Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Η Μ. κοιτούσε τα αυτοκίνητα να περνούν βουίζοντας ΄΄εξω από τον κήπο του ιδρύματος των παιδιών σε εγκατάλειψη.
Έλεγε μέσα της (κάποια μέρα θα βγώ και θα σας γαμήσω όλους).
Έσφιγγε τα κάγκελα με τα χέρια της ώσπου τα δάχτυλα της να ασπρίσουν.
Λίγα χρόνια πριν έρθει εδώ, σε αυτό το κάστρο του πόνου, η μάνα της με την αδελφή της έβαζαν τις κόρες τους στο διπλανό δωμάτιο, έκλειναν την πόρτα και δέχοντ...αν άντρες διαδοχικά, τα δυό κορίτσια έμεναν βουβά και λίγο μετά ανακάλυπταν παιχνίδια για να ξεχάσουν τις φωνές από το διπλανό δωμάτιο.
Το ψυγείο δεν είχε τίποτε φαγώσιμο τα πρωινά, έπαιρνε πάστα ντομάτας και την άλειβε στο ψωμί.
Μετά κατέβαινε μόνη της κάτω στον δρόμο και σε ένα πνιγμένο υπόγειο παρακολουθούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα να κοιτάζει τηλεόραση.
Μασουλούσε σιγά σιγά το ψωμί και σκεφτόταν (μια μέρα θα σας γαμήσω όλους).
Όταν πια βγήκε από το ίδρυμα, δεν γάμησε κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό της, ώσπου κατάλαβε πως αυτό ήταν μια μονότονη κίνηση επανάληψης με τον ίδιο αποδέκτη.
Κι άρχισε να ενδιαφέρεται πραγματικά για τον εαυτό της και τους άλλους μετά΄από αρκετά χρόνια.
Μεγάλωσε σιγά σιγά ανακαλύπτοντας πως ανοίγοντας το όστρακο βρίσκει κανείς το μαργαριτάρι.
Και συνάντησε ανθρώπους που δεν μεγάλωσαν ποτέ, μόνο ψήλωσαν...
Δεν αφορούσε αυτή η διαπίστωση γυναίκες ή άντρες κατά αποκλειστικότητα.
ΚΟυρέλια γίνονται άνθρωποι και άνθρωποι γίνονται κουρέλια.
Ο καθένας έχει μια ιστορία.
Και σπάνια κάποιος έχει διάθεση να την ακούσει.
Να καταλάβει τις αιτίες και τις αρετές.
Προσπερνούμε αδιάφοροι σε μια πέτσα χοντρή που λέγεται εγωισμός.
Πολύ κοινότυπο θα μου πεις, φυσικά θα σου απαντήσω.
Όμως δείξε μου πόσους ανθρώπους ξέρεις που ενώ όλα γύρω τους σαν παιδιά τους έκρυβαν τον ήλιο λούστηκαν τελικά στο φως του..
Κι έπειτα εγώ θα σου δείξω ανθρώπους που σαν παιδιά μεγάλωσαν σε παράδεισους κι απολαύσεις και λούστηκαν τελικά στο φως του ήλιου.
Ας το πούμε απλά.
ΔΕν μας εντυπωσιάζουν τα κοινότυπα γιατί αλλού έχουμε σκαλώσει...
Η περαστική εντύπωση ενός τυχοδιώκτη, κάποιες φορές έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ένα παιδί που μεγάλωσε στα σκατά αλλά έγινε άνθρωπος.
Μα κι αυτό θα μου πεις, είναι κοινότυπο.
Ενώ ο παραλογισμός και η βλακεία καλα΄κρατούν ψάχνουμε την ζωή σαν στιβαγμένες σκιές στον απόπατο.
ΚΙ αυτό δεν έχει πια ενδιαφέρον...

(Κοινοτυπίες)
Τα απολύτως απλά.
Η φαντασία.
Η βροχή και τα αρώματα της.
Η μυσταγωγία του άγνωστου.
Η έλλειψη χυδαιότητας.
Η Φαντασία.
Το ένστικτο.
Ο άντρας.
Η γυναίκα.
Το ερωτικό κάλεσμα....
Η δίψα.
Η ανάγκη της μη επανάληψης.
Το ένστικτο.
Κι έπειτα μια εικόνα.
Ένα φιλί στον λαιμό της.
Ένα σταθερό χέρι στην μέση της.
Ενώ η βροχή θροίζει ήδη απαλά τα δόντια της.
Το ερωτικό κάλεσμα, ο πρώτος αυτόματος οδηγός ανάμεσα σε δυό ανθρώπους συνήθως διαγράφει την εξέλιξη...

(Βροχόλογα)
Ο άντρας, με το λευκό πουκάμισο, ήταν χωμάτινος κι ας έσερνε γύρω του φωτιά. Ένα χαμόγελο άνοιγε σαν βεντάλια στο πρόσωπο, δίπλα στο στόμα γραμμές έντονες, τα χέρια μονίμως κινητικά και με αδιόρατες πικρόγλυκες ρυτίδες αισθησιασμού στις παλάμες.
Η γυναίκα έκαιγε από καιρό.
Είχε θάψει από καιρό τις πλάνες και τις ήττες τους.
Μόνο οι τελευταίες είχαν αφήσει λίγες κουκίδες λύπης γύρω από τις κόρες τω...ν ματιών της αλλά είχαν εκτοξεύσει και μικρούς πίδακες χαράς γιατί καμμία ευτυχία δεν χτίζεται από πλάνες τυφλές και άχαρες.
Είδε τα μάτια του που έκαιγαν.Μαύρες καταγίδες πριν την νηνεμία.
Το χαμόγελο.
Το λευκό πουκάμισο.
Την παιδική του αφέλεια και την αντρική μελωδία.
Είδε πως κάτω από τα σπλάγχνα του έκρυβε κι αυτός πληγές.
Εκείνο το χαμόγελο τις έκρυβε απαλά, τους είδε δώσει ένα μικρό καταφύγιο να κρύβονται και να μην τον ξυπνούν.
Τον κάλεσε στο νυχτερινό της όνειρο.
Έτσι έκανε πριν δοθεί σε κάποιον, πριν αφεθεί στο ερωτικό κάλεσμα.
Κι αυτός την είδε εκείνο το βράδυ, είχε πέσει ζαλισμένος στα σεντόνια του από το αλκοόλ και κάτι μνήμες που του έσκιζαν το στήθος.
Είχαν μεταμορφοθεί σε δράκους.
Ριγμένοι σε μια κόκκινη έρημο με ένα φεγγάρι που σου σκιζε την ψυχή από το ουρλιαχτό του.
Στην αρχή αναμετρήθηκαν στο ένα μέτρο απόσταση.
Εκείνη αντιλήφθηκε τις πληγές του, του έδειξε τις δικές της χωρίς καθυστέρηση.
Μισοί άνθρωποι, μισοί δράκοι.
Άρχισαν να γλείφουν ο ένας τις πληγές του άλλου.
Οι ανάσες τους ζέσταιναν τα βουνά γύρω από την έρημο.
Καθώς η γλώσσα κινούνταν ενδοδερμικά οι φολίδες τους έκαναν έναν κροταλισό ρυθμικό θόρυβο.
Το φεγγάρι έτριζε.
ΣΙΓΆ σιγά καθώς ο πόνος της παλιάς πληγής απομακρυνόταν άρχισαν να παίρνουν μορφή ανθρώπινη.
Κεφάλι,
Ώμοι.
Χέρια.
Κοιλιά.
Γεννητικά όργανα.
Μόνο τα πόδια κι οι ουρές έμειναν μεταμορφωμένες.
Αλλά ο πόνος είχε φύγει.
Η οδύνη γινόταν έρωτας.
Ενωμένοι πια με φύλα και στόμα χτυπούσαν τις ουρές τους με θόρυβο και ένταση.
Γύριζαν σε μια ρουφήχτρα πάνω από την άβυσσο.
Μπλε κεραυνοί τράβαγαν κάθετες γραμμές ηλεκτρικές στον ουρανό.
Ο έρωτας πάντα ξαφνιάζει.
Οι κεραυνοί σχημάτισαν ένα γράμμα. Το Γ κι ύστερα ένα Ο.
Το Ο, αυτός ο κύκλος της τελειοποίησης.Της ένωσης .
Το Γ σαν μισή πόρτα.
Εκείνη ήταν ολόκληρη , η γυναίκα ήξερε τις μεταμορφώσεις.
Αυτός ,καθώς έμπαινε μέσα της και σπαρταρούσε πέρα από τα ανθρώπινα όρια, αυτός, της έλεγε στο αυτί,
( Μάγεψε με, κάνε μου μάγια όπως εσύ ξέρεις, όμως μόνο σε μένα).
Κι εκείνη δεν τον άφησε στιγμή να καταλάβει πως όλα αυτά γίνονταν σε ένα 'ονειρο.
όταν τελείωσαν σπαραχτικά από την ένταση σαν να λιωσαν τα σπλάγχνα τους και σαν να πήρε φωτιά και το μυαλό τους, τότε μια μπάλλα ενεργειακή κύλισε γύρω από το κρεβάτι τους, ήταν λευκή και παλλόμενη, στάθηκε λίγο δίπλα τους και μετά εξαφανίστηκε.
Δεν χρειαζόταν προστασία.
Ο έρωτας είναι μια δύναμη σπαρακτική.
Ξύπνησαν κι οι δυό σε έναν υγρό κόσμο.
καθένας μακριά από τον άλλο...
Έξω από αυτούς χάραξε το Φθινόπωρο.
Κι εκείνη τον ονόμασε έτσι, ο Φθινόπωρος.
Ήταν από χώμα κι εκείνη καιγόταν από καιρό.
Κι οι δυό καίγονταν καιρό τώρα...
Η ευδαιμονία πάλευε να απλώσει την καρδιά τους.
Δεν άργησε πολύ...

( Ο Φθινόπωρος)
Η αίσθηση απλώνει. Απλώνεται.
Το στόμα..Στο στόμα.
Το στόμα είναι γλώσσα, δόντια και κόκκινη σάρκα.
Η αίσθηση απλώνεται πάνω του, το στόμα δεν είναι μόνο αυτά, είναι όλος ο κόσμος.
Αν ο κόσμος μιλούσε με το στόμα της Αφροδίτης θα ήταν ερωτικός και ευαίσθητος.
Σαν μιλάει με το στόμα ενός παγκόσμιου δικτάτορα ο κόσμος σφραγίζει σαν φυλακή.
Η φωνή του είναι κρυστάλλινη σαν δέκτης της θάλασσας.
Πετάε...ι τις λέξεις καθαρές.
Ατόφιες σαν το πέταγμα των πουλιών.
Εκείνος τις κάνει ατόφιες.
Το στόμα μιλάει αλλά και σωπαίνει, ζητά να ακούσει και το άλλο στόμα.
Ναι.
Μιλάνε μαζί και ακούνε.
Τα στόματα μιλούν ενώ ο ουρανός κοκκινίζει.
Η γλώσσα περνά πίσω από τα δόντια.
Ζητά να ρουφήξει το άλλο στόμα.
Δεν είναι μανία, δεν είναι μια απλή επιθυμία.
Ο πόθος είναι αρχαίος.
Η αναζήτηση είναι. Ενός ήρεμου κρυσφύγετου στον κόσμο.
(Μίλα μου αγάπη μου), θέλει να πει εκείνη.
(Να ξεχάσουμε αυτό που ουρλιάζει γύρω μας) θέλει να πει αυτός.
Το στόμα.
Η φωνή.
Μια κιθάρα υπνωτίζεται. Κάποιος χαροπαλεύει σε ένα κρεβάτι.
Μα πες μου, ποιός; πΟιός φίλησε ένα στόμα από βατόμουρο;
Ανοίγει, κλείνει, κλείνει, ανοίγει.Το στόμα.
Γίνε εύθραστος.
Πως θα με καταλάβεις αλλιώς;
Εγώ θα γίνω στόμα. Από βατόμουρο.
Να σε βάψω κόκκινο.
Μετά πορτοκαλί.
Μετά θα απλώσει η αίσθηση των χρωμάτων, ναι, τα χρώματα έχουν μυρωδιά.
Μυρίζεις μπλε μετά από την αναζήτηση μου.
Ψάχνω.
Σαν ιχνηλάτης.
Μετά το μπλε της απουσίας γίνεται πράσινο, το πράσινο σπάει, εξαφανίζεται,,,
Φυσικά πετάμε , ξέρουμε να κρατάμε τα φτερά μας λαμπερά και γερά.
Σου μιλάω.
( Μίλα μου, αγάπη μου).
Τι να κρατήσει από τις λέξεις;
Περπατάει γρήγορα, η γυναίκα έχει τα χέρια γύρω της.
Την βλέπω.
Είναι εύθραστη.
Πως αλλιώς θα την καταλάβεις;
Και έχει ένα στόμα από βατόμουρο.
Στο κάδρο της μένει το στόμα της.
και το δικό του.
Η αίσθηση απλώνει.
Απλώνεται.
Τίποτε δεν έχουμε ζήσει ως τώρα, ακούς;
Προχωρώ με την γυναίκα.
Είμαστε καταστροφικές, είναι γιατί αναζητήσαμε τόσο πολύ την ευτυχία.
Η ευτυχία είναι παντού, εμείς την είδαμε να έρχεται και να φεύγει.
(Μίλα μου, αγάπη μου)...

( Ο μονόλογος, του στόματος από βατόμουρο)
Ένα αντρικό στήθος κι ένα χέρι βρίσκονται στο δωμάτιο.
Σε ελεύθερη πτήση, όπως κάποτε ένα καναρίνι που το έλεγα Τζόνυ και ερχόταν μόνο του στον ώμο μου ενώ πετούσε πάνω από την βιβλιοθήκη.
Το χέρι δείχνει και χαιδεύει.
Απλώνει σεντόνια και με χαιδεύει.
Μου φέρνει βιβλία και βινύλια.
Μου δείχνει το πρόσωπο μου στον καθρέφτη.
Του λέω να παίξει πιάνο κι ακούω κουφές αόρατες μελωδίες.
Το στήθος γελάει... στέλνοντας αίμα .
Φωνάζει για το νεκροταφείο των ζώων.
Τόσοι θάνατοι για το ανθρώπινο είδος.
Και χωρίς ένα ρέκβιεμ.
Το στήθος λέει πως ξέρει την αγάπη. Πως ο ηδονισμός μένει συνεχώς ανικανοποίητος.
Το στήθος γίνεται μαξιλάρι, τις νύχτες για να κοιμηθώ μου διαβάζει άγια ποίηση.
Αυτών που δεν θα ξαναγεννηθούν ποτέ ξανά ίδιοι.
Ακουμπάω πάνω του σαν νερό, κυλάω πάνω του ενώ ο κόσμος δεν πετά χαρταετούς.
Δεν κοιτάζει την μπάλα των παιδιών που ξεφούσκωσε.
Δεν κοιτάζει τα δάκρυα στο μετρό, δεν ακούει μουσική εκστατικός.
Δεν κοιτάζει την μαγεία των πραγμάτων, άκουσε τους αρρώστους λίγο πριν πεθάνουν και τους στρατιώτες με τα κομμένα μέλη, ξέχασε πως η μαγεία υπάρχει κι είναι παρούσα κάθε στιγμή που θα την ζητήσεις.
Το στήθος με κρατάει όρθια.
Πίσω του υπάρχει η καρδιά που δεν θέλει να σταματήσει.
Ξέρει πως ΄παιδί έμαθα να πηδάω πάνω από φωτιές.
Πως σαν έφηβος κρατούσα πάνω μου ένα στιλέτο γιατί κουβαλούσα τους παιδικούς μου φόβους.
Το χέρι μου μεγαλώνει την αίσθηση της αφής. Με χαιδεύει ώρες ατέλειωτες ώσπου η αίσθηση φεύγει από εμένα και την γυρνώ παντού κι όπου υπάρχει η ανάγκη της .
Παίζει μια φούγκα όταν είμαι λυπημένη.
Μπαίνουμε σε εκκλησίες γιατί θέλουμε να μείνουμε μόνοι.
Να μπούμε στα κύματα μιας εκστατικής γαλήνης.
Τους Χειμώνες μου βάζει γάντια για να μην κρυώνουν τα χέρια μου.
Στις εκδηλώσεις της πόλης είναι στην τσέπη μου.
Πάμε σε μπαράκια και γράφουμε λέξεις κι οι άλλοι μας κοιτούν ειρωνικά.
Αλλά το στήθος μπαίνει μπροστά μου και δεν διακρίνω την ασχήμια των σκέψεων. Δεν χρειάζομαι άλλη ασχήμια.
Καμμία στιγματισμένη πραγματικότητα.
Αγαπούσα πάντα τους μοναχικούς καβαλάρηδες κάτω από το φεγγάρι και τον ήλιο.
Το στήθος και το χέρι είναι αληθινά.
Κι ας μην υπάρχουν σαν πραγματικότητα. Εξάλλου άλλο είναι η αλήθεια κι άλλο η πραγματικότητα.
Τις μεγάλες ώρες χορεύουμε μαζί.
Το στήθος, το χέρι κι εγώ.
Πίνουμε ποτάμια με λευκούς κύκνους και νούφαρα.
Περιττές οι αμφισημίες..
Δεν χρειάζονται καμμιά εκδήλωση χαράς μου για την ύπαρξη τους στην ζωή μου.
Μα τι παράξενο! Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς μπήκαν στην ζωή μου.
Η πυκνότητα των γεγονότων πολλές φορές αδρανοποιεί την μνήμη .
Και κάποια κομμάτια της ζωής μας γίνονται βίαια συγκινητικά.

(Το αντρικό στήθος και το χέρι)
Ο Οκτώβριος ,δεν εργάζεται σε καμμιά εταιρεία και δεν συστεγάζεται σε κανένα γραφείο.
Του αρέσει να διέρχεται τους βρεγμένους δρόμους, να ταίζει περιστέρια και να αγοράζει με ένα σαρδόνιο χαμόγελο κάποιο λαχείο, αυτό ίσα ίσα για να κάνει τον λαχειοπώλη να ΄κάνει μια ευχή γελώντας του.
Είναι ψηλός, ωραίος άντρας και κάπου στο βάθος της καρδιάς του κρατά μια κόκκινη κλωστή που γυρεύει να βρεί την άλ...λη άκρη της σε μια γυναίκα.
Σκέφτεται, πως σε ολόκληρη πόλη, δεν μπορεί, κάποια γυναίκα θα βρίσκεται που ψάχνει με τον ίδιο τρόπο.
Κατά τα λοιπά, πίνει αρκετά αλλά χωρίς συνέπειες.
Τούτο σημαίνει, πως δεν βγάζει χολή στους άλλους πίνοντας, δεν βρίζει, δεν επισημαίνει τον εαυτό του σαν κάτι περισσότερο σπουδαίο από μια σταγόνα βροχής που επιβίωσε επάνω σε ένα τζάμι.
ΕΊΝΑΙ αλάνθαστα ερωτικός. Ευγενικός πέραν της ευπρέπειας αλλά κι αρκετά ευαίσθητος ώστε να υπερασπίζεται τους αδύναμους τούτου του κόσμου.
Αγαπιέται γιατί αγαπάει.
Μένει σε ένα ρετιρέ που ένα τηλεσκόπιο τον βοηθάει να βλέπει τα αστέρια και να τους δίνει ονόματα.
Κάνει πολλές σχέσεις,΄αυτό στο όριο πως αν κάνεις έρωτα πάνω από τρείς φορές τότε δημιουργείς σχέσεις.
ΤΙς αγαπάει και δεν τις βαριέται.
Ώσπου να βρεί την μία, αυτήν που θα ακούει τα πνευστά και θα πίνει ουίσκυ στην αγκαλιά του αραδιάζοντας του ιστορίες που θα πλάθει εκείνη την στιγμή.
Του αρέσει να φορά παλτό από κασμίρι και να τυλίγεται σε κασκόλ χουχούλικα τις κρύες νύχτες.
Λατρεύει τον κινηματογράφο και τα βιβλία.
Τα μαλλιά του είναι σπαστά και καστανόξανθα.
Έχει έναν διάχυτο αντρισμό στο πρόσωπο του.
Αν έκανε κάποιο επάγγελμα θα ήταν αντικέρ καθώς δεν σου είπα, αγαπά τα παλιά πράγματα και ψάχνει την ιστορία που κουβαλάει το καθένα πάνω του.
Τα μαλλιά του είναι μαλακά σαν μετάξι, τα δένει με ένα μαύρο λάστιχο.
Δεν σου είπα, έχει κι έναν σκύλο που τον λέει Τσαρλς, καθώς αγαπούσε πολύ στην εφηβεία του τον Μπουκόφσκι.
Θέλεις κι άλλα για να τον λατρέψεις;

(Οκτώβριος)
'Αλλαξε ο καιρός, οι γάτες επιδέξιες και διαισθητικές μου μίλησαν το πρωί γι αυτό το ζήτημα.
Της αιφνίδιας αλλαγής του καιρού.
Ακροπατώντας, μπήκα στο δωμάτιο μου και ρούφηξα λίγες ακτίνες του ήλιου στα άκρα μου, καλή σύσταση ενός νεκρού συγγραφέα που συνάντησα στο γνωστό βιβλιοπωλείο το μεσημέρι.
Μπήκα στο μπάνιο. Σανταλόξυλο και ρόδο και πίσω λίγο πατσουλί ανακάτεψα με το νερό.
Δεν ξέρω γιατί α...λλά θυμήθηκα τον Μόρρισον και <<τα νέα πλάσματα>>.
Άκου, έχω σοβαρές ενδείξεις πως αγαπούσε το κορίτσι του.
Η Παμελα με τα κόκκινα μαλλιά.
ΠΕθύμησα ολόψυχα αυτούς τους ανθρώπους, αυτούς που δεν μυρίζουν ανθρωπίλα αλλά μυρίζουν χρώματα.
Δεν μπορεί, κάπου θα υπάρχουν..
Έλεγε ο Τζιμ,
(Η θεωρία λέει ότι η γέννηση πρακινείται
από την επιθυμία του παιδιού
να εγκαταλείψει την μήτρα.
Αλλά στη φωτογραφία
ο λαιμός ενός αγέννητου αλόγου
τεντώνεται προς τα μέσα
ενώ τα πόδια είναι αδειασμένα έξω).
Κινηματογραφική ποίηση του 1969.
Αυτός ο κόσμος με κουράζει, είναι λίγες οι φορές που αναζητώ την φυγή μου στην μήτρα, εκεί προς τα πίσω
Αλλά ξέρω,
όλα θα είναι ίδια όποτε και να ξανάρθω.
Ο Φιοντόρ είχε περιγράψει με τέλειο τρόπο την κόλαση του ανθρώπου.
Αυτήν που επαναλαμβάνεται με την πίστη ενός σκύλου...
Εγώ πάλι παρακολουθώ τα γεγονότα,
τα όρθια κτήνη να βγαίνουν έξω και να βρίζουν, αυτά τα πανηλίθια πλάσματα που δεν έσπασαν το τσόφλι του αυγού τους για να βγουν έξω,
αυτό τους βολεύει, αυτό τους θεριεύει, αυτό, πως τράφηκαν από το ίδιο τέρας και δεν έσπασαν ούτε ένα εκατοστό από το τεράστιο κατάμαυρο αυγό τους.
Αν το έκαναν θα τυφλώνονταν από το φως κι αυτό δεν το αντέχουν..
Ακούω τον Τζιμ καθώς περιγράφει την Αμερικάνα πόρνη που εξελίχτηκε άψογα σε νταβατζή..
Αυτούς που πεθαίνουν χωρίς υγεία.
Κι αυτοί που έχουν υγεία να πεθαίνουν χωρίς αγάπη.
Θα το λέω κάθε ημέρα.
Αγαπήσου.
ΠΩς ΑΛΛΙΏς ΘΑ ΡΘΟΎΝ ΤΑ ΝΕΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ;
Εντάξει, όποτε έρθουν...
Φεύγω τώρα καλέ μου φίλε,
θα ξανακούσω κάτι από την λατρεμένη μου ταινία,
αλήθεια, θυμάσαι τίποτε;
Να θυμάσαι,
δεν διαθέτω μόνο αγάπη,
έχω τα κότσια και να την υπερασπιστώ...
Αν δεν είναι δέντρο για να απλώσει κάτω από την φτερούγα του κι άλλους ανθρώπους της κόβω τα πόδια και φεύγω.
Χρειάζεται και να φεύγεις..
Άσε με τώρα,
άκου αυτόν τον μικρό διόλογο και θυμήσου τα όλα....

2-10-2013
Ο άντρας με τον κανελί σκύλο ανέβαινε έναν λοφίσκο γεμάτο πεύκους , Στην κορυφή του δρόμου , βρισκόταν το σπίτι του.
Κάποια στιγμή ,ακριβώς από πίσω του, άκουσε ένα γυναικείο λαχάνιασμα.
Γύρισε και είδε μια ξανθιά γυναίκα που του χαμογέλασε ανάλαφρα.
Είχε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο και μάτια που κάποτε, πρέπει ήταν κεντριά.
Το βλέμμα της στάθηκε σε ένα μέρος της σπονδυλικής του στήλης κι ένα άλλο σ...τάθηκε σε μια από τις φλούδες της καρδιάς του.
-Μένετε εδώ; Ψάχνω την οδό...του είπε και έδιωξε από τα μάτια της μια φράτζα.
-Ναι, ειστε στο σωστό σημείο, μόνο που χρειάζεται να μου πείτε τον αριθμό που θέλετε, γιατί τα νούμερα πηγαίνουν ανάποδα εδώ..της απάντησε, και ο σκύλος που τον έλεγαν Ρεξ άρχισε να βαριέται και πήγε προς το μέρος της.
Την μύρισε και κάθισε δίπλα της ακίνητος.
-ΧΑ χα , πρώτη φορά το κάνει αυτό, συνήθως ζηλεύει τις γυναίκες, τι λέτε πάμε μαζί εκεί που θέλετε; Ο Ρεξ δεν θα ήθελε από ότι βλέπω να σας αφήσουμε να περπατάτε άσκοπα.
-Με μεγάλη μου χαρά, είπε η γυναίκα κι έτεινε το χέρι της λέγοντας, Μαργαρίτα, εσείς;
-Ιάσωνας, χάρηκα πολύ Μαργαρίτα.
-Μυρίζει η χτεσινή βροχή, είπε εκείνη χαμηλόφωνα, πολύ όμορφα είναι.
-Ναι, απάντησε ο άντρας και είδε τον Ρεξ να προχωρά δίπλα της.
-Μου θυμίζεις μια φράση του Έρμαν Έσσε, Μαργαρίτα, από το μυθιστόρημα Ντέμιαν..
-Αλήθεια; Αγαπώ πολύ αυτόν τον συγγραφέα και ειδικά αυτό το έργο του, τι παράξενο! Ποιά φράση ακριβώς;
-Δεν γύρευα τίποτ άλλο από το να προσπαθώ να ζω σύμφωνα με ότι πιό αληθινό υπήρχε μέσα μου. Γιατί ,άραγε τόσο δύσκολο;
Η γυναίκα εντυπωσιάστηκε. Στάθηκε ακίνητη και τον κοίταξε έντονα. έμοιαζε σαν κάποιος να σκηνοθετούσε μια σκηνή από πριν.Βασικά έμοιαζε σαν κάπου να τον ήξερε. Σαν να ήταν κάποτε κλεισμένοι σε μια γυάλινη μπαλλα του χρόνου και κάπου ενώ στριφογύριζαν μαζί η μπάλα σταμάτησε ανγκάζοντας τους να απομακρυνθούν.
Ήξερε ακριβώς τι θα του πει με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα..
-Κάθε ανθρώπου η ζωή είναι ένας δρόμος μέσα στον εαυτό του, μια προσπάθεια να βρει κάποιο δρόμο, το ίχνος ενός μονοπατιού.
΄Κανείς ποτέ δεν υπήρξε ολότελα ο εαυτός του, ωστόσο ο καθένας αγωνίζεται να το πετύχει, και ο κουτός και ο ευφυής, όσο καλύτερα μπορεί.
Τα μάτια της πετούσαν φωτιές.
ΚΙ εκείνου επίσης.
-Δεν μου έχει ξανατύχει κάτι τέτοιο, είπε με τον Ρεξ να πηδάει στον αέρα δίπλα του λες και καταλάβαινε κάτι από αυτό το ιδιαίτερο γεγονός.
-Ούτε εμένα, να σου πω κάτι; Δεν θα πάω εκεί που ήθελα αρχικά, προτιμώ να πάμε μια βόλτα οι τρείς μας, μπορείς;
Συμφώνησε με μια χαρά που δεν κρυβόταν κι άρχισαν να περπατάνε.
Καθώς περπατούσαν κι άκουγαν τις ανάσες τους σκέφτονταν ταυτόχρονα πως δεν ήταν το παράξενο η αγάπη στον ίδιο συγγραφέα.
Ήταν πως πολύ τελευταία είχαν αποφασίσει να αφεθούν χωρίς προλήψεις και ενδοιασμούς στην καθημερινή μαγεία των πραγμάτων, ακόμη κι αυτών που φαίνονταν ασήμαντων...
Λίγα λεπτά καθυστέρησης στο μετρό εκείνη και λίγα λεπτά να μην καθυστερούσε ο Ρεξ μυρίζοντας ώσπου να αποφασίσει που θα μαρκάρει την περιοχή του, πιθανόν να μην ειχαν βρεθεί.
Έμοιαζε σπουδαίο σαν γεγονός.
Ακόμη πιό σπουδαίο ήταν πως το ήξεραν, ήξεραν την σπουδαιότητα του γεγονότος..
Κάποια πράγματα είναι να γίνουν, κάποια άλλα όχι.
Επίσης σπουδαίο είναι να διακρίνεις πίσω από αυτά που φαίνονται ασήμαντα την μαγεία.
Τίποτε τελικά δεν είναι τυχαίο ή τουλάχιστον έτσι έχει διαπιστωθεί για να μην είμαστε απόλυτοι από τους περισσότερους...
Στο μεταξύ από τους ιδρωμένους πόρους του δέρματος τους έβγαινε ένα πολύ ωραίο άρωμα. Το μύριζαν κι οι δύο και αναστατώνονταν.
Μυστικά για να μην κάνουν θόρυβο με κάποια κίνηση και σπάσει ο αόρατος κρίκος της μαγείας...

(Μιλώντας, για την καθημερινή μαγεία των πραγμάτων..)
Δεν σε ξέχασε ποτέ.
Μπορεί να το ξέρεις, καθώς κοιτάς την φωτογραφία της. Εκείνη επιμένει πως καταλαβαίνει τις σκέψεις σου, τις γεμάτες ένταση ώρες.
Της είπα, άκουσε Έλλη , αυτά που λες ,είναι πέραν της λογικής.
(Και ποιός σου είπε πως εμείς οι δυό υπήρξαμε ποτέ λογικοί; Αυτή η παραδοξολογία της λογικής πάντα μας άφηνε αδιάφορους).
Αυτό μου απαντά και μπορώ ως ένα σημείο να το καταλάβω.
Δεν ξέρω π...όσο μπορώ να καταλάβω και πόσο μπορώ να μου επιτρέψω, δεν θέλω να παραβιάσω ιδιωτικές υποθέσεις.
Δεν σε ξέχασε ποτέ. Ισχυρίζεται με αληθινή πειθώ πως όταν σε σκέφτεται ένα ωστικό κύμα την πετάει στην ακτή.
Πως αφέθηκε μαζί σου πολύ πιό μακριά από έναν Ωκεανό.
Μετά τον Ωκεανό.
Μαζί σου άρχισε να αλλάζει, να μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο.
όχι άλλο από αυτό που είναι.
Αυτό που ήταν πάντα και δεν το ήξερε, που δεν το άκουγε όσο και να της το έλεγαν οι άλλοι.
Ποτέ δεν υπήρξατε μαζί. Κι όμως η επίδραση σου ήταν καταλυτική.
Έχουν περάσει κοντά δυό χρόνια.
Κι όμως, μου περιγράφει την συνάντηση σας σαν να συνέβη χτές.
Πέρασε δύσκολα όταν σε έβγαλε υποτίθεται από την ζωή της, την συνέχισε με ανθρώπους που κανείς δεν της ξυπνούσε την αξία της αφοσίωσης. Του θαυμασμού. Του μεγάλου έρωτα.
Αισθάνθηκε πολύ αδύναμη.
Εκτέθηκε σε κινδύνους που αφορούσαν την υγεία της. όΜΩς τα πέρασε, τώρα είναι πιό δυνατή από ποτέ.
Μου λέει πως κρατάει πια κι ένα σπαθί στο χερι και κόβει τα ανθρώπινα αγκάθια, τα κατακάθια ενός 'αχρηστου πικρού βίου, όταν συναντάει τέτοιους ανθρώπους φεύγει μακριά.
Και μετά δεν θυμάται ούτε την σκιά τους...
Δεν θέλησε, μου λέει, ποτέ να ΄σε πιέσει, και να σε κάνει να καταλάβεις με τεχνάσματα ,τον μεγάλο έρωτα που της ενέπνευσες, και την αφοσίωση.
Ξέρω, καταλαβαίνω, είναι καταστάσεις που δεν συμβαίνουν συχνά.
Δεν βρίσκεται κάθε ημέρα μια εξοντωτική δύναμη να σε πετάει έξω από τα λεπτά όρια σου και να εκτεθείς απέναντι σε έναν άνθρωπο.
Να βγάζει ρίζες σαν δέντρο μέσα σου και να τον κουβαλάς με τόση τρυφερότητα για να μην σπάσει και διαλυθεί.
Ακόμη ισχυρίζεται πως σε ήξερε από πριν.
Είναι από αυτά που ο άνθρωπος τα ονόμασε μοίρα για να προσδώσει την άγνωστη φύση της δύναμης του ανθρώπου.
Την βλεπω συχνά,
μπαίνει σε σχέσεις που δεν τις διατηρεί μόλις αρχίσει και χλομιάζει η σωματική ένταση,
της τονίζω πως βρίσκεται στην πιό λαμπερή εκδοχή της, κι αυτή μου λέει κοιτώντας με κάτω από τις πυκνές βλεφαρίδες της πως αυτό οφείλεται σε εσένα.
Να σου πω κάτι;
Είναι η πρώτη φορά που πιστεύω κάτι που δεν έχει καμμία λογική.
Γιατί πως γίνεται να μην συνυπάρχεις με κάποιον άλλον και να πιστεύεις πως υπάρχετε μαζί;
Μοιάζει ολότελα παράλογο. Ένας ψυχολόγος θα μας αποδείκνυε με επιχειρήματα πως όλα αυτά είναι στο μυαλό της.
Κι όμως, αν μπορούσα να διαβάσω τις μυστικές του σκέψεις ίσως να έβλεπα πως κι αυτός σημαδεύτηκε κάποτε από μια δύναμη τέτοια, χωρίς λογική και ελεγχο.
Και τώρα χρειάζεται να μάθεις και κάτι ακόμη.
Αυτήν την γυναίκα την αγαπώ λίγο πριν σε γνωρίσει.
Αλλά η παρουσία-απουσία σου δεν με άφησε ποτέ να της το ομολογήσω.
Όχι εξαιτίας του φόβου μιας απόρριψης.
Αλλά γιατί προτίμησα να είμαι δίπλα της σαν φίλος.
Είναι παράξενο , δεν σε ξέρω, αλλά μας κρατά και τους τρείς μας ένας αόρατος κρίκος.
Εσύ μέσα στην άγνοια των πραγμάτων μοιάζει να είσαι ο πιό άνετος.
Δεν θα σου πω κάτι άλλο.
Δεν ξέρω για εσένα.
Πάντως η Έλλη κι εγώ είμαστε τυχεροί μέσα στην άδικη ίσως μοίρα.
Η ειμαρμένη μας μοιάζει σαν πεταλούδα που υποφέρει από ίλιγγο.
Υποφέρουμε, πάσχουμε αλλά συνεχώς αλλάζουμε.
Κι η τελική μεταμόρφωση μας σίγουρα δεν θα είναι κάτι στατικό.
Ο άγνωστος φίλος σου
Κ.Χ

(Η επιστολή, αφορά μια πεταλούδα που υποφέρει από ίλιγγο)