Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Υπάρχουν συγκινήσεις που ανοίγουν την καρδιά του ανθρώπου σαν να ταν κορμός που τον έκοψε άγρια ένα πριόνι, ύστερα από την γεύση αυτών των συγκινήσεων, ο μέσα κόσμος του αλλάζει, τόσο ώστε ακόμη κι ο εξωτερικός να μεταμορφώνεται σε άλλον, από αυτόν που ως τώρα ήξερε.
Όταν ο άνθρωπος νιώσει αδύναμος, φοβισμένος και παραιτημένος, αυτές τις συγκινήσεις πολύ απλά τις διακόπτει.
Συμπεριφέρεται σαν να μην τις έζησε ποτέ.
Αλλά το τραγικό είναι πως ακριβώς αυτές οι συγκινήσεις τον μεταμόρφωσαν...
Και στο ύστερα της ζωής του, ακριβώς αυτές τις συγκινήσεις θυμάται, αυτές αναζητά με κόπο και πάθος για να μην πεθάνει.
Γι αυτό ,ο άνθρωπος είναι το πιό παράδοξο ζώο που υπάρχει...,
Κάποτε οι αργοί ρυθμοί κουράζουνε
κι η σιωπή ξεκουφαίνει,
δεν είχαμε κάτι να πούμε γυρνώντας τα μεσάνυχτα,
θυμόμουν κάτι σκόρπιες λέξεις σου ενώ η σελήνη έβραζε πάνω μας,
ένας μεθυσμένος με σκούνηξε σε μια στροφή του δρόμου,
μια γάτα τσακωνόταν με μια άλλη.
Μετά αρκετά τα μεσάνυχτα, έπιανα να θυμάμαι μία μία τις λέξεις,
κάθε μιά από αυτές σαν ιέρεια στα αυτιά μου ψιθύριζε το τέλος,
τέλος σε ότι ελπίζουμε και σε ότι ποθούμε.
... Ξάπλωσα στην κουνιστή πολυθρόνα και κοίταξα έξώ από το παράθυρο.
Αυτή η σελήνη ήταν μια κάποια υπόσχεση στα θαύματα,
πανώρια και ηλεκτρισμένη θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αγαπηθούν.
Κι όλα έπεσαν στην γνωστή ακινησία, χλομιασμένα μικρά παιδιά άνοιγαν το στόμα τους κάνοντας ένα άρρωστο χαμόγελο κάποιου αρλεκίνου.

( Η σοφίτα πανσέληνος)
Οδήγησε με μακριά, όσα με πλήγωσαν ,αίμα από στάχτη,
πάρε με σαν ένα φτερό ινδιάνικο από τον ΜΕγάλο Άνεμο και σκόρπα με,
διέσχισε με το μικρό σου ράμφος τις πληγές μου,
κάνε τις ένα μικρό σχεδίασμα στα μαύρα ρόδα,
άπλωσε τα στο τραπέζι να μ...ιλήσουν.
Γιατί ότι αγάπησα και ερωτεύτηκα ήταν με πάθος.
Βουτούσα στην κόλαση ενώ οι άλλοι ασχολούνταν με την προσωπική τους ψυχαγωγία.
Βουτούσα στον Παράδεισο τις μπλε νύχτες του Αιγαίου.
Νιώσε με,
πριν το βουλοκέρι στην επιστολή του θανάτου μου βάψει με κόκκινη σφραγίδα.
Αγάπησε με.
πριν η αυγή σου δείξει το ακριβό πένθος μιας Ηλέκτρας.
Ο έρωτας είναι παράδοξος,
η αγάπη είναι έκσταση.
Μα σαν κατεβάσει αυλαία το έργο μου εγώ θα τα έχω νιώσει.
Ακούμπησε με στο μαξιλάρι σου κι εγώ θα ονειρευτώ για σένα.
Οι μέρες έρχονται και πάνε, σαν αυτοκίνητα με σπασμένα φρένα.
Σαν κυριακές, όχι Δευτέρες...

(Ο κύκλος του κύκνου)
Βρήκα ένα γυαλό μέσα στην πόλη,
τον θαύμασα, τον ερωτεύτηκα, τον λάτρεψα,
μα γρήγορα, μέσα στο πλήθος, η λατρεία μου λίγο άρχισε να πέφτει,
η μυρωδιά, οι κουβέντες οι πολλές, οι θαυμασμοί , οι εντάσεις, η ματαιότητα της ματαιοδοξίας που επικράτησε για λίγο.
Αυτό αρκετό ήταν να ξεχάσω για λίγο τον γυαλό μου,
τόσο ώστε να ξυπνήσω μια ημέρα με άλλα μάτια από τα δικά μου.
Έφυγα από το πλήθος κι άρχισα να πετάω πίσω μου μικρά ασημένια βότσαλα.
Για να μην ξαναχάσω τον δρόμο για τον γυαλό μου.
Η φροντίδα της τρυφερότητας είναι ατέλειωτη..

(Παιδικό)
Έχω μια συστοιχία συναισθημάτων, ατάκτων και θερμότερων της φωτιάς,
μπορούν να γίνονται νερό,
και φωτιά κι αέρας.
Αν κάποτε, τα συντρίψω θα πει πως ήρθε η ώρα του θανάτου μου,
δεν υπάρχει ζωή χωρίς να μπορείς να την αισθάνεσαι...

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Κείμενο για το Ντεκαβλέ...

Καθόμουν κάπου που προφανώς γινόταν μια παρουσίαση βιβλίου, άκουγα χειροκροτήματα, βρισκόμουν σε άλλο χώρο...
Ξαφνικά μάλλον αυτό τελειώνει και έρχονται εκεί που καθόμουν δεκάδες νέοι άνθρωποι...
Μεταξύ τους κι ένας λεπτός ιπποπόταμος ο οποίος άκουσον άκουσον συστήθηκε σε κάποιους ( γειά σας, είμαι ο τάδε, συγγραφέας)....
Συγγραφέας...
Συγγραφέας..
Κι αμέσως μετά οι νέοι άρχισαν να μιλάνε για τον Κου..και για τις εκλογές..
Μιλούσαν σαν εμάς τους κοντά στα 50 και πέρα..
Εκλογές..
25 το πολύ 30 χρονών άνθρωποι...
Εκλογές...κι όλα τα σκατά της κρίσης...μετά μιλούσαν σαν 60, σαν 70 χρονών...
Fuck the krisis...
Η υπόθεση είναι ντεκαβλέ...
όχι ντεκαυλέ..Ντεκαβλέ..
Κάποιοι στέκονται στο πως γράφεται τελικά το επίθετο Μπουκόφσκι ή Μπουκόβσκι;
( Δικαίως πρέπει να γράφεται σωστά..)
Αλλά το ζητούμενο είναι αυτά που είπε, αυτά που έζησε..η Αμερικάνα Πόρνη που πετά τους ανθρώπους της μακριά σαν δεν έχουν φράγκα..
Δεν έχουν φράγκα, δεν έχουν περίθαλψη,, δεν έχουν φράγκα δεν έχουν τίποτε..
Ούτε η Ρώσικη αρκούδα με αφορά..
Αυτά είναι ντεκαβλέ..
Νέοι άνθρωποι στήνονται σε ουρές για μια θέση..
Κάποτε στο Δημόσιο, κάποτε στον Ιδιωτικό τομέα..
Τομέας...μπλιαχ..τι λέξη...
κάποτε υπήρξα κι εγώ 25, δούλεψα χωρίς μέσον σε ένα μεγάλο κρατικό νοσοκομείο..
Ο προιστάμενος μου την έπεφτε..ταυτόχρονα,.έμαθα τις ρεμούλες, πως έκλεβε από το Δημόσιο για δική του χρήση προμήθειες του νοσκοκομείου...
Άρχισα να μην έχω ανάσα..
Παραιτήθηκα...μπορούσα στα 40 να έχω μια πολύ καλή σύνταξη λόγω του αντικειμένου...
Παραιτήθηκα και από στέλεχος ασφαλιστικής Εταιρείας λίγο μετά...
Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα...
Εταιρεία...ΠΟλυεθνική...μπλιαααχχχχ
Ντεκαβλέ..
όχι, δεν είχα φράγκα στην άκρη, αλλά δεν μπορούσα να πάρω ανάσα...
Αυτά τα παιδιά εδώ; Μπορούν να ανασάνουν;
Κι αν δεν μπορούν πως μιλάνε για εκλογές;
Κι αν μπορούν να πάρουν ανάσα πως μιλάνε για εκλογές;
Τον συγγραφέα- παπάρα έπρεπε να τον πετάξουν στον βόθρο...
Και όλους αυτούς τους παπάρες που έκαναν παρέα με κάποιον ποιητή ο οποίος πετούσε τα έντερα του έξω, πετούσε την καρδιά του, πετούσε στον κόσμο την αγάπη και τον έρωτα σαν άνθη..
Και μετά αυτός πέθανε..
Αλλά αυτοί έζησαν..
Κι άρχισαν να γράφουν σε διαπλεκόμενα έντυπα...
Και να γίνονται μάγκες εκ του ασφαλούς..
Γαμιάδες του συστήματος δήθεν...
ΤΙ ΛΕς μωρέ;
Σιγά τα αυγά...Αυτοί των 50...

Σικέ όλα..
Κι οι νέοι...
Αντί να τα σπάνε όλα έξω πάνε σε παρουσιάσεις και μιλάνε για εκλογές...
Χαμένοι από χέρι είμαστε...
Αντί να ερωτεύονται τρελά , να γαμάνε τρελά,κάνουν οικογενειακούς προυπολογισμούς...
Τόσα εσύ,,, τόσα εγώ,,,παιδί δεν βγαίνει...
Μην βγεί ρε, μην βγει γιατί θα βγεί αγελάδα..
Μιλάτε για εκλογές..
Αντί να τα σπάσετε όλα..
Ναι, όλα...
Ντεκαβλέ κατάσταση.
Άκου, χωρίς καύλα τίποτε δεν γίνεται.
Ούτε δουλειά, ούτε παιδιά, ούτε φίλοι, ούτε τίποτε...
Ούτε ζωή δηλαδή...
21 γραμμάρια καρδιά τα κάνετε ένα τίποτε..
Παντού όλη η Ευρώπη να τελειώνει..
όλα..
Να βγούν τα καινούργια..
Να σπάσει το πύον...
Να ρθεί νέο αίμα, καθαρό...
Αλλά πως;
Μιλώντας για εκλογές..
Μπουρζουαζία..
Αστοί..
Φαλλοκράτες..
Παπάρες..
Πολιτικοί...
Στελέχη..
Τράπεζες..
Χρηματιστήρια..
Αγορές...
Αγορές..
Δημόσιες σχέσεις..
Πουτάνες..
Παράγοντες...
Να τελειώνουμε με όλα...
Οι κρίσεις είναι ανθρωπιστικές...
Βγείτε έξω στους δρόμους..
Σπάστε τα όλα...
Να τελειώνουμε με τους παπάρες...
Τους δεινόσαυρους...
Δεν πεθάναμε σαν χώρα..
Πεθαίνουμε όμως γιατί οι νέοι μιλα΄νε για εκλογές...
Αν ζούσε ο Μπωντλαίρ θα μεθούσε από το πρωί ως το βράδυ
Θα έπινε δηλητήρια..
Θα μιλούσε με τον Σωκράτη.
Αν..
Αν...Χωρίς καύλα για ζωή πεθαίνεις..
Χωρίς καύλα για έναν τόπο δεν προσφέρεις..
Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για την γενιά του Πολυτεχνείου και λοιπές παπαριές..
Κάθε Έλληνας χίλιες θεωρίες..
Και ζήλια..
Και ραγιάδες...
Ο Πρόγονος του Κολοκοτρώνη πέθανε πάνω σε μια πέτρα από σφαίρα..
Έτσι βγήκε το επίθετο...
Εδώ μάλλον δεν έχουμε απόγονους τέτοιους..
Ούτε του Άρη..
Του Ηλία...
Του Κορνήλιου...
Τόσων άλλων..
Γιατί οι νέοι είναι ντεκαβλέ,,
Και μακάρι να τελειώνουμε..
Αν δεν τελειώσουμε μόνοι μας εξάλλου θα μας τελειώσουν τα χρυσά αβγά..
Κι οι παχιές κότες..
Κι οι αγελάδες...
Τι κρίμα!
Δεν έχω απλά θυμό..
Έχω οργή...
Και μια λύπη μεγάλη...
 

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Μια μικρή ιστορία, από τις μεγάλες ερωτικές, των ανθρώπων

Το δωμάτιο είναι μικρό, έχει ένα ανοιχτό παράθυρο αφήνοντας ΄λίγες ανάσες φρέσκου αέρα ανακατωμένους με γιασεμί. Η νύχτα αφήνει ελεύθερες τις μυρωδιές της βεράντας.
Είναι ξαπλωμένοι αγκαλιά, εκείνη έχει το κεφάλι της στο στήθος του.
Του πειράζει τις άκρες των χειλιών του, ( έλα, μεγάλωσε τις σε ένα χαμόγελο), του λέει με παιδικό νάζι. Γελάει, τότε εκείνη του πειράζει τα λακάκια που σχηματίζονται στα μάγουλα του με τις άκρες των δαχτύλων της. Τα πιέζει με τα νύχια της. Γελάνε κι οι δυό.
     Μια τρυφερή επιμήκυνση του φεγγαριού τεντώνει τις αισθήσεις τους καθώς φαίνεται αχνά έξω από το παράθυρο.
(Δεν σε χόρτασα ). Της λέει ενώ σηκώνεται να βάλει μουσική. Μουσική σε ασπρόμαυρο, καπνός, ουίσκυ και Τσάντλερ στο ταβάνι.
      Κλείνονται σε φιλιά. Φιλιά δοσμένα με κάτι πέρα από το πάθος. Σάλια. Απολήξεις αισθητικές αναβοσβήνουν σε κύκλους φιλιών.
Κυκλικό φιλί.
Άνοιγμα στην σπηλιά την ερωτογενή. Που είναι τα αρχαία σου μυστικά;
Το φιλί γίνεται ένα υπεργαλαξιακό πουλί που χαμηλώνει την ένταση της ανυπαρξίας..
(Δεν σε χόρτασα), της λέει και η μουσική μπαίνει στην κοιλιά τους, μιλάει για τον Ωκεανό που δεν τελειώνει.
Την φιλάει παντού.
Στήθια, αφαλός, πόδια.
Λεπτές γραμμές σάλιων στην χλομή επιδερμίδα.
Τον γδέρνει λίγο στην πλάτη.
(Μην το τελειώσεις), του λέει με μια χαμηλή επιτακτικότητα..
Όταν μπαίνει μέσα της ,τόξα σφυροκοπάνε τα κύτταρα της. Και τα δικά του αφυπνίζονται.
Το αίμα τρέχει στις αρτηρίες τρελαμένο,, τα μάτια ενώνονται.
Τα πόδια της στην μέση του.
Τα σπλάχνα ανοίγουν.
Ο ερωδιός δεν πενθεί πια.
Κοιτάζονται.
Ο Ωκεανός ξαφνικά σκάει στα αυτιά τους.
Υγρά.
Φωνές. Σάλια. Μαζί του μπαίνει σε έναν άλλο κόσμο.
Πεταμένοι, ανακατεμένοι, σκόρπιοι οργασμοί τους είχαν μπερδέψει για καιρό.
Είχαν βολευτεί στην ακινησία των αισθημάτων τους ακούγοντας εκείνους τους μικρούς μελανούς οργασμούς. Πριν γνωριστούν..
Κουνιούνται μαζί με ένα σαξόφωνο.
Σε ένα καταφύγιο που προφυλάσει την ομορφιά.
(Δεν σε χορταίνω), του λέει καθώς τα νύχια της γδέρνουν τον τοίχο πίσω από τα κεφάλια τους..
Τα μάτια του είναι μελένια. Σκορπούν μέσα της άφθονες ποσότητες από μέλι..
Τα μάτια της είναι μαύρα, κάρβουνα και φωτιές.
Τα μάτια του είναι μελένια.
Ξέρουν πολλά κι ομως..δεν έχουν χάσει την λεπτή χάρη της αθωότητας...
Δεν έχουν χάσει τίποτε από την ηδονική παιδικότητα, αυτήν την φρέσκια ματιά , αυτήν την αγνότητα στην σκέψη χωρίς να μηδενίζεται το βάθος...
Τελειώνουν ρευστά.
Σε ταλαντώσεις, σαν ένα σαξόφωνο που γδέρνει την καρδιά.
Τελειώνουν σε κύματα.
Σε μικρόκοσμους που ανοίγουν τον ένα, τον μεγαλο, αυτόν που είναι το παν...
Τελειώνουν συγκεντρωμένοι στις ίριδες των ματιών τους....
Με ανάσες και φωνές λες και βρίσκονται απέναντι στον ίλιγγο.
Πέταξαν ως εκεί...
Πάνω από τον ίλιγγο.
Ξεπέρασαν την μέθη της σάρκας.
Εκείνα τα μελένια μάτια την άνοιγαν σαν κύκλο.
Εκείνα τα μαύρα μάτια τον βύθιζαν και τον ανέβαζαν σε μια σκάλα που δοκίμαζε τα όρια του.
Αγκαλιάστηκαν πάλι...
Τόση ηδονή κι όμως..ο ήχος της ανάσας τους ερέθιζε ακόμη τους αισθητήρες που είχαν πετάξει υγρό πυρ ως το ταβάνι...
(Είσαι το καταφύγιο μου), του είπε και έβαλε το κεφάλι της στο στήθος του..
(Κι εσύ, κι εσύ, σώπα τώρα), της είπε και άναψε ένα τσιγάρο και το έβαλε στο στόμα της, μετά άναψε ένα δικό του.
Κι αμέσως μετά της ξαναείπε με εκείνο το γλυκό γέλιο του..
(Τι στο διάβολο κάναμε μέχρι τώρα βρε μωρό μου, μου λες;)
Εκείνη γέλασε κι άρχισε πάλι να κολυμπάει αβίαστα στο μέλι των ματιών του.
(Ξέρω κι εγώ χαρά μου; ή νομίζαμε πως είχαμε την αυτονομία των πεταλούδων ή από κάμπιες γίναμε τώρα πεταλούδες...), του είπε και ένιωθε πως ανήκε σε έναν άλλο κόσμο που όλα έλαμπαν κι ήταν φωτεινά..
( Πως σου αρέσει να μιλάς μυστήρια), της πέταξε και γελώντας την έφερε επάνω του...
(Οι άνθρωποι είναι τα πιό παράξενα ζώα, μισούν κι αγαπούν με την ίδια ένταση), του είπε.
(Οι άνθρωποι είναι δηλητήριο, αιμα και μέλι), είπε κοιτώντας την απαλά..
(Τότε εσύ είσαι αίμα και μέλι), απάντησε και ξαναμπήκε στον Ωκεανό ΄του τραγουδιού γιατί πάλι τον ήθελε, τον ήθελε γιατί έβρισκε συνέχεια αιτίες να τον θαυμάζει...

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

όταν γελάς, οι γραμμές στις άκρες των ματιών σου ανοίγουν σαν ακτίνες,
σκορπούν στο πρόσωπο, διαδρόμους από φως.
Κι όταν το στόμα ανοίγει σε χαμόγελο, βεντάλιες σκορπίζουνε δροσερό αεράκι.
Ρόδα σου πέταξα να κοιμηθείς,
να κοπάσεις την αγρύπνια σου, την αγωνία σου για τον κόσμο.
Ύστερα σε νανούρισα ενώ φώναζα γύρω σου ξωτικά και πλάσματα μυθικά.
Όταν γελάς, η πλάση ξεδιψάει,
ο Νοτιάς στροβιλίζεται ...μέσα στα μάτια μου και στις παλάμες μου παφλάζει λίγη μαγεία.
Από τις ξεχασμένες.
Σε είδα στον ύπνο μου μα δεν θα με πίστεψες.
Μπορείς όμως να ακούσεις τις νότες που ξυπνούν όταν γελάς;
Τις περνάω κοντά στα χέρια σου,
μάλλον τις έχεις ακούσει...
Η μεγαλύτερη γοητεία βρίσκεται σε όσα δεν ξέρουμε ,έλεγα στους άλλους.
Μα τώρα πιστεύω πως υπάρχει και σε ένα χαμόγελο που δεν το διαβάσαμε από κοντά,
μόνο από μακριά το νιώσαμε, αλλά το αγγίξαμε αφήνοντας το να μπει μέσα μας..

(Η προσωπογραφία ενός χαμόγελου). Αφιερωμένο
Ο κόσμος ξέχασε το όνομα του
Μαζί του κι εγώ προσπαθώ να ξεχάσω το δικό μου
Να στροβιλιστώ γύρω από την χρυσή σκόνη του χρόνου
Άγρια η Μπλανς ,ιππεύει ένα πόνυ
Χαστουκίζει τον αέρα με έναν καθρέφτη
Αν δεις την ματιά της θα πετρώσεις, θα πεισμώσεις
Μάσκες απαλές σιγοσβήνουν την καρδιά τους σε ένα πλήθος άγρυπνο
Αν δειλιάσεις φώναξε κι εμένα
Να πιούμε και να κοιτάξουμε όλα τα άστρα, να συγχωρέσουμε ...και να ξεχαστούμε
Και μέσα στον κόσμο να φωνάξουμε το όνομα μας
Εκείνο που είχαμε όταν τρίζαμε τα δόντια μας μιλώντας
Μπλανς,
αφήστε τους τόνους τους δραματικούς,
ακόμη ντρέπεστε να πείτε φοβάμαι;
Αυτά που γνωρίζω πως ξέρω κι αυτά που δεν γνωρίζω πως ξέρω,
όλα αυτά στο ποτήρι υψώστε,
ας πιούμε μαζί στον Αύγουστο που θα έρθει, θα ναι σεληνόφως
και ζευγάρια θα χορεύουν αγκαλιασμένα
Ας ξεχάσουμε τον κόσμο,
έχουμε εμάς εδώ αντάμα,
τα πάθη μας και τις εμμονές μας θα αφήσουμε να ιππεύει για λίγο η ωραία Μπλανς
Τόσο ωραία που στέκει πάνω στην μικρή πλάτη του ζώου,
τόσο ωραία, της αξίζει !
Σαν αντικρύζετε καθαρά πως δεν υπάρχει δομή στην ράχη της ζωής σας,
αφήστε την δομή της γλώσσας,
θαυμάστε την Μπλανς,
είναι σαν το μοσχολέμονο...

( Μπλανς, η ωραία )

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Ανάκατα και σκόρπια

Η ματαιοδοξία, είναι μια αλεπού που την πνίγουν τα θύματα της τελικά.
Αυτά λέγαμε, καθώς ένα κίτρινο φεγγάρι μας 'εφτυνε στα μούτρα.
Και τα νυχτολούλουδα κι οι μαργαρίτες δίψαγαν γιατί ξεχασμένοι είμασταν  στον εαυτό μας.
Ο χρόνος απειλεί πάντα.
Δεν σταματά για λίγο ,να απολαύσουμε το δράμα και την κωμωδία κατά εξακολούθηση..
Πυροβολείς συνέχεια, μαζί σου κι εγώ να δοκιμάζουμε το παιχνίδι του χαμένου θησαυρού.
Νερό στο πρόσωπο δεν ρίχνεις το πρωί, φεύγεις βιαστικά ακουμπώντας στον καθρέφτη έναν βασανισμένο ύπνο.
Κι ούτε χρόνος να ξεχωρίσουμε τα χλωρά και τα καμμένα.
Τρέχεις ενώ μένεις στο ίδιο ακριβώς σημείο που σε άφησα πριν μήνες.
Δηλαδή νομίζουμε πως τρέφουμε την δράση μας, δηλαδή πιστεύουμε χωρίς σε κάτι να πιστεύουμε.
Ο νάνος.
Ο γίγαντας.
Ποιός καθορίζει τα μεγέθη αφού ο καθένας φορά άλλα μάτια;
Κι έπειτα δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο;
Συνέχεια στα άκρα πατάς.
Σου είπα, μην συναισθηματικολογείς μονάχα, τις περισσότερες φορές με αυτόν τον τρόπο συνθηκολογείς στην τελική.
Ο χρόνος τρέχει.
Η κινούμενη άμμος μας γλεντά.
Αυτή η προσπάθεια να μην βουλιάξεις μέσα της έχει μείνει...
Τι λένε τα αδέσποτα της πόλης;
Αν μιλούσανε θα μαθαίναμε πολλά.
Για το κυνήγι, τον φόνο, το ψέμμα, το δηλητήριο.
Την αγάπη.
Αυτήν έχουν μόνο σαν σε κοιτάζουν απορημένα.
Από ματαιοδοξία κεντάς τα περιστέρια στην κοιλιά τους;
Και χαλάς τις φωλιές των χελιδονιών;
Δεν είμαστε μόνοι μας, είμαστε τραγικά μόνοι.
ΞΈΡΕΙς γιατί;
Κανείς δεν ακούει κανέναν.
Όλη την ημέρα μαζεύουμε λέξεις χωρίς αντίκρυσμα.
Γιατί τα αυτιά μας ακούνε κάλπικα.
Ακούν μόνο αυτά που επιτρέπει η ματαιοδοξία μας.
Διαφορετικά ο κόσμος δεν θα περπατούσε ανάποδα...
Ανάποδα πάμε.
Και στο τέλος δεν θα μπορούμε να ανεβαίνουμε στα δέντρα..
Δεν θα έχουμε φτέρνες, ούτε γόνατα.
Μόνο στόματα που ανοιγοκλείνουν με ήχους άγνωστους.
Η παράνοια έχει πάρει μαζική μορφή...
Δεν έχω αγωνία.
Ο κυνισμός της εποχής μου σιγά σιγά την καίει κι αυτήν.
Και τι έγινε;
Ο χρόνος εξακολουθεί, αύριο θα είναι μια άλλη ημέρα.
Σαν την Μαρμότα...

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Σάρκα φθαρτή και ψεύτρα
υπόσχεσαι ευτυχία,
όταν ο θάνατος σε σκεπάζει με το λευκό σεντόνι του, τίποτε δεν υπάρχει πια,
αρκεί όσο έζησες να απόλαυσες αλήθειες μέσα στο τεράστιο ψέμμα,
εδώ κοιμάται αυτός
εδώ κι όλοι οι υπόλοιποι θα πάνε,
γουλιές οξυγόνου διαλύονται αχνά μές στον Αποσπερίτη...

( καλό κατευόδιο)
Αυτό- σχέδιο του πρόσφυγα

Η κατσαρόλα της , πενθούσε, άδεια και μόνη
Ο γιός της ο μεγάλος, είχε μπαρκάρει μήνες πριν σε μια ξένη χώρα, είχε να πάρει νέα του μήνες τρείς
Ο μικρός της γιός ,υποτροπίαζε μέρα την μέρα, παλεύοντας με την βασίλισσα της θλίψης
Η Έλλη προσπαθούσε στα ογδόντα της να βρει μια ελπίδα μέσα στο σπίτι το έρημο,
ένα καντήλι αναμμένο μέρα νύχτα να υποδύεται ελπιδοφόρες μέρες
Το... νησί άγριο στην γλώσσα της Χειμωνιάς κι ούτε ένας άνθρωπος στο κατώφλι του σπιτιού.
Ευάερη, ευήλια αποχρωματισμένη μοναξιά στα κεραμίδια
Ήρθε μια νύχτα φερμένη από την κόλαση στο μυαλό του μικρού γιού
Βασίλη τον λέγανε και στο πάτωμα του δωματίου του, ξεθωριασμένα ποιήματα νεκρών ποιητών
Το γκρεμισμένο κράτος έκοψε την σύνταξη της Ποντιακής ρίζας της μάνας εδώ και μήνες τρείς..
Μα η Έλλη όλο για ελπίδα μίλαγε στον σφαγμένο ψυχικά Βασίλη της
Τον άκουγε να παραμιλά την νύχτα αυτή που ο αέρας έξω σκότωνε με το ψύχος του
( Να φύγω μάνα, να φύγω), έλεγε μέσα στα παραμιλητά του
Θυμήθηκε τότε, που τους σκοτωμένους κουβάλαγε στην πλάτη της να βρούν ένα μνήμα ακούγοντας δίπλα στα αυτιά της κρότους όπλων
Μα τότε σε κάτι έλπιζε
Κι ήρθε η στιγμή, ένα τσακ του χρόνου, ένας στιγμιαίος θρίαμβος της απόγνωσης
Δεν έχω πια, να ελπίζω σε τίποτε, σκέφτηκε η γριά
Θα λευτέρωνε πρώτα τον μικρό, σούρθηκε στην κάμαρα του, κρατώντας το μαχαίρι , σαν μπήκε, αυτός κατάλαβε...
Και μέσα στην τρέλα του της ψιθύρισε,( χτύπα με μάνα, χτύπα εδώ) λευτερώνοντας το στήθος του και μένοντας ακίνητος
Κι ενώ η φλόγα του καντηλιού, τρεμόσβηνε δειλά ,φωτίζοντας χλομά την κάμαρα χτύπησε στην καρδιά του γεμίζοντας αίμα τους τοίχους..
Κι έπειτα σφάχτηκε μονάχη της..
Λίγο πριν φανεί ο ρόγχος νικητής ,έπεσε πάνω στο παιδί, εκεί τελείωσαν όλα...
Μέρες λίγες μετά ξεμπάρκαρε ο μεγάλος γιός, μπήκε στο σπίτι ακούγοντας την βρόμα από μακριά της σήψης
Αντίκρυσε τις σφιχταγκαλιασμένες σκιές κι έπεσε στα γόνατα.
( Πάντα μας πρόσφυγες), ψέλλισε και λύθηκε από τους γόρδιους δεσμούς της ελπίδας
Η αλήθεια πιό δυνατή, για πάντα, τον τσάκισε...

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Τα μπράτσα της ροδάκινα με σάρκα παλλόμενη,
η ακτίνα φωτός διαπερνά τους ώμους της,
καθισμένη δίπλα στο παράθυρο κοιτά τα καράβια που φεύγουν,
νέκταρ από την καρδια΄της ταίζει τους περαστικούς,
είναι που τον σκέφτεται,
είναι που λεπτές κλωστές από πορφύρα τρυπούν τα μάτια της,
πίσω από τα μάτια της εκείνος,
εκείνος τρώει και γεύεται κάτι από το σώμα της,
εκείνος κυριεύει τις σκέψεις της, είναι βλέ...πεις σαν σύμπαν σε διέγερση.
Όταν η γυναίκα γίνεται πρόθυμα ένα δοκίμιο στον έρωτα, ο εραστής της θα υπάρξει ως θεός.
Τώρα κόβει τα μάτια της σκιάζοντας τα με ένα μαντήλι,
είναι η ώρα που θα τον σκεφτεί καιγόμενη και διψώντας.

( Ερωτικό)
Το δαχτυλίδι

Φορούσε στο δάχτυλο του αριστερού του χεριού, παλιάς κοπής δαχτυλίδι,
ασημένιο, χοντρό, με μαύρη πέτρα.
Το άγγιξε και άρχισε να το χαιδεύει κι αυτός στο χάδι παραδόθηκε,
σαν καθισμένος αισθάνθηκε να είναι, κάτω από μια μεγάλη ελιά.
Το έφερε στα χείλια της, στην μύτη της, στα μάγουλα της.
Κυκλικές κινήσεις κι ύστερα κάθετες, πλάγιες, κατακόρυφες, μικρές κοφτές,
ύστερα πλάτυναν, άνοι...ξαν σαν διαβήτες, αισθητήρες κόκκινοι.
Η μαύρη πέτρα ανατρίχιασε, έδιωξε όλα εκείνα τα παλιά γυναικεία χάδια,
ξέχασε όλα τα γυναικεία πρόσωπα.
Κι ο άντρας τα λησμόνησε πίνοντας την δροσιά της πίσω από το λευκό της φόρεμα, τους χώριζαν χρόνια πολλά αλλά τα μάτια τους ήταν σε μια ευθεία που ταίριαζε.
Ιδρωμένος αυτός, αναμμένη εκείνη κοιτούσε πότε τα μάτια του και πότε την πέτρα.
Γύρισε η πέτρα τότε και της είπε ενώ έσταζε ένα μαύρο δάκρυ,
(αγάπησε αυτόν κι εγώ ήδη έχω ξεχάσει όσα έζησε, εδώ για σένα μόνο θα υπάρχω).
Ανακουφισμένη η κοπέλλα από την τόση αφοσίωση ήρθε με τα χάδια της στο στήθος του.
(Κράτησε με λίγο εδώ, να ξεχάσω λίγο την στεγνότητα του κόσμου), είπε.
Κι αυτός βγάζοντας το δαχτυλίδι από πάνω του της το φόρεσε για πάντα.
Κι έγινε ο κόσμος ατέλειωτα υγρός κι όμορφος, άπειρος μέσα στον κυνισμό της περιορισμένης αντίληψης.
Γιατί η αντίληψη άνοιξε με όλες τις αισθήσεις κι έγινε συμπόνια για τον υπόλοιπο κόσμο..
Κι η κοπέλα κοίταζε τα μάτια του, που χάνονταν σε μια άλλη έκσταση. παρακολουθώντας τώρα την κοπέλα, να μεταμορφώνεται σε γυναίκα...

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Πέραν της αθωότητας που τύλιγε τις κινήσεις τους
και την ανυπόκριτη θερμή ματιά τους ανάμεσα στο πλήθος,
έτσι όπως ήταν γερμένοι ελαφρά ο ένας πλάι στον άλλο,
δεν ήξερα γιατί,
γιατί δεν ήξερα, αλλά ένα θρόισμα φτερών πέρασε τα αυτιά μου,
ήταν σάρκα αγγέλων-ανθρώπων που καίγονταν απολαυστικά,
απολαυστικά και σιγανά σαν ένας αέρας δειλός που ξεμύτιζε στις φτέρες της καρδιάς μου,
εκείνο το απόγευμα βάπτισα την πόλη έρωτα και την έβαψα με κόκκινο κρασί...

(Θερμό σούρουπο)
Επιδόρπιο

Άγευστο ήταν κι άοσμο,
όλα τα στερητικά, τα άλφα είχε στο κέντρο του καθώς το έτρωγε,
μασώντας το ,θυμήθηκε δυό γέρους που συναντήθηκαν αργά,
αισθανόμενοι βαθιά εκείνα τα στερητικά τα άλφα που τους εμπόδισαν να ζήσουν την ζωή τους αληθινά, 'ενα σύμπλεγλα με το σώμα τους έφτιαξαν κι έπεσαν από μια ταράτσα κάτω στον δρόμο,
ένα σκυλί που τους είδε έσκουζε μονάχα,
οι άλλοι οι περαστικοί σα...ν να μην τους έβλεπαν και πήγαιναν.
Το επιδόρπιο του κάθισε στο στομάχι σαν πέτρα,
μια ζωή ενοχική έζησε γεμάτος από τα στερητικά,
όχι από μια απόλαυση που είχε περάσει
αλλά αυτήν που ποτέ του δεν ένιωσε,
τσαλάκωσε το χαρτί που τύλιγε λίγο πριν αυτό το άνοστο επιδόρπιο,
κοίταξε τον ουρανό κι ένιωσε πρώτη φορά πως όλα τα σύννεφα τον έπνιγαν...

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Απόσχιση


Απόκαμες λες μέσα στους γυρολόγους να μιλάς
Στις συλλογές τους από ανθρώπους εκουράστηκες να μηνύεις τα αυτονόητα
Να ξεχωρίζεις τα σπυριά από το σιτάρι ως ένδειξη ευγένειας
Τα χλωρά και τα καθαρά , τα ακάθαρτα και περιττά
Έπειτα με περισυλλογή κάτω από την αρχαία συκιά ξάπλωσες
Κουρνιασμένος σε μια κουφάλα να φυλάγεσαι από τα ερπετά
Στην σύναξη των ζώων πολλά από αυτά αποφάνθηκαν
( Δεν καταννοώ τις πράξεις σου που ναι γεμάτες ιδιαιτερότητες κι εκκεντρικότητα παλαιών σπηλαιολόγων, τώρα είναι η εποχή της απλούστευσης και της ομαδοποίησης σε πρόσωπα, να αυτό το καταλαβαίνω και αυτό μπορώ να το δαγκώσω σαν μήλο κόκκινο, τα άλλα σου δεν δύναμαι να χαρτογραφήσω σε ενδοχώρες)
Και καθισμένος κάτω από την συκιά, ξοδεμένος από δυνάμεις, είπες
(Θα συμβιβαστώ ή θα αποσχιστώ για να σωθώ και να σώσω όσα θεωρώ πολύτιμα)
Κι η αλήθεια είναι πως μόνο τα ερπετά ως πνευματικά όντα σε κατάλαβαν
Στο μεταξύ το γάλα της συκιάς άρχισε να σου ξύνει τις πληγές
Τις τύλιξες με λίγο σάλιο και ένα μαντηλάκι λευκό
Κι απόμεινες να τυλίγεσαι στα σύννεφα, ένα σύννεφο κυνηγημένο από τα άλλα έγραψε στον θόλο του ουρανού
(Πικρή η μοναχικότητα, αλλά ο καθείς όπου ετάχθη)
Λίγη λύπη στάλαξε στα σπλάχνα σου κι ένα ρίγος
Ω!
Πόσο δυνατός μοιάζει ο άνθρωπος και πόσο αδύνατος, σκέφτηκες...
Ο Σαίξπηρ καλά το περιέγραψε, ζήτημα είναι ποιός ακριβώς θα το κατανοήσει...
Μα πρώτα στην πέτσα του χρειάζεται να το νιώσει...
Φορούσε ένα φουστάνι στο χρώμα της πούδρας, καθόταν στο κρεβάτι και κοίταζε έξω από το παράθυρο.
Έπειτα σηκώθηκε κι άρχισε να χορεύει πάνω σε μια αόρατη μελωδία.
Μικρό βήμα μπροστά, μικρό βήμα πίσω.
Αγκάλιασε την μέση της, δάχτυλα μεγάλα που υπόσχονταν λατρεία με δηλητήριο.
Λίγο δηλητήριο, πολύ λατρεία.
Για τις στιγμές της δοκιμασίας, όταν το σίδερο πάει να σπάσει.
Η αγάπη κοιμότανε στο πάτωμα δίπ...λα της όλη την νύχτα σαν σκύλος.
Κοιτάς, μυρίζεις, γεύεσαι, όλο το σύμπαν ξαφνικά γονάτισε στο φουστάνι με το χρώμα της πούδρας.
Το σπίτι χόρευε μαζί της.
Υπάρχουν ημέρες ιδιαίτερες, ημέρες άγριες κι ανέμελες.
Ανυπότακτες.
Έβαψε τα μάτια της με καζάλ μαύρο, τώρα θα μετέφερε μηνύματα στον Άδη από τον θεό έρωτα.
Ο Άδης θα έμενε νεκρός από τα τόξα των ματιών της.
Όταν βγήκε έξω οι άντρες την κοίταζαν έντονα.
Κανένας κίνδυνος ,σκέφτηκε λιγωμένα.
Αυτός που θα μου φανεί επικίνδυνος θα με κερδίσει σήμερα.
Ύστερα θα αισθανθώ την μαινάδα να ξυπνά από τον βαθύ της ύπνο.
Και θα τον καλέσω σε γεύμα.
Το αύριο είναι μακριά.
Το ίδιο μακριά είναι και το σήμερα...

( Το ρούχο στο χρώμα της πούδρας)
Όλγα

Στην όχθη της λίμνης καθόταν με τους αστράγαλους της μέσα στο νερό.
Ένα βιβλίο δίπλα της κι ένα πακέτο τσιγάρα.
Ο άντρας που μάθαινε στις αγριόχηνες πως να ησυχάζουν από την νευρική τους ιδιοσυγκρασία, την πρόσεξε καθώς ερχόταν από μακριά.
Την χτεσινή νύχτα το φεγγάρι ήταν γεμάτο ασημόγκριζες κραυγές, τώρα επικρατούσε ένας μικρός του απόηχος.
Την πλησίασε τόσο ώστε να παρατηρήσει την μορφή ...της, ήταν σαν ένα σενάριο Αναγέννησης. Έβγαλε το μπλοκ του κι άρχισε να σχηματίζει γραμμές με το μολύβι.
Η εξοχή της Γαλλίας ρουφούσε ήλιο.
Αυτός πρόσεξε την άκρη του λαιμού της, μαζεμένα μαλλιά επάνω με ένα μικρό ασημένιο χτενάκι.
Ο λαιμός της ήταν ένα ποίημα, μακρύς και λεπτός σαν μια πικρή ειρωνεία, πως κάτι ήταν ψεύτικο μέσα σε τόση ομορφιά.
Τον είδε, (δεν με ενοχλείτε αλλά μην μου μιλήσετε), είπε αυτή κι έβγαλε το ένα πόδι από το νερό.
Της χαμογέλασε...
Κι όλη του η προσοχή στάθηκε σε εκείνο το γόνατο.
Ο ήλιος το στραφτάλιζε αδρανοποιώντας μέσα του τις τεχνικές ελέγχου.

Ενα γόνατο λεπτό και ανυπάκουο στα μάτια του. Η επιδερμίδα του τον τραβούσε σαν δίνη. Μαζί με τον λαιμό της.
Τόσο εύθραστα, τόσο ευάλωτα μα και τόσο δυνατά, αντίθετες δυνάμεις.
Την ζωγράφιζε με την καρδιά του, είχε καιρό να αφεθεί σε κάτι ώστε να το νιώσει με την καρδιά του..
Κι αυτή η ίδια εύθραστη σαν ένα κλαράκι αλλά και τόσο δυνατή σαν αιωνόβιο δέντρο.
(Ζωγραφίστε με αλλά μην μου μιλήσετε), ξανάπε αυτή κοιτώντας τον με κάποιο ξάφνιασμα.
(Δεν θέλω να μιλήσω, θέλω να σας αποκαλύψω στο χαρτί).
Καμμιά απάντηση από μέρους της...
Το γόνατο ένα μετάξι να σκεπάζει τα οστά του.
Κι ο λαιμός ένα λίκνισμα χάρης και δυνάμεων.
Θα ήθελε να τα χαιδέψει, να τα κάνει να ριγήσουν από ευχαρίστηση, να τους αφοσιωθεί για ώρες.
Αλλά τον κράτησε η ευγένεια της σκέψης, δεν μπορούσε να παραβιάσει την ησυχία της, δεν ήθελε τα χάδια του αλλά ήταν τόσο καλή και γλυκιά που τον άφησε να την ζωγραφίσει.
Ξαναβύθισε τους αστραγάλους της μέσα στο νερό.
Τα γόνατα ξάπλωσαν κι έμειναν ακίνητα σαν θεραπευτικά χάδια στην ματιά του.
Ξέχασε πως ήταν δυστροπος.
Μετά ξέχασε κι αυτήν κι αφοσιώθηκε στον λαιμό και στο δεξί της γόνατο.
ΖΩΓΡΆΦΙΖΕ με μανία.
Αυτά που τον άφηναν να τα αντιληφθεί με την καρδιά του.

Όταν τελείωσε έγραψε στην άκρη του χαρτιού το όνομα Όλγα, ήταν ένα σχέδιο πικρόγλυκο που έκαιγε από ομορφιά.
Σηκώθηκε και πριν φύγει την ρώτησε ( Θα μπορούσα να ξέρω μόνο το όνομα σας;)
(Όλγα), του είπε και χαμογέλασε.
ΚΙ αυτός παραιτημένος από την ζωή εδώ και χρόνια κίνησε ξανά να βρει τις αγριόχηνες.
Κι όλες τις φώναζε Όλγα, Όλγα, Όλγα...
Θέματα καθαρής συνείδησης

Κοιμάμαι χωρίς φόβο τις νύχτες ακουμπώντας με το ένα χέρι το μαξιλάρι μου
Την ημέρα την δέχομαι χωρίς τυμπανοκρουσίες και θόρυβο
Δεν εκτιμώ τα <<καλά παιδιά>> που γεννήθηκαν να κάνουν θελήματα, να κάνουν τους βαλέδες
Μα ούτε εκτιμώ τα <<καλόπαιδα>> που ενώ μπήγουν στων ξένων τα χέρια, τα νύχια τους, παριστάνουν τους ανύποπτους
Τις κατηγορίες και τα στρώματα τα κοινωνικά ...αντιπάθησα βαθιά μου
Τα ψώνια τα έκανα παρέα ώσπου να βαρεθώ την ίδια την ανία τους
Και εμένα με βαρέθηκα άπειρες φορές κι άλλλες τόσες
Την έπαρση την είδα σαν μουνουχισμό και μακριά έτρεξα όσο μπόρεσα
Την καλοσύνη την λάτρεψα γιατί μοιάζει σαν περίσσευμα ψυχής αφού μεγάλη μοιάζει να είναι, με τόσα χτυπήματα κάτω από την ζώνη
Ο θόρυβος κι η ανία κι οι ανθρωπίλα με σφάζουν στο γόνατο
Συμβουλεύτηκα πολλές φορές τα παιδιά και τους τρελούς
Τέλος λάτρεψα την σοφία των ηλικιωμένων που καλά μελέτησαν τον άνθρωπο στην συμπεριφορά του κάτω από τα πλατάνια
Μισώ μονάχα αυτόν που αφαιρεί την ελευθερία με χρυσές περγαμηνές ή στηριζόμενος στην αδυναμία των άλλων
Τέλος για να είμαι καθαρή απέναντι στον εαυτό μου δεν κάνω αυτά που ο άλλος δεν θέλω να μου κάνει
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα, ούτε ένα προσχέδιο ζωής, τα ποιήματα τα κάνουν οι ποιητές
Μια αισθητική ζωής, αυτό είναι το σχέδιο μου και σαν σχεδία έγινε να διασχίζω την ζωή μου
Με βήματα μικρά και αρκετά ευανάγνωστα ζητώ να με βρίσκω, κάθε φορά που έρχεται το σούρουπο
Κι όταν βλέπω λάμψη στο ανθρώπινο δέρμα, ξέρω, κάτι καίει από κάτω και το σέβομαι...
Διαφημίσεις, αφίξεις, αποχωρισμοί, στο περιθώριο ο λυρισμός ως τα κόκαλα.
Δεν ενδίδω, απλά τρώω την σάρκα μου σαν το αρπακτικό στην έρημο.
Θαυμάσου για την ώρα στο τζάμι, εγώ σε κήδεψα κι ούτε ένα δάκρυ.
Πόσο κρίμα, πήγαινες κι εσύ κατά βάθος με το ρέμα.
Στημένος ώρες ατέλειωτες για τα εισιτήρια, αν θα σε πάρουν, να σε χτυπήσουν στην μηχανή σαν αντικείμενο που παραλήφθηκε.
Πόσο κρίμα, ήταν μπονάτ...σα κι εσύ τρικύμιζες απο δειλία κι ηττοπάθεια.
Μα εγώ σε κήδεψα κι ούτε ένα δάκρυ.
Από την σάρκα μου άφησα ένα νύχι να παίζω την κιθάρα μου.
Και το φεγγάρι που πάντα τρεμοπαίζει στην αυλόπορτα.
Φύγε κι εσύ,
μα το καλύτερο ήταν ότι εγώ σε διάλεξα.
Εγώ σε αγάπησα, εγώ σε τέλειωσα, πριν δω ακόμη να τελειώνεις τον εαυτό σου .
Καλά,
είχες αποκάμει από δυνάμεις σχετικά νωρίς..

( Το εισιτήριο)
Iφιγένεια

Η Ιφιγένεια είναι παιδί του θεάτρου, είχε την μίμηση των συναισθημάτων στην τσέπη της, από την πιό τρυφερή ηλικία.
Άλλο για τον μπαμπά, άλλο για την μαμά.
Δεν αισθανόταν απλά, το προχωρούσε πέρα από τα όρια.
Είναι ηθοποιός από χόμπυ, αυτό σημαίνει, δεν εξαρτάται από μαιντανούς, επιχορηγήσεις,δεν εξαρτάται από κανέναν.
Δεν πλουτίζει την συλλογή της με γνωριμίες ερπετών και σπάνιων σαυρώ...ν.
Είναι γύρω στα 25, έχει φακίδες και πλούσια κόκκινα μαλλιά που αν δεν τα χτενίσει γίνονται όλο δαχτυλίδια.
Οι εραστές της αγαπούν το σώμα της και τα μαλλιά της, περνούν τα δάχτυλα τους μέσα σε αυτά τα παχιά κόκκινα δαχτυλίδια.
Μα αγαπούν και τα μάτια της. έχουν το χρώμα του μελιού στον ήλιο, ένα κουταλάκι μέλι που το αφήνεις να πέφτει ενώ το φωτίζει΄ο ήλιος.
Η Ιφιγένεια 'εχει ανυπόμονη καρδιά, αυτό σημαίνει πως όταν της τραβήξει κάτι το ενδιαφέρον αφοσιώνεται ώσπου να της φύγει σαν πουλί που μεταναστεύει.
Μα τον τελευταίο χρόνο έχει αποφασίσει να υποστεί με υπομονή και αδάμαστη επιμονή όλα όσα κάνουν μια καρδιά αληθινά συμπονετική.
Αυτό έχει σαν φυσικό επακόλουθο να πληγώνεται συναισθηματικά τις περισσότερες φορές.
Έτσι κι αλλιώς αυτό που λέγεται πραγματικότητα την αφήνει παγερά αδιάφορη.
Την πραγματικότητα την διαμορφώνεις, λέει από μικρή, εκεί, γύρω στα 14.
Τελευταία οι άνθρωποι έχουν σταματήσει να την ενδιαφέρουν, είναι που δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης.
όλοι είναι απελπιστικά προβλέψιμοι..,
Κανείς δεν φανερώθηκε σαν πραγματικά υπερήφανος κι αξιοπρεπής ή αφάνταστα καλός.
Αυτό δεν την βοηθά στο να αφοσιωθεί σε κάποιον άνθρωπο, η αφοσίωση είναι ένα μέρος μαγείας και μυσταγωγίας.
Μένει η τέχνη, οι ρόλοι.
Μα πολύ τελευταία για να σκοτώσει τα αυγκράτητα κύματα της ανίας που την κυκλώνουν τους ρόλους αυτούς τους παίζει στην ζωή της, παίζει περσόνες διαφορετκού ενδιαφέροντος στα ερωτικά κρεβάτια.
Χωρίς να το καταλαβαίνει βαθιά, γιατί στην τέχνη της είναι απίστευτα μετριόφρων,
οι εραστές της αγαπούν τις περσόνες κι όχι την ίδια, τους πείθει με την τέχνη της πως έτσι είναι αυτή η ίδια.
Μια νύχτα ζήτησε ένα φιλί από κάποιον και αυτός της το αρνήθηκε.
Πληγώθηκε βαθιά από αυτήν την άρνηση.
Δεν ήταν θέμα εγωισμού, ήταν θέμα που αφορούσε αυτήν την ανυπομονησία και την συμπόνια της καρδιά της..
Αυτή ποτέ δεν θα αρνιόταν κάτι τέτοιο.
Γύρισε στο σπίτι και κοιμήθηκε κλαίγοντας.
Όταν ξύπνησε το αποφάσισε. Η άρνηση του φιλιού αυτού ήταν η αιτία να δει την γκρίζα πραγματικότητα. Να αντιληφθεί πλήρως πόσο σκληροί είναι οι άνθρωποι δίχως ρόλους...
Και δεν είχε καμμιά διάθεση πια να παίξει κανέναν άλλο ρόλο.
Τύλιξε μια σακούλα στο κεφάλι της αφού πρώτα έκοψε τα πλούσια κόκκινα μαλλιά της.
όταν ανέβηκε στην καρέκλα και τύλιξε το σχοινί στον λαιμό της δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, κλώτσησε την καρέκλα και πέθανε.
Χωρίς ανάσα.
Εδώ που τα λέμε όπως ακριβώς έζησε...Χωρίς ανάσα...
Στην κηδεία βρέθηκαν μαιντανοί, ψυχολόγοι κι άνθρωποι των θεαμάτων.
Κανένας, ούτε εραστής ούτε γονιός της δεν μίλησε για την συμπονετική καρδιά της, αυτήν την ανυπόμονη καρδιά...
Βλέπεις όλοι έχουν μάθει να μην βλέπουν πέρα από την μύτη τους.
Αλλά και να έβλεπαν δεν θα την έφερναν πίσω...
Αυτός που αρνήθηκε το φιλί της ήταν ένας τυχοδιώκτης των θεαμάτων.
Για λίγο η καρδιά του ράγισε σαν έμαθε τα νέα αλλά λόγω της έλλειψης αυτοεκτίμησης δεν συνδύασε την δική του άρνηση με τον χαμό της κοπέλας..
Γρήγορα συνήλθε και άρχισε να ψάχνει τις κρατικές και τις ιδιωτικές επιχορηγήσεις.
Κάποιες φορές αναρωτιέσαι όσο περισσότερο γνωρίζεις ανθρώπους της τέχνης...
Πόσο καλύτερη θα ήταν δίχως αυτούς....
Υπάρχουν μέρες που το αίμα γίνεται ατμός
Η νύχτα που πέρασε, έφερε όνειρα άγρια και βάρβαρα
Ο ενεστώτας αριθμός γίνεται παρατατικός
Οι άνθρωποι που πέρασαν από τον χρόνο τον δικό σου γίνονται σκιές κι ιστορίες που τις έσβησε ο χρόνος
Και το ανικανοποίητο σκάβει βαθύτερα από αυτό που στα παραμύθια περιγράφανε σαν κόλαση
Το ενδιαφέρον εξατμίζεται πάνω στο ρολόι που κυλά τους δείκτες του σε slow moti...on
(Οι άνθρωποι είναι κομμάτια της θάλασσας, κάθε νησί και μια χώρα )είπες μα δεν με ενδιέφερε
Τις απόψεις των άλλων καμμιά φορά τις καταπίνεις σαν ψαροκόκαλα..
Υπάρχουν μέρες που ένα βαρύ αίσθημα σου σφουγγίζει αγωνία
Κάτι άσχημο θα συμβεί λες σαν να διάβασες έναν οιωνό στον αέρα
Συνηθισμένος πάντα στα βαριά γεγονότα
Ναι η γη γυρίζει αλλά εσύ μένεις ακίνητος περιμένοντας..

( Προαίσθημα)
Στην αρχή υπήρξαν κάποιοι διαλεχτικοί διαξιφισμοί ανάμεσα τους
ο άντρας μαλάκωνε κι ύστερα κέντριζε την ένταση του αγώνα
ύστερα παλλόταν από ενθουσιασμό κι ήθελε να βρεθεί μέσα της.
Ένα φερμουάρ στην πλάτη και τα μάτια καρφωμένα,
ηλεκτρισμένα.
Απαράμιλλη δεξιοτεχνία είχαν κι οι δυό στον λόγο
μα τον πρώτο ρόλο κυριαρχικά έπαιρναν τα καυτά τους βλέμματα.
Ο ίλιγγος του ζεστού παλμού τους τους ανέβασε... στα ύψη του πάθους,
μεταμορφώνονταν σε διάφανες μεμβράνες που τυλίγονταν από φωτιά.
Ενώθηκαν τα υγρά, η φωτιά και τα σώματα τους.
Μα πάνω από όλα ήταν η στιγμή που η ψυχή τους πέταξε μακριά τους,
την ίδια στιγμή και
φυσικά με την ίδια ένταση.
Κι όσο να πάψουν γύρω τους τα πάντα να στραφταλίζουν, το σύμπαν είχε αποκαλυφθεί με έναν θαυμάσιο τρόπο και στους δυό τους.
Άλλοι το λένε έρωτα, άλλη χημεία, άλλοι απλά σεξ.
Αλλά αυτό σαν πράξη έχει την μαγεία της μεταμόρφωσης
και τον πιό μυστήριο και γοητευτικό τρόπο να γνωρίζεις βαθιά κάποιον που δεν ξέρεις...

( Μετά το πάθος)
Δείτε περισσότερα