Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Το καρφί στον τοίχο

Υπάρχουν λέξεις που γίνονται φετίχ στα χέρια υποδηματοποιών νέας κοπής,
παρακολουθεί κανείς, σαν μεθυσμένος, να μετεωρίζονται άλλοτε στιλέτα γόβες
άλλοτε ζειμπέκικα που κιτρίνισαν από ζήλεια γιατί άντρας ποτέ δεν τα χόρεψε,
εσώρουχα μεταξωτά σε πλαδαρές μασχάλες,
συγγραφείς που έχουν στήση πιστεύοντας πως είναι η μετενσάρκωση του Μίλλερ,
γυναίκες που είναι έτοιμες να πηδηχτούν μαζί τους κι ανακαλύπτουν πως δεν κρύβουν άλλο στον καβάλο εκτός από μια κακόπιστη μεταχειρήσιμη ματαιοδοξία,
έτοιμες διεργασίες του μυαλού,
σαν πίτα γύρο,
όχι γύρω γύρω,
'οπως η γη.
Υπάρχουν άνθρωποι και ποντίκια και κατσαρίδες.
Έχουν γράψει γι αυτά. Πολλοί έχουν γράψει.
Άλλο όμως είναι να γράφεις κι άλλο να ζείς. Η πραγματικότητα της αφής δεν συγκρίνεται με την ιχνηλασία της φαντασίας. Υπάρχει ένα σαφές κενό.
Και μην μιλήσεις για τον άλλο που έγραψε ολόκληρο έργο στο κρεβάτι του...
Είμαστε φετιχιστές της λύπης. Και του γελοίου. Και της σοβαροφάνειας.
Ενώ το καράβι μας μας τραβάει στον πάτο κάθε ημέρα.
Ενώ ακούμε την άβυσσο να τρίζει στον πυθμένα , ενώ οι δίνες μας κυκλώνουν κάνοντας περιπολίες...
Ενώ γίνονται αυτά, πεθαίνουν άνθρωποι κάθε μέρα, άλλοι κυκλοφορούν σαν ζωντανοί-νεκροί,
ο πόλεμος συνεχίζεται παίρνοντας πιό πολλά θύματα από τότε που έπεφταν πύραυλοι, παιδιά πεινασμένα μοιράζονται ένα κουλούρι στην αυλή ενός σχολείου, η αξιοπρέπεια πάει περίπατο με τις πάπιες,η αξιοπρέπεια της χώρας, μπα; Κι εσύ που ζείς; Αλλού ζείς; Δεν είσαι μέρος της;
Κι όμως!
Ακόμη εδώ ασχολούνται με το μέγεθος του πέους τους, πόσους πούτσους πέρασαν σαν τσούχτρες,
πόση Αθήνα έμεινε για να πηδήξουν οι υπόλοιποι, μια φράση, μια φράση, πόσες ημέρες απασχόλησε τα μέσα.
Ποιά μέσα; Της μεταβίβασης της σκέψης ή του υποβιβασμού της σε άβουλο πρόβατο;
Δεν <<φετιχίζω>> την φράση ( έχω πηδήξει την μισή Αθήνα).
Να σου πω και κάτι; Που είναι το κακό; Υπάρχουν άνθρωποι που το έχουν κάνει.
Το θέμα είναι να μην παραμένεις μαλάκας μετά από τόσα γαμήσια. Εκεί έχεις θέμα φίλε.
Και δεν μιλώ για τον συγκεκριμένο. Μιλάω για τους άλλους.
Ο Πανούσης είχε πει, γαμάτε γιατί χανόμαστε.
Χωρίς ενοχές.
Γιατί αν συνεχίζεις να πηδιέσαι μονάχα με αντιπροσώπους του φύλου σου και φτιάχνεις γήπεδα και στρατόπεδα μόνο με το φύλο σου αποκλείοντας τους άλλους τότε υπάρχει πρόβλημα. Οπως πάντα υπήρχε...
Γενικά δεν μπορείς να παραμένεις μαλάκας ενώ πηδιέσαι και πηδάς.
Γενικά δεν μπορούμε να ασχολούμαστε με μαλάκες. Δεν κάνει. ΚΆΝΕΙ κακό στην πνευματική υγεία.
Η πνευματικη υγεία μας χρειάζεται. Για να μυριζόμαστε τους τυφλοπόντικες, τους επηρμένους ματαιοδοξούληδες, τους χαζοεπαναστάτες, τους ηλίθιους, τους μπούληδες.
Πιστεύω στους νέους.
Πιστεύω πως διαβάζουν αλλιώς τον έρωτα και την αγάπη.
Κι ας είναι χαμένοι υποτίθεται από χέρι.
Δεν έχουν μπολιαστεί από σκατά απωθημένων.
Η χώρα είναι ένα κολαστήριο.
Ένα μπουρδέλο.
Δεν είναι γελοία μια φράση. Είναι απλά μια φράση.
Η χώρα είναι άλλοτε ένα μουνί κι άλλοτε μια κωλοτρυπίδα.
Την γαμάνε ατέλειωτα.
Την ξεσκίζουν ατέλειωτα.
Η χώρα είμαστε εμείς.
Ας σταματήσουμε επιτέλους να φετιχιζόμαστε με λέξεις, με φράσεις, με αντιλήψεις ζωής.
Στο κάτω κάτω άλλο ο λακές κι άλλο ο γαμιάς του.
Ο λακές είναι η γενική κατάθλιψη.
Η αυτολύπηση.
Η αναίδεια.
Η παραίτηση.
Ο γαμιάς είναι γαμιάς. Αν δεν βρεί αντικείμενο να γαμήσει είναι ένα τίποτε....

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Η γραμμή της μούχλας

Mέρες σαν μέσα την κουφάλα ενός δέντρου.
Ξαπλωμένη στην μπανιέρα της με τα μάτια στο ταβάνι.
Να παρακολουθεί μια άθλια γραμμή μούχλας πάνω του.
Ενταφιασμένοι οι εωσφόρου πίσω από τα κενά στα πλακάκια, ντυμένοι με σμόκιν όπως κάποτε.
Ποτέ δεν υπήρχε αλήθεια, αυτό που υπήρχε ήταν μια φιλότιμη προσπάθεια να ξεπεράσουν την επιφάνεια.
Κι οι ανορθόγραφες πτυχές στα τετράδια.
Τώρα,
καθώς οι κίτρινοι διάβολοι υγρανθήκανε από την μούχλα στα πλακάκια,
καθώς το πέος τους έφτασε ως τις απόκρυφες εκτάσεις του μυαλού της,
εκεί της γνέφουν,
μέσα σε μια υγρασιασμένη αχανή σήραγγα,
μέσα από κρυστάλλους ομιχλώδεις.
Κάποτε αγαπήθηκες,
ήσουν στα γόνατα κι ακουμπούσες την χωμάτινη όχθη ενός θαλερού ποταμιού.
Ήταν κάποιος δίπλα σου χωρίς πρόσωπο,
ούτε εσύ είχες πρόσωπο.
Ο έρωτας δεν γινόταν με πρόσωπα.
Φορούσατε τα κομμάτια του χρυσού στα μάγουλα,
αυτά που βρίσκατε στην όχθη εκείνου του ποταμιού.
Η γυναίκα με τα βυζιά πεσμένα ως τα πόδια και τις ζάρες στο δέρμα,
σας αγαπούσε.
Σαν είχε πανσέληνο βάφατε τα πρόσωπα σας με χρώματα.
'Ωχρες ή κόκκινα, και άλλα.
Τότε ο έρωτας γινόταν με χρώματα...
Κάποτε αγαπήθηκες κι αγάπησες.
Στην πιό βαθιά χρονική βλέννα αν μπείς θα δείς,
εκείνον τον φρικτό ιερέα,
ήθελε να σας φορέσει έναν πλαστικό Χριστό και να γίνετε ένα με κάτι άλλο από εσάς.
Αυτό που έγιναν οι άλλοι και ένιωσαν το θηρίο που λέγεται ενοχή.
Κι έγιναν ένοχοι γιατί ζούσαν.
Κι άρχισαν να ξεπαστρεύουν ο ένας τον άλλο.
Μα πήρατε απόφαση μια ημέρα, 'ηταν ένα σούρουπο που το δάσος άρχισε να ξυπνά τα ένστικτα του.
Θυμάσαι,
πεσμένοι στα γόνατα τρώγατε την καρδιά του ιερέα.
Αλλά ήδη ήταν αργά,
η μόλυνση των ενοχών είχε απλώσει σαν ιστός αράχνης,
Κι από τότε άρχισε να καταρρέει ο παλιός κόσμος.
Κάποτε αγαπήθηκες, κι εσύ αγάπησες,
αλλά αυτός ο νέος κόσμος ρίχνει κάθε ημέρα τα απομεινάρια του παλιού.
Στο θυμίζουν νευρικά αυτοί οι κίτρινοι διάβολοι πίσω από τα πλακάκια,
υγρασιασμένοι και με στήση ιλιγγιώδη, ψάχνουν να ξυπνήσουν ότι κοιμάται σαν σε αφέλεια...

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Ο χορός στο κουκούλι (μέρος πέμπτο)

Kι ενώ ήταν έτοιμοι να ενωθούν, να γίνουν ένα μετά την αιώνια μάχη των σωμάτων, τότε ακριβώς, την στιγμή δηλαδή που ξεκούμπωνε το παντελόνι του απαλά με τα λευκά της δάχτυλα για να τον φέρει μέσα της, εκείνη ακριβώς  την στιγμή, εκείνη ακριβώς την στιγμή θραύσματα μνήμης άρχισαν να τρυπάνε  το μυαλό του, ήταν από εκείνο το άρωμα, από το σαπούνι που είχε διαλέξει μόνη της να πλυθεί, από κείνο το σαπούνι της μητέρας του.
Είχε διαλέξει από όλα τα σαπούνια αυτό, αυτό ακριβώς, και κάτι συνέβη, στην αρχή ενώ συγκινήθηκε από την επιλογή της, ενώ του άρεσε σαν ξέχωρο κομμάτι από αυτόν και την ζωή του,
τώρα τρυπούσε τον φλοιό του εγκεφάλου του αυτή η μυρωδιά, αποκτούσε την δική της σαρωτική έλξη στον θάνατο, στο τέλος, σε κείνη την κρύα αίσθηση όπου ξέρεις πως είσαι μόνος σου σε ένα ατέλειωτο σύμπαν, σε κείνη την αίσθηση του κενού, μετά το κενό, μετά, αρκετά μετά, αυτός ο πάγος που μάγκωνε την ψυχή του και την σάρωνε, αυτός ο τρόμος, αυτός ο ίλιγγος πως βυθίζεται σε έναν αχανή μαύρο Ωκεανό.
.............
Σηκώθηκε μακριά της κι η Άννα είδε στα μάτια του αυτό το κενό, το κενό είδε, όχι τον τρόμο,άρχισε να σκέφτεται τι τον έδιωξε μακριά της, τι έκανε εκείνη και έγινε το βλέμμα του το τόσο ερωτικό αυτός ο πάγος, με ποιά βήματα ακριβώς έγινε η φωτιά χιόνι, σαν αυτό που συνέχιζε να πέφτει έξω από το σπίτι του. Τον κοίταξε σχεδόν έντρομη, δεν ήταν που η ηδονή της κόπηκε με μαχαίρι, πάνω που πήγαινε να υψωθεί και να σπάσει σε χίλια κομμάτια, κι όλο αυτό μόνο από τα χέρια και το στόμα του, δεν ήταν αυτό, ήταν που ήθελε να γίνει ένα μικρό ζώο που έψαχνε το άλλο, το μοναδικό, και ζητούσε να μπεί μαζί του σε μια σφαίρα γυάλινη κι εκεί θα ταξίδευαν πετώντας μακριά από την πληγή, μακριά από την πληγή, τον πόνο, τον πόνο.
Αυτή η διαυγής τοποθεσία που λέγεται πόνος, την ήξερε την πληγή αυτή καλά και η Άννα, γι αυτό τον κοιτούσε με τόση ένταση τώρα και προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβει, τι μεσολάβησε σε κείνη την μεγάλη στιγμή της συνάντησης των δυό τους...
Ναι, τώρα έβλεπε εκτός από το κενό στα μάτια του κάτι άλλο, ήταν τρόμος, ήταν αυτό που προσπαθούσε να ξεριζώσει τις νύχτες με τα δόντια της, 'ηταν αυτός ο τρόμος της παιδικής της ηλικίας, όταν ερχόταν ο πατέρας της στο κρεβάτι της, αυτή έκανε πως κοιμάται, κι αυτός άπλωνε τα χέρια του κάτω από τα σεντόνια και την πασπάτευε, αυτή έκανε πως κοιμάται, κι αυτός ο δήθεν ύπνος ήταν η πρώτη σιχασιά που ένιωσε για τον κόσμο, η πρώτη ξεφτίλα.
Κι ας ήταν μόλις έξι χρονών, τα παιδιά όλα τα καταλαβαίνουν, όλα τα διαισθάνονται.
Τουλάχιστον αυτή την ξεφτίλα προσπάθησε να την ζήσει χωρίς ενοχές.
Να την γλεντήσει, ναι, αυτό προσπαθούσε, να την γλεντήσει, να χορέψει γύρω της...
Στο πεζοδρόμιο ήταν λίγα χρόνια, μόλις δύο, παράλληλα είχε ένα μυαλό που της ζητούσε να ξεφύγει και σπούδαζε.
Αυτή πάλι ήθελε να γίνει δικηγόρος, αυτό ήθελε παιδί, ήθελε να μπορεί μια μέρα να δικάσει την αδικία, να την πληρώσει με ένα γερό χαστούκι.
Αλλά της άρεσε ο κίνδυνος, η έκθεση στον κίνδυνο, της άρεσε να αφήνεται, να παρασύρεται να διασυρθεί, να πέσει στα πατώματα, να χάνει τον έλεγχο, δεν ήθελε αυτοέλεγχο, τον είχε καταραστεί από τότε που έκανε πως κοιμάται, από τότε που ο πατέρας την πασπάτευε και αυτή έκανε πως κοιμάται πιστεύοντας πως έτσι ελέγχει μια τόσο παράλογη κατάσταση, μια τόσο αρρωστημένη κατάσταση...
.........................
Ο Πάνος κοίταξε έξω από το τζάμι. Συνέχισε να πίνει, είχε αρχίσει να πονάει το κεφάλι του, έτσι κατάλαβε πως θα έκανε άσχημο μεθύσι αν συνέχιζε, όμως συνέχισε.
Η Άννα τον πλησίασε τυλίγοντας γύρω της μια κουβέρτα από αυτές που τις χρησιμοποιούν να ζεσταθούν στον καναπέ.
(Συγνώμη, δεν μπόρεσα)... είπε αυτός απολογητικά και λίγο ψυχρά.
(Συγνώμη που δεν μπορέσαμε...αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτε), είπε εκείνη και ήρθε πιό κοντά του ανατριχιάζοντας καθώς τον μύρισε...
(Σημαίνει αυτό που σου είπα από την αρχή, να πιούμε και να κουβεντιάσουμε, μάλλον δεν  είμαι ικανός για τίποτε άλλο)..
( Ο έρωτας γίνεται με όλους τους τρόπους, με τα δάχτυλα, το στόμα, δεν είναι απαραίτητο να)...
(Δεν είναι απαραίτητος ο πούτσος, αυτό θες να πείς; Κι εγώ που νόμιζα πως με αυτόν γίνεται, εκτός κι αν είσαι σε αναπηρικό καροτσάκι, εκτός κι αν είσαι αρρωστος), είπε διακόπτοντας την.
(Σε παρακαλώ, μην μιλάς έτσι, δεν σου ταιριάζει, ξέρεις τι θέλω να πω)...
(¨Ακου Άννα, μείνε μαζί μου να πιούμε, βέβαια έχω αρχίσει να μεθάω, δεν ξέρω αν είμαι καλή παρέα μετά, ίσως καλύτερα να σε πληρώσω και να φύγεις, ναι, αυτό είναι καλύτερο, να φύγεις)...
(Δεν θέλω να φύγω, κάτι με σπρώχνει σε σένα, κάτι με τραβάει δεν μπορώ να καταλάβω τι, αλλά κάτι υπάρχει που με κολλάει πάνω σου)....
(Μαλακίες ΄΄Αννα, τίποτε δεν υπάρχει, απλά σου έχει κάνει εντύπωση που μεταξύ μας δεν συνέβησαν τα πράγματα όπως συνηθίζεται να γίνονται σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό είναι και τίποτε άλλο...Εγώ έχω πολλά προβλήματα, μην ασχολείσαι μαζί μου, είμαι όλος ένα πρόβλημα)..
(Θέλω να ασχοληθώ με αυτό το πρόβλημα όπως λες)...
( Μην χάνεις τον χρόνο σου, αν συνηθίζεις να ασχολείσαι με προβληματικούς, καιρός να το κόψεις, αυτό θα σου φάει την ψυχή σιγά σιγά, είσαι πολύ ωραίο κορίτσι, είναι κρίμα να γεράσεις πριν την ώρα σου, σε παρακαλώ να φύγεις)...
( Θα μείνω, θα σε βάλω για ύπνο και θα φύγω)...είπε και τον άγγιξε στο κεφάλι, του χάιδεψε τα σχεδόν γκρίζα πυκνά ακατάστατα μαλλιά.
(Πεινάς για έρωτα καημένο, πεινάς, σε ακούω, δεν είμαι εγώ αυτός που θα ταίσει)...
(Κι εσύ πεινάς, κι εσύ, πεινάς και για κάτι άλλο)...
(Για τι; Πες μου, έχει ενδιαφέρον).
(Θές να αγαπηθείς, φοβάσαι όμως, φοβάσαι πως αν αφεθείς θα σε κατασπαράξει ο εαυτός σου, φοβάσαι γιατί τότε δεν θα χεις λόγους να αυτοκαταστρέφεσαι, τότε θα ξεχάσεις)...
Αυτά που είπε τα είπε εντελώς αυτόματα, σαν να της υπέβαλλε κάποιος τις λέξεις, τα είπε κι ύστερα κατάλαβε την σημασία των λέξεων, μετά κατάλαβε γιατί απόστρεψε το βλέμμα του από πάνω της...
Και σαν αστραπή πέρασε από μπροστά της μια σκέψη,
σαν αστραπή πέρασε από μπροστά της η σκέψη πως αυτοί οι δυό ήταν ίδιοι..
Αυτό την πάγωσε, αυτό δεν της είχε τύχει ποτέ ξανά.. Κάποια σύμπτωση της μοίρας τους έφερε να συναντηθούν, πέρασε την ίδια ώρα ο Πάνος από μπροστά της την ίδια ώρα που η ίδια ήταν εκεί, κι ομως, πρίν λίγα λεπτά ήθελε να φύγει, το θυμόταν τώρα, ήθελε να φύγει, βαριόταν , έκανε ψωφόκρυο, κι όμως, έμεινε εκεί γιατί κάποιος της έλεγε να μείνει...
ΤΑΥΤΌΧΡΟΝΑ ΜΙΣΟΎΣΕ τις μελό ιστορίες, ήταν αρκετά λογική, ψυχρά λογική, ήξερε πως αυτές οι σκέψεις,ήταν μόνο σκέψεις, δεν είχαν απόδειξη για την ορθότητα τους, ήξερε όμως και το διαβολεμένο της ένστικτο, ήξερε πως σπάνια έπεφτε έξω...
Στο μεταξύ το χιόνι ήταν μια λευκή κουρτίνα έξω και κάλυπτε τα πάντα..
Κι ο Πάνος δεν είχε καν καταλάβει πως είχε περάσει αρκετή ώρα και δεν είχε βάλει μουσική....
Άκουγε τον απόηχο των λέξεων της μαζί με τον ήχο των ξύλων που καίγονταν στο τζάκι...
Για λίγο ξέχασε τον τρόμο...


(Συνεχίζεται)...
 

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Ο χορός στο κουκούλι (μέρος τέταρτο)

Falling, Twin Peaks , αυτό επέλεξε να ακούσουν όταν την απώθησε μαλακά από επάνω του.
Του άρεσε να ακούει θέματα μουσικά από ταινίες. Λάτρευε τον κινηματογράφο, την ζωγραφική, την λογοτεχνία και την ποίηση.
Λίγο μετά την αυτοκτονία της μητέρας του σκάρωνε ποιήματα στα τετράδια, είχε γεμίσει πολλά τετράδια, αργότερα τα ονόμασε τετράδια του πένθους.
Κάπνιζε και κοιτούσε έξω το χιόνι, έμπαινε μέσα στο χλομιασμένο τοπίο της μουσικής και που και που έβλεπε ανάγλυφα κίτρινα και κόκκινα πινέλα να σκαρώνουν γραμμές και καμπυλότητες.
Έτσι του άρεσε να ακούει την μουσική, φτιάχνοντας σχήματα, καμπύλες και γραμμές στο μυαλό του.
Το ίδιο έκανε με τους ασθενείς, αυτός που καθόταν απέναντι του  αναγκαστικά άκουγε μαζί του χαμηλά μουσική.Μόλις έμπαινε στο γραφείο του ο καινούργιος ασθενής τον κοιτούσε φευγαλέα κι επέλεγε ανάλογα θέματα, σύμφωνα με το συναίσθημα που του μετέδιδε...
Πολλοί λίγοι πάντως ήταν αυτοί που δεν ήθελαν μουσική.
Που έδειχναν ενόχληση ή που το έλεγαν...
............................................
(Που είσαι); Τον ρώτησε η Άννα κι έσταξε κι άλλο ιρλανδέζικο στο ποτήρι. Η σκιά είχε ξαναρθεί ανάμεσα τους. Τον ένιωθε απόμακρο.
Εκεί κοντά στο τζάκι στην δερμάτινη πολυθρόνα καθόταν η κοπέλα και τον κοίταζε σαν απορημένο μικρό ζώο που το σφίγγεις με σκληρές παλάμες.
Αυτός έβλεπε τον πίνακα πάνω από το τζάκι, τον πλέον αγαπημένο του, Έγκον Σίλε << Γυμνό με πράσινο τουρμπάνι>>, τώρα είχε μπεί άλλο υπέροχο κομμάτι  Laura Palmer s Theme....
 Το αλκοόλ πλάταινε την αντίληψη του, χρόνια πότης το έλεγχε, ως ένα βαθμό φυσικά, όμως η αλήθεια είναι πως έπεφτε όταν ήθελε να πέσει.
(Κοίτα γρήγορα τον πίνακα πάνω από το κεφάλι σου και κλείσε τα μάτια σου. Κοίτα προσεκτικά, κλείστα και μετά πες μου τι σου έμεινε από την εικόνα).
Σηκώθηκε και κοίταξε με ενδιαφέρον τον πίνακα, έκλεισε τα μάτια....
(Μου ήρθαν τα παπούτσια της με τις κάλτσες ριγμένες κάτω)...
(Σου αρέσουν οι κάλτσες που είναι έτσι; Δεν θα ταν πιό γοητευτικό, πιό ερωτικό να ήταν ψηλά στους μηρούς);
( όχι, η κοπέλα ξαπλωμένη χαιδεύεται ή μπορείς να πείς πως έχει τα χέρια της αγκαλιασμένα πάνω από το μουνί της δεν ξέρω, οι κάλτσες έτσι με κάνουν να την βλέπω να κατεβάζει τις κάλτσες γρήγορα, να ψάχνει να βρεί, ναι, ζητά την ηδονή και μάλιστα γρήγορα, ίσως κάτι να είδε και να την ερέθισε, γι αυτό δεν πρόλαβε καν να βγάλει τις κάλτσες και το τουρμπάνι, ναι, αυτό)...Τα μάτια της είχαν πάρει το παιγνίδισμα των ματιών της γάτας σαν ανακαλύπτει το θύμα της...
(Ναι, αυτό είναι, αυτό), τα μάτια του πέταγαν φωτιές, ( ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΌ ΝΑ ΒΛΈΠΟΥΝ ΔΥΌ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΝ ΊΔΙΟ ΠΊΝΑΚΑ , ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ); Φώναξε .
(Είναι, είναι, όμως πόσο κρατάει αυτό);
(Τι πάει να πει μικρό μου πόσο κρατάει; Μπορεί μια ζω'η, μπορεί μισή ώρα, σημασία έχει η στιγμή, το λεπτό της συνάντησης, αυτό μετράει).
(Αγαπώ την ζωή, την ελευθερία μου, αλλά δεν με ικανοποιεί το λεπτό).
( ίσως γιατί είσαι μικρή, ίσως γιατί είσαι ανικανοποίητη, 'ισως γιατί δεν έχεις μάθει ακόμη να διαβάζεις το λεπτό)...
(Εσύ τι είσαι);
(Εγώ είμαι ένα τιποτένιο σκουλήκι, ένας μαλάκας που έχει μάθει να τυποποιεί τους ανθρώπους ανάλογα με τα παιδικά τραύματα, ένας μαλάκας που πιστεύει πως ένας υγιής άνθρωπος δεν κάνει κακό στους άλλους)...
(Μα έτσι είναι, κανένας νορμάλ άνθρωπος δεν κάνει κακό στους άλλους)...
(Μπορεί να κάνει όμως κακό στον εαυτό του γιατί δεν μπορεί στους άλλους, άστο, άστο αυτό. Το ποτό μιλάει στις φλέβες μας τώρα, ποιός ασχολείται με τους άλλους; Ας ασχοληθούμε την ημέρα, την νύχτα  ασχολούμαστε με εμάς)...
.......................................
(Έλα κοντά μου), είπε και δυνάμωσε λίγο την ένταση της μουσικής...
Την έβαλε στα γόνατα του, την μύρισε, την δάγκωσε στον λαιμό, της πήρε τα δάχτυλα ένα ένα και τα χάιδεψε με την γλώσσα του.
Έσταξε λίγο ποτό στην παλάμη της και το ήπιε...
Twin Peaks, fire Walk With me, τώρα, τώρα την έριξε κάτω, είχε έναν αφαλό υπέροχο, βαθύ, χώρεσε σταγόνα από το ποτό μέσα του, έσκυψε, ήπιε, ξανά, σταγόνα, έσκυψε, την ήπιε, ξανά, ξανά.
(Σου είχα πει, μόνο θα μιλάμε και θα πιούμε όταν μπήκες στο σπίτι), της είπε βραχνά και κοίταξε τα μάτια της.
Είχαν ανοίξει οι ίριδες, φώτιζαν οι φλόγες της φωτιάς τώρα μικρούς κύκλους κάτω από τα μάτια της, την έκαναν πιό γοητευτική καθώς μια λαμπρή λύπη τους έδινε βάθος, αυτά τα πανέμορφα μπλε μάτια που δεν ήταν μόνο ομορφιά, ήταν άνθρωπος, ήταν ζώο, πεινούσαν, διψούσαν, παρακαλούσαν μην σταματήσει, του το λεγε με τα μάτια της.
Η πολυχρωμία της μουσικής ύγραινε ακόμη περισσότερο την αίσθηση πως κολυμπούσαν ήδη σε έναν διάφανο Ωκεανό, άρχισε να την χαιδεύει ανάμεσα στα πόδια.
Αυτή τέντωσε το κεφάλι της πίσω, έκλεισε τα μάτια της ενώ η μουσική ήταν πια ένα έπος, ένα διαυγές έπος, ένα χρυσόμαλλο αγόρι με ένα πορφυρόμαλλο κορίτσι που τέντωναν χορδές και τόξα επάνω, στον ουρανό, στην λασπώδη γη, στις πόλεις με τα σύννεφα, άνοιγαν τους ζωολογικούς κήπους κι άφηναν λεύτερα τα ζώα, γκρίζοι ελέφαντες ούρλιαζαν και γκρέμιζαν σπίτια, φίδια δάγκωναν χέρια ανθρώπων, λιοντάρια κατάπιναν σάρκες, όλες οι πληγές του κόσμου, όλες οι πληγές,
όλη η βαριά μελαγχολία της ανθρώπινης φύσης έπεφτε βαριά στην γη σαν φύλλα, και το έπος γινόταν αγωνία, πάθος, απεγνωσμένη επιθυμία, πόθος.
Την έγλειφε κι έβαζε τα δάχτυλα του μέσα της ενώ προσπαθούσε να βλέπει μόνο αυτό το υπέροχο πορφυρένιο κορίτσι να βογκάει και να του δίνεται, να του ανοίγεται, να του δείχνεται, έγλειφε, έβαζε τα δάχτυλα του, της μίλαγε, έλεγε το όνομα της, ήταν υγρή σαν μια λίμνη σε θερμή χώρα, ήταν μέλι, ήταν και κάτι πικρό από πίσω όπως αυτοί που δείχνονται ξεκαθαρα, αυτός ήξερε, ήξερε, ήταν μια πίκρα σαν θάλασσα κι αλμύρα και μέλι, κι όλα, κι όλα, κι ενώ αυτός συνέχιζε, της άρπαξε το πρόσωπο, την φίλησε, την μάτωσε, την φίλησε με μανία, κι αυτή τον μάτωσε, σάλια, αίμα αλμύρα, μέλι, πίκρα, η μουσική πλανητάριο, σαν πλανητάριο άνοιγε, διάβαζε συναξάρια των ψυχών αυτός, αυτή έπαιζε με την ζωή, όλοι παίζουν χωρίς να ξέρουν, τρέχουν σε τούτη την σπηλιά ψάχνοντας για λίγη ευτυχία, με τις πληγές τους, στα γόνατα, σέρνονται στο τούνελ, σέρνονται, άλλοτε περπατάνε, ψάχνουν για ευτυχία, λίγη γαμημένη ευτυχία σκεφτόταν καθώς προσπαθούσε να διώξει τα φαντάσματα του μακριά, να μπεί σε τούτο το κορίτσι, λίγη γαμημένη ευτυχία, λίγη γαμημένη ευτυχία, τυφλοί μέσα στους τυφλούς, ξοδιασμένοι, ευάλωτοι, λίγοι, λίγοι, όλα κείνα τα συναξάρια ψυχών, τον είχαν κουράσει, του ρουφούσαν την ψυχή, την ενέργεια, το ποτό τον μαλάκωνε, άλλοτε τον σκλήραινε, αλλά έτσι άντεχε, έτσι άντεχε, ένα έπος κι ο ίδιος, να μην καταλάβει κανείς, αυτός ο αυτοέλεγχος, έλεγχος στα πάντα, μονάχα τις νύχτες γινόταν αυτό που ήταν, που ήθελε, την έγλειφε τώρα, έβαζε τα δάχτυλα του, μην με αφήσεις είπε αυτή , ένα κόκκινο λουλούδι στην δική του έρημο, στην ερημιά του κόσμου, σε τούτη την εσχατιά, λίγη ευτχία, λίγη ετυτχία, αχ, μην με αφήνεις, είπε ξαναά αυτή μην με αφήνεις....


(Συνεχίζεται)....

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Ο χορός στο κουκούλι ( Μέρος Τρίτο)

Η Άννα έπινε και το χιόνι σκέπαζε την πόλη.
Ο Πάνος άναψε το τζάκι, ήπιε γερές τζούρες ιρλανδέζικο και έβαλε τον άλλο αγαπημένο του, Mozart, Reguiem  να μπεί ανάμεσα σε κείνον και την κοπέλα.
Και στην φωτιά που φώτιζε περίεργα τα πρόσωπα τους, ο Πάνος είχε σβήσει τα περισσότερα φώτα της οροφής και τώρα φώτιζε το δωμάτιο ένα φωτιστικό δαπέδου και κείνο του τζακιού, και στις σκέψεις τους τις κρυφές μπήκε το Reguiem  και η Άννα αναρωτιόταν τι βίτσιο μπορεί να χε αυτός ο άνθρωπος και πότε τέλος πάντων θα το έδειχνε.
<<Μαζοχιστής είναι, σαδιστής είναι, αδελφή είναι, νεκρομανής είναι, τι στο διάβολο είναι>>, αναρωτιόταν.
Τα μάτια της έπεσαν στον απέναντι τοίχο, όλος κλεισμένος από μια βιβλιοθήκη, μια βαριά γεμάτη βιβλιοθήκη από μαύρο ξύλο. Τα βιβλία ήταν ταξινομημένα σύμφωνα με το είδος τους, διαπίστωσε καθώς σηκώθηκε να τα δει.
(Αγαπάς τα βιβλία Άννα); Την ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον.
(Ναι, πολύ, μην μπλέκεις την δουλειά μου με την αισθητική μου περί ζωής)....Απάντησε με ένα ύφος κάπως πειραγμένο.
(Αισθητική περί ζωής...μμμμμ..., πολύ ενδιαφέρον, πολύ ενδιαφέρον...), είπε αυτός και δυνάμωσε με το κοντρόλ την ένταση.
(Έχεις σκεφτεί άραγε, η αισθητική μας άποψη μας καταδικάζει ή καταδικάζει τους άλλους; Αυτή η αισθητική άποψη έχει να κάνει με την ηθική μας ή την ανηθικότητα); Την κοιτούσε κατάματα, οι λάμψεις της φωτιάς έκαναν πιό άγρια τα μάτια της, οι αντανακλάσεις της έκαναν πιό κόκκινα τα μαλλιά της, το μαύρο της φουστάνι τώρα είχε σηκωθεί αρκετά, καθόταν με τα πόδια σταυρωτά κι ήταν σαν μια γυναίκα που φλέγεται. Τον κοιτούσε με απορία.
(Δεν ξέρω τι θέλεις να πείς, γιατί δηλαδή να καταδικάζει; Θα μπορούσε απλά να μοιράζεται)...Είπε και συνέχισε να τον κοιτά με απορία.
(Πιές), της είπε απότομα.
(Πίνω, δεν μπορώ να πίνω γρήγορα).
(Δικό σου πρόβλημα, γι αυτό σε πληρώνω, για να πιείς)...
(Ξέρεις πρέπει να πάρω ένα τηλέφωνο αν θα καθήσω όλη την νύχτα εδώ).
(Πάρε, κάνε ότι θες, θα μείνεις μαζί μου ώσπου να ξημερώσει για τα καλά, πες στον προστάτη σου, πες του μην ανησυχεί, σήμερα ψώνισες κελεπούρι, αυτό να του πείς)...τα τελευταία του λόγια ήταν σαν πληγές, η χροιά τους ήταν μια πληγή κακοφορμισμένη...
Η κοπέλα σηκώθηκε, πήρε το κινητό από την τσάντα της και μίλησε για λίγο, αυτός δεν την άκουγε, θυμόταν την παλιά Άννα, την δική του, που να ταν τώρα, θα χε σίγουρα παιδιά, ίσως ένα σπίτι με κήπο, ίσως κι έναν σκύλο, ίσως και να...τον θυμόταν που και που όπως αυτός...
Όταν τέλειωσε το τηλεφώνημα της έβαλε κι άλλο ποτό.
(Πιές, μην με δουλεύεις σε παρακαλώ, πιες, α, τι λέγαμε; περί αισθητικής, μα αν η δική σου αισθητική με ενοχλεί πως να μοιραστώ μαζί σου την δική μου, δεν μου είπες πως θα γίνει αυτό).
Η ομιλία του είχε αρχίσει να σπάει σε κομμάτια, κάπου κάπου κόμπιαζε, πάντως δεν την έχανε από το βλέμμα του.
(Δεν ξέρω, τι να σου πω, με κουράζουν αυτές οι κουβέντες τέτοια ώρα)...
(Τι έχει η ώρα); κοίταξε το ρολόι του, ( είναι μόλις δώδεκα, μόλις δώδεκα. Τι συμβαίνει Άννα; Δεν σε ενδιαφέρει να μιλάμε; Θέλεις μόνο να σε γαμάνε; Αυτό θέλεις);
Τον κοίταξε σαν ύαινα. (Δικός μου λογαριασμός τι θέλω, πες μου εσύ τι θες από μένα, να τελειώνουμε). Ήπιε γερή δόση τώρα από το ποτήρι της...
(Σήκω λοιπόν και γδύσου, αυτό θέλω, βγάλε τα ρούχα σου και στάσου μπροστά στο τζάκι).
Επιτέλους, σκέφτηκε εκείνη, κάπου θα τελειώσουμε.
Έβγαλε πρώτα το φουστάνι της, το πέταξε στην πολυθρόνα.
(¨Οχχι έτσι, θα με κοιτάς στα μάτια και θα γδύνεσαι σιγά σιγά),  της είπε και χαμήλωσε την ένταση της μουσικής.
Τον κοίταζε.
Έβγαλε το σουτιέν, το καλσόν, μετά το σλίπ της, στο τέλος πέταξε κάτω τα παπούτσια της.
Στάθηκε μπροστά στην φωτιά. Τον κοίταζε.
Τα στήθια της ήταν στητά, εφηβικά, ροζ ρόγες ολοστρόγγυλες και βελούδινες.
Η μέση λεπτή, οι μηροί ακτινοβολούσαν σφρίγος και οι γραμμές τους ήταν υπερβολικά ωραίες.
Τα χέρια της οπλισμένα με μακριά δάχτυλα έφταναν στην αρχή των μηρών της.
Φορούσε κόκκινο σκούρο κραγιόν, τα μάτια της έμοιαζαν σαν πυγολαμπίδες λεύτερες στο δωμάτιο.
Έμοιαζε με ένα μικρό κόκκινο κουτί με χίλιες αφές και χίλιες γεύσεις και χίλια μυστικά.
Δεν ήταν χύμα, αυτό τον ερέθιζε αρκετά, δεν ήταν χύμα, τον κοιτούσε ευθεία στα μάτια αλλά κρατούσε μια ντροπαλοσύνη για τον εαυτό της, και μια περηφάνεια. Δεν είχε την γνωστή αλλαζονία της φτήνιας...
(Έλα κοντά μου), είπε και ξαναγέμισε το ποτήρι του.
Τον πλησίασε, ίσως το βήμα της να ταν σαν τον θόρυβο της νιφάδας που πεφτε έξω, αέρινη ήταν και κόκκινη από την φωτιά.
Έπιασε τα στήθια της, βελούδινα και ζεστά, τα χάιδεψε απαλά, πέρασε τα νύχια του γύρω από τις ρόγες, η κοπέλα άφησε έναν απαλό στεναγμό,μόλις την άκουσε τα πίεσε στα χέρια του πονώντας την.
Τα πίεζε και τα ένιωθε να σκληραίνουν στα χέρια του. Οι ρόζοι στα δάχτυλα του άνοιγαν σαν ξυράφια. Τα δάγκωσε. Η κοπέλα φώναξε, έκανε πίσω.
(Πονάω), είπε και δάγκωσε τα χείλια της.
( Μα τι συμβαίνει, εσύ είπες πως η αισθητική μοιράζεται, εμένα η αισθητική μου είναι ενός αγριμιού αυτή την στιγμή, εσύ λες πως πονάς, τι να κάνουμε μικρό μου, όλα τα πράγματα έχουν να κάνουν με αυτήν την γαμημένη αισθητική, αυτή η αισθητική τα μπερδεύει όλα, άλλοτε γλυκά, άλλοτε βάρβαρα.
Έτσι κυλάει η ζωή, σαν κυλιόμενες πέτρες, ξέρεις, ξέρεις σαν τα τραγούδια, σαν τους έρωτες..)
Την έφερε κοντά του, αγκάλιασε την μέση της, χάιδεψε την πλάτη της, τους γλουτούς της, μύριζε το άρωμα από το σαπούνι και ευχαριστιόταν το μέσα του.
Η αφή της, η μυρωδιά της, τα μάτια της, τόσο μικροσκοπική κι ανυπεράσπιστη..
(Πιες), της είπε πάλι.
Την έβαλε να καθίσει στα πόδια του.
Ήταν φανερό πως το αλκοόλ είχε αρχίσει να τον απλώνει, να τον βγάζει από τον λαβύρινθο που έκρυβε τον δικό του πληγωμένο Μινώταυρο..
Την χάιδεψε ανάμεσα στα πόδια της, την άκουσε να αφήνει ένα βογγητό.
(Δεν θέλω να προσποιείσαι, θέλω να είσαι αληθινή, δεν είμαι μαλάκας να μην σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου, πως δεν με γουστάρεις, άκουσες; Αν καταλάβω πως είσαι ψεύτρα θα φύγεις από εδώ κακήν κακώς)....
(Όχι, θα είμαι αληθινή), είπε και κατάπιε γρήγορα και νευρικά το σάλιο της. Κάτι άρχισε να της αρέσει σε αυτόν τον άντρα, κάτι έμοιαζε να μιλάει στο μέσα της.
Έβαλε το κεφάλι του στον λαιμό της, την μύρισε βαθιά. Φίλησε τα στήθια της μαλακά και αργά.
(Οι γυναίκες μικρή μου, περνούν την ζωή τους μέσα στο βίτσιο. Μαθαίνουν από νωρίς να προσποιούνται στην ηδονή, μαθαίνουν να παίρνουν ένα ρόλο που τους καταστρέφει το φύλο, τους εκφυλίζει, τις διαβρώνει, τις κάνει να συνηθίζουν στην προσποίηση της ηδονής, τις κάνει σαν τις κούκλες τις φουσκωτές.
Κι ενώ εμείς οι ηλίθιοι χύνουμε παχιές άσπρες κλωστές νομίζουμε πως τις ικανοποιήσαμε, πως τις μάθαμε, πως τις γευτήκαμε)...
(Έτσι είναι), είπε η Άννα κι άρχισε να αφήνεται στα χέρια του όχι πια σαν πελάτη, αλλά σαν άντρα, αυτός ο άντρας ήταν ακόμη μια ευκαιρία να γευτεί όλη την άγνωστη γοητευτική ζωή...

( Συνεχίζεται)....

 

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Ο χορός μέσα στο κουκούλι (νούμερο 2)

H ηρεμία αυτή τον συνόδευσε ως το σπίτι. Μπήκε στον μεγάλο κήπο κι αφού πάρκαρε το αυτοκίνητο, της άνοιξε την πόρτα. Η κοπέλα χαμογέλασε αχνά.
Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα σε ένα τεράστιο σαλόνι που στην άκρη του υπήρχε ένα τεράστιο πιάνο με ουρά. Υπήρχαν γνωστοί πίνακες ζωγράφων στους τοίχους, λες και οι τοίχοι αντί ταπετσαρίας είχαν πίνακες.
Μεγάλα παχιά χαλιά ανατολίτικα στο ξύλινο πάτωμα και τζαμαρίες παντού αντί των παραθύρων.
Δέσποζε το κόκκινο του κρασιού, στις λεπτομέρειες των χαλιών, στις μαξιλάρες που υπήρχαν κάτω στο πάτωμα και στα 'αφθονα κεριά στα τραπέζια.
Η κοπέλα ζήτησε να πλυθεί.
(Φυσικά, μόνο σε παρακαλώ να ξαναφορέσεις τα ρούχα σου όταν βγείς), είπε μαλακά ενώ πήγαινε να βάλει μουσική
(Όπως θέλεις), απάντησε εκείνη και οδηγήθηκε από το βλέμμα του στο μπάνιο.
Αυτός άνοιξε την χάρτινη συσκευασία του βινυλίου και έβαλε στο πλατό την αγαπημένη του.
Maria Callas, Madame Butterfly, Casta diva xύθηκε παντού, θαρρείς πως κι οι τοίχοι έδειχναν με την σιωπή ενός ανθρώπου που γνωρίζει καλά την τελετή της μουσικής...
.........................
Έξω 'αρχισαν να χορεύουν νιφάδες ερχόμενες από την Πάρνηθα. Όλη η τζαμαρία με ένα απαλό φως του κήπου άφηνε να δεις τον λευκό χορό τους, σιγά σιγά άρχισαν να πυκνώνουν.
Η Μαρία δυνάμωσε την θλίψη της, τον έκανε να θυμηθεί την άλλη Μαρία, την  μητέρα του, αυτή συνήθιζε κάτι γλυκά απογεύματα που έλειπε εκείνος, ο πατέρας του, να ακούει τούτη την θεική φωνή.
Τα μάτια της μητέρας του έμοιαζαν με εκείνα της Κάλλας, ήταν τεράστια, λαμπερά σαν μαργαριτάρια και γεμάτα απορία και αθωότητα. Αυτό, μαζί με την ψηλόλιγνη σιλουέττα της έκαναν τους συμμαθητές του να την ερωτεύονται παιδαρούδια ακόμα, μα άνοιγαν τα μάτια τους σαν την έβλεπαν...
Την λάτρευε την μητέρα του, όχι γιατί ήταν η φυσική του μητέρα αλλά την λάτρευε για όλα αυτά που ήταν.
Μεθυστικές οικογενειακές Κυριακάτικες γιορτές ή ονομαστικές, γύριζε χαρούμενη ανάμεσα στους καλεσμένους σαν ένα πουλί που έδειχνε την ευτυχία του γιατί μόλις είχε δραπετεύσει από το κλουβί του.
Το ίδιο κλουβί που μοιραζόταν με αυτόν, τον λατρεμένο της γιό, αυτό που μόλις έμπαινε ο άλλος όλα συννέφιαζαν και γίνονταν μαύρα.
Πλύσιμο χεριών για δέκα λεπτά, ροχάλες στην λεκάνη και κάθισμα στο τραπέζι.
Ένα τεράστιο τραπέζι, δίχως ψυχή, με μακρινή απόσταση ασφαλείας των καθισμένων, σαν ένας τάφος που απλά δεν ήταν υπόγειος...
Ήξερε τα πάντα για την μητέρα του, πως αγαπούσε κάποιον άλλο, είχε ακούσει τις απειλές του πατέρα του όταν του είπε πως ήθελε να φύγει, ( όλη η Αθήνα πουτάνα είναι στα πόδια μου, όλος ο Άρειος Πάγος, όλοι οι πολιτικοί, θα σου πάρω το παιδί γιατί θα αποδειχτείς ανάξια και ο δικός σου δεν θα ζήσει για πολύ, μην νομίζεις...Θα τον συντρίψω, νύχτα θα πας να μαζέψεις το πτώμα του πουτάνα, νύχτα, ποτέ δεν θα ξαναγαμηθείς μαζί του, ακούς; ποτέ! Κανείς δεν έφυγε από κοντά μου χωρίς να το πληρώσει ακριβά, τι νόμιζες; Μια εκκολαπτόμενη πόρνη ήσουν όταν σε μάζεψα, σε γέμισα λούσα, κοσμήματα, ταξίδια, τι στο διάβολο θέλεις πια); ΦΩΝΑΖΕ και δεν είχε πάρει είδηση πως ο μικρός άκουγε τα πάντα, δεν υπάρχει παιδί που δεν οσμίζεται τον κίνδυνο...τα παιδιά είναι λάτρεις του κινδύνου...
(Τι θέλω; Να αγαπηθώ, αυτό μόνο θέλω, να αγαπηθώ και να αγαπήσω), είπε με μάτια που άρχισαν να τρέχουν, εκείνη την στιγμή ακριβώς της τράβηξε ένα χαστούκι που την ανάγκασε να γυρίσει από την άλλη μεριά το Πρόσωπο της, εκείνη ακριβώς την στιγμή αποφάσισε ο Πάνος πως μια μέρα θα τον σκοτώσει, μια μέρα θα του τινάξει τα μυαλά, μια μέρα θα έφτυνε το γάλα της μάνας του...
Δεν άντεξε όμως να ακούσει κάτι άλλο.
Από εκείνη την μέρα άρχισε να μοιράζεται το κλουβί του με την μητέρα του....
............................................
Ενώ είχε δυναμώσει την φωνή της Μαρίας κι αυτή υψωνόταν στα ουράνια, η κοπέλα βγήκε από το μπάνιο, φορούσε τα ρούχα της όπως της είπε, τα μαλλιά την στιλπνά και υγρά με κόκκινες ανταύγειες πολύ κάτω από τους ώμους, μάτια αμυγδαλωτά κι αθώα, κάτι του θύμιζε αυτή η αθωότητα, υπήρχε πίσω από αυτό μια λεπτή πρόσκληση, μύριζε σανταόξυλο και ρόδο, πλύθηκε ασυναίσθητα με το σαπούνι της μητέρας του, από τόσα που υπήρχαν διάσπαρτα εκεί, είχε διαλέξει αυτό.
( Σου αρέσει αυτό που πλύθηκες, το διάλεξες τυχαία ή σου αρέσει); Ρώτησε και της έδειξε να καθίσει δίπλα στο τζάκι, σε μια δερμάτινη πολυθρόνα καφέ.
(Μου αρέσει πολύ, η αλήθεια είναι πως τα μύρισα όλα, αλλά αυτό, πως να το πω, λες και έχει φτιαχτεί για μένα)...Είπε και μύρισε τα χέρια της.
(Σε ερεθίζει αυτό το άρωμα; Πες μου Άννα, σε φτιάχνει; Εσείς οι γυναίκες έχετε διάφορες λεπτομέρειες που σαν ανάβουν πριν σας τον καρφώσει κάποιος βαθιά μέσα σας)...
Η φωνή του είχε αλλάξει τώρα, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και άνοιξε το πρώτο συρτάρι του γραφείου, ένα ογκώδες γραφείο με σκαλίσματα στα πόδια, έβγαλε ένα κουτί κι άναψε ένα λεπτό πούρο.
Η Άννα είχε προσέξει την αλλαγή στην φωνή του, δεν ήταν τα λόγια, ήταν που η χροιά αυτή, έμοιαζε σαν να θελε να υποδηθεί κάτι, κάτι που δεν ήταν, εκτός κι αν αυτό ήταν η δεύτερη προσωπικότητα του. ήθελε να τελειώνει γρήγορα μαζί του αλλά κάτι ταυτόχρονα την διέγειρε, κάτι που ήταν σκοτεινό και ήθελε φως.
Η Άννα ήταν η κλασική γυναίκα που έψαχνε τον μπελά της, την έλκυε το μυστήριο, έδινε πολλές ευκαιρίες στους άλλους ώσπου να την προδώσουν, τότε έφυγε μακριά αφού τους έδινε ένα μεγάλο μάθημα λατρείας κι υποταγής που δεν το ξέχναγαν ποτέ....
Ήταν ο δρόμος με τις περιπέτειες η Άννα, ο δρόμος με τα σοκάκια, τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, τα αγκάθια, όλα τα γούσταρε όμως η ψυχή της, όση ξεφτίλα συναντούσε τόσο μέσα της δυνάμωνε.
Ήταν περήφανη στην ξεφτίλα της, αυτό ήταν κάτι που έκανε τους εχθρούς της να φωνάζουν σαν άγρια ζώα, όμως τελικά αυτό ήταν που τους κέρδιζε, αυτή η περηφάνεια...
(Πες μου εσύ σε παρακαλώ τι σε φτιάχνει, πες μου τι θέλεις να κάνουμε, δεν έχω όλη την νύχτα λεύτερη), είπε με φωνή που δεν σήκωνε αντίρηση.
( Θα σε πληρώσω για όλη την νύχτα, θα σε πληρώσω όσα παίρνεις όλη την εβδομάδα, θα πιούμε όλη την νύχτα και θα μιλάμε, αν μου ρθεί θα πηδηχτούμε κιόλας, αν όχι απλά θα τα χουμε πιεί, εγώ πίνω, πίνω πολύ, κατάλαβες); Είπε και άνοιξε ένα καλό ουίσκι, γνήσιο ιρλανδέζικο, η Μαρία έσκιζε τα σλπάχνα της στο πλατώ κι αυτός έβαλε λίγο ουίσκι και σε ένα άλλο ποτήρι και το έδωσε στην Άννα.
Έξω οι νιφάδες πύκνωσαν τόσο που τα κάγκελλα του κήπου άρχισαν να γίνονται λευκά...
Μέσα στο σπίτι τώρα η Μαντάμ πεταλούδα έσκιζε τα φτερά της ενώ προσπαθούσε να περάσει μέσα από μια βελόνα.
Πως να χωρέσει μια πεταλούδα σε μια βελόνα;
Κάποιο ζευγάρι στο άλλο στενό έκανε έρωτα άγρια, με εκείνο τον ανόητα απρόσεκτο τρόπο, σου αρέσει μωρό μου; Είναι δυνατός; Τι σου κάνω αστέρι μου; Έτσι έλεγε αυτός κι αυτή μέσα της έλεγε, σκάσε, σκάσε και πήδα με, σκάσε και πήδα με...
Ενώ η Άννα κατάπινε την πρώτη γουλιά από το ουίσκι κι η Αθήνα βούλιαζε στο πυκνό σκοτάδι καθώς την χαιδευαν οι νιφάδες οι χιόνινες, οι διάφανε, οι ωραίες...

( Συνεχίζεται)...

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Ο χορός μέσα στο κουκούλι

Την πήρε μαζί του σε μια γωνία του δρόμου που σύχναζαν ανθρώπινες πεταλούδες.
Βγήκε έξω και της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, αυτό αυτόματα την έκανε να νιώσει όμορφα, αυτός το ήξερε, της είπε να διαλέξει μόνη της μουσική.
Αυτή έψαξε νευρικά. Φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα και καθώς ήταν καθισμένη βαθιά στο κάθισμα, οι μηροί της αχνοφαίνονταν στο φως των φαναριών, ήταν σαν χυμένο κεχριμπάρι.
Τα στήθη της μικρά σαν έφηβης.
Καθώς την κοιτούσε στο πλάι πότε πότε, είδε μια ηρεμία πάνω της που δεν ταίριαζε στο επάγγελμα της. Τα μαλλιά της ήταν κόκκινα, ίδια ακριβώς σαν της Άννας, της γυναίκας που άφησε να του φύγει από την ζωή του έτσι παράξενα, έτσι όπως κάνουν οι δειλιασμένοι.
Είχαν κυλήσει δυό δεκαετίες αλλά αυτό δεν άλλαζε τίποτε. Ήταν ένας δειλός εγωιστής, όταν πήγε στο Παρίσι για σπουδές, του είπε πως θα τον περιμένει.
Όμως αυτός απλά έφυγε. Δεν ήθελε δεσμεύσεις και δεν ήθελε να φτάνει στο σημείο να δικαιολογείται.
Πήγαινε με το μετρό σε ένα προάστιο του Παρισιού στο Πανεπιστήμιο και κάθε βράδυ κοιμόταν με κόκκινα χείλια από το μπορντό κρασί. Μονμάρτη, σαν πριγκίπισσα πόρνη.
Του άρεσαν τα μαθήματα. Την απόφαση να γίνει ψυχολόγος την πήρε γύρω στα δέκα.
Ήταν την μέρα που για άλλη μια φορά,   ένας γνωστός ζωγράφος, κλεινόταν με τον πατέρα του πίσω από τις συρόμενες γυάλινες πόρτες του γραφείου.Έφτιαχνε το πορτρέτο του.
Διάβαζε στο διπλανό δωμάτιο, όταν κάποιες πνιγμένες φωνές ακούστηκαν, κάτι σαν δυνατοί ψίθυροι.
Η παιδική περιέργεια μαζί με έναν απροσδιόριστο φόβο τον έσπρωξαν να κοιτάξει πίσω από την κλειδαρότρυπα. Το ανθρώπινο γυμνό αγκαλιασμένο σύμπλεγμα τον έκανε να τρέξει σχεδόν πρός τα πίσω.
Δεν τον άκουσαν.
Μόνο ο γάτος του ήρθε σαν να κατάλαβε, και άρχισε να τρίβεται στα πόδια του.
Η καρδιά του έφυγε από το στήθος του κι άρχισε να βουίζει στα αυτιά του. 'Ολοι της οι χτύποι βρίσκονταν τώρα στα αυτιά του. Το αίμα του στριφογύριζε στα μηνίγγια μανιασμένα. Άρχισε να ρίχνει γροθιές στα μαξιλάρια του.
Αυτό κράτησε κάμποση ώρα, ώσπου ήρθε η μητέρα του να του πεί να ρθεί να φάνε.
Κάθε μεσημέρι έτρωγαν κι οι τρείς. Πάνω από το τραπέζι το ρολόι κούκος έσπαγε την παγερή σιωπή.
Ο πατέρας ήταν γιατρός, όταν έμπαινε στο σπίτι έπλενε τα χέρια του σχεδόν όλη την ημέρα.
Η μητέρα του τον κοίταξε σκεπτική.
( Εσύ κάτι έχεις), του είπε και άφησε κάτω το πηρούνι της κοιτώντας τον εξεταστικά.
(Τι να έχει, κουρασμένος είναι από το σχολείο), είπε ο πατέρας του επικριτικά.
( Ναι, αυτό είναι), έκανε μουδιασμένα και προσπάθησε να φάει, όσο μπορούσε γιατί το στομάχι του γύριζε σαν τρελό, κράτησε τον εμετό του κι όταν τέλειωσαν πήγε στην τουαλέττα και άδειασε όλο του σχεδόν το στομάχι.
Την μητέρα του την λάτρευε.
Από τότε την λάτρευε και μαζί ήθελε να την προστατέψει.
Διάβαζε σαν τρελός, είχε στόχο πια, θα πήγαινε στην Γαλλία, θα γινόταν ψυχολόγος.
Θα ξεκλείδωνε τα μυστήρια της ψυχής. Θα γινόταν <<ένας γιατρός των ψυχών>>....
...............................................
Μετά από δυό χρόνια από εκείνο το περιστατικό που του άλλαξε τον κόσμο, συνέβη κάτι που απλά του αποτέλειωσε όλα εκείνα που τον έκαναν να χαμογελάει και να κρατά την ζωή από τα χέρια.
Ήταν μεσημέρι. Από το πρωί ένα πένθιμο συναίσθημα βούλιαζε την καρδιά του. καλημέρισε την μητέρα του και της έσφιξε τα χέρια, (πρόσεχε ), της είπε και εκείνη χαμογέλασε σαν ένα ντροπαλό φεγγάρι.
..............................................
Όταν γύρισε μπήκε στο δωμάτιο του να αφήσει την σάκα.
ΜιΑ σκιά κουνιόταν από την οροφή της σάλας, πέρα δώθε, πέρα δώθε.
Πριν λιποθυμήσει, είδε την μητέρα του με μια σακούλα στο κεφάλι, έναν επίδεσμο στον λαιμό της 'ωστε να μην αφήνει αέρα και το κρεμασμένο της κορμί στον βιενέζικο πολυέλαιο που της έφερε κάποτε ο πατέρας σαν δώρο από κάποιο ταξίδι.
Φορούσε το αγαπημένο της λευκό μεταξωτό νυχτικό και γύρω της υπήρχε ένα λεπτό άρωμα. Σαν σανταλόξυλο και ρόδο.
Τα πόδια της κομψά και γυμνά κουνιόντουσαν πέρα δώθε, πέρα δώθε.
όλο της το σώμα ανάβλυζε μια θλιβερή ηρεμία.
Έπειτα λιποθύμησε.
........................................
Τώρα στο αυτοκίνητο μύριζε το φτηνό άρωμα της κοπέλας.
(Πως σε λένε); Ρώτησε και της ακούμπησε το γόνατο απαλά, ήταν μετάξι και ταλκ.
(Ας πούμε Άννα), του είπε και ξαφνιάστηκε που τον είδε να φρενάρει απότομα....
Όταν του πέρασε το πρώτο ξάφνιασμα συνέχισε να οδηγεί και να κοιτάζει μπροστά.
Μια σκιά πλανήθηκε μεταξύ τους. Η κοπέλα την έπιασε.
(Συμβαίνει κάτι); Τον ρώτησε, με μια συμπαθητική ευγένεια, θα λεγε κάποιος που ξέρει να βλέπει.....
(Όχι, όχι, απλά τυχαίνει να είναι το αγαπημένο μου όνομα), απάντησε 'ησυχα.
Κα΄τι του ζέσταινε την καρδιά με αυτήν την κοπέλα. Κάτι τον έκανε να ηρεμεί το άγριο ζώο που ξέσκιζε τις νύχτες το κεφάλι του. είχε πάνω της μια πολύ γλυκιά ηρεμία, δοτική ηρεμία, γνήσια...


(Συνεχίζεται)....

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Aμοργός 1950 περίπου ( μια φανταστικοαληθινή ιστορία)

Ειναι Ανοιξη.
Στις γλαστρες των αυλων βασιλικοι. Γιατσεντα. Γιασεμια που χουν χυθει και απλωνουνε στους τοιχους τα ασπρα τους κεφαλια.
Τα βουνα του ξερου νησιου πρασινισαν. Σκορπουν την μεθη της μυρουδιας τους τα φασκομηλα. Η ριγανη ξυνει την μυτη.
Εβρεξε χτες ολη την νυχτα. Ενα συννεφο καθαρισε πια επανω στον ουρανο. Αυτος εγινε γαλανος και παιχνιδιαρης.
Τα κατσικια κοιτουν το πελαγος.
Καποιοι μεσα στις βαρκες τους ξυνουν το αλατι απο τα βραχια.
Η θαλασσα αρυτιδωτη. ΠΟυ και που ενα κυματακι γλυφει την ακρη της βαρκας.
Αλλοι παλι μαζευουν τα διχτυα τους.
Ολα ειναι ηρεμα.
Και οι ανθρωποι και η φυση.
Τουτο το χωριο ειναι σκαλωμενο στην ριζα ενος βουνου.
Το χωριο ειναι μικρο, βρισκεται αναμεσα σε αλλα δυο, στεκει στην μεση του νησιου και κοιταζει το πελαγος.
Ολα ειναι ηρεμα. Λαμπουν μεσα στον ηλιο.
Το μπλε καθρεπτιζεται στα ματια των ανθρωπων.
Ασπρο και μπλε.
Τα σπιτια τουτου του χωριου μικρα και απλωμενα με πετρα.
Μπορεις μεσα στην ησυχια να ακουσεις τα κουδουνακια των ζωων που βοσκουν στις ακρες των βουνων.
Σε ενα σπιτι χυμενος ερωτας.
Ο ορισμος του ερωτα στα σωματα μιας γυναικας κι ενος αντρα.
Συνευρεση παρανομη, λειπουν οι γονεις της γυναικας.
Νεαροι κι οι δυο, στα 19.
-Αγαπη μου, λεει αυτος καθως φυλακιζεται μεσα της.
Τα κυματα της αγαπης τους φτανουν ως το ταβανι. Που και που φευγει ενας στεναγμος και βρισκει εναν βασιλικο στην αυλη.
-Αγαπη μου, λεει αυτη και χανεται απο κατω του.
Ξαφνικα μεσα στην παραζαλη δεν ακουνε τα σκυλια που γαυγιζουν αγρια.
Δεν ακουνε την γη που τρεμει. Πιστευουν πως αυτο το εκαναν αυτοι με την εξαψη τους..
Το αλογο στον σταυλο σηκωνεται στα δυο του ποδαρια και κλωτσα την πορτα.
Οι γατες τρελαμενες σαν να ναι σε οιστρο.
Το ζευγαρι βρεθηκε εξαφνα κατω απο το μπαρι.
Τα τζαμια τριζουν. Η γη σηκωσε τις φλουδες της αγριεμενη.
Το ουρλιαχτο της ακουγεται απο το ενα χωριο στο αλλο.Ολα πανω της κουνιουνται σαν τρελα.
Σεισμος, ακουμε εξω απο το παραθυρο του σπιτιου τους.
Μα δεν θελουν να ξεκολησουν ο ενας απο τον αλλο.
-Ας φυγουμε ετσι, ορισε αυτος. Οταν τον ακουσε εκεινη πηρε την αποφαση.
Συνεχισαν την ενωση τους.
Εξω επεφταν σιγα σιγα ενα ενα τα σπιτια.
Πετρες ξεσηκωμενες σε ενα συννεφο σκονης, κροτοι αποκαλυψης.
Ζωα και ανθρωποι σαν τρελοι.
Η θαλασσα φουσκωσε, αποσυρθηκε απο την παραλια κι εφτασε ως το απεναντι νησακι.
Φανηκαν τα ψαρια στην αμμο να σπαρταρουν.
Η θαλασσα οργισμενη υψωθηκε σε κυμα απο εικοσι μετρα
Ενα βουνο νερου καλυψε το λιμανι με παταγο.
Ανθρωποι ουρλιαζαν τρεχοντας να προλαβουν να σωθουν.
Το σπιτι του ζευγαριου ξεσκεπαστηκε, η στεγη επεσε επανω στα δυο σωματα.
Η κραυγη τους εγινε ενα με της γης καθως πετρες χυνονταν πανω τους. Πετρες και σκονη.
Ο ενας καλυπτε τον αλλο.
Εσβησαν αργα σε μια φωνη εξαψης.
Θ ατους εβρισκαν μετα απο ωρες ενωμενους..
Ολοι οι κατοικοι θα γλυτωναν εκτος του ζευγαριου..
Το μοναστηρι στην ακρη ενος βραχου. ΟΙ καλογεροι να κοιτουν το τσουναμι να ρημαζει τα παντα κατω απο το παραθυρι.
Να χτυπα φρενιαμμενα αλλος την καμπανα..
Τελος θεου, φωναζαν αλαφιασμενοι.
Εφτασε το κυμα στην Κρητη, στην Σαντορινη.
Οργη στις Κυκλαδες.
ΟΡΓΗ φερμενη απο το στομα μιας αβυσσου.
Η σκονη του τρομαγμενου νησιου στον ουρανο.
Κρατησε πολυ ο σεισμος..
Η φυση ηταν θυμωμενη, θυμωσε κι ο ουρανος με κοκκινα συννεφα επανω του..
Τους βρηκαν το βραδυ οταν καπως ηρεμησαν οι μετασεισμοι.
Χυμενοι ο ενας πανω στον αλλο.
Ο σεισμος επαψε αλλα θα τον θυμοταν για παντα η Αμοργος..
Και μαζι και τους εραστες του πετρινου αγροτικου σπιτιου.
Και κανεις δεν ξερει αν ηταν αυτος ο πιο ωραιος θανατος..
Εγω που πηγα ομως και περασα εξω απο κεινο το σπιτι νομισα κατι ακουσα..
Κατι ζεστο με τυλιξε, κατι το πρωτογνωρο..
Και μυρουδιες με ανεβασαν σε αλλη διασταση..
Και νομιζω πως αυτος ηταν ο πιο ωραιος θανατος.
Μαζι με της γης το τρεμισμα και του ανθρωπου.
Λαβα καυτη και τα δυο...

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

...

Εκείνες οι ρυτίδες στο μέτωπο που τις βλέπουν κάποιοι σαν θυμό
δεν είναι άλλο παρά δύσκολες αναγνώσεις,
όπου τις βλέπω θέλω να φιλήσω τα πρόσωπα που τις 'εχουν για πάντα δικές τους, σαν παράσημα,
ακόμη και μια γραία φαφούτα που συνάντησα στον δρόμο μου
μου μύριζε βανίλια,
ήταν από αυτή την αίσθηση,
είναι εκείνο που παλεύεις όταν ζείς,
μα πιό πολύ θα σου το πω,
λατρεύω τις ρυτίδες εκείνων που ποτέ δεν έγιναν καταδεκτικοί από συνήθεια,
εκείνων που την καλοσύνη τους δεν άλλαξαν με άλλα..

...

Σιωπή.
Βήματα στην σκάλα. Ελικοειδής και υγρασιασμένη.
Θέλει να φάει το μαύρο του πουκάμισο.
Η βροχή άτακτη και ψιλή,
σαν πόδια μπαλαρίνας στο ξύλινο σανίδι.
Θέλει να την φτάσει πέρα από τους ουρανούς,
σε στραφταλίζοντες κομήτες περιστρεφόμενους σαν δερβίσηδες.
Δεν βρίσκονται παρά στην στροφή ενός ονείρου.
Υπάρχουν πάθη που μοιάζουν με το ξύλο το βαλλόμενο από το σαράκι.
Τρώνε τον άνθρωπο από μέσα.
Υπάρχουν όμως και όρια,
αυτά,
πως δεν υπάρχει κανένα όριο στις αψίδες τις κιτρινοπράσινες του θριάμβου,
δηλαδή κανένα όριο,
εκτός της αρρώστιας που θα πυρπολήσει τα μαλακά σου σπλάχνα,
αν έρθει αυτή,
μέχρι να ρθεί, όλα μέσα μας καίγονται...

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

H MONA

Η Μόνα με την ακρίβεια ενός χειρουργικού χεριού, ορμά την ζωή της στον ορατό κόσμο και στον αόρατο.
Στα ενδιάμεσα διαστήματα, αυτών, παρατηρεί την κάθετη ρήξη.
Αυτή η ρήξη έχει ένα σημείο συνάντησης, αυτό συνηθίζει να το λέει ποίηση.
Την ορμή της μέσα στους κόσμους αυτούς την ονομάζει ζωή.
Η Μόνα είναι μια πολυεδρική προσωπικότητα.
Θα μπορούσα να την ονομάσω και θεά.
Καθώς σκοτώνει ανεπιφύλακτα ό...
ποιον της κρύβει τον ήλιο με τρόπους κομψούς, τρόπους, που δεν στερούνται μιας τρυφερότητας.
Καθώς η θηλυκότητα της, συνυπάρχει με αρμονία με αυτό που ονομάζει<<ρήξη>>, κι όχι απλά συνυπάρχει αλλά δεν ζει εις βάρος της...
Όταν παρατηρώ την Μόνα, σκέφτομαι πως έχει ένα μεγαλοπρεπές πεπρωμένο,
δεν είναι μόνο οι όποιες της ιδιότητες, είναι η σαφήνεια που μεταχειρίζεται τα κλειδιά του ουρανού και της γης,αυτό δεν μπορεί κανείς να το ορίσει από μόνος του, παρά σαν βρίσκεται σε μεγάλη ηλικία, η Μόνα είναι στα τριάντα.
Όταν βρίσκεται σε κάποιο θεωρείο ενός θεάτρου, όλα γύρω της καίγονται από τα κατακόκκινα μαλλιά της..
Η Μόνα δεν ζει εδώ, ζει σε κάποιον άλλο αιώνα, είναι φορές, που μπορώ να δω τα χαρακτηριστικά της με ακρίβεια, άλλες πάλι, μοιάζει σαν να μου μιλάει αυτόματα καθώς μια σελίδα από χαρτί στροβιλίζεται μπροστά μου...
Εγώ δεν έχω ούτε ένα μεγαλοπρεπές πεπρωμένο, ούτε μπορώ να προσεγγίσω παρά ελάχιστα την προσωπικότητα της.
Απλά, είναι ενδιαφέρον όμως να αφήνομαι στην παρατήρηση της...

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

η θυγατέρα

Η θυγατέρα με το ωραίο πρόσωπο ανέβηκε στην καρέκλα,
να δει τον εαυτό της στον καθρέφτη ήθελε,
δεν είχε δει τα μάτια της από χτες,
πάντα όταν τα έβλεπε ,πρόσμενε την νέα ημέρα με καινούργια διάθεση.
Κι ο Νοτιάς βουτούσε στο δωμάτιο,
κι η γυναίκα ριγούσε γιατί ένιωθε την οσμή της γυναίκας,
το κορίτσι ήθελε να παίξει θέατρο με,κάτι ξεχαρβαλωμένες κούκλες
απ τον χρόνο,
μια παράσταση έστησε μόνο για κ...
είνην.
Κι άρχισε να στήνει το έργο της υπομονετικά σαν την αράχνη,
μα είχε δει τα μάτια της στον καθρέφτη,
ήταν γυναίκας,
γι αυτό το έργο άρχισε αυτόματα να τρέχει
γύρω από τον έρωτα,
όχι κάτι που ήταν, παιδικό.
Είναι κάτι κορίτσια που γεννιούνται σαν γυναίκες
κι η χαμένη παιδικότητα τις βρίσκει στο ψαχνό σαν κανονιά
από πλοίο πειρατικό.
Την στιγμή που σαν γυναίκες προσπαθούν να πάρουν μια απόφαση
έρχεται η θυγατέρα και τις μπερδεύει στο λεπτό.
Είναι που στο αίμα τους ,το έχουν, να προσεγγίζουν τον έρωτα,
από παιδιά ακόμη,
με μια καύση στο στομάχι ,
με μια σταγόνα αίμα από βελόνα,
από έναν γοητευτικό δάσκαλο πιάνου,
από έναν υπέροχο τυχοδιώκτη, μαθηματικό.
Οι ιδιωτικές ματιές του έρωτα στον χρόνο γίνονται λάγνα μαθήματα,
είναι κάτι κορίτσια που γεννιούνται σαν γυναίκες,
μοιάζει απίθανο να καταλήξεις αν είναι ευτυχισμένες
ή απλά δυστυχείς.
Το μόνο που μπορείς να διακρίνεις και να τις ξεχωρίσεις
είναι πρώτα τα μάτια τους
κι έπειτα το βήμα τους,
ενώ περπατούν λυκνίζοντας την λεκάνη τους, κάπου κάπου τους ξεφεύγει ένα άγουρο βήμα,
μεταξύ παιδιού αυτό είναι, και γης κλονισμένης, από υγρό πυρ..

Noέμβρης

Δεκάδες Σαμουράι, πατώντας πάνω σε φύλλα κίτρινα
χαιδεύουν τα μαλλιά μας ,καθώς με τα σπαθιά τους περνούν δίπλα μας, ξυστά.
Εσύ, ένας αγνοημένος από την βρόμικη μπουρζουαζία
κι εγώ μεταξύ αμαζόνας και χαμινιού.
Κι είναι ο Νοέμβρης σαν γυαλισμένη μπάλα από γυαλί,
ένα καλειδοσκόπιο που κρατά ένας εξερευνητής πάνω σε πλοίο της εποχής.
Πότε ξηρά, πότε ουρανός.
Στην λαιμητόμο τώρα βαστιέται ένας αλήτης...
εποχής,
τιμωρημένος γιατί πήρε το λυσεργικό οξύ και την μεσκαλίνη,
τον βλέπουμε, ανέπτυξε δυνάμεις τέτοιες που κι η λαιμητόμος είναι αδύνατον να τιμωρήσει.
Κρατάμε το βασίλειο της αφής ,σχεδόν σαν προσκυνητές στην έρημο,
με φίδια και σκορπιούς στον κόρφο μας,
μας λένε μοιραίους γιατί γράφουμε κάτω από το δέρμα των άλλων.
μα μοιραίοι είμαστε πρώτα για εμάς.
Είναι η βροχή του Νοέμβρη κι ο ήλιος του,
που ξυπόλητη γυρνάω,
σε έναν κόσμο που άλλοτε στην πλάτη,
άλλοτε στα χέρια κουβαλώ,
κι άλλοτε ολόκληρο τον κόσμο ντύνομαι.
Γίνε Νοέμβρης κι εγώ το ταίρι του,
πιό ταιριαστός ο ουρανός δεν θα ναι σε άλλων μάτια,
συνεφένιες παρυφές θα σας διασχίζω πάντα σαν σε ίλιγγο...

( καλό μήνα),ιδιαίτερα βέβαια στα παιδιά του Νοέμβρη, μην γίνετε ποτέ βαρετοί για εσάς..