Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016


Τα ρομάντσα της καλής καρδιάς τα ξέχασες, βγάζεις τα ρούχα σου και πέφτεις σε μια άγρια θάλασσα από δέρμα, καθώς ανακατεύεις την επιδερμίδα της με τα δάχτυλα σου, λευκοί κρίνοι βγαίνουν τρομαγμένοι πίσω από τα ρούχα της. Κοιτάζεις, βλέπεις, καθώς ανακατεύεις την επιδερμίδα της με τα δάχτυλα σου, λευκοί κρίνοι βγαίνουν τρομαγμένοι πίσω από τα ρούχα της. ΔΕν είναι εντελώς γυμνή και δεν είναι χαρούμενη. Δεν είσαι εντελώς γυμνός και δεν είσαι χαρούμενος. Ανήκετε στο είδος αυτών που δεν τους ενδιαφέρει η εκόνα των άλλων για εσάς... Δεν ζείτε όπως οι άλλοι αρέσκονται να πιστεύουν για εσάς.. Τα ωραιότερα ταξίδια είναι αυτά που κάνουμε μέσα στους άλλους ανιδιοτελώς, σκεφτεστε, με πάθος και υπέρβαση, αλλά δεν το λέτε δυνατά, κι ίσως ένας από εσάς, θα πάρει το αυριανό καράβι και θα μπει στο ηχηρό στόμα του... Αμοργός 22-8-2016

H Kίκο, ζούσε σε ένα σπίτι κοντά στην θάλασσα. Τα έπιπλα, τρώγονταν σιγά σιγά από το σαράκι κι ο γάτος της συχνά το έσκαγε από το ανοιτχό παράθυρο. Τα ποτρέτα των γονιών της στον τοίχο, πίσω από την κορνίζα, έμοιαζαν σαν να βγάζουν υγρασία από τα μάτια τους, ήταν παράξενα τα σημεία που ήταν νοτισμένο το χαρτί. Η Κίκο, είχε έρθει σε αυτήν την μεριά του Αιγαίου, ρίχνοντας σε έναν απλωμένο χάρτη στο πάτωμα ,ένα νόμισμα που έδειξε το σημείο αυτό. Ταξίδεψε από τους δρόμους των κερασιών για να έρθει στα στενά με τα φραγκόσυκα και τις πέτρες. Όταν δεχόταν επάνω της τα ανδρικά κορμιά μπορούσε να ξεχάσει αυτόν που της είχε μάθει να μιλάει με την γλώσσα των πουλιών. Γιατί κάθε τους άγγιγμα ήταν και μια διαφορετική νότα , έκαναν έρωτα με την καρδιά τους, τα οστά τους, το δέρμα και τα μάτια τους. Από αυτόν είχε μάθει πόσο πονάει η ηδονή. Αλλά εκείνος είχε διαλέξει κάποια άλλη για να ζήσει, που διέθετε σπίτια με κήπους ολάνθιστους και χρυσό. Η Κίκο περιφερόταν στην παραλία την Άνοιξη με τα χέρια της μπλεγμένα μπροστά της και κοιτούσε αφηρημένα τον ορίζοντα, λες και εκείνα τα περαστικά καράβια θα μπορούσαν να ξαναφέρουν κοντά της αυτόν που της έμαθε τι είναι ο πόνος η προδοσία και η απόλυτη παράδοση σε έναν άνθρωπο. Ήταν σαν να υπήρχε στους δρόμους των κερασιών αφημένο το άλλο της σώμα. Αυτός που γνωρίζει να διαβάζει τα μάτια, ξέρει πως είναι το να ζεις με το μισό σου κορμί. Η μόνη της χαρά, ήταν όταν προετοίμαζε τον εαυτό της σαν ερωμένη. Σιγά σιγά είχε μάθει τους άντρες , ετούτης της νερένιας κουκίδας με τους γλάρους, να μην τρώνε βαριά φαγητά όταν την επισκέπτονταν. Τους έλουζε απαλά και τους τραγουδούσε για να πάρει τα βάσανα τους και να τους ελαφρύνει το βάρος της ύπαρξης. Οι γυναίκες τους δεν μιλούσαν, γιατί στο βάθος ήξεραν να την φοβούνται, ήξεραν πως οι άξεστοι τρόποι των αντρών τους στο κρεβάτι είχαν αλλάξει εξαιτίας της. Οι καπετάνιοι μόλις έφταναν από τον άγριο Ατλαντικό το πρώτο που έκαναν ήταν να χυθούν στα μετάξια του κορμιού της και να χαθούν εκεί πετώντας μαζί της. Η γκέισα του νησιού, μια φορά σκαρφάλωσε σε ένα ύψωμα άγριο και βρήκε έναν χρυσαετό να φυλάει τα μωρά του, κοιτάχτηκαν για λίγο σαν να αναμετρήθηκαν, κι ενώ στην αρχή το πτηνό έδειξε άγριες διαθέσεις μόλις την άκουσε να τραγουδάει με την γλώσσα που της είχε μάθει ο αγαπημένος της έπαψε να την απειλεί και μετά από πολλές ημέρες έψαξε και την βρήκε στο σπίτι της, πετούσε από επάνω της ώσπου κατέληξε να κάθεται απαλά στον ώμο της. Πολλοί που ειδαν το θέαμα είπαν πως θα ήξερε μαγικά, μόνο οι εραστές της ήξεραν την αλήθεια. Πως αυτός που έχει πονέσει σε όλες σχεδόν τις διαβαθμίσεις του πόνου και δεν θέλει να τον γυρίσει πίσω σε κάποιον άλλον ,ξέρει να επικοινωνεί και να ημερεύει τα άγρια ένστικτα κι ας ξέρει πως έτσι εκθέτει τον εαυτό του σε μεγάλους κινδύνους. Η Κίκο έζησε πολλά χρόνια στο νησί αυτό, τις νύχτες έπινε ούζο αντί για σάκε και κοιτούσε τα καράβια που χάνονταν πίσω από τα βράχια, κοιτούσε τα αστέρια που τα κατάπινε ο ουρανός. Και ζούσε μόνο για να δίνει ηδονή και χαρά. ΚΙ ήταν γνωστό πως αν και σκορπισμένη ανάμεσα σε τόσα σώματα ήταν μια ερημίτισσα. Βαθιά ερημίτισσα... -Η γκέισα των νησιών

Θάλασσα αγκαλιάζει, άνθρωπος χάνεται, δέχεται όπου υπάρχει φως, μολύβι, πέτρα και αλάτι. Άνθρωποι και λουλούδια στεγνά από δροσιά. Η εκκλησία ακούει την καμπάνα της . Η πλατεία λουφάζει τον ΣΕπτέμβρη. Είμαστε μικροί, παλεύουμε με τους δαίμονες μας, μέρα νύχτα, νύχτα μέρα. Τα ζώα υπομονετικά στεκουν ενώ σιγά σιγά σκοτεινιάζει, περνούν τα σύννεφα και πυκνώνουν, μια αχλή ατμόσφαιρα στο βάθος καίγεται. Καίγομαι με τους νεκρούς μου και το τσιγάρο. Ένας πειρατής λιβανίζει στο βάθος μιας σπηλιάς, ενώ εμείς κοιτάζουμε αθώα, δίχως έπαρση, με την αθωότητα ενός βρέφους. Χωριό ανέμελο στην χάση της ημέρας. Χωριά που καίνε τους ανέμελους ανθρώπους . Κάποιος κοιτάζει, κάποιος τρυπιέται από το δέρμα της επιθυμίας. Είμαστε μικροί κι άλλοτε είμαστε γίγαντες που βαστούν στην πλάτη τους τον ουρανό. Κι είναι στιγμές που είμαστε εδώλια που αγκαλιάζουν τρυφερά τον εαυτό τους νομίζω τα είχα ξαναδεί όταν ήμουν αγρίμι, με τα αγρίμια χόρευα, με τους λύκους μιλούσα, έλεγα, (Αφήστε τα δόντια σας κάτω από τον λαιμό μιας καθυστερημένης λύπης). Στο καφενείο, ένας καθυστερημένος νοητικά, ρωτάει πότε θα ξαναχτυπήσει η καμπάνα. Εμείς κοιτάζουμε τα σύννεφα και λέμε ( θεέ μου, πότε θα βρέξει; πότε θα βρέξει); Αμοργός ( ημερολόγιο

Ο Σεπτέμβρης εδώ, σε κάνει να σκέφτεσαι πως υπάρχουν τα φυσικά φαινόμενα , κι όχι τα μεταφυσικά. ΕΧθές στην παραλία, ένα μικρό πουλάκι, θα έλεγες σαν παιδί γλάρου, ποδαράκια σαν σπιρτόξυλα, γρήγορο βήμα, σχεδόν τρέχοντας, έτρεχε μπροστά μου και μετά σταματούσε , γυρνούσε το κεφάλι του να με δει. Το ακολουθούσα γιατί εκτός της γαλήνης που μου μετέδιδε ήθελα με την λογική του ανθρώπου της πόλης να δω αν υπήρχε μια σύμπτωση ή συνέβαινε κάτι άλλο. Ναι, έχω μια υπέροχη σχέση με τα ζώα αλλά ετούτο το πλασματάκι ήταν μια πρωτόγνωρη επαφή. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, μόλις το πλησίαζα, πετούσε πάνω από την θάλασσα, κι εκεί που απογοητευόμουνα και έφευγα, νάτο πάλι μπροστά μου. Ξανά, έτρεχε, σταματούσε, γυρνούσε με κοιτούσε έβλεπε πως το ακολουθούσα , συνέχιζε, μόλις το πλησίαζα πετούσε και ξαναερχόταν μπροστά μου. Η κατάληξη ήταν να έρθει μπροστά στην ψάθα μου, ξανά τα ίδια, εκτός της υπέροχης αίσθησης της γαλήνης που μου μετέδωσε, κατάλαβα, θυμήθηκα καλύτερα , τα απολύτως φυσικά, δηλαδή την σχέση του ανθρώπου με την φύση και τα ζώα. Ναι, ο Σεπτέμβρης είναι μαγικός, θυμάσαι τι είναι αυτό που λέγεται άνθρωπος. Σε λίγο θα ξαναπάω στην θάλασσα, εχθές είχε λίγο αέρα, σήμερα δεν κουνιέται φύλλο. Τα νησιά είναι μαγεία. Ευγνώμων

έβλεπα στα σώματα και τα πρόσωπα τους ,τα σημάδια των εραστών και των ερωμένων τους, αυτοί που υπήρξαν όμορφοι και μυστηριώδεις σαν ένας πίνακας δίχως θέμα. Η ομορφιά κι ο ερωτισμός είναι παγίδα, είπες ένα απόγευμα που ο σκύλος του γείτονα έξυνε την πόρτα μας με τα νύχια του. έβλεπα την ομορφιά τους από απόσταση, δεν είχαν λογαριάσει πως ο χρόνος τσουλάει τα δόντια του επάνω τους, τους αρκούσε να γεμίζουν το κρεβάτι τους με πόδια, φιλιά, βογγητά και φωνές. Ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός γυναικών κι αντρών είχαν περάσει από τα χρωματιστά τους δωμάτια Σμίξεις με υλικά διαφορετικά ,μα τόσο ίδια ,αν μπορούσαν να τα δουν από απόσταση. Αλλά τους άρεσε να παραμυθιάζονται λέγοντας στον εαυτό τους πως ερωτεύονταν, έρωτες που με δυσκολία ξεπερνούσαν τους τρεις μήνες, τους άρεσε να παραμυθιάζονται πως είχαν βρει το άλλο τους μισό. Τους έλεγα μοιραίους γιατί ΄΄ηταν όμορφοι κι ωραίοι και δεν το ήξεραν. Δίνονταν στην φωτιά ,χωρίς να λογαριάζουν πως ο χρόνος περνάει και κρατάει στα χέρια του το χαρτί που δηλώνει τον θάνατο. Τώρα που μεγάλωσαν αρκετά ώστε να βλέπουν την περασμένη τους ζωή δεν ήξεραν γιατί να πρωτοκλάψουν. Εκείνος να απορεί που χάθηκε η τύχη του κι εκείνη να κλαίει για όσα δεν έκανε, δεν της αρκούσε ότι είχε είχαν μπορέσει να στριμώξουν δέκα ζωές σε μια. Μου άρεσαν γιατί ήξεραν τι σημαίνει ευγένεια , αξιοπρέπεια με μικρές δόσεις αλητείας, ήξεραν να μην τσιγκουνεύονται στα συναισθήματα τους κι ήξεραν τι ακριβώς σημαίνει να αγαπάς και να αφήνεις τον άλλον ελεύθερο όπως και γνώριζαν τι σημαίνει να είναι ένας λύκος μόνος του. Κύλησαν σε στέπες και αμμουδιές με φοίνικες, αγαπήθηκαν κι αγάπησαν, όμως ποτέ δεν συνέβη να ερωτευτούν και να αγαπήσουν ταυτόχρονα. Μην ξοδεύεις την καρδιά σου σε γελοιότητες κι υπάρξεις άνευ ποιότητας, μου είπες ενώ ο παπαγάλος απέναντι αναπαρίστανε τον ήχο από το τηλέφωνο, τον συναγερμό κι ένα καναρίνι. Πάμε αγάπη μου, σου είπα, άνοιξες την πόρτα , βγήκαμε έξω και τους ξέχασα.. -Κυριακάτικος Φθινόπωρος

Έπιασα ένα σύννεφο, στην αρχή έμοιαζε σαν άλογο, μετά έγινε ένας γέρος Ινδιάνος, ύστερα ένα επιστολόχαρτο. Με φιλοξένησε, γυρνώντας με στην παιδική μου ηλικία, τότε, δεν υπήρχαν οστά που κροτάλιζαν , ούτε επικηρύξεις για τους φτωχούς. Στις μέρες μας, η διεθνής εντολή, είναι να τελειώνουν οι αθώοι, αυτοί που με πείσμα παραμένουν μπροστά από την κουρτίνα. Τα φύλλα των εφημερίδων σε αγριεύουν, οι οθόνες των κινητών σε περιγελούν, η μοναξιά χορεύει οπλίζοντας τόξα, ο στόχος είναι πολλαπλός και εύκολος. Με τα ψέματα γερνάει ο χρόνος. Με τα ψέματα γερνούν οι ιδιοσυγκρασίες των ανθρώπων. Αυτοί που κάτω πέφτουν ,συνήθως δεν ξανασηκώνονται. Αλλά είναι κι αυτοί που παθαίνουν ανοσία. Αμετανόητα ευγενείς και πονεμένοι. Παλεύουν να ζήσουν όρθιοι. Για να διαλυθούν μια ημέρα σαν τα σύννεφα. Μέσα στα σύννεφα γυρεύω τους αμετανόητους αθώους.. - Ανορθόγραφα

Ο εντεταλμένος της σιωπής , άρχισε να χορεύει πίσω από τα κλειστά παράθυρα. Κι έκανε τόσο θόρυβο η σιωπή του ,που πέσαμε στα γόνατα. Με χέρια που σφράγιζαν τα αυτιά. Πάψε τώρα, πάψε, λέγαμε γεμάτοι από αγανάκτηση. Κι έγινε φανερό σε όλους μας ,πως ανίκανοι σταθήκαμε να μιλήσουμε, να σιωπήσουμε, να ζήσουμε. Και έγινε νύχτα, μετά έγινε ημέρα, μα τίποτε δεν άλλαξε αυτήν μας την παράλυση.. Σαν κάποιος να μας δάγκωσε την γλώσσα. Μέσα στο πλήθος κι εγώ σκέφτηκα ,πως όλο αυτό με βόλευε, βλέπεις ,όποτε μίλαγα δεν κρατούσα τα προσχήματα, ούτε τα λεκτικά, ούτε τα χρονικά πλαίσια στον λόγο. Αυτό στάθηκε εμπόδιο σε όσους με πρώτο γνώριζαν, όσα πίστευα κι έζησα ,τα έλεγα αβίαστα , γρήγορα λοιπόν το έβαζαν στα πόδια. Εξάλλου τους γενναίους και τους άξιους για παρατήρηση ,γρήγορα η κοινότητα της σιωπής ,τους απομάκρυνε από τις εστίες της δράσης. Ετσι παντρεύτηκα την σιωπή κι απλά παρατηρούσα, μα τα κρατούσα για εμένα και τρεις φίλους καρδιάς. Οι ιστορίες των ανθρώπων γράφονται με αίμα, σπέρμα, σκατά και λέξεις που έγιναν πράξεις, έτσι σκεφτόμουν κι έτσι ήξερα. Αλλά έμαθα να ζω στην σιωπή απλά χωρίς να την κανακεύω

¨{ Η Όλγα των χρησμών} 'η Όλγα των σιωπών, του φωτός και του ερέβους, κατάπινε πεταλούδες που είχαν σκοτώσει τις κάμπιες, οι πεταλούδες γίνονταν χρησμοί, μια χαραμάδα στον χρόνο, την άφηνε να δει αυτά που θα συνέβαιναν, αυτά που έβλεπε γίνονταν σύννεφα , τα ξεδιάλυνε και τα έλεγε στους άλλους, ένας χρησμός αφορούσε την ίδια, μα είχαν περάσει χρόνια πολλά, χρόνια είκοσι, ο χρησμός μιλούσε για έναν άντρα με όμορφα δυνατά μάτια, με δέρμα που το ζέσταινε ο ήλιος, με χέρια αφαιρετικά, με μνήμη που χάιδευε το μακρινό χτες, θα περπατούσαν για χρόνια στους ίδιους δρόμους, θα περνούσε εκείνη λίγη ώρα πριν από εκείνον στο ίδιο σημείο, θα είχαν γεννηθεί στην ίδια θάλασσα, θα γεύονταν και θα έβλεπαν τα ίδια μα δεν θα συναντιόντουσαν παρά μόνο όταν θα είχαν βρεθεί στο σημείο μηδέν, μηδέν πάει να πει μπορείς να πεις ναι στον θάνατο, μπορει και να πει ,το κοντέρ της αντοχής σου έσπασε, συναντήθηκαν μέσα σε μια οθόνη που αφορούσε γενικά την τέχνη, η Όλγα των χρησμών δάκρυσε, τον ονόμασε γιατσέντο, εκείνος την ονομάτισε αγάπη, εκείνη διαμαρτυρήθηκε, δεν τον πίστεψε, έπειτα άρχισε να καταλαβαίνει, όμως εκείνος ήταν μακριά της, τους χώριζε και τους ένωνε η θάλασσα, ο χρησμός της έσπασε, έγινε και άλλος, όλα της έλεγαν πως θα έφευγε από τον κοινό τους τόπο και θα πήγαινε κάπου που ξανά θα βρεχόταν από θάλασσα, έπρεπε να ζήσει, να επιβιώσει , η ΌΛγα έσπασε σε χιλιάδες κρύσταλλα, ήταν σαν να της μιλούσε το α΄λλο μισό του εαυτού της, όταν τον σκεφτόταν τον ένιωθε δίπλα της, να της αγγίζει τα μαλλιά, να της μιλάει με λόγια παρηγορητικά, να γίνεται φωτιά της, ήταν τόσο σπάνιο για εκείνην που είχε διασχίσει εκατοντάδες τοπία των ανθρώπων , που είχε κατασταλάξει υποτίθεται σε μια διαδικασία σιωπής, καμιάς προσμονής, καμιάς επείγουσας ανάγκης πέραν της χρησιμότητας της στους άλλους, τον ήξερε και δεν τον είχε αγγίξει, την ήξερε και δεν την είχε δει, έπειτα τα έβαλε με την μοίρα της, υπέφερε, έγινε έρεβος και σελήνη, λούφαξε σαν πληγωμένος σκύλος, ύστερα μίλησε στην φίλη που την έλεγε αδελφή της, πλάσμα μαγικό κι ανώτερο, διάβηκαν μαζί την κοιλάδα του πόνου, την βοήθησε να βγάλει στο φως την πληγή της πριν κακοφορμίσει, ύστερα οι οδύνες έγιναν ευγνωμοσύνη, έγιναν άνθη ενός κήπου όπου βασίλευε η γενναιοδωρία των ανθρώπων , ευχήθηκε ολόψυχα μέσα της εκείνος να ζήσει όπως του αξίζει και γύρισε το κεφάλι της στο φως, ύστερα οι πεταλούδες έγιναν ξανά κάμπιες κι οι χρησμοί θα έμπλεκαν με το φως, ο χρόνος θα μεταδιδόταν με τα ρολόγια και το ημερολόγιο αλλά η μαγεία δεν θα σταματούσε ποτέ... έτσι είναι για κάποιους

Επικληση Θεοί του φωτός ,φυλάξετε τον, τα ουράνια παιδιά προσκαλέστε τα στην όψη του, στις μελαγχολικες παραλυτικές βραδιές γλυκύνητε τον, τον χρόνο επιβραδύνετε στα βήματα του, κρατείστε την καρδιά του ανοιχτή κι ωραία όπως ενός αρχαιου θηλαστικού στην άμμο, συνδράμετε τον με την αγάπη σας ,κάθε φορά που μαύρα πουλιά θα πολεμούν με την χαρα του, δωστε χορό στα δάχτυλα του καθε φορά που θα δημιουργεί επάνω σε ενα κάδρο με πορτραίτο, τις σκοτεινες μοίρες αποδιώξτε, την μούμια σβήστε του απο την μνήμη να μην θυμάται τον πρώτο θάνατο, ειναι κουρασμένος ταξιδιώτης, δωστε του νερό και μέλι, κρατειστε τον γερό για να υπαρχει η ζωη μου

Ο φΘΙΝΌΠΩΡΟς ήρθε, με έναν υάκινθο στο στόμα, άνοιξε τρύπες ,ο ήλιος του, στα μάτια μου, με μια του λέξη, ασήμαντος ο κόσμος γύρω, για να με καταλάβει, καρδιές ανυπόμονες σαν άλογα με στήθη γεμάτα φωτιές, το πλήθος βουίζει σαν τα μελίισσια, ότι αποκόμισα από τα ταξίδια μου το σφραγίζω με κόκκινα μολύβια, ότι ωραίο, τις αυγές χάνεται κι έρχεται σε ένα σεντόνι σκισμένο, οι γλυκόξινες φιλίες, ανταριασμένες σαν κύματα με αφρούς σιγοκαίνε λιβάνια, ενώ τα ημερολόγια του πένθους φε'υγουν μακριά μου, να καώ ζητώ, από το φλόγιστρο μιας πεταλούδας, μην με λυπάστε, εσείς όλες οι δυνάμεις που γίνατε πάθη, κάψτε με τώρα, μέσα στο κίτρινο χαλί του Φθινοπώρου. Κέρνα με ένα γύρο θανάτου, ζωή θα σου βγάλω και θα χορέψω, ο αποσπερίτης έγειρε για λίγο στο χώμα κουρασμένος, η Άρτεμη τώρα τραγουδάει πάνω από την πεσμένη Αντιγόνη, καίγονται μαζί μου σε χρόνο μέλλοντα. Το σύμπαν γιορτάζει μέσα σε βλέμμα που φυσάει ηδυπάθεια και μια μελαγχολία που θυμίζει έρωτα.. {...}