Τρίτη, 27 Μαΐου 2014


Σιχάθηκα το πλήθος και την οσμή του, μια πτωμαίνη, κουβαλούν απ τους ανθρώπους επάνω στο καύκαλο τους κάτι χελώνες που σεργιανούν στο πάρκο. Μένω μόνη μου και καθώς κοιτάζω την οθόνη ενός θερινού σινεμά ονειρεύομαι την ράχη ενός δελφινιού. Στην επόμενη ζωή δεν ξέρω τι να διαλέξω να είμαι άλογο ή ένα δελφίνι; Οποία ανία να είμαι ξανά απλά ένας άνθρωπος.. Είμαι ήρεμη, γιατί είμαι απελπισμένη, είμαι ήσυχη σαν τις αγελάδες στα σφαγεία τους πριν τον θάνατο τους. Δεν υπάρχει κάτι να με ανυψώσει εκτός του παιχνιδιού των σύννεφων, η αίσθηση να συγκεντρώνεσαι στα άτακτα σχήματα τους κι ύστερα ένα ένα να μπαίνει μέσα σου είναι κάτι.. Οραματίζομαι την θάλασσα και τον ηθελημένο αλλά αποτυχημένο πνιγμό του ποιητή. Μα δεν θα ήθελα πτώματα, νούφαρα θα ήθελα να μετακομίσουν από τις λίμνες και να γεμίσουν την επιφάνεια της. Είμαι ήσυχη, γιατί είμαι απελπισμένη. Την μια ημέρα δεν περιμένω τίποτε και μια άλλη ξυπνώ περιμένοντας τα πάντα. Στην πραγματικότητα αυτή η απελπισία δεν έχει θρήνους γιατί ξέρει καλά τον κυνισμό. Τίποτε δεν θα με ξαφνιάσει εκτός από το καλό. Κι εκείνος ο ίλιγγος ποτέ δεν με αφήνει. Η ψυχή που ταξιδεύει πέρα από αυτά που τα μάτια την αφήνουν να δει. Υψώματα, βαθουλώματα, γέροι και γριές και νέοι άνθρωποι σε μια άλλη ζωή, πιο όμορφη και δίχως ερπετά στις πλάτες και στα στήθια. Μυαλά καθαρά σαν το νερό. Ώρες ώρες απελπίζομαι πιο πολύ από την απελπισία, κοιτάζω το μάτι του <<θεού>> να με κοιτάζει από τον ουρανό και να με δειχνει με έναν μικρό αντίχειρα και φωνάζω. (Θεέ μου κάνε με να γεράσω πια, να μην ονειρεύομαι, να μην ταξιδεύω, να μην φτεροκοπώ, να μην δίνω δεκάρα αν ο δίπλα μου ξερνάει η πεινάει, ας με προστάξει μονάχα ο θάνατος, ας μην κλωτσάει μέσα μου η παιδική καρδιά μου κι η γυναικεία ας πάψει πια ψάχνοντας στα σκότη θέλγητρα). Βαρύς ο ύπνος με παίρνει. Μα την επόμενη μέρα ξυπνώ ξανά. Συλλογούμαι ξανά και ξανά. Κι έρχεται βαθύς ο ίλιγγος.. Και κλαίω για όλα που δεν έχουν παρηγοριά. Έχω εγώ να κρύβομαι λίγο κάτω από τον κυνισμό μου. Ο κυνισμός αυτός είναι η αποδοχή των πραγμάτων κι η γνώση πως τίποτε δεν αλλάζει, μην τον μπλέξεις με την εμπειρία, αυτός έχει και μια πικρή ειρωνεία, όποτε του αντιστέκομαι στα μούτρα μου πετάει δηλητήρια και μου λέει χαιρέκακα, (πάρτα, αυτά σου πρέπουν, γίνε πλήθος να ξεχαστείς, γίνε ψέμα να γοητευτείς μέσα στην πλάνη). Στρίβω την πλάτη και φεύγω. Ας γεράσω θεέ μου. Η καρδιά μου ας γεράσει... -Πως να ζωγραφίσω την ψυχή μου; Είναι αδύνατον για όλους μας..)

Όταν έπεσε στο χώμα η Βίβιαν, οπλές αλόγων χτύπησαν με θυμό την γη, γεννήθηκε με εκείνη την αρρώστια που λέγεται αγρίμι, είναι αυτό το κύμα που σε στέλνει στα κοφτερά βράχια να γδαρθείς όταν αγαπήσεις όσο δεν το αντέχεις, είναι εκείνο το μικρόβιο της ανασφάλειας πως τίποτε από όσα κάνεις δεν είναι τέλειο, πως κανείς δεν θα μπορέσει να σε αγαπήσει όπως μπορείς εσύ , μα πάνω από όλα είναι εκείνη η μαστιγωσιά της ελευθερίας, αυτό το τσίμπημα της ζήλιας για το πέταγμα των πουλιών, αυτή η μικρή αποδοχή πως τίποτε που υπάρχει σήμερα δεν θα υπάρχει αύριο, η ζωή που ζητά να τρυπήσει το στήθος σου από την λαχτάρα σου για εκείνη, έπειτα οι ατυχίες, οι δοκιμασίες, σκέψεις, πως αυτή η δύναμη που έρχεται με τον καιρό, μετά από τις αποτυχίες και πως κανείς ακόμη δεν κατάφερε να σε σκοτώσει, σκέψεις αν όλα αυτά άξιζαν να συμβούν. Όταν έπεσε στο χώμα η Βίβιαν όλοι την είχαν βαπτίσει <<τρελή>> γιατί είχε ξεφύγει από τα όρια της, κανείς από αυτούς όμως δεν σκέφτηκε πως για να ρίξεις αίμα και να σκίσεις την σάρκα σου επάνω σε μια σκηνή χρειάζεται να έχεις φύγει από τα μικρά όρια σου. Και ποιός είναι αυτός που στην τελική ορίζει τα όρια και τις ροπές μας, με ποιο δικαίωμα μας κρίνει αν δεν έχει φτύσει τουλάχιστον μια φορά τον εαυτό του στα μούτρα; Ω,κάθε ημέρα που περνάει ,βλέπω πόσο λιγοστεύουν αυτοί που τα έργα τους συμβαδίζουν με τις πράξεις, δεν μπορεί να μεγαλουργείς καλλιτεχνικά και να παραμένεις άξεστος και μαλάκας... Όταν έπεσε στο χώμα η Βιβιαν όλοι έκλαψαν, έκλαψαν αληθινά, έκλαψε φυσικά κι ο Κλαρκ κι ας ήταν με άλλη στο πλευρό του. Μια μέρα σκέφτηκα δεν είμαστε μόνο οι επιλογές μας αλλά ο τρόπος που τις αντέχουμε. Τότε έκλαψα κι εγώ όπως κάποτε για την Βίβιαν.. Μάλλον ήταν προχτές.. (Στα κρίνα της Βίβιαν)

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014


Τράβηξα την πόρτα πίσω μου, ένας ήχος κι ένα αεράκι διέτρεξαν τους σπόνδυλους, ακίνητος ο εαυτός μου στο ταβάνι να με κοιτάζει, εκείνος ο κύκλος στο πάτωμα γραμμένος με την κιμωλία άρχισε να στάζει αίμα, το πήρα στις χούφτες μου και το ήπια σαν νερό, εδώ κοιμάται η ησυχία, εδώ περπατάει το όνειρο, εδώ σε άφησα μια νευρική ημέρα πένθιμο και μόνο να ψιθυρίζεις στις σκιές, βγήκα στον δρόμο ενώ το φεγγάρι πια τραβούσε έναν κόκκινο δρόμο, σαν το αίμα που έσταζε από το στόμα μου, σαν το κραγιόν μου που ήταν ανυπόφορο, μπήκα σε ένα ελληνάδικο, τράβηξα ένα ζειμπέκικο στο πάτωμα ενω γύρω μου τα ηχεία βόγκαγαν από τον πόνο μου, έδινα αίμα να πιουν οι άντρες, να δουν πως είναι όταν υποφέρει μια γυναίκα από όσα έμαθε πια και ξέρει, με κούραζε η μονοτονία των λέξεων τους, είπα έχετε κάτι άλλο να επιδείξετε εκτός από έναν σφιχτό καβάλο, έχετε αίμα, καρδιά, συκώτι, μάτια, έχετε κουράγια, να με πάρετε στην αγκαλιά σας να με χαιδέψετε σαν να μουν ένα γατί πεταμένο στον δρόμο, ένα βρέφος έξω από μια πόρτα κλειστή, έτσι , έτσι να με θωπεύσετε, μπορείτε άραγε, έπειτα ήρθε μια άγρια γκόμενα με ένα κόκκινο φουστάνι, χόρεψε μπροστά μου αδέξια έναν χορό της κοιλιάς, χαμογέλασα με την κακόγουστη περιφορά του κορμιού της, πήγα στο παιδί που έβαζε μουσική και παρήγγειλα κι άλλο ζειμπέικο, θυμήθηκα την Ανατολή και τους δερβίσηδες, μύριζα το ουίσκι στα στόματα, κόσμος υπό διάλυση σκεφτόμουνα, δεν τρέχει τίποτε, δεν δίνει κανείς δεκάρα, έπειτα τράβηξα έξω τα σπλάχνα μου, φάτε μαλάκες τους είπα, φάτε, όσο και να φάτε όμως πάντα θα έχω, πάντα θα έχω, μαλάκες, φτηνοί προβοκάτορες της μιζέριας, πάντα θα έχω , ακούτε; πάντα θα έχω.. -Μια βόλτα σε <<ελληνάδικο>>

Όταν ήμουν παιδί, στο νησί ,τα Καλοκαίρια, τα απογεύματα, πήγαινα στο γκρεμισμένο χωριό, εκεί, στο πεσμένο σπίτι της γιαγιάς μου, βρισκόταν ένας σταύλος που μέσα του αναπαυόταν ο Κίτσος, το αγαπημένο μου γαιδούρι. Ήταν άστατος και τσαπατσούλης όπως εγώ. Τον τάιζα σανό όπως μου είχε δείξει ο πατέρας. Τον χάιδευα και μιλούσαμε με τις ώρες. Εκεί, στο νησί διδάχτηκα την γλώσσα των ζώων, γλώσσα αληθινότερη κι ίσως με μιαν αυθεντικότητα που σαν να δίδασκε νοήματα μέσω των αισθήσεων. Δεν υπήρξα αυτό που λέμε συνηθισμένο παιδί, πράγμα που μου επέτρεψε να καταλάβω γενικότερα πράγματα νωρίτερα της ηλικίας μου. Γρήγορα κατάλαβα πως ο Κίτσος σαν με έβλεπε από μακριά γκάριζε κι έτρεχε πάνω κάτω ώσπου να έρθω κοντά του. Είχα μάθει να τον φωνάζω από τον πατέρα μου με έναν δικό μας τρόπο σαν έβλεπα να φανερώνεται το εγκαταλειμένο χωριό απέναντι και τόσο κοντά μου. Κατάλαβα φυσικά πως πρώτα από όλα επικρατούσε το ένστικτο της τροφής, ωστόσο μια μέρα θέλησα να σπάσω την ρουτίνα της διαδικασίας αυτής. ήμουν γύρω στα 12, άνοιξα τον σταύλο και έβγαλα έξω τον Κίτσο περνώντας γύρω από το κεφάλι του το καπίστρι. Περπατήσαμε το μικρό εγκαταλειμένο χωριό, -Στρούμπος- και βρεθήκαμε στην εκκλησία. Εκεί καθισμένος στα περβάζια μπορούσες να κοιτάξεις την θάλασσα να επεκτείνεται κάτω και μακριά σου, τέσσερα χιλιόμετρα μας χωρίζουν από τον γιαλό. Εγώ λοιπόν ξαπλωμένη κάτω από τις μοναδικές βελανιδιές έπιασα να του μιλάω με τις ώρες για την θάλασσα. Τα τζιτζίκια μας τρέλαιναν από τις φωνές τους. Ο γάιδαρος στην αρχή, ήταν νευρικός, ήθελε να τραβήξει το καπίστρι και να φύγει μακριά. Τότε εγώ σαν ηθοποιός ενός σουρεαλιστικού έργου άρχισα να του μιλάω για τα γαιδούρια και τους ανθρώπους και τα νησιά. Του είπα πως οφείλουμε όλα τα σπίτια μας στις πλάτες τους και τον ευγνωμονώ. Άγγιξα το μάγουλο του με το δικό μου κι έμεινα ακίνητη. Κολλημένοι μάγουλο με μάγουλο ήμασταν ένα ασυνήθιστο θέαμα. Από νωρίς όμως γύρευα τα ασυνήθιστα. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη αλλά τότε αυτός σταμάτησε κι έμεινε ακίνητος. Πέρασα τα χέρια μου στον λαιμό του και φίλησα το μάγουλο του. Αυτός ακίνητος και ήρεμος. Και τότε κατάλαβα πως εκτός του ένστικτου της τροφής , του άνοιγα το ένστικτο της αγάπης και της τρυφερότητας, τα άνοιξα και τα τάισα κι αυτά όπως ακριβώς έκανε κι αυτός σε εμένα. Ήταν ολοφάνερο. Αυτό το έκανα για λίγο καιρό ακόμη. Έπειτα σκέφτηκα πως τον αγαπούσα πολύ και πως με κάποιον τρόπο την στιγμή που δεν μπορούσα να του δοθώ ολοκληρωτικά, εννοώ τους Χειμώνες πάντα γύριζα στην Αθήνα θα του έκανα κακό. Κανείς , ούτε ο παπούς, ουτε ο πατέρας είχαν χρόνο για τέτοια. Έτσι σιγά σιγά αραίωσα τις επισκέψεις μου κι έγινα όπως πριν. Αυτός πάντα σαν έφευγα έτρεχε στην πόρτα περιμένοντας να του ανοίξω και να κάνουμε την βόλτα στο χωριό σαν οι τελευταίοι κάτοικοι της νήσου, έβλεπα τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα ή το πιστεύεις ή όχι αυτό συνέβη τις τρείς πρώτες φορές.. Μετά συνήθισε ίσως.. Τότε κατάλαβα πως όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις. Κι από τότε πάντα έφευγα. Το πρώτο μάθημα μου το έδωσε ο Κίτσος, το αγαπημένο μου ζώο. Όταν πέθανε έκλαιγα για μήνες.. Για την απώλεια του κι όσα μοιραστήκαμε και δεν τα έμαθε κανείς.. Ούτε ο πατέρας μου... (ΌΤαν αγαπάς, χρειάζεται να φεύγεις..)

Σήμερα ο ήλιος ζέσταινε την πλάτη μου, θα μπορούσε να ήταν μια όμορφη ημέρα από την αρχή, αλλά αυτό συνέβη από το μεσημέρι και μετά. Θυμήθηκα τον φίλο μου τον Κ'ωστα,αν και σήμερα δεν υπάρχει ανάμεσα μας πια. Αυτός που λες με μύησε στον Μητροπάνο, ο<< χιονάνθρωπος>>, έκανε βέλος την καρδιά μου και την πήγαινε παντού, ίσως σε ένα ταπεινό ηλιοβασίλεμα, ίσως σε ένα ματωμένο στόμα που ψιθύριζε λέξεις κεντημένες με κεντρί και δηλητήριο, ίσως παντού όπου υπήρξε ή θα υπάρξει η μη ανταπόκριση ή η απόρριψη. Που λες γυρνούσα από την φυσιοθεραπεύτρια μου, κι αφού έκανα όλες τις ασκήσεις για τον <<παγωμένο μου ώμο>>, καμιά 200αριά παρακαλώ, πέρασα μπροστά από την εκκλησία που χτύπαγε η καμπάνα της και κοίταξα τα περιστέρια καθισμένα στα σκαλιά. Η πλατεία έχει φούρνο, μπήκα μέσα και πήρα δυο κουλούρια κι άρχισα να τα κομματιάζω, τα έριχνα σιγά σιγά μπροστά τους κι αυτά άρχισαν να τρώνε μέσα από τις χούφτες μου. ΚΡάτησα την αισθηση της μικρής ευτυχίας μέσα μου και προχώρησα στην Φωκίωνος. Εκεί είδα έναν άντρα που πετούσε μια κόκκινη μπάλα στο γρασίδι και το πιανε μια λυκοσκυλίνα, ταυτόχρονα είχε κι ένα υπέροχο θηλυκό ροντ βάιλερ υπό την επίβλεψη του. Σκέφτηκα πόσον καιρό έχω να μιλήσω με έναν άγνωστο. Συνήθως οι πρώτες σκέψεις οταν μας πλησιάσει ένας άγνωστος είναι πως θέλει να μας κολλήσει ή πως διανύει μια περίοδο τρέλας, εκεί έχουμε καταντήσει... Του μίλησα, πόσο μου άρεσε το ροντ βάιλερ, άρχισε να μου λέει πως η λυκοσκυλίνα του είναι πολύ μεγάλη πια και πως μπορεί να παραλύσει, στα ανθρώπινα χρόνια είναι 85 χρονών. Το ροντ είναι μικρό μόλις τεσσάρων. Κοίταξα την μεγάλη κυρία, ρυτι΄δες σκυλίσιες περνούσαν στα μάτια της και στην μουσούδα. Με κοίταξε κι αυτή, την χάιδεψα, σαν να μου γέλασε. Ο τύπος ήταν ευγενέστατος, μοιραστήκαμε λόγια γύρω από τα ζώα και τους ανθρώπους.. Πήρα κι άλλη ευτυχία στην καρδιά μου και τράβηξα για το Βίντεο κλαμπ, έχετε δει την κλέφτρα βιβλίων; με ρώτησε το όμορφο κορίτσι, ναι της είπα, κι ύστερα σκέφτηκα πόσες σκέψεις δεν τις επικοινωνούμε στους άλλους. ( Είναι υπέροχη ταινία, σου δίνει μέσα στο σκοτάδι της εποχής το μικρό θαύμα που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, είτε αυτό λέγεται αγάπη, ή διάθεση για ανατροπή, σε κα΄νει να την θυμάσαι για καιρό εξαιτίας του ότι μιλάει ακριβώς για τον άνθρωπο με τόσο ωραίο, λυρικό κι απλό τρόπο), αυτά της είπα κι άλλα τόσα και εκείνη μου χαμογέλασε και μου είπε, (δεν θα μπορούσα να το πω καλύτερα, με καλύψατε πλήρως). Τότε συνέχισα,( πόσα πράγματα δεν λέμε κα΄θε ημέρα , έχεις σκεφτεί, πόσα πράγματα δεν μοιραζόμαστε εξαιτίας των φόβων μας πως θα το πάρει ο άλλος ή πως θα εκτεθούμε, να εγώ ας πούμε, σε βλέπω ένα χρόνο εδώ και δεν μιλήσαμε ποτέ για ταινίες παρ όλο που η ευτυχία για με΄να είναι οι ταινίες και τα βιβλία. (Έχετε δίκιο), ειπε γελώντας κι ένας άλλος επίσης που άκουσε την κουβέντα μας ήρθε στην παρέα, μετά ήρθε μια κυρία. Σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να γίνει όλο αυτό ένα εικοσάλεπτο ασπρόμαυρο φιλμάκι. Έφυγα με κομμάτια ευτυχίας που άπλωναν μέσα μου ολοένα και πιο πολύ.. Στον δρόμο για το σπίτι είδα ένα άσπρο σκυλί καθισμένο μπροστά στην μηχανή ενός πολύ όμορφου αγοριού. Χαμογέλασα, το αγόρι μου χαμογέλασε επίσης, δεν παίρνω όρκο για το σκυλί γιατί κοιτούσε μπροστά σαν την βασίλισσα Ελισάβετ. Η μαυρίλα του πρωινού είχε χαθεί. Ρε πούστη μου, σκέφτηκα πόσο γαμημένα όμορφη είναι η ζωή κι εμείς της φερνόμαστε σαν να ναι κουφάλα ενός δοντιού, πότε με φόβο, πότε με φάρμακα, με επεμβάσεις.. Τώρα θα ακούσω τον χιονάνθρωπο και θα πω γεια χαρά Κώστα, όχι, δεν έχω πόνο, ο Κώστας μια χαρά θα είναι πάντα.. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΙΛΕΣ ΜΟΥ

Τα τελευταία αγάλματα της πόλης σιχάθηκαν τις κουτσουλιές επάνω στο κρύο δέρμα τους. Θα μπορούσα να τα σκουπίζω μέρα και νύχτα μόνο και μόνο για να ακούσω τις συνομιλίες τους με τα αστέρια. Μα κανείς δεν σκοτίζεται. Περπατώντας στο πάρκο, είδα έναν άντρα που κλώτσησε μια γόπα τσιγάρου και με κοίταξε. Δεν είχα κανένα βλέμμα. Δεν έχω ακριβώς λύπη, έχω μια συνειδητοποίηση που δεν παίρνει χρονικά όρια. Πως πατώ επάνω σε μια γη που είναι καμωμένη από στάχτες και κόκαλα. Πως τόσους αιώνες αυτοί που την κατασπάραξαν είναι οι πολιτικοί και η εκκλησία. Μέσα σε αυτά βρίσκω την καρδιά μου να μου γνέφει διόλου σπασμωδικά πως είναι άπληστη, επιφυλακτική αλλά και τόσο ορθάνοιχτη που κάποιες φορές φιλοξενεί μέσα στις μπλε και κόκκινες αίθουσες της ανθρώπους που δεν άξιζαν της βελούδινης θωπείας επάνω τους. Η δειλία κι η ηλιθιότητα με απομακρύνουν αρκετά από τους άλλους. Ίσως και πάνω από όλα το να μου χαλάς την αισθητική μου. Οι σχέσεις έχουν μια αισθητική καταλαβαίνεις, όλες οι σχέσεις, είτε φιλικές, είτε ερωτικές. Μαζί τις φτιάχνουμε. Δεν μπορεί να μιλούμε και να φτιάχνουμε ένα όμορφο ανοιχτό κάστρο στα ριζά ενός βουνού κι εσύ σε μια στιγμή να μου κάνεις αυτό το κάστρο καλύβα όπου η βλακεία εκπαιδεύει συστηματικά την ψυχή σου κι εσύ συστηματοποιείσαι σε πρόβατο. Ναι, αρκεί μια φράση ή μια πράξη να με τινάξει μακριά από ότι μέχρι τότε αγάπησα. Αλλά η αγάπη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, είναι ελεύθερη κι αναρχική αλλά έχει και μια συμβατότητα, αυτήν της αισθητικής. Έχω μάθει να φεύγω μακριά. 'ΙΣΩς για να περισώσω την ομορφιά σε ότι έζησα. Βαρύ το ζειμπέικο, απίθανοι κι οι δερβίσηδες που στροβιλίζονται ώρες γύρω από τον εαυτό τους. Θέμα εκπαίδευσης και προοπτικής. Όχι, δεν μπορώ να μαλακίζομαι μιλώντας ασταμάτητα με ανθρώπους που δεν ξέρουν τι ακριβώς αγαπούν και τι πιστεύουν. Όταν αγαπώ ξέρω ακριβώς το γιατί. Ναι, η αγάπη είναι θέμα αισθητικής.. Καλύτερα να φεύγεις παρά να την αφήνεις να γίνει κουρέλια και σκατόνερα. Η φυγή έχει σκότος. Η μοναξιά επίσης. Αλλά η καρδιά μου δεν είναι ατομικής χρήσης.. Ξέρει να ενώνεται και να δονείται με τις άλλες. Δεν θα την γελοιοποιήσω. Η καρδιά μου παίρνει γρήγορες αποφάσεις. Δεν χρειάζεται να συγχρονιστώ με το πλήθος. Ούτε να ακούσω συμβουλές ευτυχίας. Ουτε πατέντες. Ας την κάνουν αυτοί που ξέρουν μπεσ σέλλερ. Αγάπησα το χαμόγελο και τα χνουδωτά βήματα στους άλλους. Κι εκτίμησα βαθιά την δύναμη και την επιθυμία τους να εξυψωθούν. Αυτό φυσικά απαιτεί να είσαι και λίγο μύστης. Την ζωή μου θα την ορίσω εγώ. Σαν άνθρωπος, σαν γυναίκα, σαν μύστης. Μακριά από εμένα το ολίγον. Ή όλα ή τίποτε. Έτσι είμαι και στους άλλους. Δεν μου πρέπει τίποτε λιγότερο. Κι η σιωπή κι η μοναχικότητα κάποιες φορές οδηγούν σε ανθισμένους κήπους και τοπία με δυνατούς καταρράκτες. Όσο λιγότερα φτιασίδια φοράς πάνω σου τόσο αποκαλύπτεται η ομορφιά σου. Η ομορφιά κι η αγάπη είναι δύσκολο πράγμα. όχι όμως κι ακατόρθωτο.. Πες άντε γαμήσου σε ότι σου χαλάει την προοπτική της ματιάς σου και της αληθινής ελευθερίας. Η αυτονομία των πράξεων και των επιλογών μας είναι δείγμα ελευθερίας. Αφού έτσι κι αλλιώς σκλάβους μας κάνανε τα σκουλήκια ας διαφυλάξουμε τον εαυτό μας. Και την ομορφιά του κόσμου. -Να λες άντε γαμήσου και να φεύγεις- υγ. αφιερωμένο στον εαυτό μου και στους αληθινούς

Όλα είναι ένα ψέμα, από την στιγμή που γεννιόμαστε ως την στιγμή που θα πεθάνουμε. Η μαγκιά, είναι ο τρόπος που θα το αποδεχτείς, να παραμένεις καθαρός κι αγνός όλες τις φορές που θα σε καρφώνουν τα καρφιά του ψέματος επάνω στον αόρατο σταυρό. Την στιγμή που διαισθάνεσαι την αρχή του ψέματος να μένεις ως το τέλος και να μην το βάζεις στα πόδια για να διαφυλάξεις τις πληγές σου, να προφυλαχτείς από την θύελλα που έρχεται να σε σαρώσει. Οι πληγές είναι σοφία, δεν θα τις άλλαζα με τίποτε στον κόσμο. Κι αυτό το πέσε κάτω και ανέβα επάνω είναι η κορύφωση του ανθρώπου. Η αρχή είναι η ηδονή αλλά η συνέχεια είναι η αυτογνωσία. Η ακεραιότητα. Ψέματα, όλα είναι ψέματα. Οι γονείς σου, η ζωή σου μετά το υπαρξιακό αλισβερίσι με τον θάνατο , τις απώλειες.Οι αγάπες. Οι φίλοι που παριστάνουν τα αδελφια. Υποτέλειες, αφύσικες ροπές στην τρέλα. Ενστάσεις μετά την σταύρωση και την προσωπική αποκαθήλωση. Απλώνω τις πληγές μου στον ήλιο. Τους βάζω αλάτι. Δεν με αγγίζει ο πόνος. Είναι φίλος μου, είμαστε μοιραίοι κι ωραίοι μέσα στην ανιδιοτέλεια μας. Μετά το ξεπέρασμα του πόνου έρχεται η σοφία. Η σοφία είναι ορμητήριο, όχι των αγίων αλλά των απολύτως κολασμένων. Δεν έχω ψωμί για τους φλώρους, για τους δειλούς και για τους κλέφτες. Κλέβεις την αλήθεια μου και την κάνεις ψέμα. Δεν είναι δα τόσο τραγικό για μένα όπως πιστεύεις. Λέγε εσύ λέξεις, εγώ θα κάνω πράξεις. Την αλήθεια μου. Μείνε και παρέμεινε μαλάκας. Είναι στο χέρι σου. Στο δικό μου χέρι είναι να πιστεύω σε έναν άλλο κόσμο. Στα αρχίδια μου αν τον ζήσω ή όχι, αρκεί που είχα την δύναμη να τον πιστέψω. Πιο έτοιμη από ποτέ.. -Ετοιμόγεννο-

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014


Είμαι η Γιοσίρο, η σκοτεινή γκέισα της πόλης, κοιτάζω στο αναστατωμένο κρεβάτι τον εραστή μου ξαπλωμένο,που είναι νεκρολούλουδος, έχει μια πλατιά χλομάδα στο πρόσωπο και τα μάτια του έχουν φορές φορές την όψιμη βία- απραξία των νεκρών στο πικρόγλυκο τους κατευόδιο. Όταν εισέρχεται μέσα μου αλλάζει, θερμές εκτάσεις πέρα από το ηλιακό βασίλειο μπαίνουν κάτω από το δέρμα του ενώ η γλώσσα και τα χέρια του ζωντανεύουν σαν ζώα που ήταν σε αναγκαστικό ύπνο. Τότε αφήνει το βασίλειο των νεκρών και μου δίνεται σαν άντρας που είναι έτοιμος για μάχες, δυνατός, ήρεμος κι αποφασιστικός. Επεμβαίνει στην ηθελημένη μου ακινησία, το σώμα μου το αφήνω σαν φτερό στα χέρια του κοιτώντας ευθεία μέσα στα μάτια του και μπαίνω πίσω από αυτά καθώς εκείνος με διαπερνάει με το φύλο του και αρχίζω να ζωντανεύω. Γιαπωνέζοι κουλήδες μαζεύουν τις κραυγές μας που μαζεύονται, πυκνώνουν κι ενώνονται σε μια. Εδώ επάνω βρίσκομαι 200 χρόνια, όπως εκείνος. Σε μια άλλη ζωή ήμασταν ξανά εραστές, τον έπεισα να κάνουμε χαρακίρι γιατί δεν μπορούσαμε να είμαστε μαζί. Στην επόμενη ζωή έγινα η Μήδεια και τον σκότωσα, έβαλα στο προσκέφαλο του γιασεμιά και τον έκλαψα χρόνια ολόκληρα, κανείς δεν ασχολήθηκε για την αιτία του φονικού, οι φονιάδες για τους ανθρώπους είναι πάντα ένοχοι... Μόνο οι φονιάδες των εθνών είναι πάντα βασιλιάδες και πεθαίνουν με παράσημα και δόξες.. Σε μια άλλη ζωή έγινα η Αντιγόνη κι αυτός ήταν ο αδελφός μου. Η αδικία μας τσάκισε το αίμα. 200 χρόνια τώρα παλεύουμε με το άδικο, παλεύουμε με την καρδιά μας που πηδάει έξω από το στέρνο μας. Την δίνουμε όπου πιστεύουμε πως θα αναδυθούν θαύματα κι ας μην γίνονται. ναι, 200 χρόνια τώρα δεν μπορέσανε να μας πάρουν την αθωότητα οι βάνδαλοι, την πίστη μας στα ανθρώπινα θαύματα. Ζήσαμε την προδοσία και την ψευτιά αλλά μείναμε ορθοί σαν στήλες ενός αρχαίου ναού που κοιτά προς την θάλασσα. Είμαι η Γιοσίρο, τα έφερε έτσι η μοίρα μας ώστε να περνάμε όλες μας τις ζωές μαζί, σε αντίπαλα ή όμοια στρατόπεδα. Δεν υπήρξαμε μονάχα σαν εραστές ούτε υπήρξαμε μονάχα με το φύλο της γυναίκας εγώ κι αυτός του άντρα. όταν ήμουν άντρας την λάτρευα σε ένα σπίτι στηριγμένο στις ρίζες ενός λόφου. Κοιτούσε προς την θάλασσα. Πάντα αυτή μας ένωνε ή μας χώριζε. Είμαι η Γιοσίρο, του είπα πως ερωτεύτηκα κάποιον άλλον άντρα και με πήρε από το χέρι και με οδήγησε σε εκείνον, έπειτα με παρηγόρησε γιατί εκείνος έφυγε, φοβίζω τους άντρες, είναι που κάτω από την λευκή μου απαλή επιδερμίδα διαισθάνονται τα 200 μου χρόνια. Τους φοβίζει η πείρα κι ο τρόπος που τους δίνομαι. Ο τρόπος μου είναι εξοντωτικός, τους αναγκάζει να με ξαναδούν, να με ξαναθέλουν και να με ερωτευτούν. Γι αυτό προτιμούν την φυγή. Έτσι κι αυτός που ερωτεύτηκα χωρίς λόγους όπως πάντα γίνεται, το έβαλε στα πόδια σιγά σιγά. Κρύφτηκε σαν ζωάκι φοβισμένο. Δεν τον μίσησα γιατί όποιος περνά πολλά πολλά χρόνια επάνω στην γη δεν γνωρίζει τι θα πει μίσος.. Κι όταν έκλαψα στα σκαλιά μιας εκκλησίας ο αγαπημένος μου με παρηγόρησε. Ζούμε στην σκληρότερη εποχή μας. Τον νου μου τον κατατρέχει ξανά το χαρακίρι. ίσως να το κάνω αυτήν την φορά μόνη μου. όμως φοβάμαι πως έτσι θα κλείσει μόνος του τον κύκλο της ζωής του. Μόλις βγαίνουμε από το αγαπημένο μας δωμάτιο με το νούμερο 7 και προχωράμε στον δρόμο, τότε που η νύχτα γλυκοφιλά τα δέντρα και τους ανθρώπους, τότε η Ιαπωνία φεύγει από τα πρόσωπα μας και γινόμαστε ξανά οι άνθρωποι της Δύσης. Και σαν να ξαναπεθαίνουμε.. Γιατί η Δύση είναι πιο άρρωστη από ποτέ. Κι εμείς πεθαίνουμε από αγάπη και έρωτα. ΤΣΟΥΛΑΈΙ η καρδιά μας έξω από το στήθος. Ο γυναικείος μου κόρφος, δεν έκρυψε δηλητήριο ποτές, σε όλα μου τα χρόνια. ΚΙ αυτός δεν φοβήθηκε να πολεμήσει και να δώσει αγάπη ποτές, σε όλα του τα χρόνια. Τρεφόμαστε με αίμα, δίνουμε τα οστά μας στους ζωντανούς, μιλούμε στους νεκρούς μήπως κινήσουν κατά εδώ και στρέψουμε αλλού το πρόσωπο της ανθρωπότητας, εκεί στον ήλιο και στο φως. Αλλά οι νεκροί απλά μας ζητούν να τους κάνουμε έρωτα κι έπειτα ξεχνούν την υπόσχεση τους. Ένας από αυτούς μάλιστα, που υπήρξε ένας μεγάλος Γάλλος ποιητής, μου σφύριξε στο αυτί ενώ εκσπερμάτωνε δάκρυ και σπέρμα,( ο άνθρωπος δεν θα σωθεί ποτέ, είναι γιατί κυνηγάει την σκιά του όπως η γάτα που κυνηγάει την ουρά της).. Συνεχίζουμε να ζούμε και να περιμένουμε. Αλλά θα είμαστε πάντα ορθοί και πρόθυμοι, ίσως και λίγο τρελοί, ίσως μοιραίοι, ίσως και καταραμένοι... -Της μνήμης, της λήθης, του έρωτα, του θανάτου, της αγάπης- Υγ. αφιερωμένο σε αυτούς που παραμένουν μεταφυσικά όντα, δηλαδή απολύτως φυσικά όντα... Γιοσίρο

8 Μαΐου Ο πόλεμος συντηρείται με την ντροπή, οι μάχες δεν τελειώνουν, εκτός κι αν τελειώσει ο άνθρωπος, αυτός είναι ο βωμός του αίματος, είτε ερωτεύεται , είτε ακρωτηριάζει ο ένας τον άλλο, βωμός αίματος μοιάζει. Το παρελθόν γυρίζει την στρόφιγγα, ένας λυγμός κι ένα γέλιο ανάλογα της θέσης που βρίσκεσαι, τα λεφτά, η δόξα και η ματαιοδοξία είναι οι κόρες του Άρη, είναι οι πλάνες στους λάτρεις της ματαιότητας. Αν ο άνθρωπος μπορούσε τον θάνατο να αντικρίσει στα μάτια, ίσως να μην έκρυβε μέσα στην πέτσα του τόση αχαριστία για το δώρο της ζωής.. Ο πόλεμος είναι ο αφέντης κι ο δούλος είναι ο άνθρωπος. Αυτό το ζώο που φοβάται σαν ακούσει την φωνή της ευτυχίας και το βάζει στα πόδια, σαν πληγωμένος αλήτης πάντα ετοιμάζει θρήνους κι επικήδειους.. -Αποστροφή-

Κανείς δεν μπορεί να μου πάρει την λύπη, η λύπη είναι μια σκιά που με ακολουθεί από παιδί. Μια εικόνα που δεν θα αφήσω ποτέ από τα μάτια μου είναι όταν πλημμύρισε το καταραμένο υπόγειο που έμενα παιδί και βράχηκε ο αρκούδος μου ο Νίνο, αυτή η λούτρινη αγάπη που αγκάλιαζα και μου έδινε σιγουριά και τρυφεράδα, τον κήδεψα κανονικά τον Νίνο να ξέρεις κι ας ήμουνα έξι χρονών , άνοιξα μια τρύπα στο χώμα και τον κήδεψα με τιμές και αγάπη που ξεχύλιζε από μέσα μου. Κανείς δεν μπορεί να μου πάρει την λύπη, ούτε εσύ ακόμη που χόρευες με κλειστά μάτια έναν χορό που μου θύμιζε την όμορφη εικόνα της Ανατολής. Τα βάθη της Ανατολίας, την Αίγυπτο, την έρημο και τις μικρές οάσεις της. Ένας άντρας χορεύει στην έρημο με κοψιά ενός πλάσματος φτιαγμένου από καλοσύνη κι ομορφιά , αυτή η εύθραστη ομορφιά που όμως δεν ραγίζει. Αφήνω χιλιάδες δάκρυα να φυτρώσουν στα μάγουλα μου. Είμαστε αποκλεισμένοι. Ακούς; Δεν υπάρχουν γραφεία, γνωστοί, φράγκα, κανείς δεν θα μας βοηθήσει στα όνειρα μας αν δεν έχει να πάρει από εμάς. Το γνωρίζεις καλά αυτό. Κανείς δεν ασχολείται με κάποιον αν δεν μπορεί να τον γαμήσει, στο σώμα, στην ψυχή, στο μυαλό σε κάτι. Αγορά είναι, δίνεις και παίρνεις. Αποκλείω τον εαυτό μου από αυτήν την αγορά. Δεν δίνω χειροφιλήματα ούτε γουστάρω αν δεν με αγαπούν κι αν δεν αγαπώ. Αν δεν αγαπάω εγώ δεν σέβομαι. Κανείς δεν μπορεί να μου πάρει την λύπη, ούτε εσύ που με τόσο κόπο μου δίνεις το συκώτι και την καρδιά σου για να τραφώ με αίμα. Τίποτε δεν μου φτάνει. Θέλω όλον τον κόσμο αλλά χωρίς να βάλω σφραγίδα και υπογραφές. Χωρίς ενέχειρα και υποθήκες... Έχω μια λύπη. θλίψη, όπως θέλεις πες την.. Είναι κάτι μέρες που ζητώ όλον τον κόσμο αλλά ξέρω πως αυτός ο κόσμος δεν είναι για εμένα. Δεν είναι αυτή η εποχή που ήθελα να ζήσω. παύλα και τελεία. Κι αυτό είναι άδικο. Χόρεψε μικρό μου αστέρι, κι εγώ χορεύω, κοιτάζω τον καθρέφτη και γίνομαι κύκνος, μαύρος και απρόσιτος... Έχω μια λύπη. Αλλά ξέρω να αγαπώ να πάρει ο διάβολος, ξέρω. Όσο θα αντέξω θα αντέξω. Αλλά τον εαυτό μου υποθήκη δεν τον βάζω. Πέρα από τα όρια υπάρχουν άλλα όρια..Τα δικά μου. Όσο θα αντέξω θα αντέξω, όσο θα μπορώ θα ζω αποκλεισμένη,<< οι νόμοι της αγοράς>> ποτέ δεν με αφορούσαν. Το κατάλαβα όταν έκανα την πρώτη κηδεία, αυτήν που σου είπα παραπάνω, του Νίνου.. Και να ξέρεις, καμιά φορά η λύπη είναι ένα κομψοτέχνημα.. Κι είναι η τροφή της τέχνης και της ομορφιάς.. Ποιος αληθινός άνθρωπος δεν πονάει σαν αντικρίζει ένα υπέροχο άγαλμα ή ένα πανέμορφο πρόσωπο; Η ομορφιά ,μου καίει τα μάτια.. -Παράξενη λύπη- υγ, αφιερωμένο

(Η επίσημη αναγνώριση πως ζείτε, γίνεται μόνο από κάποια συγκεκριμένα έγγραφα που εσείς δεν έχετε), είπε ο υπάλληλος κάποιας δημόσιας υπηρεσίας. Η αλήθεια ήταν πως η γυναίκα που βρισκόταν απέναντι του ήθελε απλά κάποιος άγνωστος να της βεβαιώσει πως ζούσε μιας και χρόνια τώρα δεν μιλούσε με κανέναν άλλον εκτός της γάτας της.. (Άρα είμαι νεκρή), είπε ήρεμα στον υπάλληλο. (Από όσο βλέπω ναι), είπε εκείνος και έσκυψε στα χαρτιά του. Η γυναίκα πήγε στο σπίτι της, βρέθηκε στην ταράτσα και πήδηξε στο κενό.. Η αλήθεια είναι πως μόνο η γάτα της την αναζήτησε.. Ζήσε τον μύθο σου μαλάκα μέσα στο δόντι της ανθρωπιστικής κρίσης..

Που είσαι αγαπημένη, το αμύγδαλο των ματιών σου τώρα δυο κόγχες κάτω από το χώμα. Στέκεται αδύνατον, να το φανταστώ. Τα πόδια σου έφυγαν μακριά και τα χέρια σου βαραίνανε στους ώμους ενός γοργόφτερου πλάσματος κάπου μέσα στο σκοτάδι. Είδα τυχαία την μητέρα σου σήμερα, όπως αυτά που τα ονοματίζουμε τυχαία, έβλεπα στο πρόσωπο της εσένα αν θα προλάβαινες να γεράσεις. Μα δεν πρόλαβες. Μονάχα πρόλαβες να βγάλεις την γλώσσα στο μαύρο σεντόνι του θανάτου, θα ήταν άχαρο να μην το σκεφτώ. Σε βρήκα πάλι, στις παρυφές της μνήμης μου φίλη αγαπημένη, μέσα στην γούρνα που ξεδιψά ένα ζώο που δεν είχα ξαναδεί, ίσως να βγήκε από τις σελίδες του Πόε, πες μου, θυμάσαι; Εγώ σου διάβαζα κι εσύ άκουγες σαν να σουν σε νιρβάνα. Τρώγαμε τις ανθισμένες κερασιές της Ιαπωνίας και τις μπήγαμε κάτω από το δέρμα, πες μου, θυμάσαι; Μισούσαμε τα εμβατήρια και λατρεύαμε τον έρωτα. Μικρά κορίτσια κι αόριστα στα λιχνίσματα της θωπείας, στις μετριότητες των αντρικών φιλιών, κροτάλιζαν τα βραχιόλια μας κι οι φτέρνες μας δεν πατούσαν στο χώμα. Στα σύννεφα, ήρεμα κρατούσαν μπαμπάκια και λουλούδια άγρια. Ευτυχώς και που μεγαλώσαμε πρόλαβα να σου πω πως σε αγάπησα. Κι ακόμη να σου λέω σε αγαπώ. Το αμύγδαλο των ματιών σου δεν θα σβήσει, τα ερέβη κι οι έχιδνες μακριά σου, εσύ ωραία μου θα βρίσκεσαι σε κήπους κρεμαστούς, εκεί πηγαίνουν όσοι φεύγουν νέοι.. Με αυτήν την αδυσώπητη μανία της δράσης.. Έτσι θα σε θυμάμαι. Κι ούτε ένα δάκρυ, μόνο χαμόγελο θα σου σκορπίζω. Από εσένα έμαθα να αγαπώ αυτήν την ήρεμη πόρνη που λέγεται ζωή. Θα συλλογίζομαι τους λύκους κι εσένα μακριά τους, Λείπεις.... (Στην Κ. κοντεύει χρόνος) Υγ, είδα την μητέρα σου σήμερα, μας είδες..

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014


Έβαψα λίγο πορτοκαλί το στόμα μου και βγήκα έξω στον δρόμο ακούγοντας τα βλέμματα των άλλων επάνω μου, βασικά με διαπερνούσαν σαν σαίτες. Οι άνθρωποι που βγαίνουν έξω από την πόρτα τους σαν εραστές προκαλούν τους γύρω. Σαν σε συνάντησα ήμουν ένα ήρεμο θηρίο, δεν θέλησα αμέσως να σε τρομάξω γι αυτό μιλούσα γλυκά κι ανάλαφρα σαν να μην ήμουν έτοιμη λίγο αργότερα να κοπώ σε κομμάτια κι ύστερα να ενωθώ μαζί σου σε μια μπάλλα που θα αιωρείτο στο ταβάνι, δονούμενη. Σου είπα, ( σήμερα αν σου ζωγράφιζα μουστάκια θα έμοιαζες με γάτα, έχεις αυτό το αφοπλιστικό βλέμμα της γάτας), σαν να μην είχες αυτό το τραγικό στοιχείο στο βλέμμα σου , αυτό που είδα από την πρώτη ημέρα. Γέλασες και τραβήξαμε για την ανηφόρα, οι νεραντζιές μαζί μας περπατούσαν κι ήταν η μυρωδιά τους βάλσαμο επάνω στον ερωτικό σταυρό. Μπήκαμε στο δωμάτιο με το όνομα Φαίδρα, το σπίτι σου έχει όλα τα ονόματα των θεοτήτων και των γυναικών που υμνήθηκαν από την ανθρωπότητα μέσα στον μύθο τους. Μετά τα φιλιά άρχισε η αναζήτηση της απόλαυσης και της πλήρους αποσύνδεσης από το περιβάλλον. Δεν έχει όνομα ούτε σημασία ο έρωτας αν δεν μπορεί να σε αποσυνδέσει από το περιβάλλον της πραγματικότητας. Φυσικά έγινα θηρίο ξανά, εσύ με τριγύρισες κι άρχισες να με ανοίγεις και να με τρως, σάρκες, εντόσθια, καρδιά, συκώτι, πνεύμονας, το ίδιο έκανα κι εγώ. Η βασική αρχή είναι το άνοιγμα της σάρκας, να ανοίξει η σάρκα και να αφήσει την ψυχή να ερωτευτεί κι αυτή την ζωή και τον θάνατο. Πλευρίζαμε μαζί με τα βογγητά μας βράχους κοφτούς κι ερήμους απέραντες. Μα σαν ανοίξαμε πλήρως ο ένας τον άλλον αρχίσαμε να τρώμε το όπιο που κρύβει καθένας στο μυαλό του. Κι ύστερα με την γλώσσα μας ανοίξαμε δίοδο για την γεύση και πιο πέρα από την αφή. Μετά από πολλούς οδυνηρούς σπασμούς κάναμε παύση. Τα αηδόνια μέσα μας σταμάτησαν να ακούσουν τι θα πούμε. Σου είπα να παίξουμε λίγο θέατρο, έκανα μια σταρλετίτσα που σου έτεινε το χέρι της για φίλημα, εσύ μούσκεψες τα δάχτυλα μου με το σάλιο σου. Αναρωτήθηκες τι άρωμα έχει το σάλιο μου.. Έπειτα σου πρότεινα να παίξεις κι εσύ. Πήρες την λευκή πετσέτα, την έβαλες στο κεφάλι σου κι άρχισες να παίζεις κάτι τραγικό, έκανες τον αρχαίο χορό και τον βασικό ήρωα. Ναι, έχεις κι εσύ το τραγικό μέσα σου. Εξάλλου ζούμε σε μια κατεξοχήν τραγική χώρα όπου ο ένας τρώει τον άλλον χωρίς πολλή σκέψη. Μετά ξανακυλήσαμε μαζί, ήμασταν στεγνοί από την μικρή παύση μα γρήγορα γίναμε υγροί κι ατίθασοι. Ξεκλειδώθηκα κι αφέθηκα επάνω σου. Σκεφτόμουν να γίνω ένα χαμομήλι μικρό που θα πατήσεις πάνω του, ζητούσα να με υποτάξεις και να υποταγείς. Όχι ο ένας στον άλλον αλλά σε αυτήν την απέραντη ελευθερία που δίνεται όταν δυο άνθρωποι ζουν με όλες τις αισθήσεις τους τον έρωτα. Την ένωση που διαρκεί όσο η Άνοιξη να διαδεχτεί τον Χειμώνα. Δεν δενόμαστε με αλυσίδες, ούτε καρφίτσες, ούτε δαχτυλίδια. Ζούμε αυτό που ο άνθρωπος στερείται απασχολημένος με τον εαυτό του. Δυο άνθρωποι δένονται σε έναν ρυθμό, χορεύουν ενωμένοι με το ίδιο τέμπο, αυτός ο ρυθμός ενώνεται με τα έγκατα της γης. Όταν λύνομαι σε σπασμούς ταξιδεύω κάτω από την γη, ταξιδεύω στους ωκεανούς και στα ποτάμια της, περπατώ επάνω της κι ύστερα πετάω πάνω από την στρατόσφαιρα, λίγο μετά ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τα δικά σου... Είμαι ελεύθερη παρ όλα αυτά. Κι εσύ. Ότι ώρα θέλουμε μπορούμε να φύγουμε μακριά ο ένας από τον άλλον. Ο ένας για τον άλλον ζητάει την ευτυχία. Ξέρεις πως εγώ είμαι λίγο πιο σύνθετη. Αλλά παλεύεις ακούραστα σαν μονομάχος... -Σαρώνοντας θύελλες κάτω από το κρύσταλλο του δέρματος-

Στο αξεδιάλυτο σκοτάδι της νύχτας, ένα τρένο κυλούσε γρήγορα επάνω στις γραμμές του. Ο παράξενος επιβάτης στο τελευταίο βαγόνι, έκανε γραμμές με τα δάχτυλα του επάνω στα γόνατα του. Έξυνε την επιφάνεια του παντελονιού του με τα νύχια ,κι ύστερα προσπαθούσε να δει έξω από το ελαφρά σκονισμένο τζάμι του παραθύρου του. Δίπλα του δεν υπήρχε άλλος επιβάτης , υπήρχαν μόνο μια μαύρη παλιά δερμάτινη μονάχα βαλίτσα κι ένα κλουβί σκεπασμένο με ένα λευκό πανί. Ο Πασκάλ από τότε που προδόθηκε από μια γυναίκα που ο ίδιος λάτρεψε μονάχα, αγόρασε ένα καναρίνι και άρχισε να του μιλάει. Πίστευε πως τα τιτιβίσματα του πουλιού, ήταν αποκρίσεις στις ερωτήσεις του και στους μαραμένους μονολόγους του. Κι η αλήθεια ήταν πως από ένα σημείο και μετά, το καναρίνι ανταποκρινόταν με τον τρόπο του στην φωνή αυτού του μοναχικού άντρα. Ο Πασκάλ στο μεταξύ είχε αποκοπεί από τους φίλους κι ούτε έκανε νέους, ζούσε από κάποια πενιχρά εισοδήματα του πατέρα του κι είχε εντρυφήσει στην μοναξιά και στην θλίψη όπως ένας επιμελής σπουδαστής της τέχνης. Τώρα είχε πάρει την τελευταία ίσως απόφαση της ζωής του. Μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια απόλυτης μοναξιάς και χρεοκοπημένης ευτυχίας , αποφάσισε να χαρίσει στο καναρίνι και στον ίδιο την ελευθερία του. Έμαθε μετά από πολύ ψάξιμο πως υπήρχε ένα μέρος όπου καναρίνια πετούσαν ελεύθερα και ζευγάρωναν γεμίζοντας με όλα τα είδη τους το τοπίο. Αυτό έγινε αιτία να μαθευτεί από πολλούς ανθρώπους και να χτιστούν δυο τρία ξενοδοχεία και οι ξεναγοί οδηγούσαν τους τουρίστες σε εκείνο το σημείο του δάσους όπου καναρίνια διαφόρων χρωμάτων γέμιζαν τον ουρανό με τις φωνές τους και η πολυχρωμία των φτερών τους χάριζε στο δάσος μια τεράστια χρωματιστή βεντάλια. Εκεί πήγαινε ο Πασκάλ και σκεφτόταν γι ακόμη μια φορά την τελευταία φορά που έμπαινε μέσα στην Άννα ένα μουντό πρωινό που η ομίχλη έφτιαχνε διαφανείς κύκνους. Ήταν απόλυτα ευτυχισμένος, είχε πάρει την απόφαση να της ζητήσει να τον παντρευτεί εκείνο το άγουρο πρωί που ξύπνησε και δεν την είδε δίπλα του. Τα αναστατωμένα σεντόνια σφύριζαν το άρωμα της και κάτι σαν μαχαίρι άρχιζε να κόβει τα σπλάχνα του με χειρουργική επιμέλεια. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο, στον καθρέφτη είδε την τελευταία της φράση γραμμένη με το αγαπημένο της βυσσινί κραγιόν. (Φεύγω, συγχώρεσε με, δεν είμαι για εσένα, γρήγορα θα με ξεχάσεις). Το μόνο που σκέφτηκε ο Πασκάλ, ήταν πως ήταν τυφλός τόσον καιρό γιατί δεν είχε δει πως η γυναίκα που λάτρευε, τελικά έπασχε από έπαρση, μόνο ένας επηρμένος θα πίστευε πως αυτός που αγαπάει κάποιον άνθρωπο παραπάνω από την ίδια την ζωή του θα ξεχνούσε γρήγορα.. Τελικά, γύρω στο ξημέρωμα, ενώ τα αχνά χρώματα του ουρανού χάραζαν την νέα ημέρα ο Πασκάλ έσυρε το κλουβί με το κατακίτρινο πουλί και την μαύρη βαλίτσα κι έφτασε στο ξενοδοχείο. Μια ξανθιά πανέμορφη κοπέλα κράτησε τα στοιχεία του κι είπε σε κάποιον να τον οδηγήσει στο δωμάτιο με το νούμερο εννιά. Η κοπέλα είχε εντυπωσιαστεί από αυτόν τον άγνωστο μελαχρινό άντρα. Της άρεσαν ιδιαίτερα τα μάτια του, είχε ένα έντονο μελαγχολικό βλέμμα που τρύπωσε στην ψυχή της σαν άτακτο αγρίμι. Διαισθάνθηκε την προδοσία πίσω από τα μάτια του και την χαμένη χαρά. Διαισθάνθηκε επίσης πως είχε παραδοθεί στην μοναξιά από την δυσκολία στην ομιλία. Κι επειδή είδε και το καναρίνι κατάλαβε αμέσως πως αυτός ο άντρας μιλούσε μόνο με το καναρίνι κι είχε ξεχάσει την γλώσσα του ανθρώπου. Η Μαργαρίτα ήταν πολύ ξεχωριστό πλάσμα, ζωγράφιζε και ονειρευόταν κόσμους απάτητους από την κακία και τον εγωισμό. Ζούσε σε έναν κόσμο όπου κυρίαρχο ρόλο είχε η ομορφιά κι η ευαισθησία. Ο Πασκάλ είδε την ομορφιά της κοπέλας, όμως με τα χρόνια είχε γίνει τόσο απροσπέλαστος που γρήγορα την ξέχασε. Άνοιξε την βαλίτσα και έβγαλε ένα λεπτό μαύρο κουστούμι. Έπειτα έβγαλε ένα περίστροφο και το έβαλε στο συρτάρι. Έκανε μπάνιο, ντύθηκε και κατέβηκε στην μεγάλη σάλα για το μεσημεριανό γεύμα. Τον σέρβιρε επίτηδες η Μαργαρίτα. Καθώς του έβαζε κόκκινο κρασί στο ποτήρι αυτός πρόσεξε πως τα μάτια της ήταν μελιά κι είχαν κίτρινες πιτσίλες χυμένες γύρω τους. Όμως γρήγορα το ξέχασε και συνέχισε το γεύμα του. Ευχαρίστησε κι ανέβηκε επάνω στο δωμάτιο του. Ξάπλωσε για λίγο, κι ύστερα πήρε το κλουβί και έβαλε στην τσέπη το περίστροφο. Κατέβηκε και ρώτησε πως θα πήγαινε στο μέρος που τα καναρίνια ζούσαν ελεύθερα. Τον πήγε η Μαργαρίτα με το αυτοκίνητο της. Καθώς οδηγούσε είδε τα γόνατα της να γυαλίζουν αλλά γρήγορα το ξέχασε. Έφτασαν και αμέσως οι φωνές των πουλιών γέμισαν τα αυτιά τους σαν ένα υπερηχητικό σκάφος να περνούσε από επάνω τους. Ο Τόμπυ, το καναρίνι άρχισε να πετάει ξέφρενα μέσα στο κλουβί του. Ο Πασκάλ ζήτησε από την Μαργαρίτα να τον περιμένει. ΠΕρπάτησε δίπλα από ένα ποτάμι κι είδε τα νερά του. Τα θαύμασε σαν παιδί, μα γρήγορα τα ξέχασε. Εκεί ακριβώς που στην όχθη του ποταμιού αυτού, χρώματα από πολύχρωμες ουρές γέμιζαν το τοπίο, εκεί ακριβώς ο Πασκάλ άνοιξε την πόρτα του κλουβιού. Ο Τόμπυ διατακτικά έκανε πίσω εμπρός κι ύστερα κοίταξε τον Πασκάλ αναποφάσιστος. Μα κοιτάζοντας στον ουρανό είδε τα πολύτιμα αδέλφια του κι άρχισε να φωνάζει χαρούμενος.. Γιατί Ο Τόμπυ έβλεπε κι ήθελε να ζήσει. Βγήκε ο μισός στην πόρτα, κοίταξε τον Πασκάλ κι ύστερα έβγαλε ολόκληρο το κορμάκι του έξω από αυτήν και πέταξε ψηλά. Ο Πασκάλ έκλαιγε με λυγμούς κι έλεγε (ΜΠΡΆΒΟ, ΠΈΤΑ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ, ΦΥΓΕ ΕΣΥ ΝΑ ΣΩΘΕΙΣ), αυτά φώναζε μέσα από τους λυγμούς του. Τον κρότο του όπλου τον άκουσαν ταυτόχρονα κι η Μαργαρίτα και ο Τόμπυ. Εκείνη έτρεξε κατά κει κι ο Τόμπυ πέταξε στον πεσμένο άντρα. Μια λεπτή κόκκινη γραμμή αίματος έβαφε το στέρνο του αλλά ένα χαμόγελο ευτυχίας είχε βάψει το πρόσωπο του. Το καναρίνι περπάτησε για λίγο επάνω του ενώ η Μαργαρίτα λυνόταν σε σπασμούς δακρύων. Όμως γρήγορα πέταξε ψηλά. Γιατί τα ζώα είναι γεννημένα ελεύθερα.. Ο Πασκάλ δεν μπορούσε να δει τα δάκρυα της ωραίας Μαργαρίτας γιατί ήταν νεκρός. όμως δεν μπορούσε να δει τίποτε από τότε που τον άφησε η Άννα.. Στο μεταξύ ο Τόμπυ πετούσε ελεύθερος γιατί έβλεπε τα πάντα.. Είχε ξεφύγει πια κι από την θλίψη του Πασκάλ.. -Ο άντρας καναρίνι- Υγ. αφιερωμένο σε αυτούς που δεν μπορούν να δουν...

Να μιλάμε όπως πάντα, να βρέχονται τα πόδια μας από την θάλασσα, να σου δείχνω την φωλιά της φώκιας, τότε που ήμουν παιδί και κολύμπαγα μαζί τους. Θυμάμαι τα χαριτωμένα μουστάκια τους και πως στο μυαλό μου μου χάριζαν χαμόγελο. Αναποδογύριζα το κορμί μου μαζί τους, οι κοιλιές μας ζεσταίνονταν από τον ήλιο. Κάθε ημέρα είναι ένας θρήνος ή ένα θαύμα, ή ένα κεράκι αναμμένο. Βάζω μουσική και χορεύω μόνη μου, μετά χορεύεις κι εσύ κάπου εκεί μόνος, οι χοροί μας ταιριάζουν στα παγώνια... Και στους τελευταίους ρομαντικούς που σκότωσαν τα όπλα τους. Μιλάμε και κοιταζόμαστε. Αυτή η θερμή ζάλη από την ένταση των ματιών μας τρυπώνει μέσα μου, απλώνεται σαν γάτα και ρονρονίζει. ύστερα ανοίγει την πύλη της επιθυμίας. Ο πόθος είναι η πρώτη καύσιμη ύλη. Προπηλακίζει την βλακεία και την διαλύει, διαλύει την αποβλάκωση και την απάθεια. Μιλάμε. Φυσικά καπνίζουμε. Κάνουμε έρωτα σαν να μην ξανακάνουμε ποτέ. Οι άλλοι βλέπουν μόνο τα αγρίμια του πόθου. Ο πόθος είναι μακελάρης, παίρνει θανάτους και τους ξεπλένει σαν σεντόνια. Μετά γεννιέται ξανά ο άνθρωπος. Εμείς εκεί. Ενωμένοι σε έναν αόρατο ομφάλιο λώρο. Η ελευθερία δεν συνταγογραφείται. Ούτε η ερωτική πείνα. Φυσικά διόλου η αγάπη. Δίνω μια με τα χέρια μου και χωρίζω τον κόσμο στα δυο. Αυτόν που οι αισθήσεις είναι ολοζώντανες γοργόνες κι ο άλλος που χαρτιά και λεφτά καθορίζουν τρόπους να ζεις. Μπαίνεις μέσα μου. Λιτά και βαθιά. Μάλλον είσαι κομμάτι από εμένα. ίσως κι εγώ να είμαι κάτι από το αίμα σου. Όλα τα θέλω. Ακόμη και το τίποτε. Ξάπλωσε ανάσκελα στην άμμο. ο ΉΛΙΟς πάντα δυναμώνει τις ψυχές. Δυνάμεις σαρώνουν το μέσα μου. Καθώς ανακαλύπτουμε πόσο κολασμένοι είμαστε και άγιοι σαν απάτητα μέρη. Ξιφολόγχισε με! Η ροπή μου είναι μεγάλη. Στην τρέλα, έτσι την λένε, όποιον δεν τον καταλαβαίνουν γιατί δεν συγχρωτίζεται με τα βήματα και τις πράξεις τους τον λένε περιθωριακό, ιδιόρυθμο ή τρελό. Τους γράφω όλους κάτω από τις σόλες των όμορφων παπουτσιών μου. Στάσου πλάι μου. Ας μην υπάρξει λογική ανάμεσα μας, ποτέ... -Σαρωτικό της λύτρωσης-

Το δέντρο άπλωνε τα κλαδιά του κάθε ημέρα και πιο κοντά στο παράθυρο ενός δωματίου, στο δωμάτιο αυτό έμενε η πεντάμορφη, τα κλαδιά μπήκαν στο δωμάτιο μια πανσέληνη νύχτα, το δέντρο είχε μάτια αντί για φύλλα , κοιτούσε την πεντάμορφη και τα μάτια του έσταζαν, έσταζαν δάκρυα από την τόση αγάπη και τον έρωτα, το πάτωμα έγινε θάλασσα και το κρεβάτι άρχισε να επιπλέει, τότε ξύπνησε το κορίτσι κι άρχισε να φωνάζει από φόβο, τότε το δέντρο κόπηκε μόνο του, βγήκε από το δωμάτιο κι έγινε κομμάτια για χάρη της λατρεμένης του, έτσι είναι σαν αγαπάς, όταν αγαπάς, ξέρεις τον άλλο πως πρέπει να τον αφήνεις ελεύθερο ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως πεθαίνεις.. -Παραμυθάκι για ένα δέντρο-

Ευχαριστώ, γιατί αγάπησα και αγαπώ, διασχίζω τα σκοτάδια μου και ύστερα βρίσκω φως, πετάω και πέφτω με την ίδια ορμή και αυθεντικότητα, μυρίζω τις νεραντζιές και τα τριαντάφυλλα, δεν δανείζομαι θεούς και τρόπους να αγαπήσω, να θαυμάσω, να ερωτευτώ, ξαπλώνω κάτω από το δέντρο και γεύομαι τους καρπούς του, κάνω το ταξίδι μου στην ζωή με την ίδια βάρκα πάντα, που και που της αλλάζω χρώματα, μεθάω με κρασί και κοιτάζοντας μάτια, τα μάτια είναι όλα, τα χείλη είναι άλλη πόρτα, κοιτάζω που λες κάτι μάτια που στάζουν φως και μέλι, τα αφήνω να εγκατασταθούν μέσα μου, φιλοξενώ σχεδόν πάντα τα δαιμόνια μου, αυτό της ανησυχίας, εκείνο το αγρίμι το ανικανοποίητο, εκείνο της ανασφάλειας και της τελειομανίας, λες και θα υπάρξει ποτέ κάτι τέλειο, μα το τέλειο είναι το τέλος, φιλοξενώ το χάος και τις πλάνες μου. Αυτά κι άλλα τόσα. Ευχαριστώ που είμαι τρωτή, ευάλωτη, αθώα μέχρι αηδίας, μπασμένη στα απόνερα και στις λίμνες, τρελή, αδέσποτος σκύλος, γάτα που τεντώνεται, τόξο που πετάει αχόρταγο, ευχαριστώ που είμαι παιδί, που είμαι γυναίκα, που είμαι άνθρωπος, που είμαι πικρή κάτι ώρες δύσκολες με τον εαυτό μου, ευχαριστώ που αγαπώ και αγαπιέμαι. Ευχαριστώ που βλέπω ακόμη, που συγκινούμαι, που δεν έγινε η καρδιά μου πέτρα, ευχαριστώ κι ευγνωμονώ που σήμερα ξύπνησα τόσο γεμάτη. Ίσως κι αύριο. Ίσως και μεθαύριο, κανείς δεν ξέρει, όμως ευχαριστώ που μπορώ να ευχαριστώ... Πόπη

Θάβω, δίχως πένθος, όλους αυτούς που πουλούσαν αέρα και λέξεις σε μια αρένα, στην αρένα ο ταύρος έσταζε αίμα, ίσως ήταν ο ταύρος του Πικάσο ίσως να ήταν κι ο λαός που δεν είχε πια δύναμη να αντισταθεί. Θάβω, δίχως πένθος όποιον ερωτεύτηκε μονάχα τον εαυτό του μέσα στους άλλους. Τα κάθε είδους ψώνια που λογίζονται πως θα σώσουν τον κόσμο δίχως πράξεις, παρά μόνον με υψηλές συναναστροφές, τους αυλοκόλακες, τους νταβατζήδες που δεν μαχαιρώθηκαν ποτέ για μια γυναίκα. Τα σαλόνια των μεγαλοαστικών ιατρείων όπου ματαιόδοξες κότες θα αλλάξουν το λειρί τους με μαχαίρι. Τα φρικιά που μετανόησαν για το παρελθόν τους και μετακόμισαν στην Εκάλη. Τις γυναίκες που συμπεριφέρονται σαν πόρνες στους συζύγους τους. ΤΟΥς άντρες που ψάχνουν την παλιά νιότη τους σε ένα νεαρό αιδοίο εκμεταλλευόμενοι την άγνοια. Τους φραγκάτους που πιστεύουν πως όλα αγοράζονται. Τους συγγενείς που κλέβουν συγγενείς. Τους άφιλους φίλους. Την αφιλόξενη μήτρα της μητέρας. Την ισχύ και τον αυταρχισμό του πατέρα και την κατάντια του σαν ευνούχος. Τους πιεστικούς έρωτες. Τους ψεύτικους έρωτες. Την αφιλοξενία. Κι όλα αυτά που την ελευθερία περιορίζουν στο ελάχιστο. Θα μπορούσα να πω όλα αυτά να πάνε στον γέρο διάολο, αλλά απλά τα θάβω δίχως πένθος. Δίχως τύψη και σκέψη δεύτερη. -Ταφές-

Ο γέρος που κάθεται στο καφενείο χωνεύει γλάρους και γύπες κάτω από την γλώσσα, τους καταπίνει αμάσητους και τους κρατά σαν λέξεις , ίσως κάποτε τις πει στα παιδιά του, ίσως κάποτε και όχι. Λίγο ούζο στο λαρύγγι να ξεχάσει και να απαλύνει την τρικυμία του θανάτου, αυτήν την αλμύρα που κρατά στα χείλη του από τότε. Από τότε που έχασε την γριά του, ανάβει ένα καντήλι στο μικρό της δωμάτιο, την φωτογραφία της φιλά και ανοίγει την καρδιά του σαν να ταν λέων κλεισμένος σε μικρό κλουβί. Του λείπουν τα αγγίγματα τους, η ματιά τους που στο πάτωμα έπεφτε σαν ήλιος. Η Σύρα έκλαιγε ολόκληρη κι έγινε βροχή λασπωμένη στον θάνατο της, στα τελευταία της πασάλειβε στους τοίχους του σπιτιού της τα σκατά της, τα είχε χαμένα. ΌΜως αυτός γυρίζοντας από το μικρό καφενείο γλυκαμένος από το ούζο μα κι από την δύναμη που είχε η αγάπη του για εκείνην, τρυφερά την έπλενε, τα χέρια της φιλούσε και στα γόνατα μπροστά της έπεφτε. Καθώς την κοίταζε στα μάτια και της μιλούσε απαλά, εκείνη σιγά σιγά συνερχόταν, όμορφα του χάιδευε τα μαλλιά. Ύστερα την κοίμιζε νανουρίζοντας την με ένα αηδόνι κι ένα τριαντάφυλλο με εκατό φύλλα. Κι όλα που στην ζωή του είχε περάσει τα πέρναγε στις χορδές ενός πανάρχαιου μπουζουκιού. Θα έγραφε επάνω στις χορδές του όλον τον πόνο μιας άπατρης πατρίδας.. Και την γυναίκα που τόσο αγάπησε με αυτό την έστειλε στον άλλο κόσμο τραγουδώντας. Όλη η Σύρα ανέβηκε στα πόδια του ουρανού ακούγοντας τον και βαριά κι απότομα κατέβηκε στις πύλες του Άδη. Την ημέρα που την έθαψε ο γέρος χωνεύει γλάρους και γύπες λέξεις να μην γίνουν ποτέ τους. Ήταν κι αυτές βλέπεις πρόσφυγες.. -Ο γέρος της οικουμένης-

Τι είναι η ευτυχία εκτός από τα μικρά κομπάκια αγάπης που γδέρνουν με την χάρη ενός φτερού τα χέρια, τα στήθια, τα μάτια, ευχές από κάπου μακριά όπου σκύβουν μπροστά μας το κεφάλι τους σαν λευκοί κύκνοι, αυτή η αγνότητα κι η έξαρση χαράς που μετακομίζει τις γραμμές της επάνω μας, εμείς σαν παιδιά μουσκεμένα κάτω από ένα συντριβάνι ή σαν κάτοικοι μιας βάρκας επάνω στο ατέλειωτο μεθυστικό κούνημα των κυμάτων, πίσω εμπρός, και μια παλίρροια κάτω από τα αστέρια που τρεμοπαίζουν σαν φαναράκια ξαφνικά να ταράζει την βάρκα μας και να μας σπρώχνει, αυτό, αυτό το ατέλειωτο σπρώξιμο της ζωής, καταλαβαίνεις, το σάλιο κι ο καημός της, ο λυγμός της, οι έννοιες μας αδιάβροχες, οι πίκρες μας ομπρέλες, τα αγγίγματα μας σαν της πρώτης νιότης μαχαίρια, τι είναι η ευτυχία, τα πρωινά φιλήματα , τα βραδινά, η καμία μεταμέλεια για παιχνιδιάρικες σκανδαλιάρικες πράξεις μας, η μη ενοχοποίηση των γονεικών πράξεων, η παύση του κρότου μέσα μας, ευτυχία τι να είναι, είναι να είσαι εραστής και να είσαι παιδί ταυτόχρονα, είναι όλα τούτα που μπορούν να σε σκουντούν κάθε ημέρα και να μην κοιμάσαι μέσα στις άνομες πράξεις, να μην θυματοποιείς τα θύματα σου, εσένα, να μην έχεις θύματα, να αρπάζεις την ημέρα και να λες, ζωή είναι, ζωή είναι κάθε μέρα μια μικρή νίκη κι ένα θαύμα, όσο με αγαπάς εγώ θα υπάρχω σαν φως, όσο θα σε αγαπάω θα υπάρχεις σαν φως, ηλιαχτίδες μας ζεσταίνουν, μας φιλούν στα μάτια, δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτό το αβέβαιο χάος, η ύπαρξη σου μου το βεβαιώνει, άρα, άρα δεν είμαι μονάχη μου απέναντι του, είμαστε κι άλλοι, είμαστε πολλοί κι αυτό είναι ευτυχία, ευτυχία είναι το λύσιμο όλων των κόμπων μας, λύνω, ρίχνω κάβο, έλα αγαπημένο μου σε εμένα, κι ύστερα γύρνα όπου ζητά η καρδιά σου, ευτυχία είναι η ελευθερία και η ανυπαρξία των προθέσεων, μπορώ να σου πω υπεύθυνα αυτό, αυτό, αυτό από όλα με λυτρώνει, είμαι κι εγώ ένα κομπάκι, ένα στίγμα ευτυχίας, Με αγάπη Πόπη (αφιερωμένο σε όσους αγαπώ )

Σε βλέπω να κατεβαίνεις την σκάλα ενός παλιού πλοίου, σέρνεις μια βαλίτσα γεμάτη με ποιήματα και σημειώσεις, ενώ ήρεμη η θάλασσα μένει, και γλυκόπικρη. Σου ρίχνω νερό και ζάχαρη. Ρίχνεις τα μάτια σου επάνω μου, γεμάτα ζωή κι απορία. Πόσο εύθραστοι είμαστε κάτι στιγμές και πόσο ξένοι. Εμείς που ξημερώσαμε μαζί την μέρα έπειτα από μια ονομαστική γιορτή σε τρυφερό σπίτι. Τώρα σκυφτοί και ντροπιασμένοι μέσα σε μια πνιγηρή εποχή και φρικτή να βλέπουμε την πλήρη παρακμή ενός κάποτε αθώου και ωραίου κόσμου. Τους καλλιτέχνες χαιρετάς πίσω από τις οθόνες δίπλα σε πολιτικές ίαινες και φαύλες. Δίπλα στα ετοιμόρροπα κτήρια θα ήθελα να στήσω ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά που θα μας δένει, ασαφώς και με την χάρη μιας μέλισσας ...