, θα ανεβείς μαζί μου, σήμερα έχει το πιο μεγάλο φεγγάρι του χρόνου), είπε. Τον ακολούθησα περπατώντας στην ζεστή ακόμη άμμο. Κάπου παρακάτω πέταξα σε έναν κάδο το τετράδιο που έγραφα για κάποια αντρικά πορτρέτα. Δεν ήθελα να μπω στον πειρασμό να γράψω γι αυτόν, σίγουρα αυτό θα έκανα αν το κρατούσα επάνω μου.. Καθώς φτάναμε στην βάρκα ένας σκύλος πετάχτηκε από μέσα της κι ήρθε κοντά μας.. (Καλώς την μπέμπα), της είπε και την χάιδεψε τρυφερά. (Είναι προστατευμένη από τον άγιο των ζώων), μου είπε και παραξενεύτηκα. (Υπάρχει τέτοιος άγιος); Ρώτησα απορημένη. (Υπάρχει , τον λένε άγιο Μάμα), απάντησε , με βοήθησε να ανέβω στην βάρκα και έβαλε μπροστά την μηχανή. (Πως σε λένε); Ρώτησα. (Σήμερα δεν θα έχουμε ονόματα, απλά θα είμαστε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μας βγαίνει, μπορούμε να λέμε ο ένας τον άλλο Αύγουστο). Έβαλα τα πόδια μου στην θάλασσα, η βάρκα κυλούσε απαλά σαν χαρτί στο νερό, η θάλασσα έσταζε ένα ασημένιο φεγγάρι κι από το ασήμι τρώγαμε κι εμείς με τα μάτια μας ανοιχτά σαν να περιπολούσαμε τον ουρανό. Ξέχασα ποια είμαι και πως με λένε και δεν ήξερα που ακριβώς πήγαινα. Από εκείνη την ημέρα όλα μέσα μου άλλαξαν, σαν να με καθόριζε μια αόρατη πυξίδα.. Ήταν Αύγουστος.. -Αύγουστος