Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016


Μην με ξαναφωνάξεις πια με το όνομα μου σε αυτήν την άκαρπη διάχυση των αισθήσεων, σε τούτη την άτσαλη βουτιά στο κενό, μην με εντοπίσεις, το παλιό πέθανε, τώρα το καινούργιο βγάζει φωτιά και πάγο, χρειάζεται χρόνος για να επωαστεί ότι τρυφερό υπάρχει κάτω από τις στάχτες, λάμψεις και κρότοι δεν με φοβίζουν, έμαθα να ζω μαζί τους ραγίζοντας. Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο είναι η σιωπή κι η ησυχία που βράζει. Εκείνο που με τρομάζει είναι να μην καταφέρουν να μην με τρομάζει τίποτε.. {Ρωγμή}

Φως της ημερας φως της εσπερας ανελεητο κι επίμονο φως. Eίπαν για σένα τα πάντα, μα λίγοι σε ένοιωσαν λίγοι σε πήραν στα χέρια και το πρόσωπο δεν έπέσαν σε έκσταση. Τολμηροί ιππείς σε ζύγωσαν, σαν κεχριμπάρι στα μάτια σε φόρεσαν κι ύστερα μια λάβα , μια Αίτνα , μια ανοδική πορεία σε κάθοδο, δίχως ντροπή, δίχως μεταμέλεια, έτσι σε γνώρισα, έτσι σε αγάπησα, ´ετσι κάηκα κι αυτό διηγήθηκα σε όσους με ρώτησαν για σένα

Διαβάζει τις επιστολές των υποψήφιων εραστών ή αγαπημένων για κάποιο διάστημα, κανείς δεν είχε την ιδιότητα να την πλανέψει, ώσπου να μπεί βαθιά σε ένα όνειρο, από την πικρή στέπα, ως το μεσημεριάτικο ραχάτι της Μονμάρτης κανείς, από τα νησιά του Αιγαίου που επαναστάτησαν στον βυθό και αναδύθηκαν στην επιφάνεια , κανείς και τίποτε. Πότε πότε ,αναλογιζόταν τι να κάνει ένας τρωκτικός που παρίστανε με άνεση έναν αιλουροειδή, αλλά αμέσως την τύλιγε ένας κλαυσίγελως. Το μέλλον δεν αγρυπνάει με χάρη, ο μέλλοντας ήταν σκεπασμένος με την αχλύ των λέξεων. ΟΙ λέξεις και τα κτίρια δεν χωρούν τους ανθρώπους. Μόνο η ζωή τους χωράει και τους περιγράφει αισθανόμενη το δέος. Η τέχνη του έρωτα ζητάει την σφραγίδα του πένθους. Ως πότε θα πενθείς Μάρθα; αναρωτήθηκε υποψιασμένη για την απάντηση. Και της είπε ο εαυτός της, ώσπου να διασθανθώ το φως πίσω από το σκοτάδι, ώσπου να βρώ αυτόν που θα έχει μελετήσει τα ημερολόγια μιας μοτοσυκλέτας και τα ημερολόγια του πένθους. Τότε θα μπορώ να χυθώ αναμμένη στο τίποτε σαν να είμαι κάτι. Για να μπορώ να διψάω όταν θα έχει πάψει το νερό.. Να διψάω για τον άνθρωπο που δεν θα κυνηγάει την σκιά του όπως η γάτα την ουρά της... Σκίζει τις επιστολές, ξαναγίνεται γάτα.. -Απόσταγμα της φροντίδας
Προχωράει ζαλισμένη από την ζέστη, η πόλη βγάζει φλόγες από το στόμα της, η πόλη θυμίζει έναν δράκο που κρατάει προσεκτικά την τελευταία του φλόγα για τους αναρμόδιους. (Τι ωραία που δεν ανήκω στους αρμόδιους), σκέφτηκε. ( Τι ωραία που δεν ανήκω στους αναρμόδιους), σκέφτηκε. (ΠΟυ ανήκεις); την ρώτησε το στόμα που βρίσκεται πίσω από τον κρόταφο. (Πουθενά, ίσως να ανήκω κάπου που δεν ξέρω), απάντησε. Έβγαλε τσιγάρο, το άναψε, πέρασε κάτω από τα μπαλκόνια που έκαιγαν. Ένα σπίτι ήταν κυκλωμένο από κάγκελα που μιλούσαν για την εγκατάλειψη του.. Κοίταξε ψηλά, τότε είδε πυκνά φυτά να βγαίνουν μέσα από τις γλάστρες. ( Για σκέψου, εδώ στην οδό Χανίων , σε έναν χώρο που είναι σε εγκατάλειψη, κάτι προσπαθεί να ζήσει μόνο του, χωρίς βοήθεια και νερό από κανέναν).. Μια ασίγαστη τρυφερότητα ξεχύθηκε εντός της, για ότι υπήρχε χωρίς να ανήκει κάπου , για ότι ήταν εγκαταλειμμένο από το άγριο μάτι ετούτου του κόσμου που κροτάλιζε απειλές και φόβους, μέσα από την ίριδα αυτού του επικίνδυνου ματιού. Κολυμπάμε ανάμεσα σε μέδουσες που παριστάνουν τα θαλάσσια άνθη, χρειάζεται τρόπος να ξεχωρίσουμε τις ιδιότητες, μια καλή όραση, και κάποτε κάποτε, μια ενόραση ανθρώπου μας χρειάζεται