Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015


Την λογοτεχνική ανάπλαση, μιας πραγματικής ιστορίας πουλούσαν πωλήτριες ανιαρές και δύσθυμες στην όψη/ Μα σαν πέρασε ό άντρας έξω από την βιτρίνα και είδε στο εξώφυλλο πως η ιστορία τον αφορούσε, την αγόρασε, χωρίς να διστάσει στιγμή. Γεμάτος περιέργεια ,κλείστηκε στο δωμάτιο του κι άρχισε την ανάγνωση. Σε μερικές ώρες ,όλα τα κατάλαβε, η παλιά ερωμένη του τίποτε από αυτόν δεν αγάπησε, το μόνο που λάτρεψε στα αλήθεια ήταν ο εαυτός της/ Μα το βιβλίο δεν το πέταξε, το στόλισε εκεί ψηλά στο μεγάλο ράφι της βιβλιοθήκης του, εκεί, για να θυμάται όλες τις ήττες του και τις αποδοκιμασίες του εαυτού του/ Και πάνω που άρχισε ξανά να κατακρίνει τον εαυτό του, κατάλαβε το πιο πικρό, πως ήταν σαν ένας μαύρος κύκνος κι αυτός και Νάρκισσος, αυτό εντόπισε το απλούστερο, άραγε η λογοτεχνική ανάπλαση αυτή πέτυχε τον σκοπό της; Όχι, γιατί δεν γεννούσε ερωτήματα, μα μονάχα απαντούσε, θα το έλεγε κάποιος στην συγγραφέα και στον αναγνώστη της; Το πιθανότερο ήταν πως όχι, ή καλύτερα ας ρωτήσω εσάς, πόσες πιθανότητες δίνετε να ρωτήσει κάποιος από το μέγα πλήθος; {Αυτό, η επινόηση , του απλούστερου

Αγαπήσαμε την μουσική, πουλιά πολύχρωμα με άστοχους προσανατολισμούς εκτελούσαν την αρμονία σε σύμβολα με νότες. Έτσι μιλούσα με την Φαίδρα, με μουσική και την ανάγνωση πεζών που θύμιζαν μουσική. Η Φαίδρα, ήταν ένα κορίτσι που είχε ένα μεγάλο προσόν που την βοηθούσε στην αντίληψη του κόσμου ,αλλά αυτό στην επιβίωση μόνο ήττες και λύπες της έφερνε, αυτό το έλεγαν αθωότητα και αλτρουισμό. Χωρίς αθωότητα και αλτρουισμό δεν μπορείς να εξηγήσεις τα άστρα ούτε φυσικά μπορείς δεις πέρα από την μύτη σου. Κι ενώ η Φαίδρα, έμπαινε όλο και πιο βαθιά στην αντίληψη ενός κόσμου που δεν καταγράφεται από τους δορυφόρους που έφτιαξαν οι επιστήμονες, κι ενώ από παιδί ,ένας εσωτερικός δορυφόρος την ειδοποιούσε για κάθε τι άσχημο ή καλό που θα της συνέβαινε σε αυτήν και στα κοντινά της πρόσωπα μέσα από εικόνες και αισθήσεις που έβγαιναν από το δεξί ημισφαίριο του μυαλού της , εκεί , λίγο μετά αποφάσισε να δίνει ευκαιρίες στους άλλους ακόμη κι αν είχε προειδοποιηθεί από το μέσα της κόκκινο κουδούνι, ακόμη κι αν οι πράξεις των άλλων συνέχιζαν τον μικρόψυχο τυχοδιωκτικό πήγαινε έλα. ΒΡόμικες πράξεις ακολουθούσαν βρόμικες πράξεις εναντίον της αλλάζοντας στα πρόσωπα,ενώ εκείνη γέμιζε το στήθος της με μαύρα πουλιά και συγχορδίες πένθιμες.. Ποτέ δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και ποτέ δεν αντιγύρισε με το ίδιο νόμισμα. Με έναν θαυμαστό τρόπο, αργότερα, όσοι είχαν πράξει κάτι σκληρό και άδικο εναντίον της ,τους συνέβαινε να τιμωρηθούν αναλόγως, όμως επειδή ο άνθρωπος τυφλώνεται από το φως της ματαιοδοξίας, της ηδονής του τυχοδιωκτισμού, της κλοπής, της αυθαιρεσίας και του τυφλού μίσους εξακολουθούσαν να κάνουν ακριβώς τα ίδια. Την είδα την Φαίδρα, ήταν ακουμπισμένη σε ένα περβάζι παραθύρου κοίταζε την κίνηση των περαστικών μια Κυριακή που ο ουρανός έσταζε δάκρυα και για πρώτη φορά είδα ένα χλομό φως γύρω από το κεφάλι της. Μου μίλησε με μια λεπτή φωνή όταν ανέβηκα στο δωμάτιο της και τα τεράστια μάτια της ήταν για πρώτη φορά λαμπερά και γεμάτα φως, μια παράξενη αυτοπεποίθηση έβγαινε από όλο τη το είναι, χωρίς να τρέμει η φωνή της μου είπε. <<Πήρα μερικές αποφάσεις κι επειδή είσαι σαν αδελφή μου θέλω να σου τις πω>>. <<Σε ακούω>>, είπα γεμάτη ανυπομονησία. <<Η θέληση μου να κρατήσω την αθωότητα μου και να δίνω ευκαιρίες στους άλλους μιας και η συγγνώμη μπορεί να δοθεί μόνο από έναν εαυτό που έχει φανταστεί το θεικό στοιχείο, αυτή η θέληση μου, ήταν θέμα αισθητικής αντίληψης της ζωής. Όμως χωρίς να θυσιάσω αυτήν ακριβώς την αθωότητα και την δική μου αντίληψη της ζωής αποφάσισα να δείχνω και να μιλώ όποιον θα προσβάλλει αυτήν την αισθητική μου, κι επειδή άνθρωπος είμαι, βάζω όλες τις ασχήμιες στην μαύρη λίμνη και τις περνώ απέναντι. Μα αλίμονο σε αυτόν που ενώ καταλαβαίνει την προσπάθεια μου να μείνω με ακεραιότητα έτσι, άδολη κι αθώα, σαν ακριβώς να μην ξέρω τι σημαίνει κωλοπαιδισμός, τυχοδιωκτισμός, ανηθικότητα, υποκρισία, πορνεία για την φιλοδοξία, και τιμές και τίτλους έστω και για μια ελάχιστη αναγνωρισιμότητα, σαν ακριβώς να μην έχω γευτεί τις τοξίνες αυτών των ιδιοτήτων, αλίμονο σε αυτόν που θα σκύψει με αναίδεια επάνω μου και θα προσπαθήσει να με ξεγελάσει φορώντας φτερά αγγέλων και χαμόγελα υποκριτικά της αγάπης..>> Αυτά είπε και έκρυψα στην τσάντα μου ένα βιβλίο κάποιου ποιητή που παρίστανε τον ποιητή γλείφοντας και σέρνοντας για να εκδώσει μια ακόμη ανόητη και επηρμένη παραφιλολογική μανία, ενός παιδάριου που θα πρεπε να λάβει δηλητήριο και να χαθεί από τον συγκεκριμένο κόσμο, ήξερα ακριβώς τις τελετουργίες των άσχημων πράξεων του και της είχα πει πως αυτός υπέφερε από κάποια δυνατή ψυχική μανιοκαταθλιπτική νόσο, το έκρυψα, αλλά δεν μπόρεσα για πολύ. <<Ξέρω, δεν χρειάζεται να κρύψεις κάτι, ο χρόνος θα κρύψει αυτόν και την ασχήμια της ύπαρξης του >>. Έτσι είπε και σηκώθηκε κι έβαλε ένα βινύλιο που σκορπούσε θραύσματα αγάπης κι ευδαιμονίας. Μοιάζαμε με την Φαίδρα, είμαστε πάντα έτοιμες να περιπλανηθούμε στον κόσμο, σαν ερημίτες και σαν μαχήτριες του ήλιου. Κατά βάθος ζητούσαμε να βρούμε όλους τους αποτυχημένους, τους ηττημένους της ζωής, τους απόκληρους, τα νησιά της κοσμογονίας... Γυρεύαμε τις αναποδογυρισμένες φράσεις, τα κελιά που ζητούσαν να ανοίξουν, για να βγουν όλες οι υπερφατικές σκέψεις.. Μοιάζαμε γιατί από μικρές για να καταλάβουμε κάτι το καταλαβαίναμε μονάχα με εικόνες , μετά έρχονταν οι λέξεις.. Αυτό κάνουμε και τώρα, ακούμε μουσική, γράφουμε, διαβάζουμε και κατανοούμε πρώτα με εικόνες.. Οι λέξεις έρχονται μετά... -Η Φαίδρα μου

. Είσαι ένα αρσενικό, γαλάζιο λουλούδι/ Στο παράθυρο μου ή στο μαξιλάρι μου ανακινείς τις μπλε ανεμώνες σου, με τους κάλυκες των χειλιών σου, γεύομαι κόσμους απάτητους, μεταξωτές κλωστές με το δέρμα σου εξαπολύουν μπροστά μου έναν ήχο που διασπάται σε άπειρους/ Τι έχεις πάνω σου και γοητεύομαι σαν ερημίτης σε όαση/ Τι ερωτήματα κουβαλώ και μου τα λύνεις ένα ένα/ Με τρυφερότητα και ένα άλγος/ Και μια υπόσχεση, πως αυτός ο κόσμος μου ανήκει όταν σε περιέχει μέσα του/ Τα λόγια σου είναι η ερωτική μου μνήμη, η ύπαρξη σου ο θόρυβος της ύπαρξης μου... [Ερωτικό

Η γοητεία είναι φύλο θηλυκό, αλλά περιέχει τα πάντα.. Απείρως γοητευτικά, τα πορτρέτα των ονειροπόλων, αυτοί που είναι συνεχώς απόντες.. Οι κουβέντες που οδηγούν σε μια ερωτική φαντασίωση Η αφή, η μυρωδιά, ο ποιητικός λόγος χωρίς εισαγωγικά Η πραγματική ελευθερία που ορίζεται από την απουσία οποιασδήποτε αποστολής Η ανάγκη της αίσθησης του ιλίγγου, αυτή αχόρταγη διάθεση της πτώσης και της αντίληψης του κενού Η ικανότητα της αυτοδιάθεσης Η ανάλαφρη προσμονή αυτών που δεν έχουν υπάρξει Όχι η μεταμέλεια, απλά η συνειδητοποίηση Η ανάγκη μιας ζωής που έχει τέχνη και αισθητική Το βίωμα πολλών ζωών κι όχι η μια. Η φιλαρέσκεια, σαν υπόσχεση συνουσίας κι όχι κάλυψη ανασφαλειών Η δυνατότητα να αλλάζεις ενώ έχουν ταξιδέψει πολλά χρόνια στην πλάτη σου Όλη η ασχήμια που ενώ έχεις εισπράξει μπορείς να την πετάξεις μακριά σου χωρίς κόστος, μόνο και μόνο γιατί η έκρηξη της ομορφιάς σου μοιάζει απόλυτα προσεγγίσιμη Ένα καλοδουλεμένο μυαλό που συνεχίζει να εκπέμπει και να έχει φως ενώ άπειρα σκοτάδια έζησε δια του σώματος του Αυτοί που αξίζουν να είναι άντρες κι αυτές που αξίζουν να λέγονται γυναίκες Η ισορροπία σε μια φαινομενικά ανισόρροπη ζωή Η φιλία, ο έρωτας Η αντίληψη μιας άλλης πραγματικότητας εκτός αυτής που υποτίθεται πως υπάρχει Ο σουρεαλισμός Οι ηδονές σε όλες τις ενσαρκώσεις τους Το αρχαίο κάλλος Η πνευματική καλλιέργεια ενός χαρακτήρα αυτόφωτου Η αυτοπεποίθηση Η ζωή χωρίς προθέσεις Οι εναλλακτικοί τρόποι σκέψης και ζωής Το άδολο Η ευγνωμοσύνη Η έμφυτη ανάγκη της μη τυφλότητας Η παραδοχή των αδυναμιών μας κι η έκθεση τους στους άλλους Η αγάπη Η συγχώρεση ως ανάγκη εσωτερική και πάλη για προσωπική ελευθερία από τις σφιχτές αλυσίδες ενός σκοτεινού εκδικητικού πάθους που γίνεται μανία

Το φεγγάρι βούτηξε στο αίμα, δεν το κοιτούσα, για να μην με πιάσει πάλι το παράπονο, πως δεν ήμουν εκεί , πως δεν το άκουσα να παίρνει μαζί του τις κραυγές των ανθρώπων και των θηρίων, που τους κατάπιναν μαζί με τα σκουπίδια στις χωματερές, μόνο κολύμπησα για λίγο σε ατέλειωτες πρόσφορες κοιλάδες με τους εαυτούς μου, τους δεκάδες εαυτούς μου, εδώ που τα λέμε τους κουράστηκα , τους κούρασα, μιλούσαμε κυλώντας στα γρασίδια , κοιτούσαμε την επιφάνεια της αλήθειας και του ύψους, διηγούμαστε ιστορίες για μοχθηρές ψυχές ή άκακες, για βρεγμένες ιστορίες, για ιστορίες που είχαν φωτιά, άλλες πάλι τα έριχναν όλα στον θεό και στην μοίρα, και καθώς κυλιόμασταν κάπως άτσαλα και κάπως σαν να κρατούσαμε λίγη λύπη, τότε συμφωνήσαμε όλοι, πως ενώ ο άνθρωπος επαναλαμβάνεται σαν σκιά στον τοίχο, ενώ λέει τα ίδια, ενώ ίσως και να τα έχει πει όλα, υπάρχει κάτι που αποφεύγει, να βρει νέους τρόπους ως προς την όραση, να κοιτάζει αλλιώς, να κοιτάζει σε βάθος και να μην φοβάται να τσαλακώσει τον εαυτό του , να γίνεται ο εαυτός του άλλου την ώρα της δράσης, τόσο για να νιώσει την ενσυναίσθηση και τα ευεργετήματα της, αλλά και για να νιώσει την μαγεία και την αποτελεσματικότητα αυτής ακριβώς της δύναμης που έχει ο άνθρωπος, αυτά σκεφτόμασταν όλοι οι εαυτοί μου κι αρχίσαμε να παίζουμε με μια κιτρινισμένη τράπουλα κάτω από ένα πεύκο, έτσι καθώς παίζαμε, είπε ο Ιεροφάντης, είναι λυπηρό, αλλά ο άνθρωπος με τόσες δυνατότητες που του διαθέτει το μυαλό του δεν αξιοποιεί τίποτε, αντί να βελτιώσει και να ανοίξει αυτές ακριβώς τις δυνατότητες, γυρίζει μόνο γύρω από τον εαυτό του, για αυτό ακριβώς και ψάχνει τους άλλους πλανήτες και αποφεύγει να ψάξει σε αυτόν που κατοικεί, φοβάται να λάβει αλήθεια, φοβάται να κοιτάξει αυτό που υπάρχει μπροστά του, τότε ο ερημίτης είπε, μα δεν γνωρίζει τι σημαίνει ακριβώς συναισθηματική νοημοσύνη και κοίταξε μπροστά του αφηρημένα, τότε η ιέρεια μας είπε, ελπίζω πως καταλάβατε την ιστορία του μυστικού δείπνου, μοιρασμένες οι ευθύνες στους μαθητές και κάποιος έπρεπε να προδώσει όπως πάντα, αυτό ακριβώς κάνουμε κι εμείς τώρα, υπάρχουμε παίζοντας χαρτιά και μιλώντας σε έναν μυστικό δείπνο, κάντε παιχνίδι, φώναξα κάπως ζαλισμένη, δεν μπορείτε να πάψετε να σκέφτεστε; ίσως αν σταματούσατε για λίγο θα μπορούσαμε να ακούσουμε το αίμα να κυλάει μέσα στο φεγγάρι, ίσως και να νιώθαμε τι πρόστυχο πράγμα είναι η εκδίκηση, τι αρμονικό και τέλειο πράγμα είναι η αγάπη, αλλά εσείς εκεί, μέρα νύχτα σκέφτεστε.., αυτά είπα, και άρπαξα τον κορμό ενός δέντρου, ήθελα να νιώσω αυτήν την αίσθηση, τους είχα βαρεθεί όλους αυτούς να μιλούνε και να γυρνάνε ουσιαστικά κι αυτοί γύρω από τον εαυτό τους ζητώντας από εμένα να ενσυαναισθανθώ όλους τους και ταυτόχρονα, το μόνο που ήθελα , ηταν να γίνω για λίγο κομμάτι αυτού του δέντρου..πόσο στα αλήθεια είναι αυτό δύσκολο... -Οι εαυτοί μου, σε έναν μυστικό δείπνο, κάτω από ένα δέντρο

-Πως βρεθήκατε εδώ; Ρώτησε ο άντρας με την βελούδινη φωνή,η γυναίκα, βρέθηκε σε αυτήν την έρημη παραλία καθώς κολυμπούσε κάπου που το νερό σε παρέσυρε στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που κολυμπάς.. Μα το ίδιο συνέβη και σε εκείνον, χωρίς να το ξέρουν είχαν ξεκινήσει να κολυμπούν από το ίδιο σημείο κι είχαν βρεθεί ως εδώ ασθμαίνοντας.. -Με παρέσυρε η δίνη του νερού, είπε και κοίταξε τα χέρια του χωρίς να το θέλει. Χέρια με δάχτυλα μακριά και γερά. Ο ένας κοιτούσε τον άλλον με κάτι παραπάνω από ένα απλό ενδιαφέρον.. -Σας αρέσει εδώ; ρώτησε εκείνος, εννοώ το νησί σας αρέσει; -Πάρα πολύ, θα τολμούσα να πω πως είναι ένα μίγμα ερωτισμού και μαγείας, είπε εκείνη και τον κοίταξε κατάματα. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως απάντησε τόσο αυθόρμητα, όμως αυτό που σίγουρα ένιωθε κάτω από την ηλιοκαμένη επιδερμίδα της ,ήταν πως αυτός ο άντρας αμέσως σχεδόν της ξύπνησε το ένστικτο του έρωτα και της έδινε με κάποιον τρόπο μια περίεργη δύναμη.. Δεν είχε έρθει ως εδώ για να αναλύσει οτιδήποτε αλλά αυτός ο άντρας εδώ ήταν σαν ένας γαλάζιος κεραυνός .. Την πήρε από το χέρι και περπάτησαν στην αμμουδιά, ο μαγνητισμός τους ήταν αυτόματος κι ερχόταν σαν τον υπέβαλλε ένας θεός που λάτρευε τον ήλιο και τους ανθρώπους. -Είσαι σαν την χαρά της ζωής, του είπε καθώς αυτός της μιλούσε για τις καταδύσεις και τα πλάσματα της θάλασσας με έναν τόσο απλό , άκακο και ζωντανό τρόπο που της θύμιζε ένα παιδί που είχε ντυθεί με ένα αντρικό σώμα. Μα έπειτα σαν άρπαζε τα μάτια της και τα ρούφαγε με τα δικά του δυνατές φωτιές έρχονταν και έλουζαν το σώμα της.. Είπαν για όλη τους την ζωή σε λίγες ώρες. Αυτό έβγαινε τόσο αυθόρμητα και ζεστά που πραγματικά έκανε εντύπωση και στους δυο τους.. -Είσαι πολύ δυνατή, έχεις κρατήσει την γενναιοδωρία της αθωότητας με κάθε κόστος,δεν ξέρω ποια δύναμη σε έφερε εδώ, αλλά μόνο ευγνώμων μπορώ να νιώσω, είπε αυτός και κράτησε στα χέρια του το πρόσωπο της. Καθώς τα πρόσωπα ήρθαν κοντά, ασυγκράτητα κατακόκκινα φιλιά ήρθαν και εκτόπισαν κάθε άλλη δύναμη μεταξύ τους... Οι μέδουσες των αισθήσεων φώλιασαν σε όλα τα μαλακά τους μόρια. -Είσαι έρωτας, της είπε και την σήκωσε στα χέρια του. Τότε εκείνη έκαψε μέσα της όλα τα παραμύθια με το κακό τέλος..τις πριγκίπισσες, τους βάτραχους και τις Σταχτοπούτες.. Εξάλλου αυτό έκανε σχεδόν από παιδί.. Μπήκαν στην θάλασσα, ο ήλιος είχε κρατήσει την χλιαρότητα της ζέστης του στην αρυτίδωτη επιφάνεια της.. Τα μέλη τους έλιωναν ασυγκράτητα καθώς κολυμπούσαν δίπλα δίπλα.. Σταματούσαν και ξανάρχιζαν να κολυμπούν. -Δεν θέλω να σταματήσει αυτή μαγεία, είπε εκείνη και τίναξε τα κατάμαυρα μαλλιά της πίσω. Αυτός τύλιξε τα χέρια του γύρω της. -Ούτε εγώ, εξάλλου δεν αποφασίσαμε εμείς γι αυτό, προφανώς μια άλλη δύναμη το έκανε. -Μας αρέσει να βάζουμε θεούς και δυνάμεις αόρατες στις ιστορίες μας από τα αρχαία χρόνια, είπε εκείνη, αυτό κάνεις τώρα, εξηγείς την μαγεία αυτή σαν την δύναμη και την θέληση των θεών. Της έσφιξε την μέση δυνατά, -Έχεις δίκιο, όμως πως αλλιώς μπορούμε να κάνουμε σε μια χώρα που έχει τόσο φως, σε ένα νησί που το λευκό των σπιτιών αντικατοπτρίζεται στην ατμόσφαιρα, ο ήλιος καίει ανελέητα χωρίς να αφήνει περιθώριο για μυστικά; Εδώ είμαστε σχεδόν συνεχώς, εκτεθειμένοι.. -Μόνο οι αθώοι από θέση νιώθουν εκτεθειμένοι και δεν κρύβουν την γύμνια τους , του απάντησε, τότε τα χέρια του την έσφιξαν πιο πολύ και την έφερε επάνω στην πλάτη του. Κολυμπούσε και για τους δυο τους, και καθώς το σώμα της ήταν σαν μετάξι χυμένο επάνω του ένιωθε ο ίδιος να μεταμορφώνεται σε έναν άντρα που ήθελε να δώσει όλη την δύναμη της γης και της θάλασσας σε αυτό το γυναικείο πλάσμα.. Ήξερε καλά μέσα του πως αυτό άξιζε να το κάνει με όλη του την ψυχή.. -Θα μπορούσε να συμβεί στην Αμοργό

Προχωρούσες με ένα σπασμένο ρολόι στην τσέπη, κορόιδευες τους περαστικούς όταν σε ρωτούσαν την ώρα και τους δρόμους, τους έδειχνες πάντα αντίστροφα. Σε σκέφτομαι και θυμάμαι, την πρώτη φορά που μιλούσαμε για τα ελαττώματα μας, είχαμε το εξής κοινό, να μην μπορούμε να λέμε ψέματα, το εξής δεύτερο, όποιοι μας κατηγόρησαν άδικα, δεν κάναμε τίποτε για να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας, τους αφήσαμε να μας μαγαρίζουν με την πλάνη τους. Και αποκτήσαμε ένα τραύμα στον ώμο, μετά με τα χρόνια έφτιαξε η σχισμή του μα πονάει κάθε που βρέχει. Τα αμάραντα ρόδα και τις νεραντζιές τα λατρέψαμε, τα είχαμε σαν κάποιο προσχέδιο της Άνοιξης ή ενός έρωτα. Συμφωνούσαμε σε αυτά τα λίγα και αγαπηθήκαμε διαφωνώντας, δεν υπήρχε ανάγκη να κρατάμε την ύπουλη σιωπή της συμφωνίας. Θέλαμε τον κόσμο και τον θέλαμε τώρα.. Μα σήμερα σε βρίσκω και σε χάνω σε ένα διαμέρισμα όπου τα μπλουζ και τα ρεμπέτικα γεύονται το στήθος σου, την άπνοια μιας θάλασσας που τα κύματα κατάπιαν την ηχώ τους. Σε αγαπώ Αντιγόνη, σε ευχαριστώ που με κράτησες, και δεν γονάτισα μια άγρια νύχτα όπου με πνίγαν δέκα αλήθειες μαζί, δέκα αδικίες, δέκα κλοπές, δέκα πληγές, σε ευχαριστώ που μου θύμησες πως αν έπεφτα στο σκοτάδι ,εκείνη η παιδική πληγή στον ώμο δεν θα με άφηνε να πετάξω. Τώρα σε κοιτάζω στον καθρέφτη, πόσα ονόματα κρατάμε μέσα στις χούφτες μας, σαν νερό τις δίνουμε στα διψασμένα περαστικά πουλιά να πιούν... Σε αγαπώ μικρό κορίτσι, είσαι σαν νησί με ένα ματωμένο φεγγάρι επάνω στο κεφάλι σου... -Αντιγόνη

Πέλαγος, η ευχαρίστηση που αντλώ από εσένα, με χίλια κλειδιά ,ανοίγεις τις πόρτες, ενώ διογκώνεται η αλήθεια, οι άτακτες παλινδρομήσεις της καρδιάς μετατοπίζονται σε δάση πρόσφορα, οι παραινέσεις των αστεριών μεγαλουργούν στο μούχρωμα, ενώ εσύ σε μια ήσυχη παραλία περπατάς με έναν σκύλο, κοιτάζεις τα άλογα σε ένα ερημικό μέρος, μου λες << εδώ είναι ένα στενό δρομάκι που περπατούν ξωτικά>>, σου λέω <<είμαι κι εγώ ξωτικό, θέλω να έρθω εκεί μέσα στο ουράνιο τόξο σου>>. Τρυφερά αγγίζεις τους καημούς μου, χαμένη κάποτε μέσα στην ματαιότητα της ανθρωπίλας, της μάζας, του ευτελούς και του χυδαίου, κάποτε, μα τώρα κοιτάζω την επάνω κάμαρα, εκεί,συνευρίσκονται δαίμονες και άγγελοι κι εμείς μαζί τους, τρέχουμε έξω από τα όρια, σαν εραστές και σαν παιδιά ενός αρχαίου χρόνου, σαν το γενναίο, τελευταίο όραμα, κάποιου που πεθαίνει, μην με αφήνεις, όταν σε δω θα είναι Άνοιξη, κάθε Άνοιξη κάτι πεθαίνει και κάτι ζει σαν από ανάσταση.. - Της Ερωτικής ευδαιμονίας

Κάποτε, οι <<αλήτες>> ήταν συγκλονιστικά ωραίοι, έβρισκες τις αυτοβιογραφίες τους στα πρόσωπα τους σαν λακάκια, χαραγμένα στο χαμόγελο του προσώπου τους. Στην Φωκίωνος Νέγρη, στην Πλάκα, στα Εξάρχεια. Μικρές πικρόγλυκες αυτοβιογραφίες προσώπων καθαρών και αναδυόμενων μετά από τόνους οικογενειακής λάσπης και κάποιας , μικροπρεπούς οικογενειακής ιστορίας με στοιχεία γλαφυρότητας. Δεν ήταν παρασιτικοί οργανισμοί όπως σήμερα, ούτε τους άρεσε η <<βερεσέ>>προβολή ... Τότε υπήρχαν κωδικοί επικοινωνίας και ο σεβασμός ήταν αντιστρόφως ανάλογος με τις πράξεις. Αυτοί που πουλούσαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες φαίνονταν από μακριά, τους έκανες πέρα με ευκολία.. Τους πετούσαν έξω από τον ακανόνιστο χορό οι πράξεις τους και το εντελώς ανόητο ύφος τους.. Σήμερα όλα είναι διαφορετικά, δεν ωραιοποιώ τίποτε και ξέρω πως κάθε εποχή έχει την δική της προοπτική και την δική της κοσμογονία.. Ίσως να μου λείπει αυτή η διαφανής μεμβράνη των ματιών τους, ίσως μου λείπει αυτή η διάθεση για απορίες, να έχω απορίες και κάποιος να μου απαντάει όπως εκείνοι.. Τότε βλέπεις η έντονη ζωή κι οι εμπειρίες δεν ήταν θέμα μαγκιάς, ήταν αυτό το απαύγασμα του κόσμου και της ομορφιάς που φυλαγόταν σαν αγρίμι μακριά από τα αδιάκριτα μάτια.. Τότε υπήρχαν τα παρατσούκλια, σημάδι μιας μελέτης σε βάθος της προσωπικότητας και της ανυπαρξίας της πνευματικής οκνηρίας.. Στο κάτω κάτω τότε όποιος υπέφερε από πνευματική οκνηρία , τον ξέβραζε το κύμα της παρέας.. Γελάω με όποιον σήμερα αυτοβαπτίζεται<< αλήτης>> ή <<μποεμ>>, κανένας μποεμ ή αλήτης δεν πεθαίνει για εξουσία, δεν γονατίζει εύκολα σε πρόσωπα φαιδρά και ανίκανα να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, μοιάζουν σαν μοιρολατρικές φιγούρες μέσα σε έναν κόσμο που ψάχνει απεγνωσμένα για ισορροπίες μα δίχως εχέγγυα.. Ωστόσο, δεν μου επιτρέπω να πω <<οι μέσα>> και <<οι έξω>>, το μόνο που μου επιτρέπω, είναι να αναγνωρίσω πως η ειμαρμένη, μου έφερε άφθονα πορτρέτα ηλιθίων και fake, άφθονα πορτρέτα ανθρώπων ικανών για ζημιές και δήθεν ψυχικές απογυμνώσεις, με ροπή στην κτηνωδία, όλα αυτά, είναι ένα θαυμάσιο εν προκειμένω υλικό ,προς μελέτη και όχι έτσι, εκ του ασφαλούς.. Όμως, αρκετά είπα τώρα με αυτά, εκείνη η εποχή, των γνησίων, δεν θα έρθει, ωστόσο λαμβάνω μέτρα και ασπίδες χωρίς βουλοκέρια. Η χολή μου, μου έφυγε, μετά την εγχείρηση, τούτο σημαίνει έπεσε κι η διάθεση μου προς αυτήν την μελέτη, ένας όμορφος κόσμος τώρα προβάλλει, με γνήσια πρόσωπα και φιλίες και όμορφα πράγματα. Αυτά θα κρατήσω κι η νοσταλγία μου σε εκείνους τους ωραίους ανθρώπους θα είναι πάντα η μυστική μου γλώσσα με τα απρόσμενα τοπία μιας εξαντλητικής ομορφιάς. Αυτό πια θέλω, να με εξαντλήσω σε μια τέτοια ομορφιά, εξαντλητική και ανεξάντλητη... -Σκέψεις με ευγνωμοσύνη

Η Κέλλυ ήταν ένα ζόρικο, λαικό κορίτσι με παρουσιαστικό μιας γυναίκας που δεν έδειχνε έτσι, μια μέρα που είχε νεύρα με τα καπρίτσια του κόσμου, βάπτισε τον αγαπημένο της ζουζουνέλ, της είπα πως ήταν ένα χαζό υποκοριστικό αυτό, για έναν άντρα γεροδεμένο όπως εκείνος. Με κοίταξε ευθεία στα μάτια και άρχισε να μου μιλάει ενώ μια φλέβα τεντωνόταν σαν σαίτα στο πλάι του λαιμού της... <<Δεν υπάρχει τίποτε δεδομένο κουκλίτσα μου, ούτε στα παρουσιαστικά, ούτε στα υποκοριστικά, αύριο μπορεί να μην είμαι αυτό που είμαι σήμερα, επίσης αύριο μπορεί να βρω έναν άντρα που να μην είναι αυτός που ξέρεις μέχρι σήμερα, ακόμη μπορεί ο κόσμος να γυρίσει και να κάνει μια μετωπική σύγκρουση με τον εαυτό του, τότε εγώ μπορεί να έχω βρει έναν καπετάνιο και να γυρίζω όλον τον κόσμο με ένα υπερωκεάνιο ή μπορεί να μυρίζω τα θυμαράκια ανάποδα. Σε αυτόν τον συνηθισμένο κόσμο, το ασυνήθιστο είναι να προσδιορίζεις ακριβώς τι είναι καψούρα και τι έρωτας και να μην μπερδεύεσαι με αυτό, να μην μπερδεύεσαι με αυτά, εκεί είναι η ουσία και να έχεις φίλους όπου γυρίζεις, μπήκες>.; μου είπε και άνοιξε το παράθυρο τέρμα. Ο Σορόκος ερχόταν με όλη του την δύναμη μέσα στο δωμάτιο φέρνοντας μυρωδιές από βόθρο. Είδε την αηδία μου και κατάλαβε. Μα έβαλε ένα κοραλλί κραγιόν στο στόμα της κάνοντας ένα όμορφο σχήμα και έβαλε μαύρο κολ μέσα στα μάτια της. <<Ο κόσμος είναι γεμάτος καψούρια αγάπη μου, η καψούρα τραγουδιέται και περιφέρει μια όμορφη κάβλα να πεις, τοσο όμορφη όσο να κάνεις μερικές άτοπες θυσίες , τόσο όσο να ξεχάσεις λίγο την μιζέρια σου, ο έρωτας είναι το θέμα, αυτό σου ξαναλέω, κι αν τον έρωτα τον ψάχνεις με μικροαστικές επεξηγήσεις και αποκλίσεις και ηθικές λοβιτούρες, τότε μόνο να καψουρεύεσαι μπορείς >>.. <<Αυτό δεν ακούγεται σαν δεδομένο και κλισέ>.; την ρώτησα και άναψα τσιγάρο. <<Ότι ζω κι έζησα σου λεω κουκλίτσα μου, τα άλλα τα αφήνω γι αυτούς που τους αρέσει να γράφουν όπως εσύ, εγώ δεν γράφω, ζω, κι αυτό δεν είναι καθόλου δεδομένο>>. Έριξε λίγες σταγόνες αρώματος επάνω της σαν σύννεφο και είπαμε να πιούμε ένα ποτό σε ένα γνωστό καταγώγιο πίσω από το λιμάνι. <<Βαρέθηκα τις εργατοώρες όλων που ξοδεύουν για να βρουν την λαγνεία, βαρέθηκα κι αυτούς και τα χαμπέρια τους>>.. Έτσι μου είπε και φτάσαμε σιγά σιγά στο ποτάδικο.. Μόλις μπήκαμε τα αντρικά μάτια μας κάρφωσαν σαν σανίδες στο πάτωμα.. <<Ληγούρια, βασανισμένα ζωάκια>., μου ψιθύρισε κι έβαλα τα γέλια. Μόλις καθίσαμε μπροστά στην ξύλινη μπάρα όλοι κοιτούσαν τις κόκκινες βελούδινες μπότες μας, μας είχαν μείνει από την δεκαετία του 70.. <<Κέλλυ>>

Υπάρχοντας ως πολύ νέα, τα καράβια, που ήταν δεμένα στο λιμάνι, τα κοίταζα, σαν να ήταν σειρές από ανθρώπους που δραπετεύουν, τώρα απλά κοιτάζω την θάλασσα σαν να είναι ένας δραπέτης. Δεν έπαιρνα πολύ σοβαρά τους άλλους ενώ τώρα παλεύω μέσα μου να σταματήσω να κάνω ακριβώς αυτό,\και ήρθε ο χρόνος, πέταξα τα κουκούλια, τις νύμφες, μίλησα στους μεταξοσκώληκες και πήρα τις αποφάσεις μου. Το μεταξένιο μου κάστρο δεν θα το βλέπουν όλοι, στην κορυφή του λόφου του, θα έρχονται πεζοί ,μόνο όσοι έζησαν και ζουν την ζωή σαν να πεθαίνουν την επόμενη στιγμή.. Γιατροπορεύοντας, στου κόσμου τις πληγές, κινδυνεύεις να γίνεις διάτρητος στις σφαίρες.. -Κηλίδες, της απόχρωσης του σάπιου μήλου

Κάθε ανθρώπινη φωνή, είναι ένα γεύμα ήχων και αισθήσεων, η άρθρωση ,καθώς η γλώσσα χτυπάει σαν καμπάνα στα ούλα ,χαιδεύει απαλά τα δόντια, βγαίνει έξω από τον σκοτεινό θάλαμο σαν φωτογραφία του ψυχικού πορτρέτου, κυλάει επάνω στο δέρμα μας και στους ιστούς μας, καθώς προσεκτικά την αγκυλώνουμε στα δίχτυα της ανάγνωσης, της διαίσθησης, για όσα έζησε ο ιδιοκτήτης της φωνής ή δεν έζησε, αν το σκεφτείς, η φωνή είναι ένα πρώτο επιστολόχαρτο με παραλήπτη και αποστολέα, ίσως και μια δοκιμασία από την ομορφιά της καθώς την ερωτεύεσαι, ενώ αυτός που την έχει δεν είναι παρά ένας τυχοδιώκτης και το ξέρεις, αλλά είναι σαφώς ,τεράστια, η υποβολή στην γοητεία της, είναι ένας δρόμος, όπου τα σπλάχνα, θα παραμερίσουν ευγενικά για να περάσει η συγκίνηση ή η αντιπάθεια, έχει σαφώς σημασία η ποιότητα της , το ηχόχρωμα της, μα πιο πολύ είναι το μυστήριο που κρύβεται, πίσω από τις παύσεις, πίσω από την γρηγοράδα στον διάλογο, όλα αυτά έχουν την δική τους σημασία και ιστορία, αυτό που μένει τελικά όμως, είναι η πρώτη αίσθηση οικειότητας ή όχι, στο άκουσμα της, κι η χαρά η ό κίνδυνος που περιμένεις κατά την αποδοχή της, σαν ζώο κυβερνάς στις ενδοχώρες που αυτούσια βγαίνουν από τον βυθό.. -Περί της φωνής-

Η Ερωμένη Μέσα στα μετάξια τυλιγμένη , προχωράει να βρει τον εραστή της, οι δρόμοι ανοίγουν σαν στόματα διψασμένα, τα δέντρα την μυρίζουν σαν να ήταν καρπός τους, τα πουλιά, τραγουδούν με το λαρύγγι σαν τεντωμένο τόξο, κι εκείνος, εκείνος, όταν το κλειδί της βάζει μέσα στην σκουριασμένη πόρτα , τότε εκείνος, τρέχει να την αγκαλιάσει, να την φιλήσει, να την στραγγίξει, να της μιλήσει με τις λέξεις της σάρκας, να χαιδέψει την σπηλιά που είναι κρυμμένη μέσα της, με όλους τους φόβους, με όλα τα μικρά και μεγάλα τέρατα, να την λευτερώσει από όλα αυτά, και να την κάνει δική του, μα η ερωμένη, από την φύση της είναι ταγμένη στον έρωτα, σαν να είναι αυτός ο πρώτος της πατέρας, γι αυτό όταν δική του την κάνει, παίρνει τα μετάξια της και φεύγει, τότε αυτός μυρίζει το άδειο στρώμα και ξαπλώνει στο πάτωμα, σαν σταυρωμένος, χέρια, πόδια ανοιχτά στο ταβάνι, κι η απουσία της τον κάνει ευάλωτο σαν ζώο πληγωμένο από κάποιο μεγαλύτερο... Ενώ εκείνη στο σπίτι της βγάζει τα μετάξια της κοιτάζει τον καθρέφτη, μια μαινάδα την κοιτάζει που από τα μάτια της στάζει σπέρμα, ύστερα η θύμηση του έρωτα γλυκά την φέρνει στον ύπνο

Θέλω να περιπλανηθώ πάλι, να δω την τίγρη στα μάτια χωρίς ντροπή για την δύναμη της, να απολαύσω την σαφήνεια των σχημάτων της φύσης, να φτιάξω ένα καστρόσπιτο στην άμμο, να δω τους ταξιδιώτες της λύπης να μιλούν με τις φαντασιώσεις τους. Πόσο ακριβή είναι η ζωή στην αλήθεια της, πόσο ακριβής στα απεγνωσμένα γεμάτα πίκρα και γλύκα στις προθήκες της.... Έχω βρει ξανά την ανάγκη να περπατήσω στο ήσυχο κοιμητήριο που κοιμάται ο Ροδόπουλος με τον Γιούγκερμαν, να καθίσω στο μάρμαρο και να του πω φωναχτά πόσο δίκιο έχει για την αχρηστία της λέξης πρέπει.. Να μιλήσω στον Χαλεπά για την χαμένη του αγάπη που έγινε σύμβολο και κτέρισμα στον θρίαμβο της αγάπης. Να μπω σε μια βάρκα χωρίς κουπιά και να μυρίσω το ιώδιο με το αγέρι, να πιάσω την θάλασσα στα δάχτυλα μου και να της μιλήσω για την θετική της επίδραση επάνω μου και μέσα μου, να της διηγηθώ τις μνημες μου στην υδάτινη ζωή μου, να της διηγηθώ ιστορίες με άκαρδους και ανθρώπους από μετάξι, να της μιλήσω για μπαρ και σουφραζέτες, και ναύτες χωρίς όρια, για μύστες και ιστορικούς του μέλλοντος, αποτυχημένους στην αποτίμηση του ανθρώπινου είδους αφού δεν λαμβάνουν υπόψη στην μελέτη τους το παρελθόν... Θέλω να βάλω όλα τα θέλω μου σε μια αταξία, να κυκλωθώ μέσα τους σε έναν χορό κατακόκκινο, να κλείσω πίσω μου την κερκόπορτα με τα τέρατα, να τους πω καλά τραφήκατε ως τώρα από την παθητική σιωπή μου, μα τώρα να, εμπρός μου ξετυλίχτηκε το σκοτάδι, πέρασα μέρες που έζησα την ανάσα του θανάτου στο πλάι μου, μα τις πέρασα, τώρα θα ξοδιαστώ αλόγιστα στον ήλιο, θα λυγίσω το κλαδί της ελιάς και θα σε ραπίσω όπου πρέπει, έτσι, γιατί είναι γενναίο να δείχνεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να του δείχνεις τα λάθη σου και τα φριχτά ελαττώματα μα εξίσου γενναίο είναι να στέλνεις στον διάολο όποιον χρειάζεται, όποιον σου κρύβει τον ήλιο... Εδώ είμαι, να κοιτώ τα προμηνύματα της αθωότητας, τίποτε δεν με νοιάζει πιο πολύ , να ξαναγεννιέμαι- ώσπου να σβήσω εντελώς από τις στάχτες μου- και να είμαι το ίδιο πάλι, το ίδιο αθώα και άνευ προθέσεων, ζω σε έναν τόπο που ο ήλιος είναι αρκετός για όλον τον πλανήτη... Ζω όχι από λάθος, ζω γιατί αυτοί που με έφτιαξαν είχαν πολύ έρωτα μεταξύ τους.. -Ίαση