Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015


Δεν υπάρχουν λέξεις, μονάχα παρενθέσεις, εισαγωγικά, αποσιωπηιτικά, ώμοι που γέρνουν ελαφρά στον δυνατό αέρα από την ανοησία αυτού που λέγεται εμπειρία, την αφαίρεση που προσθέτει η εμπειρία στην δράση, εμείς εδώ, με τα ελάχιστα, αυτά έχουμε, λέπια, αίμα, κόκαλα και δέρμα από αλάτι, χωρίς αξίες παραγνωρισμένες, άφθαρτοι μέσα στην ασχήμια του χρόνου αφού κάθε μας επιδίωξη είναι η αφή της ομορφιάς, με σωματικές συγκλίσεις αόρατες, με φιλοδοξίες ανύπαρκτες γιατί δεν αποτύχαμε σε κάτι, αδοκίμαστοι ακόμη στις μαζικοποιήσεις των ψαριών και των προβάτων, βλέπουμε πάντα έναν Ιούδα να γράφει λεπτομερώς τις σημειλογίες της ζωής μας, ενώ το λιόγερμα επεκτείνεται κάτω από τα βλέφαρα μας, ενώ η καρδιά μας χτυπάει ανεξέλεκτα, έτσι, έτσι μπορείς να πεις, πως κάναμε παρέα με μοιραία κι ωραία πρόσωπα, χωρίς χαλιναγωγήσεις του πάθους μας, ευγενείς και ημιάγριοι, όπως μας έδειξε η θάλασσα, αυτήν σημαδεύουμε με το τόξο της μνήμης, κάθε ημέρα εδώ, θυμόμαστε πως προερχόμαστε από την θάλασσα, από εκεί ξεκολλάμε τις λέξεις,λίγο για να μιλάμε μεταξύ μας, λίγο για να αγαπήσουμε και για να αγαπηθούμε, λίγο για να καταονοήσουμε το μυστήριο που λέγεται ζωή, κάθε εκκλησάκι φυτρωμένο στην άκρη ενός βράχου αυτό ψάχνει, έναν θεό για να εξηγήσει τάχα τι είναι η ζωή... -Στοχεύοντας την θάλασσα- (Αμοργός

Τα μάτια σου, έμπαιναν στα ριζά του μυστικού μου βράχου, τα άφηνα να επιπλέουν μέσα μου, μιλούσα με τους άλλους για τα ρομάντσα με τα γιατσέντα, ξέρεις, αυτά που οι άλλοι αναγνωρίζουν ως τον πρόλογο σε θεάματα στους κήπους της ηδονής, ο πιο σημαντικός αγαπημένος μου υπήρξες, γιατί μου έμαθες, άθελα σου, πως η απόλυτη έκσταση και οι ηδονές, που προκύπτουν μέσα από την υποχώρηση των σωμάτων στον θάνατο, αυτόν που συμβαίνει μετά τον έρωτα, είναι διατάσεις και σκιές σε μια άλλη διάσταση, ίσως σε κάτι που συνέβη ή σε κάτι που οι εραστές φαντάστηκαν ως αλήθεια, τα μάτια σου έμπαιναν στα ριζά του μυστικού μου βράχου, ήταν θάνατος και έρωτας.. -Ερωτικό

Όταν γνώρισα την Τερέζα, βρισκόταν σε μια ταβέρνα, όπου η θάλασσα ακροβατούσε, παίζοντας με τα δάχτυλα των ποδιών της. Εγώ ήμουν ένας τυπικός άντρας που μέσα από το καλοκαίρι έψαχνα γυναικείες παρουσίες για ερωτική παρέα, τα μάτια της ήταν αυτό που με προδιέθεσαν κυρίως, κι ύστερα το κορμί της. Αδυσώπητες λάμψεις έβγαιναν από μέσα τους και με πυρπολούσαν μαλακά, σαγηνευτικά, γοητευτικά ύπουλα. Με δέχτηκε εύκολα στο τραπέζι της σπάζοντας την μοναξιά της, ήταν μόνη της γιατί έτσι επιδίωκε, μου είπε. Μας βρήκε η βαριά νύχτα και αστέρια βυθίζονταν στο χαος θυμίζοντας μας την ματαιότητα όλων αυτών που μαζεύουμε σαν ύλη, η μουσική του Μάρκου μας υπνώτιζε και μας έφερνε πιό κοντά. Η θάλασσα και το αλκοόλ μας θύμιζαν πόσο ερωτική είναι η ζωή μέσα στην νύχτα. Εξιστορήσαμε τις ζωές μας σαν να απλώναμε τις ψυχές μας σε ένα βωμό για εξαγνισμό. Μαζί της, δεν με ενδιέφερε να ξαπλώσω στο κρεβάτι αμέσως, ήθελα να την κατακτήσω αφήνοντας της όλα τα περιθώρια να σκεφτεί πως αυτό που μου έβγαζαν εκείνα τα μελένια της μάτια ήταν να την ακούσω και να την νιώσω με όλη μου την ουσία, αυτή που είχε δημιουργηθεί ζώντας και σκορπίζοντας κομμάτια μου από εδώ κι από εκεί. <<Έχεις αγαπήσει πραγματικά>>; την ρώτησα γεμίζοντας το ποτήρι της. <<Εσύ>>; με ρώτησε παίζοντας με ένα τσιγάρο στα δάχτυλα των χεριών της. <<Ίσως πιό πολύ ερωτεύτηκα και θαύμασα την γυναίκα>>, είπα καλύπτοντας την ερωτομανία μου με λέξεις, γιατί δεν θαύμασα δα και πολλές γυναίκες, μου άρεσε να τις ζω πίνοντας και δαμάζοντας τους ερωτκούς χυμούς τους, ύστερα πολύ σύντομα τις βαριόμουν. <<Δεν λες όλη την αλήθεια, όμως θα σου πω για μένα μια διαπίστωση που την κάνω μόλις τώρα μαζί σου>>, είπε κι άναψε το τσιγάρο, κοιτάζοντας τον μακρινό αστροβαμμένο ορίζοντα. <<Αγάπησα πολύ κάποτε έναν άντρα, μου έφερνε στον νου μια φράση του Οθέλου, αυτήν, - μ αγάπησε για τους κινδύνους που έχω διατρέξει-, διέτρεξα πολλους κινδύνους για εκείνον κι έμεινα με την απορία, ήταν ο κίνδυνος που αγάπησα εξαιτίας του ή η μεταμόρφωση μου σε μια άλλη γυναίκα, αυτήν την γυναίκα που μεθάει εξαιτίας του ιλίγγου που φέρνει ο κίνδυνος; ή αγάπησα μονάχα την επίδραση αυτή που είχε επάνω μου , την δύναμη δηλαδή να αλλάζω, όμως αν τα δεχτώ αυτά τότε πως μπορώ να σου πω πως τελικά αγάπησα αυτόν τον ίδιο κι όχι αυτά που σου είπα πριν>.; <<Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε>>; ρώτησα μαγεμένος από τις απορίες που μου δημιουργούσε. << Άπειρα κι ίσως ελάχιστα, είναι όλα στον νου και στην καρδιά μου σαν ένας κύκλος, μισός σκοτεινός και μισός γεμάτος φως>>. <<Τον αγάπησες λοιπόν>>, είπα και της χάιδεψα το χέρι, ύστερα το έφερα στα χείλη μου και το φίλησα. <<Τον αγάπησα, ναι, μαζί του διέτρεξα σε λίγες μέρες μια αιωνιότητα, αυτό είναι που καταρρίπτει όλα τα άλλα που συμβαίνουν ή που έχουν συμβεί, όποιος δεν έζησε έτσι, συνηθίζει να λέει, -ζω για το παιδί μου, ή παίρνω δ'υναμη μόνο από το παιδί μου-, θα τους ακούς γύρω σου συνεχώς, αυτό είναι η μισή διαπίστωση για την ζωή>>. Την κοίταξα και με συνεπήρε μια διάθεση αλητείας, αυτή που είχαν όσοι συνήθιζαν να γράφουν περπατώντα ολομόναχοι στον μεγάλο δρόμο, η Τερέζα ήταν ένας από αυτούς... -Με την Τερέζα στην Αμοργό

Την λέγανε Ευγενία, φορούσε ρούχο λευκό και μιλούσε με την γλώσσα των πουλιών, κανείς δεν την καταλάβαινε, μονάχα υποψήφιοι εραστές προσπαθούσαν να μπουν μέσα στο κάδρο της, αυτό, που το εξασκημένο βλέμμα της, εξιστορούσε ιστορίες ατέλειωτες. Μα τίποτε δεν ένιωθαν εκτός από την φλογισμένη ανεμώνη που έτρεχε στα πόδια της, αυτήν ήθελαν να φυλακίσουν επάνω σε ένα σεντόνι. Κι ήρθε η ημέρα που αποφάσισε να πετάξει με τα πουλιά ψηλότερα από τον Αυγερινό, αυτό συνέβη και κανείς δεν θυμόταν πια την παρουσία της, μόνο την σπίθα μιας ανεμώνης που έκαιγε κάθε νύχτα έβλεπαν. Η ανία του κόσμου δεν αντέχεται χωρίς ομορφιά, αυτό έχουν κατά νου πολλοί ,μα λίγοι ξέρουν να μιλούν με την γλώσσα της.. -Αμοργός-

Εδώ, στην μέση της θάλασσας, επάνω σε έναν βράχο, εμείς, οι ανυπότακτοι της σποράς της επιτήδευσης στην αγάπη, εδώ, παρατηρούμε τους αναγνώστες των άστρων, να αγνοούν επειδεικτικά την επίδραση των γελοίων ερώτων, αναζητώντας το προφανές, να ζήσουμε ως άνθρωποι! -Αμοργός

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015


Στο μικρό χωριό που βρίσκομαι, εκτός από τους συχνούς περιπάτους της σαύρας, του φεγγαριού, του καυτού ήλιου, της φάβας που τελειώνει το μυστικό της τραγούδισμα επάνω στις ταράτσες, της ατέλειωτης φασαρίας της μύγας και το τέχνασμα του τζίτζικα, υπάρχει ένα σημείο όπου μπορεί κανείς να βρει πόση αλήθεια έχει αυτός που θέλει να ζήσει σαν να ζει μονάχα μια ημέρα. Υπάρχει στο κοιμητήριο αυτό ,το δωμάτιο όπου στοιβάζονται τα κουτιά όπου αναπαύεται τον αιώνιο ύπνο το είδος των ανθρώπων. Μετακινώντας λοιπόν τα οστεοφυλάκια και ακούγοντας τον ήχο των οστών σκέφτηκα πόση παραφροσύνη παγιδεύεται στο ανθρώπινο κέλυφος. Μέσα σε ένα κουτί χωράει στο τέλος, ένας πάμπλουτος επιχειρηματίας, ένας <<πλανητάρχης>>, ένας ποιητής, ένας ματαιόδοξος κυνηγός κεφαλών, ένας παγκοσμίου φήμης συγγραφέας, μια πόρνη που λατρεύτηκε, ένας φοβισμένος μοναχός που αφοσιώθηκε στην παρατήρηση της φύσης και του ουρανού κι έγινε προφήτης, ένας επαναστάτης που δεν πρόλαβε να ζήσει, ένας μικρόψυχος διανοούμενος που πίστεψε πως μπορεί να διδάσκει τρόπους ζωής στους άλλους, ένας αστροναύτης που χόρεψε στην Σελήνη, ένας κλέφτης λαών, ένας λαοπλάνος, ένας ερωτευμένος που ξεπέρασε τον εαυτό του για μια αγάπη που την βάπτισε ειμαρμένη, όλοι χωρούν σε αυτό το κουτάκι. Αντικρίζοντας αυτό το κουτί βλέπεις πόσο μάταια είναι όλα και πόση σημασία έχει να ζεις την κάθε σου ημέρα όπως θέλεις εσυ κι όχι όπως επιθυμούν για σένα οι άλλοι και άλλα πολλά φυσικά, που είναι αδύνατον να παρουσιάσω εδώ.. Εδώ αξίζει ο παρατηρητής να αφοσιωθεί πλέον στους <<συνοδοιπόρους>> φίλους του διαλέγοντας αυτούς που δεν αρέσκονται στα λόγια αλλά στις πράξεις. Στο κάτω κάτω οι κάθε είδους θεωρητικοί είναι σαν τους τζίτζικες, σήμερα είναι, αύριο δεν υπάρχουν.. -Αμοργός- υγ. σαφώς, παρατηρήσεις εκ του πιο δικού μου παρατηρητηρίου

Να φεύγω πίσω στις μνήμες, στα καφενεία τα λερά ,όπου οι μύγες κρέμονταν σε μια ταινία με κόλλα επάνω στο ταβάνι, οι γέροι έπιναν ρακή κι έπαιζαν πρέφα, τους λιγοστούς τουρίστες που ήταν παιδιά των λουλουδιών κι άναβαν φωτιές σε απόμακρες παραλίες, μια παρέα εφήβων έξω από την πόρτα της θείας Ρ., που μιλούσαμε για Ροκ, τους έρωτες που κυνηγούσα με τα μάτια παρατηρώντας έναν μπάλο σε πανηγύρι 15 Αυγούστου, τον άντρα που σχεδόν ήταν κυνηγός εμπρός στα πόδια της γυναίκας ψάχνοντας δρασκελισμούς ψυχικούς μα και ταραγμένους από την ερωτική παραζάλη, αυτοσχέδια στιχάκια και νότες του βιολιού από το Στεφανάκh, τον δικό μας νησιώτη μπλουζίστα, όπου ακουμπούσε το πηγούνι επάνω στο όργανο και κουνιόταν ολόκληρος, άνοιγε την νότα και την μάκραινε καθώς έβλεπε τον ερωτικό οίστρο ενός ζευγαριού στον χορό, έδινε παράταση, έδινε παράταση στην πρόκληση της χίμαιρας, μια χίμαιρα κι αυτός που κατάπινε το αλκοόλ σαν να ήταν ένα χρωματιστό πουλί ανεβάζοντας τα μάτια στον αστροστόλιστο ουρανό λες και τον ευχαριστούσε, και τα πόδια των ανθρώπων, ω, τα πόδια των ανθρώπων να χτυπούν σαν να ήταν φτερούγες στο πάτωμα, κι εγώ μεθυσμένη από το θέαμα να σβήνω πίκρες και άσχημες σκέψεις, τα νυχτολούλουδα να παραληρούν σε φωτοχυσίες αισθήσεων, να φεύγω πίσω, σε κείνα τα λερά καφενεία που ο πλουραλισμός των αισθήσεων έβγαινε από τα ξύλινα κουτάκια της καρδιάς και του νου, ο Αυγερινός κι η πούλια με χίλια σπαθιά με έκοβαν , μας έκοβαν, μας μεταμόρφωναν, πότε σε αγγέλους και πότε σε Μέδουσες, όλα τα μονοπάτια που πατούσαν μονάχα οι τρελοί κι οι ονειροπαρμένοι και τα κατσίκια, στο ταγάρι μου παξιμάδι και σκληρό αμοργιανό τυρί, να σταματώ κάτω από τον τζίτζικα και την συκιά του δρόμου και να ψάχνω τον Κέρουακ και τις ουτοπίες μου της τάχα ελευθερίας μου, καθώς εδώ γινόμουν το άγριο και στην Αθήνα ξανά κάτι το γνώριμο, ψάχνοντας να φέρω παλι εκεί το άγριο και το ανυπότακτο, να φεύγω πίσω, στον παλιό κόσμο, τίποτε στυλιζαρισμένο, τα νησιώτικα bebop στην πειρατική μου σκέψη, τότε που η απόσυρση μου από τις παρέες εναλλάσονταν με την συντροφιά των λίγων και δικών μου εκλεκτών, εμείς που ζητούσαμε τις χίμαιρες, εμείς που βρεθήκαμε να κάνουμε αργότερα μαντινάδες παίρνοντας το παλιό μονοπάτι από το χωριό στον γιαλό μεθυσμένοι, βιολί και λαούτο περπατώντας να παίζουν καθώς γλυκοξημέρωνε, καθώς πηγαίναμε να πούμε χρόνια πολλά στις Μαρίες, καθώς χορεύαμε επάνω στις πέτρες, ω, θείες στιγμές που ψάχνουν οι άνθρωποι στις προσευχές , τότε που δεν έμοιαζε αγωνία να ψάχνεις θεούς και δαίμονες κι οι Κασσάνδρες έπαυαν , δεν είχαμε τιμητές, δεν είχαμε απομιμήσεις ανθρώπινες, τότε που όλα ενώ ήταν τόσο άγρια έκρυβαν και φανέρωναν μια υψηλή ευγένεια στα λόγια και τις πράξεις, τώρα που όλα στριμώχνονται στο σήμερα, σε έναν πόλεμο σε όλα τα επίπεδα,, τώρα που οι παλιοί αναπαύονται κι εμείς τους γυρεύουμε στις τσίμπλες της καρδιάς μας, καθώς πολλές φορές αυτή κοιμάται τον ύπνο της πραγματικότητας, και καθώς οι Βόρειοι έχουν κάνει την παρουσία τους πληθωρική κι οι μύγες και τα σπουργίτια, εδώ θέλω να πω, αφήστε λίγο χορό για την ουτοπία, αφήστε λίγο χώρο στην ουτοπία... και μην πιστέψετε πως τούτο το νησί το ξέρετε..το νησί δεν είναι δωμάτια και γαλλικό άρωμα, ούτε οργανωμένοι περιπατητές, είναι το κομμάτι το άγριο, το πιο άγριο όπου οι θεοί ξεχνούν τις ιδιότητες τους πίνοντας και ανακαλύπτοντας όλα τα απαγορευμένα... -Αναπολώντας την παλιά μου Αμοργό

Φοράει στις φλέβες της, χορό πένθους, καθώς αόρατος ο χορός των αρχαίων πλασμάτων ξεβράζεται στο κύμα, θρήνους μιας εποχής τραγουδούν, υπόκωφα, αμόλυντα κι ωραία, έτσι όπως ταιριάζει στους μοιραίους, και κάθε ξημέρωμα, ομορφαίνει τους ερωτευμένους, ενώ μια σύγχρονη σειρήνα θα αποφασίσει ποιός θα είναι ο επόμενος χαμένος, εδώ, στα νησιά που επικρατεί η πέτρα, κι ο τζίτζικας θα τραγουδά μια εποχή περιορισμένη.. -Αμοργός

Όταν ανοίγω τα μάτια μου ,τρέχει η θάλασσα με εκτοπίζει από τα σεντόνια και με πετάει με την ορμή της μέσα στους ανθρώπους, μα όπου βρίσκω πλήθος αντί για παρέες, νοσταλγώ την χώρα της ουτοπίας. Σε όλον τον χάρτη του νερού, παλινδρομώ με την γαλάζια μου πυξίδα, όσα αξίζουν τα μάτια κι η καρδιά μου να δουν εύχομαι, είναι το μυθικό ζώο που προστάζει, ζήσε η πέθανε, λέει, σαν μια γραμμή τεθλασμένη στον χάρτη, που θα μιλάει για ουτοπίες.. Κάπου αστράφτει στο Πέλαγος, μια βροχή θα συναντηθεί με την θάλασσα, νερό και αίμα και κόκαλα, αυτά είναι τα λίγα σύνεργα να φτιάξεις όλες τις ουτοπίες που δεν ράγισαν ακόμη από τον θάνατο.. -Αμοργός