Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Τα αρμυρίκια, γλείφουν με το θρόισμα του αέρα απαλά τους γλουτούς μιας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι γάτα, η άμμος στάζει χρυσάφια, τα μικρά βότσαλα κινούνται ανάμεσα στα μικρά ψάρια σαν κατάσκοποι. Κοιτάζω τις επιδερμίδες, χαιδεμένες κόρες από τον 'ηλιο, ακολουθώ έναν άλλο δρόμο από εκείνον της πόλης, είναι αυτός της βραδύτητας. Κινούμαι αργά, ανάμεσα στα χείλια ενός κοχυλιού, φυσάω στόματα που ξεχνούν τις λέξεις, τα αυστηρά νοήματα τα θάψαμε εδώ πέρα, τις ιδεοληψίες, τα ψώνια που κινούνται γύρω από το εγώ τους, εδώ ανασύρουμε τους μύστες των αισθήσεων και μιας αισθητικής που περιέχει θάλασσα. Η βραδύτητα, αυτή είναι τώρα η μητέρα μου. Λυπάμαι όλους αυτούς που ζουν με την ιδέα της ανάπαυλας της συγκίνησης. Μαζεύω μικρές μαύρες πέτρες, τις βάζω δίπλα στο κραγιόν μου που στάζει κοράλλια, θα τις χαρίσω κάπου που θα αγαπηθούν. Εδώ έχω φίλους από χρυσάφι, εδώ κοιμάται ο πατέρας μου, ο παππούς, η γιαγιά μου κι ο αγαπημένος φίλος μου. Εδώ τους μιλάω σαν μύστης της βραδύτητας. Και γλιστράω σαν μετάξι στα δάχτυλα ενός άγνωστου θεού. Μεταξένιες ημέρες
Κράτησε το πρόσωπο της στα χέρια του, έμπηξε το στόμα του μέσα στο δικό της, μικρές πτυχές επιθυμίας άνοιγαν τις δαγκάνες τους, το στήθος της έγινε μέλι,το μέλι άρχισε να τρέχει επάνω στα μαύρα ρόδα της άθλιας πόλης και τα έβαφε στα χρώματα του ουράνιου τόξου, ριπές σκοταδιού εξοστρακίζονταν στον Βορρά, πουλιά που ετοίμαζαν μετακινήσεις αποδημητικές άλλαξαν γνώμη καθώς το πρώτο από αυτά πέταξε αντίθετα, τα σύννεφα χαμογέλασαν σχηματίζοντας σχήματα ποικίλα (Τι είσαι, πες μου τι είσαι, από που έρχεσαι και που με πας;) Της είπε και ρούφηξε το υγρό της στόμα. (Είμαι ότι κι εσύ, δεν είμαι κάτι άλλο) (Μα δεν είσαι σαν τις άλλες) , είπε και την κόλλησε επάνω του. Την μύριζε, την κένταγε με όλη του την ουσία κι εκείνη έκανε ακριβώς το ίδιο χωρίς να την αφήνει ο ίλιγγος και οι καταφάσεις, καταφάσεις κι όχι αρνήσεις. (Δεν θέλω να σε ρωτήσω τίποτε), του είπε μέσα στο αυτί κι αυτός γέλασε. Τα μάτια τους χωρούσαν περισσότερα από όσα μπορούν να αντέξουν. Η τεράστια παγίδα του θανάτου θύμισε αυτήν του έρωτα. (Είναι δύσκολο να μου έρχονται τόσες ερωτήσεις και εγώ να τις πνίγω ηθελημένα), του είπε και τα μάτια της θάμπωσαν από δυο ρουμπίνια που ήταν δάκρυα. Τα ρούφηξε απαλά, έπειτα της φύσηξε στο πρόσωπο αόριστες υποσχέσεις, έτσι το αισθανόταν εκείνη, αν κι ήταν αντίθετη στις υποσχέσεις.. Οι ανάσες κοφτές σαν μαχαίρια. (Καίγομαι), του είπε κι άνοιξε τα πρώτα κουμπιά του φουστανιού της. Αυτός την σήκωσε ψηλά. (Βλέπεις τον ουρανό; Εδώ είμαστε Βέρα, είμαστε σε μια διασταύρωση του ουρανού, είμαστε εσύ κι εγώ σαν μια εικόνα που προβάλλεται σε μια αόρατη οθόνη και είναι η ελεγεία του έρωτα. Θα σε αφήσω να με κατασπαράξεις, εσύ; Θα με αφήσεις;) (Και βέβαια θα σε αφήσω), είπε κι ένιωσε τα χέρια του να πνίγουν τα στήθια της σαν να ήταν πουλιά που πιάστηκαν στην παγίδα. (Είμαι ευτυχισμένη), είπε. (Κι εγώ, δεν θα σου πω να μην το λέμε, είναι ηλίθιοι όσοι δεν το λένε). Ένας άστεγος βρήκε το παγκάκι του και ξάπλωσε. Ήταν νωρίς απόγευμα. Αυτός πήρε ένα χαρτί από το πακέτο με τα τσιγάρα του, κάτι έγραψε και μόλις είδε τον άστεγο να κλείνει τα μάτια του, το άφησε επάνω στο στήθος του αφού το τύλιξε με ένα χαρτονόμισμα, την τράβηξε κι άρχισαν να τρέχουν. (Τι του έγραψες;) ρώτησε και το πρόσωπο της έβγαζε λάμψεις ζωντάνιας και ομορφιάς. (Πως είμαι ευτυχισμένος, πως είμαστε ευτυχισμένοι). (Και μετά;) (Δεν υπάρχει μετά μωρό μου, υπάρχει μόνο αυτό, αυτό και μόνο κάνει την πόλη να σηκωθεί να χορέψει όπως κάποτε, θες να πα΄με κάπου να χορέψουμε ροκ εντ ρολ;) Εκείνη αντί απάντησης βούλιαξε στην αγκαλιά του. Ένας πυκνός σχηματισμός από πουλιά πέρασε πάνω από το κεφάλι τους. Η Βέρα κι ο Ιάσονας μπήκαν σε ένα από τα πιο παλιά μπαρ της πόλης. Το μπαρ αυτό είχε τζουκ μποξ. Ήταν εν ενεργεία όπως κι οι θαμώνες του. (Η Βέρα κι ο Ιάσονας στο κέντρο της πόλης)
Σύγχρονες Μήδειες συγχρωτίζονται με την δόνηση της τρέλας, της ψυχικής οδύνης τα μάτια κοιτούν, σκοτώνοντας τα τα απόβλητα παιδιά τους. Ποτέ τον ομφάλιο λώρο με τα δόντια δεν τον κόβουν, τον φτιάχνουν μια μεταξωτή κλωστή, και στον λαιμό των τέκνων τους, τον δένουν. 'Αλλα παιδιά είναι τυχερά και την όψιμη <<παιδεία>> της βαναυσότητας και της αυταρχικής συμπεριφοράς των μητέρων τους τα κάνουν τέχνη, γράφοντας αβίαστα ιστορίες και λατρεύονται από το αδηφάγο κοινό, εκτός από την μητέρα τους που καμία τους πράξη δεν θεμελιώνει σαν αγάπη και εκτίμηση. Ακόμη και το μάτι του θεού, αν τα τέκνα τους ζωγράφιζαν, ή εγραφαν γι αυτό, εκείνες πάλι θα το διαπόμπευαν ως περιττό, ή άχρηστο έργο, όπου η οκνηρία και η αχαλίνωτη φαντασία το καλιλτέχνησε, κι εξόριστο γι αυτές, θα είναι. Η αυτοεκτίμηση θα ρθει σιγά σιγά από τον εαυτό τους ή δεν θα ρθει ποτέ ψάχνοντας μέσα σε αγνώστους που προβιά προβάτων φορούν, λίγη τρυφερότητα, λίγη αγάπη, λίγη εκτίμηση για την ύπαρξη τους ή για το έργο τους. Και σε μια γωνιά θα πεταχτούν σαν σφάγια , ύστερα σκληρά θα ροκανίσει ένα όρνιο τα απομεινάρια τους. Οι σύγχρονες Μήδειες, είναι πιο σκληρές από εκείνη της μυθοπλασίας. Η ύπαρξη τους θα κατατρέχει ως τον θάνατο τους τα άτυχα τέκνα τους, θα πετούν δηλητήριο στην καρδιά τους κάνοντας τα ετοιμες αυριανές Μήδειες κι αυτά, ή, ένας κύκλος μάταιος θα επαναλαμβάνεται,( μάνα ζητώ να με αγαπήσεις), θα λένε πίσω από τα δόντια τους κι αυτές καταλαβαίνοντας θα δίνουν ειρωνεία και κατάκριση ως τα ύστερα χρόνια τους. Είναι κι αυτές που δεν τους φαίνεται, δένουν με έναν φαλλό κι αιδοίο πίσω από την πλάτη τους τα τέκνα τα άμοιρα και τα κάνουν να χαίρονται μονάχα όσο η μάνα χαίρεται, αναπνέουν μόνο γιατί ανασαίνει η μάνα. Κανέναν εραστή, καμία ερωμένη δεν θα αγαπήσουν εκτός της σύγχρονης Μήδειας. Θυμήσου τον Μπωντλαιρ, τον Ρεμπώ, τον Κάφκα, τον Προυστ και όλου του λογοτεχνικού δέντρου, τα κλαδιά δες, κι απόλαυσε τους καρπούς του. Γιατί αυτοί έργο καυτό έκαναν για τους επόμενους, γιατί η ανθρωπότητα ευεργετήθηκε από αυτούς κι έζησαν με την δίψα της ζωής και έκαναν υπέρβαση στα όρια τα αόρατα της μηχανής που ξερνά ανθρωποειδή και ρομπότ. Η σύγχρονη Μήδεια είναι πρόσωπο τραγικό όπως εκείνη της μυθοπλασίας. Αλλά αν μπορούσα να τις σκοτώσω με τα λόγια θα το έκανα, η μισή δυστυχία του κόσμου σε αυτές οφείλεται, στα σύγχρονα τέρατα που αίμα έχουν από ερπετό, τραγικότερα πρόσωπα από αυτές, τα τέκνα τους, που ψάχνουν μια ταυτότητα μέσα στην τραγικότητα και την άβυσσο της ζωής. Που ψάχνουν ματωμένα πριν ακόμη βγουν από την άστοργη μήτρα της μητέρας τους αγάπη και φως ανάμεσα στους ανθρώπους. Φοβισμένα κοιτούν την εξέλιξη του πιο σκοτεινού κι αδίστακτου είδους που λέγεται άνθρωπος.. Κι όμως! Τι κρίμα, ενώ, ο άνθρωπος ,γεννήθηκε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ήλιου, την καλοσύνη και την αγάπη δεν μπορεί να δει.. -Σύγχρονες Μήδειες- Υγ. Αφιερωμένο στην Λ. και στην κουβέντα που κάναμε χτες στον διάδρομο του νοσοκομείου...και στην <<δηλητηριώδη αγάπη>> που την δένει με την μητέρα της..

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Στο διπλανό κρεβάτι του νοσοκομείου είναι ξαπλωμένη μια νέα γυναίκα που πάσχει από επιληψία. Την κοιτάζει η μητέρα της που είναι 86 χρονών. Σήμερα κοιμήθηκε μαζί της και το πρωί έφυγε. Η γυναίκα είναι αδύνατον να φάει μόνη της, όταν ήρθε ο γιατρός την βοήθησε λίγο και μετά έμεινε μόνη της προσπαθώντας με τα χέρια σαν κρεμασμένα μιας μαριονέτας, την βοήθησα να φάει σιγά σιγά, το νάτριο της είχε πέσει πολύ χαμηλά και ήταν σε κατάρρευση, τώρα με την θεραπεία κάπως έχει πάρει τα πάνω της αφού κατορθώνει να μιλάει αρκετά κατανοητά. Η ζωή μου, τα έφερε έτσι ώστε να έχω επισκεφτεί για πολλούς διαφορετικούς λόγους τα περισσότερα νοσοκομεία της πόλης που κατοικώ. Από πέντε χρονών σχεδόν για τον πατέρα μου κι ύστερα για όλους τους άλλους. Συνηθίζω να λέω πως ότι είναι επαναλαμβανόμενο έχει να μας δώσει κάποιο μάθημα αλλά μάλλον εδώ δεν ισχύει. Απλά έχω ευαίσθητους στην αρρώστια συγγενείς. Παρατηρούσα στα δωμάτια τους ασθενείς.Ίχνος σπίθας από έρωτα στα μάτια. Ο άνθρωπος αρρωσταίνει όταν δεν έχει έρωτα, όταν δεν είναι ερωτευμένος με την ζωή ή ένα πρόσωπο ή την δημιουργία, τότε ακριβώς η ψυχή του βγάζει μια μεγάλη κραυγή και την ακούει το σώμα του φιλοξενώντας την μέσα του, την κάνει δέντρο που απλώνει τα ασθενικά κλαδιά του μέσα του και υποκύπτει στην αρρώστια. Ο έρωτας είναι το φαγητό και το νερό της καρδιάς. Αν δεν χτυπά η καρδιά σου στον ρυθμό του τότε σε σαρώνει η άσφαλτος του σκοταδιού. Και τότε φίλε μου φιλοξενείσαι στην χώρα της απώλειας. Ο ΆΝΘΡΩΠΟς υπάρχει μόνο όταν είναι ερωτευμένος. Η καρδιά μου μάτωσε στην σκέψη της μοναχικής κοπέλας που υποφέρει από επιληψία.. Οφείλεις να σκεφτείς πως είμαστε ένα τίποτε και τα πα΄ντα.. Τα πάντα είσαι όταν ο ουρανός κυλά μέσα σου, αυτό σημαίνει είσαι απόλυτα ερωτευμένος. Αυτό που θα θελα για μια μέρα είναι ένα μαγικό λυχνάρι. Να το τρίψω μια νύχτα κι όλα τα νοσοκομεία να γεμίσουν από την ερωτική απόλαυση. Ο ανίκητος μαχητής να σαρώσει γιατρούς κι ασθενείς. θυμάμαι τον υπέροχο Τζακ στην <<φωλιά του κούκου>>... Η ζωή είναι εξαιρετική και μαγική. Στο μεταξύ ετοιμάζομαι για την απόβαση στο νησί μου. Αδημονώ να ξαπλώσω στο χώμα αυτής της άγριας και γλυκιάς γυναίκας που λέγεται Αμοργός.. Και να ξεχάσω την επιληπτική στο διπλανό κρεβάτι της μητέρας μου.. Πάντα ξεχνάω τα άσχημα, τα θυμάμαι όταν χρειάζεται να μου θυμίσω πόσο δυνατή έχω υπάρξει.. Δεν είναι κακό.. Είμαι μεγάλο παιδί πια και ξέρω... (Μεταξύ ετοιμασιών για την απόβαση στο νησί και νοσοκομείου, Κρόνος είναι αυτός, αλλά θα τον τσακίσω, δεν θα με τσακίσει ο παπάρας...)
Στο λεξικό μου, υπάρχει η ορθογραφία της αβύσσου, άνευ όρων κι άνευ προυποθέσεων το δόσιμο κι οι μάχες, η αλήθεια καίει σε αόρατα καζάνια, στο πάθος παύση καμία, διαβάζω τα χέρια των <<καταραμένων>> και των<< ευλογημένων>>, αφροδισιάζομαι κι αιμορραγώ, να σταματήσω να απορώ , να αγαπώ και να ρωτάω είναι αδύνατον, θα στέκομαι πάντα δίπλα σε αυτούς που επικηρυγμένοι είναι χωρίς να έχουν ίχνος γελοιότητας, το μαχαίρι στην πλάτη που μου έσκαψαν αφήνω, από την πληγή του αμολούν χιλιάδες άνθη, ναι, από τις στάχτες μου ξαναγεννιέμαι.. -Σκορπιός-

Την ακολουθούσε για ώρα, ήξερε βαθιά μέσα του πως η άγνωστη γυναίκα γνώριζε πως μετά το τέλος του έργου σε εκείνον τον παλιό κινηματογράφο θα ακολουθούσε τα βήματα της. Μελαχρινός , ψηλός , ευγενικός και απρόσιτος, μύριζε το άρωμα της σαν πάνθηρας στο κλουβί. Εκείνη μια γαζέλα με πλούσια κόκκινα μαλλιά φτιαγμένα σε μπούκλες. Τα τακούνια της έφτιαχναν ήχους μεταλλικούς επάνω στο πλακόστρωτο κι οι λαγόνες της εκτόξευαν την επιθυμία του σε ένα σύμπαν με πλάσματα κι αισθήσεις βαθιές και αδύνατες στο να καμφθούν. Ήθελαν την απελευθέρωση τους για να συντονιστούν με εκείνες της άγνωστης γυναίκας κι αυτό ήταν ζήτημα επείγον. Ήξερε πως σαν γυναίκα ήθελε τον χρόνο της, δεν θα του δινόταν έτσι απλά κι εύκολα, όχι γιατί ήταν από αυτές που τσιγκουνεύονταν το δόσιμο τους, απλά ήθελε να τραβήξει τον ερεθισμό και των δυο τους από κάποιο αόρατο σχοινί. Οι λαγόνες σταμάτησαν να κινούνται στο φανάρι, και δυο τεράστια μαύρα μάτια, με ένα υπέροχο λευκό τονισμένο γύρω τους καρφώθηκαν επάνω του. Σαν να τον πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα όταν την άκουσε να μιλάει με εκείνο το στόμα που μύριζε όλα τα έντονα φρούτα του δάσους με τονισμένο το βατόμουρο. (Σε ποιο σπίτι θα πάμε, στο δικό σου ή στο δικό μου;) είπε και για πρώτη φορά σκέφτηκε πως στα 56 του χρόνια και μετά από τόσες γυναίκες που είχαν περάσει από την ζωή του καμία δεν τον είχε διεγείρει με τις λέξεις και την φυσική της παρουσία. (Στο δικό μου αν θες, είναι εδώ κοντά στο κέντρο),της απάντησε και ρούφηξε τα μάτια της μέσα στα δικά του. Σε ένα στενό όπου το ηλεκτρικό φως σχεδόν δεν υπήρχε, κόλλησε επάνω του. Το στόμα της εγκλώβισε γλυκά το δικό του. Ένα ήπιο κεντρί άρχισε να ρουφά το νέκταρ του και να του δίνει το δικό της. Η γλώσσα της δεν ήταν κοφτή, άπλωνε τα μαλακά της μόρια μέσα στο στόμα του κι άγγιζε την δική του χωρίς δισταγμό. (Σε θέλω), είπε απλά εκείνος κι ένιωσε τα νύχια της να χαιδεύουν τον σβέρκο του . (Κι εγώ), απάντησε αυτή και μαλακοί βόγκοι του λάρυγγα ανέβαιναν από τα σφιγμένα σπλάχνα της και έρχονταν στα δικά του. Ένα κύμα πόθου τους έριξε στη γη κι ένα άλλο τους ανάγκασε σχεδόν να πετάξουν στο σπίτι του. (Μην μου ζητήσεις το όνομα μου), του είπε καθώς ήδη έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλο κι η κρεβατοκάμαρα άρχισε να μοιάζει με μια μικρογραφία του χάους. (Ούτε εσύ), είπε αυτός κι έσκισε σχεδόν τα ρούχα της. Η επιδερμίδα της έμοιαζε σαν φίλντισι που ζητούσε επίμονα την διερεύνηση της από τα χέρια του. Τα δάχτυλα του ήταν μακριά και λεπτά, στην αρχή έτρεμαν, μα στην συνέχεια άρχισαν να καλοπιάνουν το αγρίμι που έκρυβε μέσα της αγγίζονταν την. (Θα ζωγραφίσω στην κοιλιά σου), της ειπε. Εκείνη συμφώνησε βογγώντας... Με τις άκρες των δακτύλων του άρχισε να φτιάχνει κύκλους γύρω από τις ρώγες της αναγκάζοντας την γυναίκα να τεντώσει το σώμα της σαν τόξο. Το αγρίμι είχε βγει από την φυλακή του κι έψαχνε για τροφή.. Μετά τράβηξε γύρω από τον αφαλό της, άρχισε να φτιάχνει αόρατες γραμμές, πότε κύκλους, πότε ρόμβους και ξανά κύκλους.. Εκείνη του τραβούσε τα μαλλιά.. (Οι πλανήτες στρέφονται γύρω από τον ήλιο), της είπε κάνοντας έναν μεγάλο κύκλο στο ηλιακό πλέγμα της. Οι κόκκινες φλόγες των μαλλιών της συστρέφονταν σαν δαιμονισμένες επάνω στο μαξιλάρι. (Κάνε με δική σου), του ψιθύρισε λίγο επιτακτικά. Η οικειότητα των χαδιών τους ήταν σαν να είχε μελετηθεί χρόνια πριν. (Είσαι τόσο γυναίκα μα και τόσο κυρία, αυτό πρώτη φορά μου συμβαίνει). (Τι θες να πεις, είσαι από αυτούς τους γελοίους που όταν μια γυναίκα δινεται γρήγορα την λένε εύκολη και πόρνη;), είπε και τα μάτια της έλαμψαν με ειρωνεία ενώ σηκώθηκε τυλίγοντας το σεντόνι γύρω της και άναψε το μικρό φως δίπλα της. Στηριγμένη στην πλάτη του κρεβατιού τον κοίταζε με απερίγραπτη κακία. (Δεν είμαι μαλάκας να ενοχοποιήσω τον πόθο μας , ούτε ευνουχισμένος ώστε να αποδείξω πόσο άντρας είμαι ή δεν είμαι, αυτό που θέλω να πω, είναι αυτό το κομψό περιτύλιγμα των τρόπων σου, είσαι ένα θηλυκό που η άγρια ομορφιά κι η θηλυκότητα του δεν στερεί κάτι από την κυρία που είσαι). Του χαμογέλασε. (Ξέρεις να μιλάς και να βλέπεις, είσαι έμπειρος αλλά κι έξυπνος άνθρωπος κι αυτό μου αρέσει απίστευτα. Θέλω να πω, έχω γνωρίσει άντρες παιδαρέλια που ή το βάζουν στα πόδια σχετικά γρήγορα ή θέλουν να έχουν αποκλειστικότητες χωρίς να έχουν αξία οι ίδιοι, ανίκανοι κι εκδικητικοί σαν οχιές. Ξέρεις, οι αρσενικές οχιές κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από τις γυναικείες). Αυτά είπε και ξάπλωσε κολλώντας επάνω του. Φιλήθηκαν. Άναψαν τσιγάρο μετά από ώρα. Ήπιαν κόκκινο κρασί. Ψιθύρισαν, φώναξαν , αναμετρήθηκαν. Όταν είδαν πως ήταν ισότιμοι στην αναμέτρηση χύθηκαν ο ένας μέσα στον άλλον... Είχαν πάνω από χρόνο να δουν κάποιον ισότιμο τους. Δεν έκρυψαν τίποτε από τον εαυτό τους. Όταν αυτός πετούσε με τον φαλλό του μέσα της εκείνη άρχισε να νιώθει χιλιάδες πεταλούδες να βγαίνουν από τα λαγόνια της, στροβιλίστηκαν στον αφαλό της, πέταξαν σε όλο της το σώμα και βρέθηκε μαζί του, στο ταβάνι. Κουνιόνταν μανιασμένα κι οι δυο τους και ξαφνικά βρέθηκαν κρεμασμένοι από μια αόρατη κλωστή.Αυτή που κρεμόταν ανάμεσα γης και ουρανού. Η εξέγερση των αισθήσεων δεν είχε απλά συντελεστεί. Τώρα ανακάλυπταν και μια άλλη. Αυτήν, την πέραν της οικειότητας ή ενός ανθρώπινου κάρμα... Άρχισαν να χύνουν υγρά που φωσφόριζαν κι ανακατεύτηκαν με το γάλα του ουρανού. Οι πλανήτες που εκείνος είχε ζωγραφίσει στο σώμα της τώρα είχαν ζωντανέψει και ταξίδευαν ανάμεσα τους κραυγάζοντας και μεθυσμένοι από μια πρωτόγνωρη έκσταση. Ήταν ισότιμοι. Κι άρχισαν να ερωτεύονται ο ένας τον άλλον. Με μια πρωτόγνωρη μέθη. Σαν να μεταμορφώνονταν σε πεταλούδες και αστέρια.. Κι ΌΜΩς, δυο απλοί άνθρωποι ήταν. Ενας άντρας και μια γυναίκα.. - Η ερωτική τέχνη της ένωσης-
Ένας άνθρωπος, που αγαπά την αίσθηση του κινδύνου, για την ηδονή του ιλίγγου που προσφέρει, καθώς και για τις πνευματικές ανατάσεις και διερευνήσεις ,μου είναι πολύ αγαπητός, γιατί, εκτός αυτών κατέχει και το πως να μην φέρει τον άλλον σε επικίνδυνη θέση εκτός κι αν ο ίδιος του το επιτρέψει. Ένας άνθρωπος , που νομίζει πως αγαπά την αίσθηση του κινδύνου αλλά παραμένει αδρανής και ουδέτερος στις εντάσεις και στον ίδιο τον ίλιγγο σαφώς το μόνο που θα κάνει είναι να φέρει οποιονδήποτε άλλον σε δυσκολία εκτός από τον εαυτό του. Αυτός είναι ο τυπικός <<μαλάκας>> που προσπαθεί να παραστήσει κάτι άλλο από τον συνήθη εαυτό του... Το να φέρεις μια <<ετικέτα>> στις ιδιότητες σου είναι αρκετά εύκολο στις μέρες μας, το να τις υποστηρίξεις με τον τρόπο ζωής σου είναι το δύσκολο αλλά και η σφραγίδα σου... Εξάλλου, δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου διερευνητικά, όλο και περισσότερα βλέμματα έχουν την νωθρότητα και την ακαμψία της ματιάς μιας αγελάδας, κι όλο και λιγότερα έχουν την σπιρτάδα του βλέμματος μιας γάτας. Το υπέροχο θα ήταν ο <<μαλάκας>> κάποτε να εξαλειφθεί, ή να λιγοστέψει σαν αριθμός, πράγμα αρκετά αδύνατο, γιατί η εμπειρία του <<δρόμου>> και η παιδεία είναι απαραίτητα για να εξελιχτεί κανείς σε άνθρωπο. ενώ αντίθετα..η ανία και η νωθρότητα είναι πια καθιερωμένα..αγνός και δυνατός αυτός που ζει χωρίς αυτά..
Η καρδιά μου είναι κοιλάδες από νερό, εκεί απαλά στέκονται και κινούνται ανάλογα με τις δονήσεις του υγρότοπου, πλάσματα ποικιλόμορφα και μαγεμένα από την έκσταση. Η έκσταση δεν είναι ένα προσωπικό στοιχείο, χύνεται και ξεκινά από το βαθύτερο κύτταρο του κόσμου. Αυτό που στερούμαστε να νιώθουμε, σαν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εγκλωβίζεται σε ότι αποθαρρύνει την ψυχή να είναι λεύτερη. Θλίψεις, μίσος, ζήλια, πριόνια φιλοδοξίας που κόβουν την καρωτίδα των άλλων. Είμαι εγώ αλλά είμαι κι όλοι. Λέω ;oxi, σε ότι με κάνει πένθιμη ή οκνηρή στις σκέψεις της ευτυχίας, Άσχημο συναίσθημα, σε απελευθερώνω. Φύγε μακριά.. όποιος με 'εβλαψε λέω , σε απελευθερώνω... Οι δυνάμεις του κόσμου είναι αρχαίες και τεράστιες. Μια δόνηση ενός μάντρα πέφτει στο σύμπαν κι αιωρείται επάνω και μέσα σου.. Οι λέξεις μας κάνουν να είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Διαλέγω τις λέξεις αφού έχω ταξιδέψει μαζί τους και με έχουν πάει σε όλα τα πιθανά μέρη όπου οι έννοιες του <<καλού>> και του <<κακού>> με δίδαξαν το μάθημα μου ώσπου να ολοκληρώσω τον περίπατο μου στην γη. Ίσως βρω κάποτε τον ανώτερο εαυτό μου.. Μέχρι τότε θα είμαι γυναίκα και παιδί. Αθώος αλλά και υποψιασμένος. Όχι, Καμιά παραχάραξη στον χαρακτήρα μου δεν θα επιχειρήσω από αδυναμία ή από την πιθανότητα μιας νίκης. ότι είναι χαμένο σήμερα είναι κερδισμένο αύριο.. Αγαπώ το να αγαπώ. Αγαπώ και να αγαπιέμαι. Αυτός ο κόσμος μας ανήκει. Κρύα πλάσματα στην κοίτη της καρδιάς τους κόβουν πάγο και μας ταίζουν ώσπου να παραδοθούμε σε έναν απελπισμένο κόσμο. Ζητούν να γίνουμε όλοι αυτόχειρες. Για να περπατούν μόνοι τους σε τούτον τον πλανήτη. Δεν χρειαζόμαστε στολές παραλλαγής, καρδιά και νου χρειαζόμαστε. Υγιείς κι ευτυχισμένους. όλη η ζωή είναι έρωτας. Κανείς δεν σε ρωτάει αν ήθελες να γεννηθείς, κανείς δεν το επιδιώκει σαν ερωτεύεται. Κάθε ημέρα είναι όλεθρος στον θάνατο. -ΖΕΝ-