Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Σύλβια

Οδηγεί μια παλιά μηχανή Χάρλευ, περνά δρόμους φιδογυριστούς, κολυμπά σε κρύα ποτάμια τα πρωινά που κοκκινόμαυρα πουλιά πετούνε ομαδικά σχηματίζοντας άτακτες γραμμές στον ουρανό.
********
Μαύρα μαλλιά με φίλντισι στο δέρμα.
Βυζιά Αφροδίτης και στόμα γεμάτο σάρκα κόκκινη.
Της αρέσει να <<ενδίδει>> στις αντρικές αγκαλιές και να απλώνει τα πόδια της στην μέση τους.
Μετά οι άντρες γίνονται αριθ...μοί. Δεν υπάρχει κάτι πέρα από τον πόθο της στιγμής ή του μήνα.
******
Της αρέσει να είναι ελεύθερη, καυχιέται πως κανείς ποτέ δεν της έκαψε τα φτερά της.
Αυτό δεν συμβαίνει στα αλήθεια.
Αυτό που συμβαίνει είναι πως προσπαθεί να βρει κάτι κάτω από την επιφάνεια.
Δηλαδή όταν είναι ενωμένη σε μια ταντρική στάση με κάποιον και τον κοιτά στα μάτια στην πραγματικότητα δεν αφήνεται σε αυτό.
Βουτά μέσα στα μάτια του άλλου ψάχνοντας κάτι εγκλωβίζοντας την στιγμή.
Η Σύλβια είναι ακόμη μια μπερδεμένη ψυχή.
Γιατί έμαθε από μικρή τα απλά να τα κάνει περίπλοκα.
Και γιατί ψάχνει κολυμπώντας στον βυθό το τίποτε.
Η πραγματικότητα είναι πως υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί χαρακτήρες.
********
Η Σύλβια προχτές φεύγοντας από έναν άντρα ΄τον είδε στον ύπνο της.
Κουνιόντουσαν μεθυστικά ο ένας μέσα στον άλλο.
Τότε αυτή του είπε, ( κοίτα, τώρα θα πετάξω).
Και άρχισε να τρέχει σαν να ήταν αεροπλάνο που ετοιμάζεται για την απογείωση.
Και αλήθεια πέταξε. Πέρασε πάνω από τους ωκεανούς και τα δάση και τις πόλεις.
Η αίσθηση αυτή του πετάγματος την σημάδεψε.
Κρατά την αίσθηση αυτή ακόμη μέσα της.
Κι ήταν όπως τότε που κατάπιε μια ψυχοτρόπα μεσκαλίνη γύρω στα 16.
Και τότε πέταξε, μόνο που μπορούσε να δει να σκάει σαν κύμα δίπλα της ένα τεράστιο ουράνιο τόξο.
*********
Και καθώς σκεφτόταν κι αισθανόταν την πτήση την προχτεσινή κατάλαβε πως μόνο μια φορά πέταξε ακόμη.
Πολλά χρόνια πριν ,κάνοντας έρωτα με έναν άντρα.
Αυτός ήταν ο μόνος που δεν την άφηνε να ψάχνει να βρει αυτά που δεν υπάρχουν κάτω από την επιφάνεια.
Είχε ζήσει τόσο πολλά και ήταν ένας αληθινός άντρας.
*********
Καθώς τον θυμήθηκε, χοντρά δάκρυα έσταξαν στα μάγουλα της.
Και ψιχάλες βροχής ξύπναγαν τον αμερικάνικο Νότο αυτομάτως.
Η βροχή ενωνόταν με τα δάκρυα της κι έπεφταν στο ποτάμι.
Ξάπλωσε ανάσκελα στο νερό πίνοντας τις ψιχάλες.
Ήθελε τόσο πολύ να ελευθερωθεί αγαπώντας κάποιον.
Αφέθηκε στο νερό και άρχισε να ταξιδεύει.
Απλωμένα μαύρα μαλλιά στο ποτάμι με την γνωστή στιλνότητα
Βυζιά που έκαιγαν .
Κι αυτό το ανικανοποίητο ζώο που την έτρωγε μέσα της.
Δεν θα αγαπούσε ποτέ ξανά και δεν θα αγαπιόταν;
κανείς δεν ήξερε.
Κανείς δεν ξέρει.
Απλά ελπίζει...
(Είναι παράξενο πράγμα οι σχέσεις), του είπε και καθισμένη στα πόδια του στο περβάζι του παραθύρου δεχόταν τις ζεστές ακτίνες του ήλιου στην πλάτη της.
( Γίνονται απλές όταν τις αφήνεις ελεύθερες), της είπε και φίλησε τα δάχτυλα της.
Ένα ένα ενώ την κοίταζε στα μάτια.
(Ο έρωτας, ακόμη κι αν κρατήσει μια μέρα χρειάζεται να τον θαυμάζεις, όσες αρετές και να έχει από μόνος του χρειάζεται τον θαυμασμό... για να μην μαραθεί), της είπε και σηκώθηκε όρθιος.
(Μείνε ακίνητη να σε θαυμάσω καθώς ο ήλιος χαιδεύει το δερμα σου).
Εκείνη τον κοίταξε βαθιά. Το τρεμούλιασμα στην καρδιά της άπλωνε παντού σαν χρώμα σε καμβά.
( Είσαι ένας απίθανος άντρας κι ένας καλογυαλισμένος γάτος που λάμπει στον ήλιο), είπε γελώντας απαλύνοντας την ερωτική ένταση που άρχιζε μεταξύ τους...
Αυτός γέλασε και στήριξε το ένα του χέρι στον τοίχο, η ένταση τώρα τους έτρωγε σαν μαγνήτης..
Φορούσε ένα φουστάνι στο χρώμα της πούδρας, καθόταν στο κρεβάτι και κοίταζε έξω από το παράθυρο.
Έπειτα σηκώθηκε κι άρχισε να χορεύει πάνω σε μια αόρατη μελωδία.
Μικρό βήμα μπροστά, μικρό βήμα πίσω.
Αγκάλιασε την μέση της, δάχτυλα μεγάλα που υπόσχονταν λατρεία με δηλητήριο.
Λίγο δηλητήριο, πολύ λατρεία.
Για τις στιγμές της δοκιμασίας, όταν το σίδερο πάει να σπάσει.
Η αγάπη κοιμότανε στο πάτωμα δίπ...λα της όλη την νύχτα σαν σκύλος.
Κοιτάς, μυρίζεις, γεύεσαι, όλο το σύμπαν ξαφνικά γονάτισε στο φουστάνι με το χρώμα της πούδρας.
Το σπίτι χόρευε μαζί της.
Υπάρχουν ημέρες ιδιαίτερες, ημέρες άγριες κι ανέμελες.
Ανυπότακτες.
Έβαψε τα μάτια της με καζάλ μαύρο, τώρα θα μετέφερε μηνύματα στον Άδη από τον θεό έρωτα.
Ο Άδης θα έμενε νεκρός από τα τόξα των ματιών της.
Όταν βγήκε έξω οι άντρες την κοίταζαν έντονα.
Κανένας κίνδυνος ,σκέφτηκε λιγωμένα.
Αυτός που θα μου φανεί επικίνδυνος θα με κερδίσει σήμερα.
Ύστερα θα αισθανθώ την μαινάδα να ξυπνά από τον βαθύ της ύπνο.
Και θα τον καλέσω σε γεύμα.
Το αύριο είναι μακριά.
Το ίδιο μακριά είναι και το σήμερα...

( Το ρούχο στο χρώμα της πούδρας
Όλγα

Στην όχθη της λίμνης καθόταν με τους αστράγαλους της μέσα στο νερό.
Ένα βιβλίο δίπλα της κι ένα πακέτο τσιγάρα.
Ο άντρας που μάθαινε στις αγριόχηνες πως να ησυχάζουν από την νευρική τους ιδιοσυγκρασία, την πρόσεξε καθώς ερχόταν από μακριά.
Την χτεσινή νύχτα το φεγγάρι ήταν γεμάτο ασημόγκριζες κραυγές, τώρα επικρατούσε ένας μικρός του απόηχος.
Την πλησίασε τόσο ώστε να παρατηρήσει την μορφή ...της, ήταν σαν ένα σενάριο Αναγέννησης. Έβγαλε το μπλοκ του κι άρχισε να σχηματίζει γραμμές με το μολύβι.
Η εξοχή της Γαλλίας ρουφούσε ήλιο.
Αυτός πρόσεξε την άκρη του λαιμού της, μαζεμένα μαλλιά επάνω με ένα μικρό ασημένιο χτενάκι.
Ο λαιμός της ήταν ένα ποίημα, μακρύς και λεπτός σαν μια πικρή ειρωνεία, πως κάτι ήταν ψεύτικο μέσα σε τόση ομορφιά.
Τον είδε, (δεν με ενοχλείτε αλλά μην μου μιλήσετε), είπε αυτή κι έβγαλε το ένα πόδι από το νερό.
Της χαμογέλασε...
Κι όλη του η προσοχή στάθηκε σε εκείνο το γόνατο.
Ο ήλιος το στραφτάλιζε αδρανοποιώντας μέσα του τις τεχνικές ελέγχου.

Ενα γόνατο λεπτό και ανυπάκουο στα μάτια του. Η επιδερμίδα του τον τραβούσε σαν δίνη. Μαζί με τον λαιμό της.
Τόσο εύθραστα, τόσο ευάλωτα μα και τόσο δυνατά, αντίθετες δυνάμεις.
Την ζωγράφιζε με την καρδιά του, είχε καιρό να αφεθεί σε κάτι ώστε να το νιώσει με την καρδιά του..
Κι αυτή η ίδια εύθραστη σαν ένα κλαράκι αλλά και τόσο δυνατή σαν αιωνόβιο δέντρο.
(Ζωγραφίστε με αλλά μην μου μιλήσετε), ξανάπε αυτή κοιτώντας τον με κάποιο ξάφνιασμα.
(Δεν θέλω να μιλήσω, θέλω να σας αποκαλύψω στο χαρτί).
Καμμιά απάντηση από μέρους της...
Το γόνατο ένα μετάξι να σκεπάζει τα οστά του.
Κι ο λαιμός ένα λίκνισμα χάρης και δυνάμεων.
Θα ήθελε να τα χαιδέψει, να τα κάνει να ριγήσουν από ευχαρίστηση, να τους αφοσιωθεί για ώρες.
Αλλά τον κράτησε η ευγένεια της σκέψης, δεν μπορούσε να παραβιάσει την ησυχία της, δεν ήθελε τα χάδια του αλλά ήταν τόσο καλή και γλυκιά που τον άφησε να την ζωγραφίσει.
Ξαναβύθισε τους αστραγάλους της μέσα στο νερό.
Τα γόνατα ξάπλωσαν κι έμειναν ακίνητα σαν θεραπευτικά χάδια στην ματιά του.
Ξέχασε πως ήταν δυστροπος.
Μετά ξέχασε κι αυτήν κι αφοσιώθηκε στον λαιμό και στο δεξί της γόνατο.
ΖΩΓΡΆΦΙΖΕ με μανία.
Αυτά που τον άφηναν να τα αντιληφθεί με την καρδιά του.

Όταν τελείωσε έγραψε στην άκρη του χαρτιού το όνομα Όλγα, ήταν ένα σχέδιο πικρόγλυκο που έκαιγε από ομορφιά.
Σηκώθηκε και πριν φύγει την ρώτησε ( Θα μπορούσα να ξέρω μόνο το όνομα σας;)
(Όλγα), του είπε και χαμογέλασε.
ΚΙ αυτός παραιτημένος από την ζωή εδώ και χρόνια κίνησε ξανά να βρει τις αγριόχηνες.
Κι όλες τις φώναζε Όλγα, Όλγα, Όλγα...

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Πρωτόλειο του έρωτα

Να καταφιλήσει τα μαλλιά της, ξανθά στάχυα και παπαρούνες στον αυλώνα της,
τα στήθια της να κρατήσει στα χέρια του σαν να ναι σταγόνες νερού,
τα πόδια της γύρω από την μέση του, υπερήφανα και ατίθασα άλογα να καλπάζουν,
Πέρασε η πρώτη ΆΝΟΙΞΗ, μα ήρθε η άλλη, πιό βελούδινη κι ετοιμόλογη,
κι αχόρταγη.
Να την ανεβάσει στους ουρανούς, σείοντας το κεντρί του μέσα της,
να σκάψει όλ...η την γη την άγονη, την κοιμόμενη θεά στα λιβάδια της ανίας να σκοτώσει,
να καταφιλήσει τα χείλια της τα βατόμουρα με τα μούρα,
κάθε τους φίλημα λιώσιμο, χυμοί από φρούτα, γλυκόπιοτα κι άστρα,
ένα αστέρι παλεύει να μπει στους μηρούς της ανάμεσα,
να λάμψει μέσα στο στόμα του καθώς επίμονα θα την γλείφει εκεί,
στο σημείο το κρυφό τους ανάμεσα,
σώπασε ο κότσυφας και η Άνοιξη σαν κάστρο ετοιμόρροπο στα χέρια τους,
λούφαξε η φύση γύρω τους και τρέχει,σαν αλαλιασμένη ηδονή..
Οι εραστές της βροχής περπατούν σφιχταγκαλιασμένοι/
Με εκείνη την ανόητη και βλακώδη αλαζονεία της ευτυχίας/
Ποιός μπορεί να πει πως άγγιξε την ευτυχία αν δεν βυθίστηκε βαθιά στο πρώτο άγνωστο δίχως σκέψεις,
αν δεν αγίασε εκπορνευόμενος δίνοντας την ψυχή του όλη στους αγνώστους/
Και σαν μοιραίος της νύχτας ή της μέρας μέσα στο πλήθος δεν αφέθηκε φορώντας χαρακτήρες/
Να φοράς και να αντέχεις το άγνωστο, είναι μια σκέψη που χωράει ολόκληρη την ευτυχία/
Κι η βροχή που πέφτει μια κραυγή του ουρανού με νότες/
ΚοΙΤΆς τα πόδια σου κι εγώ σε πληγώνω με το βλέμμα/
Είναι που περιορίζεις την ευτυχία σε αυτήν την βλακώδη αλλαζονεία/
Σε εγκαταλείπω γελώντας και κλαίγοντας/

( Σκαρπίνια στην βροχή)
Ναι, μου αρέσουν τα αφύσικα, αυτά που σκορπούν θύελλες και μέσα στην δημιουργία γίνονται μεταφυσικά.
Αυτά που επαναστατούν με τον εαυτό τους
Με τους άλλους
Ναι, μου αρέσουν οι χαρακτήρες που μιλούν με τους προσωπικούς τους δαίμονες τα βράδια τα αξημέρωτα
Μισώ σχεδόν αυτούς που θα μου πούνε ψέματα από ανία ενώ μπορούν να μου πουν ψέματα για να με γοητεύσουν, τα πιό γεμάτα τέχνη ψέματα,εξάλλου, είνα...ι αλήθειες
Μισώ τις επαναλήψεις, ξύπνημα, πλύσιμο δοντιών, τσαι ή καφές, τα γυρίζω ανάποδα
Θέλω την περίσσεια της ζωής, αυτήν που εμπεριέχει μια απεριόριστη συμπάθεια
Κάθε φορά που ξυπνώ με αυτήν την απέραντη συμπάθεια για τα πάντα με αγαπώ,
όταν είμαι μίζερη με αφήνω φρικτά αδιάφορη
Από όλα αυτά μπορείς να διαβάσεις πόσο αδέλφια μου θεωρώ αυτούς που έχουν πάθος
όχι την πινελιά την τελική στον πίνακα που προσδίδει ταυτότητα αλλά αυτό...
Το πάθος που στέκεται πάνω από την άβυσσο, η άβυσσος είναι φωτιά.
Πάθος στην τελική, είναι η φωτιά που φωτίζει βγάζοντας στην επιφάνεια αυτό, <<την κρυμένη ζωή μας>>
Τα άλλα όλα , είναι ιμιτασιόν και στην φτηνή γλώσσα της μπουρζουάδικης θρέψης είναι μαιμούδες
Λατρεύω το ντελίριο, τις τραγωδίες, τις τελευταίες θωπείες, τα αντίο και τα καλώς ήρθες
Σέβομαι τον μοναχό ερημίτη αλλά λατρεύω τον νομάδα, αυτός θα μου πει για την ζωή, για όσα είδε και όσα έζησε, ο πρώτος θα μου μιλήσει για όσα σκέφτηκε κι όσα φαντάστηκε
Καλύτερα μια μέρα με πάθος παρά χίλιες χωρίς ζωή, ακόμη κι αν αυτό σαν κατάληξη θα έχει την απώλεια της ζωής
Τι είναι η ζωή; Μια ζωντανή ψευδαίσθηση εξάλλου...
Πατώ σε νούφαρα, κοιτάζω μην τα πληγώσω, μην ξυπνήσω την αρχαία τους μνήμη.
Γλυπτά με κοιτούν απορημένα, με τον σκύλο που με ακολούθησε γιατί διάβασε την λύπη μου, τα περνάω, και τα γλυπτά κι ο σκύλος ξέρουν καλά να διαβάζουν λύπες και χαρές.
Γιατί η ευτυχία να είναι τόσο εύθραστη;
Εσύ είσαι ένα βουνό με κρυμένες σπηλιές και λαγούμια, ακουμπώ πάνω σου ακροπατώντας, στρίβω τα μαλλιά σου στα δάχτυλα... και τα μυρίζω, άλλοτε είναι ξύλο κι άλλοτε φωτιά...
Είμαστε εύθραστοι αγαπημένε μου, σαν παιδικές σκιές στο ύποπτο δάσος
Δεν θέλω άλλο την υποψία και την υπερεκτίμηση.
Θέλω να γίνω ένας άγγελος κι ένας διάβολος.
Ανάλογα με τις διαθέσεις μου...
Πες μου, όταν βλέπεις πυγολαμπίδες στην θάλασσα σκέφτεσαι κι εσύ πως είναι χαμένες ψυχές;
Κι εγώ, μια χαμένη ψυχή είμαι, το βασίλειο της ανησυχίας είναι σπίτι μου, με έφτυσαν στο πρόσωπο οι μοίρες της χαμένης γης.
Αναζητώ ηφαίστεια και λίμνες.
ΑΝθρώπους γυμνούς να κοιτούν τους αστερισμούς σαν ψυχοτρόπα.
Ηλιοστάσια γέρνουν τον λαιμό τους πάνω τους.
Φίλησε τα σαν πατέρας.
Κι έπειτα σαν άντρας κοίταξε την φιγούρα μου στην απομάκρυνση.
ΚΙ όταν έρχομαι να σε αγκαλιάσω.
Όσο μεγαλώνω φεύγω από την ιδέα της ειμαρμένης, συνθλίβομαι από την πίκρα της αλήθειας.
Θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αλήθεια, χωρίς αγάπη, όμως, δεν μπορώ να ζήσω...
(Η σοβαρότητα των πραγμάτων ανακύπτει όταν δεν παίρνουμε τόσο σοβαρά τον εαυτό μας και την ίδια την ζωή), αυτά της είπε και είδε στο πρόσωπο του πόσα χρόνια είχε περάσει ο ίδιος παίρνοντας τα πάντα σοβαρά.
Τα μάτια του έμοιαζαν με καστανά αμύγδαλα, ήταν γλυκά και μεγάλα.
Σου θύμιζαν ένα παιδί έτοιμο για σκανδαλιά.
Υπάρχουν άνθρωποι που τους εμπιστεύεσαι αυτόματα και τους συμπαθείς αμέσως, σκέφτηκε....
Οι περισσότεροι άνθρωποι που ήταν γλυκοί και υπεροχοι βασανίζονταν από την δυστυχία της συνεχούς ατυχίας.
Κάτι ανθρωποειδή όμως που ήξερε,τα περνούσαν μια χαρά.
Αυτό πως να μην το πάρω σοβαρά, αναλογίστηκε και κοίταξε τα αυτοκίνητα να περνούν έξω .
Κράτησε για τον εαυτό της την φράση του κι αυτό το ζεστό βλέμμα από αμύγδαλο..

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Μην μιλάς, με την παλλόμενη καρδιά σου άγγιξε, με το στόμα σου πνιγμένο στο κόκκινο φιλί δώσου, με τις φτερούγες στην πλάτη σου κανάκεψε με, σκότωσε την ερώτηση που σου δίνει η λαγνεία σαν απορία, προσπαθώντας να σου βάλει όριο, ως που θα κινηθείς και τι παλιό θα σκοτώσεις ή και τι νέο, αμφιβολίες, διλήμματα, προθέσεις δολοφόνων των πουλιών, βγες από την κρυψώνα σου, εγώ βγήκα, στην αρχή δειλά δει...λά, μετά έμαθα, έμαθα να αγαπώ τους ήρεμους πολεμιστές , όπως εσύ, στέκεις δίπλα μου σαν άγαλμα που ζήτησε αγάπη κι έρωτα να δυναμώσει, να τεντώσει τα στήθια του στον αέρα, στο σύννεφο, στον ήλιο, στα χέρια μου, τα φύλα μας πέφτουν και σηκώνονται σαν σαίτες, άκου, σκίζουν με τον ψίθυρο τους την ατάραχη ατμόσφαιρα, έπειτα φωνάζουν, έπειτα τρέχουν σαν κύματα στο ρου του ποταμιού της αγάπης, ίσως ένας ινδός εραστής να σουν σε μια άλλη ζωή και να με αγαπούσες, τώρα η εποχή είναι αλλοιωμένη, όλα αλλάζουν, σκοτώνονται από αιμοβόρα κτήνη τα πιό ευγενικά αισθήματα, όμως αυτό εμάς δεν μας αφοπλίζει, ντυνόμαστε το σώμα μας και πάμε, τα μάτια μας στρωμένα πάνω το ένα πάνω στο άλλο, εξαντλούνται γλυκά, άραγε μπορεί η πρώτη ηδονή να πλυθεί στο μαύρο των ματιών σου, ναι φυσικά μπορεί, ύστερα κι άλλη, κι άλλη, πλύθηκα στο χέρι σου, ντύθηκα στον καρπό σου, την γεύση σου ανάσανα, την διέσχισα, χωρίς πανοπλίες, χωρίς υστερίες, θέλω να είσαι ελεύθερος για σένα,κι ελεύθερη εγώ για μένα,αφήνω πίσω μου τον ύποπτο κόσμο, ο κόσμος αυτός με αφήνει νεκρικά αδιάφορη, εγώ γεννήθηκα στην σχισμή του πλανήτη όπου τρεμόπαιζε η φωτιά κι έκαιγε το χιόνι, τα σαρώνω όλα και τα κάνω πέρα, περπατώ και καίγομαι, που να σαι τώρα και που να ξοδεύεις τα βήματα σου, στην θάλασσα θα είσαι και θα γίνεσαι νερό και γη, εκεί θα σε βρώ πάλι και θα σου μιλήσω για τις νεράιδες και τα ξωτικά, όμως τώρα , όμως τώρα ας ζήσουμε αυτό το διπλό συμπόσιο σαν να ταν το τελευταίο, έξω πέφτει θειάφι και αψέντι, παίρνω τα τόξα μου κι ανεβαίνω στην πλάτη σου, τρέχουμε σαν άνεμος, εγώ παραληλώ από έναν αθώο πυρετό, νύχτα υγρή και μόνη σαν γυναίκα, εσύ ένας άντρας που γελά λίγο παράξενα, εγώ στον κορεσμό μιας πλήρους ζωής ποτέ δεν θέλησα να πιστέψω και μου το βεβαιώνεις εσύ που είσαι ένας άντρας έφηβος...

( Χωρίς ανάσες)
Ο έρωτας, είναι μια αιχμαλωσία που αν μπείς με γενναιότητα μέσα της θα ανακαλύψεις το μέγεθος της πραγματικής ελευθερίας, σκοτώνοντας το μικρό <<εγώ>> σου, νέοι δρόμοι ασύμβατοι ανοίγουν τα χέρια τους, οι υπερβάσεις που κάνεις για να τους περπατήσεις είναι το χαλί της αληθινής ελευθερίας...

https://www.youtube.com/watch?v=LPNUfRKbySs
Ομορφιά, ομορφιά, τι είναι αλήθεια η ομορφιά αναρωτήθηκα καθώς μέσα από το δέρμα σου ο ήλιος έλαμπε καίγοντας τα μάτια μου, ενώ η ψυχή μου άπλωνε και μίκραινε από το θάμπος κι ενώ ο χρόνος έγινε ένα κομμάτι αδιάσπαστο της μορφής σου που τυραννικά έστεκε μπροστά μου και με έκοβε με ένα μαχαίρι, μια ηδονή που ξέρει να πονά και να χαίρεται, ένας τρόπος να ζεις και να επιμένεις κρατώντας την αβάσταχτη ελαφρότητα της άφεσης σε ένα μικρό πήδημα στο κενό..

πρωτόλειο του έρωτα

Να καταφιλήσει τα μαλλιά της, ξανθά στάχυα και παπαρούνες στον αυλώνα της,
τα στήθια της να κρατήσει στα χέρια του σαν να ναι σταγόνες νερού,
τα πόδια της γύρω από την μέση του, υπερήφανα και ατίθασα άλογα να καλπάζουν,
Πέρασε η πρώτη ΆΝΟΙΞΗ, μα ήρθε η άλλη, πιό βελούδινη κι ετοιμόλογη,
κι αχόρταγη.
Να την ανεβάσει στους ουρανούς, σείοντας το κεντρί του μέσα της,
να σκάψει όλ...η την γη την άγονη, την κοιμόμενη θεά στα λιβάδια της ανίας να σκοτώσει,
να καταφιλήσει τα χείλια της τα βατόμουρα με τα μούρα,
κάθε τους φίλημα λιώσιμο, χυμοί από φρούτα, γλυκόπιοτα κι άστρα,
ένα αστέρι παλεύει να μπει στους μηρούς της ανάμεσα,
να λάμψει μέσα στο στόμα του καθώς επίμονα θα την γλείφει εκεί,
στο σημείο το κρυφό τους ανάμεσα,
σώπασε ο κότσυφας και η Άνοιξη σαν κάστρο ετοιμόρροπο στα χέρια τους,
λούφαξε η φύση γύρω τους και τρέχει,σαν αλαλιασμένη ηδονή..

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Τα Ρ, τα Λ, τα Α, του έρωτα ( έρωτα ανίκητε στην μάχη)

Ήταν εραστές από παλιά. Αγαπούσαν το σώμα τους , την βροχή και τον ήλιο.
Αυτός ένας άντρας-παιδί.
Εκείνη μια γυναίκα-παιδί.
Είχαν χωρίσει άδοξα. Μα είχαν υμνήσει τον έρωτα τους και το σχήμα του.
Ξαναβρέθηκαν μετά από καιρό σε ένα μπαράκι που θύμιζε σπίτι.
Φιλικά. Απλά, όποτε το χέρι του την άγγιζε στο γόνατο, ένας λεπτός μυρμηγκισμός άπλωνε σε όλο το πόδι.
Μίλησαν για αυτά που συνέβαιναν γύρω τους.
Παρατάξεις πνευματικές και πολιτικές δάγκωναν την καρδιά τους.
Στο μεταξύ οι μισοί άνθρωποι μιλούσαν για την μεταφυσική, τα ζώδια και τις καρμικές σχέσεις ενώ οι άλλοι μισοί ψυχαναλύονταν κι έπιναν στην υγειά του Φρόυντ, του Λακάν και του Γιούγκ.
Μιλούσαν για το σεξ χωρίς να κάνουν...
Αλλά αυτοί οι δυό ξαφνικά αφού μίλησαν για όλα αυτά ήθελαν να βρεθούν ξανά στις παρυφές του άλλου κόσμου.
Του μίλησε για τον Κ. και πόσο είχε ταλαιπωρήσει τον εαυτό της για έναν άντρα από πέτρα. Του είπε πως τελικά είχε παίξει με το μυαλό της. Σίγουρα έκανε ψυχανάλυση χρόνια πριν αλλά το μόνο που είχε πετύχει ήταν να γίνει περισσότερο πέτρινος κι όχι αυτοκυριαρχούμενος όπως αυτός νόμιζε...
(Δεν με νοιάζει, με νοιάζει που δεν γελάς εσύ, εσύ γελούσες κάποτε συνέχεια), της είπε πριν κινήσουν για ένα φιλόξενο δωμάτιο της πόλης.
(Με βρήκαν πολλά), του είπε και χαμογέλασε.
Αυτός τράβηξε τις άκρες των χειλιών της σε ένα χαμόγελο με τα δάχτυλα του, πάντα τρυφερά και αντρικά όπως πάντα...
Τον κοιτούσε.
Την κοιτούσε.
Ηλεκτρισμοί και ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ.
Στο δωμάτιο έξω ,φώτιζε η νύχτα.
Μέσα η αύρα των σωμάτων τους υπήρχε σαν πυγολαμπίδα στον αέρα.
Κι άρχισε η ακατανίκητη πείνα.
Της γλώσσας.
Των χεριών.
Της γλώσσας.
Των χεριών.
Ανίκητα. Πεινασμένα.
Σταθερά και αργά, άρχισε να την βγάζει από το κουκούλι της, την ήθελε γυναίκα.
Είμαι μια από τις μάγισσες του Γκόγια, σκέφτηκε.
Ενώ οι γλώσσες άνοιγαν τα βελούδινα φτερά τους.
Και μικροί ιδρώτες στάλαζαν σαν σταλαγμίτες στα σεντόνια.
Έμπαινε μέσα της, έβγαινε ενώ την φίλαγε και την μαλάκωνε.
Εκείνη άνοιγε σαν κοχύλι. Έπαιρνε μέσα της τα πέραν της στύσης του.
Λευτερώνονταν σιγά σιγά.
Τα αυτοκίνητα έξω είχαν πάψει.
Αυτή είχε γίνει ζώο για εκείνον.
Μούγκριζε και ούρλιαζε σαν αγρίμι.
έξυνε τα σεντόνια με τα νύχια της, την πλάτη του.
Τέλειωνε μέσα σε κυκλικά οργασμικά χρώματα.
Έπειτα συγκεντρώθηκε στα μάτια του.
Αιχμαλώτισε και τις πέντε αισθήσεις της για να τις αφήσει στα χέρια του.
Γλώσσα, χέρια, σούρσιμο στην σκοτεινή ζούγκλα, στο ποτάμι, στην θάλασσα.
Κι έπειτα ξεχύθηκε όταν κατάφερε να συγκεντρώσει όλες τις αισθήσεις στον οργασμό πάνω του.
Ήθελε να τον φάει.
Ήθελε να την φάει.
Το σεξ έπαιζε ζάρια με τους Εωσφόρους και τις θρησκείες και τους ψυχαναλυτές.
Ο έρωτας είναι αιρετικός, σκέφτηκε όταν πιά κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του σαν έμβρυο στον σάκο.
Χάιδεψε με.
Σε χαιδεύω, κοιμήσου. Θα σε προσέχω για λίγο.
Έξω άρχιζε η μέρα να ανοίγει τις φλούδες της.
Μάλλον θα ήταν γεμάτη σύννεφα.
Αυτοί έκαιγαν.
Μέσα και έξω τους.
Μια αδιαφορία τους τύλιγε για όλα τα άλλα.
Ψωμί κι αλάτι.
Αδιάφορο πιά τι είχε συμβεί τον καιρό που ήταν χώρια.
Δεν ήθελαν να ξανακάνουν λάθη.
Η αλήθεια ήταν πως τώρα ήταν πιό πολύ ελεύθεροι μέσα τους.
όταν τον είδε να φεύγει είδε ξανά έναν ιππότη.
Όχι των παραμυθιών και του ντιβανιού. Η αλήθεια είναι πως ο Φρόυντ δεν άντεχε να κοιτάζει τον <<ασθενή>> στα μάτια, γι αύτό τον ξάπλωνε για να κοιτάζει αλλού.
Νευρώσεις.
Ψυχώσεις.
Ενώ το φίδι του σεξ ζητά τροφή.
ΚΟιμούνται χώρια.
Ο καθένας σπίτι του.
Μα η ουσία του άλλου ήταν μέσα τους.
Η πόλη ξύπνησε.
Ο έρωτας όμως δεν κοιμόταν ποτέ.
Καμμιά φορά καμώνεται πως κοιμάται  για να μην τρομάξει τον πεινασμένο.
Ζήσε σαν να ζεις χίλιες ζωές σε μια στιγμή, αυτό ήταν το πιστεύω της.
ήθελε παρέα όμως σε αυτήν την γιορτή.
Δεν ήταν πολλοί πρόθυμοι γι αυτό κι ας έδειχναν το αντίθετο.
Εκείνος ήταν...
 

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Σποράκι της ερήμου σε βρήκα, μα θέριεψες γρήγορα
Κρατιόμουν από την γεύση σου κάπου στο Σύνταγμα και παρατηρούσα τα περιστέρια
Φιλιόντουσαν ανάμεσα στους ανθρώπους
Κάποιοι γονατισμένοι από τις ειδήσεις στις εφημερίδες ,προσοχή δεν έδιναν
Η άκανθα της σκοτεινής σου αγάπης σιώπησε
Και μπήκα σε ένα καφέ για να κρυφτώ από τον ήλιο που έκαιγε ανελέητα
Στον καθρέφτη απέναντι έβλεπα το πρόσωπο μου
Να χαμ...ογελά με λίγο αίμα στις άκρες των χειλιών
Βλέμματα λοξοδρομούσαν να βρούν το δικό μου κι εγώ δεν τους το έδινα
Το σποράκι ζητούσα το δικό μου, εκείνο της ερημιάς στην ψιλή άμμο
Το πονεμένο μου Καλοκαίρι το πέρασα μαζί σου
Κι αν ο έρωτας θα φόραγε σαίτες θα λάβωνε όλο το νησάκι
Μα τώρα, τέλος Άνοιξης, ο κότσυφας έγινε λιοντάρι
Φωλιάζει μέσα στο στήθος μου ώσπου να βγει
Να θρηνήσει την απώλεια σου και την ήττα την διπλή, καθώς ναι, θρηνούν και τα λιοντάρια
Είναι η ζωή μας ένας σταυρός με λυγαριές και πικροδάφνες
Τον κουβαλούν ακούραστα ρομαντικοί κι απόκληροι ενός θεού χιλιοπεσμένου
Καλό κατευόδιο, φωνάζω όποτε βλέπω κάποιον από αυτούς να ξεκινά για τον Αχέροντα που ζωντανοί υπάρχουν αλλά κυκλοφορούν σαν νεκροί
Πικρές μπύρες κερνούσε ο μπάρμαν και τσιγάρα κάπνιζα μανιωδώς
Και υπερτερούσε η γεύση της απώλειας
Σποράκι της ερήμου σε βρήκα, μα θέριεψες γρήγορα
Δεν έκανα τίποτε να σταματήσω την φυγή σου, αντιθέτως την επιτάχυνα δείχνοντας πως συμφωνούσα
Δεν μιλάμε γι αυτά που μας καίνε, μιλάμε για όλα τα άλλα
Κι ο καθρέφτης απέναντι μου έδειχνε το ματωμένο μου χαμόγελου να μεγαλώνει, σαν κάποιου κλόουν
Σκέψου, ειπα στον μπάρμαν, έχεις ξαναδεί χαμόγελα να κλαίνε αίμα;
ΈΧΩ δει, μου είπε, μα έχει περάσει ένας αιώνας...

( Το σποράκι της ερήμου)
Η κυρία της λίμνης, κρατούσε στα χέρια της μια πέτρα,
με χαραγμένα λόγια, από παλιές γενιές.
Κάθε φορά, που πηγαίνεις στους ξένους ζητώντας την αγάπη, να θυμάσαι,
η αγάπη των ξένων είναι δανεική.
Μα τούτο δεν την εμπόδιζε να κάνει καταδύσεις, έτοιμη να πάρει και να δώσει.
Άλλοτε στίγματα κι άλλοτε χάρτες ολόκληρους έκανε από διαπιστώσεις.
Και φυσικά κρατούσε τα αισθήματα σαν γιασεμιά, τα φρόντιζε ...σε νερό δροσερό και καθάριο.
Η δίνη της ζωής, ο πυρετός και οι απόηχοι.
Μετά θυμόταν τις στιγμές, μα πάντα στην λίμνη περίμενε.
Αυτόν που θα πετάξει μια΄πέτρα κάνοντας κύκλους στο νερό,
αυτόν που θα την έκανε να ξεχάσει,
πως η αγάπη των ξένων είναι δανεική.
Η γυναίκα της λίμνης ήταν από αυτούς που έδινε χωρίς να περιμένει ανταλλάγματα.
Αυτά είναι σαν τις συναλλαγές, απλά όμως περίμενε τον ήχο που θα ρθεί μην γίνει απόηχος,
εκεί στην λίμνη να μείνει και να ξυπνήσει μαζί με αυτήν κι όλα τα πλάσματα που σε ύπνο βαθύ βρίσκονταν...

( Νηνεμία)